<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1:1-9</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1:1-9</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΜΑΡΑΣΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Μαρασμός ἐστι φθορὰ ζῶντος σώματος ἐπὶ <lb/>ξηρότητι. διττῶς δὲ τῆς φθορᾶς
                        λεγομένης, τῆς μὲν ἐν τῷ <lb/>γίνεσθαι, τῆς δὲ ἐν τῷ γεγονέναι, κατὰ τὸ
                        πρότερον σημαινόμενον <lb/>ἀκούειν χρὴ τῆς προσηγορίας. οὕτω δὲ καὶ αὐτὸς ὁ
                        <lb/>μαρασμὸς ὁ μὲν παρὰ τὸ μεμαράνθαι λέγοιτ’ ἂν, ὁ δὲ παρὰ <lb/>τὸ
                        μαραίνεσθαι, περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος ἐστίν. ἐπεὶ δὲ ζῶντος <lb/>σώματος ἔφαμεν
                        εἶναι φθορὰν τὸν μαρασμὸν, ἔστι δὲ τρία <lb/>γένη τῶν ζώντων, ζῶα, φυτὰ καὶ
                        σπέρματα, καὶ διὰ <lb/>ταῦτα καὶ οἱ καρποὶ, τούτων ἂν εἶναι πάθος τὸν
                        μαρασμὸν <lb/>ἑρμηνεύοντες κυρίως, ἐκ μεταφορᾶς δὲ ἤδη καὶ τὰς ἀλλὰς <pb n="667"/> φθορὰς, ὅσαι γίνονται διὰ ξηρότητος, μαρασμὸν ὀνομάζουσιν.
                        <lb/>ὥστε καὶ κατὰ τοῦ πυρὸς ἐπιφέρουσι τοὔνομα, καὶ <lb/>μᾶλλον ἔτι
                        ποῤῥώτερον, ἐπιφέροντες ἐπὶ πάντα τὰ κατὰ <lb/>βραχὺ φθειρόμενα. ἀλλ’ οὐδὲ
                        περί τινος τῶν ἄλλων, ὅσα <lb/>μὴ κυρίως μαραίνεσθαι λέγεται, περὶ μόνου δὲ
                        τοῦ κατὰ τὸν <lb/>ὁρισμὸν μαρασμοῦ νῦν ἡμῖν πρόκειται λέγειν, καὶ μάλισθ’
                        ὅταν ἐν <lb/>ζώου γένηται σώματι. κοινωνίαν γ’ ὁ λόγος ἀναγκαίαν ἕξει καὶ
                        <lb/>πρὸς τὰ φυτά. κατὰ τέτταρας οὖν τρόπους ἁπλοῦς καὶ πρώτους <lb/>ἁπάντων
                        τῶν ζώντων φθειρομένων, ὅτι καὶ τὰ στοιχεῖα <lb/>τῆς οὐσίας αὐτῶν ἐστι
                        τέσσαρα, τὰ μὲν διὰ ξηρότητος <lb/>φθειρόμενα μαραίνεσθαι λέγομεν. εἰ μὲν δὴ
                        τοῦτο μόνον <lb/>αὐτοῖς ὑπάρχοι τὸ ξηραίνεσθαι, τῆς ἑτέρας τῶν στοιχείων
                        ἀντιθέσεως <lb/>τῆς κατὰ τὸ θερμόν τε καὶ ψυχρὸν ἐν τοῖς οἰκείοις <lb/>ὅροις
                        διαμενούσης, ἁπλοῦς ἐστιν ὁ τοιοῦτος μαρασμός· εἰ <lb/>δ’ ἤτοι θερμότης
                        ἄμετρος ἢ ψύξις αὐτῷ προσγένοιτο, σύνθετος <lb/>οὕτω τε καὶ διττὸς ὁ τρόπος
                        εἴη τῆς φθορᾶς. ὁ μὲν οὖν <lb/>ἁπλοῦς μαρασμὸς ἐπὶ ταῖς ἀσιτίαις δοκεῖ
                        γίνεσθαι τῶν τε κατὰ <lb/>πρόθεσιν ἀποκαρτερούντων καὶ ὅσοι λιμώττουσιν
                        ἀπορίᾳ <pb n="668"/> σιτίων· ὁ δὲ μετὰ ψύξεως, <milestone unit="ed2page" n="179"/>ἐπί τε τῶν γηρασκόντων <lb/>καὶ ὅσοι διά τι πάθος εἰς ὁμοίαν
                        γήρᾳ διάθεσιν ἐμπίπτουσι· <lb/>ὁ δὲ μετὰ θερμότητος, ἔν τισι τῶν ἑκτικῶν
                        πυρετῶν. ἐπὶ <lb/>μὲν δὴ τῶν φυτῶν ὅλον τὸ σῶμα καὶ μόριον ὁτιοῦν αὐτῶν
                        <lb/>μαραίνεσθαι λέγομεν ἐπὶ ταῖς διὰ ξηρότητος φθοραῖς· οὐ <lb/>μὴν ἐπί γε
                        τῶν ζώων, ἀλλὰ τὸ μὲν ὅλον σῶμα μαραίνεσθαί <lb/>φαμεν, οὐκέτι δὲ σύνηθές
                        ἐστι καθ’ ἑκάστου μορίου <lb/>φέρειν τοὔνομα, καὶ νῦν ἡμῖν ὁ λόγος ἐστὶν οὐ
                        περὶ <lb/>τῶν ξηραινομένων διά τι σύμπτωμα μορίων, ἀλλ’ ὅταν <lb/>ὅλον οὕτω
                        καταστῇ τὸ σῶμα. δῆλον τοίνυν ἐστὶν ἤδη <lb/>τό γε τοσοῦτον, ὡς εἴπερ ὅλου
                        τοῦ σώματός ἐστι πάθος ὁ <lb/>μαρασμὸς, οὐκ ἄνευ τῆς ἀρχῆς τοῦ ζώου παθόντος
                        γίνεται. <lb/>οὐ μὴν οὐδ’ ἄλλο μέν τι πάθος ἐν ὅλῳ τῷ ζώῳ γίνεσθαι
                        <lb/>δυνατόν ἐστιν, ἄλλο δέ τι κατειληφέναι τὴν ἀρχὴν, ὥστ’ <lb/>ἀνάγκη τὸ
                        σῶμα τῆς καρδίας ξηραίνεσθαι τοῖς μαραινομένοις. <lb/>εἰ τοίνυν εὕροιμεν
                        ἁπάσας τὰς αἰτίας, ὑφ’ ὧν <lb/>ξηραίνεσθαι συμβαίνει τὴν καρδίαν, εἰσόμεθα
                        πότερον <pb n="669"/> ἀνιάτως ἔχουσιν οἱ μαραινόμενοι πάντες, ἤ τινες ἐξ
                        αὐτῶν <lb/>ἰαθῆναι δύνανται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Κάλλιον οὖν ἴσως ἐστὶ κᾀνταῦθα τὸν λόγον <lb/>ἐπ’ ἀρχὴν ἀγαγεῖν. ἀρχὴ δὲ
                        ἀρίστη τὸ γνῶναι γήρως <lb/>αἰτίαν, ἐπειδὴ φαίνεται τῶν μαρασμῶν οὗτος
                        ἀφυκτότατος, <lb/>ὡς καὶ κατὰ φύσιν εἶναι δοκεῖν· ἄφυκτα δὲ τὰ τῆς φύσεως
                        <lb/>ἔργα σύμπαντά ἐστι, καὶ τάξιν τῆς γενέσεως ἀναγκαίαν <lb/>ἔχοντα.
                        προηγεῖται δέ τι καὶ αὐτοῦ τοῦδε τὸ γνῶναι τὰ <lb/>σημαινόμενα τῆς κατὰ
                        φύσιν λέξεως. οὐ γὰρ δὴ οὕτω λέγεται <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι τὸ γῆρας, ὡς τὸ
                        τρέφεσθαί τε καὶ αὐξάνεσθαι. <lb/>ταυτὶ μὲν γὰρ ἔργα τῆς <milestone unit="ed1page" n="374"/>φύσεώς ἐστι, τὸ γῆρας <lb/>δὲ οὐκ ἔργον, ἀλλὰ
                        πάθος ἐξ ἀνάγκης ἑπόμενον. οὐδὲν γὰρ <lb/>τῶν γεννητῶν ζώων ἀγήρων ἑωρᾶτο.
                        καὶ διὰ τοῦτο κατὰ <lb/>φύσιν εἶναι λέγουσιν αὐτό τινες ἐξ ἀνάγκης ἑπόμενον
                        ἅπασι <lb/>τοῖς ὑπὸ φύσεως διοικουμένοις. εἴπερ οὖν κατὰ τοῦτο τὸ
                        <lb/>σημαινόμενον εἴρηται κατὰ φύσιν εἶναι τὸ γῆρας, οὔτ’ ἀναγκαῖον <lb/>ἔτι
                        προσεπισκέπτεσθαι τἄλλα σημαινόμενα τῆς λέξεως, <pb n="670"/> ἃ κακῶς ἔδοξέ
                        τισιν, ὡς ἐν ἑτέροις ἐπιδείκνυμεν, οὔτ’ ἀπορία <lb/>τις ὑπολείπεται κατὰ τὸν
                        λόγον. οὕτω γὰρ λεγόντων, ὡς <lb/>εἴρηται νῦν, ἀληθές ἐστι τὸ κατὰ φύσιν
                        εἶναι τὸ γῆρας <lb/>ἄφυκτόν τε ὑπάρχειν, εἴπερ ἐξ ἀνάγκης ἕπεται τοῖς ἔργοις
                        τῆς <lb/>φύσεως. καί τοί τις τῶν καθ’ ἡμᾶς φιλοσόφων ἔγραψε βιβλίον,
                        <lb/>ἐπιδεικνὺς ὅπως ἔνεστιν ἀγήρων τινὰ διαμεῖναι τὸ <lb/>πάμπαν. ἐξέδωκε
                        μὲν οὖν τὸ βιβλίον ἔτι τεσσαρακοντούτης <lb/>ὢν, παρέτεινε δὲ μέχρι καὶ τῶν
                        ὀγδοήκοντα ἐτῶν, καὶ ἦν <lb/>οὕτως ἰσχνός τε καὶ ξηρὸς, ὡς ἁρμόζειν ἐπ’
                        αὐτοῦ τὴν ἐκ τοῦ <lb/>προγνωστικοῦ Ἱπποκράτειον ῥῆσιν, ῥὶς ὀξεῖα, ὀφθαλμοὶ
                        κοῖλοι, <lb/>κρόταφοι ξυμπεπτωκότες, ὦτα ψυχρὰ, καὶ συ<milestone unit="ed2page" n="180"/>νεσταλμένα, <lb/>καὶ οἱ λοβοὶ τῶν ὤτων
                        ἀπεστραμμένοι, καὶ τὸ <lb/>περὶ τὸ μέτωπον ξηρόν τε καὶ περιτεταμένον, καὶ
                        καρφαλέον <lb/>ἐόν. ἐπεὶ τοίνυν ἐγελᾶτο τοιοῦτος φαινόμενος, ὅτι ἄλλους
                        <lb/>ἀνθρώπους ἐπεχείρησε διδάσκειν, ὅπως ἄν τις ἀγήρως διαμείνῃ,
                        <lb/>δευτέραν ἔκδοσιν ἐποιήσατο περὶ τῆς θαυμαστῆς ἀγηρασίας, <lb/>οὕτω γὰρ
                        αὐτὴν καὶ ὠνόμασε διὰ τοῦ συγγράμματος, ﻿<pb n="671"/> ἐπιδεικνὺς, ὡς οὐ πᾶς
                        ἄνθρωπος ἀγήρως δύναται διαμένειν, <lb/>ἀλλὰ δέοι μὲν εἰς τοῦτο καὶ φύσιν
                        ἔχειν ἐπιτηδείαν, μάλιστα δ’ <lb/>ὧν ἡ πρώτη τροφὴ τοιαῦτα βάλλοιτο θεμέλια,
                        καὶ ἐπηγγείλατο <lb/>τῶν ἐπιτηδείων εἰς τοῦτο βρεφῶν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς αὐτὸς
                        <lb/>ἐπιστατῶν, ἀθάνατα αὐτῶν ποιήσειν τὰ σώματα. καὶ ἦν <lb/>ἀνεξέλεγκτον
                        αὐτοῦ τὸ ἐπάγγελμα· πρὸ τοῦ γὰρ ἀνδρωθῆναι <lb/>τοὺς παῖδας, οὓς
                        παρελάμβανεν, ἔμελλεν αὐτὸς τεθνήξεσθαι. <lb/>οἱ μὲν οὖν ἄλλοι πάντες
                        ἐσχάτην μωρίαν αὐτοῦ κατεγίνωσκον, <lb/>ἐγὼ δὲ οὒ, [μόνον] εἰδὼς, ὅτι πολλὰ
                        καὶ ἄλλα δόγματα τοῖς διὰ <lb/>τῆς ἐμπειρίας ἐγνωσμένοις μαχόμενα πολλοὶ τῶν
                        λογικῶν ἀνδρῶν <lb/>ἀπεφήναντο τῇ πιθανότητι τῶν λόγων ἐξαπατηθέντες.
                        <lb/>οὐκ οὖν οὐδὲ τοῦτο θαυμαστόν ἐστιν ὅσον ἐπὶ τῷ λόγῳ. τὸ <lb/>γὰρ ὅτι τὸ
                        γεννητὸν πᾶν φθαρήσεται πάντως οὔτ’ ἐπιστημονικὴν <lb/>οὔτ’ ἀναγκαίαν ἔχει
                        τὴν ἀκολουθίαν, ἀλλ’ ἄχρι τοῦ <lb/>πιθανοῦ προϊοῦαν, ὡς ἐν τῷ περὶ
                        ἀποδείξεως ἀποδέδεικται; <lb/>καίτοι γε τούτῳ χρῶνται τῷ λόγῳ σχεδὸν
                        ἅπαντες, ὅσοι τὸ <lb/>γηράσκειν ἀναγκαῖον ἐπιδεικνύουσι τοῖς ζώοις, ὁδὸν
                        εἶναι <pb n="672"/> φάσκοντες αὐτὸ πρὸς τὴν ἐξ ἀνάγκης ἑπομένην φθορὰν τοῖς
                        <lb/>γεννητοῖς ἅπασιν. ἐξ ἐμπειρίας οὖν ἔτι μόνης τὸ γῆρας ἀναγκαῖόν <lb/>τε
                        καὶ κατὰ φύσιν, ὥσπέρ γε καὶ ὁ θάνατος οὐδ’ αὐτὸς <lb/>ἀποδεδειγμένος ὑπὸ
                        τῶν ἑτοίμως ἀποφαινομένων καὶ λεγόντων, <lb/>ὡς ἀναγκαῖόν ἐστι τὸ γεννηθὲν
                        ἅπαν εὐθὺς εἶναι φθαρησόμενον. <lb/>ἑπόμενον δὲ δήπου τοῖς σοφισταῖς ἐστι τὸ
                        πρὸς <lb/>τὴν ἐμπειρίαν ἀντιλέγειν, ὅπερ, οἶμαι, κᾀκεῖνος ἐποίει φάσκων
                        <lb/>ἀποθνήσκειν τε καὶ γηράσκειν ἅπαν ζῶον ἀγνοίᾳ τῶν <lb/>ἐπιστατούντων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἴσως οὖν ἄμεινον ἡμᾶς ἐπισκέψασθαι τὴν <lb/>αἰτίαν ἥτις ποτέ ἐστι, δι’ ἣν
                        γηράσκει τά τε ζῶα καὶ τὰ φυτὰ <lb/>σύμπαντα. φαίνεται γὰρ δὴ ξηραινόμενα
                        καὶ τοιοῦτόν τι <lb/>πάθος εἶναι τὸ γῆρας, εἰ καί τινες ἑτέρως ὑπέλαβον,
                        ψυχρούς <lb/>τε καὶ ὑγροὺς ἀποφηνάμενοι τοὺς γέροντας· ἐπιδέδεικται δὲ
                        <lb/>αὐτῶν ἡ αἰτία τῆς ἀπάτης ἐν τοῖς περὶ κράσεων γράμμασιν. <lb/>ἆρ’ οὖν
                        διὰ τοῦτο ξηραίνεται, δι’ ὃ λέγουσί τινες, <lb/>ὡς ἡ σύμφυτος τοῖς ζώοις
                        θερμασία καθάπερ τι πῦρ ὑπάρχουσα, <lb/>τὴν αὔξησιν ἐκ τῆς ὕλης, ὅθεν
                        ἀνάπτεται, λαμβάνει; <pb n="673"/> ταύτῃ γὰρ ἐνδέδεται καὶ ταύτης ἀχώριστός
                        ἐστι, καὶ πάντα <lb/>ἐκ ταύτης ἐστὶν αὐτῇ. τὰ μὲν οὖν νεογενῆ ζῶν, καθάπερ
                        <lb/>καὶ τὰ φυτὰ, σύμπαντά ἐστιν ὑγρὰ, καὶ διὰ τοῦθ’ ὥσπερ
                        <lb/>ἐγκαταπνιγομένη τῷ πλήθει τῆς ὑγρότητος ἑαυτὴν ἀναφέρει <lb/>μόλις,
                        ὁμιχλώδης τέ τις οὖσα καὶ βραδεῖα καὶ δυσκίνητος· <lb/>ἐν δὲ τῷ χρόνῳ
                        προϊόντι <milestone unit="ed2page" n="181"/>καὶ ταύτης περιγίνεται, καὶ
                        <lb/>τῆς ὕλης ἐγκρατὴς ἁπάσης καθίσταται. καὶ οὕτως οὐχ ὁμιχλώδης <lb/>ἐστὶ
                        καὶ θολερὰ καὶ καπνώδης, ἀλλὰ καθαρά τε καὶ <lb/>αἰθερώδης γινομένη, τὰς
                        ἑαυτῆς κινήσεις ἁπάσας ἀκωλύτως <lb/>ἐπιδείκνυται, καὶ τὸ σύμπαν εἰπεῖν,
                        ὥσπερ αἱ φλόγες, ὅταν <lb/>ἐμπέσωσιν ὑγροῖς ξύλοις, ἐν ἀρχῇ μὲν ὑποτύφονταί
                        τε καὶ <lb/>οἷον καταπνίγονται μικραὶ παντάπασιν οὖσαι καὶ ἀσθενεῖς, <lb/>ἐν
                        δὲ τῷ χρόνῳ προήκοντι κατὰ βραχὺ μὲν ἐκλάμπουσί τε καὶ <lb/>αὔξονται, κατὰ
                        βραχὺ δὲ τῆς ὕλης ἐγκρατεῖς γίνονται, καὶ <lb/>τέλος ἐπὶ μήκιστον αἴρονται
                        μέγεθος, ὅταν ἁπάσης κρατήσωσιν, <lb/>ὅπερ ἐστὶν αὐταῖς ἀκμή τε καὶ ῥώμη·
                        κᾄπειτα ἐντεῦθεν <lb/>ἤδη τῆς τροφῆς ἐπιλειπούσης ταύτης, μαραίνονταί
                        <lb/>τε καὶ σβέννυνται· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ ἐν ἡμῖν, φασι, <pb n="674"/>
                        θερμότης ἐνδεδεμένη τῷ τοῦ ζώου σώματι καθάπερ ὕλῃ τινὶ, <lb/>τὸ μὲν πρῶτον
                        ὑγρά τίς ἐστι καὶ ἀσθενὴς, αὐξανομένη δὲ <lb/>μέχρι τῆς τῶν ἀκμαζόντων
                        ἡλικίας ἐκλάμπει τε καὶ αὐξάνεται <lb/>καὶ ἐπὶ πλεῖστον αἴρεται μεγέθους καὶ
                        μιμεῖται τοῦ πυρὸς τὴν <lb/>φλόγα· τοὐντεῦθεν δὲ τροφῆς ἀπορίᾳ μαραίνεται
                        κατὰ <lb/>βραχὺ, καὶ τοῦτό ἐστι τὸ γῆρας, ὕστερον δὲ ἤδη καὶ ἀποσβέννυται
                        <lb/>παντελῶς, ὅπερ ἐστὶν ὁ θάνατος. οὗτος ὁ λόγος εὐδοκιμεῖ <lb/>παρὰ πᾶσιν
                        ὀλίγου δεῖν τοῖς νεωτέροις ἰατροῖς τε <lb/>καὶ φιλοσόφοις, οὐκ ὢν ἀληθὴς,
                        ἐμοὶ γοῦν κριτῇ, παραβάλλων <lb/>γέ τοι τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς τῇ τῶν ζώων
                        θερμασίᾳ, <lb/>μηδὲ τοῦτ’ αἰσθανόμενος, ὡς ταῖς μὲν φλοξὶν ἡ γένεσις ἐκ
                        <lb/>τῆς κατὰ τὴν ὕλην ἐστὶ φθορᾶς, ὅθεν περιεξάπτονται, τὰ <lb/>ζῶα δὲ οὐχ
                        οὕτως ὑπὸ τοῦ διαπλάττοντος αὐτὰ τῆς ἐμφύτου <lb/>θερμότητος ἔτυχεν, ἀλλ’ ὡς
                        αὐξηθησόμενα καὶ διοικηθησόμενα <lb/>παρ’ αὐτῆς, οὐδέ ἐστί τις χρόνος ἐν ᾧ
                        διὰ πάσης αὐτῆς <lb/>οὐκ ἐκτέταται τὸ σύμφυτον ἡμῖν θερμὸν δυνάμεις ἔχον,
                        οὐχ <lb/>αἷς διαπλάττει μόνον, ἀλλὰ καὶ πολλὰς ἑτέρας. καὶ γὰρ ἕλκει
                        <lb/>τὴν τροφὴν ἐφ’ ἑαυτὸ, καὶ τὴν ὕλην διοικεῖ καὶ προστίθησι <pb n="675"/>
                        καὶ προσφύει καὶ ὁμοιοῖ, καὶ συλλήβδην εἰπεῖν ἅπαντα <lb/>τἀναντία ταῖς
                        φλοξὶν ἀπεργάζεται περὶ τὴν σύμφυτον ὕλην <lb/>ἑαυτῇ. τίς γὰρ φλὸξ αὐξάνει
                        ὕλην, ᾗπερ ἐνεδέθη; τίς δ’ <lb/>ἐκείνῃ τὴν τροφὴν ἐξομοιοῖ μᾶλλόν περ ἢ τὴν
                        ὕλην ἑαυτῇ; <lb/>τίς δὲ τοσαύτας μηχανὰς ἕνεκα τοῦ διασώζεσθαι ὕλην
                        ἐξευρίσκει, <lb/>τὰ μὲν ἀμφιεννῦσα καὶ ἀποστέγουσα τῶν μορίων, ὡς <lb/>μηδὲν
                        αὐτοῖς ἔξωθεν πλεονάζειν, τὰ δὲ διατρυπῶσα καὶ ἀνευρύνουσα <lb/>καὶ ὀχετοὺς
                        ἐντιθεῖσα, τοὺς μὲν ὥσθ’ ἕλκειν δι’ αὐτῶν <lb/>τὴν τροφὴν, τοὺς δ’ εἰς
                        ἀνάψυξίν τε καὶ ἀναπνοὴν, ἐξοχετεύουσά <lb/>τε τὰ περιττώματα, δι’ ἄλλων μὲν
                        τὰ παχέα, δι’ <lb/>ἄλλων δὲ τὰ λεπτά; λάθοιμ’ ἂν ἐνταῦθα μεταφέρων ἅπασαν
                        <lb/>τὴν περὶ χρείας μορίων πραγματείαν, εἰ τὰ τῆς φύσεως <lb/>ἔργα πάνθ’
                        ἑξῆς καταλέγοιμι. καὶ μὴν ταὐτὸν εἶναί φασιν <lb/>ἔμφυτον θερμὸν καὶ φύσιν
                        οἱ τῆς εἰρημένης δόξης ἡγεμόνες. <lb/>οὔκουν ὀρθῶς ὁμοιοῦσι καὶ
                        παραβάλλουσιν αὐτὸ ταῖς <lb/>φλοξὶ καὶ φθείρειν οἴονται τὰ σώματα τοῦτο.
                        Ἱπποκράτης <lb/>εἶπε, καὶ ἀποκτείνει τοίνυν ἡμᾶς τὸ θερμὸν, ὅπερ <milestone unit="ed1page" n="375"/>ἔφυσε <lb/>τὰ σώματα. πρῶτον μὲν δὴ φήσομεν, ὦ
                        βέλτιστοι, ﻿<pb n="676"/> τῶν γνησίων οὐκ ἔστιν Ἱπποκράτους βιβλίων, ἐν ᾧ
                        τοῦτο <lb/>λέγεται. δεύτερον δὲ, εἰ καὶ δόγμα ἐστὶν Ἱπποκράτους, <lb/>ἐχρῆν
                        ἐξηγεῖσθαι αὐτὸ ὅπως εἴρηται, καί τινα φέρειν ἀπόδειξιν. <lb/>εἰ δὲ ἐξ ὧν
                        ἀποροῦσιν ἀποδείξεων, ἐκ τούτων πιστεύεσθαι <lb/>δικαιοῦσιν, οὐκ ὀρθῶς
                        γινώσκουσιν. ἀληθὲς μέν <lb/>ἐστι τὸ διὰ τὴν ἔμφυτον θερμότητα γηράσκειν τε
                        τὰ σώματα <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="182"/>καὶ τελευτῶντα διαφθείρεσθαι· ψευδὴς δὲ ὁ
                        τρόπος ὃν <lb/>οὗτοί φασιν. οὐ γὰρ ὡς ἡ φλὸξ τὰ ξύλα, ταύτῃ καὶ τὸ
                        <lb/>σύμφυτον θερμὸν τῶν ζώων ἀναλίσκει τὰ σώματα· τουτὶ <lb/>μὲν γὰρ ἴσως
                        οἰκεῖόν ἐστι τοῖς ὑπὸ τῶν πυρετῶν διαφθειρομένοις <lb/>παράδειγμα, καὶ τό γε
                        παρ’ Ἱπποκράτους λεγόμενον <lb/>ἐν τῇ προγεγραφυίᾳ ῥήσει τοιοῦτόν τι δηλοῦν
                        ἔοικε· τὸ <lb/>μέν τοι ξηραίνεσθαι τὰ σώματα κατά τινα φυσικὴν ἀκολουθίαν,
                        <lb/>καὶ γίνεσθαι τοῦτο διὰ τὴν ἔμφυτον θερμότητα, παντὸς <lb/>μᾶλλον ἀληθές
                        ἐστιν, ὡς κᾀν τῷ πρώτῳ τῶν ὑγιεινῶν <lb/>ἐπιδέδεικται, ῥηθῆναι δὲ ἀναγκαῖόν
                        ἐστι τῷ λόγῳ καὶ νῦν <lb/>οὐδὲν ἧττον. </p></div><pb n="677"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἡ φύσις ἡ δημιουργοῦσα τά τε φυτὰ καὶ <lb/>τὰ ζῶα πάντως μὲν δήπου τῆς
                        γενέσεως αὐτῶν ἀρχήν τινα <lb/>λαμβάνει σωματοειδῆ, οὐδενός γε τῶν ὄντων
                        δυναμένου τὴν <lb/>ἀρχὴν τῆς γενέσεως ἐκ τοῦ παντάπασιν οὐκ ὄντος λαβεῖν.
                        <lb/>ἀρξαμένη δ’ ἐντεῦθεν, ἐπὶ σκοπὸν ἀεὶ τέταται τὸν ἐξ ἀρχῆς <lb/>αὐτῇ
                        προκείμενον ἐν τῇ δημιουργίᾳ, τοῦτο δέ ἐστι τὸ τέλεον <lb/>ἀπεργάσασθαι τὸ
                        γεννώμενον, εἴτ’ οὖν φυτὸν, εἴτε καὶ ζῶον. <lb/>ἔστι δὲ δήπου τὸ τέλεον, ᾧ
                        μηδεμία τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν <lb/>ἀπολείπεται· πλείονες δ’ εἰσὶ τῶν
                        ἐνεργειῶν, αἳ σκληρῶν χρῄζουσι <lb/>τῶν ὀργάνων, καὶ τοῦτ’ ἔστιν αἴτιον τοῦ
                        πολλὰ γίνεσθαι <lb/>τοῖς ζώοις μόρια σκληρά· τὴν δὲ ἀρχὴν αὐτῶν τῆς γενέσεως
                        <lb/>ἔμπαλιν τῷ τελείῳ ζώῳ μαλακὴν ἀναγκαῖον ὑπάρχειν, <lb/>ἵν’ εὐρύθμιστός
                        τε καὶ εὔπλαστος, εὐπειθής τε πρὸς ἅπαν ᾖ <lb/>τῷ δημιουργοῦντι. καὶ διὰ
                        τοῦτο κᾂν σκληρὸν ᾖ τι σπέρμα, <lb/>φυτὸν μαλακὸν γίνεται πρότερον ὑγρότητι
                        συμμέτρῳ τεγγόμενον, <lb/>ἵν’ ἀντὶ σπέρματος φύσις γένηται. εἴπερ οὖν
                        ἄρχεσθαι <lb/>μὲν χρὴ τὴν τοῦ ζώου γένεσιν ἐκ μαλακῆς οὐσίας, τελειουμένην
                        <lb/>δὲ γίνεσθαι σκληρὰν, ἐπικρατεῖν ἀναγκαῖόν ἐστιν <pb n="678"/> ἐν τῇ
                        πρώτῃ κράσει τῶν συνιστώντων αὐτὸ στοιχείων τό τε <lb/>ὑγρὸν καὶ τὸ ξηρόν.
                        τὸ μὲν οὖν ὑγρὸν τὸ ὑδατῶδές ἐστιν· <lb/>τὸ δὲ ξηρὸν διττὸν μὲν ὑπάρχει τὴν
                        φύσιν, τὸ μὲν γεῶδες, <lb/>τὸ δὲ πυρῶδες. ἀλλ’ οὐχ οἷόν τε ἦν ἐξ ἀρχῆς
                        μιχθῆναι πλέον <lb/>τὸ γεῶδες, ὑγρᾶς δεομένης εἶναι τῆς τῶν ζώων ἀρχῆς.
                        ἀπολείπεται <lb/>οὖν ἔτι μόνον τὸ πυρῶδες, ἀναγκαίαν ἔχον ἐπικράτησιν
                        <lb/>ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ ζώου γενέσει τε καὶ συμπήξει. εἰ μὲν <lb/>οὖν οἶόν τε
                        ἦν τῇ φύσει μέχρι τῆς ἀκμῆς προαγαγούσῃ τὸ <lb/>ζῶον ἢ φυτὸν αὖθις ἑτέραν
                        ἐνθεῖναι στοιχείωσιν ἀναλόγως <lb/>ἴσην κατὰ δύναμιν, οὕτως ἂν μόνως ἀγήρων
                        τε καὶ ἄφθαρτον <lb/>ἔμεινεν αὐτῇ τὸ δημιούργημα, σοφοῦ τινος ἐπιστάτου
                        <lb/>τυγχάνον, οὐ γὰρ δὴ ἁπλῶς τε οὖν οὕτως ἄφθαρτον ἂν ἐγένετο <lb/>κακῶς
                        διαιτώμενον, καὶ τότε ἂν ἡμῖν ὁ Αἰγύπτιος ἐπεδείξατο <lb/>τὴν ἑαυτοῦ τέχνην
                        ἐπὶ δυνατῷ γενέσθαι πράγματί. <lb/>νυνὶ δὲ ἐπεὶ οὐδὲ οἷόν τέ ἐστι μεταθεῖναί
                        τε καὶ ὑπαλλάξαι <lb/>τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς τῶν ζώων καὶ φυτῶν γενέσεως,
                        ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστι καὶ μετὰ τὴν ἀκμὴν ξηραίνεσθαι τὸ σῶμα, καίτοι <pb n="679"/> γε οὐ δεόμενον ἔτι πάσχειν τοῦτο, τῆς τοῦ ξηραίνεσθαι χρείας
                        <lb/>οἰχομένης. ἀλλ’ ἡ μὲν παρακμὴ βραχεῖαν ἔχουσα τὴν ξηρότητα <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="183"/>λανθάνει τοὺς πολλοὺς, ὡς οὐδέπω μαρασμός
                        <lb/>τις οὖσα· τὸ δὲ γῆρας οὐ τῷ γένει διαφέρον αὐτῆς, ἀλλὰ <lb/>μόνῃ τῇ
                        ποσότητι κατάφωρον γίνεται. αὕτη μὲν ἡ αἰτία τὴν <lb/>ἀναγκαίαν ἅπασι τοῖς
                        ζώοις ἐπὶ προήκοντι τῷ χρόνῳ ξηρότητα <lb/>ἐναργῶς ἐνδεικνυμένη τῷ γε μὴ
                        παντάπασιν ἀσυνέτῳ <lb/>τό τε τῆς γενέσεως ἄφυκτον καὶ τὸ τῆς τάσεως
                        ἀδύνατον. <lb/>ὃ γὰρ ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθεῖ τῇ πρώτῃ τῶν ζώων γενέσει,
                        <lb/>τοῦτο πῶς ἄν τις γενέσθαι κωλύσειεν, ἢ παύσει γενόμενον; <lb/>ἥτις δέ
                        ἐστιν ἡ τοῦ γήρως ἀρχὴ, καὶ πότε πρῶτον ἄρχεται <lb/>γηράσκειν τὰ σώματα,
                        καιρὸν ἂν εἴη σκοπεῖσθαι. ὅσοι μὲν <lb/>οὖν ἡγοῦνται τὴν μὲν τοῦ
                        παρακμάζοντος κρᾶσιν εἶναι ξηρὰν <lb/>καὶ ψυχρὰν, τὴν δὲ τῶν γερόντων ὑγρὰν
                        καὶ ψυχρὰν, ἐν τῇ <lb/>ταύτης μεταβολῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ γήρως τίθενται. ἡμεῖς
                        δὲ <lb/>ἀποδείξαντες ἐν τῷ περὶ κράσεων ἅπαντα τὰ σώματα μετὰ <lb/>τὴν ἀκμὴν
                        ἄχρι τῆς τελευτῆς ξηραινόμενα, δεόντως ἀπορήσομεν <lb/>ὑπὲρ ἀρχῆς γήρως,
                        ἁπάσης τῆς μετὰ τὴν ἀκμὴν ἡλικίας <pb n="680"/> ξηρᾶς καὶ ψυχρᾶς ὑπαρχούσης.
                        οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ μᾶλλόν τε <lb/>καὶ ἧττον ἕτερον ἑτέρου τῶν παρακμαζόντων
                        εἶναι ξηρὸν καὶ <lb/>ψυχρὸν ἀρχὴν τοῦ γήρως ὑποθέσθαι δυνατόν ἐστιν, ὅταν
                        <lb/>ἐπὶ πλεῖστον ἥκῃ τὸ σῶμα ξηρότητος· τουτὶ γὰρ τὸ ἐπὶ πλεῖστον <lb/>εἰς
                        σωρητικὴν ἀπορίαν ἐμπίπτει, καὶ δύναται μέν τις <lb/>καὶ καταφρονῆσαι τῆς
                        τοιαύτης ἀπορίας, καὶ πολλαχόθι γε <lb/>ἀναγκαῖον οὕτω ποιεῖν, οὐ μὴν
                        ἄμεινόν γε σαφέσιν ὅροις <lb/>ἀφορίσασθαι δυνάμενον ὑποβάλλειν ἑαυτὸν οὐκ
                        ἀναγκαίαις <lb/>ἀπορίαις. ὅροι δὲ σαφεῖς ἐπὶ ταῖς τοῦ παρακμάζοντος ἡλικίαις
                        <lb/>καὶ ταῖς τοῦ γέροντος ἡ τῶν ὑγρῶν ἐπικράτησις περιττωμάτων, <lb/>ὑφ’ ὧν
                        ἐξαπατωμένους ἐλέγομεν ἀποφήνασθαί τινας <lb/>ὑγρὸν εἷναι τὸ γῆρας. εὐθέως
                        δὲ καὶ τὰς ἐνεργείας ἐν τῷδε <lb/>σαφῶς ἔστιν ἰδεῖν ἀῤῥωστούσας ἁπάσας, καὶ
                        ἡ τέως λανθάνουσα <lb/>τῶν παρακμαζόντων ἐπὶ θάνατον ὁδὸς ἐναργῶς
                        καταφαίνεται <lb/>τηνικαῦτα. καὶ προβλήματα ὑποθέσεως γίνεται <lb/>τοῖς
                        σοφισταῖς, τοῖς μὲν ὡς νόσος ἐστὶ τὸ γῆρας, τοῖς δὲ ὡς <lb/>ἡ κατὰ σχέσιν
                        ὑγεία, τοῖς δὲ ὡς οὐδέτερόν τι· καὶ τοῖς μὲν <lb/>ὡς κατὰ φύσιν ἐστὶ, τοῖς
                        δὲ ὡς παρὰ φύσιν· ἐνίοις δὲ κᾀνταῦθα ﻿<pb n="681"/> μέσον τι καὶ οὐδέτερον
                        ἀμφοῖν ἔδοξεν εἶναι τὸ γῆρας, <lb/>ὡς μήτε κατὰ φύσιν αὐτὸ μήτε παρὰ φύσιν
                        ὀνομάζειν, ἀλλὰ <lb/>καὶ λέξιν ἐξευρίσκειν ἐπ’ αὐτῇ τρίτην, οὐ φύσει
                        φάσκοντες <lb/>ὑπάρχειν αὐτό. περὶ μὲν δὴ τῶν τοιούτων ἀμφισβητημάτων
                        <lb/>ἑτέρου διελέσθαι καιροῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὸν δὲ τοῦ γήρως μαρασμὸν ἀδύνατον δήπου <lb/>καταλῦσαι, βοηθεῖσθαι δὲ ὡς
                        ἐπιπλεῖστον ἐκταθῆναι <lb/>δυνατὸν, καὶ τό γε γηροκομικὸν ὀνομαζόμενον μέρος
                        τῆς <lb/>ἰατρικῆς αὐτὸ τοῦτ’ ἔστι, σκοπὸν ἔχον ὡς ἡ τοῦ πράγματος
                        <lb/>ἐνδείκνυται φύσις, ἐνίστασθαι καὶ διακωλύειν ὡς οἷόν τε, μὴ
                        <lb/>ξηρανθῆναι τὸ σῶμα τῆς καρδίας εἰς τοσοῦτον, ὡς ἐνεργοῦν <lb/>ποτε
                        παύσασθαι. τοῦτο γὰρ δὴ τὸ πέρας ἐστὶ τῆς ζωῆς, <lb/>παῦλα τοῦ τῆς καρδίας
                        ἔργου, ὡς μέχρι ἂν ἥδε κινῆται κατὰ <lb/>τὴν ἑαυτῆς ἐνέργειαν, ἀδύνατον
                        ἀποθανεῖν τὸ ζῶον. εἰ μὲν <lb/>οὖν οἷόν τέ ἐστιν ὑγρότερον ἐργάσασθαι τὴν
                        οὐσίαν αὐτοῦ <lb/>τοῦ τῆς καρδίας σώματος, ἢ καὶ νὴ Δία τοῦ ἥπατος, ἐγχωρεῖ
                        <lb/>τὸ γῆρας <milestone unit="ed2page" n="184"/>ἐπισχεῖν· εἰ δὲ μηδεὶς
                        ἱκανός ἐστι μήθ’ ἧπαρ <lb/>ὑγρότερον ἑαυτοῦ ποιῆσαι μήτε καρδίαν, ἀλλ’
                        ἀναγκαῖον <pb n="682"/> ἐπὶ προήκοντι τῷ χρόνῳ ξηρότερα γίνεσθαι σφῶν αὐτῶν
                        οὐ <lb/>τὰ σπλάγχνα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβας,
                        <lb/>κωλῦσαι μὲν τὸ γῆρας ἀδύνατον, ἐπισχεῖν δὲ τὸ τάχος αὐτοῦ <lb/>δυνατόν.
                        ἔοικε τοίνυν Ὅμηρος, εἴπερ τι καὶ ἄλλο, καὶ <lb/>τοῦτο μαντικῶς ἐκφωνῆσαι
                        περὶ τῶν γερόντων,</p><lg><l>— — ἐπὴν λούσαιτο φάγοι τε,</l><l>Εὑδέμεναι μαλακῶς, οἵα δίκη ἐστὶ γερόντων.</l></lg><p>καὶ γὰρ τὸ λουτρὸν τῶν ὑγραινόντων ἐστὶ, καὶ ἡ μαλακὴ <lb/>κοίτη καὶ ὁ ὕπνος,
                        ἡ δὲ τροφὴ πρώτη καὶ μάλιστα. μόνη <lb/>γὰρ αὕτη μέρος γίνεται τῶν
                        τρεφομένων σω<milestone unit="ed1page" n="376"/>μάτων <lb/>ὁμοιουμένη ταῖς
                        οὐσίαις αὐτῶν; ἕκαστον δὲ τῶν ἄλλων ἢ τῷ <lb/>κωλῦσαι ξηρανθῆναι σφοδρότερον
                        τὰ ὁμοιομερῆ, ἢ τῷ τὴν ἐν <lb/>ταῖς μεταξὺ χώραις αὐτῶν ἐπιτέγγειν τε καὶ
                        αὐξάνειν ὑγρότητα, <lb/>τῆς τῶν ὑγραινόντων μετείληφε προσηγορίας τε καὶ
                        <lb/>δυνάμεως. οὕτω δὲ ἐγχωρεῖ ποτε ἧπαρ καὶ τὴν καρδίαν <lb/>ὑγρανθῆναι, ὡς
                        εἴρηται νῦν, τῆς τε παρεσπαρμένης αὐτοῖς <lb/>ὑγρότητος αὐξανομένης, ἣν κᾀν
                        τοῖς λεπτυνθεῖσι νέοις <pb n="683"/> σώμασιν ἐκδαπανᾶσθαι συμβαίνει, καθ’
                        ὅλον μὲν τὸ σῶμα <lb/>φανερῶς πολλάκις, ἐγχωρεῖ δέ ποτε καὶ κατὰ τὴν καρδίαν
                        καὶ <lb/>τὸ ἧπαρ. ὅτι δὲ τούτων τῶν σπλάγχνων τὸ μὲν ἀρτηριῶν <lb/>τε καὶ
                        σφυγμῶν ἐστιν ἀρχὴ, τὸ δὲ φλεβῶν τε καὶ τοῦ τρέφεσθαι, <lb/>δι’ ἄλλης
                        ἐπιδέδεικται πραγματείας, ἐν ᾗ περὶ τῶν Ἱπποκράτους <lb/>καὶ Πλάτωνος
                        ἐπεσκοπούμεθα δογμάτων. ταῦτα <lb/>οὖν τὰ σπλάγχνα, πρὶν ἰσχυρὰν ἔνδειαν
                        αἵματος γενέσθαι <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον, οὐκ ἀπορεῖ συμμέτρου τροφῆς, τὸ μὲν
                        <lb/>ἧπαρ, ὅτι πᾶν τὸ αἷμα τὴν ἀρχὴν ἐντεῦθεν ἔχει· ἡ καρδία <lb/>δὲ, διὰ τὸ
                        τῆς ὁλκῆς ἰσχυρόν. ἕλκει μὲν ἅπαντα τὰ μόρια <lb/>τοῦ ζώου τὴν οἰκείαν
                        τροφὴν ἐφ’ ἑαυτὰ, τῇ δὲ ἴσῃ ῥώμῃ τῆς <lb/>ὁλκῆς οὐ κέχρηται πάντα· διὰ τοῦτ’
                        οὖν οὐδ’ ὁμοίως ἀτροφεῖ <lb/>κατὰ τὰς ἐνδείας τοῦ αἵματος, ἀλλ’ ἥ τε καρδία
                        σφοδροτάτην <lb/>ἔχουσα τὴν κατὰ τὸ ἕλκειν ἐνέργειαν, οὐκ ἄν ποτε
                        <lb/>ἀπορήσειεν τροφῆς, πρὶν εἰς ἐσχάτην ἔνδειαν ἀφικέσθαι πάντα <lb/>τοῦ
                        ζώου τὰ μόρια. μὴ τοίνυν ὑπολαμβάνωμεν, ἐπειδὰν <lb/>ἰσχνὸν γένηται τὸ σῶμα
                        χρονίως ἀῤῥωστῆσαν, ἀναλόγως τοῖς <lb/>ἄλλοις ἅπασι μέρεσι τὴν καρδίαν καὶ
                        τὸ ἧπαρ ὑπάρχειν ἰσχνά. <pb n="684"/> θεάσασθαι δ’ ἔστι σοι τοῦτο βουληθέντι
                        κᾀπὶ τῶν ἄλλων <lb/>ζώων. ὅ τι γὰρ ἂν ἐθελήσαις ἐπιπλεῖστον λιμαγχονήσας
                        ἀνατέμνειν, <lb/>ἰσχνὰ μὲν αὐτοῦ καὶ ξηρὰ τἄλλα σύμπανθ’ εὑρήσεις
                        <lb/>μόρια, τὸ δ’ ἧπαρ ἅμα τῇ καρδία πλησίον τοῦ κατὰ φύσιν.
                        <lb/>ἀποθνήσκουσι γὰρ (ἐπὶ ταῖς ἀσιτίαις) οὐ τοσοῦτον ἐνδείᾳ <lb/>τῆς τῶν
                        στερεῶν σωμάτων τροφῆς, ὅσον τοῦ πνεύματος οἱ <lb/>σφαττόμενοι, καὶ διὰ
                        τοῦτο γοῦν ἅπαντα τὰ μόρια μαλακά <lb/>τέ ἐστι καὶ ὑγρὰ τοῖς τῶν ζώντων
                        ὁμοίως, ἐπειδὴ τὸ περιεχόμενον <lb/>ἐν αὐτοῖς ὑγρὸν, ὑφ’ οὗ πρώτως τρέφεται,
                        σώζεται <lb/>σύμπαν· οἱ δ’ ὑπὸ λιμοῦ διαφθαρέντες ἥκουσι μὲν <lb/>ἐγγὺς τοῦ
                        ὄντως μαρασμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μεμαράνθαι φήσομεν <lb/>αὐτοὺς, ὅταν γε τῆς
                        ἀκριβολογίας μηδέπω καιρὸς ᾖ, <lb/>κατ’ ἀλήθειαν δ’ οὐκ ἐμαράνθησαν, ἢ οὐ
                        πάντα γε τὰ μόρια <lb/>τοῦ σώματος· ὁ δ’ ὄντως μαρασμὸς ὁμοίως μαραίνει
                        <lb/>πάντα, διότι καὶ τὰς ἀρχάς. ἔστι δ’ οὗτος ἐν μὲν ταῖς <lb/>ἡλικίαις τὸ
                        γῆρας, ἐν δὲ τοῖς παρὰ φύσιν ὁ μαρασμώδης <lb/>πυρετός. ἑτέρα δέ τις
                        ἀνάλογος γήρᾳ διάθεσις, ἣν οὐδὲν <pb n="685"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="185"/>χεῖρον ὀνομάζειν ἐκ νόσου γῆρας, οὐ μὰ
                        Δί’ οὔθ’ ὡς <lb/>Φίλιππος, ὃς τὸν ἕνα μαρασμώδη πυρετὸν καλεῖ. οὐ γάρ
                        <lb/>ἐστιν ἡ τοιαύτη διάθεσις πυρετὸς, ἐν ᾗ ψυχροτέρα τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν ἡ
                        καρδία γέγονεν. ὅτι δ’ οὕτως ἔχει κράσεως, οὐκ <lb/>ἐλάχιστον γνώρισμα
                        μικρὸς καὶ ἀραιὸς σφυγμὸς ἀποτελούμενος, <lb/>ὡς καὶ αὐτὸς ὁ Φίλιππος
                        γράφει· δέδεικται δὲ ἐν τῷ· <lb/>περὶ σφυγμῶν ὁ τοιοῦτος σφυγμὸς ἐν ψύξει
                        γινόμενος. ἀλλὰ <lb/>καὶ ἡ ἀναπνοὴ τοῖς οὕτω διακειμένοις ὁμοίως φαίνεται τῷ
                        <lb/>σφυγμῷ μικρά τε ἅμα καὶ ἀραιὰ, καὶ διὰ πολλοῦ, τὴν ψύξιν
                        <lb/>ἐνδεικνυμένη καὶ αὕτη τῶν κατὰ τὴν καρδίαν, ὡς καὶ τοῦτ’ <lb/>ἐν τοῖς
                        περὶ δυσπνοίας δέδεικται. οὐ μὴν οὐδ’ ἐκπνέουσι <lb/>θερμὸν, ὅπερ ἀχώριστόν
                        ἐστι καὶ αὐτὸ τοῦ κατεψύχθαι τὴν <lb/>ἀρχὴν, ὥπερ γε τὸ ἐναντίον τοῦ
                        θερμανθῆναι. πόθεν οὖν, <lb/>ὅτι πυρέττουσιν; οὐδὲ γὰρ ὁ θώραξ αὐτῶν ἐστι
                        θερμὸς, <lb/>οὔτ’ οὖν κατὰ τὸ στέρνον, οὔθ’ ἑτέρωθι, οὔτ’ ἐν τῷ κατὰ
                        <lb/>μασχάλην τε καὶ τὰ κυρτὰ τῶν πλευρῶν, οὔτ’ ἄχρι ῥάχεως. <lb/>ἀλλὰ ταῦτα
                        μὲν ὁμολογεῖ καὶ ὁ Φίλιππος, ἔχειν δ’ αὐτῶν <lb/>φησι τοὺς σφυγμοὺς τὸ
                        σημεῖον τοῦ πυρετοῦ, τὴν σκληρότητα ﻿<pb n="686"/> δηλονότι λέγων, ἣν
                        ἀχώριστον ἔθετο σημεῖον ἁπάντων πυρετῶν <lb/>Ἀρχιγένης. ἀλλ’ εἰ μὲν τὸν
                        ὄντως λέγει σκληρὸν, ὑπάρχει <lb/>μὲν τοῖς μαραινομένοις ἅπασι διὰ τὴν
                        ξηρότητα τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>οὐ μὴν σημεῖόν ἐστι πυρετῶν· εἰ δ’ ὃν Ἀρχιγένης
                        <lb/>ἐκάλει σκληρὸν, ὄνομα μόνον φθεγγόμενος, οὐ μὴν ἔχων γε <lb/>δεῖξαι
                        πρᾶγμα καθ’ οὗ τοὔνομα φέρει, γέγραπται καὶ ἡμῖν <lb/>περὶ αὐτοῦ πολλὰ κατὰ
                        τὰς περὶ τῶν σφυγμῶν πραγματείας. <lb/>τὸ μέν τοι γῆρας τὸ ἐκ νόσου, ψύξις
                        ὂν ἅμα ξηρότητι, <lb/>πυρετὸς οὐκ ἔστι, τὸ δὲ ἕτερον εἶδος, ὁ περιφρυγὴς
                        ὀνομαζόμενος <lb/>ὑπὸ τοῦ Φιλίππου μαρασμὸς, ὄντως ἐστὶ μαρασμὸς, <lb/>ὥσπέρ
                        γε καὶ ὁ συγκοπώδης. καί ἐστιν αὐτοῖς ὁ σφυγμὸς <lb/>πυκνός τε καὶ μικρὸς,
                        ἐπὶ μέρος δὲ τοῖς ἐν τῷ περιφρυγεῖ συμβαίνει <lb/>θερμὰ ἐκφυσᾷν πνεύματα
                        χαίνουσιν, ὡς ἄν τις εἰκάσειεν <lb/>αὐτὸ τῇ καύσει. ἡ γένεσις δὲ, ὡς
                        εἴρηται, τῷ περιφρυγεῖ <lb/>μὲν ἐκ θερμότητος καὶ καυσωδεστάτων ἐστὶ
                        πυρετῶν, <lb/>καὶ μάλιστα ἐπὶ ξηρότητι τῆς ἕξεως· τῷ συγκοπώδει δὲ ἐπειδὰν
                        <lb/>ἐν συγκοπῇ γενηθέντες ἐκφεύγουσιν ἐν τῷ παραυτίκα τὸ <pb n="687"/> τοῦ
                        κινδύνου σφοδρὸν, ὑπολείπεται δ’ αὐτοῖς τι τῆς συγκοπώδους <lb/>διαθέσεως. ὁ
                        δὲ ψυχρὸς μαρασμὸς ὁ τὴν τοῦ γήρως <lb/>ἔχων διάθεσιν ἐκ μεταπτώσεως γίνεται
                        πυρετῶν ψυχθέντων <lb/>ὡς οὐ χρὴ, διά τε πόσεως ὕδατος ψυχροῦ, καὶ ὅσα καθ’
                        ὑποχονδρίου <lb/>τε καὶ θώρακος ἐπιφερόμενα ἰάματα ψυκτήρια· τὸ <lb/>δ’ ὡς
                        οὐ χρὴ, διττόν ἐστι, ἤτοι γε ἀμετρότερον τοῖς ψύχουσι <lb/>χρησάμενον, ἢ μὴ
                        ἐπὶ προσήκοντι τῷ χρόνῳ. συμβαίη δ’ <lb/>ἄν ποτε καὶ κατ’ ἀμφοτέρας ἅμα τὰς
                        αἰτίας συστῆναι τὸ <lb/>πάθος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅτι δὲ ἀδύνατον ἰάσασθαι μαρασμὸν, ὅταν <lb/>ὄντως μαρασμὸς ᾖ, λέλεκται μέν
                        που καὶ πρόσθεν, ἡνίκα <lb/>περὶ τοῦ γήρως ἐγράφομεν, εἰρήσεται δὲ καὶ νῦν.
                        συμβαίνει <lb/>τι τοιοῦτον τοῖς οἰομένοις ἰᾶσθαι μαρασμὸν, οἷόν τι καὶ τοῖς
                        <lb/>ὑπειληφόσι τὴν εἰς τὰ πρόσω μετάστασιν τῶν <milestone unit="ed2page" n="186"/>καταμαρανθέντων <lb/>κατὰ ῥάχιν σπονδύλων. ἐξ ὧν γὰρ ἑκάτεροι
                        περὶ <lb/>τὰς διαγνώσεις τῶν παθῶν ἐσφάλησαν, ἐκ τούτων ᾠήθησαν <lb/>ἑαυτοὺς
                        μέγιστα κατωρθωκέναι. καταλεπτυνθέντας μὲν γάρ <pb n="688"/> τινας ἰάσαντο,
                        μαρανθέντας δὲ μηδένας. διττῆς δὲ οὔσης <lb/>τῶν οὕτω λεπτυνθέντων τῆς
                        διαθέσεως, ὑπὲρ ἑκατέρας ἰδίᾳ <lb/>λεκτέον. γίνεται τοίνυν ἡ μὲν ἑτέρα τῶν
                        κατισχνωθέντων <lb/>διάθεσις, ἐπειδὰν ἥ τε ὑγρότης ἀπόλλυται τῶν στερεῶν
                        σωμάτων, <lb/>ἣν οἰκείαν αὐτῶν ἔφαμεν εἶναι τροφὴν, αἵ θ’ ἁπαλαὶ <lb/>σάρκες
                        συντακῶσιν· ἡ δ’ ἑτέρα τῶν σωμάτων αὐτῶν ἅπτεται <lb/>τῶν στερεῶν, ἃ δὴ καὶ
                        πρῶτά τε καὶ ὁμοιομερῆ προσαγορεύομεν. <lb/>αὕτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ ἀνίατος,
                        ὥσπέρ γε καὶ <lb/>τὸ γῆρας· ἡ δὲ ἑτέρα κινδυνώδης, οὐ μὴν τὸ πάμπαν <lb/>γε
                        ἀνίατος, ἐν μὲν τῷ κοινῷ γένει ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις <lb/>ἐστὶ, τῶν ἐναντίων
                        τῷ πάθει δεομένη βοηθημάτων, οὐ μὴν <lb/>ὡσαύτως γε ταῖς πλείσταις αὐτῶν
                        ἀσφαλής. ὑγρανθῆναι μὲν <lb/>γὰρ χρὴ τὰς τρεῖς διαθέσεις, καὶ τοῦτ’ αὐταῖς
                        κοινὸν ἐπὶ <lb/>κοινῇ τῇ ξηρότητι, θερμανθῆναι δεομένης τῆς μιᾶς, ἣν τῷ
                        <lb/>γήρᾳ προσεικάζομεν. ὥσπέρ γε καὶ ψύξαι μίαν, ἣν περιφρυγῆ <lb/>μαρασμὸν
                        ὀνομάζομεν. ἐπιμίκτου δέ πως ἰάσεως ὁ <lb/>συγκοπώδης δεῖται μαρασμὸς, οὔτε
                        γεγονὼς ἤδη, μεμνῆσθαι <pb n="689"/> γὰρ χρὴ τούτου διαπαντὸς, ἀλλ’ ἔτι
                        γινόμενος, ἐκδαπανωμένης <lb/>τῆς συμφύτου τοῖς στερεοῖς μορίοις ὑγρότητος. <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="377"/>οὗτοι μὲν οἱ σκοποὶ τῆς ἰάσεως. ὅπως δ’
                        ἄν τις εὕροι <lb/>τὰς ὕλας τῶν βοηθημάτων, ἔτι τε σὺν· αὐτοῖς τὸν τρόπον
                        <lb/>τῆς χρήσεως, ἐφεξῆς ἂν εἴη σκεπτέον. ἄμεινον μὲν οὖν γεγράφθαι <lb/>τῷ
                        Φιλίππῳ, μὴ μόνον ὅσα γέγραπται κατὰ τὸ <lb/>πρῶτον περὶ μαρασμοῦ βιβλίον
                        ὑπέρ τε γενέσεως τοῦ πάθους <lb/>καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ διαφορᾶς διαγνώσεώς τε
                        καὶ μεταπτώσεως, <lb/>ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς θεραπείας τι. νυνὶ δὲ ταύτην μὲν, ὡς
                        ἔοικεν, <lb/>οὐκ ἔφθασεν γράφειν. ζητήσας γοῦν ἐγὼ πάνυ πολλοῖς <lb/>ἔτεσι
                        τὸ περὶ μαρασμοῦ δεύτερον, οὔτ’ αὐτὸς εὗρον οὔτ’ <lb/>ἄλλῳ συνέτυχον
                        ἀνεγνωκέναι ποτὲ φάσκοντι. κατὰ δὲ τὸ <lb/>πρῶτον βιβλίον, ὅ τινες οὐδὲ
                        πρῶτον ἐπιγράφουσιν, ἀλλ’ <lb/>ἁπλῶς περὶ μαρασμοῦ, διὰ τὸ μὴ φαίνεσθαι τὸ
                        δεύτερον, <lb/>ἐπεμνήσθη βαλανείου χρήσεως. οὐ μὴν ἀποδέχεται τοὺς χρωμένους
                        <lb/>ὡς βοηθήματι, βλάπτεσθαι νομίζων ὑπ’ αὐτοῦ τοὺς <lb/>μαραινομένους· ἅτε
                        δ’ ἐν παρέργῳ μνημονεύσας, οὔτ’ <lb/>ἐπεξῆλθεν οὔθ’, ὡς εἴωθεν, ἀκριβῶς
                        ἐσκέψατο περὶ τοῦ <pb n="690"/> βοηθήματος. καίτοι γε φαίνεται ἐναργῶς
                        ὑγραῖνον τοὺς κατεξηρασμένους, <lb/>ὡς ἔνεστιν ἐπί τε τῶν ὁδοιπορησάντων ἐν
                        <lb/>ἡλίῳ θερινῷ, ἢ καὶ ἄλλως ὁπωσοῦν γυμνασαμένων ἢ ἐγκαυθέντων
                        <lb/>θεάσασθαι· τούτους τε γὰρ ἅπαντας ἔτι τε πρὸς αὐτοῖς <lb/>ὅσοι διψώδεις
                        εἰσὶν, ὑγροὺς καὶ ἀδίψους καθίστησί τε <lb/>καὶ ἐργάζεται· φαίνεται δὲ καὶ
                        τοὺς ἄλλους ὁπωσοῦν ἐξηρασμένους, <lb/>ἢ ὑπὸ ἀγρυπνίας, ἢ φροντίδος, ἢ
                        ἀφροδισίων, ἢ <lb/>βρωμάτων, ἢ φαρμάκου ξηραίνοντος, ἢ θυμοῦ, πάντας
                        ἐπιτέγγον <lb/>τε καὶ ἀνακτώμενον. ἀλλά μοι δοκεῖ Φίλιππος ἐπὶ <lb/>τῶν ἤδη
                        ὄντως μεμαρασμένων κατεγνωκέναι βαλανείου, οὓς <lb/>οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν ἰᾶται,
                        ὥστε με διχόθεν ἀποστῆναι τῆς γνώμης <lb/>αὐτοῦ, ἐξ ὧν τε νομίζει τῶν ὄντως
                        μαρανθέντων ἰάσασθαί <lb/>τινας, ἐξ ὧν τε βαλανείου κατέγνωκεν. ἔνεστι γὰρ
                        <lb/>ἐναργῆ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ λαβεῖν τὴν πεῖραν ἐπὶ τῶν μηδέπω <lb/>τὸν
                        ἀθεράπευτον νοσούντων μαρασμὸν, ὃν οὐδὲ μαρασμὸν <lb/>ἄν τις ἴσως
                        ἀκριβολογεῖσθαι βουλόμενος ὀνομάζοι. <lb/>ἀλλ’ ἡμῖν γε ὀνομάτων οὐ μέλει,
                        δυναμένοις ἑρμηνεῦσαι λόγου <lb/>τὰ πράγματα σαφέστερον. </p></div><pb n="691"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="187"/>Οὐσῶν γὰρ τῶν πρώτων τε καὶ γενικωτάτων
                        <lb/>ἐν τοῖς πυρετοῖς διαφορῶν τριῶν, ἐξαίρομεν ἔν γε <lb/>τῷ παρόντι τοὺς
                        ἐφημέρους· ὁ δέ μοι λόγος ὑπέρ τε τῶν <lb/>ἐπὶ χυμῶν γενήσεται καὶ τῶν
                        ἑκτικῶν. τῶν μὲν οὖν ἐπὶ <lb/>χυμοῖς σηπομένοις ἀναπτομένων πυρετῶν μετὰ τὴν
                        πέψιν <lb/>τῶν χυμῶν ἴαμα βαλανεῖόν ἐστι· τοῖς δὲ ἑκτικοῖς μόνοις μὲν
                        <lb/>συνισταμένοις χωρὶς ἐπιπλοκῆς τινος ἑτέρου πυρετοῦ πᾶς <lb/>χρόνος
                        ἐπιτήδειός ἐστι πρὸς λουτρόν· εἰ δὲ ἐπιπλέκοιτό τινι <lb/>τῶν ἐπὶ χυμῶν,
                        ὅταν ἐκεῖνοι πεφθῶσι. τοὺς δ’ αὐτοὺς χρὴ <lb/>νομίζειν εἶναι καιροὺς ὡς
                        ἔγγιστα καὶ δόσεως ψυχροῦ. ἀλλὰ <lb/>τούτου μὲν ἡ ἀποτυχία μετὰ μεγάλης
                        βλάβης γίνεται· βαλανείου <lb/>δ’ ἀκίνδυνος ἡ χρῆσις ἐπὶ τῶν εἰρημένων
                        πυρετῶν <lb/>ἐστι, πλὴν εἴπου μὲν ὑποπτεύοις ἀσθένειαν δυνάμεως· καὶ
                        <lb/>ἡμεῖς γε πολλοὺς ἐθεραπεύσαμεν ἐπιδόξους μαρανθήσεσθαι <lb/>διὰ τούτων
                        βοηθημάτων. εἴρηται δ’ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ διαφορᾶς <lb/>πυρετῶν, ὅτι καὶ τῶν
                        ἐφημέρων τινὲς κοινωνοῦσι τῷ <lb/>γένει τῶν ἑκτικῶν, καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐν τῇ
                        πρώτῃ τῶν ἡμερῶν <pb n="692"/> ἀκριβῶς γνωρίζειν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἤτοι περὶ τὴν
                        δευτέραν, <lb/>ἢ πάντως γε τὴν τρίτην· καὶ ὡς ἐπειδὰν πρῶτόν τις γνῷ,
                        <lb/>διδόναι τὸ ψυχρὸν ὕδωρ· ἀκινδυνότατον γὰρ ἐν τούτῳ τῷ <lb/>καιρῷ, τῆς
                        τε δυνάμεως ἐῤῥωμένης ἔτι καὶ δαψιλοῦς τοῦ <lb/>αἵματος ἐν τῷ σώματι
                        περιεχομένου. χρονίζοντες μὲν γὰρ <lb/>ἀσθενεῖς γίνονται δυνάμει, ὀλίγον δ’
                        ἴσχουσι τὸ αἷμα. βλάπτονται <lb/>τοιγαροῦν ὡς τὰ πολλὰ βλάβην διττὴν, μίαν
                        μὲν <lb/>τῷ πλήττεσθαί τε καὶ καταψύχεσθαί τινα τῶν μορίων ἐν τῇ <lb/>πόσει
                        τοῦ ψυχροῦ· ἑτέραν δὲ, ἐπειδὰν οἱ διδόντες αὐτοῖς τὸ <lb/>ὕδωρ μὴ
                        κρατήσαντες τοῦ συμμέτρου καταψύξωσιν οὐ μόνον <lb/>ἄλλο τι μόριον, ἀλλὰ καὶ
                        αὐτὸ τὸ τὴν ἀρχὴν ἔχον τῆς γενέσεως <lb/>τοῦ πυρετοῦ. εἰ δὲ καὶ τὴν καρδίαν
                        ἐπιπλέον ἐμψύξαιεν, <lb/>εἰ μὲν ἔτι διαφυλάττει τὴν ἔμφυτον ἰκμάδα,
                        κατάπτωσις γίνεται <lb/>δυνάμει· εἰ δὲ ἤδη ξηροτέρα ὑπάρχουσα, ἡ τῷ γήρᾳ
                        διάθεσις <lb/>ἐοικυῖα διαδέξεται. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν καιρὸν ἐν ᾧ <lb/>πρῶτα
                        τὰ γνωρίσματα σαφῆ τῶν ἑκτικῶν πυρετῶν ἐστι, καὶ ἡ <lb/>τῶν ἔξωθεν
                        ἐπιτιθεμένων ψυχόντων φαρμάκων προσφορὰ <lb/>χρήσιμος ὑπάρχει κατ’ αὐτῆς
                        ἐπιτιθεμένων, ὡς ἂν εἴποι τις, <pb n="693"/> τῆς ἑστίας τοῦ πυρετοῦ, περὶ ἧς
                        ὀλίγον ὕστερον ἀκριβῶς διοριοῦμεν. <lb/>νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ βαλανεῖον ἐπάνειμι
                        χρήσιμον ὑπάρχον <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς αὐχμώδεσι πυρετοῖς, ὅταν γε ἄλλο μηδὲν
                        <lb/>κωλύοι τῶν ἐπιπλεκομένων αὐτοῖς· χρησιμώτερον δ’ ἔστιν ὅτε <lb/>καὶ τῶν
                        ἐμψύχων φαρμάκων, ὅταν ἐπικρατῇ τὸ αὐχμῶδες <lb/>ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ ζῶον ἢ
                        κατὰ τὴν ἑστίαν. λέγω δὲ ἑστίαν <lb/>τοῦ πυρετοῦ τὸ μόριον ἐκεῖνο τοῦ ζώου
                        τὸ πρῶτον ἀμέτρως <lb/>θερμανθὲν τοῖς στερεοῖς μέρεσιν ἑαυτοῦ. πρώτη μὲν οὖν
                        ἡ <lb/>καρδία θερμοτέρα τοῦ προσήκοντος γενομένη τὸν ἑκτικὸν πυρετὸν
                        <lb/>ἐπιφέρει· ἐφεξῆς δὲ τὸ ἧπαρ οὐ καθ’ ἑαυτὸ μὲν, ὥσπερ <lb/>ἡ καρδία, τῷ
                        δὲ ἐκείνην ἄγειν εἰς συμπάθειαν, ἡνίκα τὸ τῆς <lb/>καρδίας πάθος μὴ αὐτὸν
                        τῆς αἰτίας ἐφέξει λόγον, ἀλλὰ τὰ <lb/>τῶν γειτνιώντων αὐτῇ σωμάτων. ἑξῆς δὲ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ γαστὴρ, <lb/>καὶ μετὰ ταύτην ὅσα δύναται συνεκθερμαίνειν
                        ἑαυτοῖς <lb/>τὴν καρδίαν. ὅσον μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γειτνιάσει, μάλιστα πάντων
                        <lb/>ἐχρῆν τῷ πνεύμονι συνεκθερμαινομένην τὴν καρδίαν ἑκτικὸν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="188"/>καὶ ξηρὸν ἐπιφέρειν πυρετὸν, ᾧ μαρασμὸς
                        ἕπεται· <lb/>οὐ μὴν φαίνεται γιγνόμενον, ἅμα μὲν ὅτι τὸ σπλάγχνον ὑγρὸν, <pb n="694"/> ἅμα δ’ ὅτι διὰ τῆς ἀναπνοῆς ψυχόμενον, οὐ ῥᾳδίως ἄν ποτε
                        <lb/>διάθεσις ὁμοίαν αἰτίαν κτήσεται. ὡς τὰ πολλὰ μὲν οὖν κατὰ <lb/>τὰ λοιπὰ
                        σπλάγχνα μετὰ χολώδους χυμοῦ συνίστασθαι πέφυκεν <lb/>ὁ ἑκτικὸς πυρετὸς,
                        ἀναποθέντος εἰς τὴν γαστέρα τοῦ πάσχοντος <lb/>τόπου. καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ
                        Φίλιππος ἐρυσιπελατώδη <lb/>διάθεσιν ἐν τῇ γαστρὶ γενέσθαι νομίζει κατὰ τοὺς
                        <lb/>πλείους τῶν μαραινόντων πυρετῶν. εἰ δὲ ἐν γαστρὶ, ἀναγκαῖον <lb/>καὶ
                        καθ’ ἧπαρ ὑπονοῆσαι τὴν αὐτὴν συνίστασθαι διάθεσιν, <lb/>ἐφ’ οἷς σπλάγχνοις
                        πάσχουσι μόνοις ἔοικέν ὁ Φίλιππος <lb/>ἡγεῖσθαι γίνεσθαι μαρασμόν. ἐθεασάμην
                        δ’ οὐκ ὀλιγάκις τινὰς, <lb/>ἀπαθῶν ὑπαρχόντων τούτων, ἐν τῇ καρδίᾳ
                        μαρανθέντας, <lb/>ἧς οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐπιλέλησται ὁ μὴ ἐφ’ ἥπατι καὶ γαστρὶ
                        <lb/>μόνοις πάσχουσιν ἐπιδεῖξαι δυνάμενος ὅπως γίνεται μαραίνων <lb/>πυρετὸς
                        ἄνευ τοῦ τῇ καρδίᾳ διαδοθῆναι τὸ πάθος. οὐ μόνον <lb/>δὲ κατὰ τοῦτό μοι
                        σφάλλεσθαι δοκεῖ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἐπὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις μέρεσιν οὐχ
                        ἡγεῖται συνίστασθαι μαρασμώδη πυρετόν. <lb/>εἴτε γὰρ ἐρυσιπελατώδης διάθεσις
                        μόνη κατὰ γαστρὸς <pb n="695"/> γεννηθεῖσα τὸν τοιοῦτον ἐπάγει πυρετὸν, εἴτε
                        καὶ χωρὶς <lb/>ταύτης ἔστιν ὅτε τὸ σῶμα αὐτὸ μόνον ἐκπυρωθὲν ἄνευ χολώδους
                        <lb/>ὑγρότητος, ἐγχωρεῖ καὶ κατ’ ἄλλό τι μέρος ὁμοίαν γίνεσθαι
                        <lb/>διάθεσιν· ἀλλ’ εἴπερ εἴη τὸ μόριον ἐκεῖνο τοιοῦτον, οἷον <lb/>ἑαυτῷ
                        συνεκθερμῆναι τὴν καρδίαν, ἀνάγκη πᾶσα πυρετὸν γεννῆσαι <lb/>τὴν διάθεσιν
                        αὐτοῦ, καὶ τοῦτον πάντως ἐν τῷ χρόνῳ <lb/>γενόμενον ἑκτικὸν, εἰ μὴ λύοιτο,
                        μαρασμὸν ἐπενεγκεῖν. ἄλλως <lb/>τε ὅπερ εἶπον <milestone unit="ed1page" n="378"/>ἔμπροσθεν, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων σπουδάζειν <lb/>προσήκει, ἀλλὰ
                        τὰς ξηραινούσας ἁπάσας διαθέσεις τὸ <lb/>σῶμα διαγινώσκειν τε ἅμα καὶ
                        θεραπεύειν ὀρθῶς, ὧν ἐστι <lb/>μία καὶ ἡ μετὰ πυρώδους θερμότητος, ἣν
                        βαλανεῖον ὀνίνησιν <lb/>διαπαντὸς, ὅταν αὕτη καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρχῃ μόνη.
                        γίνεται γὰρ, <lb/>ὡς εἴρηται, ποτὲ σὺν ἐρυσιπελατώδει διαθέσει πυρετὸς
                        ἑκτικός <lb/>τε καὶ μαρασμώδης, καὶ δεῖται ψυχθῆναι πρότερον ἐδέσμασι τε
                        <lb/>καὶ πόμασι καὶ τοῖς ἔξωθεν ἐπιτιθεμένοις· ἀλλ’ αὐτὸς καθ’ <lb/>ἑαυτὸν ὁ
                        τοιοῦτος πυρετὸς ἄμικτος ἑτέρῳ νοσήματι βαλανείου <lb/>χρῄζει, καθάπερ καὶ
                        αἱ ἄλλαι πᾶσαι ξηρότητες, εἴτε θερμαὶ τύχοιεν, <lb/>εἴτε ψυχραί τινες οὖσαι.
                        θαυμαστὸν γὰρ δὴ τοῦτο τοῖς ﻿<pb n="696"/> βαλανείοις ὑπάρχει τὸ καὶ τὰς
                        θερμὰς ξηρότητας ὀνίνασθαι <lb/>καὶ τὰς ψυχρὰς, ὥσπερ γε καὶ τὸ διψώδεις μὲν
                        ποιεῖν τοὺς μὴ <lb/>διψῶντας, ἀδίψους δὲ τοὺς διψώδεις. ὅτι μὲν ἐργάζεται
                        <lb/>ταῦτα, καὶ χωρὶς λόγου παντὸς ἐναργῶς ὁρᾶται. φαίνονται <lb/>γὰρ, ὡς
                        εἴρηται πρόσθεν, ἐξ ἡλίου τε καὶ ὁδοιπορίας θερμαινόμενοί <lb/>τε καὶ
                        ξηραινόμενοι λουσάμενοι θαυμαστῶς ὅπως <lb/>ὑγραινόμενοί τε καὶ ψυχόμενοι·
                        καὶ τούτων οὐδὲν ἧττον οἱ ἐκ <lb/>κρύους ἰσχυροῦ θερμανθῆναι δεόμενοι,
                        τάχιστα καὶ οὗτοι <lb/>θερμαινόμενοι. καὶ μέν γε καὶ οἱ ἐξ ὁδοιπορίας τε καὶ
                        ἡλίου <lb/>διψώδεις ἀδιψότεροι γίνονται, καὶ οἱ μὴ διψώδεις δὲ, λουσάμενοι
                        <lb/>διψῶσι. χρὴ δὲ τούτους μὲν πλεονάκις, ἐκείνους δὲ <lb/>ἅπαξ λούσασθαι.
                        ταυτὶ μὲν οὕτω φαίνεται γινόμενα, καὶ <lb/>τὰς αἰτίας αὐτῶν ἐν ἑτέροις
                        εἴπομεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἐπὶ δὲ τὸ προκείμενον αὖθις ἰτέον, ὡς <lb/>ἅπαντας τοὺς ἑκτικοὺς πυρετοὺς
                        ὀνίνησι βαλανεῖον, ὅταν γε <lb/>αὐτὸ <milestone unit="ed2page" n="189"/>τοῦτο μόνον ἑκτικοὶ τυγχάνουσιν ὄντες· ἂν δὲ <lb/>ἐρυσίπελας, ἢ φλεγμονή
                        τις, ἢ σηπόμενοι χυμοὶ καὶ ἔτι <pb n="697"/> ἄπεπτοι περιέχονται κατὰ τὸ
                        σῶμα, διὰ ταῦτα βλαβῆναι συμβήσεται <lb/>τοὺς νοσοῦντας, οὐ διὰ τὸν ἑκτικὸν
                        πυρετόν. αὐτὸς <lb/>μὲν γὰρ, ᾗ πυρετός ἐστι, διαπαντὸς ὑπό τε ψυχροῦ
                        σβέννυται <lb/>πόματος ὑπό τε βαλανείων ὀνίναται, διὰ δὲ τὰς ἐπιμιγνυμένας
                        <lb/>αὐτῷ διαθέσεις οἱ κάμνοντες βλάπτονται. τὰ <lb/>μὲν δραστικώτατα τῶν
                        βοηθημάτων, ὡς κωλῦσαι γενέσθαι <lb/>μαρασμὸν, ταῦτά ἐστι, καὶ χρὴ
                        παραλαμβάνειν αὐτὰ πάνυ <lb/>θαῤῥούντως κατὰ τοὺς ἑκτικοὺς πυρετούς. εἰ δὲ
                        ἐρυσιπελατώδης <lb/>εἴη διάθεσις, ἀπέχεσθαι μὲν χρὴ βαλανείου τοπᾶν,
                        <lb/>ὕδατι δὲ ψυχρῷ κατὰ μὲν τὴν ἀκμὴν τοῦ νοσήματος χρηστέον
                        <lb/>ἀγωνιστικῶς, οὕτω δ’ ὀνομάζειν εἴωθεν, ὅταν ἀθρόον τε <lb/>καὶ
                        ψυχρότατον δῶμεν· ἐν ἀρχῇ δ’ οὐ χρηστέον, εἰ μὴ καταναγκασθείημεν <lb/>ὑπὸ
                        τοῦ κάμνοντος ἐν ἔθει τε ψυχροποσίας ὄντος, <lb/>οὐ φέροντός τε τὸ δίψος,
                        ἀλλ’ ἔξωθεν ἐπιτιθέναι χρὴ <lb/>τὰ ψύχοντα, καὶ εἰ μηδὲν ἀνύῃ, καὶ εἴσω τοῦ
                        σώματος ἀναγκάζειν <lb/>λαμβάνειν. μάλιστα δ’ αὐτοῖς ἁρμόττουσιν αἱ ὑγραὶ
                        <lb/>καὶ νέαι θριδακίναι, πεπλύσθωσαν δὲ ἀκραιφνεῖ ψυχρῷ, μάλιστα <lb/>μὲν
                        οὕτω ληφθεῖσαι, δεηθέντος δέ ποτε τὴν ἀηδίαν τῆς <pb n="698"/> προσφορᾶς
                        παραμυθήσασθαι τοῦ κάμνοντος, ὄξος ὕδατι ψυχρῷ <lb/>μίξαντες συγχωρεῖν ἐν
                        τούτῳ βάπτειν. ἔστω δὲ ἀκριβῶς <lb/>ἀποκεχωρηκὸς ἁπάσης οἰνώδους ποιότητος
                        τὸ ὄξος. ἔξωθεν <lb/>δὲ καὶ αὐτὸς μὲν ὁ τῆς θριδακίνης χυλὸς ἐπιτήδειος,
                        ἀλλὰ καὶ <lb/>ἀειζώου καὶ σέρεως ὅσα τ’ ἄλλα ψύχοντα. κάλλιστον δ’ ᾧ
                        <lb/>μάλιστα χρώμεθα κατὰ καιρὸν, τῶν ὀμφάκων. ἐνθλίψαντες <lb/>γὰρ αὐτῶν τὸ
                        ὑγρὸν, ἐμβάλλομεν ὅλμῳ μετὰ τῶν ἀνδραχνῶν, <lb/>εἶτα κόψαντες ἐκπιέζομεν,
                        ἐνστήσαντες τότε ἀγγεῖον ὕδατι <lb/>ψυχρῷ, κάλλιον δὲ εἰ καὶ χιόνος ἔχει τι.
                        μίγνυμεν δὲ ἐπὶ <lb/>τῆς χρήσεως ὀλίγον ἀλφίτου λευκοῦ, κᾄπειτα δεύσαντες
                        εἰς <lb/>ὀθόνιον δίπτυχον, ἐπιτείνομεν ἔξωθεν αὐτὸ κατὰ τῶν ὑποχονδρίων,
                        <lb/>οὐκ ἐῶντες χρονίζειν, ἀλλ’ ἐπειδὰν γένηται χλιαρὸν, <lb/>αἴροντες μὲν
                        τοῦτο, χρώμενοι δὲ ἑτέρῳ παραπλησίως, καὶ <lb/>τοῦτο διαπαντὸς ἐκ διαδοχῆς
                        ποιοῦντες, ἄχρις ἂν ὁ κάμνων <lb/>αἰσθάνηται τοῦ βάθους ψυχόμενος, καὶ
                        ἀδιψότερος γένηται. <lb/>μίγνυμεν δὲ ἐνίοτε καὶ ἔλαιον ὀμφάκινον ἢ ῥόδινον,
                        <lb/>ἐπειδὰν μάλιστα καὶ φλεγμονῶδές τι καθ’ ὑποχονδρίου ᾖ. <pb n="699"/>
                        τὰς μὲν οὖν ἐρυσιπελατώδεις διαθέσεις οὕτως ἐμψύχειν χρὴ, <lb/>γινώσκειν δὲ
                        ὡς εἴπερ εἴη τις τοιαύτη διάθεσις, τὸν πυρετὸν <lb/>ἀκριβῶς ἑκτικὸν ἀδύνατον
                        ὑπάρχειν. ἀκριβῶς δὲ ἑκτικός ἐστιν <lb/>ὁ μηδεμίαν ἀρχὴν, ἢ ἐπίδοσιν, ἢ
                        ἀκμὴν, ἢ παρακμὴν μερικοῦ <lb/>παροξυσμοῦ ποιούμενος. εἴρηται δ’ ἐν τῷ περὶ
                        τῆς διαφορᾶς <lb/>τῶν πυρετῶν τά τ’ ἄλλα καὶ ὡς ἐπὶ ταῖς τροφαῖς μόναις
                        <lb/>ἀναζέουσιν οἱ ἑκτικοὶ πυρετοὶ, καθάπερ ἡ τίτανος ἐπιχυθέντος
                        <lb/>ὕδατος, ἀλλ’ ἀφαιρεθείσης γε τῆς τοιαύτης αὐξήσεως, <lb/>ἴσοι
                        διαμένουσιν ἀεί. εἰ δὲ καὶ παρεμπίπτει ποτὲ κᾂν βραχυτάτη <lb/>τις αὔξησις ἢ
                        ἐπισημασία, διασκέπτεσθαι, μήτις ἤτοι <lb/>χυμῶν σηπεδὼν, ἢ τόπος ὁ πρῶτος
                        πεπονθὼς ἕτερός ἔστι <lb/>παρὰ τὴν καρδίαν, οὐδ’ αὐτὸς ἁπλῆν οὐδ’ ἑκτικὴν
                        ἔχων διάθεσιν, <lb/>ἀλλ’ ἤτοι φλεγμονώδη τινὰ, ἢ ἐρυσιπελατώδη. καὶ
                        <lb/>οὕτω τὴν θεραπείαν οἰκείαν ἐφαρμόττειν ταῖς διαθέσεσι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p><milestone unit="ed2page" n="190"/>Τοῦ μὲν οὖν περιφρυγοῦς μαρασμοῦ <lb/>τὴν
                        γένεσιν ἐκ τῶν καυσωδῶν πυρετῶν λαμβάνοντος ἡ κώλυσις <lb/>ἐν τοῖς
                        ψυκτηρίοις ἐστὶν ἰάμασιν, ἔξωθέν τε κατὰ τοῦ <pb n="700"/> πεπονθότος
                        ἐπιτιθεμένοις, εἴσω τε τοῦ σώματος λαμβανομένοις. <lb/>εἰ δ’ ἀποτελεσθείη
                        γῆρας ἐκ νόσου, τὸ μὲν ἀκριβῶς <lb/>ἤδη γεγονὸς ἀδύνατον ἰάσασθαι· τὸ δ’
                        οὔπω μὲν ἀπηκριβωμένον, <lb/>ἐγγὺς δὲ ἧκον αὐτοῦ τῆς γενέσεως, ἕνα μὲν ἔχει
                        τὸν <lb/>τῆς ἰάσεως σκοπὸν, ὃν ἀνάληψίν τε καὶ ἀνάθρεψιν ὀνομάζομεν, <lb/>ἐκ
                        πολλῶν τε τῶν κατὰ μέρος ἐνεργειῶν, ἃ πολλά τε καὶ <lb/>παμπόλλης ἀσφαλείας
                        δεόμενα, ὑπὲρ ὧν εἰ λέγοιμι νῦν, ὁ <lb/>λόγος ἄν μοι γένοιτο μήκιστος,
                        εἴρηται δὲ ἱκανῶς ἐν τῇ τῆς <lb/>θεραπευτικῆς μεθόδου πραγματείᾳ. νυνὶ δ’
                        ἀρκεῖ τό γε τοσοῦτον <lb/>εἰπεῖν, ὡς τὰ ἐξηραμμένα τῶν σωμάτων στερεῶν ἰᾶται
                        <lb/>τροφή. δέδεικται δὲ ἐν τοῖς περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ὡς <lb/>οὐχ
                        ἑαυτὴν ἡ τροφὴ ποδηγεῖ πρὸς ἅπαντα τὰ μέρη τοῦ σώματος, <lb/>ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῶν
                        ἕλκεται τῶν τρέφεσθαι δυναμένων. <lb/>ἄτονα δέ ἐστιν ἐν τοῖς μαρασμοῖς
                        ταῦτα, καὶ ἕλκειν ἄῤῥωστα <lb/>διὰ τὴν ξηρότητα, προσελθούσης δὲ καὶ ψύξεως
                        ἐγγὺς ἤδη <lb/>νεκρῶν τυγχάνει. χρὴ τοίνυν εὔελκτον εἶναι τὴν τροφὴν, ἵν’
                        <lb/>ὅπερ ἐνδεῖ τῇ ῥώμῃ τῶν ἑλκόντων, ἐκ τῆς κατὰ τὴν ὕλην ἐπιτηδειότητος
                            ﻿<pb n="701"/> ἀναπληρῶται. εὔελκτος δέ ἐστιν ἡ λεπτομερής τε <lb/>καὶ
                        φύσει θερμὴ, ἀλλ’ αὕτη γε τοὐπίπαν ἄτροφός ἐστιν. ἐπιδέδεικται <lb/>γὰρ ὥστε
                        τροφὴν μόνην ἀναγκαῖον παχεῖάν τε εἶναι <lb/>καὶ γλίσχραν, ὡς ἂν μόνιμός τε
                        καὶ δυσδιάπνευστος ᾖ, καὶ <lb/>τοῖς τρεφομένοις σώμασιν ἑτοίμως ὁμοιῶται.
                        μαχομένων γ’ <lb/>οὕτω τῶν σκοπῶν τούτων, ἀδύνατον μὲν εὐπορῆσαι τροφῆς
                        <lb/>ἀκριβῶς διασωζούσης ἀμφότερα· πειρατέον δὲ ὅμως κᾂν μετρίως
                        <lb/>ἑκάτερον ἐργάζεσθαι δυνάμενον ἐξευρεῖν. ἐμοὶ μὲν δὴ <lb/>βέλτιον οὐδὲν
                        εἰς τὰ τοιαῦτα γάλακτος εἶναι δοκεῖ, μάλιστα <lb/>μὲν εἴ τις αὐτὸ ὑπομένει
                        βδάλλειν ἐντιθέμενος τῷ στόματι γυναικεῖον <lb/>τιτθὸν, ὥσπερ Εὐρυφῶν τε καὶ
                        Ἡρόδικος ἐπὶ τῶν <lb/>φθινόντων ἀξιοῦσιν· εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ τό γε τῆς ὄνου
                        λαμβάνειν <lb/>ἔτι θερμὸν, ἐλαχίστῳ χρόνῳ ὡμιληκὸς τῷ περιέχοντι.
                        <lb/>συμφέρει μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος σκοπὸς τῶν τροφῶν <milestone unit="ed1page" n="379"/>οὐ <lb/>μόνον τοῖς γήρᾳ παραπλησίαν ἔχουσι διάθεσιν, ἢ
                        συγκοπώδεσι <lb/>μαρασμοῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς περιφρυγέσιν ὑπὸ τοῦ Φιλίππου
                        <lb/>προσαγορευομένοις. χρηστέον δὲ ταῖς ὕλαις τῶν τροφῶν, <pb n="702"/> ἐπί
                        γε τούτων, μὴ θερμαῖς, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ γήρως, ἀλλὰ <lb/>ψυχραῖς. ἐν τῷ μέσῳ δ’
                        ἀμφοῖν ἔστωσαν αἱ ταῖς συγκοπώδεσι <lb/>διδόμεναι. γάλα μὲν οὖν καὶ πτισάνη
                        καὶ χόνδρος <lb/>ἐπὶ τῶν τριῶν διαθέσεων ἁρμόττουσιν. ἀλλὰ τοῦ χόνδρου
                        <lb/>μὲν, δι’ ὄξους ὁμοίως πτισάνῃ σκευαζομένου, πρὸς τὸ ῥᾴδιον
                        <lb/>ἀναδίδοσθαι. μέλι δὲ ἐν μὲν ταῖς ψυχραῖς διαθέσεσι ὠφελιμώτατον,
                        <lb/>ἐν δὲ ταῖς θερμαῖς βλαβερώτερον. οὕτως οὖν <lb/>ἔχει κᾀπὶ τῶν ἐπιδόξων
                        μαρανθήσεσθαι τοὺς εἰρημένους μαρασμούς. <lb/>ἐναντιώτατον μὲν γὰρ τοῖς
                        περιφρυγέσιν, ὠφελιμώτατον <lb/>δὲ τοῖς τῶν γερόντων κινδυνεύουσιν ἴσχειν
                        διάθεσιν. <lb/>ἐν δὲ τοῖς συγκοπώδεσιν, εἰ μὴ κωλύοι τὰ τῆς γαστρὸς, ἑψῶντα
                        <lb/>διδόναι καθ’ ἑαυτό τε καὶ σὺν τοῖς ἄλλοις ἐδέσμασι. βαλανείου <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="191"/>δὲ χρῆσις εὔκαιρος εἴς τε τἄλλα τὰ
                        προειρημένα <lb/>καὶ εἰς τὰς ἀναδόσεις τῆς τροφῆς ἄριστον βοήθημα.
                        <lb/>παραλαμβάνειν δὲ αὐτὸς, πεπεμμένης ἤδη τῆς τροφῆς, οὐκ <lb/>ἐπ’ ἐνδείᾳ
                        μακροτέρᾳ. τῷ μὲν γὰρ ἀρτίως ἐδηδοκότι προσεισφερόμενον <lb/>λουτρὸν ὠμῶν
                        καὶ ἀπέπτων χυμῶν ἐμπίπλησι τὸ <pb n="703"/> σῶμα· τῷ δ’ ἐπ’ ἐνδείᾳ
                        μακροτέρᾳ τὴν δύναμιν καθαιρεῖ. <lb/>ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις καταστάσεσι
                        τοῦ σώματος, καὶ μάλιστα <lb/>ἐν τῇ νῦν προειρημένῃ, πειρατέον, ὡς εἴρηται,
                        λούειν <lb/>ἐπὶ συμπεπληρωμένῃ τῇ πέψει. καὶ ἡ τοῦ οἴνου δὲ χρῆσις <lb/>ἐπὶ
                        μὲν τοῦ ψυχροῦ μαρασμοῦ μεγάλως ὠφέλιμος, ἐπὶ δὲ <lb/>τοῦ περιφρυγοῦς
                        φευκτέον· μέση δέ πώς ἐστιν ἐν τῇ συγκοπώδει, <lb/>διότι καὶ ἡ διάθεσις αὕτη
                        μέση τέ ἐστι καὶ μικτὴ, <lb/>τὸ μέν τι ψύξεως ἔχουσα, τὸ δέ τι καὶ τοῦ
                        πυρετοῦ διασώζουσα. <lb/>μεταβαλλούσης δὲ τῆς τοιαύτης διαθέσεως πρὸς
                        <lb/>τἀναντία, ἐν μέρει ποτὲ μὲν κατάψυξίν τε καὶ ἀσφυξίαν <lb/>φερούσης καὶ
                        ἁπλῶς εἰπεῖν τὰ τῆς συγκοπῆς ἴδια, ποτέ <lb/>δὲ θερμότητα καὶ σφυγμοὺς
                        ὁμοίους τῷ περιφρυγεῖ, καὶ τὰ <lb/>τῆς θεραπείας χρὴ συμμεταβάλλεσθαι κατὰ
                        τὴν τῶν ἐπικρατούντων <lb/>φύσιν, ἐν μὲν τοῖς συγκοπώδεσιν οἶνόν τε <lb/>καὶ
                        τροφὰς εὐκράτους διδόντων ἡμῶν, καὶ πιλούντων καὶ <lb/>πυκνούντων τὸ σύμπαν
                        σῶμα, ἐν δὲ τῷ περιφρυγεῖ <lb/>τἀναντία. τὴν δὲ κατὰ μέρος ἁπάντων ἐπιδέξιον
                        χρῆσιν <pb n="704"/> ὁ γεγυμνασμένος ἐν τοῖς τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου
                        γράμμασιν <lb/>ἐξευρήσει. τουτὶ γὰρ τὸ βιβλίον οὐ τοῖς ἐπιτυχοῦσιν,
                        <lb/>ἀλλὰ τοῖς ἕξιν ἔχουσί τινα κατὰ τὴν τέχνην γέγραπται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>