<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1:9-12</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1:9-12</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Τὰς δὲ ποιούσας καὶ τὰς ἀλλοιούσας τοὺς <lb/>σφυγμοὺς αἰτίας ἑτέρωθι διῆλθον·
                        ἐπιδείκνυμι δ’ ἐν αὐτοῖς <lb/>πρώτας μὲν τὰς οἷον συνεκτικὰς αὐτῶν αἰτίας,
                        δευτέρας δὲ <lb/>τὰς προηγουμένας, καὶ τρίτας τὰς προκαταρχούσας, ἃς δὴ
                        <lb/>καὶ προκαταρκτικὰς ὀνομάζουσιν. εὔδηλον δ’ ὅτι διαφέρει μηδὲν <lb/>ἢ
                        θηλυκῶς εἰπεῖν αἰτίας, ἢ οὐδετέρως αἴτια. μεμνῆσθαι <lb/>μέντοι χρὴ πρὸ
                        πάντων ὅπως ἔφαμεν ὀνομάζειν ἐνίοτε συνεκτικὸν <lb/>αἴτιον, ὅτι μὴ κυρίως,
                        ἀλλὰ καταχρώμενοι τῇ προσηγορίᾳ. <lb/>τὸ μὲν γὰρ κυρίως λεγόμενον αἴτιον
                        συνεκτικὸν οὔτ’ <lb/>ὠνόμασέ τις ἄλλος πρὸ τῶν Στωϊκῶν οὔτ’ εἶναι
                        συνεχώρησε· <lb/>τὰ δὲ καὶ πρὸ ἡμῶν οἷον συνεκτικὰ λεγόμενα γενέσεώς τινος,
                        <lb/>οὐχ ὑπάρξεως αἴτια. δέδεικται γὰρ οὔτ’ ἄλλου τινὸς αἴτιον <lb/>πρότερον
                        οὐδὲν, ὅτι μὴ γενέσεως· ἀλλ’ οὐ πᾶν τὸ γενέσεως <lb/>αἴτιον ὀνομάζομεν, ὡς
                        ἔφην, καταχρώμενοι, συνεκτικὸν, <pb n="459"/> ἐκεῖνο δὲ μόνον ὃ ποιητικόν
                        ἐστι τῶν ἐν τῷ γίνεσθαι τὸ εἶναι <lb/>κτωμένων, οἷον ὀρχήσεως, πυγμῆς,
                        πάλης, δρόμου, <lb/>πασῶν τῶν ἐνεργειῶν· κινήσεις γὰρ εἰσι δραστικαὶ, διὰ
                        ταύτας <lb/>δὲ καὶ παθητικαὶ κινήσεις ἐν τῷ γίνεσθαι τὴν ὕπαρξιν
                        <lb/>ἔχουσι. τοιαύτης μὲν οὔσης καὶ τῆς κατὰ τοὺς σφυγμοὺς <lb/>ὑπάρξεως,
                        αἰτίαι ποιητικαὶ τρεῖς ἐδείχθησαν, ἥ τε δύναμις <lb/>ἡ κινοῦσα τὰς ἀρτηρίας
                        καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀγγείου καὶ <lb/>ἡ χρεία δι’ ἣν κινεῖται, δέδεικται δ’
                        ἐν τῷ περὶ χρείας σφυγμῶν <lb/>γράμματι, τὸ σύμπαν εἰπεῖν ἐν κεφαλαίῳ
                        περιλαβόντα, <lb/>φυλακὴν τῆς ἐμφύτου θερμασίας τὴν χρείαν τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>ὑπάρχειν. ὄντων γὰρ δυοῖν μερῶν τοῦ σφυγμοῦ, διαστολῆς <lb/>τε καὶ
                        συστολῆς, τὴν μὲν διαστολὴν ἐμψύξεως ἕνεκεν ἐδείξαμεν <lb/>γίγνεσθαι τὰ
                        πολλὰ, σπανίως δέ ποτε καὶ ῥιπίσεώς τε <lb/>καὶ ἀναψύξεως, ὥσπερ γε καὶ
                        μορίου τινὸς αὐτῆς βραχέος <lb/>ἕνεκα τοῦ κατὰ τὸν ἐγκέφαλον πνεύματος· τὴν
                        συστολὴν δὲ <lb/>ἀποχύσεως οἷον αἰθαλωδῶν καὶ καπνωδῶν περιττωμάτων. <lb/>τὰ
                        μὲν γὰρ ἐκ τῶν ψυχροτέρων τε χυμῶν καὶ ὑγροτέρων, κατεργαζομένων <lb/>ὑπὸ
                        τῆς ἐμφύτου θερμασίας ἢ σηπομένων ὑπὸ <pb n="460"/> τῆς παρὰ φύσιν, εἰς τὸ
                        περιέχον ἀποῤῥέοντα κατὰ τὴν ἄδηλον <lb/>αἰσθήσει διαπνοὴν ἔοικε καπνῷ, τὰ
                        δὲ ἐκ τῶν θερμῶν ἢ <lb/>ξηρῶν αἰθάλῃ τε καὶ λιγνύι. ψυχρὸς μὲν οὖν χυμὸς ὁ
                        ἰδίως <lb/>καλούμενος ὠμὸς, ὑγρὸς δὲ καὶ ψυχρὸς τὸ φλέγμα. συλλαμβάνοντες
                        <lb/>δὲ ὡς τὰ πολλὰ μιᾷ προσηγορίᾳ τοὺς χυμοὺς ἀμφοτέρους <lb/>ὀνομάζομεν
                        φλεγμώδεις καὶ φλεγματικούς. ξηρὸς δὲ <lb/>χυμός ἐστιν ὁ τῆς μελαίνης χολῆς,
                        ὁ δὲ τῆς ὠχρᾶς τε καὶ ξανθῆς <lb/>χολῆς οὐ ξηρὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ θερμός· ἡ
                        δὲ ἰώδης χολὴ <lb/>μεταξὺ τούτων ἐστίν. οὔσης δὲ καὶ τῆς μελαίνης διττῆς,
                        κατά <lb/>τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν δύναμιν, ἐπειδὴ καὶ τῆς ξανθῆς
                        ὑπεροπτηθείσης <lb/>γίνεται καὶ τοῦ παχέος τε καὶ ἰλυώδους αἵματος,
                        <lb/>ὅπερ ἀνάλογόν ἐστι τῇ κατὰ τοὺς οἴνους τρυγὶ, τῆς δὲ ἰώδους <lb/>χολῆς
                        ἡ γένεσις ἐν τῇ τῆς ὠχρᾶς μεταβολῇ γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ὅταν μὲν οὖν ἡ θερμασία πλείων αὐξηθῇ <lb/>κατὰ τὸ σῶμα τοῦ ζώου, τῆς
                        διαστολῆς τῶν ἀρτηριῶν ἡ χρεία <lb/>γίνεται μείζων· ὅταν δὲ τὸ καπνῶδες ἢ
                        λιγνυῶδες περίττωμα, <lb/>τῆς συστολῆς. ἔνθα δὲ ἡ χρεία τὴν αὔξησιν ἴσχει,
                        τὸ τάχος ﻿<pb n="461"/> ἐνταῦθα καὶ τὸ μέγεθος αὐξάνεται τοῦ διαστήματος, ὃ
                        διεξέρχεται <lb/>τὸ σῶμα τῆς ἀρτηρίας ἢ διαστελλόμενον ἢ συστελλόμενον.
                        <lb/>ὥστε μείζων μὲν ὁ σφυγμὸς ἔσται διαστελλομένης αὐτῆς, <lb/>αὐξηθείσης
                        ἁπλῶς τῆς θερμασίας· ἐπιπλεῖστον δὲ ἀποχωρήσει <lb/>κατὰ τὰς συστολὰς, ἔνθα
                        καπνῶδες ἢ λιγνυῶδες ἀποχεῖται <lb/>περίττωμα. τὸ μὲν οὖν τῆς διαστολῆς
                        μέγεθος αἰσθήσει διαγνῶναι <lb/>ῥᾷστόν ἐστι, τὸ δὲ τῆς συστολῆς ἀδύνατον.
                        ἐδείχθη <lb/>γὰρ ἐν τοῖς περὶ διαγνώσεως σφυγμῶν ἐκφεῦγον αὐτὴν τὸ
                        <lb/>πλεῖστον τῆς συστολῆς. τὸ τάχος οὖν μόνον τῆς ἀποχωρήσεως <lb/>ἅμα τῇ
                        βραχύτητι τῆς ἐντὸς ἠρεμίας ἐνδείξεταί σοι τὸ <lb/>πλῆθος τῶν ἐν ταῖς
                        ἀρτηρίαις περιττωμάτων. ἐδείχθη γὰρ <lb/>περὶ τῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς αἰτίων
                        ἐπειγομένη πρὸς τὴν τῆς <lb/>συστολῆς ἐνέργειαν ἡ φύσις, ἐπειδὰν
                        καταπνίγηται τοῖς περιττώμασιν· <lb/>ἡ δὲ ἔπειξις καὶ τὴν ἐκτὸς ἡσυχίαν
                        αὐτῆς συντέμνει, <lb/>καὶ τὸ τάχος τῆς συστολῆς αὐξάνει. δέδεικται δὲ καὶ
                        ὅτι μετρίως <lb/>ἔχουσα τῆς τοῦ σώματος συστάσεως ἡ ἀρτηρία πρῶτον <lb/>μὲν
                        τὸ μέγεθος αὐξάνει τῆς θερμασίας ἐπιτεινομένης, δεύτερον <lb/>δὲ τὸ τάχος.
                        ὅταν δ’ ἱκανῶς ἐκπυρωθῇ, μεγάλους ἅμα καὶ <pb n="462"/> ταχεῖς ἐργάζεται
                        τοὺς σφυγμούς· εἰ δ’ ἐπιπλεῖστον, καὶ πυκνούς. <lb/>ἔθα δὲ τὸ μὲν πλῆθος
                        οὐδέπω τῆς θερμασίας ηὔξηται, <lb/>τὰ δὲ καπνώδη τε καὶ λιγνυώδη περιττώματα
                        πλεονάζει, <lb/>τάχος, μὲν οὐ δὲ μέγεθος προσέρχεται, συναιρεῖται δὲ ἡ
                        πυκνότης, <lb/>καὶ σαφῶς ὠκυτέρα φαίνεται κατὰ τὴν εἰς ἑαυτὴν σύνοδον <lb/>ἡ
                        κίνησις τῆς ἀρτηρίας. καὶ τοῦτ’ ἐστὶν ἀψευδέστατον <lb/>σημεῖον ἀρχομένης
                        εἰσβολῆς παροξυσμοῦ τοῦ πρόσθεν ὄντος <lb/>ἐν τῷ κάμνοντι. σαφεστάτη μὲν οὖν
                        ἐφ’ ὧν προεπιστάμεθα <lb/>τοὺς σφυγμοὺς γίνεται, δυσκολωτέρα δ’ ἐπ’ ἄλλων,
                        καὶ πολλῶν <lb/>δεομένη πρὸς τὴν μνήμην τῶν κοινῶν μέτρων ἐκείνων τῶν
                        <lb/>σωμάτων, ὧν ἡψάμεθα τῶν σφυγμῶν. ἅτε γὰρ ἐν ποσότητι <lb/>κειμένης τῆς
                        γνώσεως, οὐχ ἡ αὐτὴ πᾶσίν ἐστι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Προσέχειν οὖν χρὴ τὸν νοῦν μέτροις κοινοῖς <lb/>τῶν ὑγιαινόντων, ὥσθ’ ὅταν
                        ὑπὲρ ταῦτα φαίνηταί τι <lb/>γένος σφυγμοῦ, παρὰ φύσιν τε νομίζειν αὐτὸ καὶ
                        σημεῖον <lb/>ἡγεῖσθαι τῆσδέ τινος εἶναι διαθέσεως. ἐπεὶ δὲ πλάτος ἔχει τὸ
                        <lb/>κοινὸν τῶν ἀνθρώπων μέτρον, ἄμεινον οὐχ ἁπλῶς ἐπὶ πάντων, <pb n="463"/>
                        ἀλλὰ κατ’ εἴδη τε καὶ διαφορὰς ἐπεσκέφθαι τὰ κοινὰ <lb/>μέτρα πλειόνων
                        ἀνθρώπων ἐφ’ ἑκάστου γένους σφυγμῶν. <lb/>ἔστι δὲ καθ’ ὅλου μὲν εἰς
                        θερμότητα καὶ ψυχρότητα καὶ <lb/>ἰσχνότητα καὶ τάχος ἡ τῶν κοινῶν μέτρων
                        ἀναγωγὴ, τούτων <lb/>δὲ αὐτῶν ἐν μέρει καθ’ ἡλικίας καὶ φύσεις καὶ τὴν τοῦ
                        περιέχοντος <lb/>ἀέρος ἀποκατάστασιν ἐν ὥραις καὶ χώραις. ἔμαθες δὲ
                        <lb/>περὶ τούτων ἐν τῷ γεγραμμένῳ βιβλίῳ τοῖς εἰσαγομένοις περὶ
                        <lb/>σφυγμῶν, ὃ καὶ αὐτὸ βέλτιόν ἐστι προανεγνῶσθαι τοῦδε. <lb/>λεχθήσεται
                        δὲ καὶ νῦν τὰ κατ’ αὐτὸ χάριν τοῦ μηδὲν ἐλλείπειν <lb/>τῶν ἀναγκαίων τῇ νῦν
                        ἐνεστώσῃ πραγματείᾳ, ἀλλ’ ἔχειν τοὺς <lb/>φιλοπονεῖν βουλομένους ἐν ἐλαχίστῳ
                        μὲν τὰ πρῶτα καὶ ἀναγκαιότατα <lb/>κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν, ἐν διεξόδῳ δὲ
                        τελεωτάτῃ τὰ <lb/>νῦν λεγόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Γέγραπται μὲν οὖν καὶ Ἡροφίλῳ τὰ <lb/>κατὰ τοὺς χρόνους μετὰ τῆς διαστολῆς τε
                        καὶ συστολῆς, <lb/>ἕνεκα τῶν ἡλικιῶν εἰς ῥυθμοὺς ἀνάγοντι τὸν λόγον. <pb n="464"/> ὥσπερ γὰρ ἐκείνους οἱ μουσικοὶ κατά τινας ὡρισμένας χρόνων
                        <lb/>τάξεις συνιστῶσι παραβάλλοντες ἀλλήλαις ἄρσιν καὶ θέσιν, <lb/>οὕτως καὶ
                        Ἡρόφιλος ἀνάλογον μὲν ἄρσει τὴν διαστολὴν ὑποθέμενος, <lb/>ἀνάλογον δὲ θέσει
                        τὴν συστολὴν τῆς ἀρτηρίας, <lb/>ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ νεογενοῦς παιδίου τὴν
                        τήρησιν ἐποιήσατο, <lb/>πρῶτον χρόνον αἰσθητὸν ὑποθέμενος ἐν ᾧ
                        διαστελλομένην <lb/>εὕρισκε τὴν ἀρτηρίαν, ἴσον δ’ αὐτῇ καὶ τὸν τῆς συστολῆς
                        <lb/>εἶναι φησὶν, οὐ πάνυ τι διοριζόμενος ὑπὲρ ἑκατέρας τῶν ἡσυχιῶν.
                        <lb/>οἷς γὰρ ἀναίσθητός ἐστιν ἡ τῆς ἀρτηρίας συστολὴ, <lb/>τούτοις εἰς δύο
                        χρόνους τοὺς πάντας ὁ ῥυθμὸς τοῦ σφυγμοῦ <lb/>μερίζεται, τόν τε τῆς αἰσθητῆς
                        κινήσεως, ἡνίκα πλήττει τὴν <lb/>ἁφὴν ἡμῶν ἡ ἀρτηρία διαστελλομένη, καὶ τὸ
                        λοιπὸν ἅπαντα <lb/>συγκείμενον ἔκ τε τῆς ἐκτὸς ἠρεμίας καὶ τῆς μετ’ αὐτὴν
                        συστολῆς, <lb/>καὶ τῆς ἐπ’ ἐκείνῃ πάλιν ἠρεμίας καὶ τῶν πρώτων <lb/>τῆς
                        διαστολῆς, ἅπερ ἐστιν ἀναίσθητα καὶ αὐτά. καὶ διὰ <lb/>τοῦτο εἰς πληγὴν καὶ
                        διάλειμμα μερίζουσι τὸν σφυγμὸν, ἐν <lb/>τῷ τοῦ διαλείμματος ποσῷ πυκνότητα
                        καὶ ἀραιότητα τιθέμενοι, <lb/>καθάπερ ἐν τῷ τῆς πληγῆς τάχος καὶ βραδυτῆτα.
                            <pb n="465"/> καθ’ ὅσον μὲν οὖν δι’ ἴσου τὸν τοῦ ῥυθμοῦ σφυγμὸν εἶναί
                        <lb/>φησιν ἐπὶ τῶν ἀρτιγενῶν ὁ Ἡρόφιλος, κατὰ τοσοῦτο διαγινώσκειν
                        <lb/>ἔδοξέ μοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς· καθ’ ὅσον δὲ πάλιν <lb/>ἄχρι δέκα
                        χρόνων τῶν πρώτων ἐκτείνει τὴν συστολὴν τῆς <lb/>τῶν γερόντων ἀρτηρίας, κατὰ
                        τοσοῦτο μηκέτι διαγινώσκειν, <lb/>ἀλλὰ τὴν διαστολὴν ταῖς αἰσθηταῖς κινήσεσι
                        γνωρίζειν, ἃς ἐκ <lb/>τοῦ πλήττεσθαι τοὺς δακτύλους ἡμῶν διαγινώσκομεν, τὴν
                        <lb/>συστολὴν δὲ πᾶν τὸ λοιπὸν τίθεσθαι καθ’ ὃ κινήσεως οὐκ <lb/>ᾐσθάνετο.
                        ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς Ἡροφίλου περὶ τοὺς σφυγμοὺς <lb/>τέχνης ἐατέον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>