<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1:1-17</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1:1-17</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ <lb/>ΟΓΚΩΝ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Ἕν τι τῶν συμβεβηκότων τοῖς σώμασιν <lb/>ὑπάρχει τὸ δηλούμενον πρᾶγμα πρὸς τῆς ὄγκου
						φωνῆς. τὴν <lb/>γὰρ εἰς μῆκος καὶ πλάτος καὶ βάθος διάστασιν οὕτως ὀνομάζουσιν
						<lb/>Ἕλληνες. ἔστι δ’ ὅτε καὶ τὴν ὑπὲρ τὸ κατὰ φύσιν <lb/>αὔξησιν ὄγκον καλοῦσιν, ὅπερ
						οὐ τοῖς νοσοῦσι μόνον <lb/>καθ’ ὁτιοῦν μόριον, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὑγιαίνουσιν ὑπάρχει.
						<lb/>καὶ γὰρ καὶ οἱ παχεῖς ηὔξηνται μὲν ὑπὲρ τὸ κατὰ φύσιν εἰς <lb/>βάθος καὶ πλάτος, οὐ
						μὴν ἤδη γέ πω παρὰ φύσιν ἔχουσιν. <pb n="706"/> ὡς γὰρ πολλάκις εἴρηται, τρίτη τίς ἐστι
						κατάστασις ἡ τῶν <lb/>οὐ φύσει διακειμένων σωμάτων, ἐν μέσῳ πως ὑπάρχουσα <lb/>τῶν κατὰ
						φύσιν τε καὶ παρὰ φύσιν ἐχόντων. ὁ μὲν οὖν παχὺς <lb/>ἢ ἰσχνὸς οὐ παρὰ φύσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς
						μόνον ὁ μὲν ὑπὲρ <lb/>τὸ κατὰ φύσιν, ὁ δὲ ἐνδεέστερον ἔχει τοῦ κατὰ φύσιν, οὐ <lb/>φύσει
						δὲ ἑκάτερος. ὁ δὲ ἐξ ὑδέρου τὸν ὄγκον ἐπικτησάμενος, <lb/>ἢ ἐκ φθόης τὴν λεπτότητα, παρὰ
						φύσιν ἄμφω διάκεινται. <lb/>πρόκειται δὲ ἡμῖν ἐν τῷ νῦν ἐνεστῶτι λόγῳ σκέψασθαι περὶ
						<lb/>τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων, ὅλον τε καταλαμβανόντων τὸ σῶμα, <lb/>καὶ μόριον ὁτιοῦν
						αὐτοῦ, τοσοῦτον ἐπιδιορισαμένοις, ὡς τῶν <lb/>οὐ φύσει διαθέσεων αἱ ὑπερβολαὶ παρὰ φύσιν
						εἰσίν. ὅρος δὲ <lb/>τῆς ὑπερβολῆς ἐστιν αὐτῶν ἡ βλάβη τῆς ἐνεργείας. ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν
						τούτων τῶν ὄγκων οὐ δεῖ μακροτέρου λόγου. γινώσκεται <lb/>γὰρ ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων, οὐ
						μόνον τῶν ἰατρῶν, <lb/>σαρκὸς καὶ πιμελῆς ἀμετρία τὴν γένεσιν αὐτῶν ἐργαζομένη·
						<lb/>τοὺς δ’ ἄλλους ὄγκους, ὅσοι κατὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν τῶν <pb n="707"/> σωμάτων, οὐ
						μόνον τὴν ποσότητα πρώτην, τοῦ κατὰ φύσιν <lb/>ἐξεστήκασιν, ἤδη σκοπῶμεν, ἀπὸ φλεγμονῆς
						ἀρξάμενοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="313"/>Λέγεσθαι δὲ εἴθισται τοῖς Ἕλλησι <lb/>τοὔνομα τοῦτο
						κατὰ τῶν ἐν ὄγκῳ μείζονι μορίων <lb/>σαρκωδῶν, ἅμα τάσει καὶ ἀντιτυπίᾳ καὶ ὀδύνῃ
						σφυγματώδει <lb/>καὶ θερμῇ καὶ μετ’ ἐρυθήματος· ἥτις δ’ ἐστὶν ἡ <lb/>αἰτία, δι’ ἣν ταῦτα
						ἐγένετο τὰ συμπτώματα, μὴ ὅτι τοῖς <lb/>πολλοῖς, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτοῖς τοῖς ἰατροῖς ἔγνωσται
						πᾶσιν. <lb/>οὐδὲ γὰρ ὁδῷ τινι ποιοῦνται τὴν ζήτησιν οἱ πλείους αὐτῶν, <lb/>ἀλλὰ τὸ δόξαν
						αὐτοῖς ἁπλῶς ἀποφαίνονται. γίγνοιτο δ’ ἂν <lb/>ἡ σκέψις, εἴπερ τις ὁδῷ προέρχοιτο,
						τοιαδί. μείζων ὄγκος <lb/>οὐκ ἄν ποτε γένοιτο περὶ σῶμα οὐδὲν ἄνευ τοῦ τὴν οὐσίαν
						<lb/>αὐτοῦ δυοῖν τούτων παθεῖν θάτερον, ἢ ὑπὸ θερμότητος πολλῆς <lb/>οἷον περιζέσασαν
						χυθῆναι, ἢ ἔξωθέν τινα νεωτέραν <lb/>οὐσίαν ἐπικτήσασθαι. χεομένη μὲν γὰρ πνευματοῦται
						καὶ <lb/>ψυχθεῖσά γε αὕτη τὸν ἀρχαῖον ὄγκον ἀνακτᾶται ῥᾳδίως. <lb/>οὔτε δὲ πνεῦμα
						περιεχόμενον ἐν τοῖς φλεγμαίνουσιν ὁρᾶται, <lb/>καθάπερ ἐν ἄλλοις ὄγκοις πολλοῖς, καὶ
						ψυχόμενα πρὸς τὴν <pb n="708"/> ἐξ ἀρχῆς κατάστασιν οὔτ’ εὐθὺς οὔτ’ ἐξ ἅπαντος
						ἐπανέρχεται. <lb/>ὅτι δ’ οὐ περιέχεται πνεῦμα, δῆλον ἐκ τῆς τομῆς. <lb/>φαίνεται γὰρ εἰ
						τμηθείη τὸ φλεγμαῖνον, αἷμα μὲν ἐκχεόμενον <lb/>πάμπολυ καὶ τὸ χωρίον ὅλον ἐναργῶς
						αἵματος μεστὸν, ὥσπερ <lb/>οἱ διάβροχοι σπόγχοι, πνεῦμα δὲ οὔτ’ εὐθὺς ἐκπῖπτον οὔτ’
						<lb/>αὖθις. ἀλλὰ καὶ ἡ χροιὰ μόνη τοῦ αἵματος οἰκεία τε ἅμα <lb/>καὶ ἀχώριστος. οὐδὲ γὰρ
						ἄλλο τῶν ἐν τῷ σώματι μορίων <lb/>ἢ χυμῶν ἐρυθρὸν, πλὴν σαρκός τε καὶ αἵματος. ἀλλ’ οὔτε
						<lb/>πολυσαρκία ἐστὶ τὸ πάθημα τῆς φλεγμονῆς, καὶ εἴπερ συσταίη <lb/>ποτὲ πολυσαρκία
						κατὰ τὸ σῶμα μόνη, χωρὶς αἵματος πλήθους, <lb/>ὁ μὲν ὄγκος μείζων γίνεται τοῦ κατὰ
						φύσιν, ἡ χροιὰ <lb/>δὲ ἐν ὅροις ὑγιεινοῖς διαμένει, μηδὲν τῆς ἀρχαίας ἐξαλλάττουσα
						<lb/>φύσεως. οὐδενὶ γὰρ αὐξανομένῳ κατὰ τὴν οὐσίαν <lb/>ἐπιτείνεται τὸ πρόσθεν χρῶμα.
						οὕτω γὰρ ἂν ἥ τε χιὼν ἐγίνετο <lb/>λευκοτέρα καὶ ἡ πίττα μελαντέρα καὶ ὁ χρυσὸς
						ξανθότερος. <lb/>ἕτερον οὖν ἐστι προφανῶς αὔξησις οὐσίας ἀλλοιώσεως. <lb/>αὐξάνεται μὲν
						γὰρ κατὰ τὸ ποσὸν, ἀλλοιοῦται δὲ <lb/>κατὰ τὸ ποιόν. ἔστι δέ που καὶ τὸ χρῶμα ποιᾶς
						οὐσίας, οὐ <pb n="709"/> ποσῆς γνώρισμα. διὰ ταῦτα μὲν οὖν πολυσαρκία ἕτερον
						<lb/>φλεγμονῆς, δι’ αὐτὰ δὲ ταῦτα πλεονάζειν ἄν τις ἐν αὐτῇ τὸν <lb/>τοῦ αἵματος
						ὑπολάβοι χυμόν. ἀλλὰ καὶ μεθ’ ἑλκῶν ἐνίοτε <lb/>μέγισται γίνονται φλεγμοναὶ, καὶ
						φαίνεταί τις ἐκρέων ἰχὼρ <lb/>ὑδατώδης λεπτὸς, αἱματώδους φαινομένου τοῦ πέριξ χωρίου.
						<lb/>ἀναγκαῖον οὖν ἐν τῷδε τὴν πύκνωσιν τῆς σαρκὸς, ἣν ἐν τοῖς <lb/>κατὰ τὸ τραῦμα
						πέρασιν ἑαυτῇ ἐπεκτήσατο, συμμετρίας εἰς <lb/>τοσοῦτον ἥκειν, ὡς διεκπίπτειν
						ἐπιτρέπουσαν τοῖς <milestone unit="ed1page" n="354"/>ἰχῶρσιν, <lb/>ἐναποστέγειν δ’ ἔνδον
						ἑαυτῆς τὸ αἷμα. καὶ μὴν ὅσον <lb/>αἵματος ἰχὼρ λεπτομερέστερός ἐστι, τοσοῦτον ἢ καὶ
						πλέον <lb/>ἔτι παχυμερέστερος ὑπάρχει πνεύματος. ὥστε εἴπερ ἡ κατὰ <lb/>τὸ τραῦμα σὰρξ
						ἐπιτρέπει ἐκπίπτειν τοῖς ἰχῶρσιν, ἐπέτρεπεν <lb/>ἂν δήπου τῷ πνεύματι. κενωθέντος δὲ
						ἅπαξ αὐτοῦ, καθίστατο <lb/>ἂν εὐθέως καὶ ὁ τῆς φλεγμονῆς ὄγκος. ἀμέλει καὶ φαίνεται
						<lb/>γιγνόμενον οὕτως ἐν οἷς ἂν μορίοις ὄντως ἀθροισθῇ τὸ <lb/>πνεῦμα. τμηθέντων γὰρ
						αὐτῶν αὐτίκα συστέλλεται πᾶς <lb/>ὄγκος. ἀλλὰ καὶ ἡ γένεσις αὐτῆς τῆς ἐπὶ τραύμασι
						γενομένης <lb/>φλεγμονῆς μαρτυρεῖ. ἐν ἀρχῇ μὲν γὰρ ἔτι νεοτρώτων <lb/>ὄντων ἐκπίπτει
							<milestone unit="ed2page" n="314"/>πλῆθος αἵματος· ἴσχεται δ’ ﻿<pb n="710"/> αὖθις
						ἤτοι ψυξάντων ἡμῶν, ἢ αὐτομάτως ὑπὸ τοῦ περιέχοντος <lb/>ψυχθέν. ἀλλὰ καὶ πιλησάντων
						ἡμῶν ταῖς χερσὶν ἢ ἐπιδησάντων, <lb/>ἴσχεται κωλυόμενον ἐκρεῖν. εἶτ’ ἐν τοῖς στόμασι
						<lb/>τῶν διῃρημένων ἀγγείων ἰσχόμενόν τε καὶ φραττόμενον πιλοῦταί <lb/>τε καὶ πήγνυται,
						παραπλήσιόν τι πάσχον θρόμβῳ, <lb/>πλὴν ὅτι θρόμβος μὲν ἀθρόα τοῦ αἵματός ἐστι πῆξις
						αἰσθητὴ, <lb/>τὸ δ’ ἐπὶ τῶν ἑλκῶν γιγνόμενον οὐκέτ’ ἀθρόως, ἀλλὰ κατὰ <lb/>σμικρὰ καὶ
						πολλὰ πέρατα τῶν διῃρημένων ἀγγείων ἵστησι <lb/>καὶ παχύνει τὸ αἷμα. ὅταν οὖν ἅμα μὲν
						τοῦτο παχύτερον, <lb/>ἅμα δὲ τῶν ἀγγείων τὸ πέρας γένηται στενότερον, ἴσχεται <lb/>μὲν
						ἤδη τὸ αἷμα, διεκπίπτουσι δὲ ἰχῶρες. ταῦτα πάντα <lb/>τεκμήρια μέγιστα τοῦ πληθύνειν ἐν
						τοῖς φλεγμαίνουσι μορίοις <lb/>τὸ αἷμα. θερμότερον μὲν οὖν ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν ἐν τοῖς
						<lb/>οὕτω διακειμένοις, οὐ μὴν τοσοῦτον θερμότερον, ὡς μόνῃ <lb/>τῇ χύσει τηλικοῦτον
						ἐργάσασθαι τὸν ὄγκον. πολλὰ δ’ ἂν εἴη <lb/>σοι καὶ τὰ τοῦδε τεκμήρια. πρῶτον μὲν οἱ
						διακαέστατοι τῶν <lb/>πυρετῶν· ὅσον γὰρ ἐπὶ τούτων ἡ θερμασία σφοδροτέρα τῆς <lb/>κατὰ
						τὰ φλεγμαίνοντα μόριά ἐστι, τοσοῦτον τὸν ὄγκον ἐχρῆν <pb n="711"/> εἶναι μείζονα.
						δεύτερον δὲ τεκμήριον ἐκ τῆς τοῦ αἵματος οὐσίας· <lb/>οὐ γὰρ ὥσπερ πίττα καὶ ῥητίνη καὶ
						κηρὸς ὑπὸ ψύξεως <lb/>πέπηγεν, ἀλλ’ ἔστιν ἀεί τε καὶ φύσει θερμότερον. ἐκείνοις <lb/>μὲν
						οὖν θερμαινομένοις εἰς τοὐναντίον ἡ μετάστασις· αἵματι <lb/>δὲ κατὰ φύσιν ὑπάρχοντι
						θερμῷ γένοιτο μὲν ὀλίγῳ τινὶ <lb/>ὁ μείζων ὄγκος, οὐ μὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ἐξαίρουσιν
						αἱ <lb/>φλεγμοναὶ τὰ πάσχοντα μόρια. καίτοι γε πίττα καὶ ῥητίνη <lb/>καὶ κηρὸς, εἰς
						τοσαύτην ἀφικνούμενα θερμασίαν, εἰς ὅσην <lb/>ἥκει τὰ φλεγμαίνοντα, βραχὺ τοῦ ἐξ ἀρχῆς
						ἐπαύξεται. καί <lb/>σοι καὶ τοῦτό ἐστι τεκμήριον ἕτερον ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις οὐ
						<lb/>σμικρὸν τοῦ τὸν ὄγκον τῶν φλεγμαινόντων μορίων μὴ διὰ <lb/>μόνην γίνεσθαι τὴν
						χύσιν. ὀλίγη μὲν γάρ ἐστιν ἡ κατὰ θερμασίαν <lb/>ἀλλοίωσις τοῦ αἵματος, οὐκ ὀλίγῳ δὲ
						μείζων ὁ ὄγκος. <lb/>ἱκανὸν δὲ τεκμήριον ἔστω σοι καὶ αὐτὸ τὸ φαινόμενον. οὐ <lb/>γὰρ
						ὥσπερ ἡ ῥητίνη καὶ ἡ πίττα καὶ ὁ κηρὸς θερμαινόμενα <lb/>σφοδρότερον ἐπιπλεῖστον ἥκουσι
						χύσεως, οὕτω καὶ τὸ αἷμα· <lb/>φυλάττει δὲ, κᾂν ἐπὶ πυρὸς ἕψηται, τὸν ἔμπροσθεν ὄγκον,
						<lb/>ἢ οὐδ’ ὅλως ἢ παντάπασιν ἐλάχιστον εἰς μέγεθος ἐξαιρόμενον. <pb n="712"/> εἴρηται
						δέ μοι καὶ πρόσθεν, ὅτι ψυχομέναις ταῖς φλεγμοναῖς <lb/>οὐκ ἀεὶ καθίστασθαι συμβαίνει.
						τὴν γὰρ ἀκμάζουσάν τε καὶ <lb/>μεγάλην, ἐφ’ ἧς ἐσφήνωται τὸ ῥεῦμα, κᾂν ἐπὶ πλέον ψύξῃς,
						<lb/>οὐ καθαιρήσεις τὸν ὄγκον, ἀλλὰ πελιδνὸν ἐργάσῃ τὸ μέρος <lb/>καὶ ψυχρὸν, εἰς
						σκίῤῥον τε μεταστήσεις τὸ πάθος. εὐκολώτατα <lb/>δὲ πρὶν μὲν σφηνωθῆναι τὸ ῥεῦμα τοῖς
						ψύχουσί τε καὶ <lb/>στύφουσιν ἀναστέλλεται, καὶ μάλισθ’ ὅταν ὀλίγον ᾖ· δυσλύτως <lb/>δὲ
						ἔμπροσθεν ἐμπλασθὲν, ὑπὸ μὲν τῶν στυφόντων καὶ ψυχόντων <lb/>οὐδὲν ὀνίναται, κενωθῆναι
						δὲ δεῖται. ἐξεύρηται τοιγαροῦν <lb/>τηνικαῦτα τοῖς ἰατροῖς οὐ μόνον τοῖς θερμαίνουσι
						διαφορεῖν, <lb/>ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τι τοῦ αἵματος αἰσθητῶς ἐκκενοῦν, ἀμυχὰς <lb/>εἰς τὸ
						δέρμα ποιούντων. πάντα ταῦτα οὖν μεγάλα γνωρίσματα <lb/>τοῦ πεπληρῶσθαι τὸ φλεγμαῖνον
						αἱματώδους χυμοῦ. <lb/>θερμὸν δὲ ἀμέτρως οὐκ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ γίνεται,
						<lb/>διὰ τὴν ἔμφραξιν ἁπάντων τῶν πόρων ἰσχομένης τῆς <lb/>ἀρχαίας ἀναπνοῆς. ἀναγκαῖον
						οὖν δήπου καὶ σήπεσθαι <lb/>χρονίζοντι τῷ αἵματι. πάντα γὰρ ὅσα θερμὰ καὶ ὑγρὰ σώματα,
						<lb/>κατὰ θερμὸν ἀθροιζόμενα τόπον ἑτοίμως σήπεται, <pb n="713"/> μήτε κενούμενα μήτε
						ἐμψυχόμενα, <milestone unit="ed2page" n="315"/>ὥστε καὶ ἡ ἐκ τῆς <lb/>σηπεδόνος αὐτοῦ
						προέρχεται θερμότης, ἐφ’ ᾗ πρόσθεν εἶχεν. <lb/>ὅτι μὲν οὖν ἐν τοῖς ἀγγείοις αἷμα πλεῖον
						ἤθροισται κατὰ τὰ <lb/>φλεγμαίνοντα μόρια, τοῖς ὄγκοις αὐτῶν τεκμαρτέον, οὐχ <lb/>ἥκιστα
						δὲ καὶ τῷ φαίνεσθαι φλέβας ἐν αὐτοῖς ἀοράτους ἔμπροσθεν <lb/>οὔσας ὑπὸ σμικρότητος, οὐ
						γεννηθείσας δήπου κατὰ <lb/>τὴν φλεγμονὴν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πληρωθῆναι τοῦ αἵματος εἰς
						μέγεθος <lb/>ἀρθείσας τοσοῦτον, ὡς αἰσθητὰς γενέσθαι. μάλιστα <lb/>δὲ ἐν ὀφθαλμοῖς
						φαίνεται τοῦτο συμπῖπτον καὶ πόσθῃ καὶ <lb/>τιτθοῖς. ὅτι δὲ καὶ ἡ σύμπασα φαίνεται σὰρξ,
						ἧς ἤδη καὶ <lb/>μάλιστα πάθος ἐστὶν ἡ φλεγμονὴ, πληροῦσθαι ῥεύματος αἱματώδους, <lb/>ἥ
						τε χροιὰ καὶ ὁ ὄγκος αὐτὸς ἐνδείκνυται. διὰ <lb/>τοῦτο δὲ καὶ ὑγρὰ πᾶσα καὶ διάβροχος
						ὥσπερ ἔριον καὶ <lb/>σπόγγος φαίνεται, καὶ τούτῳ μαρτυροῦσι καὶ οἱ ἐκρέοντες
						<lb/>ἰχῶρες, ἐπειδὰν ἔχῃ στόμιον ἡ φλεγμονή. εἰκότως δὲ, οἶμαι, <lb/>καὶ τὸ δέρμα σὺν
						τοῖς ὄγκοις τῶν ὑποκειμένων ἐξαίρεται καὶ <lb/>περιτείνεται, καὶ τῷ χρόνῳ δὲ δέχεται καὶ
						αὐτὸ τοῦ ῥεύματος, <lb/>ὥσπερ καὶ οἱ τῶν ἀγγείων χιτῶνες. οὕτω δὲ καὶ οἱ <pb n="714"/>
						ὑμένες οἱ κατὰ τὸ φλεγμαῖνον μέρος, ἔτι δὲ καὶ τὰ νεῦρα <lb/>καὶ οἱ τένοντες ἀπολαύουσιν
						ἐν τῷ χρόνῳ τῆς φλεγμονῆς, <lb/>ἐνίοτε μέν τοι τρωθέντων αὐτῶν ἢ καὶ ἄλλως παθόντων,
						<lb/>ἐξ αὐτῶν ἐκείνων πρῶτον ἄρχεται τὸ κακόν. ὅλως δὲ οὐδὲν <lb/>τῷ φλεγμαίνοντι μορίῳ
						κατὰ φύσιν ἔχον ἀκριβῶς διαμένει <lb/>χρονιζούσης τῆς φλεγμονῆς, ἀλλὰ συναπολαύει τῇ
						<lb/>σαρκὶ πάντα τοῦ ῥεύματος, ὥστ’ ἐνίοτε καὶ τῶν ὀστῶν <lb/>ἅπτεται, ἐν γοῦν τῷ κατὰ
						φύσιν ἔχειν χαλαρόν τέ <lb/>πασχόντων. ἐν γοῦν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν χαλαρόν τέ <lb/>ἐστι
						τὸ δέρμα τοῖς γε μὴ παχέσιν, ἥ τ’ ἐν τῷ μεταξὺ χώρα <lb/>κενὴ, καθ’ ἧς ἐπιπέπτωκεν·
						ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ κατὰ τὴν <lb/>σάρκα χῶραι, περὶ ὧν ἐπὶ πλέον ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς
						ἐγχειρήσεσι <lb/>λέλεκται, κεναὶ πᾶσαι τυγχάνουσιν οὖσαι, καὶ μάλιστά <lb/>γε αἱ περὶ
						τὰς ἀρτηρίας ἐν κύκλῳ ταῖς διαστολαῖς <lb/>αὐτῶν ἀνακείμεναι· κατὰ δὲ τὰς φλεγμονὰς
						ἅπασαι πληροῦνται <lb/>τοῦ αἵματος, ἐκ μὲν τῶν ἀγγείων διιδρουμένου <lb/>κατὰ τοὺς
						χιτῶνας αὐτῶν, ἐν παντὶ δὲ μορίῳ τῆς σαρκὸς <lb/>ἀναμιγνυμένου δροσοειδῶς. </p></div><pb n="715"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅταν δὲ ἐν τῷ χρόνῳ κρατήσῃ μὲν ἡ φύσις, <lb/>πεφθῇ δὲ σύμπαν τὸ ῥεῦμα, καὶ γένηται
						πύον, ἐκτὸς ὠθεῖται <lb/>τῆς σαρκὸς, ὑπὸ τῆς ἐν αὐτῇ δυνάμεως ἀποκριτικῆς τῶν
						<lb/>ἀλλοτρίων. ἔνθα μὲν οὖν ἤτοι πόρος ἐστὶ φυσικὸς ἀξιόλογος, <lb/>οἷον ὀχετός τις
						ἐκροῆς περιττωμάτων παρεσκευασμένος, <lb/>ἢ αὐτὸ τὸ χωρίον ἐνταῦθα ἀραιὸν, τοῦ πύου τὸ
						μέν τι διαπνεῖται, <lb/>τὸ δὲ αἰσθητῶς ἐκρεῖ· ἔνθα δὲ περίκειται τὸ δέρμα <lb/>πυκνὸν
						καὶ σκληρὸν, οἷον τὸ ἔξωθεν ἡμῶν ἐστιν, ἴσχεται <lb/>ἐνταῦθα τὸ πύον, ἀφίστησί τε τῆς
						ὑποκειμένης αὐτῷ σαρκὸς, <lb/>εἶτα καὶ διαβιβρώσκει τῇ δριμύτητι καὶ διεξέρχεται πρὸς
						τοὐκτὸς, <lb/>εἰ μή τις φθάσῃ σχάσας αὐτό. κρατηθείσης δὲ τῆς φύσεως <lb/>ὑπὸ τοῦ
						ῥεύματος, οὐκέτι εἰς πύον, ἀλλ’ εἰς <milestone unit="ed1page" n="355"/>ἀλλόκοτόν
						<lb/>τινα μεταβολὴν ἄλλοτε ἀλλοίαν ἀφικνεῖται τὸ αἷμα. <lb/>καλεῖται δὲ κοινῇ μὲν
						σύμπαντα τὰ τοιαῦτα πρὸς τῶν πλείστων <lb/>ἰατρῶν ἀποστήματα, καὶ μάλισθ’ ὅσα διὰ βάθους
						ἔνδον <lb/>ἐστίν· ἔνιοι δὲ οὐχ ἅπαντα προσαγορεύειν οὕτω δικαιοῦσιν, <lb/>ἀλλ’ ἐκεῖνα
						μόνον, ὅσα τὴν ἀλλοίωσιν εἰς διαφθορὰν ἑτέραν <lb/>τινὰ, οὐκ εἰς τὸ συνηθές τε καὶ
						χρηστὸν ἴσχει πύον. ὡς τά γε <pb n="716"/> ἐκπυΐσκοντα ἅπαντα <milestone unit="ed2page" n="316"/>τινὲς μὲν ἐμπυήματα προσαγορεύουσιν, <lb/>ἔνιοι δὲ διαπυήματα, καθάπερ καὶ
						αὐτὸ ἐκπυΐσκειν, <lb/>καὶ διαπυΐσκειν· ἔνιοι δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ὅταν ἐν σπλάγχνῳ
						<lb/>γένηταί τι τοιοῦτον, ἐκεῖνο μόνον ἐμπύημα προσαγορεύουσι, <lb/>καὶ τοὺς οὕτω
						πάσχοντας ἐμπύους· ἄλλοι δ’ αὖ τινες ἰατροὶ <lb/>μόνους ἐκείνους ὀνομάζειν ἐμπύους
						δικαιοῦσιν, οἷς ἤθροισται <lb/>πύον ἐν τῇ μεταξὺ θώρακός τε καὶ πνεύμονος χώρᾳ. τῶν
						<lb/>μὲν οὖν ὀνομάτων, ὅπερ ἀεί μοι λέλεκται, φροντίζειν χρὴ τοσοῦτον, <lb/>ὡς
						ἑρμηνεύεσθαι σαφῶς τὸ δηλούμενον· αὐτὰ δὲ <lb/>τὰ πράγματα, περὶ ὧν ὁ λόγος, εὑρίσκειν
						οὕτως σπουδαστέον, <lb/>ὡς μηδὲν ἐξ αὐτῶν διαλάθοι. σύμπαντα γὰρ ταῦτα
						<lb/>παρασκευαστικὰ πρὸς τὴν θεραπευτικήν εἰσι μέθοδον, ἐν ᾗ <lb/>τὰς διαθέσεις, οὐ τὰς
						προσηγορίας αὐτῶν ἰώμεθα. τούτων <lb/>τοίνυν ἀεὶ μεμνημένους ἐπὶ τὰ λείποντα αὖθις τῶν
						πραγμάτων <lb/>ἰτέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ὅταν ἀποδείρῃ τὰ σώματα τὸ πύον, ἀποστήσῃ <lb/>τε καὶ διαστήσῃ τῶν ὑποκειμένων τὰ
						περιέχοντα, κᾄπειτα <lb/>κενωθέντος αὐτοῦ καθ’ ὁντιναοῦν τρόπον, ἀδυνατήσει <lb/>τὰ
						διαστάντα τὴν ἀρχαίαν ἀπολαβεῖν κατάστασιν, ὀνομάζεται <pb n="717"/> τὸ πάθος κόλπος. εἰ
						δὲ μὴ ταχέως τις αὐτὸν θεραπεύσῃ, <lb/>τυλοῦται καὶ σκληρὸς γίνεται τῷ χρόνῳ, καὶ οὐχ
						οἷός τέ ἐστι <lb/>κολλᾶσθαι τοῖς ὑποκειμένοις αὐτῷ. προστέλλεται μέντοι ξηρανθεὶς
						<lb/>ὑπό τε φαρμάκων καὶ διαίτης, ὡς δοκεῖν ὑγιὲς ἀμέμπτως <lb/>ὑπάρχειν τὸ μόριον. εἰ
						μὲν δὴ διὰ παντὸς ἀκριβῶς τις <lb/>διαιτώμενος, ὑγιεινὸν ἀληθῶς ἔχει καὶ ἀπέριττον τὸ
						σῶμα, <lb/>προσεσταλμένος ὁ κόλπος μένει· περιττώματος δέ τινος ὑποτραφέντος, <lb/>αὖθις
						πληροῦται καὶ γίνεται πάλιν ὅ περ ἐξ ἀρχῆς <lb/>ἦν ἀπόστημα· καὶ αὖθίς γε, δεόντως
						ἰωμένων, ἐκκενοῦται <lb/>καὶ ξηραίνεται καὶ προστέλλεται, καὶ ἀεὶ πολὺ ῥᾴονα <lb/>ἅπαντ’
						αὐτῷ γίνεται ταῦτα τῶν ἐξ ἀρχῆς ἀποστάντων. οὔτε <lb/>γὰρ ὀδυνᾶται διασπώμενα τὰ μόρια,
						διέστηκε γὰρ ἤδη· καὶ <lb/>πληροῦται τάχιστα, ῥᾳδίως ὑποδεχομένου τοῦ κόλπου τὸ
						<lb/>ῥεῦμα· καὶ δὴ καὶ κενοῦται ταχέως, ὡδοποιημένων αὐτῷ τῶν <lb/>ἐκροῶν, ὡς ὅταν γε
						κολληθῶσιν αὐτὰ, πάλιν ὀδυνῶνται, <lb/>ῥηγνυμένου τοῦ ἀποστήματος. οὐ μόνον δὲ ἐκ
						φλεγμονῆς ἡ <lb/>γένεσις τοῖς ἀποστήμασιν, ἀλλὰ καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνίοτε δι’ <pb n="718"/> ἄλλον χυμὸν ὁντιναοῦν ἀποδέροντα τῷ χρόνῳ καὶ ἀφιστάντα <lb/>τῶν ὑποκειμένων
						τὰ περιέχοντα. καὶ τοίνυν καὶ τμηθέντων, <lb/>παντοίαν ἰδέαν ὑγρῶν τε καὶ στερεῶν
						σωμάτων ἐντὸς ἔχοντα <lb/>φαίνεται. καὶ γὰρ βορβόρῳ, καὶ οὔρῳ, καὶ θρόμβῳ καὶ <lb/>χυλῷ
						μελιτώδει, καὶ μυξώδει, καὶ ὀστοῖς, καὶ λίθοις, καὶ <lb/>πώροις, ὄνυξί τε καὶ θριξὶν, ἐν
						ἀποστήμασιν εὑρίσκεται <lb/>παραπλήσια σώματα, καὶ μὴν καὶ ζῶα πολλάκις εὕρηνται,
						<lb/>σχεδὸν ἅπασι τοῖς ἐκ σηπεδόνος ἔχουσι τὴν γένεσιν <lb/>ὁμοιότατα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἔστι δὲ καὶ ἡ σύριγξ ὀνομαζομένη στενὸς <lb/>καὶ προμήκης κόλπος, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις
						κόλποις προστελλομένη <lb/>τε καὶ αὖθις ἀφισταμένη δι’ ἐπιῤῥοὴν περιττωμάτων, <lb/>ὥσπερ
							<milestone unit="ed2page" n="317"/>ἐκεῖνοι. ἀθερώματα δὲ καὶ στεατώματα καὶ
						<lb/>μελικηρίδας, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα, τινὲς μὲν ἐν τοῖς ἀποστήμασι <lb/>τίθενται, τινὲς
						δὲ εἰς ἕτερον γένος. εὔδηλος δὲ καὶ ἡ <lb/>τούτων φύσις ἐκ τῶν ὀνομάτων. ἀθέρᾳ μὲν γάρ
						τι παραπλήσιον <lb/>ἐν τοῖς ἀθερώμασιν εὑρίσκεται· μέλιτι δὲ ἐν τοῖς μελικηρίσι·
						<lb/>στέατι δὲ ἐν τοῖς στεατώμασιν. ὡς τὸ πολὺ δὲ χιτών <pb n="719"/> τις ὑμενώδης
						ἅπαντα τὰ τοιαῦτα περιέχει. ταῦτά τε οὖν <lb/>ἅπαντα παρὰ φύσιν ὄγκοι, καὶ πρὸς τούτοις
						ἄνθρακες, καὶ <lb/>γάγγραιναι, καὶ ἕρπητες, ἐρυσιπέλατά τε καὶ σκίῤῥοι, καὶ
						<lb/>οἰδήματα, καὶ καρκῖνοι, καὶ πνευματώσεις, ὑπὲρ ὧν οὐδ’ <lb/>αὐτῶν ἀγνοεῖν χρὴ τὸν
						ἰατρὸν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπισκέπτεσθαι <lb/>τήν τε γένεσιν ἑκάστου καὶ τὴν οὐσίαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Αἱ μὲν δὴ γάγγραιναι καὶ οἱ ἄνθρακες, <lb/>ἐπειδὰν οἷον ζέσαν τὸ αἷμα ἐγγύς τε τῆς
						φλεγμονῆς διακαύσῃ <lb/>τὸ δέρμα. ταῦτ’ ἄρα καὶ σὺν ἐσχάρᾳ γίγνονται, καὶ φλύκταιναι
						<lb/>προηγοῦνται τοῦ ἕλκους, ὥσπερ ἐν τοῖς πυρικαύστοις, <lb/>ὀξύτατόν τε πυρετὸν
						ἐπιφέρουσι, καὶ κίνδυνον ὑπόγυιον ἀμφὶ <lb/>τῇ ζωῇ. μέλαινα δὲ τοὐπίπαν καὶ τεφρώδης ἡ
						ἐσχάρα φαίνεται <lb/>τοῦ τῶν ἀνθράκων ἕλκους, οὐ μὴν οὐδ’ ἡ χροιὰ τῆς <lb/>πέριξ
						φλεγμονῆς ὁμοίως ταῖς ἄλλαις ἐρυθρά ἐστιν, ἀλλ’ ἐπὶ <lb/>τὸ μελάντερον ῥέπει, τρόπον
						ἕτερον τῶν ἐκχυμωθέντων, ἢ <lb/>ὑπὸ κρύους καταψυχθέντων· οὐ σφοδρῶς γὰρ πελιδνὸς,
						<lb/>ὥσπερ ἐπ’ ἐκείνοις ὁ ὄγκος, ἀλλ’ ἔχει τι καὶ στίλβον, οἷον <lb/>ἡ ἄσφαλτός τε καὶ ἡ
						πίττα. τοιαύτη δέ ἐστι καὶ ἀκριβὴς ﻿<pb n="720"/> μέλαινα χολή. καὶ τοίνυν καὶ ἡ
						κακοήθεια τῶν ἐν τοῖς ἄνθραξιν <lb/>ἑλκῶν ἐντεῦθέν ἐστιν. ἔοικε γὰρ ἤτοι γε ἐξ ἀρχῆς
						<lb/>εὐθέως, ἢ ὑπεροπτώμενον ἐν τῇ ζέσει τὸ αἷμα μελαγχολικὸν <lb/>γίνεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Χωρὶς δὲ τοῦ ζεῖν ἡ μέλαινα χολὴ τοὺς καρκίνους <lb/>ἐργάζεται, καὶ ἢν δριμυτέρα τύχῃ,
						μεθ’ ἕλκους. ταῦτ’ <lb/>ἄρα καὶ μελάντεροι τῇ χροιᾷ τῶν φλεγμαινόντων εἰσὶ, καὶ
						<lb/>ἥκιστα θερμοί. πληροῦνται δὲ αἱ φλεβὲς ἐπ’ αὐτῶν καὶ τείνονται <lb/>μᾶλλον ἢ ἐν
						ταῖς φλεγμοναῖς. ἧττον γὰρ ἐκπίπτει <lb/>τῶν ἀγγείων εἰς τὴν πέριξ σάρκα διὰ πάχος ὁ
						γεννῶν τοὺς <lb/>καρκίνους χυμός. οὐ μὴν οὐδὲ ἐρυθραὶ καθάπερ ἐν ταῖς <lb/>φλεγμοναῖς αἱ
						φλέβες εἰσὶν, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ κατὰ τὸν λυποῦντα <lb/>χυμόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἕπεται δὲ ταῖς μεγάλαις φλεγμοναῖς ἡ <lb/>καλουμένη γάγγραινα, νέκρωσίς τε οὖσα τοῦ
						πάσχοντος <lb/>μορίου. κᾂν μὴ διὰ ταχέων τις αὐτὴν ἰάσηται, νεκροῦται <lb/>ῥᾳδίως τὸ
						παθὸν οὕτω μόριον, ἐπιλαμβάνει τε τὰ <lb/>συνεχῆ καὶ ἀποκτείνει τὸν ἄνθρωπον. ἐπειδὰν
						γὰρ ἰσχυρῶς <lb/>φραχθῇ κατὰ τὰς μεγίστας φλεγμονὰς τά τε στόματα <pb n="721"/> τῶν
						ἀγγείων, οἵ τε πόροι πάντες οἱ κατὰ τὸ δέρμα τῆς κατὰ <lb/>φύσιν ἀποστερούμενοι
						διαπνοῆς, τὰ οὕτω κάμνοντα σώματα <lb/>νεκροῦνται ῥᾳδίως. καὶ πρῶτον μὲν αὐτῶν
						ἀποσβέννυται τὸ <lb/>τῆς χρόας εὐανθὲς, ὃ συνῆν ταῖς φλεγμοναῖς· <milestone unit="ed2page" n="318"/>ἔπειθ’ <lb/>ἡ ὀδύνη καὶ ὁ σφυγμὸς οἴχονται, οὐ πεπαυμένης δή
						που τῆς <lb/>διαθέσεως, ἀλλὰ τῆς αἰσθήσεως νενεκρωμένης. ἀχώριστος <lb/>δὲ φλεγμονῆς
						μεγάλης ὁ σφυγμός. οὕτω δὲ ἐοίκασιν ὀνομάζειν <lb/>οἱ παλαιοὶ τὴν αἰσθητὴν κίνησιν αὐτῷ
						τῷ κάμνοντι τῶν <lb/>ἀρτηριῶν, εἴτε χωρὶς ὀδύνης, εἴτε καὶ σὺν ταύτῃ γίγνοιτο. <lb/>διὸ
						καὶ προστιθέασί τινες ἐν τοῖς συμπτώμασι τῆς φλεγμονῆς <lb/>τῷ σφυγμῷ τὸ σὺν ὀδύνῃ.
						ταυτὶ μὲν οὖν ἐν ὀνόματι <lb/>τὴν ἀμφισβήτησιν ἔχει, κάλλιον δὲ ἐπίστασθαι τὴν γένεσιν
						<lb/>αὐτῶν καταφρονοῦντα τῆς προσηγορίας. ἐν μὲν δὴ <lb/>τῷ κατὰ φύσιν ἀναίσθητός ἐστιν
						ἡμῖν ἡ κίνησις τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>ἐν δὲ ταῖς φλεγμοναῖς αἰσθητὴ σὺν ὀδύνῃ. πλήττει
						<lb/>γὰρ ἡ ἀρτηρία διαστελλομένη τὰ πέριξ σώματα, καὶ <lb/>πρὸς τῆς πληγῆς ὀδυνώμεθα.
						διὰ τὴν φλεγμονήν. ὅταν δὲ <lb/>καὶ αὐτὸς ὁ χιτὼν ἤδη φλεγμαίνῃ, πλήττουσά τε ἅμα καὶ
							<pb n="722"/> πληττομένη διπλασιάζει τὴν ὀδύνην. περὶ μὲν δὴ τούτων <lb/>αὐτάρκως
						εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Λεκτέον δὲ ἐφεξῆς τὰ χολώδη ῥεύματα. <lb/>νενίκηκε γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅπως τὸ τῶν ἰατρῶν
						ἔθος, ἄν τε χολὴν <lb/>ὀνομάσωμεν ἁπλῶς ἄν τε χολώδη χυμὸν, ἀκούειν ἡμᾶς <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="356"/>τὴν ὠχρὰν καὶ πικρὰν, οὐ τὴν ὀξεῖαν καὶ μέλαιναν.
						<lb/>ἐκείνην γὰρ ἀεὶ μετὰ προσθήκης ὀνομάζουσι, συνάπτοντες τῇ <lb/>προσηγορίᾳ τοῦ χυμοῦ
						τὴν χρόαν. ὅταν οὖν κατασκήψῃ χολῶδες <lb/>ῥεῦμα, τὸ μὲν ἀκριβὲς ἑλκοῖ τὸ δέρμα, τὸ δὲ
						ὑδατώδεσιν <lb/>ἰχῶρσιν ἢ αἵματι συμμιγὲς ἧττόν ἐστι δριμὺ καὶ μᾶλλον <lb/>εἰς ὄγκον
						αἴρει τὸ μέρος ἢ ἑλκοῖ. τουτὶ μὲν οὖν ἐρυσίπελας <lb/>ὀνομάζεται, θάτερος δὲ ἕρπης.
						ἐνδείκνυται δὲ τὸν ἐργασάμενον <lb/>χυμὸν ἥ τε χρόα καὶ ἡ θερμότης τῶν παθῶν. ἐπεὶ δὲ
						<lb/>αὖ καὶ τοῦ δριμέος ὁ μὲν ἧττον, ὁ δὲ μᾶλλον ὑπάρχει τοιοῦτος, <lb/>ἰστέον ἐπὶ μὲν
						τοῦ δριμυτέρου τὸν ἐσθιόμενον ἕρπητα <lb/>συνίστασθαι, οὕτω γὰρ αὐτὸν ὠνόμασεν
						Ἱπποκράτης, ὑπὸ <lb/>δὲ θατέρου τὸν ἕτερον, ᾧ καὶ κεγχρίαν ἔνιοι τῶν μεθ’ Ἱπποκράτην <pb n="723"/> τοὔνομα ἔθεντο, διότι κέγχροις ὁμοίας ἐξοχὰς ἀποτελεῖ <lb/>κατὰ τὸ δέρμα.
						φλέγματι μὲν οὖν μοι δοκεῖ μεμῖχθαι τὸ <lb/>τοιοῦτον ῥεῦμα· τὸ δὲ ἕτερον ἀκριβοῦς εἶναι
						χολῆς. διὰ τοῦτο <lb/>καὶ μετὰ ἀναβρώσεως γίγνεται, τὸ συνεχὲς ἀεὶ τοῦ δέρματος
						<lb/>ἐπιλαμβάνοντος τοῦ πάθους, ὅθεν αὐτῷ καὶ τοὔνομα. <lb/>μιχθέντος δὲ αἵματος ἴσου τῇ
						χολῇ, τὸ πάθος ἀμφοῖν ἐν <lb/>μέσῳ τὴν ἰδέαν ἐστὶ καὶ τὴν φύσιν ἐρυσιπέλατός τε καὶ
						φλεγμονῆς. <lb/>εἰ δὲ πολὺ ἐπικρατοίη τὸ ἕτερον, ἀπὸ τοῦ κρατοῦντος <lb/>ἡ προσηγορία τῷ
						πάθει, κατηγορεῖται δὲ αὐτῷ τὸ μιχθέν. <lb/>ἐρυσίπελας μὲν οὖν φλεγμονῶδες ἐπὶ τῇ ξανθῇ
						κρατούσῃ, <lb/>φλεγμονὴ δὲ ἐρυσιπελατώδης ἐπὶ τῷ κρατοῦντι αἵματι λέγεται.
						<lb/>παραπλήσιος δὲ καὶ ἡ τῶν ἄλλων μίξεων ἑρμηνεία, φλεγμονὴ <lb/>σκιῤῥώδης, καὶ
						σκίῤῥος φλεγμονώδης, οἴδημά τε φλεγμονῶδες <lb/>καὶ οἰδηματώδης φλεγμονή. τέτταρα γὰρ
						ταῦτ’ ἔστι <lb/>συνεχῶς γινόμενα πάθη δι’ ἐπιῤῥοὴν ὑγρῶν, ἐρυσίπελας καὶ <lb/>οἴδημα καὶ
						φλεγμονὴ καὶ σκίῤῥος. ἐρυσίπελας μὲν οὖν, <lb/>ὡς εἴρηται, χολώδους ῥεύματος
						κρατήσαντος· φλεγμονὴ δὲ, <lb/>αἱματώδους· οἴδημα δὲ λεπτοῦ τὴν σύστασιν φλέγματος, <pb n="724"/> ὥσπέρ γε παχέος καὶ γλίσχρου τὸ ἕτερον εἶδος τῶν σκίῤῥων· <lb/>τὸν γὰρ
						ἕτερον ἡ ἰλὺς τοῦ αἵματος ἀπεργάζεται. ἔστι δὲ <lb/>δήπου καὶ αὐτὴ διττὴ, τὸ μὲν ἕτερον
						εἶδος, ὅπερ Ἱππο<milestone unit="ed2page" n="319"/>κράτης <lb/>ὀνομάζει μέλαιναν· τὸ δ’
						ἕτερόν ἐστι μὲν καὶ <lb/>τοῦτο μέλαν, ἰδίαν δὲ ἔχει τὴν προσηγορίαν· ὀνομάζεται γὰρ
						<lb/>μέλαινα χολή. ταύτης μὲν οἱ καρκῖνοι, θατέρου δὲ τοῦ μέλανος <lb/>ἕν τι τῶν σκίῤῥων
						εἶδος ἔγγονον ὑπάρχει. διορίζεται <lb/>δὲ ἀπὸ θατέρου τοῦ φλεγματικοῦ τῇ χρόᾳ. κοινὰ δ’
						ἀμφοῖν <lb/>ὁ μείζων τοῦ κατὰ φύσιν ὄγκος ἀνώδυνός τε καὶ σκληρὸς, ἥ τε <lb/>γένεσις
						ἀμφοτέρων ἐνίοτε μὲν ἐξ ἀρχῆς, ἔστιν ὅτε δὲ ἐκ μεταπτώσεως <lb/>ἤτοι φλεγμονῆς, ἢ
						ἐρυσιπελάτων, ἢ οἰδήματος, <lb/>ἐμψυχθέντων ἀμετρότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐγγὺς δ’ ἐστὶ σκίῤῥου τά τε ἐκχυμώματα <lb/>καλούμενα καὶ τὰ μελάσματα, πρεσβύταις
						μάλιστα συμβαίνοντα <lb/>θλασθεισῶν τῶν φλεβῶν. ἔστι δὲ καὶ τούτων <lb/>ἔνια μὲν, ὡς
						εἴρηται, μέλανα, καὶ μάλιστα γέρουσι γίγνεται <lb/>ταῦτα, διὰ σμικρὰς προφάσεις· ἔνιοι
						δὲ καὶ ἐρυθροὶ <lb/>καὶ μέλανες ἐν τῷ μεταξὺ, τὰ καλούμενα πελιδνά. ﻿<pb n="725"/>
						γίγνεται δ’ ἅπαντα τὰ τοιαῦτα ἐκ τῶν φλεβῶν αἵματος ἐκχεομένου, <lb/>ποτὲ μὲν διὰ τῶν
						χιτώνων θλασθέντων, ἔστι δ’ <lb/>ὅτε ἀναστομωθέντων κατὰ τὸ πέρας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ἀρτηρίας δ’ ἀναστομωθείσης τὸ πάθος <lb/>ἀνεύρυσμα καλεῖται. γίγνεται δὲ τρωθείσης
						αὐτῆς, ἐπειδὰν <lb/>εἰς οὐλὴν μὲν ἀφίκηται τὸ προσκείμενον αὐτῇ δέρμα, μένῃ <lb/>δὲ τῆς
						ἀρτηρίας ἕλκος μήτε συμφυθείσης μήτε συνουλωθείσης <lb/>μήτε σαρκὶ φραχθείσης.
						διαγινώσκεται δὲ τὰ τοιαῦτα <lb/>παθήματα τῶν σφυγμῶν τῶν ἐργασαμένων ἀρτηριῶν, ἀλλὰ
						<lb/>καὶ θλιβομένων ἀφανίζεται πᾶς ὁ ὄγκος, παλινδρομούσης εἰς <lb/>τὰς ἀρτηρίας τῆς
						ἐργαζομένης αὐτὸν οὐσίας, ἣν ἐδείξαμεν ἐν <lb/>ἄλλοις ἅμα λεπτὸν καὶ ξανθὸν εἶναι αἷμά
						τι πνεύματι λεπτῷ <lb/>καὶ πολλῷ συμμιγές. εὐθὺς δὲ καὶ θερμότερόν ἐστι τὸ αἷμα
						<lb/>τοῦτο τοῦ κατὰ τὰς φλέβας καὶ τρωθέντος τοῦ ἀνευρύσματος <lb/>ἐξακοντίζεται
						δυσεπισχέτως. ὑποχωρεῖ μὲν οὖν κᾀν <lb/>τοῖς οἰδήμασιν ἡ ὕλη θλιψάντων τῶν δακτύλων, καὶ
						βοθροῦται <lb/>τὸ μέρος, ἀλλ’ οὔτε σφυγμός ἐστιν ἐν τούτῳ τῷ πάθει, <lb/>καὶ ἡ χροιὰ
						λευκοτέρα, καὶ τὸ οἴδημα πολλῷ πλατύτερόν τε <pb n="726"/> καὶ μεῖζον ἀνευρύσματος, πλὴν
						εἴποτε θρόμβος τις ἐγγενόμενος <lb/>ἐξ ἀνευρύσματος σφάκελον ἐργάζοιτο. καλῶ δ’ οὕτω
						<lb/>τὴν φθορὰν τῶν στερεῶν σωμάτων ἅπασαν, ὡς καὶ τοῖς <lb/>ὀστοῖς ἐγγίνεσθαι, μήτοι γε
						δὴ σαρξὶν, ἢ ἀγγείοις. ἡ δὲ <lb/>γάγγραινα νέκρωσις καὶ αὕτη τῶν στερεῶν σωμάτων, ἀλλ’
						<lb/>οὔτ’ ὀστοῖς ἐπιγίγνεται καὶ ταῖς μεγίσταις ἕπεται φλεγμοναῖς, <lb/>εἶδος μέν τι τῶν
						σφακελῶν ὑπάρχουσα, προσηγορίαν δὲ ἰδίαν <lb/>ἐξαίρετον ἐπὶ τῇ κοινῇ κεκτημένη. ταῦτ’
						οὖν αὐτάρκως διώρισται, <lb/>καὶ λέγειν ἤδη καιρὸς περὶ τῶν μελαγχολικῶν <lb/>ῥευμάτων.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ὅταν δὲ εἰς σάρκα μέλαινα κατασκήψῃ <lb/>χολὴ, δακνώδης μὲν οὖσα διαβιβρώσκει τὸ
						περικείμενον <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="320"/>δέρμα, καὶ ἕλκος ἐργάζεται· μετριωτέρα δὲ ὑπάρχουσα,
						<lb/>τὸν χωρὶς ἑλκώσεως ἀποτελεῖ καρκῖνον. εἴρηται δὲ ἔμπροσθεν <lb/>ὅτι καὶ τὰς φλέβας
						ἐξαίρει μειζόνως τῶν φλεγμονῶν, ὁποῖόν <lb/>τε τὸ εἶδος αὐτῶν τῆς χρόας ἐστίν. οὐ μόνον
						δὲ τὸ καρκινῶδες <lb/>ἕλκος, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ σὺν ὄγκοις τῶν περιεχόντων <lb/>αὐτὰ
						συνίσταται σωμάτων, ἔγγονα σύμπαντα κακοχυμίας, <pb n="727"/> ἤτοι πικροχολίας τινὸς, ἢ
						μελαγχολικῆς, ἢ καί πως ἄλλως <lb/>ἰώδους τε καὶ μοχθηρᾶς ἐκ διαφθορᾶς μείζονος
						ὑποτραφείσης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ὅσα δὲ ἐν αὐτοῖς ἐπινέμεται καὶ τῶν πέριξ <lb/>ἅπτεται διαβιβρώσκοντα τὸ περιέχον ὑγιὲς
						σῶμα, ταῦτα σύμπαντα <lb/>φαγεδαινικὰ προσαγορεύεται· τὰ δ’ ἐξ ἀμφοῖν σύνθετα, <lb/>τοῦ
						τε ἕλκους αὐτοῦ καὶ τοῦ πέριξ ὄγκου, φαγέδαιναν ὀνομάζουσιν. <lb/>ἐπινέμεται μὲν οὖν καὶ
						ὁ ἕρπης ἀναβιβρώσκων τὰ <lb/>πέριξ, ἀλλ’ ἔστι μόνον τοῦ δέρματος ἕλκωσις, ἡ φαγέδαινα
						<lb/>δὲ σὺν τῷ δέρματι καὶ τῶν ὑποκειμένων ἅπτεται. Χειρώνεια <lb/>δὲ καὶ Τηλέφεια
						καλεῖν ἕλκη περιττόν· ἀρκεῖ γὰρ ἅπαντα <lb/>κοινῇ κακοήθη προσαγορεύειν. ἔστι δὲ καὶ ἡ
						ψώρα καὶ ἡ λέπρα <lb/>μελαγχολικὰ πάθη μόνου τοῦ δέρματος, ὡς εἴγε κᾀν ταῖς <lb/>φλεψὶ
						καὶ τῇ σαρκὶ γίγνοιτο, καρκῖνος ὀνομάζεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Μελαγχολικὸν δὲ πάθος καὶ ὁ ἐλέφας ἐστὶ, <lb/>τὴν μὲν πρώτην γένεσιν ἐξ αἵματος ἴσχων
						μελαγχολικοῦ, τῷ <lb/>χρόνῳ δὲ πλείων ἡ μέλαινα γίνεται τοῦ αἵματος, ἡνίκα δυσώδεις
						<lb/>εἰσὶ καὶ ἀπεχθεῖς ἰδεῖν, ἐνίοις δὲ αὐτῶν καὶ ἕλκη συμπίπτει. <pb n="728"/> τοῦτο τὸ
						πάθος ἀρχόμενον ὀνομάζουσι σατυριασμὸν, <lb/>ἐπειδὴ τοῖς σατύροις ὅμοιοι γίγνονται τὸ
						πρόσωπον. ἔνιοι δὲ <lb/>τὰς κατὰ τοὺς κροτάφους ἐξοχὰς ὀστώδεις οὕτω καλοῦσι.
						<lb/>γίγνονται δὲ καὶ κατ’ ἄλλα μόρια τοιαῦται τῶν ὀστῶν ἐξοχαὶ, <lb/>καὶ καλοῦσιν αὐτὰς
						ἐξοστώσεις ἔνιοι, καθάπερ καὶ τὰς κατὰ <lb/>φύσιν ἐντάσεις τῶν αἰδοίων μὴ καθισταμένας
						τινὲς ὀνομάζουσι <lb/>σατυριασμὸν, τινὲς δὲ πριαπισμόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ἔστι δὲ καὶ ὁ ἀχὼρ ἕλκος μικρὸν ἐν τῷ <lb/>δέρματι τῆς κεφαλῆς, εἰκάσαις δὲ αὐτὸ
						φλέγματος ἁλμυροῦ <lb/>καὶ νιτρώδους ἔκγονον ὑπάρχειν. ἐκρεῖ γοῦν αὐτοῦ τις ἰχὼρ
						<lb/>οὔθ’ ὑδατώδης ἁπλῶς οὔτ’ ἤδη παχὺς ὥσπερ τὸ μέλι, καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς κηρίοις
						ὀνομαζομένοις. καὶ γὰρ καὶ ταῦτα σὺν <lb/>ὄγκῳ τινὶ καὶ κατατρήσεσι πλείοσι <milestone unit="ed1page" n="357"/>γίγνεται, μελιτώδους <lb/>ἐκρέοντος ὑγροῦ. μικρὸς δὲ καὶ
						τούτων ὁ ὄγκος, ἀλλ’ οὐκ <lb/>εἰς τοσοῦτον εἰς ὅσον ἀχῶρος. ἔτι δὲ καὶ τούτων ὄγκοι
						μικρότεροι <lb/>παρὰ φύσιν ἐπὶ τοῦ δέρματος γεννῶνται, μυρμηκίαι <lb/>τε καὶ
						ἀκροχορδόνες τε καὶ ψύδρακες, ἐπικνυκτίδες τε, ἅπασι <lb/>γνώριμα πάθη. γνώριμος δ’
							<milestone unit="ed2page" n="321"/>οὐχ ἥκιστα καὶ ὁ δοθιήν <pb n="729"/> ἐστιν,
						ἐπιεικὴς μὲν ὑπάρχων, ὅτε ἐν αὐτῷ μόνῳ συνίσταται <lb/>τῷ δέρματι, κακοήθης δὲ, ὅταν ἐκ
						πλείονος ἀνίσχηται βάθους. <lb/>ἔοικε γὰρ οὕτως φύματι, καὶ τῇ σκληρότητι μόνον
						<lb/>διήνεγκε φύματος ὁ τοιοῦτος δοθιήν. ἔστι δ’ ἄμφω τὰ πάθη <lb/>φλεγμονώδη. καὶ
						τρίτον ἐπ’ αὐτοῖς ὁ βουβὼν, καὶ τέταρτον <lb/>ὅπερ ὀνομάζουσιν ἔνιοι φύγεθλον, θερμότητι
						ἅμα καὶ τάχει <lb/>γενέσεως ἀφορίζοντες τῶν ἄλλων φυμάτων. εἰσὶ δὲ καὶ οἱ <lb/>κατὰ
						βουβῶνας καὶ μασχάλας μόνας γίνεσθαι φύγεθλα λέγοντες, <lb/>φλεγμονὰς ὑπάρχοντα τῶν
						ἀδένων. τῶν τῇδε σκιῤῥωθέντων <lb/>τὸ δὲ πάθος ὀνομάζεται χοιρὰς, ὥσπέρ γε καὶ <lb/>τῶν
						ὄρχεων σκιῤῥωθέντων ὄνομα τῷ νοσήματι σαρκοκήλην <lb/>ἔθεντο, καθάπερ ὅταν ὑγρὸν
						ὑδατῶδες ἐν τοῖς περὶ τὸν ὄρχιν <lb/>ἀθροίζηται χιτῶσιν, ὑδροκήλην καλοῦσιν, ἐπιπλοκήλην
						τε <lb/>καὶ ἐντεροκήλην, καὶ πρὸς τούτων ἔτι τὸ σύνθετον ἐξ ἀμφοῖν, <lb/>μᾶλλον τοῦ
						δέοντος πεπλεγμένον, ἐντεροεπιπλοκήλην, νεωτέρων <lb/>ἰατρῶν ὄνομα, τῶν καὶ σύμπαντας
						τοὺς κατὰ τῶν ὄρχεων <lb/>ὄγκους ὀνομαζόντων κήλας διὰ τοῦ η΄ στοιχείου τῆς <lb/>πρώτης
						λεγομένης συλλαβῆς, οὐ διὰ τοῦ α΄, καθάπερ ὑπὸ <lb/>τῶν Ἀθηναίων. ὥσπερ δὲ τῶν εἰρημένων
						ὀνομάτων ἕκαστον ﻿<pb n="730"/> ἐνδείκνυται τοῦ μέρους τὸ νόσημα καθ’ οὗ λέγεται, οὕτω
						καὶ <lb/>ἡ κιρσοκήλη νεώτερον ὄνομα δηλοῖ τὸ πάθος ἐφ’ οὗ λέλεκται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Κιρσοὺς δὲ καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας φλέβας <lb/>εὐρυνομένας ὀνομάζουσιν οἱ παλαιοί. κιρσοὺς
						δὲ καὶ ταύτας <lb/>οἱ νεώτεροι καλοῦσιν ἰατροὶ, τὸ ι΄ στοιχεῖον μετὰ τοῦ κ΄
						<lb/>στοιχείου τιθέντες, οὐ καθάπερ οἱ Ἀθηναῖοι. γίνονται δὲ <lb/>καὶ κατὰ τὰ σκέλη
						κιρσοὶ διὰ ἀῤῥωστίαν τῶν τῇδε φλεβῶν, <lb/>καὶ μᾶλλον ὅταν αἷμα παχὺ πλεονάζῃ κατὰ τὸ
						σῶμα. περιτοναίου <lb/>δὲ τρωθέντος, ἢ ῥαγέντος, εἶτα μὴ συμφύντος, ὄγκος <lb/>μαλακὸς
						γίνεται κατὰ τὸ χωρίον. εἰ δὲ καὶ κατὰ τὸν βουβῶνα <lb/>γένοιτο, καλοῦσι βουβωνοκήλην.
						εἰ δὲ κατὰ τὸν ὀμφαλὸν <lb/>συμβαίη τοῦτο, καλοῦσιν ἐξομφάλους ἔνιοι τῶν ἰατρῶν τοὺς
						<lb/>ᾧδε πάσχοντας. ἔστι δ’ οὐ τοῦ περιτοναίου μόνου οὐδὲν τῶν <lb/>παθῶν τούτων, ἀλλὰ
						χρὴ πάντως καὶ τὴν τοῦ μυὸς ἀπονεύρωσιν <lb/>παθεῖν, ἣν ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν
						ὁποία τίς <lb/>ἐστιν ἐδήλωσα. ταυτὶ μὲν οὖν τὰ πάθη τῶν ἐγκαρσίων μυῶν <lb/>ἐστιν, αἱ δ’
						ἐν τῷ βουβῶνι κῆλαι τῶν λοξῶν, ἤτοι ῥηγνυμένης, <lb/>ἢ ἀνευρυσμένης αὐτῶν τῆς κατὰ τοῦτο
						τὸ χωρίον ἀπονευρώσεως <pb n="731"/> ἅμα τῷ περιτοναίῳ χιτῶνι. γίγνονται δὲ καὶ ἄλλοι
						<lb/>τῶν ταύτῃ χωρίων ὄγκοι, διά τι τῶν ὑποκειμένων σπλάγχνων <lb/>ἐξαιρόμενον. εἴρηται
						δὲ καὶ τὰ πάθη τὰ τοὺς ὄγκους αὐτῶν <lb/>ἐργαζόμενα. φλεγμοναὶ γάρ εἰσι καὶ σκίῤῥοι καὶ
						ἀποστήματα <lb/>καὶ ὅσα τοιαῦτα. κατὰ δὲ τοὺς ὑδερικοὺς ἀθροίζεται <lb/>ταύτῃ πλῆθος,
						ὑδατῶδες μὲν ἐν τοῖς ἀσκίταις, πνευματῶδες <lb/>δὲ ἐν τοῖς τυμπανίταις, φλεγματῶδες δὲ
						ἐν τοῖς ἀνὰ σάρκα <lb/>καὶ λευκοφλεγματίαις ὀνομαζομένοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p><milestone unit="ed2page" n="322"/>Ἤδη δὲ καὶ ἄλλοι τινὲς ὄγκοι τετυχήκασιν <lb/>ἰδίων
						ὀνομάτων, οὐδὲν ἐξαίρετον ἔχοντες, οἷον ἐπουλίδες <lb/>τε καὶ παρουλίδες, καὶ θύμοι, καὶ
						τἄλλα ὅσα τοιαῦτα <lb/>σαρκώδη βλαστήματα. καθάπερ γε πάλιν αἱ σταφυλαὶ καὶ <lb/>τὰ
						παρίσθμια καὶ αἱ ἀντιάδες οὐκ ἄλλό τι ἢ φλεγμοναί <lb/>εἰσιν, αἱ μὲν σταφυλαὶ τοῦ
						γαργαρεῶνος, αἱ δὲ ἀντιάδες τῶν <lb/>ἐν ἀρχῇ τῆς φάρυγγος ἀντικειμένων ἀλλήλοις ἀδένων,
						ὥσπερ <lb/>τὰ παρίσθμια τῶν κατ’ αὐτὴν τὴν φάρυγγα σωμάτων. Ἱπποκράτης <lb/>δ’ ἔοικεν
						οὐχ ἅπασαν φλεγμονὴν τοῦ κίονος ὀνομάζειν <lb/>σταφυλὴν, ἀλλ’ ἓν μόνον εἶδος, ἐν ᾧ τὸ
						πέρας τοῦ γαργαρεῶνος <pb n="732"/> ὁμοιοῦται σταφυλῆς ῥαγί. ἀλλὰ καὶ οἱ πολύποδες,
						<lb/>ἤτοι φλεγμονῆς, ἢ φύματος, ἤ τινος βλαστήματος, ἢ ὅπως <lb/>ἂν ἐθελήσῃ τις
						ὀνομάζειν, ἐν μυκτῆρσι συνισταμένου ἀποτελοῦνται, <lb/>φλεγμονώδεις δ’ εἰσὶ καὶ ὑγροὶ
						διὰ τὸ χωρίον. <lb/>ἐγκανθὶς δὲ καὶ αὕτη παρὰ φύσιν μέν τις ὄγκος ἐν τοῖς μεγάλοις
						<lb/>γίνεται κανθοῖς, ἔστι δ’ οὐ τῷ παντὶ γένει παρὰ φύσιν. <lb/>τὰ δὲ πτερύγια
						βλαστήματά ἐστι τοῦ ἐπιπεφυκότος ἔξωθεν <lb/>ὑμένος τοῖς ὀφθαλμοῖς, ὃς ἀπὸ τοῦ
						περιοστίου καταφερόμενος <lb/>ἐπὶ τὴν στεφάνην ἀφικνεῖται. τὰ δὲ σταφυλώματα καλούμενα,
						<lb/>τὰ μὲν τῇ θέσει μόνῃ, τὰ δὲ τῇ διαθέσει παρὰ <lb/>φύσιν ἐστὶν, εἴρηται δὲ περὶ τῶν
						τοιούτων ἁπάντων, ὅσα <lb/>κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς συνίσταται πάθη, δι’ ἑτέρου. καιρὸς
						<lb/>οὖν ἤδη παύειν ἐν τῷδε τὸν λόγον, οὐδὲ μιᾶς ἔτι τῶν παρὰ <lb/>φύσιν ὄγκων ἰδέας
						ἀῤῥήτου καταλελειμμένης. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>