<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:11.14-13.3</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:11.14-13.3</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="11"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Τῶν μὲν γὰρ δυνάμεων ἰσχυρῶν ὑπαρχουσῶν <lb/>τοῦ τὸν ἐπὶ σηπεδόνι πυρετὸν
                            πυρέττοντος, ὡς ὑπόκειται, <lb/>φλεβοτομητέον αὐτίκα χωρὶς ἀπεψίας τῆς
                            κατὰ γαστέρα <lb/>τοῦ νοσήματος ὑπαρξαμένου. τῆς δυνάμεως δὲ
                            ἀσθενεστέρας <lb/>οὔσης, ἢ τῆς ἡλικίας κωλυούσης, οὐ χρὴ τέμνειν
                            <lb/>φλέβα. λέλεκται δ’ ἔμπροσθεν ὡς οὐδὲ συνεισβάλλει τῷ <lb/>τοιούτῳ
                            πυρετῷ δύναμις ἄῤῥωστος· εὐεκτικῶν τε γάρ ἐστι <lb/>σωμάτων καὶ ἡλικίας
                            θερμῆς ὁ σύνοχος πυρετὸς οἰκεῖος. ἀλλ’ <pb n="778"/> ἐὰν ἐν παιδίῳ
                            γένηται μήπω τεσσαρεσκαιδέκατον ἔτος ἄγοντι, <lb/>φλεβοτομεῖν οὐ
                            προσήκει, διότι τοῖς τηλικούτοις γε θερμοῖς <lb/>καὶ ὑγροῖς οὖσι καθ’
                            ἑκάστην ἡμέραν ἀποῤῥεῖ καὶ διαφορεῖται <lb/>πάμπολυ τῆς τοῦ σώματος
                            οὐσίας. ὥσθ’ ὅπερ ἂν ἐκ τῆς <lb/>φλεβοτομίας ἐμηχανησάμεθα, τοῦτ’
                            αὐτόματον ἐκ τῆς τοῦ <lb/>θεραπευομένου σώματος ὑπάρχει φύσεως. εἰ δ’
                            ὑπὲρ τεσσαρεσκαιδέκατον <lb/>ἔτος εἴη τὸ σῶμα, σκεπτέον αὐτοῦ τὴν σχέσιν
                            <lb/>ὁποία τίς ἐστιν, ἆρ’ ἰσχνὴ καὶ πυκνὴ καὶ σκληρὰ καὶ πολύαιμος
                            <lb/>ἢ τἀναντία· καὶ οὕτως ἐπὶ μὲν τῇ προτέρᾳ παραλήψῃ <lb/>τὴν
                            φλεβοτομίαν, ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας οὐκέτι. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>τὸ μέτρον
                            σοι τῆς κενώσεως ἐκ τῶν αὐτῶν σκοπῶν λαμβανέσθω. <lb/>καὶ γὰρ εἰ
                            τριακονταετὴς μὲν ὁ φλεβοτομούμενος εἴη, <lb/>πλαδαρός τε καὶ μαλακὸς
                            καὶ πιμελώδης καὶ λευκὸς καὶ μικρὰς <lb/>ἔχων τὰς φλέβας, ἤτοι γ’ οὐδ’
                            ὅλως φλεβοτομήσεις αὐτὸν ἢ <lb/>ὀλίγον ἀφαιρήσεις· οὐδ’ ὅλως μὲν ἐν ὥρᾳ
                            θερινῇ καὶ πνιγώδει <lb/>χωρίῳ, θερμῆς καὶ ξηρᾶς οὔσης τῆς καταστάσεως,
                            ὀλίγον <lb/>δ’ ἐν ταῖς ἄλλαις ὥραις καὶ χώραις καὶ καταστάσεσιν. εἰ μὲν
                            <lb/>γὰρ μήτ’ ἔμφραξις ὑπέκειτο μήτε σηπεδὼν, ἀλλὰ μόνον ἦν ﻿<pb n="779"/> τὸ πλῆθος τῶν χυμῶν, εὐθὺς ἂν ἐπὶ τῇ φλεβοτομίᾳ κατὰ <lb/>φύσιν
                            ἔσχεν. ὥστε ἀφαιρεῖν ἦν προσῆκον ἐν ἁπάσῃ κράσει <lb/>σώματος καὶ πάσῃ
                            χώρᾳ καὶ ὥρᾳ καὶ καταστάσει τοσοῦτον <lb/>τῶν χυμῶν ὅσον ὑπὲρ τὸ κατὰ
                            φύσιν ηὔξητο. ἐπεὶ <lb/>δ’ οὔτε τὴν ἔμφραξιν οὔτε τὴν σηπεδόνα δυνατόν
                            ἐστι <lb/>θεραπεῦσαι διὰ τῆς φλεβοτομίας, ἑτέρων δεομένας βοηθημάτων,
                            <lb/>ὡς ἔμπροσθεν ἐδείκνυμεν, ἀποθέσθαι χρή τι τοῦ <lb/>αἵματος εἰς τὸν
                            τῆς θεραπείας χρόνον, ὅπως μήποτ’ ἀνάγκη <lb/>καταλάβῃ τις ἡμᾶς ἀκαίρως
                            τρέφειν. ὅσον μὲν γὰρ ἐπὶ <lb/>τοιούτῳ πυρετῷ θρεπτέον οὐδ’ ὅλως ἐστίν.
                            ἐδείχθη γάρ <lb/>σοι καὶ πρόσθεν ὁ ἀπὸ τῆς δυνάμεως σκοπὸς μόνος,
                            ἐνδεικνύμενος <lb/>τὴν τροφήν· ὅσον δ’ ἐπὶ τῷ κεκενῶσθαι τὸ <lb/>σῶμα
                            δεήσει τρέφειν. ὥστ’ ἀναγκαῖον ἔσται δυοῖν θάτερον, <lb/>ἢ τρέφοντα τὸν
                            πυρετὸν αὐξάνειν, ἢ μὴ τρέφοντα καταλύειν <lb/>τὴν δύναμιν. ἄμεινον οὖν,
                            ὡς εἴρηται, καταλιπεῖν τι τοῦ <lb/>αἵματος, οἰκείαν τροφὴν τοῖς τοῦ ζώου
                            μορίοις· αὐτὸν δ’ <lb/>ἀρκεσθῆναι προσφοραῖς ὀλιγίσταις ῥοφημάτων καὶ
                            ποτῶν, <pb n="780"/> ὧν ὡς φαρμάκων μᾶλλον ἢ τροφῶν χρῄζομεν. ἐδείχθη
                            γάρ <lb/>σοι καὶ περὶ τοῦδε πρόσθεν, ὅθεν οὐ χρὴ μηκύνειν ἔτι <lb/>περὶ
                            αὐτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ἀλλὰ καὶ περὶ καταπλασμάτων τε καὶ περὶ <lb/>τῆς τῶν ὑποχονδρίων
                            αἰονήσεως λεκτέον. ὁ μὲν γὰρ πολὺς <lb/>ὅμιλος <milestone unit="ed2page" n="263"/>τῶν ἰατρῶν ἕν τι καὶ τοῦτο τῶν ἐκ τοῦ νόμου <lb/>τῆς
                            ἀμεθόδου θεραπείας ἔθετο. καὶ πάντας ὥσπερ τρέφουσι <lb/>μετὰ τὴν
                            διάτριτον, οὕτω καὶ προκαταντλοῦσιν ἐλαίῳ, κᾄπειτα <lb/>μίαν
                            ὑπερβαλόντες αὖθις τρέφουσι προκαταπλάττοντες, <lb/>εἰ δέ που γαστὴρ
                            ἐπισχεθείη, καὶ κλύζοντες· ὥστε τό γε <lb/>κατὰ τούτους ὥρᾳ μιᾷ δύνασθαι
                            μαθεῖν τινα τέχνην διαιτητικήν. <lb/>οὐ μὴν ὦδ’ ἔχει τἀληθές. ἀλλ’ ὅλης
                            οὔσης μεγάλης <lb/>τῆς τέχνης ἕν τι τῶν μερῶν αὐτῆς οὐ τὸ φαυλότατόν
                            ἐστιν <lb/>ἐπιστήμη διαίτης, ἥτις ἐκ τούτων μάλιστα συμπληροῦται τῶν
                            <lb/>βοηθημάτων, τροφῶν καὶ πομάτων ἐπιβροχῶν τε καὶ καταπλασμάτων
                            <lb/>καὶ κλυστήρων. ἡ γάρ τοι φλεβοτομία κατὰ τὴν <lb/>ἀρχὴν καὶ αὐτὴ
                            μόνη πρὸς τῶν αὐτῶν ἰατρῶν παραληφθεῖσα <lb/>τὴν ἐφεξῆς ἅπασαν ἴασιν τοῦ
                            νοσοῦντος ἐπιτρέπει τῇ διαίτῃ. <pb n="781"/> μιᾶς οὖν ὥρας, ὡς ἔφην,
                            ἐστὶν ἡ μάθησις τῆς διαίτης αὐτῶν. <lb/>εἰ δ’ ὁ μανθάνων εἴη συνετὸς
                            οὐδὲ ταύτης ὅλης, ἀλλ’ ὀλιγοστοῦ <lb/>μέρους αὐτῆς, ἐν ᾧ τούτων τῶν νῦν
                            λεχθησομένων <lb/>ἀκοῦσαι δυνατόν ἐστιν. ἅπαντας τοὺς πυρέττοντας ἐν
                            ἀρχῇ <lb/>μὲν φλεβοτομήσεις, ἐὰν ἰσχυροὶ τὴν δύναμιν ὦσι· καταντλήσας
                            <lb/>δ’ ἐλαίῳ μετὰ τὴν διάτριτον, ἤτοι μελικράτῳ μετὰ <lb/>χόνδρου
                            θρέψεις ἢ ῥοφήματι. κᾄπειθ’ ἑξῆς τρέφε παρὰ μίαν, <lb/>ἀρτομέλιτι
                            προκαταπλάττων. εἰ δ’ ἐπισχεθείη ποτὲ ἡ γαστὴρ, <lb/>ὑπάγειν αὐτὴν
                            κλυστῆρι. τὴν μὲν οὖν ἐκείνων διαιτητικὴν <lb/>τέχνην ἤδη σύμπασαν
                            ἀκήκοας ἐν τοῖσδε τοῖς ῥήμασιν, οὐκ <lb/>ἐν ἓξ μησὶν, ἀλλ’ ἐν ἓξ
                            στίχοις. τὴν δ’ ὄντως διαιτητικὴν <lb/>ἑξῆς ἄκουσον. θερμαίνειν
                            ὑποχόνδρια καταπλάσμασιν ἢ αἰονήσεσιν <lb/>οὐ διὰ παντὸς ἀσφαλὲς, ἀλλ’
                            ἐπ’ ἐκείνων μόνων τῶν <lb/>ἀῤῥώστων, ἐφ’ ὧν οὐκέτ’ ἀλᾶται περιττὸν ἐν
                            ὅλῳ τῷ σώματι. <lb/>τοῖς δ’ ἄλλοις ἅπασι κακὸν ἔσχατον. ἐάν τε γὰρ ᾖ
                            <lb/>πλῆθος ὁποτερονοῦν, εἴτε τὸ πρὸς τὴν δύναμιν εἴτε πρὸς <lb/>τὴν
                            εὐρυχωρίαν τῶν ἀγγείων, ἐάν τε περιττώματα μοχθηρὰ <lb/>κατά τι μόριον
                            ἓν ἢ καὶ πλείω, ταῦθ’ ἕλκεται πάντα πρὸς <pb n="782"/> τὸ θερμαινόμενον.
                            ἐθεάσω γοῦν οὐκ ὀλιγάκις ἀφλέγμαντα <lb/>τελέως ὑποχόνδρια κατὰ τέσσαρας
                            ἡμέρας ἀρχομένων αἰονᾷν <lb/>αὐτὰ τῶν ἀγελαίων ἰατρῶν φλεγμήναντα, αὐτὸ
                            τοῦτό σοι <lb/>δείξαντος ἐμοῦ καὶ κελεύσαντος ἀκριβῶς προσέχειν τὸν νοῦν
                            <lb/>τῇ μελλούσῃ γενήσεσθαι φλεγμονῇ. ἐφ’ ὧν καὶ μάλιστα ἔγνως
                            <lb/>πηλίκον ἐστὶ κακὸν ἄλογος τριβή. διὰ παντὸς γὰρ αὐτοὶ γεννῶντες
                            <lb/>τὰς φλεγμονὰς ἐξ ὧν πράττουσιν οὐ γινώσκουσιν, <lb/>ἀλλ’ ἀεὶ τοῖς
                            αὐτοῖς ἁμαρτήμασι περιπίπτουσιν, ὥσπερ Ἱπποκράτης <lb/>ἔλεγε, τοὺς ἔνθεν
                            τε καὶ ἔνθεν ἐπιδοῦντας τὰ μεθ’ <lb/>ἕλκους κατάγματα. καὶ γὰρ κᾀκεῖνοι
                            φλεγμονὰς ἐργαζόμενοι <lb/>κατὰ τὸ ἕλκος ὅμως οὐκ ἐπαύοντα, νομίζοντες
                            οὐ τὴν ἐπίδεσιν <lb/>αἰτίαν ὑπάρχειν, ἀλλ’ ἄλλην τινὰ ἀποτυχίαν. πῶς δ’
                            ἂν <lb/>καὶ μετέβησαν ἐφ’ ἕτερον ἰάσεως τρόπον οἱ τὴν ἄλογον
                            πρεσβεύοντες <lb/>τριβὴν, ἀφ’ ὧν αὐτοί τε διὰ παντὸς εἰθίσθησαν
                            <lb/>οὕτω πράττειν, τούς τε διδασκάλους ἐθεάσαντο πρὸ αὐτῶν; <lb/>οὐδὲν
                            γὰρ οὐδ’ ἐπιχειρεῖν ἀξιοῦσιν οἱ τοιοῦτοι δι’ ἐνδείξεως <lb/>λαμβάνειν,
                            ἀρκούμενοι μόνῃ τῇ πείρᾳ. ἀλλ’ Ἱπποκράτης ἀπὸ <pb n="783"/> τῆς τοῦ
                            πράγματος ὁρμηθεὶς φύσεως ἐξεῦρε τρόπον ἰάσεως <lb/>ἐπιτήδειον. οὗ
                            λοιπὸν εἰς πεῖραν ἐλθόντος ἐγνώθη πόσον ὁ <lb/>πρότερος ἐσφάλλετο. καὶ
                            τοίνυν εἴ τις ἐθελήσειεν ἐπὶ τῶν <lb/>τοιούτων διαθέσεων ἀποστὰς
                            καταπλασμάτων τε καὶ τῆς δι’ <lb/>ἐλαίου καταντλήσεως, ἐπὶ <milestone unit="ed1page" n="159"/>τὴν ἐκ τοῦ λόγου διδασκομένην <lb/>ἀφικέσθαι
                            θεραπείαν, οὐ χαλεπῶς ἂν οὐδ’ αὐτὸς τῇ <lb/>πείρᾳ κρίνειε πηλίκον
                            ἁμαρτάνουσιν οἱ οὕτω θεραπεύοντες <lb/>τά τε πληθωρικὰ καὶ τὰ μὴ καθαρὰ
                            σώματα. συμβαίνει δ’ <lb/>ἐν τοῖς τοιούτοις νοσή<milestone unit="ed2page" n="264"/>μασι τοὺς πλουσίους μᾶλλον τῶν <lb/>πενήτων
                            κακῶς θεραπεύεσθαι. ἀμφότερα γὰρ ἐπ’ αὐτῶν <lb/>ἁμαρτάνεται διὰ τὴν
                            τρυφὴν οὐκ ὀλιγάκις, ἥ τε τῆς φλεβοτομίας <lb/>ἔνδεια καὶ ἡ περιττοτέρα
                            δῆθεν ἐπιμέλεια τῶν ἰατρῶν, <lb/>ὡς καθ’ ἑκάστην τι πράττειν ἡμέραν ἐπὶ
                            τῷ τοῦ κάμνοντος <lb/>σώματι. κατ’ ἀρχὰς μὲν οὖν ὑπὸ τρυφῆς οὐκ
                            ἀνέχονται τῆς <lb/>φλεβοτομίας οἱ πλείους αὐτῶν, καίτοι μᾶλλον τῶν
                            πενήτων <lb/>ἁλισκομένοι ταῖς πληθωρικαῖς διαθέσεσιν, ὡς ἂν καὶ μᾶλλον
                            <lb/>ἐμπιπλάμενοι καὶ βιοῦντες ἀργότερον. οἱ θεραπεύοντες δ’ <lb/>αὐτοὺς
                            ἰατροὶ, διότι παραλέλειπται μέγιστον βοήθημα τῇ διὰ ﻿<pb n="784"/> τῶν
                            ἄλλων χρήσει νομίζουσιν ἀναπληρώσειν ὁπόσον ἐνδεῖ. <lb/>καὶ μέντοι καὶ
                            οἱ κάμνοντες, οἰόμενοι τὴν μὲν ἐφ’ ἡσυχίας <lb/>δίαιταν ἀμέλειαν εἶναι,
                            τὸ δ’ ὁτιοῦν πράττειν ἐπιμέλειαν, <lb/>ἐπαναγκάζουσιν αὐτοὺς ἑκάστης
                            ἡμέρας προσφέρειν τι τοῖς <lb/>ὑποχονδρίοις· βουλομένοις δὲ δήπου καὶ
                            τοῖς ἰατροῖς ἔτι τοῦτο <lb/>πρὸς τὸ δοκεῖν ἐνεργεῖν τι διαπαντὸς,
                            ἐντεῦθεν γὰρ ἐλπίζουσι <lb/>καὶ τὸν μισθὸν πλείω λήψεσθαι. συμβαίνει
                            τοιγαροῦν ἐν <lb/>ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ τὰς φλεγμονὰς ἄρχεσθαι τοῖς πλουσίοις,
                            ἐν <lb/>ᾧ πλησίον ἤδη τῆς λύσεώς ἐστιν ἐπὶ τῶν πενήτων τὸ νόσημα.
                            <lb/>φλεβοτομηθέντες γὰρ ἐν ἀρχῇ κατὰ τοὺς προκειμένους ἐν τῷ <lb/>λόγῳ
                            πυρετοὺς οὐ μόνον οἱ πένητες, ἀλλὰ καὶ οἱ δοῦλοι τῶν <lb/>πλουσίων, οἱ
                            πλεῖστοι μὲν ἐν τῇ πέμπτῃ τῶν ἡμερῶν ἐκρίθησαν, <lb/>ἔνιοι δὲ ἐς τὴν
                            ἑβδόμην ἀφίκοντο, ποῤῥωτέρω δ’ οὐδείς. <lb/>ἀλλ’ οἵ γε πλούσιοι τὸ μὲν
                            πλῆθος καὶ τὰ περιττώματα πλείω <lb/>τῶν πενήτων καὶ δούλων ἔχοντες,
                            παραλιπόντες δὲ τὸ τῆς <lb/>φλεβοτομίας βοήθημα, κᾄπειτα καθ’ ἑκάστην
                            ἡμέραν αἰονώμενοί <lb/>τε δι’ ἐλαίου θερμοῦ καὶ καταπλαττόμενοι τοῖς
                            χαλαστικοῖς <lb/>καταπλάσμασι φλεγμονήν τινα συνισταμένην ἴσχουσιν,
                            <lb/>ἤτοι περὶ τὸ ἧπαρ ἢ τὴν κοιλίαν ἤ τι τῶν ἄλλων τῶν τῇδε <pb n="785"/> σπλάγχνων, ἔνιοι μὲν ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν ἡμερῶν, ἔνιοι δ’ ἐν <lb/>τῇ
                            πέμπτῃ, πάντες δ’ οὖν ἐν τῇ ἕκτῃ. οἶσθα δὲ δήπου καὶ <lb/>τὸν ἐν αὐτῷ τῷ
                            καταντλεῖσθαι δυσπνοήσαντα, τοῦ περιττοῦ <lb/>παντὸς ἐπὶ τὰς φρένας
                            ἑλχθέντος ὑπὸ τῆς θερμασίας. οὗτός <lb/>τε οὖν ἀπέθανε καὶ ἄλλοι μυρίοι
                            καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀποθνήσκουσιν, <lb/>ὥσπερ σικύας τοῦ καταπλάσματος
                            ἕλκοντος <lb/>ἐπὶ τὰ σπλάγχνα τὰ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα περιττά. τινὲς δ’
                            <lb/>ἀμέλει καὶ αὐτῇ τῇ σικύᾳ κατ’ αὐτῶν ἐχρήσαντο, τοῦθ’ <lb/>ἓν μόνον
                            ἐννοοῦντες κᾀκεῖνοι, τὸ φαίνεσθαί τι πράττοντες <lb/>ἀεὶ περὶ τὸν
                            κάμνοντα. κάλλιστον μὲν οὖν, ὡς εἴρηται, <lb/>φλέβα τέμνειν οὐ μόνον ἐν
                            τοῖς συνόχοις πυρετοῖς, ἀλλὰ <lb/>καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι τοῖς ἐπὶ σήψει
                            χυμῶν, ὅταν γε ἤτοι <lb/>τὰ τῆς ἡλικίας ἢ τὰ τῆς δυνάμεως μὴ κωλύῃ.
                            κουφισθεῖσα <lb/>γὰρ ἡ διοικοῦσα τὰ σώματα ἡμῶν φύσις, ἀποθεμένη τε
                            <lb/>τὸ βαρῦνον αὐτὴν οἷόν πέρ τι φορτίον, ἐπικρατήσει τοῦ <lb/>λοιποῦ
                            ῥᾳδίως. ὥστε καὶ πέψει τὸ πεφθῆναι δυνάμενον, <lb/>ἐκκρινεῖ τε τὸ
                            δυνάμενον ἐκκριθῆναι ἀναμνησθεῖσα τῶν <lb/>οἰκείων ἐνεργειῶν. ἡ γὰρ τῶν
                            μέσων τοῦ σώματος, ὡς <lb/>οὗτοι καλοῦσι, πρόνοια μέγιστον μὲν κακὸν ἐπὶ
                            τῶν <pb n="786"/> μὴ φλεβοτομηθέντων ἐστὶν, οὐ μέγιστον δὲ ἐπὶ τῶν
                            φλεβοτομηθέντων. <lb/>ἀλλ’ ὅμως κᾀπὶ τούτων τι βλάπτειν πέφυκεν <lb/>ἐν
                            τοῖς συνόχοις πυρετοῖς· διακαιόμενα γὰρ ὑπὸ τοῦ πλήθους <lb/>τῆς θέρμης
                            τὰ σπλάγχνα προσέτι διακαίεται καὶ ἐξοπτᾶται. <lb/>μόνοι τοιγαροῦν
                            ἐκεῖνοι δεήσονται προνοίας τοιαύτης, οἷς <lb/>ἡ σῆψις ἐν ἑνὶ συνέστη
                            μορίῳ, προφλεβοτομηθέντες δηλονότι <lb/>καὶ οὗτοι. ποιησόμεθα δ’ αὐτῶν
                            τὴν πρόνοιαν οὐχ ὁμοίως <lb/>τοῖς ἐκ τῆς τριόδου τούτοις ἰατροῖς, εὐθέως
                            ἔξ ἀρχῆς χαλῶντες, <lb/>ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον ἐπὶ τῶν πλείστων
                            ἐργαζόμενοι. τὰ <lb/>μὲν γὰρ χαλαστικὰ τῶν βοηθημάτων ὥσπερ γε διαφορεῖ
                            <lb/>τὸ περιεχόμενον ἐν τοῖς μέλεσιν, οὕτως ἐπισπᾶται πλέον <lb/>ἀντ’
                            αὐτοῦ, κατ’ ἀρχὰς προσαγόμενα. φερομένων γὰρ ἔτι <lb/>τῶν ῥευμάτων ἐπὶ
                            τὸ πεπονθὸς, ἀποκρούεσθαι βέλτιόν ἐστι <lb/>καὶ <milestone unit="ed2page" n="265"/>ἀναστέλλειν, οὐχ ἕλκειν ἐπ’ αὐτά. τὰ δ’
                            ἀποκρουστικὰ <lb/>καλούμενα, μετέχοντα δηλονότι τῆς στυπτικῆς δυνάμεως,
                            <lb/>ἐπιτήδεια πρὸς τὰς ἀρχάς ἐστιν, ἅμα μὲν ἐντιθέντα <lb/>τόνον τοῖς
                            πάσχουσι μορίοις, ὡς μὴ ῥᾳδίως ὑποδέχοιντο τὰ <lb/>ἐπιῤῥέοντα τῶν
                            περιττωμάτων, ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς <pb n="787"/> ἤδη περιεχομένων
                            ἀντεκθλίβοντα τὸ λεπτότατον. εἰ δ’ ἥ τε <lb/>φορὰ παύσαιτο διὰ τῶν
                            τοιούτων βοηθημάτων, ἥ τ’ ἐκ τῆς <lb/>στύψεως ἐγγενομένη πύκνωσις τοῖς
                            πεπονθόσι κατέχοι τὰ <lb/>παχύτερα, καιρὸς ἤδη χαλᾷν ὑπὲρ τοῦ κενῶσαι τὰ
                            περιεχόμενα. <lb/>μάλιστα δ’ ὅταν εἰς ἧπαρ ἢ γαστέρα κατασκήπτῃ τὰ
                            <lb/>περιττὰ τοῖς στύφουσι χρῆσθαι· κύριά τε γὰρ ἱκανῶς τὰ <lb/>μόρια
                            καὶ πάντως ἐργάζεσθαι τὸ σφέτερον ἔργον ἀναγκαῖα <lb/>κᾀν ταῖς νόσοις.
                            ἐστὶ δὲ οὐ σμικρὸν αὐτῶν τὸ ἔργον, οἷόν <lb/>περ ἑκάστου τῶν ἄλλων, ἃ
                            μόνον ἐκεῖνο κατεργάζεσθαι πέφυκεν <lb/>ὑφ’ οὗ θρέψεται· ἀλλ’ οὕτως εἰς
                            μέγα τῷ ζώῳ διαφέρειν, <lb/>ὡς εἰ μήτε κατὰ γαστέρα πεφθείη καλῶς ἡ
                            τροφὴ μήθ’ <lb/>αἱματωθείη κατὰ τὸ ἧπαρ, οἷόν περ ἐν λιμῷ πάσχομεν
                            ἀπορίᾳ <lb/>βρωμάτων ἀσιτεῖν ἀναγκαζόμενοι, τοιοῦτόν τι καὶ νῦν
                            <lb/>συμβήσεται πᾶσι τοῖς τοῦ ζώου μορίοις· οὐ γὰρ ἐκ τῶν καταποθέντων,
                            <lb/>ἀλλ’ ἐκ τῶν κατεργασθέντων ἐν τοῖς εἰρημένοις <lb/>σπλάγχνοις ἡ
                            χορηγία τῆς τροφῆς ἐστιν ὅλῳ τῷ σώματι. διὰ <lb/>ταῦτα μὲν δὴ
                            περιττότερον ἢ τὰ ἄλλα μόρια γαστήρ τε <lb/>καὶ ἧπαρ τῶν στυφόντων
                            χρῄζουσιν. ἀμέλει κᾀπειδὰν καιρὸς <pb n="788"/> ᾖ διαφορεῖν τὰ
                            στηριχθέντα, καὶ τότε δεῖται στύφεσθαι τὰ <lb/>μέτρια· τὸ γὰρ ἔξ
                            ἐπιμέτρου περὶ τὰ ἄλλα μόρια κατ’ ἀρχὰς <lb/>αὐτοῖς προστιθέμενον τῆς
                            στύψεως ἀεὶ φυλάττεσθαι χρὴ, <lb/>μενούσης γε τῆς ἐνδειξαμένης αὐτὸ
                            χρείας· ἡ χρεία δ’ ἐστὶν, <lb/>ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν εἴπομεν, ἡ κατεργασία
                            τῆς τροφῆς. <lb/>ἐὰν οὖν ἀτονήσαντα μὴ πέψῃ καλῶς, οὐ μόνον οὐδὲν ὄφελος
                            <lb/>ἔσται τῶν καταποθέντων σιτίων, ἀλλ’ ἐπὶ ταῖς διαφθοραῖς <lb/>αὐτῶν
                            πολλάκις ἐρεθισθείσης τῆς γαστρὸς, συναπέρχεταί <lb/>τι καὶ τῶν
                            προϋπαρχόντων. ὥστε διχόθεν ἤδη τὴν <lb/>βλάβην γίνεσθαι τῷ παντὶ
                            σώματι, μήθ’ ὑπὸ τῶν σιτίων <lb/>τραφέντι καὶ τῆς οἰκείας παρασκευῆς τι
                            προσαπολλύντι. καὶ <lb/>χωρὶς δὲ τῶν εἰρημένων αἱ πέψεις τῶν σιτίων, ἄν
                            τε καθ’ <lb/>ἧπαρ ἀτυχήσωσιν, ἄν τε κατὰ γαστέρα, τοὺς πυρετοὺς
                            αὐξάνουσι <lb/>καὶ δριμυτέρους ἐργάζονται τῇ κακοχυμίᾳ. διὰ τοῦτο
                            <lb/>τοίνυν πολλὴν χρὴ πεποιῆσθαι πρόνοιαν ἐν ἅπασι πυρετοῖς <lb/>πέψεως
                            σιτίων. καὶ διὰ ταύτην τοῦ τόνου τῶν πεπτικῶν <lb/>ὀργάνων οὐ σμικρὰ
                            φροντιστέον. ἔνιοι δ’, ὥς φησιν <lb/>Ἱπποκράτης, οὐ σμικρὰ κερδαίνουσιν
                            ὅτι ἀγνοοῦσιν. οἴονται ﻿<pb n="789"/> γοῦν ἥπατος φλεγμονὴν ἰᾶσθαι
                            χαλαστικοῖς βοηθήμασιν, ἐξ <lb/>ὧν ἐν τῇ διαγνώσει σφάλλονται, δόξαν
                            ἑαυτοῖς ποριζόμενοι· <lb/>φαίνεται γὰρ <milestone unit="ed1page" n="160"/>ἐνίοτε τοῦ καθήκοντος εἰς ὑποχόνδρια <lb/>μυὸς ἐκ τῶν πλευρῶν τοῦ
                            θώρακος ἡ περιγραφὴ παραπλησία <lb/>τῷ ἥπατι. θαυμαστὸν δ’ οὐδὲν, οἶμαι,
                            τοὺς μήτ’ <lb/>ἄλλο μηδὲν ἐν τῇ τέχνῃ καλῶς ἐκμαθόντας μήτ’ ἀσκηθέντας
                            <lb/>ἐν διαγνώσεσι πεπονθότων μορίων τὰ τοιαῦτα <lb/>κερδαίνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ἐκείνους μὲν οὖν ἐατέον, ἡμεῖς δὲ κᾂν <lb/>ἐλαχίστην ποθ’ ὑπόνοιαν σχῶμεν
                            ἥπατος ἢ γαστρὸς κακοπραγούντων, <lb/>εὐθέως ἀψίνθιον ἐλαίῳ
                            προσαφεψήσαντες αἰονήσο<milestone unit="ed2page" n="266"/>μεν <lb/>τὰ
                            μόρια. διττὴν δὲ ἅπαντος ἀψινθίου ποιότητα <lb/>καὶ δύναμιν ἔχοντος, ὡς
                            κᾀν τοῖς περὶ φαρμάκων <lb/>εἴρηται, κατὰ μὲν τὸ Ποντικὸν ἡ στύφουσα
                            ποιότης ἐστὶν <lb/>οὐκ ὀλίγη, τοῖς δ’ ἄλλοις ἅπασιν ἡ μὲν πικρὰ ποιότης
                            <lb/>ὑπάρχει σφοδροτάτη· στύψεως δ’ ἤτοι παντάπασιν ἀμυδρᾶς <lb/>ἢ καὶ
                            οὐδ’ ὅλως ἂν αἴσθοιο γενόμενος αὐτῶν. ταῦτά τοι τὸ <lb/>Ποντικὸν
                            ἀψίνθιον αἱρεῖσθαι βέλτιόν ἐστιν εἰς τὰς ἥπατος <pb n="790"/> καὶ
                            γαστρὸς φλεγμονάς· ἔστι δ’ αὐτοῦ καὶ τὸ φύλλον καὶ <lb/>τὸ ἄνθος πολὺ
                            σμικρότερον ἢ τῶν ἄλλων ἀψινθίων, καὶ ἡ <lb/>ὀσμὴ τούτῳ μὲν οὐχ ὅπως
                            ἀηδὴς, ἀλλά τι καὶ τῶν ἀρωμάτων <lb/>ἐμφαίνουσα· τοῖς δ’ ἄλλοις δυσώδης
                            ἅπασι· φεύγειν <lb/>μὲν οὖν ἐκεῖνα προσήκει, χρῆσθαι δ’ ἀεὶ τῷ Ποντικῷ.
                            καὶ <lb/>τῶν ἄλλων δέ τι φαρμάκων ἐμβαλὼν εἰς τοὔλαιον, οἷς ἐπιμέμικται
                            <lb/>τῇ πικρᾷ ποιότητι δύναμις στυπτικὴ, κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον
                            χρήσῃ. δέδεικται γὰρ ἐν τοῖς περὶ φαρμάκων <lb/>ἡ πικρὰ ποιότης
                            ποδηγοῦσα τὴν στύφουσαν. διὸ καὶ <lb/>κρεῖττόν ἐστι τὸ τοιοῦτον φάρμακον
                            ἅπαν τοῦ στύφοντος <lb/>μόνον. εἰ μὲν οὖν ἰσχυροτέραν ἐθέλοις ἐργάσασθαι
                            τὴν <lb/>στύψιν, ἔστω σοι καὶ τὸ ἔλαιον στῦφον, ὁποῖόν ἐστι τό τε
                            <lb/>Ἱσπάνον ὀνομαζόμενον, ὅσα τ’ ἄλλα σκευάζουσι μετὰ θαλλῶν
                            <lb/>ἐλαίας· ἢ οἷόν πέρ ἐστι τὸ καλούμενον ὀμφάκινον. εἰ δ’
                            <lb/>ἀσθενεστέρᾳ βούλοιο χρήσασθαι τῇ στύψει, τῶν ἄλλων <lb/>ἐλαίων τι
                            παρασκεύαζε καὶ μάλιστα τῶν λεπτομερῶν, οἷόν <lb/>πέρ ἐστι τὸ Σαβῖνον.
                            ἄριστον δὲ ἐν οἷς στύψεως ἰσχυροτέρας <pb n="791"/> ἐστὶ χρεία, τὸ
                            Ἱστρικὸν ἔλαιον, ὡς ἂν ἑκατέρας ἔχον <lb/>ἐν ἑαυτῷ τὰς ποιότητας,
                            στύφουσαν καὶ πικράν. ἀποροῦντι <lb/>δ’ ἀψινθίου μήλινον ἢ μαστίχινον ἢ
                            σχίνινον ἀρκέσει τὴν <lb/>πρώτην· εἰ δὲ μικρὸς ὁ πυρετὸς εἴη, καὶ τὸ διὰ
                            τῆς νάρδου <lb/>μύρον. ἔστω δὲ καὶ τοῦτ’ ἄριστον· οὐ σμικρὰ γὰρ ἡ
                            <lb/>διαφορὰ τοῦ τοιούτου πρὸς τὸ φαῦλον· ὃ γοῦν ἐν Νεαπόλει <lb/>τῆς
                            Ἰταλίας σκευάζουσιν, ὄνομα μόνον ἐστὶ μύρου <lb/>ναρδίνου,
                            παραβαλλόμενον τῷ κατὰ τὴν Ἀσίαν ἔμπροσθεν <lb/>μὲν ἐν Λαοδικείᾳ μόνῃ
                            σκευαζόμενον, νυνὶ δὲ ἐν πολλαῖς <lb/>ἤδη πόλεσιν. εἰ δ’ ἡ παρακμὴ τοῦ
                            πυρετοῦ, καθ’ ἣν δηλονότι <lb/>πράττεις τὰ τοιαῦτα, μὴ πάνυ τι πρᾳεῖα
                            γίγνοιτο, <lb/>φυλάττεσθαι μὲν τὴν νάρδον· ἄμεινον δὲ χρῆσθαι τηνικαῦτα
                            <lb/>τῷ μηλίνῳ· μὴ παρόντος δὲ τούτου, τῷ σχινίνῳ· <lb/>καὶ μετ’ αὐτὸ τῷ
                            μαστιχίνῳ. πάντων γὰρ τούτων τὸ νάρδινον <lb/>μύρον μᾶλλον θερμαίνει·
                            διὸ καὶ μικτέον αὐτῷ τῶν <lb/>ἄλλων ἀποροῦντι ῥοδίνου. ἡ δὲ τοῦ μυρσίνου
                            στύψις οὐκ <lb/>ἐπιτήδειος· ἔστι γὰρ τοῦτο παχυμερέστερον ἢ ὥστε διὰ
                            <lb/>βάθους ἰέναι. τὰ μὲν οὖν τοιαῦτα παραδείγματος ἕνεκα <pb n="792"/>
                            λέλεκται· πολὺ γὰρ αὐτῶν ἐκλέξῃ πλῆθος ἐκ τῶν περὶ φαρμάκων
                            <lb/>ὑπομνημάτων. ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ κατάπλασμα σύνθετον <lb/>ἐχέτω τὴν
                            δύναμιν ἔκ τε τῆς χαλαστικῆς λεπτομεροῦς <lb/>καὶ πικρᾶς καὶ στυφούσης.
                            ἐπικρατείτω δ’ ἐν αὐταῖς, <lb/>εἰ μὲν ἀποκρούεσθαί τε καὶ τόνον
                            ἐντιθέναι βουλοίμεθα, τὸ <lb/>στῦφον· εἰ δὲ τέμνειν καὶ διαῤῥύπτειν τὸ
                            πικρόν. εἰ δὲ <lb/>διαφορεῖν, τὰ λεπτομερῆ τῶν χαλώντων· τὰ γὰρ παχυμερῆ
                            <lb/>τοῖς ἐκπυήσουσιν ἐδείχθη χρηστά. διωρισμένων δ’ ἐν τοῖς <lb/>περὶ
                            φαρμάκων ὑπομνήμασι τῶν τε μόνην ἐχόντων ἤτοι <lb/>τὴν στύφουσαν ἢ τὴν
                            πικρὰν ποιότητα τῶν τε συναμφοτέρας, <lb/>ἄριστον μὲν οὖν ἀεὶ αἱρεῖσθαι
                            τὰ συναμφοτέρας <lb/>ἔχοντα· μὴ παρόντων δὲ τούτων, αὐτὸν μιγνύναι τὰ
                            πικρὰ <lb/>τοῖς στύφουσιν, ὥσπερ ἐθεάσω ποθ’ ἡμᾶς κατάπλασμα
                            <lb/>συντιθέντας ἥπατος φλεγμαίνοντος ἐκ τῶν παρόντων. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="267"/>ἦν μὲν γὰρ ἰατρὸς ὁ κάμνων·
                            ἐθεασάμεθα δ’ αὐτὸν ἤδη <lb/>λύχνων ἡμμένων, ὡς μηδὲν ἔτι δύνασθαι
                            πρίασθαι παρὰ <lb/>τῶν καπηλευόντων τὰ τοιαῦτα. παρακμὴν οὖν εὑρόντες
                            <lb/>ἀξιόλογον, ἐσπεύσαμεν ὅτι τάχιστα χρήσασθαι τῷ καιρῷ <pb n="793"/>
                            καὶ μάλισθ’ ὅτι τὴν ὕποπτον ὥραν προσεδοκῶμεν ἀρχὴν <lb/>οἴσειν ἑτέρου
                            παροξυσμοῦ περὶ τὰς τῶν ἀλεκτρυόνων ᾠδάς. <lb/>ἀφεψήσαντες οὖν ἐλαίῳ μὲν
                            ἀψίνθιον, ἐν ὕδατι δὲ κυδώνιον <lb/>μῆλον. ἐν ᾧ ταῦθ’ ἥψετο, μυροβαλάνου
                            πίεσμα καὶ ἴρεως <lb/>τὴν ῥίζαν εὑρόντες ἔνδον καὶ κόψαντες καὶ
                            διαττήσαντες, <lb/>εἶτ’ ἐμβαλόντες λέβητι τοῦ τ’ ἐλαίου καὶ τοῦ ὕδατος,
                            ὧνπερ <lb/>ἐσκευάκειμεν, ἀφεψήσαντές τε μετρίως ἐπενεβάλλομεν ἅμα
                            <lb/>κηρῷ βραχεῖ τὴν μυροβάλανον καὶ τὴν ἴριν. ἕψομεν δ’, ὡς <lb/>οἶσθα,
                            τὸ μῆλον οὐ δι’ ὕδατος μόνον, ἀλλὰ καὶ δι’ οἴνου <lb/>πολλάκις αὐστηροῦ·
                            καὶ μίγνυμεν ἐνίοτε καὶ αὐτῆς τι τοῦ <lb/>μήλου τῆς σαρκὸς ἅπασι τοῖς
                            τοιούτοις καταπλάσμασιν. ὅταν <lb/>μὲν γὰρ τό τε ἐπιῤῥέον εἴη πλέον,
                            ἀτονώτερον τε τὸ μόριον, <lb/>αὐξάνομεν, ὡς οἶσθα, τὴν στύψιν· ὅταν δὲ
                            τό θ’ ὅλον σῶμα <lb/>κενὸν, οὐκ ἄῤῥωστόν τε τὸ μόριον, ἐπιῤῥέῃ τε μηδὲν
                            ἔτι, βραχύτατον <lb/>ἔστω τὸ στῦφον, ἀξιολογώτερον δὲ αὐτοῦ τὸ
                            χαλαστικὸν <lb/>καὶ πρὸς τούτοις τό τε πικρὸν καὶ τὸ δριμὺ κατὰ τὴν
                            <lb/>τῶν ἐπεμβαλλομένων ὕλην. εἰ δὲ καὶ μικρὸς ὁ πυρετὸς εἴη, καὶ ﻿<pb n="794"/> ἡ φλεγμονὴ μὴ πάνυ θερμὴ καὶ ἀσιτίαν ὁ κάμνων ἐνεγκεῖν
                            <lb/>δυνάμενος, αὐξανέσθω σοι τὸ διαφορητικὸν εἶδος τῆς θεραπείας,
                            <lb/>ἐκλυομένου τοῦ στυπτικοῦ. οὐ γὰρ δὴ τὴν φλεγμονὴν <lb/>δυνατὸν
                            ὠφελῆσαι τοῖς στύφουσιν, ἡνίκα μήτ’ ἐπιῤῥέῃ <lb/>μηδὲν, ἐστήρικταί τε
                            δυσλύτως ἐν τῷ πάσχοντι παχυμερὴς <lb/>χυμὸς, ἀλλ’, ὡς εἴρηται,
                            βραδύνειν αἱρούμεθα μᾶλλον ἐν τῇ <lb/>θεραπείᾳ μιγνύντες τι τῶν
                            στυφόντων ὑπὲρ τοῦ φυλάξαι <lb/>τῶν μορίων τὸν τόνον. ὅθεν οὔτ’ ἐπὶ
                            κώλου πάσχοντος ἢ <lb/>τῶν ἄλλων ἐντέρων τινὸς οὔτε τῶν καθ’ ὑποχόνδρια
                            μυῶν <lb/>ἢ περιτοναίου μικτέον τὰ στύφοντα· καθάπερ οὐδὲ κύστεως <lb/>ἢ
                            μήτρας, ὅταν γ’, ὡς εἴρηται, μήτ’ ἐπιῤῥέῃ μηδὲν ἔτι <lb/>μήτε πλῆθος ἢ
                            περιττώματα πολλὰ καθ’ ὅλον ὑπάρχῃ τὸ <lb/>σῶμα. νεφροὶ δὲ καὶ θώραξ ἐν
                            μέσῳ τῶν εἰρημένων εἰσίν· <lb/>ὅσον γὰρ ἀπολείπονται γαστρὸς καὶ ἥπατος,
                            τοσοῦτον τῶν <lb/>ἄλλων πλεονεκτοῦνται· ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ ἥπατος ἢ τῆς
                            γαστρὸς <lb/>ἐκλυθῆναι τὸν τόνον ὀλεθριώτατον, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων
                            <lb/>ἀκινδυνότατον. ἐπὶ τούτων δὲ κινδυνῶδες μὲν, οὐ μὴν ἐκείνοις <pb n="795"/> γ’ ὁμοίως· πλὴν εἴ ποτε πῦον ἐκκαθαίρειν δέοι,
                            περιεχόμενον <lb/>ἐν θώρακι καὶ πνεύμονι. περὶ δὲ τοῦ σπληνὸς οὐχ
                            <lb/>ἁπλῶς ἀποφήνασθαι δυνατὸν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ διορίσασθαι <lb/>τήν τε
                            φύσιν ὅλου τοῦ σώματος καὶ τὴν ἐν τῷ τῆς θεραπείας <lb/>χρόνῳ διάθεσιν.
                            εἰ μὲν γὰρ ἤτοι φύσει τῶν ἀθροιζόντων <lb/>εἴη περίττωμα μελαγχολικὸν ὁ
                            κάμνων ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν <lb/>χρόνον ὁ τοιοῦτος ἐν αὐτῷ πλεονάζοι
                            χυμὸς, ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν ἐν τῇ θεραπείᾳ τοῦ σπληνὸς ἐπιπλέκεσθαι τοῖς
                            ἄλλοις <lb/>τὰ στύφοντα, χάριν τοῦ φυλάττεσθαι τοῦ σπλάγχνου τὸν
                            <lb/>τόνον. οὕτω γὰρ ἕλξει τε πρὸς ἑαυτὸν τὰ περιττώματα, καὶ
                            <lb/>καθάρας τὸ σῶμα, πάλιν αὐτὰ ἐκκρινεῖ διὰ τῆς γαστρὸς, ὡς <lb/>ἐν
                            τοῖς φυσικοῖς περὶ τούτων <milestone unit="ed1page" n="161"/>ἐπιδέδεικται λόγοις. εἰ δὲ <lb/>μηδὲν οὐδ’ ὅλως ᾖ περίττωμα
                            μελαγχολικὸν ἢ οὐδ’ ὅλως στυπτέον <lb/>ἢ ὡς ἥκιστα. προσέχειν δ’ ἀκριβῶς
                            τὸν νοῦν οὐ κατὰ <lb/>τὸν σπλῆνα μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ σύμπαντα τἄλλα
                            μόρια, <lb/>καθ’ ἃ σήπεται χυμὸς, ὁποῖον μέν τοι τῶν συμπτωμάτων
                            <lb/>ἐστὶ τὸ ἰσχυρότατον, ὁποῖον τὸ δεύτερον ἢ τὸ τρίτον, ἵν’ ἐξ
                            <lb/>αὐτῶν τὴν διάθεσιν ἀκριβῶς ἐξευρὼν, οἰκείαν αὐτῇ καὶ τὴν <pb n="796"/> θεραπείαν ἁρμόσῃς. <milestone unit="ed2page" n="268"/>ἐνίοτε μὲν γὰρ ἡ θέρμη κρατεῖ <lb/>κατὰ τὸ πεπονθὸς, ἐνίοτε δ’ ὄγκος,
                            ἤτοι διὰ τὸ πλῆθος τοῦ <lb/>χυμοῦ σκληρὸς ἢ διὰ τὸ πάχος. εἰ μὲν οὖν ἡ
                            θέρμη κρατοίη, <lb/>πειρᾶσθαι διαφορεῖν ἀτρέμα, διὰ τῶν χλιαρὰν ἐχόντων
                            θερμασίαν, <lb/>οἷόν ἐστι τό τε λινόσπερμον καὶ τὸ χαμαίμηλον·
                            ἐπιμιγνύναι <lb/>δ’ αὐτοῖς ἄλευρον ἐκ κριθῶν ἢ κυάμων· οὐδέτερον
                            <lb/>γὰρ αὐτῶν θερμαίνει. πολλάκις δ’, ὡς οἶσθα, τὸ καλούμενον <lb/>ὑπὸ
                            τῶν ἰατρῶν ἀρτόμελι παρασκευάζοντες εἰς κατάπλασμα <lb/>τοιαύτης
                            φλεγμονῆς ὕδατος ἐπεμίξαμεν. ἐπὶ δὲ <lb/>σπληνὸς ἔστιν ὅτε καὶ ὄξους. εἰ
                            δ’ ἡ θέρμη τοῦ φλεγμαίνοντος <lb/>μορίου μὴ πολὺ τοῦ κατὰ φύσιν
                            ἐξεστήκοι, μέγεθος <lb/>δ’ ἀξιόλογον εἴη, διαφορεῖν θαῤῥούντως χωρὶς
                            ὕδατος ἐπιμιγνύντα <lb/>τοῖς εἰρημένοις καὶ τῆλιν. εἰ δ’ οἷον σκιῤῥώδης
                            <lb/>τις φλεγμονὴ τύχοι, διὰ τὸ πάχος ἢ τὴν γλισχρότητα τῶν <lb/>ἐν αὐτῇ
                            χυμῶν, ὄξους τε ἅμα καὶ τῶν πικρῶν μικτέον φαρμάκων <lb/>καὶ μάλιστ’ ἐπὶ
                            σπληνός. τὸ γάρ τοι σπλάγχνον <lb/>τοῦτο, διὰ τὸ παχὺν ἐπισπᾶσθαι χυμὸν
                            ἐξ ἥπατος, ὑπὸ τοῦ <lb/>τοιούτου καὶ νοσεῖ τὰ πολλά. διὰ τοῦτ’ οὖν αὐτὸ
                            τά τε δι’ <pb n="797"/> ὀξυμέλιτος καὶ ἀψινθίου καὶ καππάρεως ἐπιτήδεια
                            καταπλάσματα. <lb/>ταῦτ’ οὖν ἀγνοοῦντες οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν,
                            <lb/>ἅπαντας αἰονῶσιν ἐλαίῳ καὶ καταπλάττουσι τοῖς χαλαστικοῖς
                            <lb/>καταπλάσμασι, πρὶν κενῶσαι τὸ σῶμα, πάντων δ’, ὡς εἴρηται,
                            <lb/>μάλιστα τοὺς πλουσίους, οἷς οὐ μόνον εἰς τὰ τοιαῦτα
                            <lb/>ὑπηρετοῦσιν, ἀλλὰ καὶ λούεσθαι συγχωροῦσιν. ἐγὼ δ’ οὔτε
                            <lb/>λούσαιμ’ ἂν οὐδένα τῶν ἐπὶ σηπεδόνι χυμῶν πυρεττόντων <lb/>οὔτε
                            χαλαστικοῖς χρήσομαι καταπλάσμασι, πρὶν κενῶσαι τὰ <lb/>περιττά. κενώσας
                            δὲ καὶ λούοιμ’ ἂν ἤδη θαῤῥῶν καὶ καταπλάττοιμι, <lb/>τὰ μὲν ἄλλα μόρια
                            τοῖς χαλαστικοῖς, ἧπαρ δὲ καὶ <lb/>γαστέρα μετὰ τοῦ τὰ μέτρια στύφειν.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Ἧττον δὲ ἐπὶ θώρακος τοῖς στύφουσι <lb/>χρηστέον, ἀποκρούεται γὰρ εἰς
                            πνεύμονα καὶ καρδίαν ἐνίοτε <lb/>τὰ τοιαῦτα τοὺς τὴν φλεγμονὴν
                            ἐργαζομένους χυμούς. ἀλλὰ <lb/>διὰ τῶν ἐδεσμάτων αὐτοῖς φυλακτέον τὸν
                            τόνον· οὐ γὰρ <lb/>ὥσπερ ἐπὶ γαστρὸς καὶ ἥπατος, οὕτω καὶ ἐνθάδε
                            λεπτότατα <lb/>διαιτᾷν ἀναγκαῖον. ἐν ἐκείνοις μὲν γὰρ ἡ τροφὴ πέττεται
                            καὶ <pb n="798"/> κίνδυνός ἐστι φλεγμαινόντων αὐτῶν μήτε πεφθῆναι καλῶς
                            <lb/>αὐξηθῆναί τε τὰς φλεγμονάς· εἰς θώρακα δὲ τοσοῦτον ἀφικνεῖται
                            <lb/>τῶν πεφθέντων ὅσον ἱκανὸν αὐτῷ μόνῳ τῷ τρεφομένῳ <lb/>μορίῳ. πολὺ
                            δὲ δὴ μᾶλλον ἐπὶ πνεύμονος φλεγμαίνοντος <lb/>ἀφεκτέον ἐστὶ τῶν
                            στυφόντων, ὅπου γε καὶ τοῖς χαλαστικοῖς <lb/>μικτέον, ἐπ’ αὐτῶν τῶν
                            δριμυτέρων τι καὶ σαφῶς <lb/>θερμαινόντων· ἕλκειν γὰρ ἔξω μᾶλλον ἢ
                            ἀποκρούεσθαι <lb/>προσήκει. διὸ καὶ αἱ σικύαι προκενωθέντων χρήσιμοι,
                            πληθωρικῶν <lb/>δὲ ὑπαρχόντων οὐ μᾶλλον ἐκ πνεύμονος εἰς θώρακα
                            <lb/>μεθιστᾶσί τι τῶν περιττωμάτων ἢ ἐξ ὅλου τοῦ σώματος <lb/>ἕλκουσιν
                            εἰς ἀμφότερα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Τῷ δὲ αὐτῷ λόγῳ κᾀπὶ τῶν κατὰ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον καὶ τὰς μήνιγγας
                            φλεγμονῶν οὐ χρησόμεθα σικύαις <lb/>ἐν ἀρχῇ <milestone unit="ed2page" n="269"/>τῶν παθῶν· ἀλλ’ ὅταν μήτ’ ἐπιῤῥέῃ <lb/>μηδὲν ἔτι καὶ
                            προκενώσωμεν ὅλον τὸ σῶμα, κατὰ τὴν ἀρχὴν <lb/>δὲ κᾀνθάδε τοῖς
                            ἀποκρουστικοῖς ὀνομαζομένοις χρηστέον. <lb/>ἐπεὶ δὲ τῶν ὀστῶν τοῦ
                            κρανίου μέσων κειμένων τὴν δύναμιν ﻿<pb n="799"/> αὐτῶν ἐξικέσθαι
                            βουλοίμεθα πρὸς τὸ βάθος, ἐπιμίξομεν τοῖς <lb/>ἀποκρουστικοῖς
                            ὀνομαζομένοις τῶν ποδηγεῖν τι δυναμένων, <lb/>τουτέστι τῶν λεπτομερῶν
                            κατὰ τὴν οὐσίαν. ὄξος μὲν οὖν οὐ <lb/>μόνον ἐστὶ λεπτομερὲς, ἀλλὰ καὶ
                            αὐτῆς τῆς ἀποκρουστικῆς <lb/>δυνάμεως οὐ μετρίως μετείληφεν. ὅθεν
                            εἰκότως ἐν ἀρχῇ τῶν <lb/>παθῶν αὐτῷ χρῶνται, τῷ ῥοδίνῳ μιγνύντες. ἐπὶ
                            προήκοντι <lb/>δὲ τῷ χρόνῳ καὶ σπονδυλίου καὶ ἑρπύλλου μιγνύουσιν, ἤδη
                            <lb/>τι καὶ θερμαῖνον ἐχόντων, οὐ μόνον λεπτομερές· ἐν ᾧ καιρῷ <lb/>χρὴ
                            μεταβαίνειν ἐπὶ τὰ διαπέττοντά τε καὶ διαφοροῦντα <lb/>πλέον, ἢ κατὰ τὴν
                            χρείαν τῶν φλεγμαινόντων αἱρούμενον <lb/>ἑκάτερον, ὡς ἂν ἐκλυομένης
                            αὐτῶν τῆς δυνάμεως ἐν τῷ μεταξὺ <lb/>τεταγμένων ὀστῶν. οὕτως οὖν καὶ τῷ
                            καστορείῳ χρώμεθα, <lb/>καίτοι γ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων οὐ χρώμενοι φλεγμονῶν,
                            οὐδ’ <lb/>ἢν ἐν ἐσχάτῳ τῆς παρακμῆς ὦσι· θερμότερον γάρ ἐστιν ἢ ὡς
                            <lb/>ἐν ταῖς φλεγμοναῖς ἐπιτήδειον εἶναι. τοῖς μέντοι κατὰ τὸν
                            <lb/>ἐγκέφαλον χωρίοις ἄριστον ἐν ταῖς παρακμαῖς τῶν φλεγμονῶν, <lb/>ὡς
                            ἂν οὐκ εὐθέως αὐτοῖς προσπῖπτον, ἀλλὰ διὰ μέσων <lb/>τῶν ὀστῶν. ὑπάρχει
                            δὲ τῷ τοιούτῳ φαρμάκῳ καὶ τὸ λεπτομερὲς <pb n="800"/> τῆς οὐσίας, ὃ καὶ
                            αὐτὸ τοῖς διὰ προβλημάτων στεγανῶν <lb/>διαπέμψειν μέλλουσι τὴν ἑαυτῶν
                            δύναμιν ἐπιτήδειόν <lb/>ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Οἶσθα δὲ δήπου καὶ τοὺς ἑκάστου τῶν <lb/>μορίων οἰκείους πόρους εἰς τὴν
                            τῶν περιττωμάτων ἔκκρισιν <lb/>εὔρους ἡμᾶς παρασκευάζοντας· ἐντέρῳ μὲν
                            καὶ γαστρὶ καὶ <lb/>μεσαραίῳ καὶ τοῖς σιμοῖς τοῦ ἥπατος τὸν δι’
                            ἀπευθυσμένον· <lb/>νεφροῖς δὲ καὶ κύστει καὶ τοῖς κυρτοῖς τοῦ ἥπατος καὶ
                            κοίλῃ <lb/>φλεβὶ καὶ ἀρτηρίᾳ τῇ μεγάλῃ καὶ πᾶσι τοῖς κατ’ ὀσφὺν <lb/>τὸν
                            τοῖς οὔροις ἀνακείμενον· πνεύμονι δὲ καὶ θώρακι τὸν <lb/>διὰ τραχείας
                            ἀρτηρίας καὶ φάρυγγος· ἐγκεφάλῳ δὲ καὶ μήνιγξι <lb/>τὸν δι’ ὑπερώας καὶ
                            ῥινός. ἡ δ’ εὔροια τοῖς μὲν δι’ <lb/>ἕδρας ἐκκριθήσεσθαι μέλλουσιν ὑπό
                            τε μελικράτου γενήσεται <lb/>καὶ τῶν ἐδεσμάτων ὅσα λαπάττει τὴν γαστέρα,
                            καὶ <lb/>φαρμάκων ὅσα μετρίως ἐρεθίζειν πέφυκε· φυλάττεσθαι γὰρ <lb/>χρὴ
                            τὰ δριμύτερα, παροξύνοντα τὰς φλεγμονάς. ἐπὶ δὲ γαστρὸς <lb/>καὶ ἥπατος
                            καὶ σπληνὸς φλεγμαινόντων, οὐδὲ τὸ μελίκρατον <lb/>ἀγαθόν· ἐκχολοῦται
                            γὰρ αὐτίκα καὶ τὰς φλεγμονὰς <pb n="801"/> αὐξάνει τῶν σπλάγχνων. τοῖς
                            δὲ διουρητικοῖς ὀνομαζομένοις <lb/>φαρμάκοις ἐπ’ οὖρα προτρέψεις τὴν
                            περιουσίαν· ὥσπερ γε <lb/>καὶ τοῖς βηχικοῖς τὰ κατὰ θώρακα καὶ πνεύμονα
                            διὰ βηχῶν <lb/>ἐκκενώσεις· ἔμαθες δ’ ἐν τοῖς περὶ φαρμάκων τὰς ὕλας
                            ἑκάστων <lb/>οὐ μόνον τῶν εἰρημένων, ἀλλὰ καὶ ὅσα διὰ ῥινῶν <lb/>ἐκκενοῖ
                            τὰ κατ’ ἐγκέφαλόν τε καὶ μήνιγγας περιττά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Καὶ γὰρ καὶ τούτων ἁπάντων ἐν ἐκείνοις <lb/>τοῖς ὑπομνήμασι τὴν ὕλην
                            ἄφθονον ἔχεις. ὥστ’ ἀρκεῖ πρός <lb/>γε τὰ <milestone unit="ed2page" n="270"/>παρόντα περὶ τῆς τῶν φλεγμαινόντων μορίων <lb/>διαφορᾶς ὅσα
                            λέλεκταί μοι. μελλήσω γὰρ ἐπὶ πλέον ἐρεῖν <lb/>ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τῇ μεθόδῳ
                            τῆς θεραπείας ἁπάντων τῶν παρὰ <lb/>φύσιν ὄγκων· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ νῦν ὡς
                            ἔργον τι καὶ σπούδασμα <lb/>μετεχειρισάμην τόνδε τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐν
                            παρέργῳ διῆλθον, ὡς <lb/>ἐξ ἀκολουθίας τινὸς ἐμπεσὼν αὐτῷ. προὔκειτο γὰρ
                            οὐχ ὡς <lb/>ἄν τις ἄριστα θεραπεύσειεν ἓν ἕκαστον τῶν μορίων φλεγμαῖνον
                            <lb/>ὑποθέσθαί σοι κατὰ τὸν ἐνεστῶτα λόγον, ἀλλ’ ἐνδείξασθαι <lb/>τὴν
                            βλάβην τῶν καταπλαττομένων ἐν πυρετοῖς ἄνευ τοῦ κενωθῆναι <pb n="802"/>
                            τὸ σύμπαν σῶμα καὶ μάλισθ’ ὅταν μὴ φλεγμαίνῃ τι <lb/>τῶν ἔνδον· εἰ γὰρ
                            εἴη τὸ περιέ<milestone unit="ed1page" n="162"/>χον θερμὸν ὡς κεχύσθαι
                            <lb/>τὰς ὕλας ἱκανῶς, μείζων ἡ βλάβη τοῖς τοιούτοις ἕπεται καταπλάσμασιν
                            <lb/>ἤπερ τοῖς λουτροῖς. καίτοι δοκοῦσί γε οἱ καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν
                            αἰονῶντές τε καὶ καταπλάττοντες τὰ ὑποχόνδρια <lb/>ἐκ τούτων μὲν οὐχ
                            ὅπως βλάβην, ἀλλὰ καὶ μεγάλην <lb/>ὠφέλειαν γίγνεσθαι τοῖς νοσοῦσιν, ἐκ
                            λουτρῶν δ’ οὐκ ὠφέλειαν <lb/>γίγνεσθαι, ἀλλὰ καὶ μεγίστην βλάβην,
                            ἀγνοοῦντες ὥσπερ <lb/>τῶν ἄλλων ἁπάντων ὧν περὶ τὸν κάμνοντα πράττουσιν,
                            οὕτω <lb/>καὶ τῶν βαλανείων τὴν φύσιν. ἐγὼ δὲ περὶ μὲν ὅλης αὐτῶν
                            <lb/>τῆς δυνάμεως ἔμπροσθεν εἴρηκα τελεώτατα, νυνὶ δ’ <lb/>ἀρκεῖ μοι τό
                            γε τοσοῦτον εἰπεῖν, ὡς ἐπὶ τινῶν μὲν οὔ τι <lb/>βλάψει τὸ βαλανεῖον
                            ὅλως, ἐπὶ τινῶν δὲ τοῦ καταπλάσματος <lb/>ἧττον. ὃ γὰρ ἐν τοῖς
                            ὑποχονδρίοις ἐργάζεται τὰ χαλαστικὰ <lb/>πρὸς αὐτῶν ὀνομαζόμενα
                            βοηθήματα, τοῦτ’ ἐν ὅλῳ τῷ σώματι <lb/>τὸ βαλανεῖον. ὥσθ’ ὅταν ἐν τῇ
                            παρακμῇ παραλαμβάνηται, <lb/>διαπνεομένου τοῦ σώματος ἤδη μετρίως, οὐ
                            σμικρὸν <lb/>ὄφελος ἐργάζεται, κενῶσαν ἅπαντ’ ἔξ αὐτοῦ τὰ λιγνυώδη καὶ
                                <pb n="803"/> καπνώδη περιττώματα. καὶ εἴ γε μηδὲν εἴη τῶν σπλάγχνων
                            <lb/>ἀσθενὲς, ὀνήσει τὸν κάμνοντα, χωρὶς τοῦ φρῖξαι τότε γενόμενον.
                            <lb/>τρεῖς γὰρ ἔχειν δεῖ τούτους σκοποὺς ἐπὶ τῶν ἐν ἅπασι <lb/>πυρετοῖς
                            λουτρῶν· ἕνα μὲν εἰ χωρὶς τοῦ φρῖξαι γένοιτο, δεύτερον <lb/>δ’ εἰ μηδὲν
                            τῶν κυρίων μορίων ἀσθενὲς ὑπάρχοι, καὶ <lb/>τρίτον εἰ μὴ πλῆθος ὠμῶν εἴη
                            χυμῶν κατὰ τὰς πρώτας φλέβας. <lb/>ἡ μὲν γὰρ φρίκη λέλεκται πρόσθεν ὅπως
                            οὐ μόνον αὐξάνειν <lb/>τοὺς ὄντας ἤδη πυρετοὺς, ἀλλὰ καὶ γεννᾷν ἐνίοτε
                            πέφυκε <lb/>τοὺς οὐκ ὄντας· ἡ δ’ ἀσθένεια τῶν μορίων χυθέντας τοὺς
                            <lb/>χυμοὺς ὑποδέχεται μᾶλλον ἢ πρὶν χυθῆναι· τὸ δὲ τῶν ὠμῶν <lb/>χυμῶν
                            πλῆθος εἰς ὅλον ἀναδίδοται τὸ σῶμα. μηδενὸς δὲ <lb/>τούτων ἐμποδίζοντος
                            ἐπὶ τῶν βαλανείων δύο ἂν ταῦτα κερδαίνοιτο <lb/>τῷ κάμνοντι, κενωθῆναί
                            τι τῆς περιουσίας τῶν χυμῶν <lb/>καὶ διαπνεῦσαι τὸ πολὺ τῆς τοῦ πυρετοῦ
                            θερμότητος. <lb/>εἰ δὲ πρὸς τῷ μηδὲν ἀσθενὲς εἶναι τῶν κυρίων μορίων,
                            ἔτι <lb/>καὶ τῶν ἀκύρων ἀσθενὲς ὑπάρχει τι, καθάπερ ἐπὶ μὲν τῶν
                            <lb/>ποδαγρικῶν οἱ πόδες, ἐπὶ δὲ τῶν ἀρθριτικῶν ἅπαντα τὰ <lb/>τοῦ
                            σώματος ἄρθρα, μεγίστη τις ἂν ἐκ τοῦ βαλανείου τῷ ﻿<pb n="804"/>
                            κάμνοντι πρὸς τὴν σωτηρίαν ἀπεργασθείη μοῖρα, δεξαμένων <lb/>τὰ περιττὰ
                            τῶν ἀσθενῶν. εἴωθε μὲν γὰρ ἐνίοτε καὶ χωρὶς <lb/>τῶν βαλανείων ἐπιῤῥεῖν
                            τοῖς ἀσθενέσι τὸ περιττόν· ἐπὶ βαλανείοις <lb/>δὲ μᾶλλον, ὡς ἂν καὶ τῶν
                            ὑγρῶν χεομένων καὶ τῶν <lb/>ὁδῶν αὐτοῖς παρασκευαζομένων εἰς εὔροιαν·
                            ἄμφω γὰρ ταῦτα <lb/>θερμαινομένοις μετρίως ἀναγκαῖον ἐπακολουθεῖν. λέγω
                            δὲ <lb/>τήν τε χύσιν τῶν ὑγρῶν καὶ τὴν εὐρυχωρίαν τῶν ὁδῶν. ὅθεν
                            <lb/>ὅταν ἧπαρ, ἢ γαστὴρ, ἢ πνεύμων, ἢ θώραξ, ἤ τι τῶν οὕτω <lb/>κυρίων
                            ἀσθενὲς τύχῃ, μέγιστα βλάπτονται λουσάμενοι πάντες <lb/>οἷς ἂν ᾖ τι
                            περιττὸν ἐν τῷ σώματι· τοῖς δ’ αὐτοῖς τούτοις <lb/>καταπλασθεῖσιν ἡ
                            βλάβη γίγνεται διπλασία μετὰ τοῦ <lb/>μηδὲν ὀνίνασθαι. <milestone unit="ed2page" n="271"/>τὰ μὲν γὰρ βαλανεῖα καὶ κενοῖ τὸ <lb/>σύμπαν
                            σῶμα καὶ τὸ καπνῶδες ἅμα τῷ λιγνυώδει διαφορεῖ, <lb/>τὰ δ’ εἰρημένα
                            καταπλάσματα τὰ χαλαστικὰ μετὰ τῶν ὁμοίων <lb/>αἰονήσεων οὔτε τι τῶν
                            ἀγαθῶν ἔχει καὶ πάνθ’ ἕλκει τὰ <lb/>περιττὰ πρὸς τὸ τῶν μορίων
                            ἀσθενέστερον, ὅ τί περ ἂν ᾖ <lb/>τοῦτο τῶν κατὰ τὰ μέσα τοῦ σώματος,
                            εἴτ’ οὖν ἧπαρ, εἴτε <lb/>γαστὴρ, εἴτε φρένες, εἴτε μεσάραιον ἢ νῆστις ἢ
                            κῶλον ἢ νεφροί. <pb n="805"/> εἰ δ’ ἐπιμελέστεροι βουλόμεθα φαίνεσθαι
                            καὶ τὸν θώρακα <lb/>συνθερμαίνοιεν, ἤτοι γ’ εἰς αὐτὸν ἐκεῖνον ἕλξουσι τὸ
                            <lb/>περιττὸν ἢ εἰς τὴν καρδίαν ἢ εἰς τὸν πνεύμονα. λέγω δὲ ἀσθενὲς
                            <lb/>μόριον ἤτοι τὸ φύσει δυσκρατότατον, ἄλλῳ γὰρ ἄλλο <lb/>τοιοῦτον, ἢ
                            τὸ κατά τινα προηγησαμένην νόσον ἐν δυσκρασίᾳ <lb/>γενόμενον, ἢ κατὰ τὸν
                            ἐνεστῶτα χρόνον εἰς αὐτὴν ἠγμένον. οὐ <lb/>γὰρ ἁπάντων εὐθέως τῶν
                            φλεγμαινόντων μορίων ἢ σηπομένους <lb/>χυμοὺς περιεχόντων ἢ
                            ἐμπεφραγμένων ἡ δύναμις ἀῤῥωστεῖ· <lb/>θᾶττον μέντοι κᾀπὶ τούτων εἰς τὸ
                            πεπονθὸς φέρεται <lb/>τὸ περιττὸν, ὁπόσον ἂν ᾖ διὰ τὴν ἐκ τοῦ παθήματος
                            θέρμην· <lb/>ἡ γὰρ οἷον ἑστία τοῦ πυρετοῦ τὸ τὴν ἔμφραξιν ἢ τὴν
                            <lb/>σῆψιν ἢ τὴν φλεγμονὴν ἐκδεξάμενόν ἐστι μόριον. ὅταν οὖν
                            <lb/>ἕλκοντι διὰ θέρμην αὐτῷ προσέλθοι τις ἔξωθεν ἑτέρα πρόφασις,
                            <lb/>ἔκ τινος τῶν δυνάμει θερμαινόντων ἀναγκαῖον αὐξάνεσθαι <lb/>τὴν
                            διάθεσιν. εἰ δ’, ὡς εἴρηται, προκεκενωμένος ὅλον <lb/>τὸ σῶμα διὰ τῶν
                            χαλαστικῶν θεραπεύοιτο, χωρὶς τοῦ μέγιστον <lb/>εἶναι τὸν πυρετὸν
                            ὀνίναιτ’ ἄν τι. τηνικαῦτα δ’, ὡς <lb/>ἐλέχθη, καὶ λούοιτ’ ἂν ἀβλαβῶς.
                            χρὴ δὲ φυλάττεσθαι τὴν <pb n="806"/> ψυχρὰν δεξαμενὴν τοὺς τοιούτους·
                            εἰώθασι γὰρ οἵ τ’ ὠμοὶ <lb/>χυμοὶ καὶ οἱ σηπόμενοι δυσδιάπνευστοι
                            γίγνεσθαι χρονιζόντων <lb/>ἐν αὐτῇ. βλάπτει δ’ αὐτοὺς, κᾂν ἰσχυρῶς εἴη
                            τὸ ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν, ἐπειδὴ διαπνεῖσθαι τῶν οὕτω διακειμένων καὶ ὅλον
                            <lb/>μὲν τὸ σῶμα δεῖται, μάλιστα δὲ τὸ πεπονθός. ὥστε ἤτοι περιχέειν
                            <lb/>αὐτοῖς, ὡς εἰώθαμεν, ἐπιτήδειον ὕδωρ, ἢ εἰ μετρίως εἴη <lb/>τὸ κατὰ
                            τὴν κολυμβήθραν ψυχρὸν, ἐπιτρέψαντας ἐμβῆναι διὰ <lb/>ταχέων ἐξιέναι
                            κελεύειν. ἐπὶ δὲ προήκοντι τῷ νοσήματι, καθ’ <lb/>ὃν ἤδη καιρὸν
                            ἐκδεδαπάνηται μὲν τὰ περιττὰ, πέπτεται δὲ <lb/>τὰ ὠμὰ καὶ τὰ σηπόμενα,
                            καὶ καταπλάσμασι χαλῶσι καὶ βαλανείοις <lb/>ἀκίνδυνον χρῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>Καιρὸς δ’ ἐπιτηδειότατος ἐν τοῖς διαλείπουσι <lb/>πυρετοῖς ὅταν, ὡς
                            εἴρηται, διαπνεῖν ἄρξηται τὸ πυρετῶδες <lb/>θερμόν. εὐθὺς γὰρ τῇ τροφῇ
                            παρασκευάζει τὸ σῶμα, <lb/>δυοῖν τούτοιν σκοποῖν καὶ τοῦ ταύτης καιροῦ
                            δεομένου, τῆς <lb/>τ’ ἀκμῆς τοῦ προγεγονότος παροξυσμοῦ καὶ τῆς ἀρχῆς
                            τοῦ <lb/>γενησομένου. πρὸς τούτους γὰρ ἀποβλέποντας χρὴ πειρᾶσθαι
                            <lb/>ποῤῥωτάτω τρέφειν ἑκατέρου. εἰ μὲν οὖν ἱκανὸν εἴη τὸ <pb n="807"/>
                            ἐν μέσῳ τῆς τ’ ἀκμῆς τοῦ προτέρου παροξυσμοῦ καὶ τῆς <lb/>ἀρχῆς τοῦ
                            δευτέρου, ῥᾷστον ἐξευρεῖν τὸν καιρόν· εἰ δ’ ὀλίγον, <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστι
                            δυοῖν θάτερον, ἢ θερμὸν ἱκανῶς ἔτι τὸν κάμνοντα <lb/>τρέφειν ἢ μελλούσης
                            ὅσον οὔπω τῆς εἰσβολῆς γενέσθαι <lb/>τοῦ δευτέρου παροξυσμοῦ.
                            προγνωστικοῦ τοιγαροῦν ὁ <lb/>τοιοῦτος πυρετὸς δεῖται ἰατροῦ, δυναμένου
                            στοχάζεσθαι κατὰ <lb/>τὰς πρώτας εὐθέως ἡμέρας εἰς πόσον ἐκταθήσεται
                            χρόνον ὁ <lb/>πυρετός· δῆλον γὰρ ὅτι σύνοχος ὑπάρχων ὀξεῖαν ἔχει τὴν
                            <lb/>λύσιν. εἰ μὲν οὖν μὴ πόῤῥω τῆς ἑβδόμης ἡμέρας μέλλοι προέρχεσθαι,
                            <lb/>παντάπασιν ἀσιτητέον ἐστὶ τῷ νοσοῦντι στοχασαμένων <lb/>ἡμῶν εἰ ἡ
                            δύναμις ἐξαρκέσει. εἰ δ’ ἤτοι μέχρι τῆς ἐννάτης <lb/>ἢ ἑνδεκάτης
                                <milestone unit="ed2page" n="272"/>ἢ τεσσαρεσκαιδεκάτης ἐκτείνεσθαι
                            μέλλοι, ἢ <lb/>καὶ περὶ μὲν τὴν ἑβδόμην λύεσθαι, τὴν δύναμιν δ’
                            ἀσθενεστέραν <lb/>ἢ ὥστ’ ἐξαρκέσαι μέχρι τοσούτου χρόνου δόξειεν ἔχειν
                            <lb/>ὁ κάμνων, ἀναγκαῖον μὲν ἔσται τρέφειν, αἱρεῖσθαι δ’, ὡς ἐν
                            <lb/>ἀπόροις προσήκει, τὰ ἧττον βλαβερὰ διοριζόμενόν τε καὶ <lb/>ἧττον
                            ἀφορίζοντα τῶν μᾶλλον βλαπτόντων αὐτὰ τῷ τε <lb/>τόπῳ τῷ πεπονθότι σὺν
                            τῇ διαθέσει δηλονότι καὶ τῷ τοῦ <pb n="808"/> παροξυσμοῦ καὶ τῷ τῆς
                            ἀρχῆς καὶ τῷ τῆς ἀκμῆς ἤθει. φλεγμαίνοντος <lb/>μὲν γὰρ ἥπατος ἢ γαστρὸς
                            ὀλεθριώτατον θρέψαι <lb/>πρὸ τοῦ παροξυσμοῦ· χωρὶς δὲ φλεγμονῆς
                            ἀῤῥωστούντων τὴν <lb/>δύναμιν ὠφελιμώτατον. εἰώθασι <milestone unit="ed1page" n="163"/>γὰρ τῶν οὕτως ἐχόντων <lb/>ἐπὶ μὲν τῷ ἥπατι
                            κακοπραγοῦντι διαχωρήσεις τοῖς παροξυσμοῖς <lb/>συνεισβάλλειν, ἐπὶ δὲ τῷ
                            στόματι τῆς γαστρὸς <lb/>συγκοπήν. τοῖς δ’ εἰρημένοις ὀργάνοις τοῦ ζώου
                            τὸ ἀνάλογον <lb/>ἐπὶ τῶν ἄλλων σκοπεῖν κατά γε τὴν θέσιν καὶ τὴν ἀξίαν
                            τοῦ <lb/>μορίου· λεχθήσεται δὲ καὶ αὖθις ὑπὲρ αὐτῶν. ἦθος δ’ ἀκμῆς
                            <lb/>καὶ παροξυσμοῦ ἀρχῆς ἀξιῶ σε σκοπεῖσθαι προσέχοντα τὸν <lb/>νοῦν·
                            ἐπὶ μὲν τῆς ἀκμῆς, εἰ ξηρὰ καὶ αὐχμώδης ἄνευ μεγέθους <lb/>τῆς θέρμης
                            τῆς πυρεκτικῆς ἢ διακαὴς χωρὶς αὐχμοῦ· τὴν <lb/>μὲν γὰρ προτέραν ὅτι
                            τάχιστα χρὴ τέγγειν ὑγραινούσαις τροφαῖς· <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας
                            ἀναμένειν λωφῆσαι τὸ πλεῖστον <lb/>τῆς θερμότητος. οὕτω δὲ καὶ τῆς ἀρχῆς
                            τοῦ παροξυσμοῦ τὸ <lb/>ἦθος ἐν τῷ καταψύχειν τὰ τοῦ σώματος ἀκρωτήρια
                            καὶ πολλὴν <lb/>εἴσω ποιεῖσθαι μετάστασιν τοῦ αἵματος ἢ χωρὶς ἁπάσης
                            <lb/>γίγνεσθαι θλίψεως ἐπισκέψῃ. τῆς μὲν γὰρ δευτέρας εἰρημένης <pb n="809"/> τῆς ἀθλίπτου καταφρονεῖν ὡς ἐπιεικοῦς, ἐπὶ δὲ τῆς προτέρας
                            <lb/>διορίσασθαι. χωρὶς μὲν γὰρ φλεγμονῆς σπλάγχνου ἢ περιουσίας
                            <lb/>χυμῶν, ἐπικρατούσης τῆς εἰς τὸ βάθος κινήσεως, ἐν <lb/>τοῖς
                            παροξυσμοῖς οὐδὲν βλάψεις ὀλίγῳ θᾶττον τρέφων· εἰ δ’ <lb/>ἤτοι φλεγμονή
                            τις ἢ πλῆθος εἴη, φυλακτέον τὴν πρὸ τοῦ παροξυσμοῦ <lb/>τροφὴν ὡς
                            βλαβερώτατον. </p></div></div><pb n="810"/><div type="textpart" subtype="book" n="12"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Μ.</head><p>Οὔτε γένος οὔτε εἶδος οὔτε διαφορά τίς <lb/>ἐστι πυρετῶν, ὡς ἔνιοι
                            νομίζουσιν οἱ μετὰ συμπτωμάτων <lb/>συνιστάμενοι, ἀλλ’ ὥσπερ ἄλλο τι
                            ἄλλῳ νόσημά τε νοσήματι <lb/>καὶ σύμπτωμα συμπτώματι καθ’ ἕνα χρόνον
                            ἐπιπλέκεται <lb/>περὶ ἓν σῶμα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἅμα πυρετῷ
                            <lb/>γίγνεταί τινα μείζω συμπτώματα, περιττοτέρας προνοίας <lb/>δεόμενα.
                            τῶν μὲν γὰρ μικροτέρων ἐξ ἀνάγκης ἑπομένων <lb/>ταῖς γενέσεσι τῶν
                            πυρετῶν οὐδὲ μέμνηνται τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ <lb/>ὡς οὐδ’ ὅλως ὄντα
                            παραλείπουσιν ἀνώνυμα· τὰ δ’ ἤτοι <pb n="811"/> κατὰ τὸ σπάνιον
                            ἐπιγινόμενα τοῖς πυρέττουσιν ἢ τὸ σύνηθες <lb/>ὑπερβάλλοντα μέγεθος
                            ἐξαιρέτου παρὰ τἄλλα διδασκαλίας <lb/>ἀξιοῦσιν. εἰσὶ μὲν οὖν αὐτῶν αἱ
                            πρῶται διαφοραὶ τρεῖς. <lb/>ἤτοι γὰρ ἐν ταῖς τῶν ἐνεργειῶν βλάβαις εἰσὶν
                            ἢ ἐν ταῖς τῶν <lb/>ἐπεχομένων ἢ κενουμένων ἀμετρίαις, ἢ διαθέσεσι
                            σωμάτων <lb/>ὑπάρχουσι. οὐ γὰρ τὸ τέταρτον γένος ἐν συμπτώμασι θετέον,
                            <lb/>εἰ καὶ ὅτι μάλιστα πάμπολλοι καὶ τοῦτο τοῖς συμπτώμασιν
                            <lb/>ἔμιξαν, οἷον ἐρυσιπέλατα καὶ ὀφθαλμίας καὶ ἕλκη καὶ παρωτίδας,
                            <lb/>ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα. τῶν δ’ εἰρημένων τριῶν αἱ <lb/>μὲν τῶν
                            ἐνεργειῶν βλάβαι λυπηραὶ γενηθεῖσαι πρὸς ἑαυτὰς <lb/>ἐπιστρέφουσι τὸν
                            ἰατρὸν, ἀφίστασθαι τῶν διαθέσεων ἀναγκάζουσαι, <lb/>καθάπερ γε καὶ αἱ
                            τῶν ἐκκρινομένων ἢ ἐπεχομένων <lb/>ἀμετρίαι. τὸ δ’ ἐν ταῖς διαθέσεσι
                            γένος τῶν συμπτωμάτων <lb/>σημεῖον μέν ἐστιν ἑτέρας διαθέσεως, ἣν χρὴ
                            θεραπεύειν, <lb/>αὐτὸ δ’ οὐδεμίαν ἐξαίρετον ἴασιν ἔχει, παυόμενον
                            <lb/>ἅμα τῇ ποιούσῃ διαθέσει. καθόλου μὲν οὖν εἰπεῖν οὐδὲν <lb/>τῶν
                            συμπτωμάτων ᾗ σύμπτωμά ἐστιν οὔτ’ ἐνδείκνυται θεραπείαν <lb/>οὔθ’
                            ὑπαλλάττει πρώτως. ἐδείχθη γὰρ ἐκ τῶν νοσημάτων <pb n="812"/> ἡ ἔνδειξις
                            τῆς θεραπείας γινομένη, καθάπερ ἐκ τῶν <lb/>αἰτίων ἡ προφυλακή. λέλεκται
                            δὲ καὶ <milestone unit="ed2page" n="274"/>ὅπως ἡ προφυλακὴ <lb/>τῷ τῶν
                            ἰαμάτων μίγνυται γένει. κατὰ συμβεβηκὸς δέ <lb/>ποτε καὶ τὰ συμπτώματα
                            τὴν θεραπείαν ἐξαλλάττει, λόγον <lb/>αἰτίας ἔχοντα κατ’ ἐκεῖνον τὸν
                            χρόνον. ἓν δ’ αὐτῶν ἐστιν <lb/>ἁπάντων κεφάλαιον, ὅταν γ’ ὡς αἰτία τὴν
                            θεραπείαν ὑπαλλάττῃ· <lb/>λέγω δὲ τὸ ἓν τοῦτο τὴν βλάβην εἴτ’ οὖν τῆς
                            δυνάμεως <lb/>εἴτε τῆς διαθέσεως· ὡς ὅταν γε βλάπτῃ μηδὲν, οὐ διακόπτει
                            <lb/>τὴν ἴασιν. βλάπτει δὲ τὴν μὲν δύναμιν ἀγρυπνία καὶ <lb/>ὀδύνη καὶ
                            κένωσις ἄμετρος, τὴν διάθεσιν δ’ οὐκ ἀεὶ μὲν, ὡς <lb/>τὰ πολλὰ δὲ καὶ
                            μάλισθ’ ὅταν ἄμετρα γένηται. ἐπὶ τούτοις <lb/>οὖν μόνοις ἀναγκαζόμεθα
                            τὴν ἀγωγὴν τῆς θεραπείας, ἣν ἐξ <lb/>ἀρχῆς ἐνεστησάμεθα, μεταβαλόντες ἐν
                            τῷ παρόντι πρῶτον <lb/>ἐκκόψαι τὸ σύμπτωμα. καταλυομένης οὖν τῆς
                            δυνάμεως, οὐ <lb/>μὴν ἤδη γε ἰσχυρῶς καταλελυμένης, ἀλλ’ ἀντεχούσης ἔτι,
                            πρὸς <lb/>τὸ σύμπτωμα μόνον ἀποβλέπομεν, ὅτι τάχιστα σπεύδοντες
                            <lb/>ἀναιρεῖν αὐτό· καταλελυμένης δ’ ἰσχυρῶς οὐ μόνον τὸ σύμπτωμα
                            <lb/>παύειν, ἀλλὰ κᾀκείνην ῥωννύειν σπεύδομεν. εἰ δ’ ἑνὶ <pb n="813"/>
                            βοηθήματι καὶ τὸ σύμπτωμα παύεσθαι δύναιτο καὶ τὸ νόσημα
                            <lb/>θεραπεύεσθαι, τοῦτο οὐκ ἂν εἴη πρὸς σύμπτωμα βλέπειν ἢ
                            <lb/>συμπτώματος ἕνεκα βοήθημα παραλαμβάνειν, ἀλλ’ ἄντικρυς <lb/>ἡ
                            τοιαύτη πᾶσα τῶν βοηθημάτων ἰδέα νοσημάτων ἴασίς <lb/>ἐστιν. οὔτε γὰρ
                            ὅταν ἄλγημα πλευρᾶς ἐν πλευρίτιδι φλεβοτομήσαντες <lb/>ἢ καθάραντες
                            ἰασώμεθα, συμπτώματός ἐστιν ἡ <lb/>τοιαύτη θεραπεία, οὔθ’ ὅταν ἀπόστημα
                            διατεινόμενον καὶ <lb/>σφῦζον ὀδυνηρῶς διελόντες ἐκκρίνωμεν τὸ πῦον,
                            ἀλλ’ ὅταν <lb/>εἰ οὕτως ἔτυχεν ἐπὶ δυσεντερικαῖς ἐκκρίσεσι δακνούσαις
                            σφοδρῶς <lb/>ἤτοι τράγου χυλὸν ἐνίεμεν ἢ στέαρ αἴγειον ἢ ῥοδίνην
                            <lb/>κηρωτήν. ὑφ’ ὧν αὕτη μὲν ἡ τῶν ἐντέρων ἕλκωσις οὐ θεραπεύεται·
                            <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ἔχῃ τι σηπεδονῶδες· ἀναπαύεται <lb/>δ’ ἡ δύναμις
                            ἐν τῷ μεταξύ· καὶ τοῦτ’ ἐστὶ τὸ πρὸς τὸ σύμπτωμα <lb/>στῆναι, τοῦ
                            νοσήματος ἀμελήσαντας παρ’ ἐκεῖνον τὸν <lb/>καιρόν. ὡς ὅταν γε θαῤῥῶμεν
                            τῷ τόνῳ τῆς δυνάμεως, οὐδέποτε <lb/>πρὸς τὸ σύμπτωμα ἐνιστάμεθα,
                            τοὐναντίον δ’ ἅπαν <lb/>ἐνίοτε διὰ τῶν ὀδυνηρῶν βοηθημάτων τὰ νοσήματα
                            θεραπεύομεν, <lb/>ὥσπερ ἀμέλει τὴν δυσεντερίαν αὐτὴν δηκτικωτάτοις <pb n="814"/> φαρμάκοις τότε μάλιστα θεραπεύομεν, ὅταν ᾖ σφοδροτάτη.
                            <lb/>πεντηκοντούτης γοῦν ἰατρός τις νοσῶν, ἑβδόμην ἄγων ἐκείνην <lb/>τὴν
                            νύκτα, μὴ πάνυ τι τὴν δύναμιν ἰσχυρὸς, ἀλγήματος αὐτῷ <lb/>κεφαλῆς
                            ἰσχυροῦ γενομένου κατὰ τὸν δεξιὸν μάλιστα κρόταφον, <lb/>οὐκ ἀναμείνας
                            ἀφικέσθαι τινὰ τῶν ἑταίρων ἑαυτὸν <lb/>ἐφλεβοτόμησεν ἐν τῇ νυκτί. καὶ τὸ
                            μὲν ἄλγημα διὰ ταχέων <lb/>ἐπαύσατο, μέχρι μέντοι χρόνου πολλοῦ
                            κακόχρους καὶ ἄῤῥωστος <lb/>τὴν δύναμιν ἰσχνός τε καὶ ἄτροφος ἦν, ὡς
                            μόλις ἀναλαβεῖν <lb/>τὴν ἐξ ἀρχῆς ἕξιν. ἔστι δὲ κᾀνταῦθα πρόφασις διττὴ
                            <lb/>τῶν πρὸς ὀδύνην ἱσταμένων ἰατρῶν, ἐνίοτε μὲν ὑπὲρ τοῦ
                            <lb/>χαρίσασθαι τῇ μαλακίᾳ τῶν καμνόντων, ἐνίοτε δὲ κατὰ τὸν <lb/>τῆς
                            τέχνης λόγον. εἰ μὲν γὰρ ἐνὸν ἀντισχόντα ταῖς ὀδύναις <lb/>διὰ τῶν
                            ἰσχυρῶν βοηθημάτων ἡμέρᾳ μιᾷ θεραπευθῆναι, πρὸς <lb/>τὴν ὀδύνην ἵστατό
                            τις τῆς ὅλης θεραπείας ἀμελῶν, οὐ κατὰ <lb/>τὸν λόγον τῆς τέχνης, ἀλλὰ
                            τῷ κάμνοντι <milestone unit="ed1page" n="164"/>χαριζόμενος <lb/>οὕτω
                            πράττει. εἰ δὲ ὑπὸ τῆς ὀδύνης ἡ δύναμις καταλύοιτο <lb/>καὶ κίνδυνος
                            ἐφεδρεύοι διὰ τοῦτο, πραΰνειν μὲν χρὴ τὸ ἄλγημα, <lb/>ῥωννύναι δὲ τὴν
                            δύναμιν, ὅπως ἀντισχεῖν μὲν τῷ νοσήματι ﻿<pb n="815"/> δυνηθῇ, πρός τε
                            τὸν χρόνον ἐξαρκέσαι τῆς ἰάσεως. οἶδα <lb/>γὰρ ἐνίους τῶν γενναίων εἶναι
                            προσποιουμένων ἰατρῶν τε <lb/>καὶ καμνόντων ἀπολλυμένους δι’ αὐτὸ τοῦτο
                            τὸ καρτερῶς <lb/>τε καὶ ἀνδρείως ὁμόσε χωρεῖν ἀεὶ ταῖς ὀδύναις, οὐδὲν
                            τῶν <lb/>παρηγορικῶν ἑλομένους, ἀλλ’ ἐν τοῖς τραχέσι καὶ <milestone unit="ed2page" n="275"/>ὡς <lb/>ἔλεγον αὐτοὶ τὴν διάθεσιν
                            ἀνασκευάζουσι διαγιγνομένους <lb/>βοηθήμασιν, οὓς ἐν χρόνῳ πλείονι
                            θεραπεῦσαι βέλτιον ἦν ἢ <lb/>τοὺς σπεύδοντας ἀνδρείως ἀποθανεῖν. ἰώμενος
                            δέ τις, ὡς <lb/>αὐτὸς ἐνόμιζε, γενναίως δυσεντερικοὺς ἰσχυροτάτῳ φαρμάκῳ
                            <lb/>πολλοὺς μὲν ἐθεράπευσεν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ, τινὰς δὲ ἀπέκτεινεν. <lb/>ἦν
                            δὲ ὁ τρόπος αὐτοῦ τῆς θεραπείας τοιόσδε. κρόμμυα τὰ <lb/>κάρτα καλούμενα
                            μετὰ ἄρτου ἐδίδουν ἐσθίειν καὶ πίνειν ὀλίγον <lb/>ἡμέρᾳ μιᾷ· κατὰ τὴν
                            ὑστεραίαν ἕωθεν ἔκλυζεν ἅλμῃ <lb/>δριμυτάτῃ, καὶ μετ’ αὐτὴν ἐνίει
                            φάρμακον ἰσχυρόν. ὅσοι μὲν <lb/>οὖν ἀντισχεῖν ἠδυνήθησαν αὐτῷ τελέως
                            ὑγιάσθησαν, ἔνιοι <lb/>δὲ σπασθέντες ἢ μετὰ νοτίδος ὑπὸ τῆς ὀδύνης
                            συγκοπέντες <lb/>ἀπέθανον. ὅρος οὖν ἐπὶ καμνόντων τῷ κατὰ τὸν λόγον τῆς
                            <lb/>τέχνης ἀγωνιζομένῳ γενναίως πρὸς τὸ νόσημα τὸ τῆς ἰάσεως <pb n="816"/> ἀσφαλές· ὥσπερ γε καὶ τῷ πραΰνοντι τὰς ὀδύνας ἡ τῆς
                            <lb/>δυνάμεως φυλακή. τὸ δ’ ἐπέκεινα τῶνδε σκαιοῦ μὲν ἀνδρὸς <lb/>ἔργον
                            ἐστὶν, ἅμα τῷ νοσήματι καὶ τὴν ζωὴν ἀφελέσθαι τὸν <lb/>ἄνθρωπον· κόλακος
                            δὲ τὸ χαρίζεσθαι τῷ νοσοῦντι, σκοπὸν <lb/>ὧν πράττει θέμενον ἡδονὴν, οὐχ
                            ὑγείαν. ἐμπίπτουσι δ’ εἰς <lb/>τὰς τοιαύτας ὑπερβολὰς ἐν πολλαῖς μὲν καὶ
                            ἄλλαις ὕλαις <lb/>βοηθημάτων οἱ ἰατροὶ, μάλιστα δ’ ἐν τοῖς καλουμένοις
                            ἀνωδύνοις <lb/>φαρμάκοις, ὅσα δι’ ὀποῦ μήκωνος, ἢ ὑοσκυάμου σπέρματος,
                            <lb/>ἢ μανδραγόρου ῥίζης, ἢ στύρακος, ἤ τινος τοιούτου <lb/>συντιθέασιν.
                            οἵ τε γὰρ χαριζόμενοι τοῖς νοσοῦσι πλεονάζουσιν <lb/>ἐν τῇ χρήσει τῶν
                            τοιούτων φαρμάκων, οἵ τ’ ἀκαίρως <lb/>καὶ ἀμέτρως γενναῖοι μηδ’ ὅλως
                            χρώμενοι διαφθείρουσιν <lb/>ὀδύναις τοὺς κάμνοντας. ὥσπερ οὖν ἐν ἁπάσαις
                            ταῖς καθ’ <lb/>ὅλον τὸν βίον ἕξεσί τε καὶ πράξεσιν, οὕτω κᾀνταῦθα τὸ
                            μηδὲν <lb/>ἄγαν αἱρετέον, ὅρον ἔχοντα τὴν ὠφέλειαν τοῦ κάμνοντος.
                            <lb/>εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε εἴη τοῖς ἰωμένοις τὸ νόσημα βοηθήμασι
                            <lb/>χρώμενον ἀνύσαι τὸ δέον, ἀφίστασθαι χρὴ τῶν <pb n="817"/> καρωτικῶν
                            φαρμάκων, ἃ καλοῦσιν ἀνώδυνα. εἰ δὲ ὑπό τε <lb/>τῶν ἀγρυπνιῶν καὶ τοῦ
                            καταλύεσθαι τὴν δύναμιν εἰς κίνδυνον <lb/>ὁ κάμνων ἥκει θανάτου, τότ’ ἂν
                            ἐν καιρῷ χρήσαιο καὶ <lb/>τοῖς τοιούτοις φαρμάκοις, ἐπιστάμενος μὲν ὅτι
                            βλάψεις τι <lb/>τὴν ἕξιν τοῦ σώματος, αἱρετώτερον δὲ εἶναι νομίζων τοῦ
                            <lb/>θανάτου τὴν βλάβην. εἰ μὲν γὰρ μὴ πάνυ τις αὕτη μεγάλη
                            <lb/>γένοιτο, κᾂν ἐκκόψαιμεν αὖθις αὐτὴν ἐπὶ μακροτέρας σχολῆς· <lb/>εἰ
                            δ’ οὕτως ἄμετρος ὡς μηδ’ ἐν χρόνῳ πολλῷ τελέως ἰαθῆναι, <lb/>τοῦτο γοῦν
                            αὐτὸ βέλτιον εἶναι νομίζομεν ἢ ἀπολέσθαι <lb/>τὸν ἄνθρωπον· κατὰ τοῦτον
                            τὸν λογισμὸν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ, <lb/>καίτοι μάλιστα πάντων ἐξιστάμενοι
                            χρῆσθαι καρωτικοῖς φαρμάκοις, <lb/>ἔσθ’ ὅτε καὶ κωλικοῖς ἐδώκαμεν αὐτὰ
                            καὶ ὀφθαλμοὺς <lb/>ὀδυνωμένοις σφοδρότατα καὶ οὖς, ἕτερά τε μόρια κατὰ
                            τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον. ἔσθ’ ὅτε καὶ διὰ κατάῤῥουν λεπτὸν ἀγρυπνοῦντός
                            <lb/>τε καὶ βήττοντος ἰσχυρῶς τοῦ κάμνοντος ἐδώκαμεν <lb/>ὀλίγον τι τοῦ
                            τοιούτου φαρμάκου, ῥᾷστον εἶναι νομίζοντες <lb/>ἐπανορθώσασθαι τὴν
                            βλάβην τῷ χρόνῳ, εἴ τις ἅπαξ χρήσαιτο <lb/>καρωτικῷ φαρμάκῳ. διαφέρει δὲ
                            δήπου καὶ αὐτὰ τὰ φάρμακα <pb n="818"/> σφῶν αὐτῶν. τὰ μὲν γὰρ πλεῖστον
                            ἔχοντα τῶν καρούντων <lb/>εὐδοκιμεῖ μὲν ἐν τῷ παραυτίκα μᾶλλον, ἰσχυρὰν
                            δὲ καὶ <lb/>δύσλυτον ἐναποτίθεται τὴν ψύξιν τῷ τοῦ κάμνοντος σώματι·
                            <lb/>τὰ δ’ ἔλαττον μὲν τούτων ἔχοντα, τῶν μιγνυμένων δὲ αὐτοῖς
                            <lb/>θερμαντικῶν πλεῖστον, ὅσον ἀπρακτότερα πρὸς τὸ παρὸν <lb/>ὑπάρχει,
                            τοσοῦτον ἀβλαβέστερα πρὸς τὸ μέλλον. ἅπαντα δ’ <lb/>ἀμείνω τὰ τοιαῦτα
                            μετ’ ἐνιαυτὸν τῆς συνθέσεως λαμβανόμενα, <lb/>καθάπερ καὶ τὸ τοῦ Φίλωνος
                                <milestone unit="ed2page" n="276"/>οὐδενὸς ἧττον <lb/>ἔνδοξον ὀδύνας
                            πραῧναι ναρκῶσαν τὴν αἴσθησιν. ἔστι δὲ καὶ <lb/>ἄλλα πολλὰ φάρμακα διὰ
                            τῶν σπερμάτων ὀνομαζόμενα καὶ <lb/>τρίγωνα, μετριώτερα μὲν εἰς τὴν ἐν τῷ
                            παραχρῆμα νάρκην, <lb/>ἀκινδυνότερα δὲ εἰς τὸ μέλλον· ἅπαντα δ’ ἀμείνω
                            καὶ ταῦτα <lb/>μετ’ ἐνιαυτὸν τοῦ συντίθεσθαι λαμβανόμενα. τό γε μὴν τοῦ
                            <lb/>Φίλωνος εἰ καὶ δυοῖν ἢ καὶ τριῶν ἢ καὶ τεττάρων ἐτῶν εἴη, <lb/>πολὺ
                            δήπου βέλτιον· οὐκ ἄχρηστον δ’ οὐδ’ ἐν τοῖς ἐφεξῆς <lb/>ἔτεσιν ἄχρι που
                            ἐτῶν δέκα. τὸ γὰρ ἐπὶ πλέον κεχρονισμένον <lb/>ἀβλαβέστερον μὲν εἰς
                            τοσοῦτον εἰς ὅσον χρονιώτερον· <pb n="819"/> ἤδη δ’ ἐξίτηλόν ἐστι τὴν
                            δύναμιν, ὥστε ἀσθενῶς ἀνύειν οὗ <lb/>χάριν ἐσκευάσθη. ὥσπερ οὖν χρὴ
                            φυλάττεσθαι καθ’ ὅσον οἷόν <lb/>τε τὴν τῶν τοιούτων φαρμάκων χρῆσιν,
                            οὕτως ἀναγκασθέντας <lb/>χρήσασθαι, μήτε νέα ἱκανῶς προσφέρειν ἰσχυρὰν
                            ἔτι <lb/>δύναμιν ἐχόντων τῶν ἐν αὐτοῖς ψυκτικῶν, μήθ’ οὕτως παλαιὰ
                            <lb/>ὡς ἁμαρτεῖν τοῦ σκοποῦ· ἀλλ’ ὡς εἴρηται, τοσοῦτον <lb/>ἀναμένειν
                            χρόνον ἐν ὅσῳ κολασθήσεται τὸ βίαιον τῶν ψυκτικῶν <lb/>ὑπὸ τῆς τῶν
                            θερμαινόντων δυνάμεως. ἡ μὲν δὴ τῶν <lb/>τοιούτων φαρμάκων χρῆσις ὡς
                            πρὸς σύμπτωμά ἐστιν ἱσταμένων <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ὑπὸ ψυχρᾶς αἰτίας ἡ
                            ὀδύνη συνίστηται· <lb/>βλάπτει γὰρ ἰσχυρῶς τὴν διάθεσιν ὅλην ταῦτα καὶ
                            δύσλυτον <lb/>ἀπεργάζεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Φλεβοτομία δέ γε ἡ μὴ καταλύουσα τὴν <lb/>δύναμιν οὐ πρὸς τὸ σύμπτωμα
                            βλεπόντων ἐστὶ, ἀλλὰ τὴν <lb/>διάθεσιν ὅλην ἐκκοπτόντων. οὕτω δὲ καὶ
                            λουτρὸν καὶ κάθαρσις <lb/>καὶ πυρία καὶ οἴνου πόσις. ὧν ἁπάντων
                            Ἱπποκράτης <lb/>ἐπὶ ὀφθαλμῶν ὀδυνωμένων ἐμνημόνευσεν, ἐν ἀφορισμοῖς
                            <lb/>λέγων ὧδε· Ὀδύνας ὀφθαλμῶν ἀκρατοποσίη ἢ λουτρὸν ἢ ﻿<pb n="820"/>
                            πυρίη ἢ φλεβοτομίη ἢ φαρμακίη λύει. ἅπαντα γὰρ ταῦτα <lb/>τὰς διαθέσεις
                            ἰώμενα συνεξιᾶται τὰς ὀδύνας αὐτῶν. οὕτω <lb/>δὲ καὶ τροφὴ, καθάπερ καὶ
                            ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἶπον, ξηρῷ <lb/>καὶ αὐχμώδει σώματι κάμνοντος
                            στομάχου διδομένη τὴν διάθεσιν <lb/>ἰωμένη κωλύει συγκόπτεσθαι. οὐ μὴν ἥ
                            γε διὰ πλῆθος <lb/>ψυχρῶν ἤτοι γ’ ἔκλυσις ἢ στομαχικὴ συγκοπὴ τῆς τροφῆς
                            <lb/>ὡς ἰάματος δεῖται· καίτοι πολλάκις ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσιν
                            <lb/>οὐ τροφὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ οἴνου τι δοῦναι τοῖς <lb/>κάμνουσιν
                            ἀναγκαζόμεθα, τὸν ἐν τῷ παραχρῆμα κίνδυνον <lb/>ἀποτρέποντες, οὐ τὴν
                            διάθεσιν ἰώμενοι. κένωσις γὰρ μᾶλλον <lb/>ἢ πρόσθεσις ἡ τῶν τοιούτων
                            ἐστὶν ἴασις· καὶ πλείστους <lb/>ἰδεῖν ἐστὶ τῶν οὕτως ἐχόντων ὁσημέραι
                            διαφθειρομένους <lb/>ἀμαθίᾳ τῶν ἰατρῶν. ὑπὲρ ὧν μοι δοκεῖ καιρὸς εἶναι
                            τὸν <lb/>λόγον ἐπιστήσαντα διελθεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἄρχονται τοίνυν πυρέττειν ἔνιοι, πάμπολυ <lb/>πλῆθος ὠμῶν χυμῶν
                            ἠθροικότες, ἅμα τῷ κεκακῶσθαι τὸ <lb/>στόμα τῆς γαστρός· ὃ δὴ καὶ
                            στόμαχον ὀνομάζουσιν, ἤτοι <pb n="821"/> γ’ ἐξ ἀπεψιῶν ἢ καὶ ἄλλως πως
                            ἐμπεφύσηται τούτοις τὸ ὑποχόνδριον, <lb/>ἐν ὄγκῳ τε μείζονι τοῦ κατὰ
                            φύσιν ὅλον τὸ σῶμά <lb/>ἐστι· <milestone unit="ed2page" n="277"/>καὶ ἡ
                            χροιὰ τοῖς μὲν ἐπὶ τὸ λευκότερόν τε καὶ <lb/>ὑδαλεώτερον ἐκτέτραπται
                                <milestone unit="ed1page" n="165"/>τοῦ κατὰ φύσιν, ἔστι δὲ οἷς
                            <lb/>ἐπὶ τὸ μελάντερον ἢ πελιδνότερον, οὓς ἔνιοι τῶν ἰατρῶν ὀνομάζουσι
                            <lb/>μολιβδοχρῶτας. οἱ σφυγμοὶ δὲ ἁπάντων μικρότεροί <lb/>τέ εἰσιν ἢ
                            κατὰ λόγον τῆς θέρμης, ἀμυδροὶ δὲ καὶ πάντως <lb/>ἀνώμαλοι, πολλάκις μὲν
                            κατὰ τὴν συστηματικὴν ὀνομαζομένην <lb/>ἀνωμαλίαν, ἀεὶ δὲ τὴν κατὰ μίαν
                            πληγήν· ἐπ’ οὐδενὸς <lb/>τῶν τοιούτων αἵματος ἀφαίρεσις ἄνευ μεγίστης
                            εἴωθε γίγνεσθαι <lb/>βλάβης, καίτοι δέονταί γε κενώσεως· ἀλλ’ οὔτε
                            φλεβοτομίαν <lb/>οὔτε κάθαρσιν φέρουσιν, εἴ γε καὶ χωρὶς τούτων ἐξαίφνης
                            <lb/>συγκόπτονται. πῶς οὖν χρὴ τοὺς τοιούτους ἰᾶσθαι, <lb/>δεομένους μὲν
                            κενώσεως, μὴ φέροντας δὲ τὰ κενωτικὰ βοηθήματα, <lb/>οὐδεμίαν ἄλλην
                            εὗρον ἐπ’ αὐτῶν κένωσιν πλὴν τὴν τῆς <lb/>διατρίψεως. ἄρχεσθαι δ’ εὐθέως
                            ἐν ἀρχῇ τῆς νόσου προσήκει, <lb/>τὸ μὲν πρῶτον ἀπὸ τῶν σκελῶν ἄνωθεν
                            κάτω διὰ σινδόνων <lb/>μὴ πάνυ μαλακῶν, ἀλλά τι μέτριον ἐχουσῶν τραχύ·
                            χρὴ γὰρ <pb n="822"/> ἀμύττεσθαι πρὸς αὐτῶν τὸ δέρμα, θερμαίνεσθαί τε
                            ὁμοῦ <lb/>αὐτὸ καὶ διαφορεῖσθαι δεομένου τοῦ κάμνοντος. ἐφεξῆς δὲ
                            <lb/>καὶ ὅλας τὰς χεῖρας ἀπὸ τῶν ὤμων ἄνωθεν κάτω κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν
                            τρόπον τρίβειν. ἐπειδὰν δὲ ἱκανῶς ἅπαντα τὰ κῶλα <lb/>φαίνηται θερμὰ καὶ
                            φόβος ᾖ κοπώδη τινὰ αἴσθησιν αὐτοῖς <lb/>γενέσθαι, τεθλασμένης τῆς
                            σαρκὸς ἐπὶ τῷ πλήθει τῆς τρίψεως <lb/>ἐλαίῳ χαλαστικῷ χρηστέον, οἷόν
                            ἐστι τὸ Σαβῖνον. ἀπέχεσθαι <lb/>δὲ τῶν στυφόντων Ἱσπανοῦ καὶ Ἱστρικοῦ
                            καὶ τοῦ μετὰ θαλλῶν <lb/>ἢ ἐξ ὠμῆς ἔτι τῆς ἐλαίας ἐσκευασμένου. χειμῶνος
                            δ’ <lb/>ὄντος οὐδὲν ἂν εἴη χεῖρον ἐπί τι τῶν διαφορητικῶν ἰέναι,
                            <lb/>οἷόν πέρ ἐστι τὸ σικυώνιον ἔλαιον ἢ τὸ διὰ τοῦ χαμαιμήλου <lb/>ἢ τὸ
                            παρὰ τοῖς Αἰγυπτίοις εὐδοκιμοῦν. εἰ δὲ μὴ παρείη ταῦτα, <lb/>τῶν ἐλαίων
                            τι τῶν χαλαστικῶν, οἷς οὐδεμία σύνεστί τις στύψις <lb/>καὶ μάλιστα εἰ
                            παλαιότερον εἴη λαβόντας ἐμβαλεῖν αὐτῷ <lb/>σύμμετρον ἀνήθου. κᾄπειτα,
                            ὡς εἰώθαμεν, ἐπ’ ἀγγείου διπλοῦ <lb/>θερμήναντάς τε, ὥστε δέξασθαι
                            μετρίως αὐτὸ τὴν <lb/>ποιότητα τῆς βοτάνης, ἀλείφειν τε τούτῳ, τρίβοντας
                            καὶ νῦν <pb n="823"/> ἐπὶ πλεῖστον τὰ κῶλα· μετὰ δὲ ταῦτα τὸ μὲν ἔλαιον
                            ἀπομάττειν, <lb/>ἀσηρὸν γὰρ, ἰέναι δὲ ἐπὶ τὴν ῥάχιν ὅλην καὶ ταύτην
                            <lb/>ἀνατρίβειν ὁμοίως, τὰ μὲν πρῶτα ξηρᾷ τρίψει, τῷ λίπει δ’
                            <lb/>ὕστερον. εἶτ’ αὖθις ἐπὶ τὰ σκέλη μετιέναι, κᾀκ τούτων αὖθις
                            <lb/>ἐπὶ τὰς χεῖρας, εἶτ’ αὖθις ἐπὶ τὴν ῥάχιν, ὅλης τῆς ἡμέρας <lb/>οὕτω
                            πράττοντας ἐν οἴκῳ φῶς ἔχοντι καθαρὸν καὶ ἄνικμον· <lb/>ἔστω δὲ δηλονότι
                            καὶ τῇ θερμότητι σύμμετρος ὁ οἶκος. ἐπιτηδειότατον <lb/>δὲ τούτοις ἔστω
                            τὸ μελίκρατον, ἐναφεψηθέντος <lb/>ὑσσώπου. καὶ χρὴ μήτε σιτίον αὐτοῖς
                            μήτε ῥόφημα μήθ’ <lb/>ὕδωρ διδόναι μήτ’ ἐπιτρέπειν ὅλως πίνειν δαψιλῶς,
                            ἀλλὰ <lb/>τῷ μελικράτω μόνῳ χρῆσθαι κατὰ τὰς τρεῖς τὰς πρώτας ἡμέρας,
                            <lb/>ἐκ διαδοχῆς τρίβοντα καὶ μόνον ἐκεῖνον ἀνιέντα τὸν <lb/>καιρὸν, ἐν
                            ᾧπερ ἂν ὕπνος αὐτοὺς καταλάβῃ· συνεργεῖ δ’ εἰς <lb/>τοῦτο μάλιστα καὶ ἡ
                            πλείων τρίψις· ὥστε καὶ κατὰ τοῦτ’ ἂν <lb/>εἴη βοήθημα χρηστὸν οὐ μόνον
                            τὸ κενοῦν, ἀλλὰ καὶ τὸν ὕπνον <lb/>ἐμποιοῦν. οὐ μὴν οὐδ’ ὁ πλείων ὕπνος
                            ἀγαθὸς τοῖς τοιούτοις· <lb/>οὔτε γὰρ ἐπιτρέπει διαφορῆσαι τοὺς ὠμοὺς
                            χυμοὺς καὶ <lb/>βαρύνει τὰ σπλάγχνα· ἀλλ’ εἴπερ τις ἄλλη διάθεσις
                            ἑκατέρων <pb n="824"/> δεῖται μετρίων, ὕπνου τε καὶ ἐγρηγόρσεως, οὕτω
                            καὶ ἥδε. <lb/>πέπτει μὲν γὰρ ὁ ὕπνος, διαφορεῖ δὲ ἡ ἐγρήγορσις·
                            ἀμφοτέρων <lb/>δ’ ἐστὶ χρεία τοῖς ἐκ πλήθους ὠμῶν χυμῶν νοσοῦσιν·
                            <lb/>ἐν μέρει τοίνυν μετρίως γινόμενα τιμωρεῖν ἀλλήλοις <lb/>δυνήσονται
                            χρηστῶς. εἰ μὲν γὰρ ὁ σφυγμὸς αὐτοῖς μικρὸς <lb/>ἱκανῶς εἴη καὶ
                            ἄῤῥωστος, ἢ καὶ πρὸς τούτοις ἀνώμαλος <lb/>ἰσχυρῶς, ἔσχατος ὁ κίνδυνος,
                            καὶ χρὴ πράττειν τὰ λελεγμένα <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="278"/>μηδὲν ἄλλο περιεργαζόμενον. εἰ δὲ καὶ
                            τόνου μετρίως <lb/>ἔχοι καὶ μεγέθους, ἄθλιπτός τε εἴη καὶ ὁμαλὸς,
                            ἐπισκέπτου <lb/>τὰ κατὰ γαστέρα καὶ κλύζε θαῤῥῶν, εἰ μὴ καλῶς αὐτομάτως
                            <lb/>διεξέρχοιτο. συμβαίνει γὰρ ἐπὶ τῷ μελικράτῳ κενοῦσθαι <lb/>ταύτῃ
                            χρηστῶς ἅπασαν τὴν περιουσίαν τὴν ἐν ταῖς <lb/>πρώταις τῶν φλεβῶν
                            εἰωθυῖαν ἀθροίζεσθαι ταῖς καθ’ ἧπάρ <lb/>τε καὶ μεσεντέριον. εἰ δὲ
                            πλείων τοῦ δέοντος ἡ ὁρμὴ τῶν <lb/>περιττῶν ἐπὶ τὴν γαστέρα γένοιτο, τὴν
                            μὲν πρώτην ἐπὶ <lb/>πλέον ἕψειν τὸ μελίκρατον· ἧττον γὰρ ὑπάγον τὸ
                            τοιοῦτον <lb/>τρέφει μᾶλλον· ὥσπερ γε τὸ ὠμὸν ἧττον μὲν τρέφει, μᾶλλον
                            <lb/>δὲ ὑπάγει. μετὰ δὲ ταῦτα φερομένης ἐπὶ πλέον κάτω ﻿<pb n="825"/>
                            τῆς περιουσίας μηδ’ οὕτως μὲν ἵστασθαι, διδόναι δ’ ἀντὶ <lb/>τοῦ
                            μελικράτου πτισάνης χυλόν. εἰ δ’ ἐπιμένει φερόμενα, <lb/>τῷ ἐκ τοῦ
                            χόνδρου ῥοφήματι τρέφειν, παρακολουθοῦντα <lb/>δηλονότι τοῖς σφυγμοῖς·
                            ἔσθ’ ὅτε γὰρ ἐξαίφνης μεταβάλλουσιν <lb/>εἰς ἀῤῥωστίαν ἢ ἀνωμαλίαν ἢ
                            μικρότητα. καθ’ ὃν καιρὸν <lb/>ἄρτον ἐξ οἴνου κεκραμένου διδόναι
                            προσήκει μήτε <lb/>γαστρὸς δηλονότι μήθ’ ἥπατος φλεγμαινόντων· ὡς εἴ γε
                            <lb/>φλεγμαίνοιεν, ὠμῶν χυμῶν πεπληρωμένου τοῦ σώματος <lb/>ἀνέλπιστος ὁ
                            κάμνων ἐστὶ, τῶν σφυγμῶν οὕτω τραπέντων. <lb/>ἐπὶ μὲν δὴ τῶν τοιούτων
                            ἀῤῥώστων προλέγων τὸν θάνατον, <lb/>ἀνέγκλητον φυλάξαις σεαυτὸν, μηδενὶ
                            βοηθήματι γενναίῳ <lb/>χρώμενος. ἐφ’ ὧν δ’ ἐλπὶς σωτηρίας, ἐπὶ πάντων δ’
                            <lb/>ἐστὶ τῶν χωρὶς φλεγμονῆς οὕτω νοσούντων, ὅταν ἐξ ἀρχῆς
                            <lb/>παραλαμβάνωμεν αὐτοὺς, αἰσχρότατον εἶναί μοι δοκεῖ συγκοπῆναι
                            <lb/>τὸν κάμνοντα· καίτοι γ’ ὁσημέραι γίγνεται τοῦτο, <lb/>διὰ τὴν
                            ἀμαθίαν τῶν ἰατρῶν. ἀλλ’ οὐ πρὸς τούτους χρὴ <lb/>βλέπειν, οὐδὲ τούτοις
                            παραβάλλειν ἑαυτὸν, ἀλλ’ ὅστις ἂν <lb/>ὄντως ᾖ τέχνης ἰατρικῆς
                            ἐπιστήμων, αἰσχρὸν εἶναι νομίσει <pb n="826"/> ἐξαίφνης ἄῤῥωστον
                            συγκοπῆναι μήτε προειπόντος αὐτοῦ τὸ <lb/>σύμπτωμα μήτε παρεσκευασμένου
                            πρὸς αὐτὸ μήτε κωλύσαντος. <lb/>εἴρηται δέ μοι καὶ πρόσθεν ὡς ἐν ταῖς
                            τοιαύταις <lb/>διαθέσεσιν αὐτοὶ κατασκευάζουσι τὰς φλεγμονὰς οἱ
                            διαπαντὸς <lb/>τοῖς ὑποχονδρίοις λωβούμενοι διὰ καταπλασμάτων <lb/>τε
                            καὶ καταντλήσεων. οὔκουν χρηστέον αὐτοῖς πρὶν ἢ τὸ <lb/>πολὺ τοῦ πλήθους
                            τὸ μὲν ἐκκενῶσαι, τὸ δὲ πέψαι· τηνικαῦτα <lb/>δὲ ἤδη χρηστέον αὐτοῖς οὐχ
                            ἁπλῶς χαλῶντας, ἀλλ’ <lb/>αἰονῶντας δι’ ἀψινθίου μετρίως, ἢν ὁ πυρετὸς
                            ὑπάρχῃ μὴ <lb/>πάνυ μέγας. εἰ δ’, ὡς εἴρηται, θεραπεύοντί σοι τὰς τρεῖς
                            <lb/>τὰς πρώτας ἡμέρας μηδὲν ἀπαντήσειε χεῖρον, ἐπὶ τῶν αὐτῶν <lb/>ἄγειν
                            ἄχρι τῆς ἑβδόμης, μελικράτῳ μόνῳ χρωμένους ὕσσωπον <lb/>ἔχοντι·
                            μακροτάτην γὰρ οἱ οὕτω διακείμενοι φέρουσιν <lb/>ἀσιτίαν, ἐξ αὐτῶν ὧν
                            ἔχουσιν ὠμῶν χυμῶν πεττομένων <lb/>τρεφομένου τοῦ σώματος. εἰ δὲ μὴ
                            μόνον ὠμοὶ τύχοιεν <lb/>ὄντες, ἀλλὰ καὶ διαφθορᾶς εἰς τοσοῦτον ἥκοντες
                            ὡς μὴ <lb/>δύνασθαι πεφθῆναι τελέως, ἀδύνατον σωθῆναι τοὺς οὕτω
                            <lb/>νοσοῦντας. ἀλλὰ τούς γε σωθῆναι δυναμένους, εἰ μηδὲν <pb n="827"/>
                            ἁμαρτάνοιτο, μέχρι τῆς ἑβδόμης ἐπὶ μελικράτῳ μόνῳ διαιτᾷν· <lb/>ἢ εἴ
                            ποτ’ ἄρα δεήσειεν ἤτοι τῆς γαστρὸς ἐκκρινούσης ἢ ἀποστραφέντων
                            <lb/>αὐτῶν τὸ μελίκρατον, ἐπὶ τὸν τῆς πτισάνης <lb/>ἰέναι χυλόν. εἰ δὲ
                            καὶ τοῦτον ἀποστρέφοιντο, χόνδρον ὁμοίως <lb/>ἀρτύειν πτισάνῃ· καὶ γὰρ
                            οὐδὲ βλάπτει τοὺς οὕτω διακειμένους <lb/>ὄξος· ἀλλ’ ἢν αἴσθοιό ποτε
                            παχεῖς ἱκανῶς εἶναι τοὺς <lb/>ὠμοὺς χυμοὺς ὀξύμελι διδόναι διὰ παντὸς,
                            ἀντὶ τοῦ μελικράτου. <lb/>εἰ δ’ ἄχθοιντο τῷ <milestone unit="ed1page" n="166"/>συνεχεῖ τῆς δόσεως, ἐξαλλάττειν <lb/>μὲν ἐπὶ μελίκρατον καὶ
                            πτισάνην· ἐπανέχεσθαι δ’ αὖθις <lb/>ἐπ’ αὐτό· μάλιστα δὲ ἐπὶ τῶν μικρὸν
                            ἐχόντων καὶ ἀραιὸν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="279"/>καὶ βραδὺν τὸν σφυγμὸν ἡγεῖσθαι
                            ψυχροὺς εἶναι τοὺς <lb/>χυμούς. εὐθὺς δὲ τούτοις σύνεστι καὶ ἡ τοῦ
                            παντὸς σώματος <lb/>ἄχροια σαφῶς, οἵα περ πρόσθεν εἴρηται. δόξει δέ
                            τισιν ἴσως <lb/>ἀδύνατον εἶναι τὸ λεγόμενον οὐδενὶ τῶν πυρεσσόντων οὔτε
                            <lb/>βραδυτέρων οὔτε ἀραιοτέρων γινομένων τῶν σφυγμῶν. ἀλλὰ <lb/>κατὰ
                            διττόν γε τρόπον ἀληθὲς ὑπάρχει τὸ εἰρημένον· ἕνα μὲν <lb/>ἐπειδὴ σαφῶς
                            ἐν τοῖς παροξυσμοῖς καὶ βραδύτεροι καὶ ἀραιότεροι <pb n="828"/> γίνονται
                            τοῦ κατὰ φύσιν· ἕτερον δὲ, διότι καὶ κατὰ <lb/>τοὺς ἄλλους καιροὺς τοῦ
                            παροξυσμοῦ πάντων τῶν ὁπωσοῦν <lb/>πυρεττόντων ἀραιότερόν τε καὶ
                            βραδύτερον αἱ τούτων ἀρτηρίαι <lb/>σφύζουσιν. εἰ μὲν γὰρ δὴ θέρος εἴη
                            καὶ ψυχροπότης ὁ <lb/>νοσῶν, ψυχρὸν τούτῳ διδόναι τὸ ὀξύμελι, χειμῶνος
                            δ’ ὄντος <lb/>ἅπασι θερμὸν, ὡσαύτως ψυχροπόταις τε καὶ θερμοπόταις·
                            <lb/>ὥσπερ εἰ καὶ ἄμετρον καῦμα θέρους ὥρᾳ ψυχρὸν καὶ τοῖς
                            <lb/>θερμοπόταις, εἰ μηδὲν εὐπαθὲς ἔχοιεν σπλάγχνον. ἐναντιώτατα <lb/>δέ
                            τούτοις ἐστὶ βαλανεῖα καὶ ὁ περιέχων ἀὴρ, εἰ θερμὸς <lb/>ἱκανῶς ἢ
                            ψυχρός. ὅθεν οὔτε λούειν προσήκει καὶ κατακλίνειν <lb/>ἐν οἴκῳ ὥρᾳ μὲν
                            θέρους ψυχεινῷ, χειμῶνος δ’ ἀλεεινῷ. βλάπτονται <lb/>γὰρ ἱκανῶς ὑφ’
                            ἑκατέρας τῆς ἀμετρίας ἐν μὲν τοῖς <lb/>βαλανείοις, ὡς κᾀν τῷ θέρει καὶ
                            πάσῃ τῇ κατὰ τὸ θερμὸν <lb/>αὐξήσει χεομένων τῶν ὠμῶν χυμῶν καὶ πάντῃ
                            τοῦ σώματος <lb/>ῥεόντων, ὡς κίνδυνον εἶναι καὶ πρὸς τὸν πνεύμονα καὶ
                            τὴν <lb/>καρδίαν ἀφικέσθαι καί ποτε καὶ εἰς τὸν ἐγκέφαλον ἀναδραμεῖν,
                            <lb/>ἄμεινον ὑπάρχον μακρῷ περί τε τὸ ἧπαρ αὐτοῖς ἔτι <pb n="829"/>
                            μένειν καὶ τὰς πρώτας φλέβας. ἐν δὲ τοῖς ἀμέτρως ψυχροῖς <lb/>οἴκοις καὶ
                            χειμῶνι καὶ ὅλως ψυχρῷ τῷ περιέχοντι δύσπεπτοί <lb/>τε μένουσιν οἱ ὠμοὶ
                            χυμοὶ καὶ τὰς κατὰ τὸ ἧπαρ ἐμφράξεις, <lb/>εἰ μὲν εἶεν μακραὶ,
                            παραύξουσιν· εἰ δ’ οὐκ εἶεν, γεννῶσι <lb/>διὰ πάχος ἰσχόμενοι καὶ
                            σφηνούμενοι. ταῦτα μὲν οὖν <lb/>οὕτω πρακτέον, ὅταν ἀπὸ πρώτης ἡμέρας
                            αὐτὸς ἄρχῃ τῆς <lb/>θεραπείας αὐτῶν. εἰ δὲ συγκοπτομένων ἤδη κληθείης,
                            ἀφλεγμάντων <lb/>ὄντων ὧν εἶπον χωρίων, διδόναι μὲν αὐτοῖς ἄρτου <lb/>μὴ
                            πολὺ, δι’ οἴνου δὲ τῶν ἀνάδοσιν ἐργαζομένων ταχεῖαν· <lb/>εὐθέως δ’ ἐπὶ
                            τὴν τρίψιν ἰέναι καὶ χρῆσθαι κατὰ τὸν εἰρημένον <lb/>ὀλίγον ἔμπροσθεν
                            τρόπον. εἰ μὲν οὖν εἴη θέρος καὶ <lb/>τὸ χωρίον φύσει θερμὸν καὶ
                            πνιγῶδες ἢ ἡ κατάστασις <lb/>ἱκανῶς θερμὴ, μεθ’ ὕδατος ψυχροῦ δοτέον τὸν
                            οἶνον· εἰ δὲ <lb/>μηδὲν τῶν τοιούτων εἴη, μετὰ θερμοῦ. τὸ μέντοι
                            δεύτερον <lb/>καὶ τρίτον ἐκ παντὸς τρόπου πειρᾶσθαι θερμὸν διδόναι
                            <lb/>ποτόν. εἰ γὰρ τὴν ὅλην θεραπείαν, ἧς ἕνεκα καὶ τὰς τρίψεις
                            <lb/>παραλαμβάνομεν, ἄμεινον τὸ θερμὸν ταῖς πέψεσι τῶν <lb/>ὠμῶν χυμῶν
                            συνεργοῦν. </p></div><pb n="830"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἐφ’ ὧν δὲ διὰ χολὴν ξανθὴν ἀδικήσασαν τὸ <lb/>στόμα τῆς γαστρὸς ἡ συγκοπὴ
                            γένοιτο, ψυχρὸν τούτοις χρὴ <lb/>προσφέρειν τὸ ποτόν. οἶνον μέντοι τῇ
                            φύσει θερμὸν εἰς <lb/>ἀνάδοσιν ὁρμῶντα τοῖς συγκοπτομένοις ἅπασι δοτέον·
                            ἀναδοθῆναι <lb/>γὰρ βουλόμεθα τὴν ληφθεῖσαν τροφὴν, οὐκ ἐν τῇ
                            <lb/>γαστρὶ μεῖναι. δῆλον δὲ ὅτι τοὺς οἴνους κιῤῥοὺς μὲν τῇ <lb/>χροιᾷ,
                            λεπτοὺς δὲ τῇ συστάσει, παλαιοὺς δὲ τὴν ἡλικίαν ἐκλεκτέον, <lb/>εὐθὺς δ’
                            ἂν εἶεν εὐώδεις οἱ τοιοίδε. καὶ μέντοι καὶ <lb/>αὐτῷ σοι πάρεστι
                            καταπιόντι βραχὺ κραθέντων αὐτῶν <lb/>αἰσθάνεσθαι θερμασίας <milestone unit="ed2page" n="280"/>εἰς ὅλον ἰούσης τὸ σῶμα. μὴ <lb/>μέντοι
                            πικροί γε ἔστωσαν ὑπὸ παλαιότητος οἱ οἶνοι καὶ μάλιστα <lb/>ἐφ’ ὧν ὁ τοῦ
                            κάμνοντος στόμαχος ὑπὸ τῆς ξανθῆς <lb/>ἀδικεῖται χολῆς. οὔτε γὰρ ἔτι τὸ
                            τῶν οἴνων εὔχυμον καὶ τρόφιμον <lb/>ἔχουσιν οἱ τοιοῦτοι καὶ ἀηδεῖς ὄντες
                            αὐτῷ τούτῳ τὸν <lb/>στόμαχον ἀνιῶσιν. ἄριστοι τοίνυν εἰσὶν ὅσοι τῶν
                            οἴνων <lb/>αὐστηροὶ τὴν φύσιν ὄντες αἰσθητὴν μὲν οὐκέτι τὴν στύψιν
                            <lb/>ἔχουσι διὰ τὴν παλαιότητα, σαφῆ δ’ ἱκανῶς τὴν θερμασίαν.
                            <lb/>ἅπαντα γὰρ ὧν δεόμεθα ποιήσουσιν, ἐφ’ ὧν ὁ στόμαχός ἐστι <pb n="831"/> πικρόχολος, ἡδέως τε λαμβανόμενοι καὶ πέψει καὶ ἀναδόσει
                            <lb/>συνεργοῦντες καὶ τὴν κακίαν τοῦ χυμοῦ πραΰνοντες καὶ θερμὴν
                            <lb/>τὴν ἕξιν ἐργαζόμενοι καὶ ῥωννύντες τὸν στόμαχον. ἄριστοι <lb/>δ’
                            εἰσὶ τῶν τοιούτων οἴνων Σουῤῥεντῖνος, Σιγνῖνος, <lb/>Σαβῖνος,
                            Τιβουρτῖνος, Μάρσος, Ἰταλιῶται πάντες οὗτοι, <lb/>στύφοντες μὲν, ἀλλ’
                            οὐχ ὁμοίως ἅπαντες. ὁ μὲν γὰρ Σουῤῥεντῖνος <lb/>μετρίως τε στύφει καὶ
                            θερμότερος τῶν ἄλλων καὶ ἡδίων <lb/>ἐστίν. ἐφεξῆς δ’ ὁ Τιβουρτῖνος ὁ
                            εὐγενής· ἔστι γάρ τις καὶ <lb/>ἄλλος Τιβουρτῖνος ἄτονος ὁμοίως Σαβίνῳ,
                            βραχείας μετέχων <lb/>στύψεως. ὁ δὲ Σιγνῖνος αὐστηρότερος· καὶ τούτου
                            πολὺ μᾶλλον <lb/>ὁ Μάρσος. πάντες οὗτοι χρηστοὶ πικροχόλῳ στομάχῳ.
                            <lb/>καὶ διὰ τοῦτ’ αὐτοῖς χρηστέον, ὅταν γ’ ἤτοι ὑπὸ καυσωδῶν
                            <lb/>πυρετῶν ἀδικηθεὶς ἐπιφέρῃ συγκοπὴν, ἢ καὶ ἄλλως πολλῆς <lb/>εἰς
                            αὐτὸν ἤτοι ῥυείσης ἢ ἀναποθείσης χολῆς. οἷς μέντοι δι’ <lb/>ὠμοὺς χυμοὺς
                            ὁ κίνδυνος τῆς συγκοπῆς, ὁ Φαλερῖνος ἀμείνων <lb/>τῶν εἰρημένων εἰς
                            τοσοῦτον εἰς ὅσον εὐχυμότερός τέ ἐστι καὶ <lb/>θερμότερος· ἀναδοθήσεται
                            γὰρ αὐτῶν θᾶττον καὶ τῇ πέψει <pb n="832"/> τῶν ὠμῶν χυμῶν συνεργήσει.
                            τῶν δ’ εἰρημένων ἕκαστος ὁ <lb/>μὲν μᾶλλον, ὁ δ’ ἧττον, ἅπαντες δ’ οὖν
                            Φαλερῖνοι τονοῦσι <lb/>μᾶλλον τὸν στόμαχον. ἐπεὶ δὲ καὶ αὐτῶν τῶν
                            Φαλερίνων ὁ <lb/>μέν τις ἱκανός ἐστι γλυκὺς, ὃν ὀνομάζουσι Φαυστῖνον, ὁ
                            δ’. <lb/>ὡς μὲν πρὸς ἐκεῖνον αὐστηρὸς, ὡς δὲ πρὸς τὸν Σιγνῖνόν τε
                            <lb/>καὶ Μάρσον γλυκὺς, ἐκλεκτέον εἰς τὰ τοιαῦτα τὸν δεύτερον. <lb/>εἰ
                            δ’ ὁ κάμνων εἴθιστο χρῆσθαι περὶ τὸν τῆς ὑγείας χρόνον <lb/>οἴνοις
                            γλυκέσιν, οὐδὲν κωλύει τούτῳ δοῦναι τὸν γλυκύτερον <lb/>Φαλερῖνον. ἐπὶ
                            μέντοι τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅσα <lb/>τε τούτοις ἔθνη γειτνιᾷ, μὴ
                            παρόντων τῶν εἰρημένων οἴνων, <lb/>ἔσθ’ ὅτε κάλλιστος πρὸς ἀνάδοσιν τῶν
                            ἐν ἐκείνοις τοῖς χωρίοις <lb/>εὐπορουμένων οἴνων ὁ Ἀρουίσιός τε καὶ ὁ
                            Λέσβιος· <lb/>ὁ μὲν οὖν Λέσβιος εὔδηλός ἐστι κᾀκ τῆς προσηγορίας ἐν
                            <lb/>Λέσβῳ γινόμενος, ὁ δ’ Ἀρουίσιος ἐν χωρίοις τισὶ τῆς <lb/>Χίου
                            γεωργεῖται. τριῶν δὲ οὐσῶν ἐν Λέσβῳ πόλεων, ἧττον <lb/>μὲν εὐώδης καὶ
                            γλυκὺς ἐν Μιτυλήνῃ γεννᾶται, μᾶλλον δ’ <lb/>εὐώδης καὶ γλυκὺς ἐν Ἐρεσσῷ,
                            κᾄπειτα ἐν Μηθύμνῃ. λαμβάνειν <lb/>δ’ ἀπαραχύτους, οὕτω δ’ ὀνομάζουσιν
                            οἷς οὐ μέμικται <pb n="833"/> θάλασσα, μεγίστην βλάβην ἡγουμένους ἐφ’ ὧν
                            μέμικται <lb/>γενήσεσθαι. οὐ μὴν οὐδὲ εἰώθασι τοῖς εὐγενέσιν οἴνοις,
                            <lb/>ὑπὲρ ὧν ὁ λόγος ἐστὶ, μιγνύναι τῆς θαλάσσης ἐν Λέσβῳ, καθάπερ
                            <lb/>οὐδ’ ἐν Χίῳ τῷ Ἀρουισίῳ. γεννᾶται δὲ καὶ κατὰ τὴν
                            <lb/>Ἑλλησποντιακὴν Μυσίαν οἶνος ὅμοιος τῷ Σουῤῥεντίνῳ, <lb/>Μύσιος
                            ὀνομαζόμενος κατ’ ἐξοχήν. οὗτοι πάντες οἱ οἶνοι <lb/>κιῤῥοὶ καὶ θερμοὶ
                            καὶ εὐώδεις εἰσὶ καὶ τῇ συστάσει μέσοι τῶν <lb/>θ’ ὑδατωδῶν καὶ τῶν
                            παχέων. ὑδατώδεις μὲν οὖν εἰσι τὴν <lb/>σύστασιν ὅ τε Ἀδριανὸς καὶ
                            Σαβῖνος καὶ Ἀλβανὸς καὶ Γαυριανὸς <lb/>καὶ Θοῦσκος, ὅ τε Νεαπολίτης ὁ
                            Ἀμιναῖος, ἐν τοῖς <lb/>περὶ Νεάπολιν χωρίοις γενόμενος· ὥστε καὶ
                            ὀνομάζουσιν <lb/>οὕτως αὐτόν. ἐπὶ δὲ τῆς Ἀσίας ὅ τε Τιβηκῖνος καὶ ὁ
                            Τιτακαζηνὸς <lb/>καὶ τρίτος μετ’ αὐτοὺς ὁ Ἀρσυϊνός. ἔμπαλιν δὲ
                            <lb/>παχεῖς οἶνοι, καθάπερ τὸ σίραιον, ὃ παρ’ ἡμῖν ὀνομάζουσιν
                            <lb/>ἕψημα, ὁ Σκυβελλίτης καὶ ὁ Θηραῖος καὶ <milestone unit="ed2page" n="281"/>Ἀλβάτης· <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς <milestone unit="ed1page" n="167"/>Ἀσίας Αἰγεάτης τε καὶ Περπερῖνος. ἐφ’ <lb/>ὧν οὖν διὰ πλῆθος ὠμῶν
                            χυμῶν ἡ συγκοπὴ γίγνεται, τοὺς <lb/>μὲν παχεῖς φευκτέον ὡς βλάπτοντας,
                            τοὺς δὲ ὑδατώδεις ὡς <pb n="834"/> ἀπράκτους· αἱρετέον δὲ τοὺς μέσους
                            αὐτῶν κιῤῥοὺς, ὡς εἴρηται, <lb/>καὶ θερμοὺς ὄντας. οὐδὲ γὰρ ἂν εὕροις
                            οὐδένα τῶν λευκῶν <lb/>οἴνων θερμὸν, ὅπου γε καὶ οἱ αὐστηροὶ καὶ μετρίως
                            <lb/>λευκοὶ παλαιούμενοι κιῤῥότεροί πως γίνονται. εἰ δ’ ἄλλως
                            <lb/>ἐθέλεις ὀνομάζειν τὸ κιῤῥὸν χρῶμα, δύναιο ἂν λέγειν πυῤῥὸν <lb/>ἢ
                            ὠχρόν. ὅσοι δ’ ἐν αὐτοῖς εἰσι θερμότατοι, ξανθοὶ πάντες <lb/>εἰσίν·
                            ὁποῖος καὶ ὁ Καίκουβος ἐπὶ τῆς Ἰταλίας. ὃς οὐχ ἕν <lb/>τι γένος ἐστὶν
                            οἴνου τοιούτου ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἔνιοι νομίζουσιν, <lb/>ἀλλ’ ὑπὸ παλαιότητος
                            εἰς τοῦθ’ ἥκων, ὡς πυῤῥὰν ἔχειν <lb/>χρόαν, ὅθεν περ καὶ τοὔνομα αὐτῷ·
                            ἥκουσι δ’ οὐ πάντες εἰς <lb/>τοῦτο φθάνοντες παχύνεσθαι, πρὶν ἐν τῷ
                            διαυγεῖ τὸ ξανθὸν <lb/>λαβεῖν χρῶμα. τῶν δ’ ἄλλων οἴνων τῶν αὐστηρῶν
                            ὅσοι <lb/>μετρίως λευκοὶ καὶ παχεῖς, οὐδεὶς ἐπιτήδειος εἰς ἀνάδοσιν· εἰ
                            <lb/>μέντοι παλαιωθεῖεν ἱκανῶς, χρήσαιτ’ ἄν τις αὐτοῖς ἑτέρων <lb/>μὴ
                            παρόντων· εὐστόμαχοι δ’ εἰσὶν οἱ τοιοῦτοι πάντες παλαιούμενοι. <lb/>ὅπως
                            δὲ καὶ τούτων ἔχοις τι παράδειγμα, τοῦ τ’ <lb/>ἀπὸ τῆς Νικομηδίας
                            ἀναμιμνήσκω σε πᾶσιν ἀνθρώποις γνωρίμου ﻿<pb n="835"/> καὶ τοῦ Σικελοῦ
                            τοῦ Ἀμιναίου τοῦ ἐν τοῖς μεγάλοις <lb/>κεραμείοις· ὁ γὰρ ἐν τοῖς μικροῖς
                            λαγυνίοις ἐναντιώτατος <lb/>τῷδε, κακοστόμαχος ἅμα καὶ κεφαλαλγὴς
                            ὑπάρχων. πειρᾶσθαι <lb/>μὲν οὖν ἀεὶ τὸν ἄριστον αἱρεῖσθαι· μὴ παρόντος
                            δὲ τὸν <lb/>ὁμοιότατον ἐκείνῳ κατὰ τὰ λελεγμένα γνωρίσματα. κάλλιστοι
                            <lb/>γοῦν εἰς ἀνάδοσιν ὅ τ’ Ἀρουίσιός ἐστι καὶ ὁ Λέσβιος· <lb/>ἀλλ’ εἰ
                            μὴ παρεῖεν, ἐν Ἀσίᾳ δὲ εἴημεν, ἤτοι τὸν Ἀφροδισιαῖον <lb/>ληπτέον ἢ τὸν
                            αὐστηρὸν Τμωλίτην ἤ τινα τῶν ὁμοίων <lb/>αὐτοῖς, κιῤῥὸν τῇ χρόᾳ καὶ
                            θερμαίνοντα σαφῶς, εἰ ποθείη <lb/>παραχρῆμα. ἐπισκέπτεσθαι δὲ χρὴ πρὸ
                            πάντων ὁποία τις ἡ <lb/>τοῦ κάμνοντός ἐστι φύσις. εἰ μὲν γὰρ ἀσθενὴς τὴν
                            κεφαλὴν <lb/>εἴη καὶ ῥᾳδίως ὑπὸ τῶν θερμῶν οἴνων πληρούμενος, ἐπὶ
                            <lb/>τοὺς ἧττον θερμοὺς ἔρχεσθαι μᾶλλον χρή· εἰ δ’ ἰσχυρὸς τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν ᾖ καὶ χαίρων οἴνοις τοῖς τοιούτοις ἢ εἰθισμένος <lb/>ἀλύπως
                            φέρειν, χρηστέον αὐτοῖς θαῤῥούντως. κεφαλαλγεῖς <lb/>δέ εἰσιν ὅσον ἐφ’
                            ἑαυτοῖς οἶνοι πάντες οἱ εὐώδεις καὶ κιῤῥοί· <lb/>διὰ τοῦτο καὶ ὁ
                            Φαλερῖνος καὶ ὁ Τμωλίτης καὶ ὁ Λέσβιος <lb/>ἀσθενεῖ κεφαλῇ βλαβεροί.
                            ὁποία δὲ ἐν τοῖς Φαλερίνοις οἴνοις <pb n="836"/> εἴρηται διαφορὰ,
                            τοιαύτη κᾀν τοῖς Τμωλίταις· ὁ μὲν γὰρ <lb/>ἕτερος ἱκανῶς γλυκὺς, ὁ δὲ
                            ἕτερος αὐστηρὸς, ὡς ἐκείνῳ <lb/>περιβάλλειν· θερμοὶ δ’ ἱκανῶς ἀμφότεροι
                            καὶ διὰ τοῦτο <lb/>κεφαλαλγεῖς. οἱ δὲ αὐστηροὶ τήν τε γαστέρα ῥωννύσι
                            <lb/>καὶ ἄλυποι τῇ κεφαλῇ πάντων οἴνων μάλιστ’ εἰσίν· εἰς <lb/>ἀνάδοσιν
                            δὲ οὐχ ὁρμῶσιν· ὥστε σοι φευκτέον αὐτοὺς ἐπὶ <lb/>τῶν συγκοπτομένων
                            οὐδὲν ἧττον ὕδατος. ἐπιτήδειος δὲ <lb/>εἰς ἀνάδοσιν καὶ ὁ Ἱπποδαμάντειος
                            παλαιωθεὶς ἐκ τῆς <lb/>ἰδέας ἂν τοῦ τε Φαλερίνου γλυκέος καὶ τοῦ
                            Τμωλίτου· <lb/>πρόσεστι δὲ αὐτῷ στύψις σαφὴς, ἥπερ ἐκείνων οὐδετέρῳ,
                            <lb/>καὶ διὰ τοῦτό ἐστιν εὐστομαχώτερος. ἀποροῦντι δέ σοι τῶν
                            <lb/>οἰκείων οἴνων ἐν ἑκατέρᾳ τῇ συγκοπῇ, λέγω δὲ τῇ τε διὰ <lb/>πλῆθος
                            ὠμῶν καὶ τῇ διὰ χολὴν, ἀναγκαζομένῳ τε πάντως <lb/>οἴνῳ χρήσασθαι,
                            φευκτέοι μὲν, ὡς εἴρηται, πάντες οἱ αὐστηροὶ <lb/>καὶ νέοι· φευκτέοι δὲ
                            καὶ οἱ παχεῖς· αἱρετέοι δὲ οἱ <lb/>ὑδατώδεις καὶ μᾶλλον εἰ παλαιοὶ
                            τύχοιεν ὄντες· οὐ θερμαίνουσι <lb/>μὲν γὰρ ἱκανῶς οἱ τοιοῦτοι,
                                <milestone unit="ed2page" n="282"/>ῥᾳδίως δὲ ἀναδίδονται. <lb/>ὥστε
                            τοῦ τάχους τῆς ἀναδόσεως, κοινοῦ τοῖς <pb n="837"/> τοιούτοις οἴνοις
                            πρὸς τοὺς κιῤῥοὺς ὄντος, ἡ διαφορὰ γένηται <lb/>ἂν ἐν τοῖσδε· πέψει μὲν
                            τῇ κατὰ τὴν γαστέρα καὶ <lb/>φλέβας οἱ κιῤῥοὶ συναίρονται μᾶλλον, ὅτι
                            καὶ μᾶλλον θερμαίνουσιν, <lb/>ἐπικεραστικοὶ δ’ εἰσὶ καὶ θρεπτικοί· καὶ
                            διὰ <lb/>τοῦτο καὶ ταῖς εὐχυμίαις συντελοῦσιν. ὧν οὐδὲν ὑπάρχει
                            <lb/>τοῖς ὑδατώδεσιν, ἥκιστα γὰρ ἐκ τῆς τούτων οὐσίας ὁμοιοῦταί <lb/>τι
                            τῷ αἵματι. πληττόντων δὲ τῶν κιῤῥῶν τὴν κεφαλὴν, <lb/>ἀλυπότατοι
                            πεφύκασιν οἱ ὑδατώδεις· οὐρητικοὶ δέ εἰσιν <lb/>ἁπάντων οἴνων μάλιστα.
                            δεύτεροι δ’ ἐπ’ αὐτοῖς, ὅσοι λεπτότατοι <lb/>τῶν κιῤῥῶν· οὓς μάλιστ’ ἄν
                            τις εἰς συγκοπὰς <lb/>αἱροῖτο. βραδυπορώτεροι δὲ τούτων οἱ κιῤῥοὶ καὶ
                            παχεῖς· <lb/>ἀλλ’ ὅμως τῶν αὐστηρῶν ἁπάντων ποριμώτεροι. τρέφουσι
                            <lb/>δὲ μᾶλλον τῶν λεπτῶν, κακοχυμίαν τε τάχιστα πάντων τῶν <lb/>οἴνων
                            ἐπανορθοῦνται, χρηστὸν αἷμα γεννῶντες. ἐπ’ ἀρχὴν <lb/>οὖν αὖθις
                            ἐπαναγάγωμεν τὸν λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ὅτι μὲν οὖν ἡ συγκοπὴ κατάπτωσίς ἐστιν <lb/>ὀξεῖα δυνάμεως εἴρηται τοῖς
                            πρὸ ἡμῶν. ἐπεὶ δὲ ἡ οὐσία τῶν <pb n="838"/> διοικουσῶν ἡμᾶς δυνάμεων ἔν
                            τε τῷ πνεύματι καὶ τῇ τῶν <lb/>στερεῶν σωμάτων ἐστὶ κράσει, ταῦθ’ ἡμῖν
                            φυλακτέον ἐστὶ <lb/>παρόντα καὶ ἀνασωστέον διαφθειρόμενα. πῶς μὲν οὖν
                            χρὴ <lb/>φυλάττειν αὐτὰ κατὰ τὸν τῆς ὑγείας χρόνον, ἐν τοῖς ὑγιεινοῖς
                            <lb/>δεδήλωται· πῶς δὲ ἐν ταῖς νόσοις, εἴρηται μὲν ἤδη καὶ διὰ <lb/>τῶν
                            ἔμπροσθεν ὑπομνημάτων, εἰρήσεται δὲ καὶ νῦν. οὐ μὴν <lb/>ἤδη γέ πω τὸ
                            σύμπαν εἰς πρέπουσαν ἥκει σύνοψιν, οὐδὲ τοιαύτην <lb/>ἔχει μέθοδον οἵαν
                            τἄλλα τὰ πρότερα. ὅπερ οὖν ἐνδεῖ, <lb/>προσθεῖναι καιρός. τὴν τοῦ
                            πνεύματος οὐσίαν ἅμα τοῖς <lb/>στερεοῖς σώμασι φυλακτέον ἡμῖν ἐστιν ἐν
                            ταῖς νόσοις, ὥστε <lb/>καὶ τῇ ποιότητι καὶ τῇ ποσότητι καθ’ ὅσον
                            ἐνδέχεται κατὰ <lb/>φύσιν ἔχειν αὐτά. εἰ μὲν οὖν ἐνεχώρει τοῦ τε μὴ
                            κενοῦσθαί <lb/>τι τῆς οὐσίας αὐτῶν καὶ τοῦ μηδ’ ὅλως ἀλλοιοῦσθαι
                            προνοήσασθαι, <lb/>τοῦτο ἂν ἦν ἄριστον. ἐπεὶ δ’ ἐν τοῖς ὑγιεινοῖς
                            ὑπομνήμασιν <lb/>ἀδύνατον ἐδείχθη τὸ τοιοῦτον ὑπάρξαι ποτὲ τῷ
                            <lb/>γεννητῷ σώματι, πειρᾶσθαι χρὴ τὸ μὲν ἐκρέον τῆς οὐσίας
                            <lb/>ἐπανορθοῦσθαι προσθέσει, τὸ δὲ ἀλλοιούμενον εἰς εὐκρασίαν <pb n="839"/> ἐπανάγειν δι’ ἐναντίας ἀλλοιώσεως. εἰ μὲν οὖν ἥ τε
                            <lb/>κένωσις ἥ τε ἀλλοίωσις γίγνοιτο κατὰ βραχὺ, καὶ ἡ ἐπανόρθωσις
                            <lb/>ἀμφοῖν ἔσται κατὰ βραχύ· καὶ τοῦτ’ ἐστὶν ἔργον, ὡς <lb/>ἐδείχθη,
                            τῆς ὑγιεινῆς τέχνης. εἰ δὲ καὶ ἀθρόως καὶ κατὰ μεγάλα <lb/>μὴ μόνον αἱ
                            κενώσεις, ἀλλὰ καὶ αἱ προσθέσεις ποτὲ <lb/>γένοιντο, νόσος ἂν οὕτω γε
                            συσταίη, θεραπευτικῆς δὲ ἂν εἰς <lb/>τὴν ἴασιν αὐτῶν δεοίμεθα μεθόδου.
                            ὥσπερ οὖν τῆς ὑγιεινῆς <lb/>ἦν ἔργον τὸ κατὰ μικρὰ τὴν εἰς τὸ παρὰ φύσιν
                            ἐκτροπὴν <lb/>ἐπανορθοῦσθαι, οὕτω τῆς θεραπευτικῆς ἐστι τὸ κατὰ μεγάλα.
                            <lb/>τοῦ μὲν δὴ ψυχικοῦ πνεύματος ἐναργῶς ἐδείξαμεν οἷον <lb/>πηγήν τινα
                            οὖσαν τὸν ἐγκέφαλον, ἀρδομένου καὶ τρεφομένου <lb/>διά τε τῆς εἰσπνοῆς
                            καὶ τῆς ἐκ τοῦ δικτυοειδοῦς πλέγματος <lb/>χορηγίας. τοῦ δὲ ζωτικοῦ
                            πνεύματος οὐχ ὁμοίως μὲν ἐναργῶς <lb/>ἡ ἀπόδειξις ἦν, οὐ μὴν ἀπίθανόν γε
                            κατά τε τὴν καρδίαν <lb/>αὐτὸ καὶ τὰς ἀρτηρίας δοκεῖν περιέχεσθαι,
                            τρεφόμενον <lb/>καὶ τοῦτο μάλιστα μὲν ἐκ τῆς ἀναπνοῆς, ἤδη δὲ καὶ τοῦ
                            <lb/>αἵματος. εἰ δέ ἐστί τι καὶ φυσικὸν πνεῦμα, <milestone unit="ed2page" n="283"/>περιέχοιτ’ ﻿<pb n="840"/> ἂν καὶ τοῦτο κατά
                            τε τὸ ἧπαρ καὶ τὰς φλέβας. εἴρηται δὲ <lb/>ἐπὶ πλεῖστον ὑπὲρ οὐσίας
                            δυνάμεων ἐν τοῖς περὶ τῶν Ἱπποκράτους <lb/>καὶ Πλάτωνος δογμάτων. ἡ δὲ
                            τῶν στερεῶν σωμάτων <lb/>οὐσία δεῖται μὲν δήπου ποσή τις <milestone unit="ed1page" n="168"/>ὑπάρχειν· καὶ <lb/>διὰ τοῦτο αἱ τροφαὶ
                            διασώζουσι τὸ θνητὸν γένος. οὐ μὴν <lb/>ἧττον εὐκρασίας χρῄζει τῶν
                            συνθετικῶν αὐτῶν στοιχείων· καὶ <lb/>λέλεκται πολλάκις ἤδη δι’ ὧν χρὴ
                            φυλάττειν αὐτὴν εὔκρατον. <lb/>ἀλλ’ ἥ γε κατάπτωσις τῆς δυνάμεως, ὑπὲρ
                            ἧς νῦν πρόκειται <lb/>λέγειν, ἐπὶ μὲν τῇ στερεῶν οὐσίᾳ διαφορουμένῃ κατά
                            γε τὰ <lb/>χρονιώτατα νοσήματα γίγνεται πολλάκις, ἀτροφίᾳ λεπτυνθέντος
                            <lb/>τοῦ ζώου καὶ τῶν ὀξέων ἐν τοῖς συντηκτικοῖς πυρετοῖς. ἐπὶ <lb/>δὲ
                            τῇ κράσει μεταβαλλούσῃ θερμανθέντων αὐτῶν ἀμέτρως ἢ <lb/>ψυχθέντων ἢ
                            ὑγρανθέντων ἢ ξηρανθέντων ἢ κατὰ συζυγίαν <lb/>τι τούτων παθόντων. ἡ δὲ
                            τοῦ πνεύματος ἀλλοίωσις διά τε <lb/>μοχθηροὺς γίγνεται χυμοὺς καὶ τὴν
                            τοῦ περιέχοντος ἀέρος <lb/>κακίαν ἄλλοτε ἐξ ἄλλης αἰτίας εἰς τοῦτ’
                            ἀχθέντος· ἔτι τε τὰς <lb/>δηλητηρίους δυνάμεις ἢ τοὺς τῶν ἰοβόλων ζώων
                            ἰούς. ἀλλ’ <pb n="841"/> ἐξῃρήσθω γε ταῦτα τῆς ἐνεστώσης ὑποθέσεως. ἡ δὲ
                            τῆς <lb/>οὐσίας τοῦ πνεύματος φθορὰ γενήσεσθαί τε κινδυνεύουσα <lb/>καὶ
                            ἡ ἤδη γινομένη διά τε πάθος ψυχικὸν καὶ ὀδύνην ἰσχυρὰν <lb/>καὶ κινήσεις
                            πλείους· ἐξ οὗ γένους ἐστὶ καὶ ἀγρυπνία καὶ <lb/>προσέτι δι’
                            ὑπερβάλλουσαν αὐτοῦ λεπτότητα καὶ τῶν περιεχόντων <lb/>αὐτὸ σωμάτων
                            ἀραίωσιν καὶ δὴ καὶ πρὸ τούτων <lb/>ἁπάντων δι’ ἐπίσχεσιν τῆς ἀναπνοῆς
                            καὶ τροφῆς ἀπορίαν <lb/>ἐπανορθώσεως ἀκριβεστέρας δεῖται. τὰ μὲν οὖν
                            πάθη τὰ <lb/>ψυχικὰ φόβοι τέ εἰσιν ἐξαιφνίδιοι καὶ σφοδροὶ, οὓς
                            ἐκπλήξεις <lb/>καλοῦσιν· αἵ τ’ ἐναντίαι τοῖς φόβοις ἡδοναὶ μέγισται,
                            καλοῦσι <lb/>δὲ καὶ ταύτας περιχαρείας. ἴσμεν γὰρ ἐξ ἀμφοῖν ἀποθανόντας
                            <lb/>τινάς. ἤδη δὲ καὶ οἱ ἄλλοι φόβοι πάντες οἱ μεγάλοι σὺν <lb/>ταῖς
                            μεγίσταις ἡδοναῖς εἰ καὶ μὴ ἀπέκτειναν, ἀλλ’ ἔκλυτον <lb/>ἐργάζονται καὶ
                            ἄτονον τὸ πνεῦμα. καὶ λῦπαι δὲ καὶ ἀγωνίαι <lb/>καὶ θυμοὶ καὶ φροντίδες,
                            ἐν οἵῳ τρόπῳ καὶ αἱ πλείους ἀγρυπνίαι, <lb/>βλάπτουσι καταλύουσαι τὴν
                            δύναμιν. ἐν μὲν δὴ τούτοις <lb/>ἅπασιν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ψυχὴ κινεῖται,
                            κατὰ δὲ τὰς <lb/>πρακτικὰς ἐνεργείας τὸ σῶμα κινεῖ· καταλύει δὲ αὐτῆς
                            τὸν <pb n="842"/> τόνον ἑκάτερα τὰ γένη τῶν οἰκείων κινήσεων εἰς
                            ἀμετρίαν <lb/>ἐκταθέντα. περὶ δὲ πόνων τί δεῖ λέγειν; ὅπως ἀνεῖλον μέν
                            <lb/>τινας αὐξηθέντες ἐπὶ τὸ σφοδρότερον, ἔβλαψαν δὲ πάντας, <lb/>εἰ καὶ
                            μὴ τύχοιεν ἀποκτείναντες. ἐν τοῖς τοιούτοις ἅπασιν <lb/>ἐναργῶς
                            φαίνονται λειποδρανοῦντές τε καὶ καταλυόμενοι τὴν <lb/>δύναμιν οἱ
                            κάμνοντες· ἔνιοι δ’, ὡς εἴρηται, καὶ ἀποθνήσκοντες, <lb/>ἔσθ’ ὅτε μὲν
                            ἀπολλυμένου τοῦ πνεύματος, ἔσθ’ ὅτε <lb/>δὲ ἀλλοιουμένου, ποτὲ δὲ ἐκ
                            μέρους διαφορουμένου, πολλάκις <lb/>δ’ ἀμφότερα ταῦτα πάσχοντος.
                            διῄρηται γὰρ ἐπὶ πλέον <lb/>ὑπὲρ αὐτῶν ἐν ἄλλοις τέ τισι κᾀν τοῖς περὶ
                            τῶν Ἱπποκράτους <lb/>καὶ Πλάτωνος δογμάτων. εἰς δέ γε τὰ παρόντα τὸν
                            <lb/>μὲν τρόπον ᾧ βλάπτειν ἕκαστον πέφυκεν οὐκ ἀναγκαῖον ζητεῖν· <lb/>τὸ
                            δὲ ὅτι βλάπτει, λαβόντα παρὰ τῆς ἐναργείας χρῆσθαι <lb/>συμφερόντως εἰς
                            φυλακὴν δυνάμεως ἐν νόσοις. οὕτω δ’ <lb/>εἰ καὶ λεπτυνθείη ποτὲ
                            περαιτέρω τοῦ δέοντος ἡ τῶν διοικούντων <lb/>ἡμᾶς πνευμάτων οὐσία,
                            γίγνοιτ’ ἂν ἀσθενὴς κατ’ <lb/>ἀμφότερα, καὶ ὡς ἠλλοιωμένη τὴν κρᾶσιν καὶ
                            ὡς εὐσκέδαστος <lb/>ἢ εὐδιαφόρητος ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ
                            γεγενημένη. <pb n="843"/> κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον εἰ καὶ τὸ σῶμα σύμπαν
                            εἰς ἄμετρον <lb/>ἐκτραπείη μανότητα, διαφοροῖτ’ ἂν ἡ τῶν πνευμάτων
                            <lb/>οὐσία ῥᾳδίως, αὐτή τε λεπτομερὴς ὑπάρχουσα καὶ τῶν σωμάτων <lb/>μὴ
                            στεγόντων αὐτήν. οὔκουν οὐδ’ ἀραιοῦν <milestone unit="ed2page" n="284"/>ἀμέτρως <lb/>χρὴ τοῦ νοσοῦντος τὸ σῶμα, συνέχειν ἐν ἑαυτῷ τὸ
                            <lb/>πνεῦμα προαιρούμενον, οὔτε λεπτύνειν ἰσχυρῶς τὰ κατ’ αὐτὸ <lb/>διὰ
                            τῶν ἐσθιομένων τε καὶ πινομένων. ὅτι δὲ καὶ αὐτῶν τῶν <lb/>τροφῶν ἅμα
                            τοῖς ποτοῖς οὐ σμικρόν ἐστι φροντιστέον εἰς <lb/>ῥώμην δυνάμεως, ὅπως τῇ
                            τε ποσότητι σύμμετροι καὶ ταῖς <lb/>ποιότησιν ἠκριβωμένοι εἶεν, πρόδηλον
                            εἶναι νομίζω. πρόδηλον <lb/>δὲ οὐδὲν ἧττον, ὡς καὶ τῆς εἰσπνεομένης
                            οὐσίας φροντιστέον, <lb/>ὅπως εὐκρατοτάτη τ’ εἴη καὶ παντὸς τοῦ
                            μιαίνοντος <lb/>αὐτὴν καθαρωτάτη, μήτ’ ἐκ μετάλλων ἢ καμίνων ἢ βαράθρων
                            <lb/>ἐπιμιξίαν τινὰ λαμβάνουσα, μήτε ἐκ σηπεδόνος ὀσπρίων <lb/>ἢ λαχάνων
                            ἢ ζώων ἢ ὁτουδήποτε, μήτ’ ἀτμοὺς ἐκ λιμνῶν ἢ <lb/>ἑλῶν ἢ ποταμῶν
                            δεχομένη. ταῦτ’ οὖν ἅπαντα προνοεῖσθαι <lb/>χρὴ, διασώζειν βουλόμενον
                            τὴν δύναμιν ἀβλαβῆ, ἔτι τε πρὸς <pb n="844"/> τούτοις αὐτῶν τῶν στερεῶν
                            σωμάτων, ἐν οἷς δὴ καὶ μάλιστα <lb/>ἔοικεν ἡ οὐσία τῶν δυνάμεων
                            ὑπάρχειν, οὐ σμικρῶς προνοητέον, <lb/>ὅπως ὑγιεινὰ ταῖς κράσεσιν εἴη·
                            τοῦτο μὲν οὖν ἁπάντων <lb/>μορίων κοινὸν ἀγαθόν. ἐξαίρετον δὲ εἰς ῥώμην
                            δυνάμεως <lb/>καὶ προφυλακὴν τοῦ μή ποτ’ ἐξαιφνίδιον ἐπιπεσεῖν
                            παροξυσμὸν <lb/>συγκοπτικὸν ἡ φυλακὴ τῆς εὐκρασίας ἐστὶ, πρῶτον <lb/>μὲν
                            τῶν τριῶν ἀρχῶν, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων μορίων ὅσα <lb/>τὰς ἀρχὰς εἰς
                            συμπάθειαν ἐπισπᾶται ῥᾳδίως, οἷόν πέρ ἐστι <lb/>καὶ τὸ τῆς γαστρὸς στόμα
                            τῷ περιττῷ τῆς αἰσθήσεως, ἄλλα <lb/>τε πολλὰ συμπτώματα καὶ συγκοπὰς
                            ἐπιφέρον. ἡ μὲν οὖν <lb/>προειρημένη διάθεσις τῶν ὠμῶν χυμῶν, εἰ μὲν καὶ
                            τῷ πλήθει <lb/>βαρύνοιεν οὗτοι τὴν δύναμιν, ἐμφράττοιέν τε διὰ πλῆθος
                            <lb/>καὶ πάχος τοῦ ζώου τοὺς πόρους κατὰ πολλὰς προφάσεις, <lb/>ὀλέθριός
                            τέ ἐστι καὶ συγκοπτικὴ, καὶ τῷ μὴ τρέφεσθαι <lb/>τὸ ζῶον καὶ τῷ
                            καταπνίγεσθαι καὶ ἀλλοιοῦσθαι <lb/>καὶ διαφθείρεσθαι τῆς κράσεως τὴν
                            συμμετρίαν. οἱ μὲν γὰρ <lb/>ὠμοὶ τρέφειν οὐ δύνανται πρὶν πεφθῆναι, οἱ
                            δὲ πολλοὶ ﻿<pb n="845"/> βαρύνουσιν· εἰ δ’ ἐμφράττουσι τὰς διαπνοὰς,
                            σβεννύουσι <lb/>τὸ θερμόν· εἰ δὲ μήτ’ ἐμφράττοιεν μήτε βαρύνοιεν, οὐ
                            συγκοπὰς <lb/>οὗτοί γε φέρουσιν, ἀλλὰ τὰς καλουμένας λειποψυχίας·
                            <lb/>ἐκλύονται γὰρ, εἰ μὴ τρέφοιντο συνεχέστερον, οἱ τοιοῦτοι. διδόναι
                            <lb/>δὲ οὐ χρὴ πλῆθος εἰς ἅπαξ αὐτοῖς, οὐ μὴν οὐδὲ παχείας <lb/>ἢ ψυχρὰς
                            τὴν δύναμιν τροφὰς, ἀλλ’ ὡς εἴρηται πρόσθεν, ἐκ <lb/>τοῦ γένους τῶν
                            λεπτυνουσῶν τε καὶ θερμαινουσῶν. οὕτω δὲ <lb/>αὐτοῖς καὶ τὰ φάρμακα
                            δοτέον, ὅσα γε λαβεῖν δύναται πυρέττων <lb/>ἄνθρωπος, φάρμακα λεπτύνοντα
                            καὶ θερμαίνοντα. <lb/>τούτοις ὁ ὑδατώδης οἶνος εὐθέως ἐξ ἀρχῆς
                            ἐπιτήδειος, εἰ μὴ <lb/>σφοδρῶς πυρέττοιεν, ὅπερ οὐ πάνυ τι συμβαίνει
                            κατὰ τὴν <lb/>εἰρημένην διάθεσιν· ἔτι δὲ μᾶλλον εἰ πρεσβῦται τύχοιεν
                            ὄντες, <lb/>οἶνον αὐτοῖς δοτέον ἐφ’ ἑκάστῃ τροφῇ καὶ μᾶλλον εἰ τὰ
                            διαλείμματα <lb/>εἴη μέτρια. παροξύνονται δὲ ἐπὶ τοῖς τοιούτοις
                            <lb/>χυμοῖς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ μᾶλλον εἰς ἑσπέραν τε καὶ
                            <lb/>νύκτωρ, οὐχ ἕωθεν δὲ οὐδ’ ἄχρι μεσημβρίας. περὶ μὲν δὴ <lb/>τούτων
                            καὶ ταῦθ’ ἱκανά ἐστι. </p></div><pb n="846"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Μεταβῶμεν δὲ ἐπὶ τοὺς ἐναντίαν μὲν <lb/>ἔχοντας αὐτοῖς τὴν διάθεσιν,
                            ὁμοίως δὲ τούτοις συγκοπτομένους, <lb/>ἂν μὴ προσχῇ τις ἀκριβῶς αὐτοῖς.
                            εἰσὶ δ’ οὗτοι <lb/>λε<milestone unit="ed2page" n="285"/>πτοὺς ἱκανῶς
                            ἔχοντες τοὺς χυμοὺς, ὡς διαφορεῖσθαι <lb/>τάχιστα. καὶ δὴ καὶ
                            θεραπευτέον αὐτοὺς ἐναντίως τοῖς προειρημένοις. <lb/>ἐκείνους μὲν γὰρ
                            ἐκκενοῦμεν κατὰ βραχὺ συνεχῶς <lb/>διὰ τὸ μὴ φέρειν ἀθρόαν τὴν κένωσιν·
                            τοὺς δ’ οὕτως ἔχοντας <lb/>θρέψομεν κατὰ βραχὺ συνεχῶς. εἰ δ’ ἐξ ἀρχῆς
                            παραλάβωμεν <lb/>ἔτι τῆς δυνάμεως ἐῤῥωμένης, οὐδὲ κατὰ βραχύ·
                            <lb/>δύνανται γὰρ <milestone unit="ed1page" n="169"/>οἱ τοιοῦτοι καὶ
                            πλείονος εἰς ἅπαξ δοθείσης <lb/>περιγίγνεσθαι τροφῆς. ὥσπερ δὲ τοὺς ἐκ
                            πλήθους ὠμῶν χυμῶν <lb/>κινδυνεύοντας συγκοπῆναι παντάπασιν ἐλέγομεν
                            ὀλεθρίως <lb/>ἔχειν, ὅταν τὸ ἧπαρ αὐτῶν ἢ ἡ κοιλία φλεγμαίνῃ, κατὰ
                            <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τοὺς νῦν ὑποκειμένους ἐν τῷ λόγῳ
                            <lb/>νομιστέον ἀνιάτως ἔχειν, ἢν φλεγμήνῃ τι τούτων σπλάγχνον,
                            <lb/>καμνούσης ἤδη τῆς δυνάμεως· οὔτε γὰρ οἷόν τε τρέφειν αὐτοὺς
                            <lb/>συνεχῶς, ἀλλ’ ἐν ταῖς παρακμαῖς μόνον, οὔτε μὴ τρέφοντας <lb/>οἷόν
                            τε διασώζειν αὐτούς ἐστιν. ἐπὶ μὲν τῶν τοιούτων διαθέσεων <pb n="847"/>
                            ἡ νεκρώδης ἐν τῷ προσώπῳ κατάστασις ἐν τάχει <lb/>γίνεται· ῥὶς ὀξεῖα,
                            ὀφθαλμοὶ κοῖλοι καὶ τἄλλα ὅσα τούτοις <lb/>ἐφεξῆς λέλεκται. ἐάν τε γὰρ
                            ἐκκρίνωσι πλέον, ἐάν τε ἀγρυπνήσωσιν <lb/>ἢ λυπηθῶσιν, ἢ μὴ θᾶττον
                            τραφῶσιν, αὐτίκα τοιοῦτον <lb/>ἴσχουσι τὸ πρόσωπον. εἰ μὲν οὖν σύν τινι
                            τούτων ἤ τισιν <lb/>ὀφθεῖεν οἱ τοιοῦτοι, μικρότερον εἶναι νόμιζε τὸ
                            κακὸν ἢ εἰ <lb/>χωρὶς τούτων ἐλεπτύνθησαν· εἰ δ’ ἄνευ τούτων, ὀλέθριον·
                            <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον, εἰ κατ’ ἀρχὰς τοῦ νοσήματος οὕτως ἔχοιεν· οὐδὲ
                            <lb/>γὰρ ἐξαρκέσουσιν εἰς τὴν πέψιν αὐτοῦ. ταῦτ’ ἄρα καὶ ὁ Ἱπποκράτης
                            <lb/>ἔφη· καὶ ἢν μέν τι τουτέων ὁμολογῇ, ἧττον νομίζειν <lb/>δεινὸν
                            εἶναι. κατ’ ἀρχὴν μὲν γὰρ τοῦ νοσήματος, ὡς προεῖπον, <lb/>εἰ καὶ μετά
                            τινος τῶν προειρημένων οὕτως ἔχοιεν, οὐκ <lb/>ἀγαθόν· ἧττον μὲν τοῦτο
                            δεινὸν ἢ εἰ καὶ μηδὲ μετὰ τούτων <lb/>τινός· ἀλλὰ τῷ διαφορεῖσθαι ῥᾳδίως
                            χαλεπόν. οὐ μόνον δὲ <lb/>ἀπολεπτυνθέντος οὕτω τοῦ τε πνεύματος αὐτοῖς
                            καὶ τοῦ <lb/>αἵματος ἡ διαφόρησις εἴωθε γίνεσθαι πολλάκις, ἀλλὰ καὶ τῆς
                            <lb/>ἀποκριτικῆς δυνάμεως τῆς καθ’ ὅλον τὸν ὄγκον ἀμετρότερον <pb n="848"/> κινηθείσης. ὅπερ εἴωθε μάλιστα γίνεσθαι διὰ τὴν ἀμετρίαν
                            <lb/>τῆς καθεκτικῆς. τὸ μὲν δὴ τρέφειν ἀναγκαῖον, ὅ τι περ ἂν ᾖ
                            <lb/>τούτων· ἀναγκαῖον δὲ καὶ τὸ πυκνοῦν τὴν ἐπιφάνειαν, ὥσπερ <lb/>τῶν
                            προτέρων ἀραιοῦν· ἐκ διαμέτρου γὰρ ἀλλήλαις αἱ διαθέσεις <lb/>ὑπάρχουσαι
                            καὶ τῆς τῶν βοηθημάτων ἰδέας ἐναντιωτάτης <lb/>δεήσονται. ψυχρὸν οὖν ἐπὶ
                            τούτων τὸν ἀέρα καὶ στύφοντα <lb/>ποιητέον· εἴρηται δὲ ἔμπροσθεν ὅπως
                            χρὴ ταῦτα πράττειν. <lb/>ἀλειπτέον δὲ αὐτοὺς ὁμοίως τοῖς στύφουσιν
                            ἀλείμμασι. καὶ <lb/>τροφὰς δοτέον οὐ πάνυ τι διαῤῥεούσας ἑτοίμως, οὔτε
                            μελίκρατον <lb/>οὔτε χυλὸν πτισάνης, ἀλλ’ ἄρτους καὶ τὰ διὰ τοῦ
                            <lb/>χόνδρου ῥοφήματα καὶ ὀπώρας αὐστηρὰς καὶ δυσφθάρτους, <lb/>αὐτάς τε
                            καθ’ ἑαυτὰς καὶ μετ’ ἄρτου καὶ χόνδρου δι’ ὕδατος <lb/>ἑψημένου. δοτέον
                            δὲ τούτοις ἔστιν ὅτε καὶ ὠὰ καὶ μᾶλλον <lb/>τὰς λεκίθους αὐτῶν,
                            δύσπεπτον γὰρ τὸ λευκόν. ἀλεκτρυόνων <lb/>τε τῶν γάλακτι τεθραμμένων
                            τοὺς ὄρχεις· δοτέον δὲ καὶ τοὺς <lb/>ἐγκεφάλους τοὺς ὑείους, ἤτοι γ’
                            ὀπτηθέντας ἀκριβῶς· ἔναιμοι <lb/>γὰρ δοθέντες ἐσχάτως βλάπτουσιν· ἢ διὰ
                            τοῦ λευκοῦ <lb/>ζωμοῦ καλῶς ἑψημένους, ἐμβεβλημένου πράσου καὶ ἀνήθου.
                                <pb n="849"/> καὶ ὅλως ἅπαντα πρακτέον ὑπὲρ τοῦ παχυτέραν μὲν
                            ἐργάσασθαι <lb/>τὴν ὕλην τῶν χυμῶν, πυκνῶσαι δὲ τὸ δέρμα καὶ
                            <lb/>διακωλῦσαι τὰς διαπνοάς. ἀναγκαῖος δὲ τούτοις ὁ ὑδατώδης <lb/>οἶνός
                            ἐστιν, εὐθὺς ἐπὶ τοῖς σιτίοις ἐξ ἀρχῆς λαμβανόμενος. εἰ <lb/>δ’ ὡς
                            ἐλπίζομεν ἅπαντα γίγνοιτο, καὶ κρεώδους τροφῆς ἐπιδώσομεν <lb/>αὐτοῖς τι
                            καὶ μάλιστα μετὰ τὴν τετάρτην ἡμέραν, <lb/>ἤδη τῶν τοὺς πυρετοὺς
                            γεννώντων χυμῶν εἰς πέψιν ἡκόντων. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="286"/>ἐν τοιαύτῃ διαθέσει γενομένου
                            νεανίσκου κατὰ <lb/>τὸν δέκατον ἐμνήσθην λόγον, ὃν ἐτρέφομεν, ὡς εἶπον,
                            ἑκάστης <lb/>ἡμέρας καὶ μάλιστά γε πρὸ τοῦ παροξυσμοῦ. καὶ ὡς ἐξεπίτηδες
                            <lb/>ἅπαξ μου μὴ διδόντος αὐτῷ τροφὴν ἡ εἰσβολὴ τοῦ <lb/>παροξυσμοῦ μετὰ
                            συγκοπῆς ἐγένετο. κατὰ τὰς τοιαύτας οὖν <lb/>θεραπείας ἁπάσας ἤδη μὲν
                            συγκοπτομένου τοῦ κάμνοντος ὁ <lb/>πρὸς τὸ σύμπτωμα κρατεῖ σκοπός·
                            οὐδέπω δὲ εἰς τοῦθ’ ἥκοντος <lb/>ἀμφοτέρων στοχαζόμεθα, τοῦ τε μὴ
                            γενέσθαι τὸ σύμπτωμα <lb/>καὶ τοῦ κατὰ βραχὺ λύειν τὸ νόσημα. θᾶττον δ’
                            ἄν <lb/>ἐλύσαμεν αὐτὸ, μὴ δεδιότες τὸ σύμπτωμα. τὸν μὲν γὰρ ὑπὸ <lb/>τοῦ
                            πλήθους τῶν ὠμῶν χυμῶν βαρυνόμενον, ἅπαξ ἂν οἶμαι ﻿<pb n="850"/>
                            κενώσαντες ἀπηλλάξαμεν τῆς διαθέσεως, εἴπερ οἷός τε ἦν <lb/>ἐνεγκεῖν
                            ἀθρόαν κένωσιν καὶ μηδεὶς φόβος ἐφέδρευε συγκοπῆς· <lb/>τὸν δ’
                            εὐδιαφόρητον οὐκ ἂν πρὸ τοῦ παροξυσμοῦ τρέφειν <lb/>ἀναγκαζόμενοι
                            μακρότερον εἰργαζόμεθα τὸ νόσημα. περὶ μὲν <lb/>δὴ τούτων ἀρκείτω τὰ
                            λελεγμένα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τῶν δ’ ἄλλων προφάσεων ἐφ’ αἷς συγκόπτονται <lb/>μνημονεύσομεν ἐφεξῆς.
                            εἰσὶ δὲ τέσσαρες, ἄλγημά τε <lb/>σφοδρὸν καὶ ἀγρυπνία καὶ κένωσις
                            ἄμετρος γαστρός· ἐπὶ δὲ <lb/>τῶν παραπαιόντων καὶ ἡ κίνησις ἔστιν ὅτε.
                            καὶ εἰ βούλει καὶ <lb/>πέμπτην προστίθει τὴν δυσκρασίαν τῶν ἀρχῶν, ὑπὲρ
                            ἧς ἐπὶ <lb/>τελευτῇ τοῦ λόγου διαλεξόμεθα, καὶ μάλισθ’ ὅτι διττῶς
                            γίγνεται, <lb/>ἤτοι κατὰ ψιλὰς τὰς ποιότητας ἀλλοιουμένων τῶν μορίων
                            <lb/>ἢ κακοχυμίας τινὸς ἐν αὐτοῖς παραλαμβανομένης. ἑξῆς <lb/>οὖν ὑπὲρ
                            ἁπάντων ῥητέον τῶν διῃρημένων, ἀρξαμένους ἀπὸ <lb/>τῶν ἀλγημάτων. εἰ μὲν
                            οὖν δυναίμεθα τὴν αἰτίαν αὐτὴν <lb/>ἐκκόψαι δι’ ἣν ἀλγοῦσιν, οὕτως ἂν οὐ
                            πρὸς σύμπτωμα εἴημεν <lb/>ἐνεργοῦντες, ἀλλ’ ἰώμενοι τὸν κάμνοντα·
                            κωλυόμενοι δὲ διά <lb/>τινα πρόφασιν ἐπὶ τὴν διάθεσιν ἰέναι πραΰνομεν τὸ
                            τῶν <pb n="851"/> ἀλγημάτων σφοδρόν. ἐπεὶ δ’ οὔτε ἀναιρεῖν οἷόν τέ ἐστι
                            τὰς <lb/>τῶν ἀλγημάτων αἰτίας οὔτ’ ἀμβλύνειν τὰς σφοδρότητας <lb/>ἄνευ
                            τοῦ γνῶναι τουτὶ τὸ ἄλγημα τὸ περὶ τὸν κάμνοντα <lb/>συνεστηκὸς ὑπὸ
                            τίνος αἰτίας γίγνεται, προεσκέφθαι χρὴ <lb/>δηλονότι τὰς αἰτίας καὶ τὰ
                            σημεῖα δι’ ὧν ἄν τις αὐτὰς γνωρίσειεν· <lb/>ὡς τὰ πολλὰ γὰρ ἄδηλοι ταῖς
                            αἰσθήσεσιν ὑπάρχουσαι, <lb/>γεγυμνασμένου δέονται περὶ τὴν τοιαύτην
                            θεωρίαν <lb/>ἀνδρός. εἴρηται μὲν οὖν ἡμῖν οὐκ ὀλίγα δι’ ἑτέρων
                            πραγματειῶν <lb/>ὑπὲρ ἀλγημάτων γενέσεως, ἁπάντων δὲ αὐτῶν τοῦ
                            <lb/>καιροῦ νῦν ἥκοντος, ἀναγκαῖον εἶναι νομίζω διελθεῖν ἐπὶ
                            <lb/>κεφαλαίων ὅλον τὸν λόγον. ἐπεὶ τοίνυν ἐν τῷ τοῦ ζώου <lb/>σώματι
                            κατὰ πάσας τὰς αἱρέσεις οὐ πάντα ἐστὶν αἰσθητικὰ <lb/>τὰ μόρια, δῆλον ὡς
                            οὐκ ὀδυνήσεται τὰ τελέως ἀναίσθητα. <lb/>μόνοις οὖν τοῖς αἰσθητοῖς τῆς
                            ὀδύνης ὑπαρχούσης, ἐφεξῆς <lb/>σκεπτέον ἆρά γε διὰ παντὸς ὀδυνηθήσεται
                            τὰ τοιαῦτα τῶν <lb/>σωμάτων ἢ καθ’ ἕνα τινὰ χρόνον ἐγγινομένης αὐτοῖς
                            διαθέσεως <lb/>ὀδυνηρᾶς. ἀλλ’ εἴπερ αὐτὸ τὸ φαινόμενον ἐναργῶς <lb/>ἡμᾶς
                            διδάσκει πολὺς εἶναι χρόνον ἐν ᾧ μηδ’ ὅλως ὀδυνώμεθα, <pb n="852"/>
                            δῆλον ὡς κατά τινα χρόνον ἐγγινομένης ἑκάστῳ τῶν ὀδυνωμένων
                            <lb/>ὀδυνηρᾶς διαθέσεως ἀναγκαῖον ἀλγεῖν ἐστιν. ἐὰν οὖν <lb/>εὕρωμεν
                            ἥτις ποτ’ ἐστὶν ἡ τοῖς αἰσθητοῖς σώμασιν ἐγγινομένη <lb/>διάθεσις, καθ’
                            ἣν ἀνιᾶται τὸ ζῶον, ἑαλωκὸς ἂν εἴη ἡμῖν τὸ <lb/>ζητούμενον. ἐνταῦθ’ οὖν
                            ἀπὸ τῶν κατὰ φύσιν ἐννοιῶν, αἳ <lb/>δὴ καὶ κοιναὶ πᾶσιν ἡμῖν <milestone unit="ed2page" n="287"/>εἰσιν, ἰέναι χρὴ μεθόδῳ πρὸς <lb/>τὸ σκέμμα.
                            διδάσκει δὲ ἡ κατὰ φύσιν ἔννοια τὸ πάθος χρῆναι <lb/>τοῦ σώματος, ᾧ
                            μέλλει πονήσειν, ἤτοι συνεχείας λύσιν <lb/>ἢ ἀλλοίωσιν εἶναί τινα. διὸ
                            καὶ καλῶς ἐλέγετο τοῖς ἐξ ἀτόμων <lb/>ἢ ἀναισθήτων ἢ ἀνάρμων στοιχείων,
                            συντιθεῖσι τὸ <lb/>σῶμα παντάπασιν ἄπορον εἶναι διάθεσιν εὑρεῖν, ὑφ’ ἧς
                            <lb/>ὀδύνη γίγνεται. φαίνεται γὰρ οὐδὲν τῶν ἁπλῶς ψαυόντων
                            <lb/>ὀδυνηρόν· ἁπλῶς δ’ ἀλλήλων ψαύει τὰ τοιαῦτα σώματα. <lb/>κᾂν εἰ μὴ
                            ψαύοι <milestone unit="ed1page" n="170"/>δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ θραύοι κατὰ
                            τὴν <lb/>πρόπτωσιν ἄλληλα, πλέον οὐδὲν εἰς ἀλγήματος γένεσιν,
                            <lb/>ἀναισθήτων ὑποκειμένων τῶν θραυομένων· εἰ μή τι καὶ <lb/>τοὺς
                            λίθους ὀδυνᾶσθαι φήσομεν διαιρουμένους. ἀλλὰ περὶ <pb n="853"/> μὲν
                            τούτων ἐπὶ πλέον ἐν ἄλλοις τέ τισι κᾀν τῷ πέμπτῳ <lb/>περὶ τῶν
                            Ἀσκληπιάδου δογμάτων ἐσκεψάμεθα. νυνὶ δὲ ἀρχὴν <lb/>ὁμολογουμένην
                            λαμβάνοντες, ὡς ἀναγκαῖον ἤτοι διαίρεσιν <lb/>εἶναι τὴν διάθεσιν τῆς
                            ὀδύνης ἢ ἀλλοίωσιν, ἀναμνησθῶμεν <lb/>αὖθις ὡς οὐδ’ ἡ ἀλλοίωσις ἡ κατὰ
                            βραχὺ γινομένη <lb/>δύναιτ’ ἄν ποτε ὀδυνῆσαι τὸ ζῶον, ἀλλ’ ἀναγκαῖον
                            <lb/>ἀθρόαν τε ἅμα καὶ βιαίαν γίνεσθαι τὴν μεταβολὴν, εἰ <lb/>μέλλει τις
                            ὀδύνη γενήσεσθαι. φαίνεται γὰρ οὐ μόνον εἰς <lb/>τὸ παρὰ φύσιν ἀθρόως
                            ἀγόμενα τὰ σώματα λυπηρὰν <lb/>ἴσχειν τὴν μεταβολὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰς τὸ
                            κατὰ φύσιν <lb/>ἐπάνοδον αὐτὴν, εἰ μὴ κατὰ βραχὺ λαμβάνοι, κᾀν τούτῳ
                            <lb/>πονοῦντα. τοὺς γοῦν ὁδοιπορήσαντας ἐν σφοδρῷ κρύει
                            <lb/>θερμαινομένους ἀθρόως ἴσμεν ἀλγοῦντας οὕτως ἰσχυρῶς <lb/>τὰ περὶ
                            τὰς ῥίζας τῶν ὀνύχων, ὡς μὴ δύνασθαι φέρειν. <lb/>εἰ μὲν οὖν καὶ αὐτὸ τὸ
                            σφοδρῶς θερμαίνεσθαι ἢ ψύχεσθαι <lb/>διαίρεσίν τινα τῆς συνεχείας
                            ἐργάζεται, πλείονος ἴσως <lb/>δεῖται λόγου, καὶ δέδεικται καὶ τοῦτο ἐν
                            τοῖς περὶ τῆς <pb n="854"/> τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως ὑπομνήμασιν.
                            ἀλλ’ εἴς <lb/>γε τὰ παρόντα τί ποιοῦν τὸ θερμαῖνον ἰσχυρῶς ἢ ψῦχον
                            <lb/>σφοδρῶς ὀδύνην ἐργάζεται, ζητεῖν οὐκ ἀναγκαῖον· εἴτε γὰρ <lb/>ὡς
                            τέμνον τὸ συνεχὲς τῆς οὐσίας τῶν αἰσθητῶν, εἴθ’ ὡς <lb/>ἀλλοιοῦν αὐτὴν
                            ἀθρόως, οὐδὲν διαφέρει πρὸς τὴν εὕρεσιν <lb/>τῶν ἰασομένων τὰς ὀδύνας,
                            ἐάν γε μόνον εἰδῶμεν ὡς τὸ <lb/>θερμαῖνον ἢ ψῦχον βιαίως ὀδυνηρὸν
                            γίνεται τοῖς αἰσθανομένοις <lb/>σώμασιν. εἴπερ γοῦν ἄρχεσθαι μὲν ἀπὸ τῶν
                            ἐναργῶν <lb/>δεῖ, φαίνεται δὲ ἐναργῶς ταῦτα μόνα τῶν πλησιαζόντων
                            <lb/>ἡμῖν ὀδυνηρὰ, τά τ’ ἰσχυρῶς θερμαίνοντά τε καὶ <lb/>ψύχοντα καὶ τὰ
                            διαιροῦντα τὸ συνεχὲς τῆς οὐσίας, ἅπερ <lb/>ἐν τοῖς θλῶσί τε καὶ
                            τέμνουσι καὶ τείνουσι περιέχεται, <lb/>ζητήσωμεν εὑρεῖν τὴν ἴασιν αὐτῶν
                            ὁδῷ τινι προϊόντες ἀπὸ <lb/>τῆς τῶν ζητουμένων φύσεως, ὅπερ ὀνομάζεται
                            μέθοδος. <lb/>ἄνωθεν οὖν αὖθις ἀρξάμενοι λέγωμεν. ἐπειδὴ ζητοῦμεν ὅπως
                            <lb/>ἐν νόσοις ὀδυνώμεθα μηδενὸς ἡμῖν ἔξωθεν ὀδυνηροῦ πλησιάζοντος,
                            <lb/>ἀναγκαῖον ἐν τῷ σώματι ζητῆσαι τί τῶν τοιούτων ﻿<pb n="855"/>
                            αἴτιον, ὃ θερμαῖνον σφοδρῶς ἢ ψῦχον ἢ διαιροῦν τὴν <lb/>οὐσίαν ἑνός γέ
                            τινος αἰσθητοῦ σώματος ἀνιαρὸν ἡμῖν γίνεται, <lb/>καὶ πρῶτόν γε
                            θεασώμεθα τίνος εἶναι χρὴ φύσεως ὃ <lb/>διαιρήσει τὴν συνέχειαν.
                            ἀναγκαῖον οὖν ἤτοι ῥῆξιν ἢ <lb/>θλάσιν ἢ διάβρωσιν εἶναι τὴν διάθεσιν,
                            ἐν τῷ διαιρεῖσθαι <lb/>τὸ συνεχές. ἀλλ’ ἡ μὲν ῥῆξις ἐκ τάσεώς τινος, ἡ
                            δὲ θλάσις <lb/>ἐκ βάρους, ἡ δὲ διάβρωσις ἐκ δακνώδους γίνεται
                            <lb/>ποιότητος. ὅταν οὖν ἔξωθεν μὲν μηδὲν ᾖ τὸ τεῖνον ἢ βαρῦνον <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="288"/>ἢ δάκνον, ἐξ ἑαυτοῦ δέ τι πάσχῃ
                            τούτων τὸ <lb/>σῶμα, παντί που δῆλον ὡς ἡ μὲν τάσις ὑπό τινος ἔνδον
                            <lb/>οὐσίας πολλῆς διατεινούσης τὸ περιέχον αὐτὴν σῶμα γίνοιτ’ <lb/>ἂν ἢ
                            ἀμέτρου ξηρότητος, ἡ δὲ θλάσις ἔξωθεν ἐπιπεπτωκυίας <lb/>οὐσίας σκληρᾶς
                            ἢ μεγάλης ἢ βαρείας ἢ συναμφοτέρων, <lb/>ἡ δὲ δῆξις ὑπὸ χυμοῦ δακνώδη
                            φύσιν ἔχοντος· ἐπισκεπτέον <lb/>οὖν ἡμῖν ἐν ταῖς σφοδραῖς ὀδύναις. ἤτοι
                            χυμὸν <lb/>πολὺν ἢ πνεῦμα διέξοδον οὐκ ἔχον, ἢ βαρὺν ὄγκον, ἢ δακνῶδες
                            <lb/>ὑγρὸν ἢ διάθεσιν ξηράν· ἔτι δὲ πρὸς τούτοις, ὡς <pb n="856"/> ἐν
                            ἀρχῇ διῄρηται, τὸ θερμαῖνον ἰσχυρῶς ἢ ψῦχον. ὧν πάλιν <lb/>αὐτῶν τὰς
                            αἰτίας ἢ ἐν τῷ πνεύματι θετέον ἢ ἐν τοῖς <lb/>ὑγροῖς ἢ ἐν τοῖς στερεοῖς·
                            ὅ τι γὰρ ἂν αὐτῶν ἰσχυρῶς ψυχθὲν <lb/>ἢ ὑποθερμανθὲν ψαύῃ τῶν
                            πλησιαζόντων, ὀδυνηρὸν <lb/>αὐτοῖς γίγνεται. πῶς μὲν οὖν χρὴ
                            διαγινώσκειν ἕκαστον τῶν <lb/>εἰρημένων καὶ ὡς οὐχ ἁπάντων ἔχομεν ἐναργῆ
                            σημεῖα καὶ <lb/>ὡς εἴπερ τι ἄλλο καὶ ἡ διάγνωσις τῶν ἀδήλων πρὸς
                            αἴσθησιν <lb/>αἰτιῶν τε καὶ διαθέσεων ἐκ πολλῆς μὲν γυμνασίας,
                            <lb/>ἐπιμελοῦς δ’ ἁπάντων περισκέψεως ἡμῖν περιγίνεται, δι’ <lb/>ἑτέρων
                            δεδήλωται. νυνὶ δὲ οὐ τοῦτο πρόκειται σκοπεῖν, <lb/>ἀλλ’ αὐτὴν μόνην
                            διέρχεσθαι τὴν θεραπευτικὴν μέθοδον. ἐξ <lb/>ἧς ἐπιστημονικῶς
                            διαγνωσθείσης ἡλίκη βοήθεια καὶ ὠφέλεια <lb/>γίνεταί τοῖς ἰατροῖς οὐ
                            μόνον εἰς βοηθημάτων τε καὶ ἰαμάτων <lb/>εὐπορίαν, ἀλλ’ ἐστιν ὅτε καὶ
                            εἰς τὴν τῆς διαθέσεως <lb/>γνῶσιν, ἐναργῶς ὑμῖν ἔδειξα πολλάκις ἐπ’
                            αὐτῶν τῶν καμνόντων, <lb/>ὧν ἤδη μνημονεύσω δυοῖν ἢ τριῶν οὐ πρὸ πολλοῦ
                            <lb/>θεραπευθέντων. ὁ μέν γε τεσσαρακοντούτης ἦν, ὡς οἶσθα, <pb n="857"/> κωλικὸς εἶναι νομιζόμενος, οὐ μόνον οὐδὲν ὀνινάμενος ὑπὸ
                            <lb/>καταντλήσεων καὶ πυρίας καὶ καταπλασμάτων καὶ κλυσμάτων, <lb/>οἷς
                            συνήθως εἰώθασιν ἐπὶ τῶν τοιούτων χρῆσθαι <lb/>διαθέσεων, ἀλλὰ καὶ
                            παροξυνόμενος ὑπὸ τῶν πλείστων. <lb/>ἐπὶ γοῦν ἐλαίῳ πηγανίνῳ διὰ τῆς
                            ἕδρας ἐνεθέντι χείρων <lb/>ἐγένετο καὶ αὖθις ἐπὶ καστορίῳ· καὶ μέντοι
                            καὶ μέλι ποτέ <lb/>προσενεγκάμενος ἑφθὸν ἔχον πέπερι ἐσχάτως ὠδυνήθη·
                            καὶ <lb/>τὸν χυλὸν δὲ τῆς ἑφθῆς τήλεως ἅμα μέλιτι λαβὼν ἱκανῶς
                            <lb/>παρωξύνθη. στοχασάμενος οὖν ἐγὼ χυμοὺς δακνώδεις ἐν <lb/>αὐτοῖς
                            τοῖς χιτῶσι τῶν ἐντέρων ἀναπεπῶσθαι, συνδιαφθείροντας <lb/>ἑαυτοῖς τά τε
                            κάτωθεν ἐνιέμενα καὶ τὰ διὰ τοῦ <lb/>στόματος λαμβανόμενα, δύσφθαρτον
                            αὐτῷ τροφὴν δούς. <lb/>εἶτ’ ἰδὼν ὀδυνώμενον ἔγνων χρῆναι τὴν κακοχυμίαν
                            ἐκκαθαίρειν. <lb/>ὄντος δ’ ἀρίστου πρὸς τὰς τοιαύτας κακοχυμίας
                            <lb/>φαρμάκου τοῦ διὰ τῆς ἀλόης, ὃ καλοῦσιν ἤδη συνήθως <lb/>πικρὰν,
                            ἀθρόως μὲν οὐκ ἐτόλμησα καθαίρειν αὐτὸν τὸν <lb/>ἄνθρωπον, ὑπό τε τῆς
                            ὀδύνης καὶ τῆς ἐνδείας καθῃρημένον <lb/>ἤδη που δυοῖν μηνῶν. ἐκ
                            διαστημάτων δὲ τινων σύμμετρον <pb n="858"/> τοῦτ’ ἐργαζόμενος ἡμέρας ὡς
                            οἶσθά που πεντεκαίδεκα τελέως <lb/>ἰασάμην αὐτὸν οὐδὲν οὐκέτι αὐτῷ
                            προσαγαγὼν ἄλλο <lb/>βοήθημα. οὗτος μὲν οὖν ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ πρῶτον
                            <lb/>οὕτως ἠνωχλεῖτο, μηδέπω πρότερον ἀλγήσας ἔντερα. νεανίσκος <lb/>δέ
                            τις ἐγγὺς ἐκείνῳ τὴν ἡλικίαν, οὐκ ὀλιγάκις ἔμπροσθεν <lb/>ἠνωχλημένος
                            ὑπὸ κωλικῶν ἀλγημάτων, ἐκαθάρθη λαβὼν <lb/>σκαμμωνίας ὀπόν. ἀξιολόγου δὲ
                            τῆς καθάρσεως γενομένης, <lb/>ἐν μὲν τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν λουσάμενος εἰς
                            ἑσπέραν καὶ <lb/>λαβὼν πτισάνης χυλὸν πρῶτον, εἶτ’ ἐπιφαγὼν ἰχθύας ἤμεσε
                            <lb/>τὰ ληφθέντα διὰ νυκτός. ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ λουσάμενος ἔφαγε·
                            <lb/>πρῶτον μὲν θριδακίνης, εἶτα κρεῶν ὀρνιθείων ἑψομένων ἐν <lb/>λευκῷ
                            ζωμῷ· <milestone unit="ed2page" n="289"/>κᾄπειτα προσηνέγκατο χόνδρον,
                            ἐξ ὕδατος <lb/>ἐπιβαλὼν οἶνον αὐστηρόν. μετρίως δὲ διάγειν δόξας ἐπ’
                            <lb/>αὐτοῖς, διῃτήθη μὲν καὶ τῇ τρίτῃ τῶν ἡμερῶν παραπλησίως,
                            <lb/>ἐξέδωκε δὲ ἡ γαστὴρ αὐτοῦ μετὰ τοῦ δηχθῆναι πλείω τῆς τῶν
                            <lb/>ἐδεσμάτων ἀναλογίας. εἶτα κατὰ τὴν τετάρτην ἡμέραν ἔτι <lb/>καὶ
                            μᾶλλον ὠδυνήθη τὰ κατὰ τὴν γαστέρα· καὶ δόξας ἐν τῷ <lb/>βαλανείῳ που
                            λεληθότως ἐψῦχθαι, πηγάνινον ἔλαιον ἐνεθεὶς, <pb n="859"/> ὠδυνήθη τε
                            σφοδρότερον καὶ μετὰ ταῦτα ἐξέκρινεν ὑγρὸν διαχώρημα <lb/>πάμπολυ, σαφῶς
                            ἐνδεικνύμενον ὡς κᾀκ τοῦ σώματος <lb/>ὅλου τι φέρεται πρὸς τὰ κατὰ τὴν
                            γαστέρα χωρία. κᾄπειθ’ <lb/>ἑξῆς ἐκ περιόδων ὁμοίως ἠνωχλεῖτο.
                            πειθόμενοι δ’ ἡμεῖς <lb/>αὐτῷ τὰ συμπτώματα, τὴν βλάβην ἐκ τῆς
                            σκαμμωνίας <lb/>ἔγνωμεν ἐν ἐκείνοις μάλιστα γεγονέναι τοῖς ἐντέροις, ἃ
                            καὶ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="171"/>πρότερον ἦν ἀσθενῆ, ὥσθ’ οἷον
                            ῥευματικήν τινα συνίστασθαι <lb/>διάθεσιν. οἶσθ’ οὖν ὅπως ἰασάμην καὶ
                            τοῦτον <lb/>ἀποῤῥῖψαι μὲν κελεύσας τὰ κωλικὰ βοηθήματα, τραφῆναι δὲ
                            <lb/>χόνδρῳ θερμῷ, δι’ ὕδατος ἡψημένῳ, κόκκους ῥοιᾶς ἐμβαλὼν <lb/>αὐτῷ.
                            κοιμηθεὶς δ’ ὅλῃ τῇ νυκτὶ χωρὶς ὀδύνης ἐθαύμασε <lb/>δήπου τὸ παράδοξον
                            τῆς βοηθείας, ἠρώτα δ’ ὅ τι χρὴ πιεῖν. <lb/>ἐδώκαμεν οὖν αὐτῷ πιεῖν
                            ὑδαρῆ ῥοῦ χυλὸν, ὅπως εἴτε τις <lb/>ἐπιπολῆς εἴη γεγενημένη περὶ τὸ
                            ἔντερον ἑλκώδης διάθεσις <lb/>ἀποστύψειεν, εἴτε καὶ ῥέῃ τι κατὰ τὸ
                            σύνηθες ἐκ τῶν ἄνω <lb/>χωρίων εἰς τὸ πεπονθὸς ἀναστείλειεν· ἀρίστῳ τε
                            αὐτῷ χρήσασθαι <lb/>προσετάξαμεν οὕτως· εἶτ’ εἰς ἑσπέραν δειπνεῖν οἴνων
                            <lb/>τινὰ τῶν αὐστηρῶν μὲν φύσει, παλαιῶν δὲ, διαβραχέντος ﻿<pb n="860"/> ἄρτου καθαροῦ. συνεχωρήσαμεν δὲ καὶ τῶν αὐστηρῶν ὀπωρῶν <lb/>λαβεῖν
                            ἧς ἂν αὐτὸς ἐθέλῃ μήλων ἢ ἀπίων ἢ ῥοιᾶς. <lb/>ὁμοίως δὲ καὶ τῇ τρίτῃ τῶν
                            ἡμερῶν διαιτηθεὶς ἐν τῇ τετάρτῃ <lb/>πιὼν τῆς θηριακῆς, ὑγιὴς τελέως
                            ἐγένετο, καὶ τοῦ λοιποῦ <lb/>τοῖς συνήθεσι χρώμενος οὐδὲν ἐβλάπτετο.
                            παραπλησίως δὲ <lb/>ἕτερόν τινα διακείμενον ὥρᾳ θέρους, ἐπειδὴ διψώδης
                            ἱκανῶς <lb/>ὑπῆρχε πρὸς τοῖς ἄλλοις τοῖς εἰρημένοις καὶ ψυχρῷ ποτῷ
                            <lb/>συνεχώρησα χρῆσθαι. μὴ τοίνυν ζήτει σημεῖα τοιαῦτα καθ’
                            <lb/>ἑκάστην διάθεσιν, οἷα πλευρίτιδός ἐστιν ἢ δυσεντερίας. ἐπιστημονικὴ
                            <lb/>μὲν γὰρ ἡ τῶν τοιούτων νοσημάτων διάγνωσις, <lb/>ὡρισμένοις
                            σημείοις γνωριζομένη, στοχαστικὴ δὲ ἡ τῶν ἀρτίως <lb/>εἰρημένων καὶ
                            μόνοις τοῖς ἀκριβῶς ἐπισταμένοις ἑκάστου νοσήματος <lb/>τὴν οἰκείαν
                            θεραπείαν εὑρίσκεσθαι δυναμένη. ὥστ’ <lb/>ἐπεὶ περὶ ταύτης πρόκειται νῦν
                            λέγειν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν <lb/>περαινέσθω, μὴ προσαπτομένων ἡμῶν τῆς
                            διαγνώσεως τῶν <lb/>διαθέσεων· καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐκ στοχαστικῶν ἀρχομένη
                            σημείων <lb/>συνάπτηται τῇ τῶν ὠφελούντων ἢ βλαπτόντων διαγνώσει.
                            <lb/>τὴν γὰρ ἐν τούτοις μέθοδόν τε καὶ γυμνασίαν ἐν ταῖς <pb n="861"/>
                            τῶν νοσημάτων διαγνώσεσιν ἰδίᾳ ποιούμεθα καθ’ ἑαυτὴν, ἵνα <lb/>τεχνωθείς
                            τις εὑρίσκῃ καθ’ ἕκαστον ἄῤῥωστον, ὥσπερ καὶ <lb/>ἡμεῖς τά τε πεπονθότα
                            μόρια καὶ τὰς διαθέσεις αὐτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἐπανέλθωμεν οὖν αὖθις ἐπὶ τὰς τὴν ὀδύνην <lb/>ἐργαζομένας διαθέσεις. εἰ
                            μὲν γὰρ αἵματος πλῆθος εἴη <lb/>τὸ διατεῖνον, ὥσπερ ἀμέλει καὶ ἐν τοῖς
                            φλεγμαίνουσι γίγνεται, <lb/>φλεβοτομητέον αὐτίκα τῆς δυνάμεως ἰσχυρᾶς
                            οὔσης· εἰ δ’ <lb/>ἤτοι φοβοῖτο τὴν φλεβοτομίαν ὁ ἄνθρωπος ἢ ἀῤῥωστότερος
                            <lb/>εἴη τὴν δύναμιν, ἀντισπαστέον τε καὶ παροχευτέον· εἴρηται <lb/>δὲ
                            ἔμπροσθεν ὅπως χρὴ ταῦτα ποιεῖν. εἰ δὲ καὶ τούτων γενομένων <lb/>ἔτι
                            μένοι τὸ ἄλγημα, δῆλον μὲν δήπου κατὰ τὸ πεπονθὸς <lb/>μόριον ἐσφηνῶσθαι
                            τὸ λυποῦν. <milestone unit="ed2page" n="290"/>εὔδηλος δὲ ἡ <lb/>θεραπεία
                            τοῖς διαφορητικοῖς γινομένη φαρμάκοις. ὡσαύτως <lb/>δὲ καὶ τὰς διὰ
                            φυσῶδες πνεῦμα γινομένας ὀδύνας ἰασόμεθα, <lb/>προσβοηθοῦντες ἐπ’ αὐτῶν
                            μᾶλλον τοῖς λεπτύνουσι ἐδέσμασί <lb/>τε καὶ πόμασιν ἐνέμασί τε καὶ
                            καταπλάσμασιν αἰονήσεσί <lb/>τε καὶ πυριάμασιν. εἰ δ’ ὄγκος βαρύνων ἤ
                            θλῶν ὀδύνην <lb/>ἐργάζοιτο, τὸν ὄγκον ἰατέον. εἰ δὲ δακνῶδες ὑγρὸν, <pb n="862"/> ἐναντιώτατα τούτοις ἐστὶ τὰ λεπτύνοντα καὶ θερμαίνοντα.
                            <lb/>χρῄζει γὰρ ἡ τοιαύτη διάθεσις, εἰ μὲν ἰαθήσεσθαι μέλλει, τῆς
                            <lb/>κενώσεως τῶν λυπούντων· εἶ δ’ εἴη τοῦτο ποιεῖν ἀδύνατον, <lb/>τῆς
                            ἐπικράσεως· εἰ δὲ καὶ τοῦτο ἀδύνατον, διὰ τῆς τῶν <lb/>ναρκωτικῶν
                            φαρμάκων προσφορᾶς· ἥτις ἐστὶ μὲν κοινὴ, <lb/>βλάπτει δὲ ἥκιστα τῶν
                            ἄλλων τὰς τοιαύτας διαθέσεις. λεπτὰ <lb/>γὰρ ὑπάρχει ταῖς συστάσεσι καὶ
                            θερμὰ ταῖς δυνάμεσι τὰ πλεῖστα <lb/>τῶν τοιούτων ὑγρῶν· ὅσα δὲ δι’ ὀπίου
                            καὶ ὑοσκυάμου <lb/>καὶ τῶν οὕτως ψυχόντων σκευάζεται φάρμακα, ψύχει τε
                            ἅμα <lb/>καὶ ξηραίνει πάντως· κατὰ τοῦτο γοῦν οὐ μόνον ὡς αἰσθήσεως
                            <lb/>ναρκωτικὰ χρήσιμα καθέστηκεν, ἀλλὰ καὶ ὡς συνιστάντα <lb/>καὶ
                            παχύνοντα τὴν τῶν ὑγρῶν λεπτότητα καὶ προσέτι καὶ <lb/>τὴν θερμότητα
                            σφοδρὰν ὑπάρχουσαν ἐμψύχοντα. παχέων <lb/>δὲ ὑγρῶν ἢ γλίσχρων
                            ἐπικρατούντων ἐναντιώτατα ὑπάρχει <lb/>τὰ ναρκωτικὰ φάρμακα καὶ πάνυ χρὴ
                            φυλάττεσθαι τὴν χρῆσιν <lb/>αὐτῶν ἐπὶ ταῖς τοιαύται διαθέσεσιν. οὐ μὴν
                            οὐδ’ ὀδύνη <lb/>τις ἕπεται σφοδρὰ τοῖς τοιούτοις χυμοῖς μόνοις οὖσιν. εἰ
                            δέ <pb n="863"/> ποτε συμπλακείη κατά τι συμβεβηκὸς, ἀτμῶδες πνεῦμα τῶν
                            <lb/>περιεχόντων ἑαυτὸ σωμάτων ἀδυνατοῦν διεξιέναι, σφοδρότατα
                            <lb/>πάντως οἱ οὕτως ἔχοντες ὀδυνῶνται. ἕπεται δ’ αὐτοῖς <lb/>τοῦτο κατὰ
                            διττὴν αἰτίαν, ἤτοι γ’ ἔμφραξιν ἢ θερμασίαν· <lb/>ἥ τε γὰρ ἔμφραξις
                            ἴσχει τὸ πνεῦμα καὶ κωλύει διεξιέναι· θερμαινόμενά <lb/>τε τὰ παχέα καὶ
                            γλίσχρα φυσῶδες πνεῦμα γεννᾷν <lb/>πέφυκε. τοιαῦται μάλιστα γίνονται
                            διαθέσεις τοῖς ἐμπεπλησμένοις <lb/>ἐδεσμάτων, ψυχρῶν μὲν ταῖς κράσεσι,
                            παχέων δὲ <lb/>καὶ γλίσχρων ταῖς συστάσεσιν, ὅταν ἐν αὐτοῖς περιέχηται
                            <lb/>τοῖς χιτῶσι τῶν ἐντέρων τὸ φυσῶδες πνεῦμα. δυοῖν γὰρ <lb/>ὄντοιν
                            αὐτῶν, ἐπειδὰν ἐν τῇ μεταξὺ χώρᾳ τοιοῦτός τις <lb/>ἀθροισθῇ χυμὸς, εἰς
                            φυσῶδες μεταβάλλει πνεῦμα. παχὺ δὲ <lb/>δή που τοῦτ’ ἔστι καὶ ψυχρὸν καὶ
                            βραδύπορον. ὅταν οὖν <lb/>ἴσχηταί τε καὶ διατείνῃ τοὺς χιτῶνας, ὅ τε
                            χυμὸς ἐξ οὗ τὴν <lb/>γένεσιν ἔχει ψύχει σφοδρῶς τὰ ψαύοντα μόρια τῶν
                            ἐντέρων, <lb/>κατὰ δύο προφάσεις οἱ οὕτω κάμνοντες ὀδυνῶνται. τὸ μὲν
                            <lb/>οὖν παραυτίκα τελέως ἀνώδυνοι γίνονται, πιόντες τι τῶν
                            <lb/>ναρκωτικῶν φαρμάκων, αὐξάνεται δὲ ἡ διάθεσις αὐτοῖς παντοίως· <pb n="864"/> οἵ τε γὰρ χιτῶνες τῶν ἐντέρων πυκνότεροι καὶ
                            δυσδιαπνευστότεροι <lb/>γίγνονται τῇ ψυχρότητι τῶν φαρμάκων, ὅ <lb/>τε
                            χυμὸς παχύτερος καὶ δυσκινητότερος. ὥστε καὶ χρόνου <lb/>πλέονος
                            ἀναγκαῖον ἔσται δεηθῆναι τὸν κάμνοντα καὶ τοῦ θεραπεύοντος <lb/>εἰς
                            ἄκρον γεγυμνασμένου κατὰ τὴν τέχνην. εἰ <lb/>γὰρ ὡς ἔτυχεν αὖθις
                            ἐγχειρήσειε τῇ θεραπείᾳ, κίνδυνος <lb/>ἐκ δευτέρου πνευματωθέντας τοὺς
                            χυμοὺς τὴν αὐτὴν ὀδύνην <lb/>ἐργάσεσθαι· εἴτ’ ἐκ δευτέρου δηλονότι
                            δοθῆναί τι τῶν ναρκωτικῶν <lb/>φαρμάκων δεῖ, τῆς αὐτῆς ἀνάγκης
                            καταλαβούσης· <lb/>ὡσαύτως δὲ κᾀκ τρίτου καὶ τετάρτου καὶ πολλάκις
                            ἐφεξῆς, <lb/>ἄχρις ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀνίατος γενόμενος εἰς καχεξίαν <lb/>τε
                            τοῦ παντὸς σώματος ἀφίκηται καὶ πολλῷ χρόνῳ κακοπαθήσας <lb/>ἀποθάνῃ.
                            πῶς οὖν χρὴ τὰς διὰ τοὺς ψυχροὺς χυμοὺς <lb/>ἐν τῷ μεταξὺ τῶν ἐντέρων
                            ἠθροισμένας ὀδύνας ἰᾶσθαι ; <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="291"/>οὐ θερμαίνοντες σφοδρῶς αἰονήσεσιν ἢ
                            καταπλάσμασιν· <lb/>ὑπὸ γὰρ τῶν θερμαινόντων, εἰ μὴ καὶ διαφορηθεῖεν
                            <lb/>ἱκανῶς, χέονται καὶ πνευματοῦνται πάντες οἱ γλίσχροι καὶ
                            <lb/>παχεῖς καὶ ψυχροὶ χυμοί. προσήκει τοίνυν αὐτοὺς τέμνειν τε ﻿<pb n="865"/> ἅμα καὶ πέττειν, ὅπερ ἐκ τῶν λεπτυνόντων γίνεται φαρμάκων·
                            <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν μὴ θερμαίνωσι σφοδρῶς. ὅτι δὲ καὶ <lb/>τούτων
                            αὐτῶν ὅσα ταῖς δυνάμεσίν ἐστιν ἀφυσότερα καὶ ξηραντικώτερα, <lb/>ταῦθ’
                            αἱρεῖσθαι χρὴ μᾶλλον εὔδηλον παντί. <lb/>καὶ πολλῶν ἰδιωτῶν ἐστιν
                            ἀκοῦσαι πολλάκις ἧττον ἀλγεῖν <lb/>φασκόντων τὸ κῶλον, ὅταν μήτε
                            καταπλάττωνταί τινι μήτε <lb/>καταντλῶνται δι’ ἐλαίου μήτε κλύζωνται.
                            καὶ ὅσοι γενναῖοί <lb/>εἰσι καὶ ἰσχυροὶ, μετρίως διαιτηθέντες ἐν χρόνῳ
                            πλέονι <lb/>συντομώτερον καὶ ἀκινδυνότερον ἐκθεραπεύονται <milestone unit="ed1page" n="172"/>τῶν <lb/>βιαιοτέρως ὡς εἴρηται θερμαινόντων.
                            οὐδὲν γὰρ οὕτω χρὴ <lb/>δεδιέναι κατὰ τοὺς τοιούτους χυμοὺς ὡς θερμότητα
                            χέουσαν <lb/>μὲν καὶ πνευματοῦσαν αὐτοὺς, διαφορεῖν δ’ ἀδυνατοῦσαν.
                            <lb/>ἐθεασάμην γοῦν τινα τῶν κατ’ ἀγρὸν ἐργατῶν, ὃς ἐπειδὴ <lb/>ᾔσθετο
                            κωλικῆς ὀδύνης, ἐζώννυτο μὲν αὐτίκα, πρότερον οὐ <lb/>ζωννύμενος, ἤσθιε
                            δὲ μετ’ ἄρτου σκόροδα, μηδεμίαν ἐκλείπων <lb/>συνήθη πρᾶξιν, ἔπινε δὲ
                            δι’ ὅλης μὲν ἡμέρας οὐδὲν, εἰς <lb/>ἑσπέραν δὲ ἀκρατέστερον· εἶτα
                            κοιμώμενος δι’ ὅλης νυκτὸς <lb/>ἕωθεν ἀνίστατο παντάπασιν ἀνώδυνος. ἔστι
                            γὰρ ἀμέλει καὶ <pb n="866"/> τὰ σκόροδα τῶν ἀφύσων καὶ ἀδίψων βρωμάτων.
                            ἔνιοι δὲ <lb/>ἀπείρως ἔχοντες αὐτῶν ὑπολαμβάνουσι κρομμύων εἶναι
                            <lb/>διψωδέστερα τοῦ παντὸς ἁμαρτάνοντες· οὐ μόνον γὰρ οὐκ <lb/>ἔστι
                            διψωδέστερα κρομμύων, ἀλλ’ οὐδὲ διψώδη τὴν ἀρχὴν, <lb/>ἀφυσότατά τε
                            πάντων βρωμάτων. ὥστ’ ἔγωγε τῶν ἀγροίκων <lb/>θηριακὴν ὀνομάζω τὸ βρῶμα.
                            καὶ εἴ τις ἢ Θρᾷκας ἢ <lb/>Κελτοὺς ἢ ὅλως τοὺς ψυχρὰν γοῦν οἰκοῦντας
                            εἴρξειεν ἐσθίειν <lb/>σκορόδων, οὐ σμικρὰ βλάψει τοὺς ἀνθρώπους. ὅσοι
                            μὲν <lb/>οὖν ἄνευ πυρετῶν ἀλγοῦσι σφοδρῶς ἔντερα, διὰ τὴν εἰρημένην
                            <lb/>αἰτίαν καὶ σκορόδων ἐγχωρεῖ τούτους ἐσθίειν καὶ τῆς <lb/>διὰ τῶν
                            ἐσχιδνῶν πίνειν, ὠφελούσης ἄκρως τὰς τοιαύτας διαθέσεις. <lb/>ἐν
                            πυρετοῖς δὲ εἴ ποτε γένοιτο, πειρατέον μὲν πρῶτον <lb/>εἰ προσίενται τὴν
                            διὰ τῶν κέγχρων πυρίαν ξηράν· εἰ δὲ <lb/>ἐπὶ τῆσδε μὴ παύσαιντο, τῶν
                            ἀφύσων τι σπερμάτων ἑψήσαντας <lb/>ἐν ἐλαίῳ λεπτομερεῖ, κᾄπειτα δι’
                            ὀθόνην διηθήσαντας <lb/>ὡς καθαρὸν γενέσθαι τοὔλαιον, εἶτ’ ἐν αὐτῷ
                            τήξαντας στέαρ <lb/>χηνὸς ἐνιέναι. μὴ παρόντος δὲ τοῦ χηνείου στέατος
                            ὀρνιθείῳ <pb n="867"/> χρῆσθαι· πρὸ παντὸς δὲ ἔστω τὸ καλούμενον ἄναλον·
                            ἔστω <lb/>δὲ μὴ πάνυ παλαιόν· ἐγχωρεῖ δὲ καὶ προσφάτῳ χρῆσθαι καὶ
                            <lb/>μάλιστα τῷ χηνείῳ. εἰ δὲ μηδ’ ἐπὶ τούτῳ καθίστανται, δεύτερον
                            <lb/>αὖθις ἐνιέναι ταὐτὸ, βραχὺ προσεπεμβάλλοντας καστορίου <lb/>καὶ
                            ὀπίου, μέγεθος δὲ ἑκατέρου μὴ μεῖζον κυάμου· τὸ <lb/>δὲ τοῦ ἐλαίου
                            πλῆθος ἔστω κοτύλη. ἀναλαμβάνεται δὲ ἐκ <lb/>τούτου τοῦ φαρμάκου καὶ
                            κροκιδίου τι· χρὴ δὲ ἐξάψαντας <lb/>αὐτὴν ἰσχυροῦ νήματος ἐπὶ πλεῖστον
                            εἴσω κατὰ τὸ ἀπευθυσμένον <lb/>ἔντερον ἐντιθέναι, πρὸς τῷ καὶ ῥᾳδίως ὅτε
                            βούλει <lb/>κομίζεσθαι καὶ τὴν ὠφέλειαν ἐναργῆ παρέχεσθαι. κατὰ δὲ τὸν
                            <lb/>αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὰ τῶν ὤτων ἀλγήματα <lb/>διὰ
                            τοιοῦτον χυμὸν ἢ πνεῦμα φυσῶδες ἐν πυρετοῖς <lb/>γινόμενα πραΰνειν
                            προσήκει, τῇ τε διὰ τῶν κέγχρων πυρίᾳ <lb/>χρώμενον, ἐπειδὴ καὶ
                            κουφότατόν ἐστιν ἁπάντων τοῦτο καὶ <lb/>ξηραντικώτατον, ἀλύπους τε τὰς
                            ἀποῤῥοίας ἔχει καὶ ἀδήκτους, <lb/>ἐγχέοντά τε τοῖς ὠσὶ τὸ διὰ καστορίου
                            καὶ ὀπίου <lb/>φάρμακον, ᾧ συνήθως χρώμεθα πρὸς τὰ τοιαῦτα. <milestone unit="ed2page" n="292"/>τὸ <lb/>δὲ ὑγρὸν ᾧ ἀναδεύσεται ταῦτα, τὸ
                            παρ’ ἡμῖν καλούμενον <pb n="868"/> ἕψημά ἐστιν· οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν
                            ἰατρῶν ὀνομάζουσιν αὐτὸ <lb/>σίραιον. εἰ δὲ καὶ καταπλάττειν ποτὲ
                            δεήσειε, κωδίας ἐν <lb/>ὕδατι καθέψοντας, δι’ ἀλεύρου τήλεως ἢ κριθῶν ἢ
                            λινοσπέρμου <lb/>ἐμβαλλόμενον τῷ ὕδατι, τὸ κατάπλασμα συνθετέον.
                            <lb/>εἰδέναι δὲ χρὴ τὸ διὰ καστορίου φάρμακον οὐ μόνον ὤτων <lb/>ἄλγημα
                            πραΰνειν, ἀλλὰ καὶ ὀφθαλμῶν καὶ ὀδόντων ἐνσταζόμενον <lb/>τοῖς ὠσίν.
                            ἴσασι δὲ δήπου πάντες ἤδη καὶ τὰ δι’ <lb/>ὀπίου κολλύρια σφοδροτάτας
                            ὀδύνας ὀφθαλμῶν πραΰνοντα. <lb/>χρηστέον δ’ αὐτοῖς, ὡς εἴρηται, μεγίστης
                            ἀνάγκης καταλαβούσης, <lb/>εἰδότα μὲν ὅτι βλαβήσεταί τι τὰ μόρια καὶ
                            ἀσθενέστερα <lb/>πρὸς τὸ λοιπὸν τοῦ βίου γενήσεται ψυχθέντα, τὸ <lb/>δὲ
                            σωθῆναι τὸν ἄνθρωπον ἐν τῷ παραχρῆμα τῆς εἰς ὕστερον <lb/>ἀκολουθούσης
                            βλάβης προαιρούμενον. ἐπεί τοί γ’ ὅτι πολλοὶ <lb/>τῶν χρησαμένων αὐτοῖς
                            ἐγγὺς ἧκον, οἱ μὲν τοῦ μηδ’ ὅλως <lb/>ὁρᾷν, οἱ δὲ τοῦ κωφωθῆναι,
                            γινώσκεται πᾶσιν. ὅθεν ἡμεῖς <lb/>εἴ ποτε ἀναγκασθείημεν αὐτοῖς
                            χρήσασθαι, μετὰ ταῦτα κατὰ <lb/>τὴν τῆς ὑγείας καιρὸν ἐκθερμαίνομεν τὰ
                            μόρια, τοῖς μὲν ὠσὶν <lb/>ἐγχέοντες τὸ διὰ μόνου τοῦ καστορίου, τοῖς δ’
                            ὀφθαλμοῖς <pb n="869"/> τὰ θερμαίνοντα κολλύρια μόνα· μάλιστα δὲ
                            ἐπαινοῦμεν εἰς <lb/>ταῦτα τὸ διὰ κινναμώμου. περὶ μὲν οὖν ὀδύνης τῆς ἐπὶ
                            <lb/>παχέσιν ἢ γλίσχροις ἢ ψυχροῖς χυμοῖς ἢ φοσώδει πνεύματι <lb/>καὶ
                            ταῦθ’ ἱκανά. παραπλησία γὰρ ἁπάντων αὐτῶν ἐστὶν ἡ <lb/>θεραπεία διὰ τῶν
                            εἰρημένων ὑλῶν περαινομένη, πλὴν ἥ γε <lb/>διὰ πνεῦμα φυσῶδες ἐξαίρετον
                            ἴαμα κέκτηται τὴν σικύαν <lb/>πολλάκις προστιθεμένην ἅμα δαψιλεῖ φλογί.
                            καὶ δόξει σοι <lb/>τὸ βοήθημα τοῦτο μαγείᾳ τινὶ παραπλήσιον ἐργάζεσθαι
                            <lb/>κατὰ τὰς τοιαύτας διαθέσεις, εἴτε κατά τι τῶν ἐντέρων, <lb/>εἴτε
                            κατ’ ἄλλο τι τοῦ σώματος γένοιτο μόριον. αὐτίκα γὰρ <lb/>ἀνώδυνοί τε ἅμα
                            καὶ εἰς τέλος ὑγιεῖς οἱ διὰ πνεῦμα φυσῶδες <lb/>ὀδυνώμενοι γίγνονται,
                            προσβληθείσης σικύας. εἰ δὲ <lb/>μὴ μόνον εἴη πνεῦμα φυσῶδες, ἀλλὰ καὶ
                            χυμὸς ἐξ οὗ τοῦτο <lb/>γεννᾶται, παραχρῆμα μὲν ἀνώδυνοι γίνονται, πάλιν
                            δ’ αὐτοῖς <lb/>ἤτοι διὰ τῆς ἐπιούσης νυκτὸς ἢ κατὰ τὴν ὑστεραίαν
                            <lb/>ἡμέραν, ἢ καὶ διὰ τρίτης, ὅμοιαι συμβαίνουσιν ὀδύναι, καὶ
                            <lb/>μάλισθ’ ὅταν ἐξαμαρτάνωσί τι περὶ τὴν δίαιταν ἢ φιλοτιμότερον ﻿<pb n="870"/> ἐκθερμαίνωσι τὰ μόρια. σοὶ δὲ καὶ τοῦτο μὲν <lb/>αὐτὸ
                            μέγιστον ἔστω γνώρισμα τῆς διαθέσεως. ἑπέσθω δὲ <lb/>καὶ ἡ θεραπεία
                            προσήκουσα μὴ θερμαίνοντι μὲν ἐπιφανῶς <lb/>τὸ μόριον, ἀγωγῇ δὲ
                            ἐπιμελείας χρωμένῳ λεπτυνούσῃ. εἰ δὲ <lb/>καὶ κατὰ γαστέρα τῶν τοιούτων
                            τι συμβαίνει, θαυμαστῶς <lb/>ὑπὸ κλυσμάτων ὀνίνανται δριμέων. χρὴ δὲ
                            πρῶτον μὲν αὐτῶν <lb/>ἰᾶσθαι τὸν παροξυσμὸν τῆς ὀδύνης, προσβάλλοντα
                            σικύαν <lb/>ὑπὲρ τοῦ διαπνεῦσαι τὸ φυσῶδες πνεῦμα· μετὰ ταῦτα δὲ
                            <lb/>ἐκκενοῦν τὸν χυμὸν, ἐνιέντα τῶν τοιούτων τι φαρμάκων. <lb/>ἐγὼ δὲ
                            εἴωθα χρῆσθαι τῶν λεπτομερῶν ἐλαίων τινὶ, πήγανον <lb/>ἐναφεψῶν. ἔνιοι
                            δὲ ὑπὸ τὴν τοιαύτην θεραπείαν ἀχθέντων, <lb/>ὅταν παραδέξωνται τοὔλαιον,
                            ὀδυνῶνται σφοδρότατα· <lb/>κᾄπειτ’ ὀλίγον ὕστερον ἐκκρίνουσιν ὑαλώδη
                            χυμόν· ἐφ’ ᾧ <lb/>παραχρῆμα τήν τ’ ὀδύνην ἅμα καὶ τὴν διάθεσιν
                            ἐκθεραπεύονται· <lb/>κενωθέντος γὰρ τοῦ τὸ φυσῶδες πνεῦμα γεννῶντος
                            <lb/>αἰτίου πάντα παύεται. τοιούτοις χυμοῖς ἐναντιωτάτην <lb/>μὲν ἔχουσι
                            φύσιν οἱ λεπτοὶ καὶ δριμεῖς, ὁμοίαν δὲ τὴν ὀδύνην· <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ
                            σπασμοὺς συντόνους ἐπιφέρουσιν ἐν τῷ <pb n="871"/> στόματι τῆς γαστρὸς
                            ἀθροισθέντες· ὥσπερ καὶ πρώην τῷ <lb/>μικρὸν ὕστερον ἐμέσαντι τὸν ἰώδη
                            χυμόν. <milestone unit="ed2page" n="293"/>ἄμεινον δὲ <lb/>οὐκ ἰώδη
                            λέγειν αὐτὸν, ἀλλ’ ἀκριβέστατον ἴον· ἦν γὰρ δὴ <lb/>τοιοῦτος οἷος ὁ
                            κάλλιστος ἴος. ἀλλὰ τούτῳ γε τῷ νεανίσκῳ <lb/>μετὰ τοῦ σπᾶσθαι καὶ
                            συγκόπτεσθαι καί τινες ἐγίνοντο νοτίδες <lb/>ψυχραὶ καὶ ὁ σφυγμὸς
                            ἐσχάτως μικρὸς ἦν. ἔξ ὧνπερ καὶ <lb/>τεκμηράμενος ἐν τῷ στόματι τῆς
                            γαστρὸς, ὃ συνήθως ὀνομάζομεν <lb/>στόμαχον, εἶναί τινα δακνώδη χυμὸν,
                            ἔδωκα πιεῖν <lb/>αὐτῷ ὕδατος χλιαροῦ· μεθ’ ὃ παραχρῆμα τοιοῦτον ἤμεσεν
                            <lb/>οἷόν περ εἰ καὶ σὺ βουληθείης ἐργάσασθαι, μίξας ὕδατι τὸν
                            <lb/>εὐανθέστατον ἴον. ὅταν μὲν οὖν ἐν τῇ γαστρὶ συνίσταται
                            <lb/>τοιοῦτος χυμὸς, ἐμέτοις ἐκκαθαίρειν αὐτόν· ὅταν δὲ ἐν τοῖς
                            <lb/>ἐντέροις, ἐνιέναι διὰ τῆς ἕδρας ἐπιτήδειόν τι τῶν τοιούτους
                            <lb/>χυμοὺς κατακλύζειν δυναμένων. εἶναι δὲ χρὴ τοῦτο ῥυπτικὸν <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="173"/>μὲν πάντως. ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ πλεῖστα
                            τῶν τοιούτων <lb/>δάκνει, κάλλιστα ἂν εἴη τῶν ἀδήκτων τι ῥυπτικὸν
                            ἐκλέγεσθαι· <lb/>τοιοῦτον δέ ἐστιν ἐν τοῖς μάλιστα πτισάνης χυλός.
                            <lb/>ἐδέσματα δὲ αὐτοῖς εὔχυμά τε καὶ δύσφθαρτα δοτέον, ὧν <pb n="872"/>
                            εἴρηται καὶ παραδείγματα κατὰ τὸν ἔμπροσθεν λόγον. ἐπεὶ <lb/>δὲ καὶ τῶν
                            διὰ ξηρότητα σφοδρὰν τεινομένων τε ἅμα καὶ <lb/>ὀδυνωμένων ἐμνημόνευσα,
                            προσθεῖναί τι καὶ περὶ τούτων <lb/>ἄμεινον. εἰδέναι γὰρ χρὴ τὴν τοιαύτην
                            διάθεσιν ἐνδεικνυμένην <lb/>μὲν εἰ μέλλει θεραπεύειν τις αὐτὴν,
                            ὑγρότητα, χαλεπὴν <lb/>δ’ οὖσαν ἢ καὶ παντάπασιν ἀδύνατον
                            ἐκθεραπεύεσθαι, λόγῳ <lb/>πυρετοῦ γενομένην. ἕπεται δὲ μάλιστα ταῖς
                            ὀλεθρίαις φρενίτισι <lb/>καὶ σωθέντα τινὰ τῶν οὕτω σπασθέντων οὔτ’ αὐτὸς
                            <lb/>εἶδον οὔτ’ ἄλλου λέγοντος ἤκουσα. τὰ πολλὰ γὰρ οἱ σπασμοὶ
                            <lb/>γίγνονται διά τε πλήρωσιν τῶν νευρωδῶν μορίων, ᾧ <lb/>λόγῳ καὶ τοῖς
                            φλεγμαίνουσιν ἰσχυρῶς ἕπονται· καὶ προσέτι <lb/>καὶ διὰ δακνώδη χυμὸν
                            λεπτὸν, ἀναβιβρώσκοντα τὰ νευρώδη <lb/>μόρια· καὶ ψύξιν ἰσχυρὰν, ὅμοιόν
                            τι πήξει δρῶσαν. οὗτοι <lb/>μὲν οἱ εἰρημένοι τρεῖς σπασμοὶ θεραπεύονται
                            πολλάκις· ἀνίατος <lb/>δὲ ὁ διὰ ξηρότητα τῶν νευρωδῶν μορίων γιγνόμενος.
                            <lb/>ἐδείχθη γάρ μοι κᾀν τῷ περὶ μαρασμοῦ λόγῳ παντάπασιν
                            <lb/>ἀθεράπευτος ἡ τῶν στερεῶν σωμάτων ξηρότης. ὥστ’ οὐδὲν <lb/>ἔτι χρὴ
                            περί γε τῶν τοιούτων λέγειν συμπτωμάτων· οὐ μὴν <pb n="873"/> οὐδὲ περὶ
                            τῶν διὰ κένωσιν ἀμέτρων ἤτοι διὰ γαστρὸς ἢ δι’ <lb/>ἐμέτου ἢ δι’
                            αἱμοῤῥαγίας· εἴρηται γὰρ ὑπὲρ αὐτῶν ἤδη μετρίως <lb/>ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
                            αὖθίς τε διελθεῖν ἀναγκαῖον ἔσται <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ὁ λόγος μοι
                            γίγνηται περὶ τῶν παρὰ φύσιν <lb/>ὄγκων. καταπαύσω τοιγαροῦν ἤδη τὸν
                            ἐνεστῶτα λόγον, <lb/>ἐπειδὴ περὶ τῶν ἀναγκαιοτάτων συμπτωμάτων καὶ
                            μάλιστα <lb/>τῶν συνεζευγμένων αὐταῖς ταῖς διαθέσεσι τῶν πυρετῶν
                            αὐτάρκως <lb/>διῆλθον. </p></div></div><pb n="874"/><div type="textpart" subtype="book" n="13"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Ν.</head><p>Δύο μὲν ἤδη γένη νοσημάτων ὅπως ἄν <lb/>τις ἰῷτο μεθόδῳ δεδήλωται· τὸ μὲν
                            ἕτερον, ἡ δυσκρασία, παλαιὰν <lb/>ἔχουσα προσηγορίαν, τὸ δ’ ἕτερον ὑφ’
                            ἡμῶν ὠνομασμένον, <lb/>ἡ τῆς συνεχείας λύσις. ὑπὲρ ἧς πρώτης γράψαντες
                            <lb/>ἐν τῷ τρίτῳ καὶ τετάρτῳ καὶ πέμπτῳ καὶ ἕκτῳ τῶνδε τῶν
                            <lb/>ὑπομνημάτων, ἐφεξῆς αὐτῇ τὰ κατὰ δυσκρασίαν γιγνόμενα <lb/>μέχρι
                            τοῦ δωδεκάτου διήλθομεν. ἐν δὲ τῷδε τῷ τρισκαιδεκάτῳ <lb/>τῆς ὅλης
                            πραγματείας ὄντι περὶ τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων <lb/>ἀρξόμεθα λέγειν, ἐν οἷς
                            δηλονότι κατὰ μέγεθος ἐξίσταται τὰ <pb n="875"/> μέλη τοῦ κατὰ φύσιν.
                            ὑγείαν δὲ καλεῖν ἢ κατὰ φύσιν οὐ <lb/>διοίσει πρός γε τὰ παρόντα. πολλῶν
                            δὲ κατ’ εἶδος ὄντων ἐν <lb/>αὐτοῖς παθῶν, περὶ πρώτης ἐροῦμεν τῆς
                            φλεγμονῆς. ἄμεινον <lb/>γὰρ ἀπὸ ταύτης ἄρξασθαι διά τε τὸ συνεχέστατα
                            γίγνεσθαι <lb/>καὶ πυρετούς τε καὶ ἄλλα συμπτώματα ἐργάζεσθαι
                            <lb/>σφαλερώτατα. λεγόντων δὲ πολλάκις τῶν παλαιῶν φλεγμονὴν <lb/>τὴν
                            φλόγωσιν, ἰστέον νῦν ἡμᾶς οὐ περὶ ταύτης διέρχεσθαι <lb/>τῆς φλεγμονῆς,
                            ἀλλ’ ἥτις ἅμα τῇ φλογώσει καὶ τάσιν <lb/>ἔχει περὶ τὸ μόριον, ἡμῖν θ’
                            ἁπτομένοις φαινομένην αὐτῷ <lb/>τε τῷ κάμνοντι διὰ τῆς ἰδίως
                            ὀνομαζομένης συναισθήσεως. <lb/>οὐδὲν δ’ ἧττον τῆς τάσεως ἀντίτυπόν ἐστι
                            τὸ φλεγμαῖνον <lb/>μόριον ἐν ὄγκῳ τε μείζονι τοῦ κατὰ φύσιν· ὀδύνη δ’
                            αὐτῷ <lb/>σύνεστιν ἤτοι γ’ ἐλάττων ἢ μείζων· ἐνίοτε δὲ καὶ μετὰ
                            <lb/>σφυγμοῦ συναισθήσεως, ὅταν ἐπιπλέον αὐξηθῇ τὸ νόσημα, <lb/>καὶ
                            μάλισθ’ ἡνίκα ἐκπυΐσκεται. οὕτω δὲ καὶ τὸ καλούμενον <lb/>ἔρευθος ἤτοι
                            γ’ ἧττον ἢ μᾶλλον. ἀεὶ δὲ πάντως ἐστὶν ἐν <lb/>τοῖς φλεγμαίνουσι
                            μορίοις· ὥστε κᾂν ἐν τῷ τοῦ ποδὸς <pb n="876"/> ἴχνει, <milestone unit="ed2page" n="295"/>κᾂν κατὰ τὸ τῆς χειρὸς ἔνδον γένηται μεγάλη
                            <lb/>φλεγμονὴ, καὶ ταῦτα φαίνεσθαί πως ἑαυτῶν ἐνίοτε <lb/>ἐρυθρότερα.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Δέδεικται γάρ τοι πᾶσα φλεγμονὴ δι’ ἐπιῤῥοὴν <lb/>αἵματος γιγνομένη τισὶ
                            μὲν εὐθέως θερμοῦ πλέον <lb/>ἢ κατὰ φύσιν ἦν θερμὸν, ἅπασι δ’ οὖν ἐν τῷ
                            φλεγμαίνοντι <lb/>μορίῳ θερμοτέρου γιγνομένου. καὶ τοῦτο κοινὸν ἁπάσαις
                            <lb/>ταῖς αἱρέσεσίν ἐστιν, εἴτε σφήνωσιν μόνην αἰτιῶνται <lb/>κατὰ τὰ
                            πέρατα τῶν ἀγγείων, εἴτε παρέμπτωσιν τοῦ αἵματος <lb/>ἐν μόναις ταῖς
                            ἀρτηρίαις, εἴτ’ ἔμφραξίν τινα, εἴτε <lb/>ἔνστασιν ἐν λόγῳ θεωρητοῖς
                            ἀραιώμασιν. ὥστε καὶ ὁ τῆς <lb/>ἰάσεως σκοπὸς ἁπάσαις κοινὸς ἡ κένωσις
                            τοῦ πλεονάζοντος <lb/>αἵματος ἐν τῷ φλεγμαίνοντι μορίῳ. γιγνομένης δ’
                            ἔτι <lb/>τῆς φλεγμονῆς διττὸς ὁ σκοπὸς ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἁπάντων
                            ἐδείχθη νοσημάτων, ὅσα τὴν γένεσιν ἐνεστῶσαν <lb/>ἔτι καὶ μήπω
                            συμπεπληρωμένην ἔχοι. τὸ μὲν γὰρ γεγονὸς <lb/>αὐτῶν ἤδη τῷ θεραπευτικῷ
                            μέρει τῆς ἰατρικῆς ὑποπέπτωκε, <lb/>τὸ δ’ ἔτι γιγνόμενον τῷ
                            προφυλακτικῷ. καὶ διὰ <pb n="877"/> τοῦτο ἔφαμεν οὐχ ἁπλῆν, ἀλλὰ
                            σύνθετον εἶναι τὴν ὅλην <lb/>ἐπιμέλειαν τῶν ἔτι γιγνομένων παθῶν ἐκ
                            προφυλακτικῆς <lb/>τε καὶ θεραπευτικῆς. ὥσπερ γε καὶ εἰ μηδ’ ὅλως
                            ἄρχοιτο <lb/>φλεγμαίνειν μηδέπω, φαίνοιτο δὲ τὸ τῶν γεννῆσαι δυναμένων
                            <lb/>αἰτίων εἶδος ἤδη κατὰ τὸ σῶμα, σκοπὸς κᾀπὶ τούτων <lb/>ἁπάντων ἡ
                            προφυλακὴ μόνη. μηδέπω δ’ αἰτίας μηδὲ <lb/>μιᾶς ὑποτρεφομένης ἐν τῷ
                            σώματι, τὸ καλούμενον ὑγιεινὸν <lb/>μέρος τῆς τέχνης προνοεῖται καὶ
                            οὕτως ἐχόντων. ὅσα τοίνυν <lb/>αἴτια τὴν φλεγμονὴν ὁρᾶται γεννῶντα,
                            ταῦτα ὅταν <lb/>μὲν ἤδη πως ᾖ κατὰ τὸ σῶμα, μικρὰ δ’ ἔτι καὶ ἀρχόμενα,
                            <lb/>κωλύειν αὐτὰ δεῖ μείζω γενέσθαι, καὶ τοῦτ’ ἐστὶν ἡ προφυλακὴ
                            <lb/>τῆς φλεγμονῆς. εἰ δὲ τηλικοῦτον ἔχει τὸ μέγεθος <lb/>ὡς ἤδη ποιεῖν
                            φλεγμονὴν, ἐκκόπτειν μὲν χρὴ ταῦτα, τὸ δὲ <lb/>ἤδη γεγονὸς αὐτῆς ἰᾶσθαι.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Γένεσις μὲν οὖν κοινὴ πάσαις ταῖς φλεγμοναῖς <lb/>ἐξ αἵματος ἐπιῤῥοῆς
                            ἐστι πλείονος ἢ ὅσου δεῖται <lb/>τὸ μέρος, ὡς ἔν τε τῷ περὶ τῶν παρὰ
                            φύσιν ὄγκων ἐδείχθη <pb n="878"/> καὶ τῷ τῆς ἀνωμάλου δυσκρασίας.
                            ἐπιῤῥεῖ δὲ πλέον, <lb/>ἐνίοτε μὲν ἑτέρου τινὸς ἢ ἑτέρων τινῶν μορίων εἰς
                            αὐτὸ <lb/>πεμπόντων, ὑποδεχομένου δὲ τοῦ φλεγμαίνειν ἀρχομένου,
                            <lb/>ποτὲ δὲ ἕλκοντος ἐφ’ ἑαυτὸ τοῦ πάσχοντος. τὰ μὲν οὖν <lb/>πέμποντα
                            ποτὲ μὲν, ὡς τῷ πλήθει περιττὸν ἢ ἀνιαρὸν <lb/>τῇ ποιότητι, διωθεῖται
                            τὸν χυμὸν, ἐνίοτε δὲ καὶ δι’ ἄμφω· <lb/>τὰ δὲ ἕλκοντα διὰ θερμότητα
                            νοσώδη. κατὰ δὲ τὰς ὀδύνας <lb/>ἄρχεται μὲν ἐκ τοῦ τὴν ὀδύνην ἔχοντος ἡ
                            αἰτία, τὰ <lb/>δ’ ὑπερκείμενα τὸ σύμπαν ἐργάζεται τῆς φλεγμονῆς. τὸ μὲν
                            <lb/>οὖν ἐπὶ τὸ θερμαινόμενον ἤτοι γ’ ἕλκεσθαι τοὺς πλησιάζοντας
                            <lb/>χυμοὺς, ὡς ἡμεῖς φαμεν, ἢ ὡς <milestone unit="ed2page" n="296"/>Ἀσκληπιάδης <lb/>ἐνόμιζε, ῥεῖν, ἐναργῶς φαίνεται καὶ φυλαττέσθω
                                <milestone unit="ed1page" n="174"/>τῷ <lb/>λόγῳ κᾀνταῦθα τὸ ἀληθὲς,
                            ἐξ αὐτοῦ τοῦ βλέπεσθαι. τά γε <lb/>μὴν ὀδυνώμενα φαίνεται μὲν καὶ ταῦτα
                            φλεγμαίνοντα διὰ <lb/>τὴν ὀδύνην, ἡ δ’ αἰτία τισὶ μὲν οὐδ’ ὅλως εἴρηται,
                            τισὶ <lb/>δ’ οὐδαμῶς πιθανή. καθ’ ἡμᾶς δ’ ἐστὶ τοιάδε. δέδεικται <lb/>δὲ
                            κατὰ τὴν πραγματείαν ἣν περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων <lb/>ἐποιησάμεθα μία
                            καὶ ἥδε τῆς φύσεως δύναμις, ἣν ἀποκριτικὴν ﻿<pb n="879"/> ὀνομάζομεν.
                            ἐνεργεῖ δ’ αὕτη κατ’ ἐκείνους τοὺς καιροὺς <lb/>ἐν οἷς ἂν αἴσθηται
                            λυποῦντός τινος. ἓν δέ τι τῶν λυπούντων <lb/>αὐτήν ἐστι καὶ τὸ τὴν
                            ὀδύνην ἐργαζόμενον αἴτιον, ὅ τί ποτ’ <lb/>ἂν ᾖ. τοῦτ’ οὖν ἀποτρῖψαι
                            σπεύδουσα φλεγμονὴν ἔστιν ὅτε <lb/>κατὰ τὸ μέρος ἐργάζεται. ὅταν γὰρ
                            ταῖς πρώταις ἑαυτῆς κινήσεσι <lb/>μηδὲν ἀνύσῃ, τηνικαῦτ’ ἤδη σφοδρότερον
                            ἐπιχειροῦσα <lb/>τὸ λυποῦν ἀποτρίψασθαι συνεκθλίβει τι πρὸς τὸ μέρος ἐκ
                            <lb/>τῶν ὑπερκειμένων αἷμα καὶ πνεῦμα. κᾀντεῦθεν ἐπὶ ταῖς <lb/>ὀδύναις
                            εἰς ὄγκον εἴρηται τὸ μέρος ἀνάλογον τῷ πρὸς αὐτὸ <lb/>ῥυέντι χυμῷ. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>