<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg062.1st1K-grc1:3.1-3.8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg062.1st1K-grc1:3.1-3.8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg062.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΓΝΩΣΕΩΣ <lb/>ΣΦΥΓΜΩΝ ΒΙΒΛΙΟΝ Γ.</head><p>Ἥτις μὲν ἑκάστου σφυγμοῦ δύναμίς ἐστιν <lb/>ἔμπροσθεν εἴρηται· περὶ δὲ τῶν οἰκείων
							τοῖς πάθεσιν ἐν <lb/>τῷδε λεχθήσεται. πάθος μὲν οὖν ὀνομάζω νῦν ἅπαν τὸ <lb/>παρὰ
							φύσιν· οἰκείους δ’ ἑκάστῳ λέγω σφυγμοὺς ὅσοι τε <lb/>διαπαντὸς ὑπάρχουσιν αὐτῷ καὶ
							ὅσοι πλείστακις. ἐπεὶ δὲ <lb/>τῶν παρὰ φύσιν ἁπάντων, ὡς ἐν ἑτέροις ἐπιδέδεικται, τὰ
							μέν <lb/>εἰσι διαθέσεις τινες, ὑφ’ ὧν πρώτως ἐνέργεια βλάπτεται, τὰ <lb/>δὲ τούτων
							αἴτια, τὰ δὲ συμπτώματα, περὶ πρώτων τῶν διαθέσεων <lb/>ῥητέον. ἐπεὶ δὲ καὶ τούτων
							ἐδείχθησαν αἱ μέν τινες <pb n="331"/> ἴδιαι τῶν ὁμοιομερῶν σωμάτων, αἱ δὲ τῶν
							ὀργανικῶν, <lb/>ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς ὁμοιομερέσιν ὑπαρχουσῶν ἀρκτέον. εἰσὶ <lb/>δὲ ὀκτὼ τὸν
							ἀριθμὸν, ἅπασαι μὲν κατὰ δυσκρασίαν γινόμεναι, <lb/>διαφέρουσαι δὲ τῷ τὰς μὲν ἁπλᾶς
							εἶναι, τὰς δὲ <lb/>συνθέτους. ἁπλαῖ μὲν οὖν εἰσι δυσκρασίαι θερμότης τε καὶ
							<lb/>ξηρότης, ὑγρότης καὶ ψυχρότης· σύνθετοι δὲ ψυχρότης <lb/>ἅμα ξηρότητι καὶ
							θερμότης ἅμα ὑγρότητι. δέδεικται γὰρ οὖν <lb/>ἡμῖν καὶ περὶ τῆς δυσκρασίας ἐν τοῖς
							περὶ τῶν κράσεων <lb/>ὑπομνήμασι, καὶ διώρισται πῶς μὲν ἐνίοτε τὸν ὑγιαίνοντα
							<lb/>θερμὸν καὶ ὑγρὸν εἶναί φαμεν, ὅπως δὲ τὸ νόσημα <lb/>τὸ δι’ ἀμετρίαν ὑγρότητός τε
							καὶ θερμότητος ἐνέργειάν <lb/>τινα βλάπτον. ἔτι δὲ πρὸς τούτοις ἀναμνηστέον ἐστὶν ὡς
							<lb/>οὐκ ἄν ποτε σφυγμὸς ἀλλοιωθείη διὰ δυσκρασίαν χωρὶς τοῦ <lb/>τὰς ἀρτηρίας τι
							παθεῖν ἢ τὴν καρδίαν, καὶ ὡς ἐνδέχεται <lb/>ποτὲ τὰς μὲν ἀρτηρίας τι πεπονθέναι, τὴν
							καρδίαν δὲ ὑπάρχειν <lb/>ἀπαθῆ. τῆς μέντοι καρδίας πασχούσης οὐκ ἐνδέχεται <lb/>τὰς
							ἀρτηρίας ἀπαθεῖς διαμένειν, ἀλλ’ ἀναγκαῖον ἀπολαύειν τι <lb/>τῆς δυσκρασίας αὐτὰς
							ἔλαττον ἢ μεῖζον. ἡ μὲν οὖν κατὰ <pb n="332"/> ψυχρότητά τε καὶ θερμότητα δυσκρασία
							τῆς καρδίας ἑτοίμως <lb/>εἰς ἁπάσας διαδίδοται τὰς ἀρτηρίας, ἡ δὲ καθ’ ὑγρότητά τε
							<lb/>καὶ ξηρότητα χαλεπώτερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="278"/>Ἀρκτέον οὖν ἀπὸ τῆς κατὰ θερμότητα <lb/>καὶ
							διοριστέον ἐν αὐτῇ τόδε πρῶτον, ὡς ἐνδέχεται καθ’ ὃν <lb/>τοῦτο γίνεται καιρὸν ἤτοι
							κατὰ φύσιν ἔχειν τὰς ἀρτηρίας, ἢ <lb/>πεπονθέναι τι καὶ αὐτὰς καὶ ἤτοι πάσας ἤ τινας.
							αἱ μὲν δὴ <lb/>κατὰ φύσιν ἔχουσαι τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ δυσκρασίαν ὁμοίως <lb/>διαδέξονται,
							τῶν δὲ παρὰ φύσιν διακειμένων ἡ διάθεσις ἔσται <lb/>μικτὴ, τὸ μὲν φυλάττουσα τῆς ἰδίας
							καταστάσεως, τὸ δέ <lb/>τι παρὰ καρδίας λαμβάνουσα. πρῶτον οὖν ὑποκείσθωσαν
							<lb/>ἀπαθεῖς εἶναι τό γε καταρχὰς αἱ ἀρτηρίαι, θερμοτέρας γενομένης <lb/>τῆς καρδίας.
							εἶθ’ ἑξῆς σκοπούμεθα τίνες ἐξ ἀνάγκης <lb/>ὑπάρχουσι σφυγμοὶ τῇ τοιαύτῃ διαθέσει καὶ
							τίνες ὡς τὸ πολύ. <lb/>πάλιν οὖν ἀναμνησθέντες ὧν ἔν τε τῷ πρὸ τούτου λόγῳ διειλόμεθα
							<lb/>κᾀν τῇ περὶ τῶν ἐν σφυγμοῖς αἰτίων πραγματείᾳ, <lb/>τοὺς οἰκείους θερμότητος
							πλεονεκτούσης σφυγμοὺς ἐπέλθωμεν, <lb/>ἵν’ ἐξ αὐτῶν ἐπισκεψώμεθα τίνες μὲν ἀχώριστοι
							τῆς προκειμένης <lb/>διαθέσεώς εἰσι, τίνες δ’ ὡς τὸ πολὺ συμπίπτουσι. εἰσὶν <pb n="333"/> οὖν οἰκεῖοι σφυγμοὶ πλήθει θερμότητος ὅ τε μέγας καὶ ὁ ταχὺς <lb/>καὶ ὁ
							πυκνὸς, ἀλλ’ ὁ μέγας μὲν οὐ θερμότητος μόνης ἐπικρατούσης, <lb/>ἀλλὰ καὶ ὀργάνων
							δεῖται μαλακῶν καὶ δυνάμεως <lb/>εὐρώστου· ὥστ’ οὐκ ἂν ἀχώριστος εἴη τῆς κατὰ
							θερμότητα <lb/>δυσκρασίας. οὕτως δὲ καὶ ὁ ταχὺς ἐῤῥωμένης δεῖται δυνάμεως, <lb/>καὶ
							ὀργάνων ἑτοίμως διαστελλομένων, ὥστ’ οὐδ’ οὗτος ἀχώριστος. <lb/>ὁ δέ γε πυκνὸς, εἰ μὲν
							αὐτάρκως ὑπὸ τοῦ μεγέθους <lb/>τε καὶ τάχους ἡ χρεία πληρωθείη, τὴν ἀρχὴν οὐδ’ ἂν
							συσταίη, <lb/>δέδεικται γὰρ καὶ τοῦτο, μὴ πληρουμένης δὲ γίγνοιτ’ ἄν. ὥστ’ <lb/>οὐδ’
							οὗτος ἀχώριστος, οὐ μὴν οὐδ’ ἐκ τῶν οἰκείων εἴη ἄν τις <lb/>ἀχώριστος. ἐκ δὲ τῶν
							οἰκείων μὲν, οὐκ ἀχωρίστων δὲ κρατήσει <lb/>ποτὲ μὲν ὁ μείζων, ποτὲ δὲ ὁ θάττων, ποτὲ
							δὲ ὁ πυκνότερος. <lb/>εἰ μὲν γὰρ ἡ θερμότης αὐξηθείη μόνη, κατὰ φύσιν <lb/>δ’ ἔχοιεν ἥ
							τε δύναμις καὶ τὰ ὄργανα, βραχείας μὲν τῆς ἐκτροπῆς <lb/>γενομένης, εἰς μέγεθος μόνον
							ἐπιδώσουσιν οἱ σφυγμοὶ, <lb/>πλέονος δὲ καὶ εἰς τάχος, ἀξιολόγου δὲ καὶ εἰς πυκνότητα.
							<lb/>προσέχειν δ’ ἐν τούτῳ δεῖ τὸν νοῦν ἀκριβῶς τῷ μᾶλλόν τε <lb/>καὶ ἧττον ἐν ἑκάστῳ
							γένει σφυγμῶν. εἰ μὲν γὰρ εἰς τὸ μέγεθος <pb n="334"/> ἐξαλλάττοιντο πλέον ἤπερ τὸ
							τάχος καὶ τὴν πυκνότητα, <lb/>μὴ πάνυ πολλὴν ἡγοῦ τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ θερμότητα· εἰ δ’
							εἰς <lb/>τὰ τρία παραπλησίως, εὐθὺς μὲν δήπου καὶ μεγάλως ἐξαλλαχθήσονται, <lb/>εὐθὺς
							δὲ καὶ πολλὴν ἐνδείξονται τὴν θερμότητα. <lb/>εἰ δ’ ἐπιπλέον αὐξηθείη τὸ τάχος τοῦ
							μεγέθους, ἔτι <lb/>δὴ καὶ μᾶλλον. εἰ δὲ καὶ ἡ πυκνότης, ἔτι μᾶλλον. εἰ δ’ ἅμα
							<lb/>μέγιστός τε καὶ τάχιστος ὁ αὐτὸς εἴη σφυγμὸς καὶ πυκνότατος, <lb/>εἰς ἄκρον
							ηὐξῆσθαι δηλώσει τὴν θερμότητα. εἰ δὲ τάχιστος <lb/>μὲν εἴη καὶ πυκνότατος, μὴ μέντοι
							καὶ μέγιστος, ἄλλως μὲν <lb/>οὐκ ἂν δύναιτο συμβῆναι τοῦτο χωρὶς τοῦ τὴν δύναμιν
							ἀῤῥωστοτέραν, <lb/>ἢ τὴν ἀρτηρίαν γενέσθαι σκληροτέραν· εὐδιόριστον <lb/>δὲ τοῖς
							ἀχωρίστοις ἑκάτερον σφυγμοῖς, ἥ γε μὴν ἔνδειξις <lb/>κᾀνταῦθα τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ
							θερμότητος ἡ αὐτή. καὶ <lb/>μὴν καὶ ὅταν ἡ πυκνότης ἐπὶ πλεῖστον προήκῃ, μὴ
							συναυξάνηται <lb/>δ’ εἰς ἴσον αὐτῇ τὸ τάχος καὶ τὸ μέγεθος, ἀνάγκη καὶ <lb/>τότε
							θερμότητα μὲν εἶναι πολλὴν, ἤτοι δ’ ἀῤῥωστίαν δυνάμεως <lb/>ἢ ὀργάνων σκληρότητα. σὺν
							ἀῤῥωστίᾳ μὲν οὖν ἀμυδρὸς <lb/>ὁ σφυγμὸς ἔσται, σὺν σκληρότητι δὲ σκληρὸς ἅμα καὶ
							<lb/>κλονώδης. εἰ δὲ καὶ χωρὶς κλόνου σκληρὸς εἴη πυκνὸς ὢν ﻿<pb n="335"/> ἐσχάτως,
							ἀσθενῆ τὴν δύναμιν ἅμα τῷ πλήθει τῆς θερμότητος <lb/>ἐνδείξεται. πάντως οὖν ὁ τοιοῦτος
							ἔσται καὶ ἀμυδρὸς καὶ <lb/>κίν<milestone unit="ed1page" n="139"/>δυνον ἐπάξει
							συγκοπῆς. ἀναμνησθῆναι δὲ χρὴ κᾀνταῦθα <lb/>τίνα τρόπον ἐγχωρεῖ <milestone unit="ed2page" n="279"/>θερμότητα μὲν ὑπάρχειν <lb/>ἐν τῇ καρδίᾳ παμπόλλην, ἐῤῥῶσθαι
							δὲ τὴν δύναμιν. εἰ γὰρ <lb/>ἡ μὲν ῥώμη ταῖς εὐκρασίαις, ἡ δ’ ἀῤῥωστία ταῖς δυσκρασίαις
							<lb/>ἕπεται, δυσκρασία καταλήψεται τὴν καρδίαν ἅμα τῇ πλεοναζούσῃ <lb/>θερμότητι. ὥστ’
							ἐξ ἀνάγκης καὶ ἡ δύναμις ἀῤῥωστήσει. <lb/>πῶς οὖν, ὅταν ὁ σφυγμὸς ἅμα μέγιστός τε ᾖ
							καὶ τάχιστος <lb/>καὶ πυκνὸς καὶ σφοδρὸς, οὐ μόνον θερμότητα παμπόλλην <lb/>ὑπάρχειν
							ἐν τῇ καρδίᾳ φαμὲν, ἀλλὰ καὶ δυνάμεως <lb/>εὐρωστίαν; ὅτι διώρισται πολλάκις ἐν
							ἑτέροις ἡμῖν κᾀν ταῖς <lb/>τῶν πυρετῶν διαγνώσεσι τὸ θερμαίνεσθαι τοῦ τεθερμάνθαι
							<lb/>διαφέρειν. ὅταν μὲν γὰρ θερμαίνηται τὸ σῶμα τῆς καρδίας <lb/>ὑπὸ τῆς περιεχομένης
							ἐν ταῖς κοιλίαις αὐτῆς οὐσίας, ἐγχωρεῖ <lb/>τὴν δύναμιν ἐῤῥῶσθαι, καὶ δι’ αὐτό γε
							τοῦτο πλεῖστον μὲν <lb/>καὶ τάχιστον καὶ πυκνότατον εἰσπνέουσιν οἱ τοιοῦτοι, μέγιστον
							<lb/>δὲ καὶ τάχιστον καὶ πυκνότατον σφύζουσιν, ἀπομαχομένης <lb/>ἔτι τῆς καρδίας πρὸς
							τὴν θερμαίνουσαν οὐσίαν καὶ <pb n="336"/> ψύχουσαν ἑτέραν ἔξωθεν ἐπισπωμένην
							ἀντίῤῥοπον τῇ θερμότητι. <lb/>ὅταν δέ ποτε νικηθεῖσα τύχῃ καὶ συνεκθερμανθεῖσα τῇ
							<lb/>κατὰ τὰς κοιλίας οὐσίᾳ, τεθέρμανται μὲν ἤδη τηνικαῦτα καὶ <lb/>οὐκέτι μόνον
							θερμαίνεται, τῇ δυσκρασίᾳ δὲ αὐτῆς ἕπεται <lb/>δυνάμεως ἀσθένεια. καὶ ἢν ἐπιπλέον
							θερμανθῇ, καὶ δι’ ὅλης <lb/>αὐτῆς τὸ πυρετῶδες δέξηται θερμὸν, τὸν καλούμενον ἑκτικὸν
							<lb/>ἐπιφέρει πυρετόν. ἐνίοτε δ’ ἔμπαλιν ἢ ὡς νῦν εἴρηται συμβαίνει, <lb/>ψυχροτέρας
							μὲν τοῦ κατὰ φύσιν ἐν ταῖς κοιλίαις τῆς <lb/>καρδίας οὐσίας περιεχομένης, τοῦ σώματος
							δὲ αὐτῆς ἐπιπλέον <lb/>τεθερμασμένου. καὶ γίγνεται τοῦτο τοῖς ἠθροικόσι μὲν <lb/>ὠμοὺς
							καὶ ψυχροὺς καὶ φλεγματώδεις χυμοὺς, ἤτοι δὲ σφοδρότατα <lb/>θυμωθεῖσιν, ἢ
							ἀγρυπνήσασιν ἀμέτρως μετὰ φροντίδος <lb/>ἰσχυρᾶς, ἢ διὰ λοιμώδη τινὰ εἰσπνοὴν
							ἁπτομένου τοῦ σώματος <lb/>αὐτοῦ τῆς καρδίας, ἤ τινος ὅλως δηλητηρίου ποιότητος
							<lb/>ἰδιότητα καθ’ ὁντιναοῦν τρόπον ἐπὶ τὴν καρδίαν ἀφικομένης. <lb/>ταυτὶ μὲν οὖν
							ἀνεμνήσθην πρὸς τὸ μὴ θαυμάζειν τινὰ πῶς <lb/>ἐγχωρεῖ θερμότητος ἐπικρατούσης ἀκμάζειν
							τῆς καρδίας τὸν <lb/>τόνον. ἐπανέλθωμεν οὖν αὖθις ἐφ’ ἃ λέγοντες ἀπελίπομεν. <pb n="337"/> ἡ γάρτοι θερμότης ἡ ἐν τῇ καρδίᾳ τρέπει μὲν, ὡς εἴρηται, <lb/>τοὺς
							σφυγμούς. ἀλλ’ ἐπεὶ διττὴ κατ’ εἶδός ἐστιν, ἡ μὲν ἑτέρα <lb/>καὶ σηπεδόνος χυμῶν
							ἔγγονος, ἧς ἡ ποιότης δριμεῖά τέ ἐστι <lb/>καὶ καπνώδης, ἡ δὲ ἑτέρα μεθ’ ὑγρότητος
							ἡδείας, αὐτῷ μόνῳ <lb/>τῷ ποσῷ τοῦ κατὰ φύσιν ἀποκεχωρισμένη, μόνιμος μέν ἐστι
							<lb/>καὶ δύσλυτος ἡ πρότερον ῥηθεῖσα, ὀλιγοχρόνιος δὲ ἡ ἑτέρα, <lb/>λουτροῖς καὶ
							γυμνασίοις καὶ τροφῇ θερμαινούσῃ καὶ οἴνου <lb/>πόσει καὶ τῶν τῆς ψυχῆς παθῶν, αἰδοῖ
							καὶ θυμῷ συνεπομένη. <lb/>εἰ δ’ ἐκ τούτου τοῦ γένους τῆς θερμασίας εἰσί τινες πυρετοὶ,
							<lb/>καθάπερ οἱ ἐπὶ κόποις, ἢ ἐγκαύσεσιν, ἢ ψύξεσιν, ἢ ἐπὶ βουβῶσιν, <lb/>ἢ θυμοῖς,
							τῶν ἀμφισβητουμένων ἐστί. καὶ λέλεκται <lb/>μὲν ἐπιπλέον ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τῇ περὶ τῶν
							πυρετῶν πραγματείᾳ· <lb/>λελέχθω δὲ καὶ νῦν εἰς τοσοῦτον, ὡς ἡ μὲν ἑτερογενὴς <lb/>τοῦ
							κατὰ φύσιν θερμότης ὀλιγοχρόνιον μὲν ἔχει τὴν ἐκτὸς <lb/>ἠρεμίαν, ταχεῖαν δὲ τὴν
							συστολὴν ἐπιπλέον ἢ κατὰ τὴν ἀναλογίαν <lb/>τῆς διαστολῆς, ἡ δὲ τῷ ποσῷ μόνῳ
							διαλλάττουσα <lb/>μείζονά τε ἅμα καὶ θάττονα τὴν διαστολὴν ἤπερ τὴν συστολήν. <lb/>ἡ
							μὲν γὰρ τοιαύτη θερμότης μόνης ἐμψύξεως δεῖται, <pb n="338"/> ἣν ἐδείξαμεν ἐν τῷ
							διαστέλλεσθαι γινομένην, ἡ καπνώδης δὲ <lb/>καὶ ταύτης μὲν ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ ἐπὶ
							πλεῖστον τῆς ἀποχύσεως <lb/>τοῦ περιττοῦ, ὅπερ ἔργον ἦν τῆς συστολῆς. ὥσθ’ ἡ μὲν
							τοιαύτη <lb/>καὶ τὴν διαστολὴν ὠκυτέραν ἐπὶ πλέον ἐργάσεται καὶ <lb/>τὴν συστολὴν ἐπὶ
							πλεῖστον· ἡ δ’ οὐ τοιαύτη τὴν συστολὴν <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως ἀλλοιώσει, τὴν διαστολὴν δ’
							εἰς τοσοῦτον <lb/>εἰς ὅσον ἂν ἐκβῇ τὰ μέτρα τῆς κατὰ φύσιν εὐκρασίας. ἀλλὰ <lb/>περὶ
							μὲν τούτων ἐπιπλέον ἑξῆς ἐροῦμεν ἐν τοῖς περὶ τῶν <lb/>πυρετῶν λογισμοῖς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="280"/>Ἐν δὲ τῷ παρόντι τὸν περὶ τῶν <lb/>ἀρτηριῶν λόγον
							διέλθωμεν, ὅταν ἐναντίως ἔχωσι τῇ καρδίᾳ, <lb/>λέγω δὲ ὅταν ἐκείνη μὲν ᾖ θερμοτέρα τοῦ
							κατὰ φύσιν, αἱ δὲ <lb/>ἀρτηρίαι ψυχρότεραι, ἤτοι χυμῶν τινων ψυχρῶν ἐν αὐταῖς
							<lb/>περιεχομένων οὐδέπω διασηπομένων, ἢ καί τινος ἑτέρας <lb/>ψύξεως ἐπικρατούσης.
							ἀνάγκη δὲ ταύτας τηνικαῦτα τὸ μὲν <lb/>ἐψῦχθαι κατὰ τὴν οἰκείαν ἔχειν διάθεσιν,
							ἐπικτᾶσθαι δ’ ἔτι <lb/>παρὰ τῆς καρδίας τὸ θερμαίνεσθαι. ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ τὴν κινοῦσαν
							<lb/>αὐτὰς δύναμιν ἐξ ἐκείνης ἐπίῤῥυτον ἔχουσιν, καὶ τόνος <lb/>εἷς ἐστιν ὁ διαστέλλων
							τε καὶ συστέλλων ἅμα τῇ καρδίᾳ τὰς <lb/>ἀρτηρίας, ἀναγκαῖόν ἐστι τὸ μέν τι ταὐτὸν
							ὑπάρχειν τῇ τε τῆς <pb n="339"/> καρδίας κινήσει καὶ τῇ τῶν κατὰ μέρος ἀρτηριῶν
							ἁπασῶν, <lb/>τὸ δέ τι διαλλάττον. αἱ μὲν δὴ πρῶται τῶν κινήσεων ἀρχαὶ <lb/>κατὰ τὸν
							αὐτὸν ἔσονται χρόνον, ὅταν γε δέχωνται τὴν παρ’ <lb/>αὐτῆς δύναμιν ἀμέμπτως. οὔτε δὲ
							τὸ μέγεθος οὔτε τὸ τάχος <lb/>οὔθ’ ἡ σφοδρότης ὁμοίως ἀμφοτέραις ὑπάρξει, ἀλλ’ ἡ
							<lb/>καρδία τηνικαῦτα καὶ μείζονα καὶ θάττονα καὶ σφοδρότερον <lb/>ἕξει τὸν σφυγμὸν
							ἁπασῶν τῶν κατὰ μέρος ἀρτηριῶν. ἡ μὲν <lb/>γὰρ ἀρχὴ τῆς κινήσεως αὐταῖς ἐκ τῆς καρδίας
							ἐστὶν, ὁ δὲ <lb/>τρόπος ἑκάστῃ τῆς οἰκείας κινήσεως, ὡς ἂν καὶ τύχῃ τῇ καρδίᾳ
							<lb/>συνδιατεθεῖσα. συνδιατίθεται γὰρ ἡ μὲν ὡσαύτως ἔχουσα <lb/>τῇ κράσει καθ’ ὃν ἂν ἡ
							καρδία τρόπον ἐνεργῇ, ἡ δ’ ἐναντίως <lb/>εἰς ὅσον ἂν καὶ τύχῃ δεξαμένη τὴν ἐξ αὐτῆς
							ἀλλοίωσιν. ἐνδέχεται <lb/>τοιγαροῦν ἐνίοτε τὴν ψυχρὰν ἀρτηρίαν ὑπὸ τῆς καρδίας
							<lb/>θερμαινομένην οὔτε μικρὸν ἐργάσασθαι τὸν σφυγμὸν, οἷός <lb/>περ ὁ τῆς ψυχρᾶς
							ἐστι, οὔτε μέγαν, οἷός περ ὁ τῆς θερμῆς, <lb/>ἀλλὰ τὸν ἀμφοῖν μέσον, ὅσπερ δὴ καὶ
							σύμμετρος καὶ κατὰ <lb/>φύσιν ἐστίν. οὕτω δὲ καὶ τῷ τάχει σύμμετρος ἐν ταῖς τοιαύταις
							<lb/>διαθέσεσιν ὁ σφυγμὸς ἔσται καὶ τῇ σφοδρότητι μέτριος. <lb/>ἐναργῶς δὲ διαγνώσῃ τὸ
							λεγόμενον, εἰ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ﻿<pb n="340"/> ἅπτοιο τῇ μὲν ἑτέρᾳ χειρὶ τῆς
							καρδίας, τῇ δὲ ἑτέρᾳ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>τινος. αἱ μὲν γὰρ ἀρχαὶ τῶν κινήσεων ἅμα σοι
							φανοῦνται <lb/>γίνεσθαι. διαλλάξουσι δὲ μεγέθει καὶ τάχει καὶ σφοδρότητι
							<lb/>τηνικαῦτα. ἐνίοτε δὲ συμβαίνει καὶ τὸ μὴ δέχεσθαι <lb/>καθ’ ἕνα χρόνον ἁπάσας τὰς
							ἀρτηρίας τὴν ἐκ τῆς καρδίας <lb/>ἐπιῤῥέουσαν δύναμιν τοῦ σπλάγχνου, ἀλλὰ τὰς μὲν
							ἐγγυτέρω <lb/>τοῦ σπλάγχνου προτέρας, ὑστέρας δὲ τὰς ποῤῥώτερον. γίνεται <lb/>δὲ
							μάλιστα τὸ τοιοῦτον, ἐπειδὰν εἰς ἕνα χρόνον συνέλθοι <lb/>τάς τε ἀρτηρίας εἶναι
							ψυχροτέρας ἄτονόν τε τὴν καρδίαν. <lb/>ἐὰν δὲ καὶ αὐτῶν τῶν ἀρτηριῶν τὰ ποῤῥωτέρω τῆς
							ἀρχῆς μέρη <lb/>μᾶλλον ᾖ ψυχρὰ, καθάπερ ἐν ἐπισημασίαις τέ τισι καὶ τοῖς
							<lb/>λιπυρίαις συμβαίνει πυρετοῖς, οὐ μόνον ὑπάρξεται πρωϊαίτερον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τὴν
							κίνησιν αὐτὴν θάττονά τε καὶ μείζονα <lb/>ποιήσεται τὰ τῆς καρδίας ἐγγυτέρω. καὶ μὲν
							δὴ ὁ τόνος ἐν <lb/>ταῖς τοιαύταις περιστάσεσιν ἀσθενὴς μὲν ἐν ἁπάσαις φαίνεται,
							<lb/>μᾶλλον δ’ ἐν ταῖς ποῤῥωτέραις, ὥστ’ ἐναργῶς εἶναι τὸν σφυγμὸν <lb/>ἐν αὐταῖς
							ἀμυδρότερον τοῦ κατὰ φύσιν τῶν ὑπερκειμένων. <lb/>συμβαίνει δέ ποτε καὶ κατὰ τὴν
							καρδίαν ἡ τοιαύτη τῶν <lb/>κράσεων ὑπεναντίωσις. ἐνίοτε μὲν γὰρ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ <pb n="341"/> σπλάγχνου ψυχρότερόν ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν, ἡ περιεχομένη <lb/>δὲ ἐν ταῖς
							κοιλίαις οὐσία θερμοτέρα, ἐνίοτε δ’ ἔμπαλιν ἡ <lb/>μὲν οὐσία ψυχροτέρα, θερμοτέρα δ’ ἡ
							καρδία. καὶ γίνονται <lb/>καὶ τότε τῆς <milestone unit="ed1page" n="140"/>καρδίας οἱ
							σφυγμοὶ τοῖς κατὰ φύσιν <lb/>ὅμοιοι, μέση γάρ πως ἐν αὐτῇ κατάστασις ἀποτελεῖται ἐκ
							<lb/>δυοῖν ἐναντιοτήτων συγκειμένη, καὶ σφάλλουσί γε καὶ τοὺς <lb/>ἀρίστους ἰατροὺς αἱ
							τοιαῦται διαθέσεις, ὥσπερ καὶ νῦν ἐπὶ <lb/>τοῦ μεγάλου λοιμοῦ συνέπεσεν. <milestone unit="ed2page" n="281"/>ἔνιοι μὲν γὰρ ἀπὸ τῆς <lb/>ἀρχῆς ἕως πλείστου, τινὲς δὲ καὶ
							δι’ ὅλου τοῦ νοσήματος <lb/>ἦσαν εὔσφυκτοι βραχύ τι τοῦ κατὰ φύσιν ἐξηλλαγμένους
							ἔχοντες <lb/>τοὺς σφυγμούς. ἀλλ’ οὗτοι μᾶλλον τῶν ἄλλων ἀπώλοντο, <lb/>καὶ
							διαγινώσκομεν αὐτοὺς εὐθέως ἐν ταῖς πρώταις ἡμέραις ὅτι <lb/>τε λοιμώττουσι καὶ ὅτι
							χείριστα διάκεινται τῷ τε τῆς θερμασίας <lb/>δριμεῖ καὶ αὐτῷ τῷ τῆς θερμασίας εἴδει,
							καὶ αὐτῷ <lb/>βραχύ τι τοῦ κατὰ φύσιν ἐξηλλαγμένους ὄντας αὐτοῖς τοὺς <lb/>σφυγμοὺς
							ἀεὶ διαμένειν τοιούτους. ἐν εἴδει γὰρ μάλιστα τῶν <lb/>ἑκτικῶν ὀνομαζομένων πυρετῶν οἱ
							τοιοῦτοι σφυγμοὶ συνίστανται. <lb/>καὶ ὅσοι γε τῶν καμνόντων οὐκ ἔφασκον πυρέττειν,
							<lb/>ἐν ἕξει τούτοις ἀκριβῶς ἦν ὁ πυρετὸς, αὐτὸ τῆς καρδίας <pb n="342"/> κατειληφὼς
							τὸ σῶμα. δύο γὰρ δὴ ταῦτα γνωρίσματα τῶν <lb/>ἑκτικῶν πυρετῶν ἐστιν ἴδια, τό τε
							διαπαντὸς ὁμοίους ἑαυτοῖς <lb/>ὑπάρχειν αὐτοὺς, οὔτε εἰσβολὴν παροξυσμοῦ τινος οὔτ’
							ἀνάβασιν <lb/>οὔτ’ ἀκμὴν οὔτε παρακμὴν οὐδεμίαν ἔχοντας, τό τε <lb/>μὴ γινώσκειν ὅτι
							πυρέττει τὸν κάμνοντα. γίνονται δ’ οἱ <lb/>τοιοῦτοι τῶν σφυγμῶν οὐκ ἐξ ἀνάγκης μὲν
							μείζονες τῶν κατὰ <lb/>φύσιν, ἐνίοτε δ’ οὐδὲ πυκνότεροι, θάττονες μέντοι πάντως.
							<lb/>καὶ ὀρθῶς ἄρα τοῦτο τοῖς πλείστοις τε καὶ ἀρίστοις τῶν ἰατρῶν <lb/>ἐπιστεύθη, τῶν
							πυρεττόντων τοὺς σφυγμοὺς ἀχώριστον <lb/>ἔχειν τὸ τάχος. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων καὶ
							αὖθις. ὅπερ <lb/>δὲ λέγοντες ἀπελίπομεν, ἐπειδὰν ὑπὸ σηπεδονώδους ποιότητος <lb/>ὁ
							εἰσπνεόμενος ἀὴρ μιανθῇ, καὶ ἅψηται τοῦ σώματος τῆς καρδίας <lb/>ἡ σηπεδὼν, οἱ
							τοιοῦτοι γίνονται σφυγμοί. καὶ οὐδὲν ἔτι <lb/>θαυμαστὸν οὔθ’ ὅτι τοὺς σφυγμοὺς ἔχουσιν
							ὁποίους εἰρήκαμεν <lb/>οἱ οὕτω λοιμώττοντες οὔθ’ ὅτι λοιμώδη τὴν ἀναπνοὴν <lb/>οὔθ’
							ὅτι τεθνήξονται πάντως. τί γὰρ ἄκος εὑρεθείη τῆς ἐν <lb/>τῇ καρδίᾳ σηπεδόνος; ὡς ὅσοις
							γε τὸ σηπεδονῶδες τοῦτο θερμὸν <lb/>εἰς τοὺς ἐν ταῖς κοιλίαις ἐτράπετο χυμοὺς μᾶλλον
							ἤπερ <pb n="343"/> εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ σπλάγχνου, πολλοὶ τούτων ἐσώθησαν. <lb/>ἡ
							διάγνωσις δ’ αὐτῶν τῶν λοιμωττόντων, εἰ πρῶτον μὲν αἰσθάνονται <lb/>πυρέττοντες·
							ἔπειτα δὲ, εἰ μὴ διαπαντὸς ὡσαύτως <lb/>πυρέττοιεν· ἔτι δὲ πρὸς τούτοις, εἰ μὴ
							διάτονον ἔχοιεν τὸν <lb/>σφυγμόν. οἱ γὰρ ἐπὶ δυσκρασίᾳ τοῦ σώματος αὐτοῦ τῆς καρδίας
							<lb/>ἅπαντες ἄτονοι. αἱ μὲν δὴ κατὰ θερμότητα δυσκρασίαι <lb/>τῆς καρδίας ὁποίους
							τινὰς ἐργάζονται τοὺς σφυγμοὺς αὐτάρκως <lb/>λέλεκται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Αἱ δὲ κατὰ ψυχρότητα πάντως μὲν δήπου <lb/>τοὺς ἐναντίους ἀποτελοῦσι, τοὺς μικροὺς
							καὶ βραδεῖς καὶ <lb/>ἀραιοὺς, ἤτοι δ’ ἀνάλογον εἰς τὰς τρεῖς διαφορὰς ἀλλοιοῦσιν,
							<lb/>ἢ τὰς μέν τινας ἐξ αὐτῶν, ἤ τινα μᾶλλον, ἢ ἧττον. <lb/>ἑτέρας δέ τινας, ἢ ἑτέραν
							ἧττον, ἢ μᾶλλον. ἀλλὰ χρὴ κᾀνταῦθα <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπίστασθαι τὴν
							ἐλλείπουσαν, <lb/>ἢ καὶ πλεονάζουσαν, ὡς καὶ πρόσθεν εἴρηται. πρῶτον μὲν <lb/>γὰρ
							ὑπαλλάξει τὴν πυκνότητα, δεύτερον δὲ τὸ τάχος, ἑξῆς <lb/>δὲ τὸ μέγεθος, ἀπαθοῦς γε τῆς
							δυνάμεως οὔσης. ὡς εἴ γε καὶ <lb/>ἥδε τι πάθοι, γνωρισθήσεται μὲν ὑπὸ τῆς ἰδίας τε καὶ
							ἀχωρίστου <lb/>ποιότητος τῶν σφυγμῶν, ἣν ἀμυδρότητα καλοῦμεν, <lb/>ἣ εἰς μικρότητά τε
							καὶ βραδύτητα μᾶλλον ἤπερ εἰς ἀραιότητα <pb n="344"/> τὴν ἀλλοίωσιν ἐργάζεται τῶν
							σφυγμῶν. ὡς ὅταν γε ἐπὶ <lb/>πλεῖστον ἡ δύναμις κάμνῃ, κᾂν ψύξις συνῇ, μικροὶ μὲν
							ἐσχάτως <lb/>οἱ σφυγμοὶ γίνονται, βραδεῖς δ’ οὐκ ἐσχάτως, ἀλλ’ ἔστιν <lb/>ὅτε τοῖς
							κατὰ φύσιν ὅμοιοι, πυκνότητα δ’ οὐ μόνον ἀποτίθενται <lb/>τὴν πρόσθεν, ἀλλὰ καὶ
							προσαυξάνουσι. ἐπειδὰν μέντοι <lb/>τὰ τῆς δυνάμεως ἐπ’ ὀλίγον ἀῤῥωστῇ, τὰ δὲ τῆς
							ψύξεως <lb/>ἐπὶ πλεῖστον κρατῇ, μακροτάτη μὲν ἡ εἰς ἀραιότητα τροπὴ <lb/>γίνεται τῶν
							σφυγμῶν, βραχυτάτη δ’ ἡ εἰς μικρότητα, μέση <lb/>δ’ ἀμφοῖν ἡ εἰς βραδύτητα. τὴν αὐτὴν
							δὲ δηλονότι καὶ αἱ <lb/>ἀρτηρίαι πᾶσαι κινηθήσονται κίνησιν, ἂν τῇ κράσει φύσιν
							<lb/>ἔχωσιν· <milestone unit="ed2page" n="282"/>ἂν δὲ τῆς καρδίας ψυχροτέρας
							γεγενημένης <lb/>αὗται θερμότεραι τοῦ κατὰ φύσιν ὦσιν, ἀλλοιώσουσι τὸν τῆς
							<lb/>καρδίας σφυγμὸν εἰς τοσοῦτον εἰς ὅσον ἂν ἐκστῶσι τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν. ὥστε ποτὲ
							καὶ ἀκριβῶς ὅμοιος ἔσται τῷ κατὰ φύσιν <lb/>ὁ κατὰ τὰς ἀρτηρίας, ὅσον γε ἐπὶ μεγέθει
							καὶ τάχει, τοῦ <lb/>κατὰ τὴν καρδίαν ἐλάττονός τε καὶ βραδυτέρου γιγνομένου.
							<lb/>εὔδηλον δ’ ὡς αἱ τοιαῦται διαθέσεις ἄνευ πυρετῶν εἰσιν αὐτῆς <lb/>τῆς καρδίας
							μόνης ψυχθείσης ὑπὸ χυμῶν ψυχρῶν τε ἅμα <lb/>καὶ γλίσχρων καὶ παχέων. σπανίως μὲν οὖν
							ἐστιν ἡ τοιαύτη ﻿<pb n="345"/> διάθεσις, ἀλλὰ γιγνομένη ποτὲ, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐν
							πνεύμονι <lb/>τοιοῦτοι περιέχωνται χυμοί. συμβαίνει δ’ ὡς τὰ πολλὰ <lb/>τοῖς ἐπὶ τῇ
							τοιαύτῃ διαθέσει σφυγμοῖς εὐθὺς καὶ ἀνωμάλοις <lb/>εἶναι διὰ τὰς ἐμφράξεις, ἃς οἳ
							προειρημένοι χυμοὶ κατὰ τὰ <lb/>στόματα τῶν ἐκφυομένων τῆς καρδίας ἀγγείων ποιοῦσιν.
							εἰ <lb/>μέντοι συμβαίη ποτὲ καὶ τὰς ἀρτηρίας ὁμοίως τῇ καρδίᾳ <lb/>ψυχροτέρας γενέσθαι
							τοῦ κατὰ φύσιν, αὐξήσουσι τὴν ἀτονίαν <lb/>τῶν κινήσεων αὐτῆς, ἐν ταὐτῷ φυλάττουσαι
							γένει, ὥστε τῆς <lb/>καρδίας βραδύτερόν τε καὶ μικρότερον καὶ ἀραιότερον τοῦ <lb/>κατὰ
							φύσιν σφυζούσης αὐτὰς ἔτι δὴ καὶ μᾶλλον ἐκείνης καὶ <lb/>βραδύτερον καὶ μικρότερον
							σφύζειν, εὐθὺς δὲ δήπου καὶ ἀμυδρότερον. <lb/>συμβαίνει δέ ποτε ψυχροτέραν τε ἅμα τοῦ
							κατὰ <lb/>φύσιν εἶναι τὴν καρδίαν καὶ πλήρη περιττωμάτων δακνωδῶν, <lb/>ἐν ᾧ καιρῷ τὴν
							μὲν διαστολὴν μικροτέραν τε ἅμα καὶ βραδυτέραν <lb/>γίγνεσθαι συμβαίνει, τὴν δὲ
							συστολὴν ὠκυτέραν. ἐφαίνετο <lb/>δ’ ἂν καὶ μέχρι πλείονος ἔσω χωρεῖν ἡ ἀρτηρία, εἰ
							μέχρι <lb/>παντὸς αἰσθητὴν εἶχε τὴν κίνησιν, νυνὶ δὲ τοῦτο μὲν ἀδιάγνωστον
							<lb/>αἰσθήσει. τὸ δὲ τὸν τῆς ἐντὸς ἡσυχίας χρόνον ἐπιμηκέστερον <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν
							γίγνεσθαι πρόδηλον καὶ ἁπτομένοις <pb n="346"/> ἐστί. σύνθετος δ’ ὁ χρόνος οὗτος ἅπας
							ἐκ τριῶν ἐδείκνυτο <lb/>χρόνων, πρώτου μὲν τῶν ἐσχάτων τῆς συστολῆς, δευτέρου <lb/>δὲ
							τῆς ἐντὸς ἠρεμίας, καὶ τρίτου τῶν πρώτων τῆς διαστολῆς. <lb/>οὗτος μὲν ὁ χρόνος ἱκανῶς
							ἐκταθήσεται κατὰ τὴν <lb/>εἰρημένην διάθεσιν, ὁ δὲ τῆς ἐκτὸς ἡσυχίας ἤτοι βραχύτερος
							<lb/>ἔσται τοῦ κατὰ φύσιν ἢ παραπλήσιος. ἐπειγομένης γὰρ ἀεὶ <lb/>τῆς τοὺς σφυγμοὺς
							ἐργαζομένης δυνάμεως ἀποκρίνειν τὰ περιττώματα, <lb/>καὶ σπευδούσης ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν
							ἐκείνην δι’ ἧς <lb/>ὑπάρχει τοῦτο πράττειν αὐτῇ, τὴν πρὸ τῆς ἐνεργείας ἡσυχίαν
							<lb/>ὀλιγοχρονιωτέραν γίνεσθαι συμβαίνει, καθάπερ καὶ τὴν πρὸ <lb/>τῆς ἑτέρας
							ἐνεργείας, λέγω δὲ τῆς διαστολῆς, μακροτέραν, τῷ <lb/>ψυχροτέραν οὖσαν τὴν καρδίαν
							ἐκλελυμένως ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν <lb/>ἰέναι, διὰ μίαν ἔτι μόνην χρείαν τὴν τῆς ῥιπίσεως
							ἀπολωλεκυῖαν <lb/>ἤδη τὴν ἑτέραν τὴν μείζονα, τὴν τῆς ἐμψύξεως. ἡ μὲν <lb/>γὰρ
							ὑπόλοιπος ἡ τρίτη κατ’ ἐκείνας μόνας τὰς διαθέσεις <lb/>ἐπεγείρει τὴν καρδίαν εἰς τὴν
							ἐνέργειαν, ὅταν ἤτοι κίνησίν τινα <lb/>κινῆται τὸ ζῶον ἀξιόλογον ἢ κένωσις πολλὴ
							ἐμπίπτῃ, τῶν <lb/>ἀρτηριῶν ἐπὶ πλέον ἀνεστομωμένων μὲν εἰς τὰ ἐκτὸς, ἔν γε <pb n="347"/> τοῖς βαλανείοις, καὶ εἰ δή τινες ἄλλοι καθ’ ἡντιναοῦν αἰτίαν <lb/>ἱδρῶτες ἐκχέονται
							πολλοί· εἰ δὲ τἀντὸς, ἔν τε ταῖς καθάρσεσι <lb/>καὶ τῶν παθῶν ἐν χολέραις καὶ
							δυσεντερίαις καὶ ἰσχυραῖς <lb/>δήξεσι τῶν ἐντέρων. ἐπειδὰν μέντοι συμβῇ καὶ αὐτὸ
							<lb/>τὸ σῶμα τῆς καρδίας ἐν ἑαυτῷ τινα δυσκρασίαν ἀνώμαλον <lb/>
							<milestone unit="ed1page" n="141"/>ἔχειν, ἀναγκαῖον ἔσται καὶ τοὺς σφυγμοὺς αὐτῆς τε
							<lb/>τῆς καρδίας καὶ τῶν ἐν τῷ ζώῳ πασῶν ἀρτηριῶν εἰς ἀνωμαλίαν <lb/>ἐκτραπῆναι
							πολυειδῆ. καὶ γὰρ καὶ ἡ συστηματικὴ <lb/>καλουμένη καὶ ἡ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἁπάντων
							ἔσται τῶν <lb/>γενῶν, εἰς μέγεθος καὶ μικρότητα καὶ τάχος καὶ βραδύτητα <lb/>καὶ
							ἀμυδρότητα καὶ πυκνότητα καὶ ἀραιότητα συνεχοῦς τῆς <lb/>μεταπτώσεως γινομένης. εἰς
							μέντοι σκληρότητα καὶ μαλακότητα <lb/>μεταβολὴ συνεχὴς οὐκ ἄν ποτε γένοιτο. δέδεικται
							γὰρ <lb/>ὑπὲρ τούτου πολλάκις. ἄκλονος μέντοι ποτὲ καὶ κλονώδης <lb/>ἐν ταῖς τοιαύταις
							διαθέσεσι συνεχῶς ἀλλήλους διαδέχονται, <lb/>συνελθούσης τῇ δυσκρασίᾳ τῆς καρδίας τῆς
							σκληρότητος, <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="283"/>ἢ τάσεως ἀρτηριῶν. ἐδείκνυτο γὰρ, εἴ τι μεμνήμεθα,
							<lb/>κατὰ τὰς τοιαύτας διαθέσεις, ὅταν ἐπιπλέον ὁρμήσῃ διαστεῖλαι <lb/>τὰς ἀρτηρίας ἡ
							καρδία, κλόνος ἐμπίπτων τῇ κινήσει. <pb n="348"/> τούτου δὲ συμβαίνοντος ἕτοιμον
							δικρότῳ γενέσθαι τῷ <lb/>σφυγμῷ. καὶ γίνεται δύσκολον ἐν ταύτῃ τῇ διαστάσει τὴν
							<lb/>διάθεσιν ἀκριβῶς ἐξευρεῖν, ὡς ἂν τῆς εἰρημένης ἀνωμαλίας <lb/>οὐκ ἐπὶ δυσκρασίᾳ
							μόνῃ καρδίας, ἀλλὰ καὶ κακώσει τῶν ὀργάνων <lb/>καὶ πλήθει συνισταμένης. ἐπειδὴ γὰρ αἱ
							τοιαῦται <lb/>τῶν ἀνωμαλιῶν ἐπ’ ἐμφράξεσι γίνονται τῶν κατὰ τὴν καρδίαν <lb/>στομάτων,
							ἕπονται δὲ καὶ ταῖς ἀνωμάλοις αὐτῆς δυσκρασίαις, <lb/>οὐκ ἔστι διαγνῶναι ῥᾳδίως τὴν
							διάθεσιν. ὁ μὲν οὖν <lb/>δὶς πλήττων σφυγμὸς ἴδιόν ἐστι σύμπτωμα τῆς κατὰ τὸ <lb/>σῶμα
							τοῦ σπλάγχνου δυσκρασίας, ὡς ἐν τῷ πρὸ τούτου δέδεικται <lb/>λόγῳ, διαφέρων τοῦ
							δικρότου μαλακότητι. σκληρότητος <lb/>δὲ προσγενομένης ἀπόλλυται καὶ ἡ παρὰ τοῦδε
							διάγνωσις, <lb/>εἰς γὰρ τὸν δίκροτον μεταπίπτει κοινὸν ὄντα πλειόνων <lb/>διαθέσεων. ὁ
							μέντοι κλονώδης δίκροτος ἐδείκνυτο τὴν γένεσιν <lb/>ἴσχων, ἐπειδὰν ὁ κλονώδης ἁπλῶς
							σφυγμὸς βραχὺς τῷ <lb/>μήκει γενήσεται, ὁ δὲ ἄκλονος δίκροτος ὁμοίως μὲν τῷ κλονώδει
							<lb/>σκληρὸς ὢν, ἀλλὰ διὰ τὴν αὐτοῦ βραδύτητα καὶ τὸ <lb/>βάρος τῶν ἐπικειμένων
							σωμάτων ἀποτελούμενος τοιοῦτος. <lb/>ὥσθ’ ἑκάτερος μὲν αὐτῶν ἀκολουθήσει πλείοσιν
							αἰτίοις, διοίσουσι <pb n="349"/> δ’ ἀλλήλων τῷ πλήθει τῶν ἐργαζομένων αὐτοὺς δυνάμεων
							<lb/>καὶ προφάσεων. παμπόλλοις μὲν γὰρ ὁ κλονώδης δίκροτος, <lb/>ἐλάττοσι δὲ ὁ ἄκλονος
							ἕπεται. χρὴ δ’ ἀναμνησθῆναι <lb/>πρῶτον μὲν ὅσοις αἰτίοις ὁ κλονώδης ἁπλῶς ἀκολουθεῖ·
							πᾶσαι <lb/>γὰρ εἴρηνται πρόσθεν· ἑξῆς δὲ τὴν οἷον συνεκτικὴν αἰτίαν <lb/>αὐτοῦ.
							γίγνεται γὰρ ἐπειδὰν ἐπιπλέον ἀναγκάζηται διαστέλλεσθαι <lb/>σκληρὸν, ἢ τεταμένον
							ἀρτηρίας σῶμα. τρίτον ἐπὶ <lb/>τούτοις, ὅτι προσελθούσης τῷδε δυνάμεως ἀῤῥωστίας, ἢ
							φυσικῆς <lb/>διαπλάσεως, ὁ κλονώδης δίκροτος ἐδείκνυτο γίγνεσθαι. <lb/>καὶ πρὸς
							τούτοις ὁ δίκροτος ἄκλονος ἐγένετο διὰ σκληρότητα <lb/>μὲν ἀρτηρίας, βραδύτητα δὲ τοῦ
							σφυγμοῦ, βάρος δὲ τῶν ἐπικειμένων <lb/>ἄνωθεν ἑκατέρωθεν τῆς αἰσθητῆς κινήσεως. ἐν γὰρ
							<lb/>ταῖς τοιαύταις καταστάσεσιν, ὅταν ὑπὸ τῶν ἑκατέρωθεν μερῶν <lb/>ἀντισπασθῇ τὸ
							μέσον ἀναφερόμενον ἔτι, κᾄπειτ’ αὖθις <lb/>αὐτοῖς συνέρχηται, δίκροτος ὁ σφυγμὸς
							γίγνεται. αὗται μὲν <lb/>οὖν αὐτῶν εἰσιν οἷον συνεκτικαί τινες αἰτίαι, προηγούμεναι
							<lb/>δ’ ἑκάστου πολλαί. καὶ χρὴ κᾀκείνας προχείρους ἔχειν τῇ <lb/>μνήμῃ τὸν μέλλοντά
							τι τῶν προηγησαμένων ἐξευρήσειν. ὁ μὲν ﻿<pb n="350"/> οὖν δὶς παίων σφυγμὸς ἀνωμάλοις
							τε ἕπεται δυσκρασίαις αὐτοῦ <lb/>τοῦ σώματος τῆς καρδίας, ἠσκημένης δ’ ἀκριβῶς ἁφῆς
							<lb/>δεῖται διαγινώσκειν τὴν συστολὴν, ὡς εἴ τις κᾀνάσκητός ἐστι <lb/>τῆς τοιαύτης
							διαγνώσεως, οὐδὲν ὁ τοιοῦτος σφυγμὸς αὐτῷ <lb/>διαφέρειν δόξει τοῦ κατὰ τὴν ἄνοδον
							ἱσταμένου τε καὶ ἡσυχάζοντος <lb/>ὀλίγον. διαγνωσθήσεται δὲ βραχύ τι μετασχὼν
							εὐτονίας. <lb/>ὡς ὅ γε παντάπασιν ἄτονος ἀδιάγνωστον ἔχει τὴν <lb/>συστολήν. ὑπάρχει
							δ’ ὡς τὰ πολλὰ τόνος ἅπασι τοῖς δὶς <lb/>παίουσι σφυγμοῖς. οὐ γὰρ ἂν ἐπὶ τοσοῦτον ὕψος
							ἀνῄεσαν, <lb/>εἰ μὴ μετεῖχον εὐτονίας τινὸς, ἢ πολὺ μαλακωτέρους ἀναγκαῖον <lb/>αὐτοὺς
							γενέσθαι τοῦ κατὰ φύσιν, ἵν’ ἀμυδροί τε ἅμα <lb/>καὶ μικροὶ φαίνωνται. γίγνονται μὲν
							καὶ οὗτοι κατὰ τὰς ληθαργώδεις <lb/>διαθέσεις, ἀλλ’ οὐκ ἔστι διακρῖναι τηνικαῦτα τὸν
							<lb/>ἡσυχάζοντα βραχὺ τοῦ δὶς παίοντος, ὥστε οὐδὲ τὰς διαθέσεις <lb/>οἷόν τε διακρῖναι
							κατὰ γε τοῦτο. δι’ ἄλλου μέντοι γνωρίσματος <lb/>ἐγχωρεῖ. ἴδιον δ’ ἐστὶ τοῦτο τὸ
							γνώρισμα τοῦ κεκρᾶσθαι <lb/>κακῶς τὸ τῆς καρδίας σῶμα. καὶ οὐδέν γε χεῖρόν ἐστιν
							<lb/>ὡς πυρετόν τινα καὶ σφυγμὸν ἑκτικὸν, οὕτω καὶ ἀνωμαλίαν <pb n="351"/> ἡμᾶς
							ὀνομάζειν ἑκτικὴν, ἕνεκα συντόμου διδασκαλίας. ὅστις <lb/>δ’ οὐ χαίρει τῷ ὀνόματι,
							μόνιμον αὐτὴν καλείτω. μόνιμος δ’ <lb/>ἐστὶν, ὅταν ἑξῆς ἴση διαφυλάττηται. ἂν δὲ δὴ
							καὶ τἄλλα <lb/>σύμπαντα <milestone unit="ed2page" n="284"/>γνωρίσματα τὸν πυρετὸν
							ἑκτικὸν εἶναι σημαίνει, <lb/>πολὺ μᾶλλον, οἶμαι, βεβαίως διαγνώσῃ κατὰ τὸ τοῦ
							<lb/>σπλάγχνου σῶμα τὴν ἀνώμαλον εἶναι δυσκρασίαν. εἴρηται δ’ <lb/>ὑπὲρ αὐτῶν ἐν ταῖς
							διαφοραῖς τῶν πυρετῶν. ἐπιβλέπειν δὲ <lb/>δήπου σε χρὴ καὶ τἄλλα σύμπαντα, τά τε
							παρόντα καὶ τὰ <lb/>προηγησάμενα καὶ τὰ προκατάρξαντα. περιπνευμονίας μὲν <lb/>γὰρ, ἢ
							ἐμπυήματος, ἢ πλευρίτιδος, ἢ φθόης, ἤ τινος ὅλως <lb/>ἀποστήματος αὐτόθι γεγονότος, ἢ
							ἄσθματος, ἢ καταῤῥοικοῦ <lb/>νοσήματος, ἢ αἵματος πτύσεως, ἢ πνευμονώδους τινὸς, ἢ
							<lb/>συλλήβδην εἰπεῖν, ἐφ’ οὗ πλῆθος, ἢ πάχος, ἢ γλισχρότης χυμῶν <lb/>ἐν τῷ πνεύμονι
							περιέχεται, προσέχειν ἀκριβῶς χρὴ, μή <lb/>τι δι’ ἔμφραξιν ἀρτηριῶν ὁ σφυγμὸς ἀνώμαλος
							γίνεται· μηδενὸς <lb/>δὲ τούτων παρόντος τὰ κατὰ τὸ σπλάγχνον αὐτὸ διασκέπτεσθαι,
							<lb/>καὶ πολὺ δὲ μᾶλλον, ὅταν ὁ πρόσθεν βίος ὃν ὁ <lb/>κάμνων ἐβίου, μήτε παχεῖς
							ἠθροῖσθαι κατὰ τὸ σῶμα μήτε <lb/>γλίσχρους ἐμφαίνῃ χυμοὺς, ὑφ’ ὧν ἤτοι περιχυθέντων
							ἔξωθεν <pb n="352"/> ἢ φραξάντων τὰ στόματα τῶν ἀρτηριῶν ἡ ἀνωμαλία συνίσταται.
							<lb/>δέδεικται γὰρ ὡς ἤτοι τούτων τινὸς, ἢ φλεγμονῆς, <lb/>ἢ ἁπλῶς ὄγκου παρὰ φύσιν
							αὐτόθι συνιστάντος, ἢ πλήθους <lb/>βαρύνοντος τὴν δύναμιν, ἀνωμαλίαι συμπίπτουσι τοῖς
							σφυγμοῖς. <lb/>ἐὰν τοίνυν μήτε δι’ ὧν τὰ τοιαῦτα πάθη γνωρίζεται <lb/>παρῇ, μηδὲ
							ἑκτική τε καὶ μόνιμος ἀνωμαλία διαμένῃ, δυσκρασίαν <lb/>ἡγητέον ἀνώμαλον ἐν τῷ σώματι
							τῆς καρδίας εἶναι. <lb/>οὔσης δὲ καὶ αὐτῆς ταύτης διττῆς, ἑτέρας μὲν ἐν τοῖς ὑγροῖς
							<lb/>οἰκείοις αὐτῆς, ἑτέρας δὲ ἐν τοῖς στερεοῖς, ἡ μὲν ἐκ τῶν <lb/>ὑγρῶν ὁρμωμένη μετὰ
							παλμοῦ γίνεται τῆς ὅλης καρδίας, ἡ δὲ <lb/>ἐκ τῶν στερεῶν ἄνευ παλμοῦ. ὅστις δ’
							ἐπιστημονικῶς ἐκμαθεῖν <lb/>βούλεται τὰ νῦν λεγόμενα, τὸν περὶ τῶν ἑκτικῶν πυρετῶν
							<lb/>ἀναλεξάσθω λόγον ἀκριβῶς ἔκ τε τῆς περὶ τῶν πυρετῶν <lb/>πραγματείας κᾀκ τοῦ περὶ
							τοῦ μαρασμοῦ γράμματος. ἡ μὲν <lb/>δὴ τῆς καρδίας ἀνώμαλος δυσκρασία διαγινώσκεταί τε
							καὶ <lb/>χωρίζεται τῶν παρακειμένων διαθέσεων ἐξ ὧν εἴρηκα σημείων· <lb/>ἡ δ’ ἄλλη
							πᾶσα δυσκρασία κατὰ τὸ σπλάγχνον, <lb/>ὅταν ἑτέρως μὲν ἔχῃ τὸ σῶμα αὐτὸ κράσεως,
							ἑτέρως δὲ τὸ <lb/>κατὰ τὰς κοιλίας αὐτῆς αἷμα καὶ πνεῦμα τοὺς ἀνωμάλους <pb n="353"/>
							σφυγμοὺς οὐδέποτε ἐργάζεται, ἀλλ’, ὡς εἴρηται πρόσθεν, ἐκ <lb/>τῆς τῶν διαθέσεων
							ἐπιμιξίαν εἰς μέσην τινὰ κατάστασιν οἱ <lb/>σφυγμοὶ παραγίνονται. εἰσὶ δ’ αἱ μίξεις
							τῶν διαθέσεων ἔστιν <lb/>ὅτε μὲν ἀκριβῶς ἀλλήλαις ἐναντίαι, ἔστιν ὅτε δ’ οὐκ ἀκριβῶς.
							<lb/>λέγω δ’ ἀκριβῶς μὲν ἐναντίας ἀλλήλαις διαθέσεις κατὰ τὴν <lb/>κρᾶσιν, ὅταν ὅσῳ
							θερμοτέρα τοῦ κατὰ φύσιν ἡ ἑτέρα τοσούτῳ <lb/>συμβῇ τὴν ἑτέραν εἶναι ψυχροτέραν· οὐκ
							ἀκριβῶς δὲ, <lb/>ὅταν ἡ ἑτέρα τῆς ἑτέρας ἐξίστηται πλέον. ἐγχωρεῖ δέ ποτε
							<lb/>ὁμογενῶν οὐσῶν ἀμφοτέρων ἐν τῷ ποσῷ γίγνεσθαι τὴν διαφορὰν, <lb/>ἤτοι τῆς καρδίας
								<milestone unit="ed1page" n="142"/>αὐτῆς ἐπιπλέον οὔσης θερμοτέρας <lb/>τῶν κατὰ τὰς
							κοιλίας ὑλῶν, ἢ τούτων μὲν ἐπιπλέον <lb/>ἐξεστηκυιῶν τοῦ κατὰ φύσιν, ἔλαττον δὲ τῆς
							καρδίας. <lb/>οὕτω δὲ καὶ ψυχρότερον ἤτοι τὸ σῶμα τῆς καρδίας, ἢ <lb/>τὰς ὕλας ἐγχωρεῖ
							γενέσθαι. διάγνωσις δὲ τῶν εἰρημένων ἐπιπλοκῶν <lb/>οὐχ ὁμοίως ἁπασῶν ἐναργὴς, ἀλλ’
							ἐνίοτε καὶ τὰς <lb/>οὐκ ἐναργεῖς ἐξ ἄλλων ἐστὶ ποιήσασθαι συλλογιστικῶς. ἡ μὲν
							<lb/>οὖν πρώτη ῥηθεῖσα μίξις, ἐν ᾗ τὸ μὲν σῶμα τῆς καρδίας θερμότερόν <lb/>ἐστι τοῦ
							κατὰ φύσιν, αἱ δ’ ὗλαι ψυχρότεραι, τρεῖς <lb/>ἔχει τὰς διαφοράς. ἤτοι γὰρ τοσούτῳ
							θερμότερόν ἐστιν ὅσῳ <pb n="354"/> περ ἐκεῖναι ψυχρότεραι, ἢ πλέονι τοῦτο θερμότερον
							ἤπερ <lb/>ἐκεῖναι ψυχρότεραι, ἢ ἔλαττον θερμότερον ἤπερ ἐκεῖναι ψυχρότεραι. <lb/>κατὰ
							μὲν οὖν τὴν πρώτην διαφορὰν ὁ σφυγμὸς <lb/>ὅμοιος ἀκριβῶς φαίνεται τοῦ κατὰ φύσιν, ἔν
							τε μεγέθει καὶ <lb/>τάχει καὶ πυκνότητι. παραλλάττει δὲ τοσοῦτον εἰς ἀτονίαν <lb/>ὅσον
							ἐξέστη τὸ σπλάγχνον ἐκ τῆς κατὰ φύσιν εὐκρασίας. ἐμοὶ <lb/>δ’ ἐφάνη πολλάκις ἐν ταῖς
							τοιαύταις διαθέσεσι καὶ τῷ τάχει <lb/>προσεληλυθέναι τι σαφὲς, οὐ μὴν <milestone unit="ed2page" n="285"/>ἀεί γε φαίνεται τοῦτ’ <lb/>ἐναργῶς, καί μοι δοκεῖ κᾀκ τούτου
							τις ἂν ἑτέρου μείζονος <lb/>εὐπορῆσαι γνωρίσματος. εἰς ὅσον γὰρ ἐξέστηκε τὸ σῶμα τῆς
							<lb/>καρδίας αὐτὸ τῆς κατὰ φύσιν εὐκρασίας, ἐκ τοῦ τάχους <lb/>ἔνεστι τεκμήρασθαι.
							πρὸς γὰρ τὴν κίνησιν ἑτοιμότερόν ἐστιν <lb/>ἀεὶ τὸ θερμότερον σῶμα τῶν ἄλλων ἴσων
							ὑπαρχόντων. ἐπειδὰν <lb/>μὲν οὖν αὐτὸ τῆς καρδίας τὸ σῶμα κατὰ φύσιν ἔχον <lb/>ἤτοι
							πρὸς τῶν ἐν ταῖς κοιλίαις ὑλῶν, ἢ καὶ τῇ τοῦ πνεύμονος <lb/>ὁμιλίᾳ φλεγμαίνοντος, ἢ
							καὶ ἔκ τινος ἄλλου τῶν πλησιαζόντων <lb/>μορίων θερμαινόμενον, ἀναψύξεως ἕνεκεν εἰς
							μέγεθος καὶ <lb/>τάχος καὶ πυκνότητα τοὺς σφυγμοὺς ἀλλοιώσῃ, τηνικαῦτα <lb/>πρώτη μὲν
							ἡ εἰς τὸ μέγεθος ἐκτροπὴ, δευτέρα δ’ ἡ εἰς τὸ ﻿<pb n="355"/> τάχος, ἐφεξῆς δὲ ἡ εἰς
							πυκνότητα γίνεται· ἐπειδὰν δὲ θερμότερον <lb/>γένηται τῶν ψαυόντων αὐτοῦ κατὰ φύσιν
							ἐχόντων, εἰς <lb/>τὸ τάχος μὲν πρῶτον ἡ κίνησις ἐπιδίδωσιν, εἰς μέγεθος δὲ
							<lb/>δεύτερον. ὥσθ’ ὅταν εὕρωμεν εἰς τὸ τάχος μὲν ἐναργῶς ἐπιδεδωκότα <lb/>τὸν
							σφυγμὸν, εἰς μέγεθος δὲ καὶ πυκνότητα μηδεμίαν <lb/>ἀλλοίωσιν ἐσχηκότα, πολλὴν ἐν τῷ
							τοιούτῳ σώματι λογιούμεθα <lb/>τήν τ’ εἰς θερμότητα τῇ καρδίᾳ γεγονέναι μεταβολὴν
							<lb/>καὶ τὴν εἰς ψυχρότητα τῶν ψαυόντων αὐτῆς. εὐθὺς δὲ <lb/>δή που καὶ ἡ ἀμυδρότης
							τῶν σφυγμῶν ἐναργὴς καὶ ἀξιόλογος <lb/>ἐν τοῖς τοιούτοις φαίνεται σώμασι. εἰ δὲ μὴ τὸ
							τάχος <lb/>ἐναργὲς εἴη μήθ’ ἡ ἀμυδρότης, ὀλίγην ἔλπιζε προσγεγενῆσθαι <lb/>τῷ σώματι
							τοῦ σπλάγχνου θερμασίαν. οἱ τοιοῦτοι πυρετοὶ <lb/>τοὺς πολλοὺς τῶν ἰατρῶν ἐξαπατῶσιν,
							ἅτε καὶ τῶν καμνόντων <lb/>αὐτῶν ἀπυρέτους εἶναι λεγόντων· οὐ γὰρ αἰσθάνονται <lb/>τοῦ
							πυρετοῦ διά τε τὴν μικρότητα καὶ τὴν τοῦ σπλάγχνου <lb/>θερμασίαν, καὶ ὅτι τοῦ
							σπλάγχνου τὸ σῶμα κατείληφεν. εἴρηται <lb/>γὰρ ὑπὲρ τούτου πολλάκις. ὅλως μὲν οὖν οὐδὲ
							γίγνεται <lb/>μέγας πυρετὸς οὐδεὶς τῶν ἑκτικῶν· ἔτι δὲ καὶ μᾶλλον, ὅταν <lb/>ὀλίγη τις
							εἴη κατὰ τὸ σπλάγχνον ἡ θερμότης. ὅσον οὖν ἀπὸ <pb n="356"/> τῆς καρδίας ἐπιῤῥεῖ τῷ
							παντὶ σώματι θερμασίας, τοῦτο μόνον <lb/>αἴσθησιν αὐτῆς ἀνωμαλίας ἀσώδους φέρει, δι’
							ἣν καὶ λουτρῶν <lb/>ἐπιθυμοῦσιν, ὥσπερ καὶ οἱ ἄλλοι ἀσώδεις τε καὶ ἀνώμαλοι, <lb/>διὰ
							κόπον, ἢ ἔγκαυσιν, ἢ ἀλουσίαν, ἢ ἀγυμνασίαν. καὶ <lb/>χαίρουσί γε οἱ πλεῖστοι τῷ
							λουτρῷ καὶ βελτίους γίγνεσθαί <lb/>φασιν. ἅτε γὰρ ἀποθέμενοι μὲν ἀπὸ παντὸς τοῦ
							σώματος τὴν <lb/>ἀνωμαλίαν, οὐδὲν δὲ ἀξιόλογον εἴς τε τὸ παραυτίκα βλαπτόμενοι,
							<lb/>χάριν τοῦ λουτροῦ γινώσκουσιν. ἴσως δὲ οὐδὲ βλάπτονταί <lb/>τινες αὐτῶν ὅλως.
							ἀλλ’ οὐ τοῦ νῦν ἐνεστῶτος καιροῦ <lb/>τὰ τοιαῦτα σκοπεῖσθαι. διοριούμεθα γὰρ ὑπὲρ
							ἁπάντων τούτων <lb/>ἐν ταῖς τῶν πυρετῶν θεραπείαις, εἴτε ἰδίᾳ δόξειε γράφειν
							<lb/>αὐτὰς, εἴτ’ ἐν τοῖς τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου γράμμασιν. εἰς <lb/>δὲ τὴν ἐνεστῶσαν
							ὑπόθεσιν ἡ διάγνωσις μόνη προχειριζέσθω. <lb/>καὶ γὰρ καὶ δόξει τισὶν ἴσως ἄπορός τε
							καὶ ἄγνωστος ὑπάρχειν, <lb/>ὅταν γε μήτε διαφορά τις σφυγμῶν ἐξαλλάττηται τοῦ
							<lb/>κατὰ φύσιν, ὅ τε κάμνων αὐτὸς ἀναίσθητος μὲν εἶναι λέγῃ <lb/>τοῦ πυρετοῦ, τὴν
							ἀνωμαλίαν δ’ ἣν ἐμέμφετο μόνην ἐκ τῶν <lb/>βαλανείων ἐκθεραπεύηται. ἵνα δ’ ἀπορώτερον
							ἔτι ποιήσω τὸν <lb/>λόγον, οὐδ’ ἐκ τῶν οὔρων ἔνεστιν ἀκριβῆ διάγνωσιν ἐν ταῖς
							<lb/>τοιαύταις διαθέσεσιν ἀεὶ λαμβάνειν, ἀλλ’ ἐστὶν ἀμφίβολα καὶ <pb n="357"/> ταῦτα
							τοῖς πλείστοις αὐτῶν, καὶ χροιᾷ καὶ συστάσει τοῖς <lb/>κατὰ φύσιν ἐοικότα. μύριοι
							τοιοῦτοι κατὰ τὸν πολυχρόνιον <lb/>λοιμὸν ὤφθησαν ἡμῖν, ἐφ’ ὧν ἦν θεάσασθαι τοὺς
							ἰατροὺς <lb/>ἰδιώταις ὁμοίους, ἐνίους δὲ καὶ πολὺ χείρους ἰδιώτου συνετοῦ. <lb/>καὶ
							πολλούς γ’ οὖν τῶν ἰδιωτῶν εἰ καὶ μηδὲν ἄλλο, τὴν γοῦν <lb/>ἐκπνοὴν τῶν καμνόντων
							ἐστὶν ἰδεῖν ἐπισκοπουμένους, καὶ εἰ <lb/>δυσώδης φαίνοιτο τὰ χείρω προσδοκῶντας.
							ἐκείνοις μὲν οὖν <lb/>ἐκ πείρας εὕρηται κατὰ τοὺς λοιμώδεις πυρετοὺς τὸ τοιοῦτον
							<lb/>γνώρισμα· σοὶ δ’ οὐκ ἐκ τῆς πείρας μόνον, ἀλλὰ κᾀκ τοῦ <lb/>λόγου φαινέσθω.
							συνεπισκοποῦνται δὲ δή που καὶ τὰ κατὰ <lb/>τὸ στόμα μόρια, καὶ εἰ βραχύ τι τῆς
							λοιμώδους ἐμφαίνοιτο <lb/>χρόας <milestone unit="ed2page" n="286"/>αὐτοῖς,
							ἀποφαίνονται λοιμώττειν τοὺς οὕτως <lb/>ἔχοντας. ἰατρῷ δέ γ’ οἶμαι μᾶλλον ἰδιώτου
							φαίνεσθαι καὶ <lb/>ταῦτα, τοῖς μὲν γὰρ ἐρυσιπελατώδης, τοῖς δ’ ὁμοία τοῖς
							<lb/>ἐσθιομένοις ἕρπησιν ἡ χρόα φανεῖται, διεσπαρμένη κατὰ <lb/>πλείονα μόρια τῆς κατ’
							ἀρχὰς, ὡς οἶμαι. καὶ εἰ ἐπιβάλοι <lb/>τῷ θώρακι τὴν χεῖρα πεπειραμένος ἰατρὸς ἐν
							διαγνώσει <lb/>πυρετώδους θερμασίας, οὐδὲ αὐτὸν λαθεῖν ἐάσει <lb/>τὴν διάθεσιν.
							ἐπισκεπτέον δ’ οὐχ ἥκιστα καὶ τὰ οὖρα. <pb n="358"/> καὶ γὰρ ἀνατεταραγμένα τισὶν
							αὐτῶν φαίνεται καὶ ὑδατωδέστερα <lb/>καὶ λεπτότερα πολὺ τοῦ κατὰ φύσιν ἐνίοις. ταῦτα
							<lb/>μὲν οὖν ἀναμφισβήτητα, καθάπερ καὶ ὅσα τοῖς κατὰ φύσιν <lb/>ἐοίκασιν ἀκριβῶς,
							κατά τε χρόαν καὶ κατὰ πάχος, ἀναμφισβήτητα <lb/>καὶ ταῦτα πρὸς τὴν δευτέραν ἐλπίδα,
							καὶ εἰ ἐναιώρημά <lb/>γε ποιήσαιτο χρηστὸν, ἔτι καὶ μᾶλλον ἀναμφισβήτητα, τήν <lb/>γε
							ὑπόστασιν ἔχοντα λευκὴν καὶ λείαν καὶ ὁμαλήν. τοῖς δ’ <lb/>ἐναιωρήμασι μάλιστα
							προσεκτέον τὸν νοῦν. ἔνια γὰρ αὐτῶν <lb/>ὑποπέλιδνά πως ὄντα λανθάνει, καθάπερ ἄλλα
							πλατείαις <lb/>ἀράχναις ἐοικότα, δίκην ἐρίων ἐπιβεβλημένων ἀλλήλαις. εἰ <lb/>μὲν οὖν
							τι τοιοῦτον εὑρίσκοις, ἢ ὅλως μηδὲν ἐμφερόμενον <lb/>ἐναιώρημα τοῖς οὔροις, ἐν τῇ
							χείρονι μερίδι ταῦτα πάντα <lb/>τίθεσο. τῶν δ’ ἐναντίων φανέντων ὁποῖα διῆλθον ἀρτίως,
							<lb/>ἀδύνατόν ἐστιν ἐν κακῇ διαθέσει τὸν ἄνθρωπον εἶναι. ἔκ τε <lb/>οὖν τούτων
							διορίζεσθαι, πότερον ἀνωμαλία τίς ἐστι περὶ αὐτὸν, <lb/>ἢ λοιμώδης εἰσβολὴ νοσήματος
							ὀλεθρίου πυρετὸν ἑκτικὸν <lb/>ἔχοντος, ἐπί τε τοῖς μετὰ τὸ λουτρὸν, ἀπόσιτοί τε γάρ
							<lb/>εἰσι καὶ διψῶσι πλέον ἢ προσῆκεν, ἐπιθυμοῦσί τε ψυχροῦ. <pb n="359"/>
							προσεπιθεωρεῖν δὲ ἀκριβῶς αὐτῶν προσήκει καὶ τοὺς ὀφθαλμούς. <lb/>ἐν γὰρ τῷ λούεσθαι
							μάλιστα γίνονται κατάδηλοι, θερμοὶ <lb/>καὶ φλογώδεις ἀποτελούμενοι, ἔνιοι δ’ ἐντεῦθεν
							ἀρξάμενοι <lb/>διαμένουσιν, οὓς δὴ σαφῶς γνωριοῦμεν ὅτι λοιμώττουσι. <lb/>ἀλλὰ λοιμοῦ
							μὲν ὁποῖος ἡμῖν ἐγένετο καί ἐστιν ἔτι μηδέποτ’ <lb/>εἴη πειραθῆναι τοῖς ἀνθρώποις.
							εἰδέναι μέντοι χρὴ καὶ <lb/>ἄλλως γινομένους ἄνευ λοιμῶν τοὺς αὐτοὺς τούτους πυρετοὺς,
							<lb/>ὥσπερ καὶ γέγρα<milestone unit="ed1page" n="143"/>πται περὶ αὐτῶν ἅπασι τοῖς
							<lb/>ἀξιολόγοις ἰατροῖς, καὶ καλοῦσί γε λοιμώδεις αὐτοὺς, ὑπὲρ ὧν <lb/>τῆς ἰδέας
							ἁπάσης ἐν ταῖς τῶν πυρετῶν διαφοραῖς ἐπὶ πλέον <lb/>εἴρηται. νυνὶ μὲν γὰρ οὐχ ὡς ἄν
							τις κάλλιστα διαγινώσκοι <lb/>πυρετοὺς ὁ λόγος, ἀλλ’ ὡς ἂν ἐκ σφυγμοῦ κάλλιστα. καὶ
							<lb/>ἴσως καὶ πλείω τοῦ δέοντος εἴρηται περὶ τῶν ἀπὸ τοῦ σώματος <lb/>αὐτοῦ τῆς
							καρδίας ἀναπτομένων πυρετῶν, αὖθις οὖν <lb/>ἀνάγωμεν ἐπὶ τοὺς σφυγμοὺς τὸν λόγον, ὅσον
							ὑπόλοιπόν <lb/>ἐστι τῶν ἑκτικῶν πυρετῶν ἐξηγούμενοι. γίνονται μὲν γὰρ, ὡς
							<lb/>εἴρηται, καὶ τῶν λοιμωδῶν οὐκ ὀλίγοι καταρχὰς εὐθέως ἑκτικοὶ, <lb/>διαφέροντες
							ἁπάντων τῶν ἄλλων πυρετῶν, οἳ ἐν <lb/>ἰσχυρᾷ σηπεδόνι. γίνονται δὲ καὶ διὰ λύπην
							ἐνίοτε καὶ ﻿<pb n="360"/> θυμὸν ἐξ ἀρχῆς ἔνιοι τῶν ἑκτικῶν, ἄλλως δ’ οὐκ εἶδον
							γιγνόμενον <lb/>οὐδένα πυρετὸν ἑκτικὸν εὐθέως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ προήκοντι
							τῷ χρόνῳ πολλοῖς τῶν ἄλλων ἐπιγίγνονται. <lb/>καὶ διορίζει σαφῶς αὐτοὺς ἥ τε μόνιμος
							ἰσότης, εἰ καὶ <lb/>τινι τῶν ἄλλων ἐπιπλέκοιντο, καθάπερ ἐδείξαμεν, ὅσα τ’ ἄλλα
							<lb/>κατὰ τὴν περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν πυρετῶν εἴρηται πραγματείαν. <lb/>ἡ δ’ ἀπὸ τῶν
							σφυγμῶν διάγνωσις, ὡς ὀλίγον πρόσθεν <lb/>εἶπον, ἐν ἀρχῇ μὲν ἔτι καὶ περὶ τὰς πρώτας
							ἡμέρας δύσγνωστός <lb/>ἐστιν, ὁπόταν κοινὴν ἔχωσιν ἔτι τοῖς ἐφημέροις τὴν <lb/>ἰδέαν,
							μετὰ δὲ τὴν τρίτην ἤδη σαφέστεροι γίνονται καὶ τῇ <lb/>διὰ τῶν σφυγμῶν διαγνώσει. καὶ
							γὰρ θάττους οὗτοί γε σαφῶς <lb/>ἔχουσι τοὺς σφυγμοὺς τῶν κατὰ φύσιν, εἰ καὶ τἄλλα
							<lb/>μηδὲν διαφέροιεν, ἥ τε θερμασία κατὰ τὸν θώρακα καὶ σαφῶς <lb/>ἐστι πυρετώδης
							αὐτοῖς, ἀμυδρότεροί τε τοσοῦτον οἱ σφυγμοὶ <lb/>τῶν κατὰ φύσιν εἰσὶν εἰς ὅσον ἡ
							θερμασία παραύξηται. <lb/>ταῦτα μὲν οὖν ἱκανὰ περὶ τῶν πυρετῶν, ὅσοις ἡ καρδία γέγονε
							<lb/>θερμοτέρα τοσοῦτον τοῦ κατὰ φύσιν ὅσον αἱ κατ’ αὐτὴν <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="287"/>ὗλαι ψυχρότεραι. προσκείσθω δ’ ἀσφαλείας ἕνεκα ταῖς
							<lb/>ὕλαις ἐκεῖνα τὰ σώματα σύμπαντα τὰ ψαύοντα τῆς καρδίας, <pb n="361"/> εἴη δ’ ἂν
							ταῦτα τῶν μὲν σπλάγχνων ὁ πνεύμων, ὑμένων <lb/>δὲ ὅ τε περικάρδιος ὀνομαζόμενος, ὅσον
							τε τῶν διαφραττόντων <lb/>τὸν θώρακα τῆς καρδίας ἐγγύς. ὁμιλεῖ δὲ δή που τῷ
							<lb/>σπλάγχνῳ τούτῳ καὶ ὁ περιεχόμενος ἀὴρ ὑπὸ τοῦ περικαρδίου <lb/>σκεπάσματος, ὥσπερ
							γε καὶ ἀρτηρίαι καὶ αἱ φλέβες, ὧν <lb/>ἐν ταῖς κοιλίαις αὐτῆς φαίνεται μέγιστα
							στόματα. ταυτὶ γὰρ <lb/>ἅπαντα ταῖς ὕλαις ἀνάλογον ἀλλοιοῖ τῆς καρδίας τὸν σφυγμὸν,
							<lb/>καὶ καλείσθω συντόμου διδασκαλίας ἕνεκεν ἅπαντα τὰ <lb/>κατειλεγμένα ψαύοντα τῆς
							καρδίας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἑξῆς οὖν λέγωμεν ὑπὲρ ἐκείνων πυρετῶν <lb/>ἐν οἷς ἡ μὲν καρδία θερμοτέρα πλείονι
							μέτρῳ, τὰ ψαύοντα δ’ <lb/>αὐτῆς ἐλάττονι μέτρῳ ψυχρότερα. γενήσονται γὰρ ἐν ταῖς
							<lb/>τοιαύταις διαθέσεσιν οἱ σφυγμοὶ θάττους τε ἅμα καὶ μείζους <lb/>καὶ πυκνότεροι
							καὶ ἀμυδρότεροι τῶν κατὰ φύσιν, ἀλλὰ <lb/>πλείονι μὲν εἰς ἀμυδρότητα καὶ τάχος,
							ἐλάττονι δὲ εἰς πυκνότητά <lb/>τε καὶ μέγεθος τοῦ κατὰ φύσιν ἐξιστάμενοι. μόνιμος δὲ
							<lb/>καὶ ἡ τούτων γένεσις, ὥσπερ καὶ ἡ τῶν ἄλλων ἑκτικῶν. εἰ δὲ <lb/>τὸ μὲν σπλάγχνον
							ἔλαττον ἐξίσταιτο τοῦ κατὰ φύσιν εἰς θερμότητα, <lb/>τὰ δὲ ψαύοντα αὐτοῦ πλέον εἰς
							ψυχρότητα, μικρότεροι <pb n="362"/> μὲν ἐπὶ τῶν τοιούτων οἱ σφυγμοὶ καὶ ἀραιότεροι
							γενήσονται, <lb/>τῷ τάχει δ’ ἤτοι παραπλήσιοι τοῖς κατὰ φύσιν ἢ <lb/>βραδύτεροι,
							παραπλήσιοι μὲν, ὅταν μὴ πολὺ πλέον ἐπὶ τὸ <lb/>ψυχρότερον ἐξίστηται τὰ ψαύοντα,
							βραδύτεροι δὲ, ὅταν πολὺ <lb/>πλέον ἀποκεχωρήκῃ ταῦτα τοῦ κατὰ φύσιν ἐπὶ τὸ ψυχρὸν
							<lb/>ἤπερ ἡ καρδία πρὸς τὸ θερμόν. ἡ δ’ ἀμυδρότης κᾀνταῦθα <lb/>κατὰ τὸ ποσὸν τῆς
							θερμότητος. εἰ δὲ τὸ μὲν σῶμα τῆς καρδίας <lb/>αὐτὸ ψυχρότερον εἴη τοῦ κατὰ φύσιν, αἱ
							δ’ ὗλαι καὶ <lb/>ἄλλα τὰ ψαύοντα αὐτῆς θερμότερα, γενήσονται μὲν δή που <lb/>κᾀνταῦθα
							τρεῖς αἱ πᾶσαι διαφοραί. τραπήσονται δ’ οἱ σφυγμοὶ <lb/>καθ’ ἑκάστην ἀνάλογον ταῖς
							προειρημέναις. ἔστω γὰρ <lb/>πρῶτον ἐπὶ τοσοῦτον ἐψῦχθαι τὴν καρδίαν ἐφ’ ὅσον
							τεθέρμανται <lb/>τὰ ψαύοντα, βραδύτερος ὁ τοιοῦτος ἔσται σφυγμὸς <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν,
							ὅταν ἀξιόλογος ἡ ἀλλοίωσις ᾖ. ἀνάλογον δ’ <lb/>αὐτῷ καὶ τὸ τῆς ἀμυδρότητος ὑπάρχει. τῷ
							μεγέθει δὲ οὐδὲ <lb/>ἓν ἐξαλλαχθήσεται τοῦ κατὰ φύσιν, ὥσπερ οὐδὲ τῇ πυκνότητι
							<lb/>σαφὲς, οὐδὲ ἀξιόλογον οὐδέν. ἐν μέντοι ταῖς τοῦ κατὰ φύσιν <lb/>βραχείαις
							ἐκτροπαῖς ἐφ’ ἑκάτερα δυσφωρατοτέρα ἡ διάκρισις, <lb/>ὡς πρόσθεν καὶ εἴρηται, καὶ
							μάλιστα γίνεται δύσγνωστος ἐν <pb n="363"/> οἷς σώμασι τὸ κατὰ φύσιν οὐ προεπιστάμεθα.
							γινωσκομένου <lb/>δὲ τούτου δυνατόν ἐστι καὶ τὴν βραχεῖαν ἐπιγνῶναι μεταβολὴν,
							<lb/>ὅταν ἠσκημένος ᾖ τις ἐν διαγνώσει σφυγμῶν. ὥσπερ δ’ <lb/>ὀλίγον ἔμπροσθεν, ἡνίκα
							τοῦ σπλάγχνου θερμοτέρου γενομένου, <lb/>τῶν ψαυόντων δ’ αὐτοῦ ψυχροτέρων, ἐσκοπούμεθα
							τοὺς <lb/>σφυγμοὺς, ἑκτικὸν ἐλέγομεν εἶναι τὸν πυρετὸν, οὕτως νῦν εἰ <lb/>μὲν τὸ
							σπλάγχνον εἴη ψυχρότερον ἅπαντος τοῦ κατὰ φύσιν <lb/>ὅρου, τὰ δὲ ψαύοντα θερμότερα,
							πυρέξει μὲν ὁ ἄνθρωπος, <lb/>ἀλλ’ οὐ τὸν ἑκτικὸν ὀνομαζόμενον πυρετὸν, ἀλλ’ ἤτοι τὸν
							<lb/>ἐφήμερον ἢ τὸν ἐπὶ σήψει χυμῶν. ἴδια δ’ ἑκάτερα τὰ γνωρίσματα, <lb/>τοῦ μὲν
							ἐφημέρου πυρετοῦ μιχθέντος ψυχροτέρῳ <lb/>σώματι καρδίας, ὅταν ἴσως ἑκάτερος ἐξεστήκῃ
							τοῦ κατὰ φύσιν <lb/>ὁ σφυγμὸς, οὐδὲν μὲν τῷ μεγέθει παραλλάττει τοῦ κατὰ φύσιν,
							<lb/>ὥσπερ οὐδὲ πυκνότητι σαφὲς οὐδὲν, οὐδὲ τάχει, πρὶν <lb/>ἀξιόλογον ἑκατέρου
							γενέσθαι τὴν ἐκτροπὴν, ἀμυδρότερον δ’ <lb/>εἰς <milestone unit="ed2page" n="288"/>τοσοῦτον εἰς ὅσον καὶ τὸ σπλάγχνον ψυχρότερον <lb/>ἔσται. τοῦ δ’ ἐπὶ σήψει χυμῶν,
							ἴσον μὲν ἀεὶ καὶ τούτου τὸ <lb/>μέγεθος, οὐκ ἴσον δὲ τῶν κατὰ φύσιν, οὐδὲ τῶν ἄλλων
							γενῶν, <lb/>ἀλλ’ ἐπειδὰν μὲν ὀλίγον ἐξεστήκῃ τοῦ κατὰ φύσιν, οὐδὲν ὅ τι <pb n="364"/>
							καὶ ἀξιόλογον· πλέον δ’ ἐκστάντων ἐναργῶς θάττων ὁ <lb/>σφυγμὸς γίνεται κατὰ τὴν
							συστολὴν, ὥσπερ ὁ πρότερος ἐν τῇ <lb/>διαστολῇ. καὶ μὲν δὴ καὶ πυκνότερος ἐναργῶς κατὰ
							τὴν ἐκτὸς <lb/>ἠρεμίαν, ἀμυδρότερος δὲ φαίνεται τοσοῦτον ὅσον ἡ καρδία
							<lb/>κατέψυκται. ἔστω δὴ πάλιν ἐπιπλέον ἐψῦχθαι τὴν καρδίαν <lb/>ἢ τεθερμάνθαι τὰ
							ψαύοντα, καὶ εἶναι τὸν πυρετὸν ἐφήμερον, <lb/>ἐπιπλέον οἱ σφυγμοὶ μὲν τούτων σαφῶς
							ἀμυδροὶ γενήσονται <lb/>καὶ μικρότεροι, βραδεῖς δ’ οὐχ ὁμοίως σαφῶς, ἀλλ’ ὅσον
							ἐπιπλέον <lb/>ἐψύχθη τὸ σῶμα τῆς καρδίας τῶν ψαυόντων ἑαυτοῦ. <lb/>καὶ μὲν δὴ καὶ
							ἀραιοὶ καὶ μικροὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἔσονται. <lb/>ἔστω δὲ πάλιν ἐπὶ σήψει χυμῶν ὁ
							πυρετὸς, ὁ σφυγμὸς <lb/>τούτων ἀμυδρὸς ἔσται ὡσαύτως τῷ προειρημένῳ, μικρότερος
							<lb/>δ’ ἔτι κἀκείνου κατά γε τὴν διαστολὴν καὶ βραδύτερος. ἡ μέντοι <lb/>συστολὴ
							θάττων αὐτοῦ γενήσεται τοῦ κατὰ φύσιν. ἔτι <lb/>δὲ μᾶλλον ἐν ἐκείνοις ἔσται τοῖς
							καιροῖς τοῦ παροξυσμοῦ τὸ <lb/>τοιοῦτον, ἐν οἷς τέ ἐστιν ἀρχὴ καὶ ἐπίδοσις, ἐπεὶ κατά
							γε <lb/>τὰς ἀκμὰς ἧττον, ἔτι δ’ ἧττον ἐν ταῖς παρακμαῖς. ὑποκείσθω <lb/>δὴ τὸ τρίτον
							εἶδος τῆς ἐπαλλάξεως, ὅπερ ἐστὶν ἔλαττον ﻿<pb n="365"/> εἰς ψυχρότητα μεθεστηκέναι τὴν
							καρδίαν ἤπερ εἰς θερμότητα <lb/>τὰ ψαύοντα αὐτῆς, καὶ εἶναι τὸν πυρετὸν ἐφήμερον, οἱ
							<lb/>σφυγμοὶ τῷ τοιούτῳ σώματι τοσούτῳ μὲν ἀμυδρότεροι τοῦ <lb/>κατὰ φύσιν ὅσῳ περ καὶ
							τὸ σῶμα τῆς καρδίας δυσκρατότερον <lb/>ἔσονται μείζονές τε καὶ θάττονες τοῦ κατὰ
							φύσιν, καὶ <lb/>πλέον γε μείζονες ὅσῳ περ ἢ θάττονες. ἔσονται δὲ καὶ πυκνότεροι.
							<lb/>ταῦτα σύμπαντα λέλεκται μήτ’ εἰς σκληρότητα <lb/>μήτ’ εἰς μαλακότητα τῶν σφυγμῶν
								<milestone unit="ed1page" n="144"/>ἐπιδήλως ἠλλοιωμένων, <lb/>ὡς εἴ γε καὶ κατὰ
							τοῦθ’ ὑπαλλαχθεῖεν, ἡ μὲν ἐπὶ τὸ <lb/>μαλακὸν αὐτῶν ἐκτροπὴ, τὸ μέγεθος μὲν πάντως
							αὐξήσει <lb/>καὶ τὴν ἀραιότητα, προσθήσει δ’ ἐνίοτε καὶ βραδύτητα· εἰ <lb/>δ’ ἐπὶ τὸ
							σκληρὸν, τἀναντία, μικρότητά τε καὶ πυκνότητα, <lb/>καίτοι καὶ τάχος ἐνίοτε προσθήσει.
							ἐγὼ μὲν δή μοι πάσας <lb/>ἤδη δοκῶ τῶν πυρετῶν εἰρηκέναι τὰς ἐκ σφυγμῶν διαφορὰς,
							<lb/>εἴ γε δὴ τὴν οὐσίαν αὐτῶν ἐπὶ πλεονεξίᾳ τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ <lb/>θερμασίας ὀρθῶς
							ἐθέμεθα. καὶ σὺν τοῖς πυρετοῖς γε καὶ ἄλλων <lb/>οὐκ ὀλίγων ἐμνημόνευσα διαθέσεων
							ἐναντίων τοῖς πυρετοῖς, <lb/>ἐφ’ ὧν τῶν ἡ τῆς καρδίας διάθεσις ψύξις ἐστίν. ἀλλὰ καὶ
							<lb/>περὶ τῶν μικτῶν διαθέσεων εἶπον, ὧν ἡ μίξις ἐξ ἐναντίων <pb n="366"/>
							ἐπιπλεκομένων ἀλλήλοις γίγνεται. καὶ ἦν ἤδη μοι καιρὸς ἐφ’ <lb/>ἕτερόν τινα προϊέναι
							λόγον· ἐπεὶ δὲ οὐκ οἶδ’ ὅπως εἰς παμπόλλην <lb/>διαφωνίαν ἐμπεπτώκασιν οἱ περὶ πυρετῶν
							πραγματευσάμενοι, <lb/>δι’ ἐκείνους ἀναλαβεῖν ἐπὶ κεφαλαίων ἔγνωκα τὰ <lb/>προειρημένα
							κατὰ τόδε τὸ γράμμα, ἐν ᾧ περὶ τῆς τῶν πυρετῶν <lb/>ἐκ σφυγμῶν διαγνώσεως, καὶ εἴ γε
							χρὴ τἀληθὲς εἰπεῖν, <lb/>δι’ Ἀρχιγένην μάλιστα τοῦτο ποιεῖν διέγνωκα. πάντων γὰρ
							<lb/>ἐπιμελέστατος ἐν τῇ περὶ τῶν πυρετῶν πραγματείᾳ δόξας <lb/>γεγονέναι κινδυνεύει
							μηδὲν ἡμᾶς διδάσκειν ὁμοίως Ἐρασιστράτῳ. <lb/>διττὸς γάρ ἐστι τῶν μηδὲν διδασκόντων ὁ
							τρόπος, <lb/>ἐνίων μὲν εἰς ἰδιότητα καταφευγόντων ἄῤῥητον, ἐνίων δὲ λεγόντων <lb/>μὲν
							ὀνόματα, μήτε δ’ ἃ σημαίνει φυλαττόντων μήθ’ <lb/>ἃ βούλονται σημαίνειν ἑρμηνευόντων.
							ὁ γάρ τοι σκληρὸς <lb/>σφυγμὸς, ὃν ἀχώριστον εἶναι βούλεται τῶν πυρεττόντων ὁ
							<lb/>Ἀρχιγένης, ὄνομα μόνον ἐστὶν, οὐδὲν πρᾶγμα σημαίνων <lb/>ἐπιστημονικῶς τε καὶ
							βεβαίως νοηθῆναι δυνάμενον. εἴρηται <lb/>δ’ ἐπιπλέον ὑπὲρ τοῦ τοιούτου σφυγμοῦ κατά τε
							<lb/>τὴν περὶ διαφορᾶς σφυγμῶν πραγματείαν, ἔτι τε καὶ τὴν <pb n="367"/> διαγνωστικὴν,
							οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ δι’ ὧν ἐξηγούμεθά τε ἅμα <lb/>καὶ κρίνομεν, ὅσα κατά γε τὸ περὶ τῶν
							σφυγμῶν βιβλίον ὁ <lb/>Ἀρχιγένης ἔγραψεν. ἀναγκαῖον δ’ ἐστὶν, ὡς ἔοικεν, εἰπεῖν τι
							<lb/>καὶ νῦν ἐπὶ κεφαλαίων ὑπὲρ αὐτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p><milestone unit="ed2page" n="289"/>Ὥσπερ τῶν ἄλλων ὀνομάτων ἕκαστον <lb/>ἴδιον δηλοῖ
							πρᾶγμα παρὰ τοῖς Ἕλλησι πᾶσιν, οὕτω <lb/>καὶ κατὰ τῶν ὑποπιπτόντων ταῖς αἰσθήσεσιν
							ἔθεντο προσηγορίας <lb/>τινὰς, ἰδίᾳ μὲν ὅσαι δηλοῦσι τὰς ἀκουστὰς διαφορὰς, <lb/>ἰδίᾳ
							δ’ ὅσαι τὰς ὁρατὰς, ἢ ὀσφρητὰς, ἢ γευστὰς, ἢ ἁπτάς. <lb/>οὔτ’ οὖν ἐπ’ ἄλλην φέρουσιν
							αἴσθησιν τό τε λευκὸν καὶ μέλαν <lb/>καὶ ξανθὸν καὶ πυῤῥὸν, ὠχρόν τε καὶ φαιὸν καὶ
							κυανοῦν, <lb/>ὅσα τ’ ἄλλα χρωμάτων ἐστὶν ὀνόματα πλὴν τῶν ὁρατῶν, οὔτ’ <lb/>αὖ πάλιν
							ἐπ’ ἄλλα τὸ αὐστηρὸν καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸν καὶ <lb/>στρυφνὸν καὶ στῦφον, ἁλυκόν τε καὶ
							ἁλμυρὸν, ὅτι μὴ τῶν <lb/>γευστῶν· οὐ μὴν δ’ ἐπ’ ἄλλων τινῶν θερμὸν καὶ ψυχρὸν,
							<lb/>ξηρὸν καὶ ὑγρὸν, καὶ μαλακὸν καὶ σκληρὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν <lb/>ἁπτῶν ἅπαντες. εἰ δέ
							τις ἐπ’ ἄλλο μεταφέρει τῶν εἰρημένων <lb/>ὁτιοῦν, ὁ μὲν τρόπος τῆς τοιαύτης χρήσεως
							ὀνομάζεται <pb n="368"/> μεταφορά. γίνεται δὲ δή που ταῖς ἄλλαις ὡσαύτως μεταφοραῖς
							<lb/>καθ’ ὁμοιότητά τινα καὶ ἀναλογίαν, καθ’ οἵαν ὁμοιότητα <lb/>καὶ πόδες εἴρηνται
							καὶ κορυφαὶ καὶ λαγόνες ὄρους. ὡς <lb/>γὰρ ἐπὶ τῶν ζώων τὰ κατωτάτω μὲν οἱ πόδες, ἡ
							κορυφὴ δὲ <lb/>τὰ ἀνωτάτω πάντων ἐστὶν, οὕτως ἐπὶ τῶν ὀρῶν συγχωροῦμεν <lb/>τοῖς
							ποιηταῖς τὰ μὲν ἀνωτάτω κορυφὰς ὀνομάζειν, τὰ <lb/>κατωτάτω δὲ πόδας. ἐὰν οὖν τις ἐπὶ
							ζώου ποιούμενος τὸν <lb/>λόγον, εἶτα πόδας εἰπὼν ἢ λαγόνας ἀξιώσει μήτε τῶν ποδῶν
							<lb/>ἀκούειν, ὡς ἅπαντες ἀκούουσιν, μήτε τῶν λαγόνων, ὡς <lb/>σύνηθες, ἀλλ’ οὕτως δεῖν
							φάσκῃ λαγόνων ἀκούειν, ὡς ἐπὶ <lb/>τοῦ ὄρους τοῦ Βριλλησοῦ Καλλίμαχος εἴρηκε·</p><l>Βριλλησοῦ λαγόνες εἰσὶ νόμου, ὃν ἐκτήσαντο,</l><p>γελοιότατος ἂν εἴη, διττῇ τε καὶ παλινδρομούσῃ χρώμενος <lb/>ἀπὸ τῶν οὐ κυρίων ἐπὶ τὰ
							κύρια τῇ μεταφορᾷ. κατὰ δὲ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὅστις ἐπὶ ἤθους, ἢ οἴνου
							λεγομένου <lb/>τοῦ σκληροῦ κατὰ μεταφορὰν, ὑπὲρ τῶν ἁπτῶν σωμάτων <lb/>ποιούμενος τὸν
							λόγον οὐχ ὡς σύνηθες ἅπασιν, οὕτως ἀξιῶν <lb/>τῆς προσηγορίας ἀκούειν, ἀλλ’ ὡς οἶνος
							λέγεται σκληρὸς, <pb n="369"/> ἢ ἄνθρωπος, τὸ ἦθος σκληρόν. ὅμοιον γὰρ ἐκείνῳ τοῦτο τὸ
							<lb/>περὶ πραγμάτων ὁρατῶν διαλεγόμενον, εἶτα λευκὸν μὲν εἰπόντα <lb/>μὴ συγχωρεῖν
							ἀκούειν οὕτως ὡς εἴθισται πᾶσιν, ἀλλ’ <lb/>ἐπειδὴ πυρετούς τινας λευκοὺς αὐτὸς ὁ
							Ἀρχιγένης εἴρηκεν, <lb/>οὕτως ἀκούειν χρῆναι καὶ τὸ χρῶμα τὸ λευκόν. ὥσπερ οὖν <lb/>ὁ
							τοιοῦτος οὐκ ἂν δόξειε σωφρονεῖν, εἰ τὸ κυρίως ἐπὶ χρώματος <lb/>λεγόμενον ὄνομα
							μετάγειν ἐπ’ αὐτὸ κατὰ διττὴν μεταφορὰν <lb/>ἀπὸ τῶν οὐ κυρίως ἀξιώσειεν, οὕτως,
							οἶμαι, καὶ <lb/>ὅστις ἐπὶ σώματος ἁπτοῦ τὸν λόγον ποιούμενος, ἐκ μεταφορᾶς
							<lb/>κελεύσει τὸ σκληρὸν ὄνομα ἀκούειν. συμβαίνει γὰρ ἐν τοῖς <lb/>τοιούτοις ἅπασι
							λόγοις μηδὲν μανθάνειν τοὺς ἀκούοντας, <lb/>ὅταν εἴργωνταί τε τοῦ κυρίως λεγομένου,
							μηδέν τ’ ἄλλο νοῆσαι <lb/>δύνωνται. τί γὰρ ἄλλο τις νοήσειε χρῶμα τὸ λευκὸν ἀκούσας
							<lb/>ὄνομα τοῦ τε συνήθους εἰργόμενος ἀκούειν τε κελευόμενος <lb/>ἐκ τῆς τῶν λευκῶν
							πυρετῶν μεταφορᾶς; οὕτως οὖν <lb/>καὶ ὁ σκληρὸς σφυγμὸς ὑπὸ τοῦ Ἀρχιγένους εἰσαγόμενος
							<lb/>ἐφ’ ἁπτοῦ πράγματος, εἰ μὴ τὸ κύριον σημαίνει, τοῦτο <lb/>δὴ τὸ συνήθως ἅπασι
							λεγόμενον, ἀλλ’ ὡς ἐκεῖνος ἐκ μεταφορᾶς <lb/>τῆς τῶν οἴνων βούλεται, παντάπασιν ἀσαφής
							τε καὶ ﻿<pb n="370"/> ἄγνωστος γίγνεται καὶ τοιοῦτος οἷος εἰ καὶ σκινδαψὸς ἐλέγετο,
							<lb/>πρὸς τῷ καὶ δύνασθαι πᾶν ὁτιοῦν ἄλλο κατὰ τοῦ τῶν <lb/>πυρετῶν ἰδίου σφυγμοῦ
							φέρειν ὄνομα, καὶ δοκεῖν τι λέγειν, <lb/>ὡς πρὸς ἀνθρώπους μὲν ἀγυμνάστους ἐν
							διαιρέσεσι σημαινομένων, <lb/>εὐγνώμονας δὲ καὶ πεπιστευκότας, ὅτι γέρων ἄνθρωπος,
							<lb/>ἐν τοσαύτῃ γεγονὼς δόξῃ καὶ πολλὰ τὴν τέχνην ὠφεληκὼς, <lb/>οὐκ ἂν ἑκὼν εἶναί
							ποτε τοιαύτην ἀσάφειαν ἐμηχανήσατο <lb/>κατὰ τὸν λόγον, ὡς ὀνόματα προσφέρεσθαι
								<milestone unit="ed2page" n="290"/>μηδὲν <lb/>σημαίνοντα. φέρε γὰρ εἴ τις εἴπῃ τὸν
							τοῦ πυρέττοντος <lb/>σφυγμὸν εἶναι πικρὸν, ἀξιώσει οὕτως ἀκούειν τοῦ πικροῦ
							<lb/>ὀνόματος ὡς ἐπὶ γευστῶν ἐνίοτε λέγομεν, ἆρ’ ἕξομέν τι νοῆσαι <lb/>σαφές; οὐ
							μᾶλλον ἢ εἰ στρυφνὸν, ἢ αὐστηρὸν, ἢ ὀξὺν <lb/>ἀκούσαιμεν εἶναι τὸν σφυγμόν. ἐν ἅπασι
							μὲν γὰρ αὐτοῖς <lb/>ἀηδές τι καὶ παρὰ φύσιν ἐμφαίνεται. τί δὲ τοῦτ’ ἔστιν οὐ
							<lb/>δηλοῦται, καίτοι κατὰ μὲν τὰς τοιαύτας μεταφορὰς ἀπὸ τῶν <lb/>κυρίων ἐφ’ ἕτερον
							οὐ κύριον ἡ μετάθεσις γίνεται, συγκεχωρημένον <lb/>ἅπασι καὶ εἰθισμένον πρᾶγμα. κατὰ
							δὲ τὸ τοῦ σκληροῦ <lb/>σφυγμοῦ σημαινόμενον, ὅπερ ὁ Ἀρχιγένης ἐνομοθέτησεν, <pb n="371"/> οὔτε συγκεχωρημένον, οὔτε εἰθισμένον, οὔτε ὅλως γεγονὸς, <lb/>ἢ γενέσθαι
							δυνάμενον, ἀκοῦσαι χρὴ σημαινόμενον, ἀπὸ τῶν <lb/>μεταφορικῶν ἐπὶ τὸ κύριον
							ἐπανερχομένους. διόπερ ὀνόματος <lb/>μὲν ἔστιν ἀκοῦσαι, πρᾶγμα δὲ οὐδ’ ἐννοῆσαι. ἀλλ’
							οὐκ <lb/>ἔτι δεῖ περί γε τούτου μηκύνειν, ἐν ἄλλοις ἐπιπλέον ὑπὲρ αὐτοῦ
							<lb/>διειλεγμένους, ἀναλαβόντας δὲ τὰ προειρημένα διὰ κεφαλαίων <lb/>ὑπὲρ ἁπάντων τῶν
							πυρετῶν ἐπελθεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ὅτι μὲν δὴ τρία ἐστὶ τὰ πάντα αὐτῶν γένη <lb/>δέδεικται δι’ ἑτέρων. ὁποία δέ τις
							ἑκάστου διάγνωσις ἐκ σφυγμῶν, <lb/>ἐν τῷδε ῥητέον. οἱ μὲν ἐφήμεροι πάντες εἰς μέγεθος
							<lb/>καὶ τάχος καὶ πυκνότητα τρέπουσι τοὺς σφυγμοὺς ὅσον <lb/>
							<milestone unit="ed1page" n="145"/>ἐφ’ ἑαυτοῖς. εἰ γὰρ ἐπιμιγνύοιτό τις ἄλλη διάθεσις,
							<lb/>ἀνάγκη μικτὴν γενέσθαι τὴν τροπὴν, ἐξ ἐκείνης τε καὶ τῆς <lb/>κατὰ τὸν λόγον τοῦ
							πυρετοῦ συνισταμένης. ὡσαύτως δὲ καὶ <lb/>οἱ ἑκτικοὶ τῶν πυρετῶν εἰς τὰς αὐτὰς
							διαφορὰς ἀλλοιοῦσι <lb/>τοὺς σφυγμοὺς ὅσον γ’ ἐφ’ ἑαυτοῖς, καὶ πλέον γ’ ἐπὶ τούτοις
							<lb/>ἐξαλλάττεται τὸ τάχος. οἱ δὲ ἐπὶ σήψει χυμῶν ἐν μὲν <lb/>ταῖς ἀκμαῖς ἀμφοτέρας
							ἔχουσι τὰς κινήσεις ταχείας, τήν τε τῆς <pb n="372"/> διαστολῆς καὶ τὴν τῆς συστολῆς.
							ὡσαύτως δὲ καὶ τὰς πυκνότητας <lb/>ἀμφοτέρας ὁμοίως ἀλλοιοῦσι, τήν τε κατὰ τὴν ἐκτὸς
							<lb/>ἡσυχίαν γινομένην καὶ τὴν κατὰ τὴν ἐντὸς, ἐν δὲ ταῖς <lb/>εἰσβολαῖς οὐχ ὁμοίως,
							ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιτείνουσι τῆς συστολῆς <lb/>τὸ τάχος. ἐν δὲ ταῖς ἀναβάσεσι καὶ τοῦτο μὲν
							καὶ τὴν ἐκτὸς <lb/>ἡσυχίαν ἐπιπλεῖστον συνεργοῦσιν, ὡς πυκνότατον φαίνεσθαι <lb/>κατ’
							αὐτὴν τὸν σφυγμόν. οὗτοι μόνοι πυρετῶν εἰσιν ἴδιοι <lb/>σφυγμοὶ κατὰ τὸν ἑαυτῶν λόγον·
							οἱ δ’ ἄλλοι πάντες οἱ <lb/>τοῖς πυρέσσουσι συμπίπτοντες ἄλλῃ τινὶ διαθέσει μᾶλλον ἢ
							<lb/>τῇ τῶν πυρετῶν ἕπονται. δύο δ’ ἔστι γένη κᾀκείνων τῶν <lb/>διαθέσεων, ἤτοι τῆς
							δυνάμεως ἢ τῶν ὀργάνων ἡ κάκωσις. <lb/>ἐδείχθη γὰρ ὡς εἰς τρία χρὴ βλέποντας ταῦτα
							ἐξευρίσκειν <lb/>τὰς ἀλλαττούσας αἰτίας τὸν σφυγμὸν, ὄργανόν τε καὶ χρείαν <lb/>καὶ
							δύναμιν. ἐπιδέδεικται γὰρ καὶ ὅσα καθ’ ἕκαστον αὐτῶν <lb/>γένος, ἐξιστάμενον τοῦ κατὰ
							φύσιν, ἀναγκαῖόν ἐστι συμπίπτειν <lb/>τοῖς σφυγμοῖς. οὔκουν ἔτι θαυμαστὸν εἰ
							διαφέρονταί <lb/>τε πρὸς ἀλλήλους οἱ σοφοὶ ἰατροὶ περὶ τῶν ἰδίων <lb/>τοῦ πυρετοῦ
							σφυγμῶν, ἁμαρτάνουσί τε πάντες, ἅτε μήτε <lb/>τὰ γένη τῶν πυρετῶν διελόμενοι, τάς τε
							διὰ τὴν δύναμιν, <pb n="373"/> ἢ τὴν τῶν ὀργάνων κάκωσιν ἀλλοιώσεις τῶν σφυγμῶν αὐτῶν
							<lb/>τῶν πυρετῶν ἰδίας εἶναι νομίζοντες. οἷον αὐτίκα παροξυσμῶν <lb/>εἰσβαλόντων οἱ
							μὲν τοὺς πυκνούς τε καὶ μικροὺς, οἱ δὲ πρὸς <lb/>τούτοις καὶ τοὺς ἀμυδροὺς, ἔνιοι δὲ
							καὶ τοὺς ἀνωμάλους, <lb/>εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τοὺς βραδεῖς, ὥσπερ ἄλλοι τοὺς ταχεῖς, ἔθεντο
							<lb/>γνωρίσματα. καίτοι γ’ ἔνιοι τῶν πυρετῶν ἀθλίπτους, ὡς <lb/>αὐτοὶ καλοῦσι,
							ποιοῦνται τὰς εἰσβολὰς, ἐφ’ ὧν εἰς μέγεθός <lb/>τε καὶ τάχος ἡ πρώτη τροπὴ γίνεται τῶν
							σφυγμῶν, εἶτ’ ὀλίγον <lb/>ὕστερον αὐξανομένοις τοῖσδε καὶ ἡ πυκνότης ἐπιγίνεται,
							<lb/>τῶν δ’ ἄλλων σφυγμῶν τῶν εἰρημένων οὐδεὶς αὐτοῖς οὔτ’ <lb/>ἀρχομένων τῶν
							παροξυσμῶν οὔτε αὐξανομένων οὔτε ἀκμα<milestone unit="ed2page" n="291"/>ζόντων
							<lb/>ἐπιφαίνεται. ἀλλὰ τούτοις μὲν οὔτε ῥῖγος οὔτε <lb/>φρίκη τις οὔτ’ ἀνωμαλία σαφὴς,
							ἀλλ’ οὐδὲ ψύξις ἄκρων, ἢ <lb/>τῆς ἐκτὸς ἐπιφανείας, οὐδὲ δῆξις, ἢ βάρος, ἢ θλίψις
							στομάχου <lb/>συνεισβάλλει. τοῖς πλείστοις δ’ ἤτοι ἕν τι τῶν εἰρημένων <lb/>ἢ καὶ
							πλείω συνεδρεύει. καί τισιν αὐτῶν ὀλίγον ὕστερον ἔμετος <lb/>ἐναργῶς ἐνδεικνύμενος, ὡς
							ἐκ τοῦ συῤῥεῖν εἰς τὴν γαστέρα <lb/>μοχθηροὺς χυμοὺς, οἱ μὲν ἐδήχθησαν αὐτῶν, οἱ δὲ
								<pb n="374"/> ἐθλίφθησαν, οἱ δ’ ἀσώδεις ἐγένοντο. προφανέστατα γὰρ ἐπὶ <lb/>τῶν
							πλείστων ἀρχῶν ἀποχωρεῖ μὲν ἁπάσης τῆς ἐκτὸς ἐπιφανείας <lb/>τὸ αἷμα, συῤῥεῖ δ’ εἰς τὰ
							σπλάγχνα, κᾀκ τούτου <lb/>θλίψεις τε καὶ σφηνώσεις, ἐμφράξεις τε καὶ διατάσεις
							ἀρτηριῶν <lb/>γίνονται κυρίων, ἐφ’ αἷς οἱ ἀνώμαλοι σφυγμοὶ ταῖς <lb/>εἰσβολαῖς τῶν
							τοιούτων παροξυσμῶν συνεδρεύουσιν, ὥσπερ <lb/>αὖ πάλιν οἱ ἀμυδροὶ διὰ τὴν τοῦ στομάχου
							τε καὶ τῆς δυνάμεως <lb/>κάκωσιν. οὕτως δὲ καὶ οἱ μικροὶ διά τε τὴν ἀῤῥωστίαν
							<lb/>γίνονται τῆς δυνάμεως καὶ διὰ τὴν ψύξιν, ὥσπερ γε καὶ οἱ <lb/>βραδεῖς ἐπὶ ταῖς
							ἰσχυραῖς ψύξεσιν. ἀλλὰ τούτων γε οὐδεὶς <lb/>ὁμοίως τῇ διαστολῇ τὴν συστολὴν ἐποιήσατο
							βραδεῖαν, ἀλλ’ <lb/>ἔστιν ἀχώριστόν τε καὶ ἰδιώτατον εἰσβολαῖς πυρετοῦ ἐπὶ σήψει
							<lb/>χυμῶν ἡ συστολὴ τῆς ἀρτηρίας ὠκυτέρα γινομένη. καὶ ὅστις <lb/>ἤσκηται γινώσκειν
							συστολὴν ἀχώριστον ἀρχῆς παροξυσμοῦ <lb/>τοῦθ’ ἕξει τὸ σημεῖον, ὅταν, ὡς εἴρηται
							πολλάκις, ὁ σφυγμὸς <lb/>ἔχῃ τινὰ τόνον. ἐδείχθη γὰρ ἐπὶ τῶν ἀμυδρῶν ἀδιάγνωστος
							<lb/>ἡ συστολή. τοῦτ’ οὖν ἀσκητέον ἐν τοῖς μάλιστα τὸν ἀκριβῶς <lb/>βουλόμενον ἀρχὴν
							γνωρίζειν παροξυσμοῦ. ὅπως δ’ ἄν τις ﻿<pb n="375"/> ὑπάρξοιτο τῆς ἀσκήσεως, ἐν τῷ
							πρώτῳ περὶ διαγνώσεως <lb/>σφυγμῶν ἐπὶ πλεῖστον εἴρηται· τοῦτο τὸ σημεῖον ἀψευδέστατόν
							<lb/>ἐστι, καὶ χρὴ θαῤῥεῖν αὐτῷ μάλιστα κατὰ τὰς διαγνώσεις <lb/>ἐναργῶς φανέντι.
							ἔγωγ’ οὖν ἐπὶ πολλῶν πολλάκις, <lb/>ὧν οὐδεπώποτε πρόσθεν ἡψάμην τῶν σφυγμῶν, οὔθ’
							ὑγιαινόντων <lb/>οὔτε νοσούντων, τούτῳ τῷ σημείῳ μόνω πιστεύσας <lb/>ἥμαρτον οὐδέποτε.
							ταῖς μὲν γὰρ ἄλλαις ἁπάσαις, εἴτ’ οὖν <lb/>ψύξις εἴη ὅλου τοῦ σώματος, εἴτε καὶ τοῦ
							στόματος τῆς γαστρὸς, <lb/>ὃ καταχρώμενοι στόμαχον ὀνομάζομεν, εἴτ’ εἰς τὸ βάθος
							<lb/>ῥοπαὶ τοῦ αἵματος, ἤτοι διὰ λύπην, ἢ φόβον, ἢ δι’ <lb/>ἄλλην τινὰ αἰτίαν
							γιγνόμεναι, παραπλήσιός ἐστιν ἡ βραδύτης <lb/>τοῦ σφυγμοῦ διαστελλομένης τε καὶ
							συστελλομένης τῆς ἀρτηρίας, <lb/>εὐθὺς δ’ αὐτῇ σύνεστι καὶ ἡ ἀραιότης κατ’ ἄμφω τὰς
							<lb/>ἡσυχίας. μόναις δὲ ταῖς πυρεκτικαῖς εἰσβολαῖς, κᾂν ἡ διαστολή <lb/>ποτε γένηται
							βραδυτέρα τῆς ἔμπροσθεν, ἀλλ’ ἥ γε συστολὴ <lb/>τάχος προσκτᾶται. συναιρεῖται δέ τι
							καὶ τῆς ἐκτὸς <lb/>ἡσυχίας, ὡς πυκνότερον ἐνταῦθα γίνεσθαι τὸν σφυγμὸν, οὐ <lb/>μὴν
							κατά γε τὴν ἐντὸς, ἀλλ’ ἤτοι τῷ πρόσθεν ὡσαύτως, ἢ <lb/>βραχεῖ τινι κατὰ τὸν καιρὸν
							τοῦτον ἀραιότερος φαίνεται. <pb n="376"/> παραβάλλειν δὲ δηλονότι χρὴ τὴν ἔμπροσθεν
							ἡσυχίαν ὡς <lb/>πρὸς τὴν ἁφὴν τῇ νῦν φαινομένῃ, μεμνημένον μὲν ὅτι σύνθετός <lb/>ἐστιν
							ἔκ τε τοῦ πέρατος τῆς συστολῆς καὶ τῆς ἀρχῆς <lb/>τῆς διαστολῆς καὶ τῆς μεταξὺ τούτων
							ἠρεμίας, ἐκλογιζόμενον <lb/>δ’ ὅσον ἑκατέρωθεν αὐτῇ προσῆλθεν, ἐκ τοῦ μὴ φαινομένου
							<lb/>μορίου τῶν κινήσεων, αὐτὸ δὲ δὴ τοῦτο πάλιν ἐκλογίζεσθαι <lb/>τῷ τόνῳ
							παραμετροῦντα. εἰ μὲν γὰρ ὡσαύτως ἔχει <lb/>τόνου νῦν τε καὶ πρόσθεν ὁ σφυγμὸς, εἰς
							ὅσον ἂν ὁ χρόνος <lb/>τῆς αἰσθητῆς ἡσυχίας γένηται μακρότερος εἰς τοσοῦτο καὶ <lb/>καὶ
							τὴν ὄντως ἡσυχίαν ἡγεῖσθαι μεμηκύνθαι. εἰ δ’ ἀμυδρότερος <lb/>ἢ πρόσθεν γένοιτο,
							λογίζεσθαί τι καὶ διὰ τοῦτ’ ἀποκεκρύφθαι <lb/>τῶν κινήσεων, ὅπερ ὑφαιρεῖν χρὴ τῆς
							αἰσθητῆς <lb/>ἡσυχίας εἰς τὴν τῆς ὄντως εὕρεσιν. εἰ γὰρ ὀλίγῳ μέν τινι τοῦ
							<lb/>πρόσθεν ὁ σφυγμὸς ἀτονώτερος γένηται, πολλῷ δὲ ἀραιότερος, <lb/>ἡγητέον
							ἐκτετάσθαι τὴν ὄντως ἡσυχίαν. εἰ δ’ ἀτονώτερος <lb/>μὲν πολλῷ, βραχεῖ δ’ ἀραιότερος ὡς
							πρὸς τὴν αἰσθητὴν <lb/>διάγνωσιν, οὐκέτι καὶ τὴν ὄντως ἡσυχίαν τὴν ἔνδον ἡγητέον
							<lb/>ἐκτετάσθαι. <milestone unit="ed2page" n="292"/>κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον εἰ τοῦ
							<lb/>σφυγμοῦ βραχεῖαν ἀτονίαν προσλαβόντος, ἀξιολόγως τινὶ <pb n="377"/> φαίνοντο τὰ
							τῆς πυκνότητος ἐπιτετάσθαι, συναιρεῖσθαι λογιστέον <lb/>τὴν ὄντως ἡσυχίαν. ἐφ’ ὧν μὲν
							οὖν ἀμυδρότερος ὁ <lb/>σφυγμὸς ἐγένετο κατὰ τὸν τῆς διαγνώσεως καιρὸν, ὡς εἴρηται,
							<lb/>λογιστέον. ἐφ’ ὧν δ’ ὡσαύτως ἔχει τόνου, σαφεστάτη διάγνωσις <lb/>ἐπὶ τούτων ἐστὶ
							καὶ τῆς ἐντὸς ἡσυχίας, ὡς λέλεκται, <lb/>σκοπουμένοις. ὅταν οὖν ποθ’ ὁ σφυγμὸς
							ἄτρεπτος μὲν ὢν <lb/>τἄλλα θάττων γένηται κατὰ τὴν συστολὴν, ἀρχῆς παροξυσμοῦ
							<lb/>σημεῖον ἀχώριστον τίθεσο. γίγνεται δ’ εὐθὺς τοιοῦτος <lb/>σφυγμὸς καὶ πυκνότερος
							κατὰ τὴν ἐκτὸς ἡσυχίαν, ἐπειγομένης <lb/>τῆς φύσεως ἀποτρίψασθαι τὸ καπνῶδες
							περίττωμα, διὸ θᾶττον <lb/>συνεστέλλετο. κατὰ μὲν <milestone unit="ed1page" n="146"/>οὖν τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς <lb/>γενέσεως αὐτοῦ τῷ τάχει τῆς συστολῆς μόνον ὁ σφυγμὸς
							<lb/>παραλλάττων φαίνεται τοῦ πρόσθεν, ὀλίγῳ δ’ ὕστερον καὶ <lb/>πυκνοῦσθαι κατὰ τὴν
							ἐκτὸς ἠρεμίαν, πρωϊαίτερον ἀρχομένης <lb/>συστέλλεσθαι τῆς ἀρτηρίας. τοῖς δ’ ἐφημέροις
							πυρετοῖς οὐχ <lb/>ὑπάρχει τοῦτο, διὰ τὸ χωρὶς σήψεως γίγνεσθαι χυμῶν. οὐ <lb/>μὴν οὐδὲ
							τοῖς ἑκτικοῖς, ὅτι μηδὲ ἄρχονταί ποτε, πλὴν εἰ <lb/>συνέλθοι κατὰ τύχην ἑτέρα τις
							διάθεσις αὐτοῖς, ὥστ’ ἐφ’ <lb/>ὧν ζητεῖται μάλιστα πυρετῶν ἡ ἀρχὴ τῶν παροξυσμῶν, <pb n="378"/> ἔχειν ἡμᾶς δεῖ διαρκὲς τὸ σημεῖον. εἰ δὲ κατὰ τὴν πρώτην <lb/>ἡμέραν ἄρτι
							μεταπίπτοντος ἐξ ὑγείας εἰς νόσον ἀνθρώπου <lb/>τινὸς ἁπτοίμεθα τῶν σφυγμῶν, εὐθὺς καὶ
							τὸ γένος ἡμῖν ἐνδείξεται <lb/>τοῦ πυρετοῦ τὸ σημεῖον τοῦτο, συνεισβάλλων γὰρ <lb/>τῷ
							παροξυσμῷ τῶν ἐπὶ σήψει τινὶ χυμῶν τὸν πυρετὸν εἶναί <lb/>φησιν. ἐδείχθησαν δ’ ἐν ταῖς
							τῶν πυρετῶν διαφοραῖς ἐκ <lb/>ταὐτοῦ γένους ὄντες τῷδε καὶ οἱ ἐπὶ ταῖς φλεγμοναῖς.
							ἀλλὰ <lb/>διοριστέον αὐτοὺς τῶν ἐπὶ σήψει χυμῶν μόνῃ τῇ σκληρότητι. <lb/>σκληρὰ γὰρ ἡ
							προσβολὴ τῶν ἐπὶ φλεγμοναῖς. εἰ μὲν οὖν διαγινώσκειν <lb/>δύναιο τὴν ἐπὶ τάσει τῆς
							ἀρτηρίας σκληρὰν προσβολὴν <lb/>τῆς ἐπὶ ψύξει τε καὶ σκληρότητι, τρεῖς ἕξεις ἐκ τούτου
							<lb/>προγνώσεις αἰτίων προγεγονότων, ποτὸν ψυχρὸν, οἶνον <lb/>ἀκρατέστερον, φλεγμονὴν,
							ἣν οὐ μόνον ἔμπροσθεν τοῦ παροξυσμοῦ <lb/>γεγονὸς αἴτιον, ἀλλὰ καὶ παραμένον ἐροῦμεν.
							τὴν <lb/>δὲ τοῦ ψυχροῦ τε καὶ τοῦ πλέονος ἀκράτου πόσιν, αὐτὴν μὲν <lb/>προγεγονέναι,
							τὴν δ’ ἀπ’ αὐτῆς διάθεσιν ἔτι φυλάττεσθαι. <lb/>σκληρύνονται μὲν οὖν ἐπὶ ταῖς
							βλαψάσαις ψυχροποσίαις οἱ <lb/>χιτῶνες τῶν ἀρτηριῶν, ἐξήρανται δὲ ἐπὶ ταῖς τοῦ
							πλείονος <pb n="379"/> οἴνου πόσεσιν. εἰ δὲ καὶ τῆς τῶν νεύρων ἀρχῆς ὁ οἶνος
							<lb/>ἅψαιτο, καὶ τείνονται παραπλήσιον τοῖς προδηλοῦσι τὸν <lb/>σπασμόν. ἐπὶ δὲ ταῖς
							φλεγμοναῖς ἄνευ τῆς τοῦ χιτῶνος οἰκείας <lb/>σκληρότητος τείνονται, καὶ καλεῖται μὲν
							καὶ τότε σκληρὸς <lb/>ὁ σφυγμὸς διὰ τὸ τῆς πληγῆς βίαιον, οὐ μὴν ἐσκλήρυνταί <lb/>γε
							κατὰ τὸν ἑαυτῆς λόγον ἡ ἀρτηρία, καθάπερ ὅταν ἤτοι <lb/>ξηρανθῇ πως, ἢ ψυχθῇ βίαιον, ἢ
							οἷον σκιῤῥώδη τινὰ δέξηται <lb/>διάθεσιν. ταυτὶ μὲν οὕτω διωρίσθω. τοὺς δ’ ἐν τῇ
							<lb/>πρώτῃ τῶν ἡμερῶν μηδόλως ἔχοντας τὸ λελεγμένον γνώρισμα, <lb/>τῶν μὲν ἐπὶ σήψει
							χυμῶν ἀφοριστέον ἐστὶν, ἤτοι δ’ ἐφημέρους <lb/>νομιστέον ἢ ἑκτικούς. σπανιώτατα μὲν
							οὖν εὐθὺς ἐξ <lb/>ἀρχῆς συνίσταται πυρετὸς ἑκτικὸς, οὐ μὴν ἀδύνατός γε οὐδ’ <lb/>ἡ
							τοιαύτη γένεσις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὤφθησάν που ἡμῖν καὶ οἱ <lb/>τοιοῦτοι. τὰ μὲν οὖν ἄλλα
							πάντ’ αὐτῶν γνωρίσματα δι’ ἑτέρας <lb/>εἴρηται πραγματείας, ἐν ᾗ περὶ τῆς τῶν πυρετῶν
							διαφορᾶς <lb/>ἐσκοπούμεθα· τὰ δὲ ἀπὸ τῶν σφυγμῶν εἰρήσεται νῦν, <lb/>οὔθ’ ὁ μέγας οὔθ’
							ὁ σφοδρὸς [μὴ σκληρὸς] σφυγμὸς ἅμα τοῖς <lb/>ἑκτικοῖς ποτε συνεισβάλλουσι πυρετοῖς,
							ἀλλ’ ὅτι περ ἂν ὑπάρχῃ ﻿<pb n="380"/> τούτων αὐτοῖς, οὐκ εἰσὶν ἑκτικοί. εἰ δὲ καὶ
							πάνθ’ ἅμα <lb/>παρείη, προφανῶς εἰσιν ἐφήμεροι, τῆς γε συστολῆς αὐτῶν, <lb/>ὡς
							εἴρηται, μὴ ταχυνούσης, ἴδιον γὰρ ἐκείνης τὸ τάχος ἐστὶν <lb/>ἐπὶ σήψει χυμῶν, ὧν τὰς
							κατὰ μέρος ἁπάσας διαφορὰς ἐν <lb/>τῇ προειρημένῃ πραγματείᾳ διῆλθον. εἰσὶ δ’ ὡς ἐπὶ
							κεφαλαίων <lb/>φάναι πάντες μὲν οἱ κατὰ περιόδους παρο<milestone unit="ed2page" n="293"/>ξυνόμενοι, <lb/>πάντες δ’ οἱ συνεχεῖς, ὅταν ὑπὲρ τὴν τρίτην ἡμέραν
							<lb/>ἐκταθῶσιν. ἐκ ταὐτοῦ δὲ αὐτοῖς εἰσι γένους καὶ οἱ ταῖς <lb/>φλεγμοναῖς
							ἐπιγινόμενοι. κατὰ μὲν οὖν τὰς παρακμὰς ἐκλύεται <lb/>τὸ τάχος τῆς συστολῆς, καὶ
							μάλισθ’ ὅταν εἰς ἀπυρεξίαν, <lb/>ἢ ἐγγὺς αὐτῆς ἀφίκωνται, κατὰ δὲ τὰς ἀρχὰς τῶν
							<lb/>παροξυσμῶν γεννᾶται, τυφομένων τρόπον τινὰ τῶν χυμῶν, <lb/>ἐπιτείνεται δὲ κατὰ
							τὰς ἀναβάσεις. ἐγγὺς δ’ ἤδη τῆς ἀκμῆς <lb/>ἐξημμένων τε τῶν χυμῶν καὶ ζεόντων ἀθρόαν
							μὲν αὔξην τὸ <lb/>τάχος τῆς διαστολῆς λαμβάνει, διαμένει δὲ ἴσον ἑαυτῷ τὸ <lb/>τάχος
							τῆς συστολῆς. ὅταν δ’ ἀκμάσῃ τελέως ὁ πυρετὸς, εἰς <lb/>ἄκρον μὲν ἥκει τοῦ κατ’
							ἐκεῖνον τὸν παροξυσμὸν τάχους ἡ <lb/>διαστολὴ, μειοῦται δὲ τὸ τάχος τῆς συστολῆς. οἱ
							μὲν οὖν <pb n="381"/> πλεῖστοι τῶν ἰατρῶν, καὶ μάλισθ’ ὅσοι τὴν συστολὴν ἀδιάγνωστον
							<lb/>αἰσθήσει φασὶν ὑπάρχειν, οὐδ’ ἐγγὺς ἥκουσι τοῦ λελεγμένου <lb/>σημείου, τῶν τε
							ἐπὶ σήψει χυμῶν ἁπάντων πυρετῶν <lb/>τῆς τε καθ’ ἕκαστον αὐτῶν παροξυσμὸν ἀρχῆς.
							ὀλίγιστοι δέ <lb/>τινες ἀμυδρὰν εἰκόνα τοῦ πράγματος ἐοίκασιν ἑωρακέναι. <lb/>γράφουσι
							γοῦν ἀδιορίστως τε καὶ ἀσαφῶς εἰς τοσοῦτον ὡς <lb/>μηδ’ εἰκάσαι μηδένα τί ποτε
							βούλονται δηλοῦν. ἐξ αὐτῶν <lb/>ἐστι καὶ ὁ Ἀρχιγένης, ὡς ἔνεστι γνῶναι τῷ βουληθέντι
							τό <lb/>τε περὶ σφυγμῶν αὐτοῦ βιβλίον ἀναγνῶναι καὶ τὰ περὶ τῆς <lb/>τῶν πυρετῶν
							σημειώσεως, ἢ τήν γ’ ἐπιτομὴν αὐτῶν. ἐπεσκέμμεθα <lb/>δὲ καὶ ἡμεῖς ἅμα ταῖς τῶν ἀσαφῶν
							ἐξηγήσεσιν ἐν <lb/>ὑπομνήμασιν ὀκτὼ τὴν περὶ τῶν σφυγμῶν αὐτοῦ πραγματείαν.
							<lb/>ἄριστα δέ μοι δοκοῦσιν ἀποφήνασθαί τινες, εἰ προσθείημεν <lb/>αὐτῷ τῷ λόγῳ
							διορισμόν τινα, τὴν ἐφ’ ἑκάτερα <lb/>μεταβολὴν τῶν σφυγμῶν, ἀρχῆς παροξυσμοῦ σημεῖον
							ὑπάρχειν. <lb/>ὃν δέ φημι χρῆναι προσθεῖναι διορισμὸν, ἔστιν εἰ χωρὶς <lb/>ἑτέρας
							προφάσεως ἡ ἀλλοίωσις γένοιτο. προφάσεις δ’ ἔνιαι <lb/>μὲν ἔξωθέν εἰσιν, οὐ μόνοις
							τοῖς ἰατροῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς <pb n="382"/> ἰδιώταις γνώριμοι, τροφῶν καὶ ποτῶν
							προσφορὰ, καὶ κίνησις <lb/>ἡτισοῦν καὶ πάθος ψυχικὸν ὀργισθέντων, ἢ φοβηθέντων, <lb/>ἢ
							ἀγωνισάντων, ἡ ὁπωσοῦν ἑτέρως ταραχθέντων. ἔνιαι δ’ <lb/>ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος
							ὁρμώμεναι, περὶ ὧν ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἶπον, ἡνίκα φρίκης τε καὶ ῥίγους καὶ
							καταψύξεως, ἔτι <lb/>τε τῶν εἰς τὴν γαστέρα συῤῥεόντων ἐμνημόνευσα. μηδενὸς <lb/>γὰρ
							τοιούτου περὶ τὸν κάμνοντα συμβαίνοντος, ἡ ἐξαιφνίδιος <lb/>ἐφ’ ὁτιοῦν μεταβολὴ
							παροξυσμὸν ἀγγέλλει, θάττονος μὲν καὶ <lb/>μείζονος γινομένου τοῦ σφυγμοῦ, θερμασίας
							ὑποτρεφομένης <lb/>τῇ τῶν ἀρτηριῶν ἀρχῇ, βραδυτέρου δὲ ἢ μικροτέρου, ψύξεως. <lb/>οὕτω
							δὲ καὶ ἡ μὲν πυκνότης ὁμολογήσει τῇ πλεονεξίᾳ τῆς <lb/>θερμασίας, ἡ δ’ ἀραιότης τῇ
							ψύξει. καὶ ἡ ἀμυδρότης δὲ καίτοι <lb/>δι’ ἄλλο τι σύμπτωμα γινομένη ταῖς τῶν
							παροξυσμῶν εἰσβολαῖς <lb/>ἐστιν οἰκεία, συῤῥεόντων ὑγρῶν μοχθηρῶν εἰς τὴν γαστέρα
							<lb/>τηνικαῦτα, καὶ τῇ τοῦ στόματος αὐτῶν βλάβῃ κακούντων <lb/>τὴν δύναμιν. ἡ δὲ
							ἀνωμαλία τῶν σφυγμῶν, ἡ πολλοῖς τῶν <lb/>παροξυσμῶν συνεισβάλλουσα θλιβομένων, ἢ
							ἐμφραττομένων <lb/>ὑπόγυον ἀρτηριῶν, ἢ πλήθους τοῦ πρὸς τὴν δύναμίν ἐστι
							<lb/>γνώρισμα, λόγῳ καὶ τούτων τοῦ παροξυσμοῦ γίγνεσθαι <pb n="383"/> δυναμένων. ὅσαι
							μὲν οὖν μεταβολαὶ σφυγμῶν ἤτοι τῆς ἐν <lb/>τῇ καρδίᾳ θερμασίας αὐξανομένης ἢ
							συῤῥεόντων ἔσω τῶν <lb/>χυμῶν ἀποτελοῦνται, φανερῶς ἂν αὗται δόξαιεν ἐνδείκνυσθαι
							<lb/>παροξυσμὸν ἀρχόμενον, ὅταν γ’, ὡς εἴρηται, τῶν ἄλλων ἀφορισθῶσι <lb/>προφάσεων.
							ὅσαι δὲ ψύξεως, οὐκ ἔτ’ ἐξ ἀνάγκης <lb/>αὗται δείξουσι πυρετὸν εἰσβάλλοντα σημαίνειν·
							ἀλλ’ ἐὰν κᾀνταῦθα <lb/>τὰς ἄλλας προφάσεις ἀφορισώμεθα ἁπάσας, ἕξομεν <lb/>καὶ τὴν
							ψύξιν ἀγγέλλουσαν, ὅσον οὐδέπω πυρετὸν ἀναφθήσεσθαι. <lb/>πνίγεται γὰρ κατ’ αὐτὴν τῆς
							συῤῥεούσης ὕλης εἰς τὸ <lb/>βάθος, ἱκανῶς ψυχρᾶς ὑπαρχούσης, ὡς κινδυνεύειν σβεσθῆναι
							<lb/>τὴν ἀρχὴν, οἷόν τι <milestone unit="ed1page" n="147"/>κᾀκτὸς συμβαίνει πολλάκις,
							ὅταν <lb/>ὕλην ἅμα τε πολλὴν καὶ δύσκαυστον ἐπιβάλλωμεν ἀθρόως <lb/>ὀλίγῳ πυρὶ,
							κινδυνεύει μὲν γὰρ αὐτίκα σβεσθῆναι, μὴ σβεσθὲν <lb/>δ’, ἀλλ’ <milestone unit="ed2page" n="294"/>ἀντισχὸν, ὑποτύφειν τε τὴν ὕλην ὀλίγον <lb/>ὕστερον ἄρξεται,
							καί τινα θερμασίαν γεννᾷν, τὰ μὲν πρῶτα <lb/>καπνώδη, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ
							φλογώδη, μέχρι περ <lb/>ἀκριβῶς κρατῆσαν τῆς ὕλης, καθαρὰν ἐργάζηται τὴν φλόγα.
							<lb/>τῆς γὰρ τοιαύτης φλογὸς οὐ καπνός ἐστι τὸ ἀποῤῥέον, ἀλλ’ <pb n="384"/> αἰθάλη τε
							καὶ λιγνύς ἐστιν, ἄμφω γὰρ ὀνομάζεται τὸ κατοπτηθὲν <lb/>τῆς ὕλης ἀνωφερὲς περίττωμα,
							καθάπερ γε τὸ κατωφερὲς <lb/>τέφρα τε καὶ σποδιὰ καλεῖται. ἀνάλογον δή μοι <lb/>νόει
							κᾀπὶ τῶν πυρετῶν, ὅταν ἐν ἀρχῇ παροξυσμοῦ πλῆθος <lb/>ὕλης ψυχρᾶς ἐπὶ τὴν καρδίαν
							ἀφίκηται, τὰ μὲν πρῶτα κίνδυνον <lb/>γίνεσθαι θανάτου, καὶ προδηλώσει τὸν κίνδυνον
							τοῦτον <lb/>ἡ ἐπὶ πλεῖστον εἰς ἀραιότητά τε καὶ βραδύτητα καὶ μικρότητα <lb/>τροπὴ τῶν
							σφυγμῶν. ἂν γὰρ ἐπιγένηται τούτοις <lb/>ἀμυδρότης ἀξιόλογος, αὐτίκα τεθνήξονται· μὴ
							γενομένης μέντοι <lb/>τῆς ἀμυδρότητος, ἀναμάχεται τὴν ἧτταν ταύτης ἡ φύσις,
							<lb/>ἐπεγείρει τε τὴν κίνησιν τῶν ἀρτηριῶν ἐπὶ τὸ μεῖζόν τε καὶ <lb/>θᾶττον καὶ
							πυκνότερον, ὥστε τὰς κινήσεις ἀμφοτέρας μὲν <lb/>γενέσθαι θάττονας, ἀλλ’ ἐπιφανέστερον
							τὴν τῆς συστολῆς, <lb/>καὶ παραυξάνεσθαί γε διὰ ταχέων αὐτὴν αἰσθητῶς, ἄχρις ἂν <lb/>ὁ
							παροξυσμὸς αὐξάνηται, τῷ χρόνῳ δ’ ὅταν ἐγκρατὲς τῆς <lb/>ὕλης γένηται τὸ θερμὸν, ἡ
							οἷον φλὸξ ἀνάπτεται. καὶ τοῦτ’ <lb/>ἔστιν ἡ ἀκμὴ τῶν παροξυσμῶν, τὸ μὲν αἰθαλῶδες
							περίττωμα <lb/>διά τε τῆς ἐκπνοῆς καὶ τῆς τῶν ἀρτηριῶν συστολῆς ἀποχεούσης <lb/>τῆς
							φύσεως, τὸ δ’ οἷον τεφρῶδες διὰ πάχους μὲν οὐ <lb/>δυναμένης ἐκκρίνειν ὁμοίως,
							αἰσθητοῖς δέ τισιν ἐξοχετευούσης ﻿<pb n="385"/> πόροις. ἔστι δὲ τοῦτο κατὰ μὲν τὰ
							φλεγμαίνοντα μόρια τὸ <lb/>πῦον, ἐν δὲ τοῖς ἀγγείοις αὐτοῖς ὅπερ ἐν τοῖς οὔροις
							ὑφίσταται. <lb/>περὶ μὲν δὴ τούτων ἐν ταῖς περὶ τῶν πυρετῶν <lb/>πραγματείαις ἐπὶ
							πλεῖστον εἴρηται· τοὺς σφυγμοὺς δ’ , ὡς <lb/>ἔφαμεν, ἀναγκαῖόν ἐστι τὰς εἰρημένας
							τροπὰς ἐν ἑκάστῳ τε <lb/>καιρῷ τοῦ σύμπαντος ἔχειν παροξυσμοῦ, καὶ δὴ καὶ κατὰ
							<lb/>τὴν ἀρχὴν, ὡς ἐλέγομεν, οὐ κακῶς ἀποφήνασθαί τινας ἅπασαν <lb/>μεταβολὴν αὐτῶν
							ἐφ’ ἑκάτερα. πρὸς δὲ τὸ φυλάττειν <lb/>ἀκριβῶς τὰς εἰρημένας διαγνώσεις ἀσκητέον ἐστὶ
							διακρίνειν <lb/>ἁπάσας τὰς ἀπὸ τῶν ἄλλων προφάσεων ἀλλοιώσεις τῶν σφυγμῶν, <lb/>εἰς ἃς
							καίτοι φυλαττόμενος ὁ Ἀρχιγένης ἐμπίπτει πολλάκις, <lb/>ὥστε μακρολογεῖν τε ἅμα καὶ
							ταράττειν τὴν διδασκαλίαν <lb/>τοῖς ἰδίοις καὶ ἀχωρίστοις ἑκάστου τῶν καιρῶν
							γνωρίσμασι τὰ <lb/>συνακολουθοῦντα, πολλάκις ὁμοτίμως γράφων, καίτοι γ’ ἐν
							<lb/>ἐλαχίστῳ κεῖται μεθόδῳ ληφθέντα. τὴν μὲν γὰρ καθαρὰν <lb/>θερμότητα τῆς διαστολῆς
							ἡ κίνησις ἐνδείκνυται, τὴν δὲ οἷον <lb/>καπνώδη τῆς συστολῆς. αἱ δ’ ἄλλαι τῶν σφυγμῶν
							ἀλλοιώσεις <lb/>ἤτοι διὰ τὴν τῆς δυνάμεως ἢ τὴν τῶν ὀργάνων γίνονται <pb n="386"/>
							μεταβολήν. ἑκάτερον δὲ τούτων ἐπί τισιν ἑτέροις αἰτίοις <lb/>προηγουμένοις, ὧν τὰ
							πλεῖστα πάλιν ἐφ’ ἑτέροις προκατάρξασιν. <lb/>ὀνομαζέσθω γὰρ ἕνεκα σαφοῦς διδασκαλίας
							ὅσα μὲν <lb/>ἐκ τοῦ σώματος ὁρμᾶται τῶν ἀλλοιούντων αἰτίων ἤτοι τὴν <lb/>δύναμιν ἢ τὰ
							ὄργανα προηγούμενα· τούτων δ’ αὐτῶν <lb/>ἔστιν ἃ πάλιν ἔξωθεν ὄντα τοῦ σώματος αἴτια
							τῆς ἀλλοιώσεως <lb/>ἐγένετο προκατάρχοντα. λέλεκται δ’ ἡμῖν ἡ περὶ <lb/>ταῦτα μεθόδος
							ἅπασα δι’ ἑτέρας πραγματείας, ἣν περὶ τῶν <lb/>ἐν τοῖς σφυγμοῖς αἰτίων ἐπιγράφομεν.
							οὐδὲν οὖν θαυμαστόν <lb/>ἐστιν, εἰ ταῦτά τις ἅπαντα μνήμῃ πρόχειρα ποιησάμενος
							<lb/>ἀσκήσας τε διαγινώσκειν ἑτοίμως ἅπαντας τοὺς σφυγμοὺς <lb/>ἐπιστημονικῶς, ἐνίοτε
							τὰ προγεγονότα τῶν αἰτίων ἐπὶ τῶν <lb/>καμνόντων ἐξευρήσει. οὗτος μὲν οὖν ὁ λόγος
							ἐνταυθοῖ <lb/>τελευτάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Περὶ δὲ τῆς κάθ’ ὑγρότητά τε καὶ ξηρότητα <lb/>δυσκρασίας αὐτῆς τε τῆς καρδίας καὶ
							προσέτι τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>ἑκάστης τε <milestone unit="ed2page" n="295"/>καταμόνας
							ἁπασῶν τε κοινῶς, <lb/>ἐφεξῆς δίειμι. εἴρηται μὲν οὖν τινα καὶ περὶ τούτων ἔμπροσθεν,
								<pb n="387"/> ἀλλ’ ἡ τοῦ λόγου τάξις ἰδίαν αὐτῶν ἀπαιτοῦσα <lb/>διδασκαλίαν ὡς
							οὐδενὸς εἰρημένου περανθήσεται. ποτὲ μὲν <lb/>οὖν ἡ καρδία ξηροτέρα γενομένη τοῦ κατὰ
							φύσιν ἁπάσας <lb/>ἑαυτῇ συναλλοιώσει τὰς ἀρτηρίας, ἐνίοτε δὲ καθ’ ἕν τι τοῦ <lb/>ζώου
							μόριον, ἢ καὶ πλείω συμβήσεται τοῦτο ταῖς ἀρτηρίαις. <lb/>ἔστι δὲ ὅτε τὴν ἐναντίαν μὲν
							ἕξουσι διάθεσιν, ὅσον <lb/>ἐφ’ ἑαυταῖς αἱ ἀρτηρίαι τῇ καρδίᾳ, δέξονται δὲ καὶ τὴν
							<lb/>παρ’ ἐκείνης, ὥστε συστῆναι μέσην τινὰ διάθεσιν αὐταῖς <lb/>ἐν ὑγρότητί τε καὶ
							ξηρότητι, ὥσπερ ἔμπροσθεν ἐπὶ τῆς <lb/>κατὰ θερμότητα καὶ ψυχρότητα δυσκρασίας
							ἐλέγομεν, αἴτια <lb/>δὲ προηγούμενα τὰ μὲν τὰς ἀρτηρίας ἀποφαίνοντα <lb/>ξηροτέρας,
							ὕδατα θειώδη καὶ στυπτηριώδη καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν <lb/>ὅσα ξηραίνειν πέφυκεν, οὐχ ὕδατα
							μόνον, ἀλλὰ καὶ <lb/>φάρμακα πολυχρονίως ὁμιλήσαντα μορίῳ τινὶ τοῦ σώματος, <lb/>ἐν
							ᾧπερ ἂν ἡ τοιαύτη δυσκρασία κατὰ τὰς ἀρτηρίας <lb/>γενομένη τὸν σφυγμὸν αὐτὸν
							ἐργάσεται σκληρότερον. <lb/>οὐχ ἥκιστα δὲ κᾀν ταῖς πλείσταις τῶν ἀτροφιῶν αἵ τ’
							<lb/>ἀρτηρίαι τῶν ἀτροφούντων μορίων γίνονται ξηρότεραι καὶ <pb n="388"/> τὸν σφυγμὸν
							ἀποφαίνουσι σκληρότερον. ἐν αὐτῇ δὲ τῇ <lb/>καρδίᾳ τὴν κατὰ ξηρότητα δυσκρασίαν
							ἀποτελεῖ. καὶ ἡ <lb/>δίαιτα μὲν εἰ πολυχρόνιος ἐπὶ τὸ ξηρότερον ἀχθείη, καὶ
							<lb/>μέντοι καὶ τῶν φαρμάκων τῶν ξηραινόντων ἐδωδαί τε καὶ <lb/>πόσεις, ἐν οἷς ἐστι
							καὶ ὁ ἄκρατος οἶνος, ἔνδειά τε τροφῆς, <lb/>ἢ κατὰ ἄλλην τινὰ αἰτίαν, ἢ διὰ πάνδημον
							λιμὸν, <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ ποτὸν, ὡς ἐν ἀπλοίαις μακραῖς, ἔτι δὲ πόνων <lb/>ἀμετρία καὶ
							γῆρας καὶ φροντὶς καὶ λύπη καὶ ἀγρυπνία <lb/>πολυχρόνιος, οἵ θ’ ἑκτικοὶ πυρετοὶ, καὶ
							μάλισθ’ ὁ <lb/>μαρασμώδης. ταῦτ’ οὖν πάντα τὰ εἰρημένα καὶ κατὰ μόνας <lb/>γενόμενα
							καὶ σύνδυο καὶ τρία καὶ πλείονα συνιόντα <lb/>ξηροτέραν μὲν ἐργάζεται τὴν καρδίαν,
							σκληρότερον δὲ τοῦ <lb/>κατὰ φύσιν εἰς τοσοῦτον τὸν σφυγμὸν εἰς ὅσον ἂν ἡ <lb/>ξηρότης
							αὐξηθῇ. ὑγρᾶς δὲ δυσκρασίας αἴτια τά τε τοῖς <lb/>μορίοις ἐγγινόμενα πολυχρόνια τῶν
							οἰδημάτων καὶ οἱ λευκοφλεγματίαι <lb/>τῶν ὑδέρων, οἵ καὶ τὴν καρδίαν ἀλλοιοῦσι, καὶ
							<lb/>μέντοι καὶ τὰ τῶν κυρίων σπλάγχνων οἰδήματα, πάντα ταῦτα <lb/>τὰς μὲν ἀρτηρίας
							ὑγρὰς, ὥσπερ καὶ τὴν καρδίαν, τοὺς σφυγμοὺς <lb/>δὲ ἐργάζεται μαλακούς. αἴτια δὲ
							μαλακότητος σφυγμῶν <pb n="389"/> ἐστι μετρίας τε καὶ οὐχ ἱκανῶς ἐκδήλου καὶ τὰ
							τοιαῦτα, <lb/>ἐδωδαὶ πλείους ὑγραινόντων ἐδεσμάτων, ἀργία τε πολλὴ, <lb/>καὶ ὕπνοι
							μακροὶ, καὶ τὰ μετὰ τροφὴν λουτρά. τοῖς μὲν <lb/>οὖν σκληροῖς σφυγμοῖς ἐδείκνυτο
							πρόσθεν ἑπομένη ἡ μικρότης, <lb/>ὥσπερ τοῖς μαλακοῖς τὸ μέγεθος. αὐτοῖς δὲ τούτοις
							<lb/>πάλιν ἑπόμενα τάχος τε καὶ βραδύτης, ἔτι τε πυκνότης <lb/>καὶ ἀραιότης.
							ἐδείχθησαν δὲ καὶ τῶν ἄλλων αἰτίων <lb/>αἱ συζυγίαι. λέγω δ’ αἴτια νῦν τὰ πρῶτά τε καὶ
							οἷον <lb/>συνεκτικὰ τῆς τῶν σφυγμῶν γενέσεως, τὴν χρείαν τε <lb/>
							<milestone unit="ed1page" n="148"/>καὶ τὴν δύναμιν. ὥστε οὐδὲν ἔτι λείπει τῶν τῇ
							καρδίᾳ <lb/>συμβαινόντων ἐπὶ δυσκρασίᾳ. οὐ μὴν οὐδ’ ὄγκοι τινὲς <lb/>ἐν αὐτοῖς
							γίνονται τοὺς σφυγμοὺς ἀλλοιοῦντες εἰς <lb/>σκληρότητα, καθάπερ ἐφ’ ἑτέρων σπλάγχνων
							αἱ φλεγμοναί <lb/>τε καὶ οἱ σκίῤῥοι. φθάνει γὰρ ἀπολέσθαι τὸ ζῶον, συγκοπὲν <lb/>ἐπὶ
							τῇ τῶν τοιούτων ὄγκων γενέσει. πάντ’ οὖν εἴρηται <lb/>τὰ κατὰ τὴν καρδίαν, ὅσα τοὺς
							σφυγμοὺς ἀλλοιοῖ. <lb/>ὥστε κᾀμοὶ καιρὸς ἥκει καταπαύειν μὲν ἤδη τὸν ἐνεστῶτα
							<lb/>λόγον ἐν τῷδε, μεταβάντι δ’ ἐπὶ τὸν τέταρτον ἁπάντων <lb/>τῶν ἄλλων μορίων τῶν
							τοῦ σώματος ἐξηγήσασθαι <pb n="390"/> τὰς διαθέσεις, ὅσαι τε κατὰ δυσκρασίαν τινὰ
							γίνονται <lb/>καὶ ὅσαι δι’ ὄγκους παρὰ φύσιν, ὁποῖός τέ τις ἑκάστῃ <lb/>σφυγμὸς
							ἕπεται. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>