<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1:1-11</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1:1-11</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΠΛΗΘΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Οὔτε πολλάκις ὀνομάζοντας ἕτερον ὄνομα <lb/>τοῦ πλήθους μᾶλλον ἔστιν εὑρεῖν
                        ἅπαντας τοὺς νῦν σχεδὸν <lb/>ἰατροὺς, οὔτ’ ἀγνοοῦντας ἕτερόν τι τούτου
                        μᾶλλον. ὅσοι <lb/>γοῦν αὐτῶν οἷοί τέ εἰσι καὶ δοῦναι καὶ λαβεῖν λόγον, οἱ
                        <lb/>πλεῖστοι μὲν ἀποκρίνονται τοῖς <milestone unit="ed2page" n="323"/>ἐρομένοις ὅ τι ποτ’ οὖν <lb/>ὀνομάζουσι πλῆθος, ὡς ἐν τῷ πρὸς τὶ λέγεται
                        τοὔνομα, καθάπερ <lb/>τὸ πολύ τε καὶ τὸ ὀλίγον, ὥστε οὐκ εἶναι δυνατὸν ἐν
                        <lb/>μέτρῳ περιλαβεῖν αὐτό· τὸ γὰρ ἑτέρῳ πολὺ, τοῦτ’ ἐνίοτε <lb/>ὑπάρχει
                        ὀλιγώτερον ἑτέρῳ. καὶ ἐπειδὰν ἐρωτήσῃς αὐτοὺς, <lb/>ἀξιῶν ἀποκρίνεσθαι τὸ
                        πρᾶγμα πρὸς ὃ τὸ πλῆθος εἶναι <pb n="514"/> λέγουσι, τινὲς μὲν ἰχθύων
                        ἀφωνότεροι γίγνονται, τινὲς δὲ <lb/>οὕτω μακρά τε καὶ ἀλλόκοτα ληροῦσιν, ὡς
                        μὴ παρακολουθῆσαι <lb/>δύνασθαι τοῖς ὑπ’ αὐτῶν λεγομένοις. ὀλίγιστοι δὲ
                        ἀποκρίνονται, <lb/>τὸ πολὺ καὶ ὀλίγον ὡς πρὸς τὴν δύναμιν νοεῖσθαι· <lb/>καὶ
                        εἰ αὖθις αὐτοὺς ἐπανέροιο, τί λέγουσι δύναμιν, <lb/>ἔνιοι μὲν οὐδ’ ὅλως
                        ἀποκρίνονται· τῶν δὲ τολμησάντων ἀποφήνασθαί <lb/>τι λέγει μὲν οὐδεὶς οὐδενὶ
                        ταὐτὸν, οἱ πλεῖστοι δὲ <lb/>πάντα μᾶλλον ἢ δύναμιν ἑρμηνεύουσιν. εἰ δέ τις
                        ἐν αὐτοῖς <lb/>εὑρεθείη μέχρι τοσούτου φρόνιμος, ὡς ἤτοι δραστικὴν οὐσίαν,
                        <lb/>ἢ αἰτίαν δραστικὴν εἰπεῖν εἶναι τὴν δύναμιν, εἶτ’ ἐρωτηθείη,
                        <lb/>πρῶτον μὲν εἰ ἔστι τις οὐσία τοιάδε διοικοῦσα τὸ ζῶον, ἔπειτα
                        <lb/>εἴπερ ἔστι, καὶ τί ποτέ ἐστιν αὕτη, διελθεῖν, οὐκέτι οὐδ’ <lb/>οὗτος
                        ἀποκρίνεται ἐρωτώμενος τὸ ἀπορούμενον, ἀλλ’ ἤτοι <lb/>σιωπᾷ τελέως, ἢ
                        ἐκτοπίζει τὸν λόγον εἰς τοιοῦτον, ὡς βέλτιον <lb/>ἂν εἴη σιωπᾷν. εἰ δὲ κᾀν
                        τούτοις τις εὑρεθείη μέχρι τοσούτου <lb/>σωφρονῶν, ὡς ἥτις μέν ἐστιν ἡ οὐσία
                        τῆς δυνάμεως <lb/>οὐκ ἔχειν εἰπεῖν, ὅτι δὲ ἔστι, ἐκ τῶν ἔργων τεκμαίρεσθαι,
                        <lb/>πάλιν αὖ καὶ αὐτὸς οὗτος ἐρωτηθεὶς, εἰ τὰ γεγραμμένα τε <pb n="515"/>
                        πρὸς Ἀσκληπιάδου καὶ πολλῶν Ἀσκληπιαδείων τε καὶ μεθοδικῶν <lb/>ὑπὲρ τοῦ
                        μηδεμίαν εἶναι δύναμιν ἐν τοῖς ζώοις, ἀνεσκέψατό <lb/>τε καὶ διελύσατο,
                        φαίνεται μηδ’ εἰ λέλεκται πρὸς <lb/>αὐτῶν ἐπιστάμενος. ἐκείνων δὲ αὖ πάλιν
                        αὐτῶν, ὅσοι τὴν <lb/>δύναμιν οὐκ εἶναί φασιν, ὅτι μὲν ὡς πρὸς ταύτην
                        ἀρνοῦνται <lb/>νοεῖσθαί τε καὶ συνίστασθαι τὸ πλῆθος, μᾶλλον εὔδηλον·
                        <lb/>ἀδύνατον γάρ ἐστι πρὸς τὴν μηδ’ ὅλως ὑπάρχουσαν σχέσιν <lb/>συστῆναί τε
                        καὶ νοηθῆναι τὸ πλῆθος· ὡς πρὸς τὰς χώρας δὲ <lb/>τῶν ἀγγείων μόνας
                        ὑπολαμβάνουσι τὸ πολύ τε καὶ ὀλίγον <lb/>ὑπάρχειν· ἐνίοτε δὲ οὐδὲ τὴν ἀρχὴν
                        ὅλως ὀνομάζουσι πλῆθος, <lb/>οὐδὲ ἀπ’ αὐτοῦ τινα κενώσεως ἔνδειξιν
                        λαμβάνουσι, ἀλλὰ ἀπὸ <lb/>μόνης στεγνώσεως, ἣν ὅτι μηδεὶς αὐτῶν ὡσαύτως
                        ἐξηγεῖται, <lb/>δέδεικται δι’ ἑτέρων. καὶ μὴν καὶ τρίτος τις ἄλλος ἐστὶ
                        χορὸς, <lb/>οὔτε γινώσκων, εἴτε ἔστιν, εἴτε οὐκ ἔστι τις δύναμις, οὔτε
                        <lb/>ζητεῖν ὁμολογῶν, ἀλλ’ ἐπί τισιν ἐναργῶς φαινομένοις σημείοις <lb/>περὶ
                        τὸν κάμνοντα συνισταμένοις, ἐκ πείρας μακρᾶς εὑρῆσθαι <lb/>φάσκων ἑαυτῷ τὴν
                        κένωσιν· εἶτ’ ἐρωτώμενος ἅττα ποτέ <pb n="516"/> ἐστι τὰ σημεῖα ταῦτα,
                        διάτασιν ἀγγείων φησὶ, καὶ ἔρευθος <lb/>καὶ βάρος ὅλου τοῦ σώματος, ὄκνον τε
                        πρὸς τὰς κινήσεις καὶ <lb/>τάσεις τῶν μελῶν. ἔνιοι δὲ αὐτῶν καὶ τὴν ἑλκώδη
                        καὶ κοπώδη <lb/>προστιθέασιν αἴσθησιν, ἀργόν τε τὸν ἔμπροσθεν βίον <lb/>ἐν
                        προσφοραῖς ἐδεσμάτων τε καὶ πομάτων πλείοσι, καὶ συνήθων <lb/>ἐκκρίσεων
                        ἐποχῇ. ἐπὶ ταύτῃ γοῦν τῇ συνδρομῇ, καλοῦσι <lb/>γὰρ οὕτω τὸ ἄθροισμα τῶν
                        συμπτωμάτων, τετηρῆσθαι φλεβοτομίαν <lb/>ὠφελοῦσαν. οὗτοι μὲν οὖν οὐ μόνον
                        ἑαυτοὺς, ἀλλὰ <lb/>καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας ἀνθρώπους ἀφαιροῦνται τὸν λόγον,
                        <lb/>ἐκ πείρας εὑρῆσθαι πάντα φάσκοντες· οἱ δ’ ἄλλοι, καθάπερ <lb/>εἴρηται
                            <milestone unit="ed2page" n="324"/>νῦν δὴ, λόγῳ τε χρῆσθαί φασι, καὶ τὴν
                        δύναμιν <lb/>οἱ μὲν ὡς οὐδ’ ὅλως ἔστιν, οἱ δὲ ὡς ἔστι μὲν, ἥτις δ’
                        <lb/>αὐτῆς ἡ οὐσία, μὴ γινώσκεσθαί φασιν· ὡς ὀλιγίστους εἶναι <lb/>τοὺς
                        ἀποφήνασθαι τολμῶντας ὕπαρξίν τε καὶ οὐσίαν δυνάμεως. <lb/>ἀλλὰ καὶ τούτων
                        οὔτε τὸν ἀριθμὸν οὔτε τὴν οὐσίαν <lb/>ἅπαντες ἀποφαίνονται τὴν αὐτήν· ἀλλὰ
                        καὶ τῶν ἀπολιπόντων <lb/>ἡμῖν συγγράμματα τινὲς μὲν ἀταλαιπωρότερον ὡς
                        <lb/>περὶ μιᾶς ἀεὶ διαλέγονται τῆς τὸ ζῶον διοικούσης δυνάμεως, <pb n="517"/> οὐδένα λογισμὸν προστιθέντες· ἔνιοι δὲ ἀποδεικνύειν ἐπιχειροῦσι, <lb/>καὶ
                        πλείους μιᾶς οὐκ εἶναί φασιν. ὥστ’ ἀναγκαῖον <lb/>ὅστις ἀποφαίνεται πλῆθος
                        εἶναι κατὰ τὸ σῶμα τοῦ κάμνοντος, <lb/>ἀποκεχωρηκέναι μὲν ἤδη τοῦτον ἀπό τε
                        τῶν ἐμπειρικῶν ὀνομαζομένων <lb/>ἰατρῶν ἀπό τε τῶν μεθοδικῶν· ἤτοι δ’ ὡς
                        πρὸς <lb/>τὴν δύναμιν, ἢ ὡς τὰ ἀγγεῖα λέγειν τὸ πολύ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Καὶ τοίνυν καὶ ἡμῖν ὁ μὲν πρὸς τοὺς ἐμπειρικούς <lb/>τε καὶ μεθοδικοὺς
                        ἀναβεβλήσθω λόγος, ἐπὶ δὲ τοὺς <lb/>ἑτέρους ἴωμεν, ὅσοι σὺν λογισμῷ φασι τὴν
                        τέχνην μεταχειρίζεσθαι. <lb/>καίτοι γε ἔνιοι τῶν νῦν εἰς τοσοῦτον ἥκουσι
                        τόλμης, <lb/>ὡς ἐπιγράφεσθαι μὲν ἑαυτοῖς αἱρέσεως ὀνόματα, γινώσκειν <lb/>δὲ
                        οὐδὲν οὐδὲ ἐκείνων (ἐστὶν) αὐτῶν. ἀκοῦσαι γοῦν <lb/>ἔστι πολλάκις πολλῶν ἐπὶ
                        μὲν τῶν ἀῤῥώστων λεγόντων, ὡς <lb/>μεστὸς ὁ ἄνθρωπός ἐστι καὶ φλεβοτομητέον
                        αὐτόν· αὖθις <lb/>δ’ ἐμπεσόντος λόγου, μεθοδικοὺς ἢ ἐμπειρικοὺς ὀνομαζόντων
                        <lb/>ἑαυτούς. ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον, ἐπὶ τοὺς ἀναλογισμῷ χρωμένους <lb/>ἐλθόντες,
                        τοῖς ἐξ αὐτῶν πρώτοις διαλεχθῶμεν, ὅσοι πρὸς <lb/>τὴν δύναμιν ἀεὶ ἐννοοῦσι
                        τὸ πολύ. κινδυνεύουσι γὰρ οὗτοι ﻿<pb n="518"/> μήτ’ ἀσκοὺς ἑωρακέναι, μήτε
                        θυλάκους ἀμέτρως πεπληρωμένους, <lb/>ἀλλὰ μηδὲ σιτίου ποτὲ προσενηνέχθαι
                        πλείω τοῦ δέοντος, <lb/>ὡς διατείνειν τὴν γαστέρα, μηδ’ οὖρον ἠθροικέναι
                        ποτὲ <lb/>ἐν τῇ κύστει περαιτέρω τοῦ προσήκοντος, ἢ κόπρον ἐν ἀπευθυσμένῳ·
                        <lb/>διατείνεται γὰρ ἐναργῶς ἐν πάσαις ταῖς τοιαύταις <lb/>περιστάσεσιν
                        ἕκαστον τῶν εἰρημένων ὀργάνων, ὡς ἀνιᾶσθαι <lb/>τὸν ἄνθρωπον, ἢν μὴ θᾶττον
                        ἐκκρίνῃ τὸ πλεονάζον. οὐ μὴν <lb/>οὐδ’ ἡ αὐτή γε αἴσθησις γίνεται τοῦ
                        βαρύνοντος ἢ δάκνοντος, <lb/>ἢ ἀῤῥήτῳ τινὶ ποιότητι λυποῦντος. ἀκοῦσαι γοῦν
                        ἔστι καὶ <lb/>τῶν ἰδιωτῶν αὐτὸ τὸ συμβαῖνον αὐτοῖς ἐναργῶς ἑρμηνευόντων,
                        <lb/>ἄνευ τῆς περὶ τὸ δόγμα φιλονεικίας, ἐνίοτε μὲν ὡς ὑπὸ <lb/>τροφῆς
                        βαρυνομένων καὶ θλιβομένων, καίτοι γε ἐλάχιστα <lb/>προσενηνεγμένων· ἐνίοτε
                        δ’ ὡς δάκνοιντό τε καὶ διαβιβρώσκοιντο· <lb/>πολλάκις δ’ οὐκ ἔχοντες ἀκριβῶς
                        ἑρμηνεῦσαι τὸ συμβαῖνον, <lb/>ἀσᾶσθαί φασιν. οὐδεμία γὰρ τῶν αἰσθήσεων
                        τούτων <lb/>ἡ αὐτὴ πρὸς τοῖς ἀνθρώποις γίγνεται, διὰ πλῆθος ἄμετρον
                        <lb/>ἐδεσμάτων ἐπὶ πλεῖστον ἐκτεταμένης τε καὶ διατεταμένης <lb/>τῆς
                        γαστρός. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν τοιούτων καταστάσεων κινδυνεύειν <pb n="519"/>
                        ῥαγῆναί φασιν αὐτῶν τὴν κοιλίαν, σὺν τῷ καὶ ἡμᾶς <lb/>ὁρᾷν ἐπὶ πλεῖστον
                        αὐτὴν τεταμένην· ἔνθα <milestone unit="ed1page" n="343"/>δὲ βαρύνεσθαι
                        <lb/>λέγουσι, προσεσταλμένην ὁρῶμεν ἐνίοτε τὴν γαστέρα. <lb/>οὕτω δὲ κᾀπὶ
                        τῆς κύστεως ἄλλη μὲν διάθεσίς ἐστι πλεῖστον <lb/>ὑγρὸν περιεχούσης, ἄλλη δὲ
                        ὀλίγον, ἢ βαρυνομένης. καὶ τοίνυν <lb/>καὶ τὴν ἔκκρισιν ἐπὶ μὲν τῆς διὰ τὸ
                        πεπληρῶσθαι τεινομένης <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="325"/>παμπόλλην ἔστιν ἰδεῖν, ἐπὶ δὲ τῆς
                        βαρυνομένης <lb/>ὀλιγίστην μὲν, ἀλλὰ πυκνοτάτην· οὐ γὰρ ἀναμένει <lb/>τὸν
                        τῆς πληρώσεως χρόνον, ἀλλὰ εὐθὺς ἀποῤῥῖψαι <lb/>ποθεῖ τὸ λυποῦν, ὥσπερ
                        κᾀπειδὰν ὑπὸ τῆς ποιότητος <lb/>αὐτοῦ δάκνηται. καὶ γὰρ τότε συνεχῆ ποιεῖται
                        τὴν ἔκκρισιν. <lb/>καὶ γὰρ οὖν καὶ ὁπότε βαρύνεται καθάπερ ὑπὸ φορτίου
                        <lb/>τοῦ περιεχομένου, τότε οὐκ ἄν τις ὀρθῶς φαίη φαύλως μὲν
                        <lb/>διακεῖσθαι, εἶναι δὲ αὐτῇ τὸ βαρῦνον πολὺ, κᾂν μηδ’ ὅλως <lb/>διατείνει
                        τὸν χιτῶνα. ταῦτα πάντως δ’ εἴ τί φασιν οἱ ταύτης <lb/>τῆς δόξης ἡγεμόνες,
                        ἀρνουμένων τῶν τἀναντία γιγνωσκόντων, <lb/>αὖθις ἐρωτητέον ἀμφοτέρους, εἰ
                        τὴν αὐτὴν ἀνίαν ἡ <lb/>κύστις ἀνιᾶται διατεινομένη πανταχόσε καὶ
                        κινδυνεύουσα <pb n="520"/> ῥαγῆναι, τῷ μηκέτι στέγειν τὸ περιεχόμενον, καὶ
                        βαρυνομένη <lb/>τε καὶ δακνομένη. ἐνταῦθα γὰρ πάλιν οἱ μὲν πρὸς τὰς
                        εὐρυχωρίας <lb/>τῶν ἀγγείων ἀεὶ τὸ πλῆθος νοοῦντες ἑτοίμως συγχωροῦσιν·
                        <lb/>οἱ δ’ ὡς πρὸς τὴν δύναμιν, ἄχθονταί τε πρὸς τοῖς <lb/>τοιούτοις
                        ἐρωτήμασιν, ὀργίζονταί τε πολυειδῶς ἀντιτείνοντες <lb/>ἄνω καὶ κάτω, διὰ τὸ
                        μὴ βούλεσθαι συγχωρῆσαι καὶ τοῦτ’ <lb/>εἶναι πλῆθος. ἡμεῖς οὖν ἀμφοτέρους τε
                        εὐξάμενοι παύσασθαι <lb/>τῆς φιλονεικίας, εἰς ὁμόνοιαν παρεκαλέσαμεν τοὺς
                        ὅσοι μὲν <lb/>οὐχ ἡγοῦνται λέγεσθαι τὸ πλῆθος οὐδέποτε πρὸς τὴν χώραν
                        <lb/>τοῦ περιέχοντος, οἷς δὴ καὶ πρώτοις ὑπηρξάμεθα διαλέγεσθαι,
                        <lb/>συγχωρῆσαι τοῖς ἀληθέσι παρακαλοῦντες, ἀναμνησθέντας τοῦ <lb/>ἐν τῷ
                        διατείνεσθαι τὰ πεπληρωμένα μόρια λυπεῖσθαι· ὅσοι δὲ <lb/>οὕτω μόνον
                        συνίστασθαι πλῆθος νομίζουσι, συγχωρῆσαι τὸ <lb/>βαρῦνον εἶναι τῷ βαρυνομένῳ
                        πολύ. πάλιν δὲ ἑκατέρους τοῖς <lb/>ἐναργῶς φαινομένοις δυσωποῦντες,
                        ἀναμνήσωμεν ἰδίᾳ μὲν <lb/>τοὺς ὡς πρὸς τὴν δύναμιν μόνον νοεῖσθαι φάσκοντας
                        τὸ πολὺ, <lb/>τοῦ περιτοναίον ῥαγέντος ἢ ἀνευρυνθέντες ὑπὸ πλήθους
                        ἐδεσμάτων, <lb/>ὑποδείξωμέν τε κᾀπὶ τῶν ἐκτὸς ἀσκοὺς καὶ κύστεις <pb n="521"/> τοῦτο πάσχοντας, ἐνίοτε δὲ καὶ τοὺς πίθους αὐτοὺς, ὅταν <lb/>πνευματικὸν
                        βίαιον ᾖ τὸ πλῆθος. ἐρωτήσωμεν δὲ περὶ τῶν <lb/>ἀναβηξάντων ἐκ πνεύμονος
                        αἷμα καὶ διὰ ῥῆξιν ἀγγείου, χωρὶς <lb/>πληγῆς, ἢ καταπτώσεως, ἤ τινος ἑτέρας
                        ἔξωθεν βίας τοιαύτης, <lb/>εἰ μηδὲ οὗτοι δοκοῦσιν αὐτοῖς ὑπὸ πλήθους
                        παμπόλλου <lb/>διατείνοντος τὸ ἀγγεῖον οὕτω παθεῖν. ἰδίᾳ δ’ αὖ πάλιν
                        <lb/>ἀναμνήσωμεν τοὺς ἑτέρους, ὡς οὐ ταὐτὸ δύναται βάρος βαστάζειν
                        <lb/>εὐέκτης νεανίσκος καὶ παιδίον κομιδῇ μικρόν· ὃ γὰρ <lb/>ἂν, οἶμαι,
                        βαρύτατον ᾖ τῷ παιδίῳ, κουφότατόν ἐστι τῷ <lb/>νεανίσκῳ· πότερον οὖν οὔτε
                        φορτίον ὅλως ἐροῦμεν, ὃ μὴ <lb/>δύναταί τις βαστάζειν, οὐδὲ πολὺ τὸ οὕτως
                        βαρῦνον; ἢ φορτίον <lb/>μὲν καὶ βαρὺ, πλῆθος δ’ ὀνομάζειν οὐ συγχωρήσομεν;
                        <lb/>ἀλλ’ οὕτως μὲν οὐχ ὑπὲρ πράγματος, ἀλλ’ ὑπὲρ ὀνόματος ἡ
                        <lb/>ἀμφισβήτησις ἔσται. κατὰ δὲ τὸν ἕτερον τρόπον οὐδ’ ἄνθρωπος <lb/>εἶναί
                        σοι δόξειεν ὁ μηδ’ ὅλως φάσκων βαρύνεσθαι <lb/>μηδέποτε, μηδ’ ἂν εἴκοσι
                        τάλαντα κατὰ τὸν ὦμον ἐπιθῇς <lb/>αὐτοῦ. πρὸς δὲ τοὺς ἑαυτοὺς ὑποθέντας
                        δουλείῳ δόγματι <lb/>οὐδὲν ἱκανόν. ἐάσαντες οὖν ἤδη τούτους, μᾶλλον δ’, εἰ
                        χρὴ <pb n="522"/> τἀληθὲς εἰπεῖν, ἀπαλλάττεσθαι παρακελεύσαντες, ὅστις ἂν
                        <lb/>ἐλεύθερος ᾖ καὶ ἀληθείας ἑταῖρος, ἐκείνῳ διαλεξώμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="326"/>Δύο γὰρ ἐννοίας τε καὶ σχέσεις ὑπεθέμεθα
                        <lb/>τοῦ πλήθους, τὴν μὲν ὡς πρὸς ἰσχὺν καὶ δύναμιν <lb/>τοῦ βαστάζοντος
                        αὐτὸ, τὴν δὲ ὡς πρὸς τὴν ὑποδεχομένην <lb/>χώραν. καὶ ὑποθέμενοι δὲ ταῦτα,
                        ὁπόσαι τέ εἰσιν ἅπασαι <lb/>τοῦ ζώου δυνάμεις, ὅπως τε τὸ καθ’ ἑκάστην αὐτῶν
                        πλῆθος <lb/>ἢ γνωριοῦμεν, ἢ θεραπεύσομεν, ἐπισκεψώμεθα· πρὸς τούτοις <lb/>δ’
                        ἔτι πόσα τὰ σύμπαντά ἐστιν εἴδη τῶν ὑγρῶν αὐτῶν, <lb/>ἤτοι τῶν βαρυνόντων
                        τὴν δύναμιν, ἢ μὴ στεγόντων ἐν τοῖς <lb/>ἀγγείοις. ἐν τούτοις γὰρ εἶναι χρὴ
                        φιλόπονόν τε καὶ μέγαν <lb/>τὸν ἰατρὸν, οὐκ ἐν τῷ καταφρονεῖν τῶν ἐναργῶν, ἃ
                        πάσης <lb/>ἀποδείξεώς εἰσιν ἀρχαί. ἀλλ’ οὐδὲν ἴσως θαυμαστὸν ἀγνοεῖσθαι
                        <lb/>καὶ αὐτὸ τοῦτο τοῖς μηδὲν ὑπὲρ ἀποδείξεως ἐξητακόσι, <lb/>μήτε εὑροῦσι,
                        μήτε μαθοῦσι, μήτε ἀσκήσασιν. οὕτω γοῦν <lb/>εὐήθεις εἰσὶν, ὥστε καὶ νῦν
                        ὁμιλῶν τις τοῖσδε τοῖς γράμμασιν <lb/>ἐλπίζει πρῶτον μὲν ἀποδεῖξαί με κατὰ
                        τόνδε τὸν λόγον <lb/>ἃ χρὴ πάντως ἐπίστασθαι τὸν μέλλοντά τι περὶ πλήθους
                            ﻿<pb n="523"/> ἀκριβῶς ἐπισκέψασθαι· δεύτερον δὲ διάγνωσίν τε καὶ
                        θεραπείαν <lb/>ἑκάστου πλήθους εὑρεῖν· μὴ γινώσκων, ὡς εἴπερ οὕτω
                        <lb/>μεγάλα πράγματα δι’ ἑνὸς γράμματος ἀποδείκνυσθαι φύσεως <lb/>εἶχεν, οὐκ
                        ἂν ἦν ἡ τέχνη μακρά. ἐγὼ δὲ, ὅτι μὲν ἑτέρα τίς <lb/>ἐστιν ἡ κατὰ τὰς
                        ἀρτηρίας δύναμις τῆς κατὰ τὰ νεῦρά τε καὶ <lb/>φλέβας, ἐν τοῖς περὶ τῶν
                        Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος δογμάτων <lb/>ἀπέδειξα. διὰ δὲ τῆς αὐτῆς
                        πραγματείας ἐδίδαξα καὶ ὅτι <lb/>τῆς μὲν τῶν ἀρτηριῶν δυνάμεως οἷον πηγή τίς
                        ἐστιν ἡ καρδία, <lb/>τῆς δὲ τῶν νεύρων ὁ ἐγκέφαλος, τῆς δὲ τῶν φλεβῶν τὸ
                        ἧπαρ. <lb/>ἐν δὲ τῷ περὶ τῶν καθ’ Ἱπποκράτην στοιχείων ἀπέδειξα, τὴν
                        <lb/>ὑποβεβλημένην οὐσίαν γενέσει καὶ φθορᾷ δι’ ὅλης αὐτῆς ἀλλοιοῦσθαι,
                        <lb/>κατὰ τὰς τέτταρας ποιότητας, ὑγρότητα καὶ ξηρότητα, <lb/>θερμότητά τε
                        καὶ ψυχρότητα, καὶ εἶναι τὴν ἑκάστου <lb/>τῶν σωμάτων ἴδιον οὐσίαν ἐν τῇ
                        ποιᾷ τούτων κράσει, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο καὶ τῶν διοικουσῶν αὐτὰ δυνάμεων ἡ
                        τῆς κράσεως <lb/>ἰδιότης ἐστὶν οὐσία. δέδεικται δέ μοι καὶ ἐν τῷ περὶ
                        φυσεκῶν <lb/>δυνάμεων, ἰδίᾳ δὲ διά τινος ἑτέρας πραγματείας. εἴρηται <lb/>δὲ
                        καὶ διαγνωστικὰ σημεῖα πολλάκις ἐν πολλαῖς ἤδη <pb n="524"/> πραγματείαις,
                        ἑκατέρου τε τοῦ κατὰ τὸ πλῆθος γένους, ἑκάστου <lb/>δὲ τῶν καθ’ ἑκάτερον
                        ἰδίᾳ. ἑκατέρου μὲν οὖν λέγω, τοῦ <lb/>τε πρὸς τὴν δύναμιν καὶ τοῦ κατὰ τὸ
                        ἔγχυμα· καλοῦσι γὰρ <lb/>οὕτω τὸ ἕτερον γένος τοῦ πλήθους, ὃ τῇ περιεχούσῃ
                        χώρᾳ <lb/>μετρεῖται, συνιστάμενον οὐκ ἐν τοῖς ζώοις μόνον, ἀλλὰ καὶ <lb/>ἐν
                        τοῖς ἀψύχοις οὐδὲν ἧττον, ὑφάσμασί τε καὶ πλοκάμοις, <lb/>καὶ δέρμασι, καὶ
                        ἀγγείοις κεραμέοις τε καὶ χαλκέοις καὶ σιδηροῖς, <lb/>ὅσα τ’ ἐκ χαλκοῦ καὶ
                        ἀργύρου καὶ κασσιτέρου γίγνεται. <lb/>καὶ γὰρ καὶ ταῦτα ῥήγνυται,
                        κατακλεισθείσης ἐν αὐτοῖς <lb/>πνευματώδους οὐσίας πολλῆς, εἰ μὴ ἄρα τις
                        ἐθέλοι καὶ τὸ <lb/>τοιοῦτον πλῆθος ὡς πρὸς τὴν συνεκτικὴν συνίστασθαι
                        δύναμιν, <lb/>ἐπιλαθόμενος ἧς κατ’ ἀρχὰς ἐννοίας ἐμνημονεύσαμεν ἐπὶ <lb/>τῷ
                        τῆς δυνάμεως ὀνόματι, φάσκοντες αὐτὴν αἰτίαν εἶναι δραστικὴν, <lb/>ὡς οὐδὲν
                        διαφέρον εἰπεῖν ἤτοι δραστικὴν, ἢ ποιητικήν. <lb/>οὐδ’ εἴ τις οὐσίαν ἐθέλοι
                        λέγειν οὐκ αἰτίαν εἶναι <lb/>ποιητικὴν τὴν δύναμιν, ἀντιλέγομεν, ἀλλ’
                            <milestone unit="ed2page" n="327"/>ἐκεῖνο μόνον <lb/>ἐν τῷ λόγῳ
                        φυλάττεσθαι βουλόμεθα τὸ δραστικήν τε καὶ <lb/>ποιητικὴν λέγεσθαι, μὴ
                        παθητικήν τε καὶ ὑλικὴν ἤτοι γε <pb n="525"/> αἰτίαν ἢ οὐσίαν εἶναι τὴν
                        δύναμιν. εἰ γὰρ δὴ τοῦτό γε φυλάττοιτο, <lb/>πρόδηλον, ὡς ἐνεργείας τινὸς ἡ
                        δύναμις αἰτία γενήσεται· <lb/>τὴν δ’ ἐνέργειαν ἀνάγκη δήπου καὶ αὐτὴν
                            <milestone unit="ed1page" n="344"/>εἶναι <lb/>κίνησιν ἐκ τοῦ ποιοῦντος
                        εἰς τὸ πάσχον, ὥσπέρ γε καὶ τὸ πάθος <lb/>τὴν ἐν τῷ πάσχοντι κίνησιν ἐκ τοῦ
                        ποιοῦντος· (εἰς τὸ <lb/>πάσχον) ὥσθ’ ἣ γε νόησις ἐν τῷ πρὸς τὶ τῆς δυνάμεως,
                        ἣ θ’ <lb/>ὕπαρξις ἐν τῇ πρὸς ἕτερον σχέσει. ποιεῖν δ’ εἰς ἑαυτὸ λέγειν
                        <lb/>ὁτιοῦν, ἢ ἐνεργεῖν εἰς ἑαυτὸ, παρὰ τὴν ἔννοιάν ἐστιν· οὕτως <lb/>οὖν
                        καὶ συνέχειν ἑαυτό. καὶ γὰρ οἱ μάλιστα εἰσηγησάμενοι <lb/>τὴν συνεκτικὴν
                        δύναμιν, ὡς οἱ Στωϊκοὶ, τὸ μὲν συνέχον <lb/>ἕτερον ποιοῦσι, τὸ συνεχόμενον
                        δὲ ἄλλο· τὴν μὲν γὰρ πνευματικὴν <lb/>οὐσίαν τὸ συνέχον, τὴν δὲ ὑλικὴν τὸ
                        συνεχόμενον, <lb/>ὅθεν ἀέρα μὲν καὶ πῦρ συνέχειν φασὶ, γῆν δὲ καὶ ὕδωρ
                        συνέχεσθαι. <lb/>καίτοι γε ἔνιοι τῶν νῦν Ἡροφιλείους ἑαυτοὺς ὀνομαζόντων,
                        <lb/>οὐδ’ ὄναρ ἀκηκοότες ταῦτα, τολμηρῶς ἀποφαίνονται <lb/>(τε) περὶ τῆς
                        συνεκτικῆς δυνάμεως· εἰ μὲν ἀὴρ, ἢ πῦρ, <lb/>ἢ τὸ συναμφότερόν ἐστι τὸ
                        συνέχον τοὺς λίθους τε καὶ τὰ <lb/>ξύλα, καὶ τἄλλα ὅσα τοιαῦτα, μὴ γινώσκειν
                        ὁμολογοῦντες· <pb n="526"/> ἀποφαινόμενοι δὲ ἁπλῶς, ὅτι δύναμίς τίς ἐστιν ἡ
                        συνέχουσα <lb/>τὰ τοιαῦτα πάντα, διαλυθῆναι γὰρ ἂν καὶ διαῤῥυῆναι, μηδενὸς
                        <lb/>αὐτὰ συνάγοντός τε καὶ σφίγγοντος· εἶτ’ ἐρωτηθέντες εἰ <lb/>καὶ τοιούτῳ
                        τινὶ τολμῶσιν ἀξιώματι χρήσασθαι κατὰ τὸν λόγον, <lb/>ὡς ἅπαντα τὰ ὄντα
                        δεῖται τοῦ συνέχοντος, ἢ μὴ, παραχρῆμα <lb/>μὲν ἑτοίμως ἀποφαίνονταί τε καὶ
                        καταφάσκουσι τὴν <lb/>ἐρώτησιν· ἀπαχθέντες δ’ ἐντεῦθεν ἐπ’ ἄτοπον,
                        ἀνατίθενται <lb/>εἰς τὰ εἰρημένα, καὶ ἀγανακτοῦσι τοῖς ἐρωτῶσιν ὡς
                        περιέργοις <lb/>τε καὶ σοφισταῖς. ἤσκηται γὰρ εἴ πέρ τι ἄλλο καὶ τοῦτο τοῖς
                        <lb/>νῦν ἰατροῖς, ἀποφαίνεσθαι μὲν ὑπὲρ τῶν μεγίστων δογμάτων <lb/>ἑτοίμως,
                        ἐξελεγχομένοις δὲ ἄχθεσθαί τε καὶ τοὺς ἐλέγχοντας <lb/>ἀποκαλεῖν σοφιστάς.
                        ὅπως τοίνυν ἀναγκαῖόν ἐστιν εἰς ἄτοπόν <lb/>τι λόγον ἀχθῆναι, θεμένων ἡμῶν
                        ἅπαν τὸ ὂν δεῖσθαι <lb/>συνεκτικῆς αἰτίας, ἤδη σοι δίειμι τὴν συνεκτικὴν
                        αἰτίαν, ἥτις <lb/>ποτ’ ἐστὶν, οὐ γὰρ ὁμολογοῦσιν αὐτὴν οἱ Ἡροφίλειοι
                        γιγνώσκειν, <lb/>ἆρά γε ἐκ τῶν ὄντων τὶ καὶ αὐτοὶ ὑπολαμβάνουσιν ἢ <lb/>τῶν
                        οὐκ ὄντων; εἰ μὲν γὰρ τῶν οὐκ ὄντων τὶ, θαυμάζω τὴν <pb n="527"/> σοφίαν τῶν
                        ἀνδρῶν, εἰ καὶ τῶν ὄντων ἕκαστον δεῖσθαί φασι <lb/>τῶν οὐκ ὄντων τινός· εἰ
                        δὲ τῶν ὄντων τίθενται τὴν συνεκτικὴν <lb/>αἰτίαν, ἀναμνησθήτωσαν, ὡς ἅπαν τὸ
                        ὂν ἔφασαν αἰτίας δεῖσθαι <lb/>συνεκτικῆς εἰς τὸ εἶναι. συμβήσεται γὰρ οὕτως
                        καὶ αὐτὴν <lb/>τὴν αἰτίαν αἰτίας ἑτέρας, ἵνα ὑπάρχῃ, δεηθῆναι, κᾀκείνην
                        <lb/>αὖθις ἄλλης, καὶ τοῦτο εἰς ἄπειρον. εἰ δὲ τῶν ὄντων <lb/>τὰ μὲν ἑτέρου
                        τινὸς αἰτίου δεῖσθαι πρὸς τὸ εἶναι, τὰ δὲ ἐξ <lb/>αὐτῶν ἔχειν τὸ εἶναι
                        φήσουσι, πρῶτον μὲν ἴστωσαν οὐκέτι <lb/>διαφυλάττοντες τὸ ἐξ ἀρχῆς ἀξίωμα, ὃ
                        παντὸς μᾶλλον ἀληθὲς <lb/>ἔλεγον, ὡς ἅπαν τὸ ὂν αἰτίας δεῖται συνεκτικῆς εἰς
                        τὸ εἶναι· <lb/>δεύτερον δὲ, μακροτάτου χρῄζοντες λόγου, διὰ τί τὰ μὲν
                        δεῖται, <lb/>τὰ δὲ οὐ δεῖται, ἢ καὶ ὁποῖα ἐκ τούτων ἐστὶν αὐτῶν ἑκάτερα.
                        <lb/>οὐδὲ γὰρ οὐδ’ οἱ πολλοὶ τῶν Ἡροφιλείων, οὐδ’ οἱ νεώτεροι <lb/>Στωϊκοὶ
                        λέγουσί τινα ἀπόδειξιν τοῦ τὸ μὲν πνεῦμα καὶ τὸ <lb/>πῦρ συνέχειν ἑαυτό τε
                        καὶ τὰ ἄλλα, τὸ δὲ ὕδωρ καὶ τὴν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="328"/>γῆν ἑτέρου δεῖσθαι τοῦ συνέξοντος. ὅσον
                        μὲν γὰρ <lb/>ἐπὶ τῇ προχείρῳ φαντασίᾳ, τὸ μὲν σκληρὸν καὶ ἀντίτυπον <lb/>καὶ
                        πυκνὸν ἑαυτὸ συνέχειν λέγοιτο, τὸ δ’ ἀραιόν τε ﻿<pb n="528"/> καὶ μαλακὸν
                        καὶ ὑπεῖκον ἑτέρου δεῖσθαι τοῦ συνέξοντος. <lb/>οὐ μόνον δὲ οὐδεμίαν
                        ἀπόδειξιν εἰπόντες οἱ ἄνδρες ἀξιοῦσι <lb/>πιστεύεσθαι τὴν ὑπόθεσιν αὐτῶν,
                        ἀλλὰ καὶ πρὸς ἑαυτὴν <lb/>ὑποτιθέμενοι μαχομένην οὐκ ἔτι αἰσθάνονται. τὰ γὰρ
                        ἁπάντων <lb/>λεπτομερέστερα καὶ μαλακώτερα καὶ εἰκτικώτερα, τὸ πῦρ <lb/>καὶ
                        ἀέρα, ταῦτ’ αἴτια τῇ γῇ τῆς σκληρότητός τε καὶ ἀντιτυπίας <lb/>εἶναί φασιν,
                        ὡς ἐνδεχόμενον ἕτερον ἑτέρῳ τινὶ μεταδοῦναι <lb/>δυνάμεως, ἢ φύσεως, ἢ
                        ἐνεργείας, ἢ ποιότητος, ἧς οὐ <lb/>μετείληφεν αὐτό. καὶ γὰρ αὖ καὶ φαίνεται
                        σαφῶς οὐ μόνον <lb/>οὐδὲν ὑπὸ τοῦ πυρὸς συνεχόμενον, ἀλλὰ καὶ διαλυόμενα
                        <lb/>πάντα. πρὸς μὲν δὴ τὴν τῶν Στωϊκῶν ὑπόθεσιν ἑτέρωθι <lb/>λέλεκται διὰ
                        πλειόνων· ἐπὶ δὲ τοὺς Ἡροφιλείους ἐπάνειμι, <lb/>καὶ πρὸς τούτους ἀρκέσει
                        μοι κατά γε τὸ παρὸν εἰπεῖν, ὡς <lb/>προστάτης αὐτῶν ἐναντιώτατα πέπονθεν,
                        ἀπορῶν μὲν ἐν <lb/>παμπόλλοις ἀποδείξεις προχείρους ἔχουσιν, ἀποφαινόμενος
                        <lb/>δὲ ἐν ἄλλοις, ὧν αἵ τ’ ἀποδείξεις ἀδύνατοι ἥ θ’ ὑπόθεσις <lb/>ψευδής.
                    </p></div><pb n="529"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀπολιπόντες οὖν καὶ τούτους αὖθις λέγωμεν, <lb/>ὡς τὸ μὲν διατείνεσθαι καὶ
                        ῥήγνυσθαι διὰ πλῆθος <lb/>αὐτῶν τῶν περιεχόντων ἀγγείων ἐστὶ πάθος, οὐ
                        δυνάμεώς <lb/>τινος· τὸ δὲ βαρύνεσθαι δυνάμεως αἰσθητικῆς· οὐ γὰρ δὴ
                        <lb/>ἁπλῶς γε ταύτης πάσης οὐδὲ τοῦτο, τῆς γέ τοι φυσικῆς δυνάμεως <lb/>οὐκ
                        ἔστι πάθος τὸ βαρύνεσθαι. εἴπερ οὖν ὀρθῶς ἀπεδείξαμεν <lb/>ἐν τῇ τῶν φυσικῶν
                        δυνάμεων πραγματείᾳ, τὴν μέν <lb/>τινα τῶν οἰκείων ἑλκτικὴν εἶναι δύναμιν,
                        ἑτέραν δὲ αὐτῶν <lb/>τούτων ἀλλοιωτικὴν, ἄλλην δὲ καθεκτικὴν εἶναι δύναμιν,
                        καὶ τετάρτην <lb/>ἀποκριτικὴν τῶν ἀλλοτρίων, ἕτερ’ ἄττα χρὴ ζητεῖν
                        γνωρίσματα <lb/>τοῦ πρὸς ἑκάστην τῶν εἰρημένων δυνάμεων πλήθους, <lb/>ὡς οὐχ
                        ἱκανοῦ τοῦ βάρους ὑπάρχοντος. οὐ γὰρ ὥσπερ ἡ <lb/>ἄῤῥωστος γαστὴρ αἰσθάνεται
                        τῶν βαρυνόντων αὐτὴν, διὰ τὸ <lb/>περιττὸν τῆς αἰσθήσεως, οὕτω καὶ ἡ φλὲψ
                        καὶ ἡ ἀρτηρία <lb/>τὴν αὐτὴν αἴσθησιν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἑτέραν. εἴπερ ἄρα γένος
                        <lb/>οὐ ταὐτὸν κατὰ τὰ νεῦρα, μακροτέρου λόγου δεόμενον εἰς <lb/>δήλωσίν τε
                        καὶ πίστιν. τοῦ μὲν οὖν κατὰ τὰς ἀρτηρίας πλήθους, <lb/>ὡς πρὸς τὴν δύναμιν
                        αὐτῶν, ἐπιστημονικὰ γνωρίσματα <pb n="530"/> διὰ τῆς περὶ τῶν σφυγμῶν
                        εἴρηται πραγματείας, ἴσασι δὲ <lb/>οὐδὲ τούτων οὐδὲν οἱ ῥᾳδίως ὀνομάζοντες
                        ὁσημέραι πλῆθος· <lb/>οὐ μὴν τοῦ γε πρὸς τὰς φλέβας αὐτὸς ἐξεῦρον
                        ἐπιστημονικόν <lb/>τι σημεῖον, ἢ παρ’ ἑτέρῳ γεγραμμένον εὑρεῖν ἠδυνήθην,
                        ὅπου <lb/>γε τὴν ἀρχὴν οὐδὲ διωρίσατό τις ἡμῶν πρότερος οὐδ’ αὐτὰς <lb/>τὰς
                        δυνάμεις ἐπιστημονικῶς. ἐπ’ ὀλίγον μὲν γὰρ ἥψαντο τῆς <lb/>θεωρίας αὐτῶν οἱ
                        περὶ Φίλιππόν τε καὶ Ἀρχιγένην, τελέως <lb/>δὲ οὐδὲ τούτων οὐδεὶς
                        ἐξειργάσατο. ζητεῖ δὲ ὁ λόγος ὁ νῦν <lb/>ἐνεστηκὼς οὐ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ
                        τὸ καθ’ ἕκαστον μόριον <lb/>πλῆθος, οἷον τὸ καθ’ ἧπαρ, ἢ καρδίαν, ἢ νεφροὺς,
                        ἢ κῶλον, <lb/>ἢ ἐγκέφαλον, ἢ ὀστοῦν. <milestone unit="ed2page" n="329"/>ὅσα
                        μὲν οὖν αὐτῶν <lb/>ἤτοι δυσαίσθητά ἐστιν ἢ ἀναίσθητα, ταῦτα μὲν οὐκ ἂν
                        ὡσαύτως <lb/>αἰσθητὰ γαστρὶ καὶ κύστει τῶν ἐν αὐτοῖς περιττῶν, ἀλλὰ <lb/>τὰ
                        μὲν οὐδ’ ὅλως, τὰ δὲ ἤτοι παντάπασιν ἀμυδρῶς, ἢ οὐδ’ <lb/>ὅλως· παντάπασι
                        μὲν ἀμυδρῶς, ὡς ἐπὶ παμπόλλῳ πλήθει, <lb/>οὐδ’ ὅλως δ’, ὡς ἐπ’ ὀλίγῳ. καὶ
                        γὰρ καὶ πνεύμονι καὶ ἥπατι <lb/>καὶ νεφροῖς ἐγγίνεται βάρους αἴσθησις
                        ἐνίοτε, καί τις ὀστοῦν <lb/>ᾔσθετο βαρυνόμενος, ἀμυδρᾷ καὶ αὐτὸς αἰσθήσει·
                        κατὰ τὸν <pb n="531"/> ἐγκέφαλον δὲ βάρη διασημαίνει πολλάκις οὐκ ἀμυδρὰ
                        μόνον, <lb/>ἀλλ’ ἔστιν ἐνίοτε καὶ πάνυ σαφῆ. τοῖς δὲ ἀναισθήτοις μορίοις
                        <lb/>οὐκ ἐνδέχεται γίγνεσθαί τινα αἴσθησιν οὔτε βάρους <lb/>οὔτ’ ἄλλου
                        συμπτώματος οὐδενός· ἀναίσθητα δ’ ἔοικεν ὑπάρχειν <lb/>ἔνια τῶν ὀστῶν, καὶ ἡ
                        πιμελὴ, καί τινες τῶν ἀδένων, <lb/>εἰ μὴ ἄρα καὶ οἱ μυελοὶ πάντες ἐκ τῶν
                        ἀναισθήτων εἰσίν· <lb/>ἐγκέφαλος γοῦν καὶ νωτιαῖος, ὡς ἔνιοί φασιν, ἐκ τῶν
                        αἰσθητικῶν <lb/>εἰσι. βεβαίως δ’ ἄν τις ἀποφαίνοιτο κατὰ τῆς περὶ τὰ
                        <lb/>κυρτὰ τοῦ ἥπατος σαρκὸς, ἣν οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν παρ<milestone unit="ed1page" n="345"/>έγχυμα <lb/>προσαγορεύουσιν· οὐδὲ γὰρ ὅλως εἰς
                        αὐτὴν οὐδαμόθεν <lb/>ἐμφύεται νεῦρον· ἀπορήσειε δ’ ἄν τις καὶ περὶ τῆς
                        <lb/>ἐν τοῖς σιμοῖς. οὕτω γάρ ἐστι βραχέα τὰ κατὰ τὰς πύλας ἐμφυόμενα
                        <lb/>τῷ ἥπατι, ὥστε φαίνεσθαι τὸν ὑμένα μόνον αὐτοῦ <lb/>διαπλέκοντα. καὶ
                        μὴν καὶ κατὰ σπλῆνα καὶ νεφροὺς ὡσαύτως <lb/>ἀπορήσειεν ἄν τις, ἔτι τε
                        μᾶλλον ἐν πνεύμονι, καὶ τάχα <lb/>ἄν τις ἐν τούτοις τοῖς σπλάγχνοις ᾖ τοῦ
                        βάρους αἴσθησις, οὐκ <lb/>αὐτῶν τῶν σπλάγχνων, ἀλλὰ τῶν περιεχόντων αὐτὰ
                        χιτώνων <lb/>καὶ ὑμένων εἶναι λεχθείη, καὶ μάλιστα ἐπὶ πνεύμονός τε καὶ <pb n="532"/> ἥπατος, ἐξηρτημένων τε καὶ κρεμαμένων, καὶ οὐχ ἑδραίως
                        <lb/>ἐστηριγμένων. ἐναργῶς γὰρ οἱ κάμνοντες αἰσθάνονται πολλάκις <lb/>ἄνω
                        πρὸς τῇ κλειδὶ τάσεώς τινος, ὡς ἐπὶ τοῖς κατὰ τὸ <lb/>ἧπαρ ὄγκοις, αὐτοῦ τε
                        τοῦ σπλάγχνου βαρέος· ὡς εὐτυχὴς <lb/>δέ τις, ὃς οὐκ ᾔσθετο καθ’ ὅλον ἑαυτοῦ
                        τὸν βίον, οὕτω <lb/>συνεχῶς ἅπασι γιγνομένου. λέγει δέ που καὶ Ἱπποκράτης,
                        <lb/>ἐς νεφρὸν ὀδύνη βαρείη, ὥσπέρ γε καὶ κατὰ πνεύμονα γίγνεται <lb/>βάρος·
                        εἴρηται δὲ σχεδὸν ἅπασι τοῖς ἰατροῖς, ὅταν ἁλῷ <lb/>φλεγμονῇ τὸ σπλάγχνον.
                        ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐζητηκότες οἱ <lb/>πλεῖστοι τῶν ἰατρῶν, ἔνιοι δὲ οὐδ’ ὅτι
                        δύναται μὲν ποτὲ <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον εἶναι τὸ πλῆθος, ἐγχωρεῖ δὲ καὶ περὶ
                        ἔν <lb/>ὁτιοῦν μόριον ἢ καὶ πλείω, προπετῶς ἀποφαίνονται περὶ <lb/>πλήθους.
                        ἀλλ’ εἰ βούλει κατὰ τὸ παρὸν ἐάσαντες ἁπάσας <lb/>ταύτας τὰς ἀπορίας, ἐν
                        τοῖς εὐπορωτέροις γυμνασθῶμεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Εὐπορώτερον δ’ εἶναί μοι δοκεῖ, πάλιν ἀπὸ <lb/>βάρους ἄρξασθαι· φαίνεται γὰρ
                        τοῦτο τοῦ πρὸς τὴν αἰσθητικὴν <lb/>δύναμιν πλήθους ἐναργέστατον εἶναι
                        γνώρισμα. πότερον ﻿<pb n="533"/> οὖν ἀληθές ἐστιν ἀποφαίνεσθαι τῷ πλήθει
                        βάρος ἀκολουθεῖν <lb/>ἔξ ἀνάγκης, ἢ τὸ βάρος ἀνάγκῃ προηγεῖσθαι πλήθους;
                        <lb/>οὐ γὰρ δή γε ταὐτόν ἐστιν, ἢ ἀκολουθεῖν ἐν τῷ λόγῳ <lb/>τὸ βάρος, ἢ
                        προηγεῖσθαι. ἀληθὲς μὲν γὰρ, ὅτῳ πλῆθος <lb/>ὑγρῶν τινῶν ἐστιν ἐν τῷ σώματι,
                        τούτῳ βάρους αἴσθησιν <lb/>ὑπάρχειν, ἐν ἐκείνοις τοῖς μέρεσι δηλονότι, ἐν
                        οἷσπερ ἂν ᾖ <lb/>τὸ πλῆθος, αἰσθητικοῖς ὑπάρχουσιν· οὐκ ἀληθὲς δὲ τὸ, βάρους
                        <lb/>ὄντος ἔν τινι μέρει, πλῆθος ὑπάρχειν ἐν ἐκείνῳ χυμῶν. <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="330"/>ἐγχωρεῖ γὰρ, ὑπὸ τῶν στερεῶν μορίων
                        βαρύνεσθαι τὴν <lb/>δύναμιν ἀῤῥωστοῦσαν, ὡς ἐν ταῖς παραλύσεσιν. ὑπὸ γὰρ
                        <lb/>(τῆς) τῶν μυῶν (ἐν) ὅλου κώλου κινουμένου, τῶν μυῶν ἀῤῥώστων
                        <lb/>γινομένων κινεῖν καὶ μεταφέρειν αὐτὸ, βάρους αἴσθησις <lb/>γίγνεται
                        τοῖς παραλυομένοις. οὐ γὰρ ἑαυτῷ βαρὺ φαίνεται <lb/>τὸ ἀῤῥωστοῦν, οἷον ὁ
                        μῦς, ἢ τὸ νεῦρον, ἢ ὅλως ὅ τι <lb/>περ ἂν ᾖ σῶμα τὸ πρώτως κινοῦν τὰ μόρια,
                        ἀλλὰ τοῦτο τὸ <lb/>πάθημα τὸ λεγόμενον βάρος ἐξ ἑτέρου τε πέφυκεν ἑτέροις
                        <lb/>ἐγγίνεσθαι, αὐτό τε καθ’ ἑαυτὸ τὸ νεῦρον, ἢ ὁ τένων, ἢ <lb/>ὁ μῦς, ἢ ὅ
                        τι περ ἂν ᾖ τὸ κινοῦν ἡμᾶς, ἀτονώτερον μὲν αὐτοῦ <pb n="534"/> γίγνεσθαι καὶ
                        ἀσθενέστερον ἐγχωρεῖ, βαρύνειν δὲ ἑαυτὸ, τῶν <lb/>ἀδυνάτων ἐστίν.
                        εὐτονώτερον μὲν οὖν γιγνόμενον, ἰσχυροτέρας <lb/>τὰς ἐνεργείας ποιήσεται τῶν
                        ἔμπροσθεν· ἀτονώτερον δὲ <lb/>ἀσθενεστέρας. οἷον ὁ μῦς, εἴπέρ γε οὗτός ἐστιν
                        ὁ κινῶν τὸ <lb/>σκέλος, ὑγιαίνων μὲν ἐπισπάσεται σφοδρῶς ἐκεῖνο τοῦ κώλου
                        <lb/>τὸ μέρος, εἰς ὃ καταπέφυκεν, εὐεκτῶν δὲ σφοδρότατα, καὶ <lb/>νοσῶν μὲν,
                        ἀσθενῶς, ἔκλυτος δὲ τὴν δύναμιν ὑπάρχων, <lb/>ἀμυδρῶς. εἰ δὲ οὐχ ὁ μῦς
                        ἐστιν, ἀλλὰ τὸ νεῦρόν γε τὸν μῦν <lb/>αὐτὸν κινοῦν, ἐκείνου πάλιν ὑγεία καὶ
                        νόσος, εὐεξία τε καὶ <lb/>ἀῤῥωστία, ταῦτα ἐργάσεται περὶ τὸ κῶλον, ἅπερ ὁ
                        μῦς ἐλέχθη <lb/>ποιεῖν. οὕτω δὲ εἰ καὶ τὸ πνεῦμα τὸ πρῶτόν ἐστι τῶν
                        <lb/>κινούντων τὸ σκέλος, ἐπ’ ἐκείνου ταῦτα λεχθήσεται. φέρε <lb/>τοιγαροῦν
                        ἕνεκα σαφηνείας κείσθω ταῦθ’ ἡμῖν, ὑπὸ μὲν τοῦ <lb/>πνεύματος τοῦ διὰ τῶν
                        νεύρων φερομένου κινεῖσθαι τὸν μῦν, <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ μυὸς, πρώτην μὲν τὴν
                        κνήμην, εἰς ἣν ὁ μῦς ἐμπέφυκεν, <lb/>εἶτα δι’ ἐκείνης τὴν κατὰ γόνυ
                        διάρθρωσιν, ἐφ’ ἣν <lb/>τὸ σκέλος ὅλον ἐμπέφυκεν. ἀληθῶς γὰρ ἄν τις ἐπὶ
                        ταύταις <lb/>ταῖς ὑποθέσεσι λέγοι καὶ τὸν μῦν αὐτὸν βάρος γίγνεσθαι τῷ
                        <lb/>ἀῤῥώστῳ πνεύματι, καὶ σὺν αὐτῷ τὸ κῶλον ὅλον, οἷον εἰ <pb n="535"/>
                        τύχοι τὴν κνήμην· εἰ δέ γε τὸ νεῦρον ὑποθώμεθα κινεῖσθαι <lb/>πρὸς τοῦ
                        πνεύματος, ὑπὸ νεύρου δὲ τὸν μῦν, εἶτ’ αὖθις ὑπὸ <lb/>τοῦ μυὸς τὴν κνήμην,
                        ὑπὸ πάντων τῶν εἰρημένων βαρυνθήσεται <lb/>τὸ πνεῦμα τὸ ἄῤῥωστον. ὥστ’ ἤδη
                        μὲν κᾀνταῦθα δῆλον, <lb/>ὡς οὐχ οἷόν τε διαγνῶναι τὸ πρῶτον βαρῦνόν τε καὶ
                        <lb/>βαρυνόμενον, ἄνευ τοῦ προεγνωκέναι τὸ πρῶτον κινοῦν ἕκαστον <lb/>τῶν ἐν
                        ἡμῖν μορίων. ἀλλὰ καὶ τοῦτο μὲν αὖθις ἀκριβέστερον <lb/>ἐπισκεψόμεθα, ὑπὲρ
                        οὗ δὲ ὁ λόγος ἦν περαινέσθω. <lb/>γενήσεται δὲ ἕνεκα σαφηνείας ἡ διέξοδος
                        ἅπασα μεθ’ ὑποθέσεως. <lb/>ὑποκείσθω τοίνυν ὁ μῦς εἶναι τὸ πρῶτον κινοῦν
                        ἑαυτόν <lb/>τε καὶ τὸ τῆς κνήμης ὀστοῦν. ἑαυτῷ μὲν οὖν οὐδὲ πώποτ’ <lb/>ἐστὶ
                        βαρὺς, οὐδ’ ὅταν ἀτονώτατος ὑπάρχῃ, βαρύνει δὲ <lb/>αὐτὸν ἡ κνήμη· πότερον
                        δὲ κινεῖσθαι μόνον ἐφιέμενον, ἢ <lb/>κᾂν ἡσυχάζῃ, σκέψεως ἑτέρας οὐ μικρᾶς
                        ᾖ, διωρισμένης ἡμῖν <lb/>ἐν τοῖς περὶ μυῶν κινήσεως, ἧς ἄνευ σκέψεως οὔτε
                        διάθεσιν <lb/>οὔτε πεπονθότα τόπον ἀκριβῶς ἔστι διαγνῶναι κατὰ τὰς τοῦ
                        <lb/>βάρους αἰσθήσεις, αὐτίκα γέ τοι τισὶ μὲν ἤτοι κῶλον ἕν ἢ καὶ <pb n="536"/> σύμπαν τὸ σῶμα βαρύνεται κινεῖσθαι προῃρημένοις, ἡσυχάζουσι
                        <lb/>δὲ οὐδεμία βάρους αἴσθησις γίγνεται· τινὲς δὲ καὶ πρὸ <lb/>τοῦ
                        κινεῖσθαι βαρύνεσθαί φασι. τίς οὖν ἑκατέρων τούτων <lb/>ἡ διάθεσις, ἀμήχανον
                        γνῶναι, πρὶν ἐξευρεῖν τὰ κινοῦντά τε <lb/>καὶ κινούμενα σώματα καθ’ ὅλον τὸ
                        σκέλος. εἰ μὲν γὰρ αἱ <lb/>τῶν νεύρων ἶνες αἱ κατὰ τὸν μῦν εἰσιν αἱ πρῶται
                        κινούμεναι, <lb/>συγκινεῖται δὲ ταύταις ἐν αὐτῷ τό τε ὑμενῶδες γένος
                        <lb/>καὶ τὸ φλεβῶδες καὶ τὸ ἀρτηριῶδες, ἔτι δ’ οἱ σύνδεσμοι, <lb/>βάρους μὲν
                        αἴσθησις αὐτῷ γενήσεται καὶ διὰ ταῦτα καὶ δι’ <lb/>ἄλλα πάντα τὰ καθ’ ὅλον
                        τὸ κῶλον. ἐπισκεψόμεθα δὲ καὶ <lb/>διοριούμεθα, πότε μὲν ἐνεργοῦντος καὶ
                        κινουμένου τοῦ κώλου <lb/>τὸ βάρος ἔσται, πότε δ’ ἡσυχάζοντος. εἰ δὲ καὶ τὸ
                        τῶν συνδέσμων <lb/>ἐν αὐτῷ γένος ἅμα τῷ <milestone unit="ed2page" n="331"/>σαρκώδει κινεῖται, <lb/>ταῦτα γάρ ἐστιν ἡ οἰκεία τοῦ μυὸς οὐσία, δι’ οὐδὲν
                        μὲν τούτων <lb/>οὐδέποτε γένοιτ’ ἂν ἡ τοῦ βάρους αἴσθησις· ἤτοι δὴ ἐκ
                        <lb/>τῶν φλεβῶν, ἢ ἐκ τῶν ἀρτηριῶν, ἢ ἐκ τῆς πιμελῆς, ἢ ἐκ <lb/>τῶν ὀστῶν, ἢ
                        ἔκ τινων, ἢ ἐκ πάντων γενήσεται. δῆλον δὲ <lb/>ὡς εἰ καὶ παραλίποιμέν ποτε
                        κατὰ τὰς τοιαύτας διαιρέσεις <lb/>τὸ ἔκ τινων, ἢ ἐκ πάντων, αὐτὸ χρὴ
                        προσυπακούειν τοὺς <pb n="537"/> ἀναγινώσκοντας τὸ βιβλίον, εἰδότας ὅτι κατὰ
                        τοὺς τοιούτους <lb/>ἅπαντας λόγους οἱ σύνδεσμοι οὐ διαζευκτικῶς, ἀλλὰ
                        παραδιαζευκτικῶς <lb/>εἰσιν. ἐκ μὲν δὴ τῶν εἰρημένων εὔδηλον, ὡς <lb/>ὅστις
                        βούλεται διαγνωστικὸς εἶναι πληθωρικοῦ μορίου, τοῦτον <lb/>τῶν τε διοικουσῶν
                        ἡμᾶς δυνάμεων ἐπιστήμην ἔχειν ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν, ἀνατομῆς τε καὶ φύσεως
                        ἁπάντων ἀκριβῶς τῶν <lb/>τοῦ ζώου μορίων· ἐκ τούτου γὰρ ὁρμώμενος ἴσως ἄν
                        ποτε <lb/>ἐξεύροιτο σημεῖα μορίου πληθωρικοῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Εἰ δέ τις ἀληθείας μὲν οὐ πεφρόντικεν, <lb/>ἐξαπατᾷν δὲ βούλεται τοὺς πέλας,
                        ὅτι εἴη γνούς τι σοφὸν, <lb/>ἕτοιμεν τούτῳ, κᾂν εἰ μηδὲν ἄλλο, τὰ γοῦν
                        Ἐρασιστράτου <lb/>κατὰ τὸ πρῶτον ὑγιεινῶν αὐτὸν μαθεῖν· ἐν ἄλλῳ μὲν γὰρ
                        <lb/>οὐδὲ ἐπεχείρησε πλήθους εἰπεῖν σημεῖα. προσχῶμεν οὖν αὐτοῦ <lb/>τοῖς
                        ῥήμασι, πρῶτον μὲν ἐν οἷς ἥ τίς ποτέ ἐστιν ἡ γένεσις <lb/>τῆς πλη<milestone unit="ed1page" n="346"/>θώρας φησὶν, οὕτως γὰρ αὐτὸς ὀνομάζει <lb/>τὸ
                        κατὰ τὰς φλέβας πλῆθος, εἶθ’ ἑξῆς ἐν οἷς τὰ σημεῖα τῆς <lb/>διαγνώσεως
                        ἐξηγεῖται. ἡ μέντοι γένεσις αὐτῷ τοιάδε. τῆς <lb/>γὰρ ἀναδιδομένης τροφῆς
                        μήτε καταπεττομένης, μήτε ἐκπονουμένης ﻿<pb n="538"/> κατὰ τὸ εἰθισμένον
                        ἑκάστῳ, μήτε ἄλλως πως ἐκκρινομένης, <lb/>ἀναγκαῖον ἦ πληροῦσθαι τὰ ἀγγεῖα,
                        τῆς πέψεως <lb/>καὶ τῆς ἀναδόσεως (καὶ) τὰς κατ’ αὐτὰς ἐνεργείας
                        ἀποδιδουσῶν. <lb/>καὶ τῆς μὲν προϋπαρχούσης τροφῆς ἐν τοῖς ἀγγείοις
                        <lb/>οὐδαμῶς καταναλισκομένης, τῆς δ’ ἀπὸ τῶν προσφερομένων
                        <lb/>ἐπιγιγνομένης, τὰ ἐν τῷ σώματι ἀγγεῖα καὶ ἐπὶ πλέον διατείνεται.
                        <lb/>ὅταν δὲ μηκέτι ἐπίσαξιν ἐπιδέχηται τὰ ἀγγεῖα, ἐπιφέρηται <lb/>δὲ ἐκ τῆς
                        κοιλίας ἑτέρα τροφὴ, ὁρμὴν λαμβάνει τὰ <lb/>ὑπάρχοντα εἰς τὰ παρακείμενα τοῦ
                        πνεύματος ἀγγεῖα. ἔκ τε <lb/>οὖν τούτου δῆλον, ὅτι περὶ τοῦ κατὰ τὸ ἔγχυμα
                        διαλέγεται <lb/>πλήθους, ἔκ τε τοῦ καλεῖν αὐτὸ πληθώραν ἰδίως· τοῦτο γὰρ
                        <lb/>τὸ πάθος ὀνομάζεται πληθώρα μόνον, οὐ τὸ ἕτερον, ὃ πρὸς <lb/>τὴν
                        δύναμιν κρίνεται. μικρὸν δὲ διελθὼν ὑπὲρ τῆς διαγνώσεως <lb/>αὐτοῦ, τάδε
                        γράφει. δεῖ οὖν, καθάπερ εἴρηται, πειρᾶσθαι <lb/>διαγινώσκειν τὴν κατὰ
                        πληθώραν διάθεσιν. κατ’ <lb/>ἀρχὰς μὲν οὖν αὐτῆς μετρίως πληρουμένων τῶν
                        ἀγγείων, <lb/>εὐτονώτεροί τε καὶ ἰσχυρότεροι ἑαυτῶν φαίνονται παρὰ τὸ
                        <lb/>εἰθισμένον· ἐπιπλέον δὲ πληρώσεως ἐρχομένων, παρεμπίπλανται <pb n="539"/> βραχίονές τε καὶ κνῆμαι καὶ χεῖρες, ὥσπερ τοῖς ἀπὸ <lb/>τῶν γυμνασίων εἰς
                        διάτασιν ἐρχομένοις· ἐπὶ πολὺ δὲ τῆς πληθώρας <lb/>προαγούσης, ἑλκώδεις τε
                        καὶ βραδύτεραι καὶ δυσκινητότεραί <lb/>εἰσι, καὶ ὅλη τοῦ σώματος ἡ ἁφὴ
                        τείνεται, ὡς κόπου <lb/>φαινομένου. πλησίον δὲ ἤδη νόσου ἡ τοιαύτη διάθεσις,
                        ἐὰν <lb/>μὴ πάνυ ἐπιδεξίως τε καὶ συνετῶς αὐτήν τις λύῃ. συνέχεεν <lb/>ἐν
                        τούτοις ὁ Ἐρασίστρατος ἑτερογενῶν πληθῶν γνωρίσματα <lb/>μετὰ τοῦ καὶ
                        προσγράφειν αὐτοῖς ἔνια τῶν οὐκ ἀναγκαίων. <lb/>ἐπισκέψασθαι δὲ ἔστιν ἀπ’
                        ἀρχῆς αὐτοῦ τὸν λόγον. ἐν μὲν <lb/>γὰρ τῷ, κατ’ ἀρχὰς μὲν οὖν αὐτῆς μετρίως
                        πληρουμένων τῶν <lb/>ἀγγείων, εὐτονώτεροί τε καὶ ἰσχυρότεροι ἑαυτῶν
                        φαίνονται <lb/>παρὰ τὸ εἰθισμένον, οὐδ’ ἑτέρωθεν ὁ λόγος ἀναγκαίαν ἔχει
                        <lb/>τὴν ἀκολούθησιν, οὔτε ἀπὸ τῆς διαθέσεως ἐπὶ τὰ γνωρίσματα <lb/>αὐτῆς,
                            <milestone unit="ed2page" n="332"/>οὔτε ἀπὸ τῶν γνωρισμάτων ἐπὶ τὴν
                        διάθεσιν. <lb/>οὔτε γὰρ ἀναγκαῖον, ἐπὶ τῶν ἀγγείων μετρίως πληρουμένων
                        <lb/>εὐτονωτέρους τε καὶ ἰσχυροτέρους ἑαυτῶν φαίνεσθαι, οὔθ’ <lb/>ὅταν
                        τοιοῦτοι φαίνωνται, μετρίως πεπλήρωνται τὰ ἀγγεῖα. <lb/>ταῖς τε γὰρ τούτων
                        μετρίαις πληρώσεσιν ἐνδέχεταί ποτε καὶ <pb n="540"/> ἀτονωτέρους γίνεσθαί
                        τινας, ἢ εἰς μηδὲν ἐπιφανὲς ἐπὶ μηδέτερα <lb/>ὑπαλλάξαι, μήτε ἐπὶ ἰσχὺν μήτε
                        ἐπ’ ἀσθένειαν· εἰ δὲ <lb/>ἰσχυρότεροι γίνονται ἢ πρόσθεν, ἐγχωρεῖ τούτοις οὐ
                        μόνον <lb/>συνηυξῆσθαι τῇ δυνάμει τὸ πλῆθος τῶν χυμῶν, ἀλλὰ καὶ μεμειῶσθαί
                        <lb/>ποτε, καὶ τὴν ἐξ ἀρχῆς ἐνίοτε φυλάττειν ποσότητα. <lb/>καθ’ ἑκατέραν
                        γὰρ ὑπόθεσιν ἐγχωρεῖ τῷ πρῶτον λεχθέντι <lb/>τριῶν ἀκολούθησιν εἷναι, τῷ μὲν
                        ηὐξῆσθαι τοὺς χυμοὺς εὐτονίαν <lb/>τε καὶ ἀτονίαν παρὰ τὴν ἔμπροσθεν
                        κατάστασιν, ἔτι <lb/>τε τὴν ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὅρων μονὴν τῆς δυνάμεως· τῷ δ’
                        <lb/>εὐτονώτερον γεγονέναι τό τε ηὐξῆσθαι καὶ τὸ· μεμειῶσθαι, <lb/>καὶ τὸ
                        συμμέτρους εἶναι τοὺς χυμούς. ἀκουέσθω δ’ ὡσαύτως <lb/>κατὰ τὸν παρόντα
                        λόγον, ἄν τε χυμοὺς εἴπω ἄν τε αἷμα· διορισθήσεται <lb/>γὰρ ὑπὲρ αὐτῶν ἐν
                        προήκοντι τῷ λόγῳ. Ἐρασίστρατος <lb/>μὲν οὖν ἁπλῶς ἀπεφήνατο, μηδεμίαν
                        ἀπόδειξιν οἷς <lb/>εἶπε προσγράψας· ἡμεῖς δὲ οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ σὺν ἀποδείξεσιν
                        <lb/>ἀναγκαίαις ἕκαστον ὧν εἴπομεν ἄρτι πιστούμενοι, τὴν ἀρχὴν <lb/>κᾀνταῦθα
                        πάλιν ἀπ’ αὐτῶν ποιήσομεν τῶν Ἐρασιστράτου <lb/>ῥημάτων· εὐτονώτεροί, φησι,
                        καὶ ἰσχυρότεροι φαίνονται. <pb n="541"/> πότερον ἄλλό τι σημαίνει τὸ
                        εὐτονώτεροι τοῦ ἰσχυρότεροι, <lb/>καὶ δύο ἡμᾶς ἐδίδαξε σημεῖα τοῦ μετρίου
                        πλήθους, ἢ δύο μὲν <lb/>εἰπὼν ὀνόματα, σημεῖον δὲ ἕν; ἐγὼ δὲ οὐδεμίαν
                        εὑρίσκω τοῦ <lb/>σημαινομένου διαφορὰν, οὔτε κατὰ τὸ γένος οὔτε κατὰ τὸ
                        <lb/>εἶδος οὔτε ἐν τῷ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἀλλ’ ὑφ’ ἑκατέρου σημαίνεσθαι
                        <lb/>νομίζω ταὐτόν. εἰ δὲ βούλει, τίθη τὸ ἕτερον ἐπίτασίν <lb/>τε καὶ
                        αὔξησιν ἐμφαίνειν παρὰ θάτερον, εἶτ’ οὖν τὸ ἰσχυρότεροι <lb/>παρὰ τὸ
                        εὐτονώτεροι, εἴτε τὸ εὐτονώτεροι παρὰ τὸ <lb/>ἰσχυρότεροι· ἀλλ’ ὁμοειδές γε
                        πάντως ἐπὶ τὸ σημαινόμενον <lb/>ἐξ ἀμφοτέρων. ἔνθα δ’ αὔξησίς ἐστι, τοῦ
                        εἴδους μένοντος, <lb/>ἐνταῦθ’ οὐκ ἔστι διδασκαλία δυοῖν σημαινομένων.
                        εὔδηλον <lb/>δ’ ὅτι θατέρου γένους τοῦ πλήθους, ὃ πρὸς τὴν δύναμίν
                        <lb/>ἐστιν, οὐδὲ μέμνηται τὴν ἀρχὴν ὁ Ἐρασίστρατος, οὔτε οὖν <lb/>κατὰ τοῦτο
                        τὸ βιβλίον οὔτε ἐν τοῖς περὶ πυρετῶν. ἡ γὰρ <lb/>πληθώρα παρεμπτώσεώς ἐστιν
                        αἰτία κατ’ αὐτὸν, ἐφ’ ᾗ <lb/>φλεγμοναί τε συνίστανται καὶ πυρετὸς ἕπεται·
                        πληθώρας <lb/>τε γένεσιν ἐναργῶς ἐδήλωσεν ἐν τῇ προγεγραμμένῃ ῥήσει, καθ’
                        <lb/>ἣν ἐπισάττεσθαι τὰ ἐν τῷ σώματι ἀγγεῖα καὶ ἐπιπλεῖστον <pb n="542"/>
                        διατείνεσθαί φησι. τούτοις γὰρ αὐτὸς ἐχρήσατο τοῖς ῥήμασιν, <lb/>ὥσπερ καὶ
                        ὅτι διὰ τὸ μηκέτι δύνασθαι τὴν ἐπίσαξιν ἐπιδέχεσθαι, <lb/>παρέμπτωσιν εἰς
                        τὰς ἀρτηρίας γίνεσθαι τοῦ περιττοῦ, <lb/>τὴν ὁρμὴν ἐκεῖσε λαβόντων τῶν
                        πληθυνόντων κατὰ τὰς <lb/>φλέβας. παραλέλειπται μὲν οὖν τι κᾀνταῦθα κατὰ τὴν
                        διαίρεσιν. <lb/>οὐ γὰρ οὕτως ἁπλῶς ἐχρῆν εἰπεῖν, ὅταν μηκέτι ἐπίσαξιν
                        <lb/>αἱ φλέβες δέχωνται, τὴν ὁρμὴν γίγνεσθαι τῶν ἐν αὐταῖς <lb/>εἰς τὰ τοῦ
                        πνεύματος ἀγγεῖα· πολλῷ δ’ ἦν βέλτιον φάναι, <lb/>δυοῖν θάτερον ἕπεσθαι τῇ
                        προειρημένῃ πληρώσει τῶν <lb/>φλεβῶν, ἤτοι ῥῆξιν αὐτοῦ χιτῶνος ἢ μετάχυσιν
                        τοῦ αἵματος <lb/>εἰς τὰ τοῦ πνεύματος ἀγγεῖα. τὸ δ’ ἐξ ἀνάγκης οἴεσθαι μὲν
                        <lb/>μεταχεῖσθαι τὸ αἷμα διὰ τὸ μὴ χωρεῖσθαι πρὸς τῶν φλεβῶν;
                        <lb/>ἐπιλελησμένου παντάπασίν ἐστιν, ὡς γίγνεταί ποτε ῥῆξις ἀγγείου <lb/>διὰ
                        πλῆθος, ἵνα παραλίπω τὴν ἄνευ μεταχύσεως ἀναστόμωσιν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="333"/>ἐναργῶς πολλάκις εἰς αἰσθητὰς εὐρυχωρίας
                        <lb/>γιγνομένην ἐντέρων καὶ γαστρὸς καὶ στομάχου καὶ φάρυγγος <lb/>καὶ
                        στόματος. ἀλλὰ τὸ μὲν ἐν τῇ διαιρέσει τῶν λόγων ﻿<pb n="543"/> ἐλλιπὲς οὐκ
                        ἐν τούτῳ μόνον Ἐρασιστράτῳ σύνηθες, ἀλλὰ <lb/>καὶ κατ’ ἄλλα συντάγματα
                        σχεδὸν ἅπαντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τὸ δ’ οὖν εἰρημένον, ὁποῖόν ποτ’ ἂν ᾖ, <lb/>πάλιν ἐπισκεψώμεθα. πληρουμένων
                        τῶν ἀγγείων μετρίως, <lb/>ἑαυτῶν εὐτονώτεροι φαίνονται. πότερον ὦ
                        Ἐρασίστρατε κᾄν <lb/>μηδὲ συναύξηται τῷ πλήθει τοῦ αἵματος ἡ ῥώμη τοῦ
                        σώματος, <lb/>ἢ καὶ αὐτῆς συναυξανομένης; ἐγὼ μὲν γὰρ ἀναγκαιότατον
                        <lb/>εἶναί φημι πρὸς τὴν εὐτονίαν τῆς ἐνεργείας καὶ <lb/>τὴν ῥώμην τῆς
                        δυνάμεως αὐξάνεσθαι. καὶ οὕτως δὲ, εἰ <lb/>τῇ τοῦ αἵματος αὐξήσει μόνον, τῆς
                        δυνάμεως τὰς ἐνεργείας <lb/>ἰσχυροτέρας γένεσθαι ἡγῇ, τοῦ Ἀσκληπιάδου μᾶλλον
                        ἀνατρέπειν <lb/>δόξειας τὰς δυνάμεις. οὐδὲ γὰρ ἐκεῖνος ἀπλῶς <lb/>οὑτωσί
                        φησιν, ᾧ πλέον αἷμα, πάντως τοῦτον εὐτονώτερον <lb/>ὑπάρχειν, ᾧ δὲ ἔλαττον,
                        ἐξ ἀνάγκης ἀτονώτερον, ἀλλ’ <lb/>εὑρήσεις τινὰς εἰπεῖν διορισμοὺς,
                        ὁμολογοῦντας τοῖς φαινομένοις, <lb/>καίτοι οὐδεμίαν ἡγούμενον ἐν ἡμῖν εἶναι
                        δύναμιν <lb/>οὔτε ψυχικὴν οὔτε ζωτικήν. ὁρῶνται γάρ τινες <lb/>οἱ μὲν ἑαυτῶν
                        ἐνίοτε πολυαιμότεροί τε ἄμα καὶ ἰσχυρότεροι <pb n="544"/> γεγονότες, οἱ δὲ
                        ἰσχυρότεροί τε ἅ<milestone unit="ed1page" n="347"/>μα καὶ ὀλιγαιμότεροι·
                        <lb/>ὥστε ἐξανάγκης, οὔτε τῷ πλήθει τοῦ αἵματος <lb/>αὐξανομένης τῆς ἰσχύος,
                        οὔτε μειώσει καθαιρουμένης, ὀλιγωρότερον <lb/>εἰρῆσθαι καὶ ταῦτα τῷ
                        Ἐρασιστράτῳ νομιστέον. <lb/>ὡς εἴ γέ τις ἀνέμνησεν αὐτὸν ὧν ἐγὼ νῦν διῆλθον,
                        οὐκ <lb/>ἂν ἠρνήσατο, τὴν τῶν ἐνεργειῶν εὐτονίαν οὐκ αὐξήσει <lb/>τοῦ
                        αἵματος, ἀλλὰ ῥώμῃ τῆς δυνάμεως ἕπεσθαι. ποιήσωμεν <lb/>οὖν ἡμεῖς ἤδη τὸν
                        λόγον αὐτοῦ τελεώτερον οἷς ἐνδεῶς <lb/>εἶπε προσθέντες τὸ λεῖπον. ἔσται δὲ
                        τοιοῦτος. αὐξανομένου <lb/>τοῦ αἵματος ἅμα τῇ δυνάμει, καὶ τὴν εὐτονίαν
                        <lb/>ἀναγκαῖον αὐξάνεσθαι. καὶ μὴν εἰ καὶ τοῦτο εἴποιμεν, ἀληθὲς <lb/>μέν τι
                        λέξομεν, οὐδὲν δὲ ἡμῖν εἰς τὰ προκείμενα πλέον <lb/>οὐδὲ ἐκ τοῦδε. τὸ μὲν
                        γὰρ, οἷς ἄμφω συνηύξηται, τό θ’ αἷμα <lb/>καὶ ἡ δύναμις, ηὐξῆσθαι καὶ τὴν
                        εὐτονίαν, ἀληθῶς εἰρήσεται, <lb/>τὸ δ’ οἷς ηὔξηται τὰ τῆς ἰσχύος, ηὐξῆσθαι
                        τούτοις ἐξ ἀνάγκης <lb/>ἀμφότερα ψεῦδος· οὐ γὰρ ἐξ ἀνάγκης ἡ δύναμις τῷ
                        αἵματι <lb/>αὐξηθέντι συναύξεται, ἐγχωρεῖ δέ ποτε καὶ τὴν δύναμιν μόνον· <pb n="545"/> ὁ γοῦν ὄντως ἀγαθὸς γυμναστὴς, εἰ παραλάβοι τινὰ πολὺ <lb/>μὲν
                        αἷμα φλεγματικὸν ὑπ’ ἀγυμνασίας ἠθροικότα, τῇ δυνάμει <lb/>δὲ ἀσθενέστερον,
                        ὀλίγον εἶναι ἀποδώσει τοῦτον ἰσχυρότερον, <lb/>οὐ πολυαιμότερον, ἢ
                        παρέλαβεν. ὥσπερ οὖν οὐκ ἀναγκαῖον, <lb/>ὅσοι ταῖς ἐνεργείαις εὐτονώτεροι
                        σφῶν αὐτῶν γεγόνασιν, <lb/>ηὐξῆσθαι τούτοις τοὺς χυμοὺς, οὕτως ἀναγκαῖόν
                        ἐστιν, ὅσοι <lb/>ταῖς ἐνεργείαις σφῶν αὐτῶν εὐτονώτεροι γεγόνασιν,
                        ἰσχυροτέραν <lb/>αὐτοῖς γεγονέναι τὴν δύναμιν. οὐ μόνον δὲ ἀπὸ τῆς
                        <lb/>εὐτονίας ἀρξάμενος, ἐπὶ τὴν ῥώμην τῆς δυνάμεως ἀκολουθήσεις <lb/>ἐξ
                        ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς δυνάμεως ἐπὶ τὴν εὐτονίαν· <lb/>ὁ γὰρ <milestone unit="ed2page" n="334"/>ἰσχυρὸς τὴν δύναμιν εὐτονώτερος ἐν ταῖς
                        ἐνεργείαις <lb/>ἐστίν· ὥστ’ ἀλλήλοις ἀντακολουθεῖν εὐτονίαν μὲν ἐν ταῖς
                        <lb/>ἐνεργείαις ῥώμῃ δυνάμεως, ῥώμην δὲ ἐν τῇ δυνάμει τῇ τῶν <lb/>ἐνεργειῶν
                        εὐτονίᾳ· ὁπότερον γὰρ ἂν αὐτῶν ὑπάρχειν ὑπόθοιο, <lb/>πάντως τούτῳ
                        συνυπάρχει καὶ τὸ ἕτερον· οὐ μὴν ἀπό <lb/>γε τοῦ πλείονος αἵματος ἡ
                        ἀκολούθησις ἀναγκαία. οὔτε γὰρ εἰ <lb/>πλέον τοῦτο τοῦ πρόσθεν, ἐξ ἀνάγκης
                        εὐτονώτερος ὁ ἄνθρωπος, <lb/>οὔτε εἰ ἔλαττον, ἀτονώτερος, ὥσπερ οὐδὲ ὅταν
                        ἶσον, ὁμοίως <pb n="546"/> ἔχει δυνάμεως. ὥστ’ ἐκ τῶν εἰρημένων δῆλον, ὡς ἡ
                        τῶν <lb/>ἐνεργειῶν εὐτονία τοῦ μὲν ἐῤῥῶσθαι τὴν δύναμιν ἴδιόν τε <lb/>ἅμα
                        καὶ ἀχώριστόν ἐστι γνώρισμα, τῆς δὲ αὐξήσεως τοῦ αἵματος <lb/>οὔτε ἴδιον
                        οὔτε ἀχώριστον. ὃ δὲ ἐφεξῆς εἶπεν Ἐρασίστρατος, <lb/>ἴδιον μὲν οὐκ ἔστιν,
                        ἀχώριστον δέ ἐστι πληθώρας. <lb/>ὀνομάζει δὲ αὐτὸ παρεμπίμπλασθαι,
                        σαφέστερον δὲ ὀνομασθείη <lb/>τείνεσθαι. καὶ γάρτοι καὶ τῶν γυμναστῶν οἱ
                        ἀκριβέστεροι <lb/>τὸν μέν τινα τῶν κόπων ἑλκώδη, τὸν δὲ τονώδη, τὸν δὲ
                        <lb/>φλεγμονώδη καλοῦντες, οὐδὲν ἄλλ’ ἐνδείκνυνται τοῦ παρεμπίμπλασθαι
                        <lb/>τὰ μέλη κατὰ τὸν τονώδη κόπον. τηνικαῦτα <lb/>γὰρ ἑαυτῶν παρεμπεπλῆσθαι
                        λέγουσιν ὁτιοῦν μόριον, ἐπειδὰν <lb/>αἰσθάνωνταί τινος ἐν αὐτῷ τάσεως.
                        αἰσθάνονται μὲν <lb/>οὖν κᾀν τῇ φλεγμονῇ τάσεως, ἀλλ’ ἐκείνῃ μὲν ἤτοι διὰ
                        παντὸς <lb/>ἢ ὡς τὸ πολὺ σύνεστιν ὁ παρὰ φύσιν σφυγμὸς, ὅν τις
                        <lb/>ἐναργέστερον ἑρμηνεύων ἐρεῖ πόνον σφυγμώδη· οἷς δ’ οὐδὲν <lb/>ἄλλο πλὴν
                        τοῦ τείνεσθαι συμβέβηκε, τούτοις οὔτε φλεγμαίνει <lb/>τὸ τεινόμενον μέρος
                        οὔτε ἐξ ἀνάγκης πληθωρικὸν ὑπάρχει, <lb/>ἀλλὰ δυοῖν θάτερον, ἤτοι κοπῶδες ἢ
                        πληθωρικόν. ἀλλ’ εἴπερ <pb n="547"/> κοπῶδές ἐστιν, ἐπὶ πόνοις πλείοσιν
                        οὕτως ἔπαθεν· εἰ δ’ <lb/>ὅλως οὐκ ἐπόνησεν ὁ ἄνθρωπος, οὐ διὰ κόπον κοπῶδες
                        <lb/>αὐτὸ γίγνεται τὸ μόριον, ἀλλ’ ἑτέρως· ὥστ’ ἀληθὲς εἰπεῖν, <lb/>ἐπεὶ
                        τάσεως αἴσθησίς ἐστιν ἄνευ τοῦ γυμνάσασθαι, πάντως <lb/>εἶναι πληθώραν.
                        γίγνεται δὲ, οὕτως εἰπόντων, ἀχώριστόν <lb/>τε ἅμα καὶ ἴδιον τὸ σημεῖον,
                        ἀκολουθούντων ἐξ ἀνάγκης ἀλλήλοις <lb/>ἑκατέρων· ἥ τε γὰρ ἄνευ τῶν γυμνασίων
                        τάσις ἕπεται <lb/>πληθώρᾳ· γίγνεται γὰρ αὐτῆς ἀχώριστον σημεῖον, ὡς ὑπὸ
                        <lb/>αἰτίου τῆς πληθώρας ἀποτελούμενον· ἡ δὲ ἐπὶ τοσοῦτον <lb/>αὔξησις τοῦ
                        αἵματος, ὡς μηδέπω διατείνειν τὰς φλέβας, οὐδέπω <lb/>πληθώρα. τί ποτ’ οὖν
                        ἐμνημόνευσεν ὁ Ἐρασίστρατος <lb/>ἐν τῷ λόγῳ βραχιόνων καὶ κνημῶν καὶ χειρῶν;
                        καὶ γὰρ καὶ <lb/>ἐν τραχήλῳ καὶ μεταφρένῳ καὶ ὀσφύϊ καὶ κατὰ θώρακα <lb/>καὶ
                        καθ’ ὑπογάστριον ἡ τοιαύτη συνίσταται τάσις. ὥσπερ <lb/>δὲ τῶν κώλων ὁ
                        Ἐρασίστρατος ἐμνημόνευσεν ἐκ περιττοῦ, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ
                        μειζόνως καὶ τῆς ἑλκώδους <lb/>αἰσθήσεως· οὐ γὰρ πληθώρας αὕτη γνώρισμά
                        ἐστιν, ἀλλ’ <lb/>ἐπὶ δακνώδεσι γίνεται χυμοῖς, οἵαπερ τοῖς ἡλκωμένοις
                        μέρεσιν, <lb/>ἤτοι ψαύοντος αὐτῶν τινος, ἢ ἰχῶρος ἐρεθίζοντος, ﻿<pb n="548"/> ἢ φαρμάκου δάκνοντος, ἢ κᾀν ταῖς κινήσεσι μόναις γίγνεται. <lb/>ὥσπερ γὰρ
                        ἡ τάσις οἰκεία ἐν τῷ πλήθει χυμῶν ἐστι διατεινόντων <lb/>τὰ περιέχοντα,
                        οὕτως ἡ ἑλκώδης αἴσθησις ἕπεται δακνώδει <lb/>ποιότητι· καὶ διὰ τοῦτο
                        συνίσταται πολλοῖς ἐνίοτε καὶ <lb/>καθ’ ὅλον τὸ σῶμα, μὴ ὅτι πληθώραν
                        ἔχουσιν, ἀλλὰ μηδὲ <lb/>τὸ σύμμετρον αἷμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p><milestone unit="ed2page" n="335"/>Καὶ εἴπερ ταῦθ’ οὕτως ἔχει, καθάπερ οὖν
                        <lb/>ἔχει, καιρὸς ἤδη διορίσασθαι περί τινος ὧν ἔμπροσθεν ἀνεβαλλόμεθα,
                        <lb/>ἐπειδὴ ἐσκοπούμεθα μέχρι τοῦ δεῦρο τὰ ὑπ’ <lb/>Ἐρασιστράτου γεγραμμένα
                        σημεῖα. τὸ γάρτοι πλῆθος, εἴτ’ <lb/>οὖν πρὸς τὴν δύναμιν, εἴτε πρὸς τὴν τῶν
                        περιεχόντων χώραν <lb/>νοοῖτο, βέλτιον μὲν ἦν δήπου διορίσασθαι, πότερον ἐν
                        αἵματι <lb/>μόνῳ, ἢ καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι χυμοῖς συνίστασθαι πέφυκε·
                        <lb/>παραλέλειπται δὲ καὶ τοῦτ’ αὐτοῖς ἀδιόριστον. ἐπεὶ <lb/>τοίνυν οὐ μόνον
                        ταῦτα τὰ παθήματα καταλαμβάνει τοὺς χυμοὺς, <lb/>ἔνδειά τε καὶ πλῆθος, ἀλλὰ
                        καὶ ποιότης ἄτοπος, πάντας <lb/>ἠρώτησα τοὺς ἰατροὺς, ὅσοι τε πρὸς τὴν
                        δύναμιν νοοῦσι <lb/>τὸ πλῆθος ὅσοι τε πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν ὑγρῶν, πότερον
                            <pb n="549"/> αὐξηθέντος μόνου τοῦ αἵματος τοσοῦτον, ὡς μὴ στέγεσθαι,
                        <lb/>τείνεσθαι συμβήσεται ταῖς φλεψί· εἰ δ’ ἤτοι φλέγμα εἰς ὁτιοῦν <lb/>ἄλλο
                        μόριον, ἢ καὶ αὐτὰς τὰς φλέβας, ἢ καὶ σὺν τούτῳ τε <lb/>καὶ χωρὶς τούτου
                        χολά τις, ἢ ἰχὼρ, ἢ πνεῦμα φυσῶδες ἐς <lb/>πλῆθος ἀθροισθείη τοσοῦτον, ὡς μὴ
                        χωρεῖσθαι μηκέτι πρὸς <lb/>τοῦ περιέχοντος, οὐχὶ καὶ νῦν ἀναγκαῖον ἔσται,
                        τάσεως αἰσθέσθαι <lb/>τὸ ζῶον; ἂν ὑπάρχῃ τὸ τεινόμενον μόριον αἰσθητικὸν,
                        <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστιν ἐπὶ παντὶ τῷ διατείνοντι καὶ μὴ στεγομένῳ <lb/>τὴν
                        αἴσθησιν τῆς τάσεως τῷ ζώῳ γενέσθαι, καὶ τὸ <lb/>πάθημα αὐτὸ καταλαμβάνειν
                        τὰ μόρια, τὴν ὀνομαζομένην <lb/>τάσιν, ἧς ἐπὶ πλέον αὐξανομένης, ἀνάγκη τε
                        καὶ ῥαγῆναι τὸ <lb/>τεινόμενον. ἐμοὶ μὲν τοιοῦτον δοκεῖ τοῖς ἐναργῶς
                        φαινομένοις <lb/>ὁμολογεῖν. ὁρῶνται γὰρ οὐ νεῦρα μόνον, ἢ σχοινία
                        <lb/>ῥηγνύμενα τῷ βιαίῳ τῆς τάσεως, ἀλλὰ καὶ πίθοι πολλάκις <lb/>ὑπὸ
                        γλεύκους πνευματωθέντος. ἔναγχος γοῦν ἀγγεῖον κασσιτέρινον <lb/>εἰς τοσοῦτον
                        διεφυσήθη πρὸς τοῦ περιεχομένου κατ’ <lb/>αὐτὸ φαρμάκου τοῦ διὰ τῶν ἐχιδνῶν,
                        ὥστε καὶ τὸ περικείμενον <lb/>αὐτῷ δέρμα καὶ τὸ σχοινίον ᾧ κατεδέδετο
                        ῥαγῆναι καὶ <pb n="550"/> τὸ πῶμα κυρτωθῆναι. καὶ μὲν δὴ καὶ ὅτι μεγίσταις
                        ὀδύναις <lb/>ἐνίοτε καταλαμβάνονταί τινες, ὑπὸ φυσώδους πνεύματος
                        καταληφθέντος <lb/>ἔν τισι τοῦ ζώου μέρεσι, καὶ ὡς ἕν τῷ κώλῳ <lb/>μάλιστα
                        συμβαίνειν εἴωθε τοῦτο, γινώσκειν ἡγοῦμαι πάντας, <lb/>οἷς ἐπιμελές ἐστιν
                        ἀκολουθεῖν τε καὶ διασκέπτεσθαι τὰ καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν ἐπὶ τῶν
                        καμνόντων ὁρώ<milestone unit="ed1page" n="348"/>μενα. βέλτιον <lb/>οὖν ὑπὸ
                        πάσης οὐσίας ὑγρᾶς καὶ πνευματώδους εἰς τονώδη <lb/>διάθεσιν ἄγεσθαι
                        νομίζειν τὰ μόρια, ἢ μόνῳ τῶν χυμῶν αἵματι <lb/>πληθύνοντι τοιοῦτον ἕπεσθαι
                        πάθημα. μεταβῶμεν οὖν <lb/>αὖθις πρὸς τοὺς ὡς πρὸς τὴν δύναμιν ἡγουμένους
                        ἀεὶ συνίστασθαι <lb/>τὸ πλῆθος, ἐρωτήσωμέν τε καὶ τούτους ἕν τι τῶν
                        <lb/>προχειροτάτων, ὑποθέμενοι τοιάνδε τινα ὑπόθεσιν, ὡς ἐπὶ
                        <lb/>παραδείγματι. (μόρια) βασταζέτωσαν ἄνθρωποι δύο κατὰ <lb/>τῶν ὤμων
                        ἀναθέμενοι ὁ μὲν ξύλον, ἢ λίθον, ἤ τι φορτίον <lb/>βαρύτατον, ὁ δὲ ἕτερος
                        ἀκάνθας ὀλιγίστας, ὀξυτάτας· εἶτ’ <lb/>ἐρωτήσωμεν ἐπὶ τῷ τοιούτῳ θεάματι
                        τοὺς πρὸς τὴν δύναμιν <lb/>ἀεὶ νοοῦντας τὸ πλῆθος, εἰ καὶ τὰς ὀλίγας ἀκάνθας
                        ὀνομάζουσι <lb/>φορτίον, ἢ τὸ μὲν ἀνιᾶσθαι πρὸς ἑκατέρου τῶν βασταζομένων
                            <pb n="551"/> κοινόν τι σύμπτωμα τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν, ἡ δὲ <lb/>τῆς
                        ἀνίας ἰδέα πάμπολυ διαλλάττουσα· τῷ μὲν γὰρ βαρύνεσθαι <lb/>χωρὶς τοῦ
                        νύττεσθαι, τῷ δὲ νύττεσθαι χωρὶς τοῦ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="336"/>βαρύνεσθαι συμβέβηκεν. ὅλως δ’ ἄν τις τὸ
                        νύττεσθαι, <lb/>ἢ δάκνεσθαι, ἢ ὁπωσοῦν ἀνιῶν φορτίον καλῇ καὶ πλῆθος,
                        <lb/>ἀναγκασθήσεταί ποτε καὶ μίαν ἄκανθαν ἢ βελόνην λεπτοτάτην <lb/>καλεῖν
                        φορτίον, οὗ τί ἂν εἴη γελοιότερον; ἔστιν οὖν ἄτοπα <lb/>ταῦτα καὶ παρὰ τὰς
                        κοινὰς ἁπάντων ἀνθρώπων ἐννοίας. <lb/>ἡμῖν δὲ οὐκ ἀνατρέπειν, ἀλλὰ φυλάττειν
                        τὰς κοινὰς ἐννοίας <lb/>πρόκειται. πολὺ μὲν οὖν ἡγούμεθα τὸ βαρῦνον, ἀνιαρὸν
                        δὲ <lb/>τὸ δάκνον, ἢ νύττον, ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ. καὶ <lb/>μὴν ὅτι
                        δακνώδεις πολλοὶ τῶν χυμῶν εἰσιν, οἱ μὲν ἐν ἡμῖν <lb/>αὐτοῖς τὴν γένεσιν
                        ἔχοντες, οἱ δὲ ἔξωθεν ἡμῖν ἐπιφερόμενοι, <lb/>παντὶ τοῦτο πρόδηλον. εἰσὶ δ’
                        αὐτῶν τέτταρες ἐν τῷ μᾶλλόν <lb/>τε καὶ ἧττον διαφοραί· μετρίως μὲν γὰρ
                        δάκνοντες <lb/>κνησμώδεις εἰσὶν, ὥσπερ ἡ σκίλλα· σφοδρότερον δὲ, δακνώδεις,
                        <lb/>ὥσπερ τὸ κρόμμυον· εἰ γὰρ ἐπὶ πλέον ὁμιλήσειεν <lb/>ἡμῶν τὸ σῶμα
                        τοιαύτῃ φύσει σώματος, ἑλκωθήσεται· <pb n="552"/> τὰ δὲ ἔτι μᾶλλόν ἐστι
                        τούτου δριμέα, καὶ μάλιστα ὅταν ἡλκωμένοις <lb/>προσφέρηται, φρίκην
                        ἐργάζεται. φρίκης δὲ ἐκταθείσης <lb/>τε καὶ αὐξηθείσης τὸ σύμπτωμα ῥῖγος
                        ὀνομάζεται. <lb/>κατὰ δὲ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἐν ἡμῖν συνίστανται δακνώδεις
                        <lb/>χυμοὶ κατὰ τέτταρας ἰδέας· κνησμώδεις μὲν γὰρ ἐξ αὐτῶν εἰσιν <lb/>οἱ
                        μετρίως ἀμύττοντες, ἑλκώδη δὲ αἴσθησιν ἐμποιοῦσιν οἱ <lb/>τούτων
                        δακνωδέστεροι, φρίκην δὲ οἱ τούτων μᾶλλον δάκνοντες, <lb/>οἱ δ’ ἱκανῶς
                        δακνώδεις τὸ ῥῖγος. λέλεκται δὲ περὶ τούτων <lb/>ἐν πολλαῖς πραγματείαις,
                        ἀλλ’ ἱκανὰ τῷ βουληθέντι <lb/>σύνοψίν τινα λαβεῖν αὐτῶν τὰ ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν
                        ἐν τοῖς <lb/>συμπτώμασιν αἰτιῶν εἰρημένα καὶ τῷ τετάρτῳ τῶν ὑγιεινῶν·
                        <lb/>εἰ δὲ καὶ τὸ περὶ τῆς τῶν φαρμάκων δυνάμεως ἀναλέξαιτό τις <lb/>γράμμα
                        καὶ τὴν προηγουμένην αὐτῶν πραγματείαν τὴν περὶ <lb/>κράσεων,
                        ἐπιστημονικώτερον ἂν οὕτως πεισθείη περὶ τῆς τῶν <lb/>δακνωδῶν φύσεως. ἀλλὰ
                        οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν ὅμοιόν τι <lb/>πεπόνθασι τῷ πρὸς Ἱπποκράτους εἰρημένῳ
                        περὶ τῶν ἐπὶ <lb/>κατάγμασιν ἢ τοιούτοις τισὶ παθήμασι τὰ προσταττόμενα μὴ
                        <lb/>ποιούντων· καὶ γὰρ κᾀκεῖνοι, καίτοι ὑγιεῖς ἐθέλοντες γενέσθαι, ﻿<pb n="553"/> τὸν ἐν τῇ θεραπείᾳ κάματον οὐχ ὑπομένουσιν, ὥσπερ οὗτοι
                        <lb/>τὸν ἐν τῷ μανθάνειν. ἀλλ’ οὔτε ἐξαίφνης ὑγιεῖς οἷόν τε γενέσθαι
                        <lb/>μόνῳ τῷ βούλεσθαι τυχόντας τοῦ τέλους, οὔτε τούτους
                        <lb/>ἐπιστημονικοὺς, ἄνευ τοῦ διελθεῖν ἅπασαν τὴν ὁδὸν, ἣν <lb/>ἀρτίως
                        ἐδήλωσα. γνώσονται γὰρ, εἰ βουληθεῖεν, ὡς ἡ ἑλκώδης <lb/>ὅλου τοῦ σώματος
                        αἴσθησις, ἥ τε ἐπὶ πλέοσι γυμνασίοις <lb/>ἀήθως παραληφθεῖσι γιγνομένη καὶ ἡ
                        χωρὶς γυμνασίων ἄφνω <lb/>συστᾶσα, δακνώδους ἔγγονος ὑπάρχει χυμοῦ. καὶ διὰ
                        τοῦτο <lb/>τοὺς πλέον γυμνασαμένους ἐλαίῳ τε πλείονι καὶ τρίψει μαλακῇ
                        <lb/>καὶ λουτροῖς γλυκέων ὑδάτων θερμοῖς ἀκριβῶς εὐκράτοις <lb/>οἱ γυμνασταὶ
                        θεραπεύουσιν, ὡς διαφορηθῆναι τοὺς <lb/>δακνώδεις χυμοὺς, ὅσοι γυμνασαμένων
                        ἀμετρότερον ἐγεννήθησαν <lb/>ἐπὶ συντήξει πιμελῆς καὶ σαρκὸς μαλακῆς, ἢ δι’
                        αὐτοὺς <lb/>τοὺς ἐν τῷ σώματι χυμοὺς ἰσχυρῶς θερμανθέντας. εἴ τις οὖν
                        <lb/>ὑπομείνειε τὰς τούτων ἀποδείξεις ἐκμανθάνειν, ἐκεῖνος ἂν μόνος
                        <lb/>πεισθείη βεβαίως, τὴν μὲν ἑλκώδη διάθεσιν ἐπὶ δακνώδεσι <lb/>γίγνεσθαι
                        χυμοῖς, τὴν δὲ τοῦ βάρους ἐπὶ πολλοῖς πρὸς τὴν <lb/>δύναμιν, τὴν δὲ τῆς
                        τάσεως ἐπὶ πολλοῖς μὲν καὶ ταύτην, ἀλλ’ <pb n="554"/> ὡς πρὸς τὴν
                        περιέχουσαν ἑαυτοὺς χώραν, οὐ τὴν δύναμιν τῶν <lb/>(περιεχομένων) σωμάτων.
                        Ἐρασίστρατος δὲ ἐν τῷ προτέρῳ <lb/>τῶν ὑγιεινῶν, αὐτὴν μὲν τὴν γένεσιν τῆς
                        πληθώρας διερχόμενος, <lb/>ἐναργέστατα διδάσκει τὴν τρίτην τῶν εἰρημένων <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="337"/>διάθεσιν, ἑξῆς δὲ ἐπὶ τὰ γνωρίσματα
                        τρεπόμενος, οὐ <lb/>μᾶλλόν τι ταύτης ἢ τὰ τῶν ἄλλων ἔγραψεν. ἡ μὲν γὰρ
                        <lb/>τάσις ταύτης μόνης, ὅπερ ἐκεῖνος ὠνόμασε παρεμπίμπλασθαι· <lb/>τὸ δὲ
                        ἑλκώδη γενέσθαι τὴν αἴσθησιν οὔτε τοῦ προειρημένου <lb/>πλήθους οὔτε τοῦ
                        πρὸς τὴν δύναμιν ἴδιον γνώρισμα· <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον οὐδὲ τὸ βαρυτέρους τε
                        καὶ δυσκινητοτέρους <lb/>ἀποτελεῖσθαι· καὶ γὰρ καὶ τοῦτο ἴδιόν ἐστι τοῦ πρὸς
                        τὴν <lb/>δύναμιν πλήθους. ὀλίγου τοίνυν ἐδέησεν αὐτῷ πᾶσαν ἡμῖν <lb/>γράψαι
                        τὴν τῶν ἐμπειρικῶν συνδρομήν· ἀμέλει καὶ μέρος τι <lb/>τῆς τριχρόνου
                        λεγομένης σημειώσεως, ἣν οἱ περὶ τὸν Ἡρόφιλον <lb/>εἰσήγαγον ὁμοίως τοῖς
                        ἐμπειρικοῖς, ἔγραψεν ἐν τῷ οὕτω φάναι· <lb/>τῆς γὰρ ἀναδιδομένης τροφῆς μήτε
                        καταπεττομένης μήτε ἐκπονουμένης <lb/>κατὰ τὸ εἰθισμένον ἑκάστῳ, μήτε ἄλλως
                        πως ἐκκρινομένης <lb/>οὐδὲν γὰρ διήνεγκεν ἢ ταῦτα εἰπεῖν, ἢ ὡς ἐκεῖνοι
                        λέγουσιν, <pb n="555"/> ἀργὸν βίον, ἐπίσχεσίν τε συνήθων ἐκκρίσεων. ἀργὸν
                        μὲν γὰρ <lb/>τὸν ἔμπροσθεν βίον ἐνεδείξατο, μήτε ἐκπονουμένης, φήσας,
                        <lb/>κατὰ τὸ εἰθισμένον ἑκάστῳ· τὴν δὲ τῶν ἐκκρίσεων ἐπίσχεσιν <lb/>ἐν τῷ
                        προσγράψαι, μήτε ἄλλως ἐκκρινομένης, (ἡ διὰ χρόνον <lb/>σημείωσις τοῦ
                        πλήθους) ἐκ μὲν τοῦ προγεγονότος χρόνου <lb/>λαμβάνων τὸν ἀργὸν βίον ἅμα τῇ
                        τῶν ἐκκρίσεων ἐπισχέσει· <lb/>ἐκ δὲ τοῦ νῦν ἐνεστῶτος τό τε παρεμπίμπλασθαι
                        καὶ τὴν <lb/>ἑλκώδη διάθεσιν, ὄκνον τε πρὸς τὰς κινήσεις, καὶ βάρος ὅλου
                        <lb/>τοῦ σώματος, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα προστιθέασιν· ἐκ δὲ τοῦ
                        <lb/>μέλλοντος, ὅτι περ κενωθέντες οἱ οὕτως ἔχοντες καλῶς ὤνηνται, <lb/>ὅπερ
                        Ἐρασιστράτῳ παραλέλειπται. μαρτύριον μὲν γὰρ <lb/>τοῦτο τῆς ὀρθῆς διαγνώσεώς
                        τε ἅμα καὶ θεραπείας ἐστί· διαγνώσεως <lb/>δὲ, ἢ ὡς ἐκεῖνοι καλοῦσι,
                        σημειώσεως, οὐδὲν ἂν εἴη <lb/>μέρος, εἴ γε διὰ τῆς σημειώσεως σημειοῦσθαι
                        βουλόμεθα τὰς <lb/>διαθέσεις, ἵνα ἐξεύρωμεν τὴν προσήκουσαν θεραπείαν. ὥστε
                        <lb/>εἴ γε ἐξ ἄλλου τινὸς οἷόν τ’ ἦν ὁρμηθέντας θεραπεῦσαι <lb/>προσηκόντως,
                        ἡ σημείωσις ἂν ἦν περιττή. τοῦ δ’ ἐνεστῶτος <lb/>χρόνου μεμνημένος, ἔρευθός
                        τε καὶ διάτασιν ἀγγείων <pb n="556"/> παραλέλοιπεν, ἃ καὶ αὐτὰ προστιθέασιν
                        οἱ ἐμπειρικοὶ σχεδὸν <lb/>ἅπαντες, οὐκ ὀλίγοι δὲ τῶν δογματικῶν, ὥσπερ καὶ
                        ἄλλα <lb/>τινὰ, καθάπερ εἴρηται. καίτοι γε ὧν ὡς ἐν αἵματι μόνῳ τὴν <lb/>τῆς
                        πληθώρας ὑποτίθεται γένεσιν, οὐ κακῶ, ἐπ’ ἐκείνων <lb/>πρόσκειται τῇ
                        διαγνώσει τὸ ἔρευθος ἥ τε διάτασις τῶν ἀγγείων· <lb/>ἔτι γε μὴν μᾶλλον, ὡς
                        τὸ παρεμπίμπλασθαι φάναι <lb/>βραχίονάς τε καὶ χεῖρας καὶ κνήμας, οὐ μᾶλλον
                        τοῦ κατὰ τὰς <lb/>σάρκας τε καὶ ὅλους τοὺς μύας πλήθους, ἢ τοῦ τῶν φλεβῶν
                        <lb/>θήσεται, ἰδίαις ὑποθέσεσιν ἑπόμενος. ἀλλά τοι καὶ οὕτως <lb/>ἀναγκαῖον
                        ἦν διττὴν ποιήσασθαι διάγνωσιν, ἑτέραν μὲν τοῦ <lb/>τῶν αἰσθητῶν τούτων
                        φλεβῶν, ἃς ἅπαντες ἄνθρωποι βλέπομεν· <lb/>ἑ<milestone unit="ed1page" n="349"/>τέραν δὲ, ἣν ἐκεῖνος ἐθεάσατο μόνος. οἶμαι <lb/>τοίνυν ἤδη
                        πρόδηλον γεγονέναι τοῖς γε προσέχουσι τὸν νοῦν, <lb/>ὡς οὐ μικρὸν εἴη πρᾶγμα
                        διαγνῶναι πλῆθος. ὅπου δ’ ἂν <lb/>οὐδ’ ἄχρι λόγου διαγνῶναι ῥᾴδιον, ἀλλ’
                        ἄπορον παντοίως <lb/>ἐστὶ, σχολῇ γ’ ἂν ἐπὶ τῶν ἔργων ἀπὸ ταὐτομάτου
                        κατορθωθείη <lb/>μήτε προδιασκεψαμένοις τι περὶ αὐτοῦ μήτ’ <lb/>ἐξευροῦσιν.
                    </p></div><pb n="557"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἀπὸ γοῦν τῶν ἐμπειρικῶν αὖθις ἀρξώμεθα <lb/>τοῦ περὶ πλήθους λόγου, ἐπειδὴ
                        δοκοῦσιν ἀσφαλῶς πάνυ τὰς <lb/>εἰρημένας ἀπορίας ἀποδιδράσκειν,
                        ὁμολογήσαντες αὐτοὶ μὲν <lb/>μηδ’ ὅλως <milestone unit="ed2page" n="338"/>ἐπίστασθαι περὶ τῆς τοῦ πλήθους οὐσίας, <lb/>ἐπὶ δὲ τοιᾷδέ τινι συνδρομῇ
                        τετηρῆσθαι φάσκοντες ὠφελοῦσαν <lb/>ἀφαίρεσιν αἵματος, ἣν συνδρομὴν
                        ὀνομάζουσι πληθωρικήν. <lb/>ἅπαντα γὰρ ἀθροίσαντες εἰς ταὐτὸν, ὅσα τῶν
                        δογματικῶν <lb/>ἑκάστῳ λέλεκται, νομίζουσι μὲν ἐκφεύγειν ἐκ τούτων τὰς
                        ἐκείνων <lb/>ἀπορίας, ἐλέγχονται δὲ αὐτῶν πολὺ μειζόνως, εἴ τις
                        <lb/>προσέχοι τὸν νοῦν οἷς λέγουσιν, ἃ πάλιν ἐξ ἀρχῆς ἅπαντα <lb/>κάλλιον
                        ἐπελθεῖν. ἔστω τοίνυν ἐν μὲν τῷ προγεγονότι χρόνῳ <lb/>συνήθης μὲν ἐπὶ τῶν
                        ἐξ ἀρχῆς ἐδεσμάτων ἡ δίαιτα, καί τισιν <lb/>αὐτῶν ἐν πλησμονῇ μᾶλλον ἢ
                        πρόσθεν, ἐπίσχεσις δὲ τῆς <lb/>ἐκκρίσεως, ὅ τε σύμπας βίος ἀργός· ἐν δὲ τῷ
                        παρόντι τάσις <lb/>ὅλου τοῦ σώματος, ἤ τινων μορίων, ὄκνος τε πρὸς τὰς
                        <lb/>κινήσεις, ἀτονία τε περὶ τὰς ἐνεργείας, καὶ βάρους αἴσθησις,
                        <lb/>ἑλκώδους τε διαθέσεως, ἅμα τῷ τῶν φλεβῶν ὄγκῳ· προσκείσθω <lb/>δὲ, εἰ
                        βούλει, καὶ τὸ ἔρευθος, ἐπειδὴ καὶ τοῦτο ﻿<pb n="558"/> λέγουσιν ἔνιοι, καὶ
                        μὴν καὶ ὁ τοῦ σύμπαντος σώματος ὄγκος, <lb/>ἀνώμαλός τέ τις καὶ κοπώδης
                        διάθεσις· εἰσὶ γὰρ οἳ καὶ <lb/>ταῦτα προστιθέασιν. ἐρωτήσομεν οὖν αὐτοὺς,
                        ἅπερ ἐγὼ μειράκιον <lb/>ὢν ἠρώτησα τὸν ἐμπειρικὸν διδάσκαλον, ὅτε με πρῶτον
                        <lb/>ταῦτα ἐδίδασκεν, ἆρά γε πάνθ’ ἅμα τὰ εἰρημένα συνελθεῖν <lb/>δεῖ πρὸς
                        τὴν, ὡς αὐτοὶ λέγουσιν, ἀνάμνησιν τῆς κενώσεως, <lb/>ἢ κᾂν ἓν ἐξ αὐτῶν
                        θεάσωνται, φλεβοτομήσουσιν <lb/>αὐτίκα; πρὸς μὲν οὖν τὴν πρώτην ἐρώτησιν
                        ἑτοίμως ἀπεκρίνατό <lb/>μοι, πάντα φάσκων συνελθεῖν χρῆναι· τοιοῦτον γὰρ
                        <lb/>πρᾶγμα τὴν συνδρομὴν ὑπάρχειν, ἄθροισμα τῶν συμπληρούντων <lb/>αὐτὴν
                        ἁπάντων. ἐπειδὴ δὲ πρῶτον μὲν ἀνέμνησα δυοῖν <lb/>ἀνθρώπων, οὓς ἔναγχος
                        αὐτὸς ἐκεῖνος ἐκέλευσε φλεβοτομηθῆναι, <lb/>τὸν μὲν ὀφθαλμιῶντα σφοδρῶς, τὸν
                        δὲ ἐκπεσόντα <lb/>τοῦ ὀχήματος, εἶτ’ ἐμπλακέντα γε τοῖς ἱμᾶσι καὶ συρέντα
                        <lb/>ἐπὶ πλέον, ὡς θλασθῆναί τινα μέρη· μετὰ δὲ ταῦτα <lb/>διασιωπήσαντος
                        αὐτοῦ, καὶ ἄλλου τινὸς ἀνεμνήσθην, ὃν <lb/>καὶ αὐτὸν πυρέττοντα μὲν μετρίως,
                        οὐ φέροντα δὲ τὸ <lb/>ἄλγημα τῆς κεφαλῆς, ἐφλεβοτόμησεν· ἄλλον δὲ
                        πλευριτικὸν, <pb n="559"/> οὐδὲ τοῦτον ἔχοντα τὴν εἰρημένην ἅπασαν
                        συνδρομήν· ἐν <lb/>ἀπορίᾳ κατέστη μεγίστῃ. καὶ τοίνυν καὶ διῄειν ἐπὶ πλέον
                        <lb/>αὐτῷ καὶ ἄλλους μέν τινας ὁμοίους, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν εἰρημένων
                        <lb/>ἀνεμίμνησκον, ὅτι τοσούτῳ δέοντας αὐτοὺς ἅπασαν <lb/>ἔχειν τὴν
                        συνδρομὴν ἐφλεβοτόμησεν, ὥστ’ ἐγὼ μὲν ἔφην <lb/>οὐδὲ δύο τινὰ τούτων
                        ἀναμιμνήσκεσθαι τοῖς ἀνθρώποις ὑπάρχοντα. <lb/>τὸν μὲν γὰρ τοῦ ὀχήματος
                        ἐκπεσόντα, γυμναζόμενον <lb/>ὁσημέραι, καὶ πάσαις ταῖς συνήθεσιν αὐτάρκως
                        ἐκκρίσεσιν <lb/>ἐκκενούμενον, ἐσθίοντά τε σύμμετρα, καὶ σχεδὸν ὅλης ἡμέρας
                        <lb/>ἡμῖν συνδιατρίβοντα, καὶ μήτε ἐκείνῳ μήτε ἄλλῳ τινὶ δοκοῦντα
                        <lb/>δεῖσθαι κενώσεως, ἐπειδὴ κατενεχθεὶς ἐθλάσθη τινὰ <lb/>μόρια,
                        φλεβοτομίας ἠξίωσε, οὔτε ἔρευθός τι προσκτησάμενον, <lb/>οὔτ’ ἀγγείων ὄγκον,
                        οὔτ’ ἄλλο οὐδὲν ἐκ τῶν τῆς συνδρομῆς, <lb/>ἀλλὰ μόνον ἀλγοῦντα τὰ τεθλασμένα
                        μόρια. κατὰ ταὐτὰ δὲ <lb/>καὶ τὸν ὀφθαλμιῶντα καὶ τὸν τὴν κεφαλὴν
                        ὀδυνώμενον, <lb/>οὐδὲν ὅλως ἔχοντας τῶν εἰρημένων ἐν τῇ πληθωρικῇ συνδρομῇ,
                        <lb/>καὶ ἄλλους δὲ πολλοὺς ὑφ’ ἡμῶν οἶδα φλεβοτομηθέντας, <lb/>ἤτοι μηδ’
                        ὅλως ἔχοντας μηδὲν ἐκ τῆς πληθωρικῆς συνδρομῆς, <pb n="560"/> ἢ οὐ πάντα γε
                        ἅμα τὰ πρὸς ἡμῶν λεγόμενα. νυνὶ γὰρ, ἔφην, <lb/>ἀναμιμνήσκων ἐμαυτὸν, οὓς
                        εἶδον ὑφ’ ὑμῶν φλεβοτομηθέντας, <lb/>οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν εὐπορῶ τοῦ τὴν ἐν
                        τοιούτοις συμπτώμασιν <lb/>ἅπασαν ἔχοντος συνδρομήν· ἀλλ’ ὁ μέν τις, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="339"/>ὅτι κοπώδης ἦν, ἐφλεβοτομήθη, μηδὲν ἄλλο
                        ἔχων· <lb/>ὁ δὲ, ὅτι πυρέττων σφοδρῶς, ἢ ἀλγῶν ὀφθαλμοὺς, ἢ κεφαλὴν, <lb/>ἢ
                        αἱμοῤῥοΐδας ἐπεσχημένος, ἢ καταμήνια γυνὴ, οὐ <lb/>πάντα δὲ, ὅσαπερ ἡ
                        πληθωρικὴ συνδρομὴ βούλεται συνελθεῖν. <lb/>εἰ μὲν οὖν ἁπάσας τὰς διαθέσεις,
                        ἐφ’ αἷς τετήρηται φλεβοτομία <lb/>συμφέρουσα, πληθωρικὰς ὀνομάζεις, ὥρα
                        λέγειν ἡμᾶς <lb/>ὀφθαλμίαν, πλευρῖτιν, ἄλγημα σφοδρὸν, ἐξ ὀχήματος
                        κατάπτωσιν, <lb/>ἕτερά τε μυρία, πληθωρικὰς συνδρομάς· εἰ δὲ <lb/>τούτων
                        οὐδὲν ἐν τῇ πληθωρικῇ συνδρομῇ περιέχεται, τὸ δὲ <lb/>τῶν συμπτωμάτων
                        ἄθροισμα τῶν ἔμπροσθεν εἰρημένων ὀνομάζεται <lb/>πληθωρικὴ συνδρομὴ, οὐδένα
                        χρὴ φλεβοτομεῖν πρὶν <lb/>ἅπαντα ἔχειν αὐτά. πῶς μὲν οὖν ἐκεῖνος ἀπήντησέ
                        μοι πρὸς <lb/>ταῦτα, καὶ οὐδὲν πρέπον ἀπεκρίνατο, μακρᾶς ἔργον σχολῆς, <pb n="561"/> οὐ τῶν νῦν ἡμῖν προκειμένων ἔργον οἰκεῖον· ἐγὼ δὲ ἐπειδήπερ
                        <lb/>οὐ σχολὴν ἀδολεσχεῖν ἄγω νῦν, ἔγνων μὴ νῦν, ἐν δὲ τῷ <lb/>περὶ
                        φλεβοτομίας λόγῳ τοὺς σκοποὺς ἅπαντας ἐπιδεῖξαι προῄρημαι <lb/>τοῦ
                        βοηθήματος, οὓς οὐδ’ αὐτούς τις ἀκριβῶς τε καὶ <lb/>διωρισμένως ἔγραψε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐάσας οὖν ἐν τῷ παρόντι τὸ πρὸς τοὺς <lb/>ἐμπειρικοὺς, αὖθις ἐπάνειμι πρὸς
                        τοὺς λογικοὺς, ἕκαστον <lb/>τῶν συμπτωμάτων ὧν ἔγραψαν ἐπισκοπούμενος. ἔνια
                        μὲν <lb/>γὰρ αὐτῶν τοῦ πρὸς τὴν δύναμίν εἰσι πλήθους, ἔνια δὲ τοῦ <lb/>κατὰ
                        τὸ ἔγχυμα, τινὰ δὲ οὐχ ἁπλῶς ἐστι σημεῖα πλήθους, <lb/>ἀλλὰ τοιοῦδε πλήθους,
                        τινὰ δὲ ὅλως οὐδενὸς πλήθους, ἀλλ’ <lb/>ἤτοι κακοχυμίας τε καὶ διαφθορᾶς, ἢ
                        ἀῤῥώστου δυνάμεως, <lb/>ἢ ὄγκου τῶν στερεῶν σωμάτων. ὅτι δὲ οὕτω τοῦτ’ ἔχει,
                        μάθοις <lb/>ἂν, εἰ προσέχοις τοῖς λεχθησομένοις τὸν νοῦν. ἡ μὲν δὴ
                        <lb/>τονώδης διάθεσις, ὅταν ἄνευ γυμνασίων συμπίπτῃ, ἐνδείκνυται <lb/>μὲν
                        πάντως πολλὴν οὐσίαν ἐν αἰσθητικῷ σώματι περιέχεσθαι, <lb/>οὐ μὴν ἥτις γέ
                        ἐστιν ἡ οὐσία, ἢ τὸ εἶδος αὐτῆς, ἔτ’ <lb/>ἐνδείκνυται, κατά γε τοῦτο μόνον
                        αὐτὸ τὸ τείνεσθαι, κοινὸν <pb n="562"/> κοινὸν ὑπάρχον ἁπάσης οὐσίας, καὶ
                        λεπτῆς, καὶ παχείας, <lb/>καὶ μέσης τῇ συστάσει, καὶ πνευματώδους, ἔτι τε
                        θερμῆς <lb/>τε καὶ ψυχρᾶς, ἢ μέσης, ἀλλ’ ἑτέρων τινῶν δεῖται διαγνωρισμάτων
                        <lb/>εἰς τὸν τούτου διορισμόν. ἡ δὲ ἐν ταῖς ἐνεργείαις <lb/>ἀτονία τὴν
                        δύναμιν ἀῤῥωστοτέραν δείκνυσι, τῷ <lb/>ἐπισχεῖν τὸ κινοῦν, ὡς ἐπὶ χειρῶν
                        κινήσεως ἀσθενοῦς· <lb/>πολλαῖς γὰρ ἀκολουθεῖ καταστάσεσιν· εἴτε γὰρ
                        αὐξηθείη <lb/>τινὶ τό τε σαρκῶδες καὶ τὸ πιμελῶδες γένος, ἐν τοῖς
                        <lb/>αὐτοῖς ὅροις διαμενούσης τῆς δυνάμεως, ἀνάγκη τὰς κινήσεις
                        <lb/>ἀτονωτέρας γίγνεσθαι, μένοντος μὲν ἴσου τοῦ <lb/>κινοῦντος, αὐξηθέντος
                        δὲ τοῦ κινουμένου· εἴτε τῶν χυμῶν <lb/>τις εἷς, ἢ καὶ πάντες ἅμα
                        πλεονάσειαν, μὴ συναυξηθείσης <lb/>αὐτοῖς τῆς δυνάμεως, ἀνάγκη καὶ νῦν
                        ἀτονωτέρας <lb/>γενέσθαι τὰς ἐνεργείας· εἴτ’ ἄμφω μὲν συναυξηθείη, <lb/>τά
                        τε παρεγχύματα καλούμενα καὶ τὰ ὑγρὰ, μὴ <lb/>συναυξηθείη δὲ ἡ δύναμις, εἴτε
                        τούτων ὡσαύτως ἐχόντων, <lb/>ἡ δύναμις ἀσθενεστέρα γένοιτο. δύναιτο δ’ ἄν
                        ποτε καὶ <lb/>ἄμφω συνελθεῖν, ὥστε τὴν δύναμιν ἀῤῥωστοτέραν γενέσθαι, ﻿<pb n="563"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="340"/>καὶ τοὺς χυμοὺς ἅμα τοῖς παρεγχύμασιν ἢ
                        πλέονας ἢ <lb/>ἐλάττους εἶναι, θάτερον αὐτῶν ὁποτερονοῦν, ἀτονώτεραι αἱ
                        <lb/>ἐνέργειαι καὶ διὰ ταῦτα <milestone unit="ed1page" n="350"/>γίγνονται,
                        καθ’ ἕν τε συμβαῖνον <lb/>ἕκαστον αὐτῶν, καὶ κατὰ δύο, καὶ πλείω, καὶ πάνθ’
                        ἅμα. <lb/>τὸ γὰρ ἐπὶ τῇ τῶν στερεῶν σωμάτων εὐτροφίᾳ νομίζειν <lb/>ποτὲ
                        δύνασθαι κίνησιν ἀτονωτέραν ἀπεργασθῆναι μὴ γινωσκόντων <lb/>ἐστὶν ἀνθρώπων,
                        ὡς δι’ ὅλων τῶν στερεῶν σωμάτων <lb/>αἱ δυνάμεις διήκουσιν, ἀλλ’ ὥσπερ
                        αὐλοὺς ἢ σωλῆνας <lb/>πνεύματι τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰ νεῦρα παρασκευαζόντων.
                        εἴσῃ <lb/>δὲ τὸ τῆσδε τῆς δόξης μοχθηρὸν ἐξ ἄλλων τε πολλῶν, ἀτὰρ <lb/>οὐχ
                        ἥκιστα καὶ δυοῖν ἡμετέρων πραγματειῶν, τῆς τῶν Ἱπποκράτους <lb/>καὶ Πλάτωνος
                        δογμάτων καὶ τῆς τῶν φυσικῶν δυνάμεων. <lb/>εὐεξίας μὲν οὖν ἴδιον ἡ τῶν
                        στερεῶν σωμάτων εὐτροφία, <lb/>εὐσαρκίας δὲ καὶ πολυσαρκίας ἡ τῶν σαρκῶν
                        αὔξησις. <lb/>ὡς τὰ πολλὰ μὲν οὖν ἀνάλογον ἡ πιμελὴ μᾶλλον αὔξεται,
                        <lb/>ποτὲ δὲ ἐν πιμελῇ μᾶλλον ἡ σὰρξ ἢ μόνη πιμελή. εἴρηται δὲ <lb/>περὶ
                        τούτων ἐν τοῖς περὶ κράσεων ὑπομνήμασι. καθάπερ <lb/>δὲ ἐν σαρκὶ τὸ μέν
                        ἐστιν εὐσαρκία, τὸ δὲ πολυσαρκία, <pb n="564"/> κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐν
                        αἵματι τὸ μὲν οἷον εὐαιμία τίς <lb/>ἐστι, τὸ δὲ πολυαιμία. τὸ μὲν δὴ τῆς
                        εὐαιμίας οὐκ ἄδηλον <lb/>ὅτι καὶ ποιότητι καὶ ποσότητι κατὰ φύσιν ἐστὶν
                        ἀκριβῶς· <lb/>τὸ δὲ τῆς πολυαιμίας ἄμεμπτον μὲν τῷ ποιῷ, τῷ ποσῷ <lb/>δὲ οὐκ
                        ἄμεμπτον, ἀλλὰ πάντως μὲν πλέον, ἤτοι γε τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν ἐκ γενετῆς
                        ὑπάρχοντος, ἢ τοῦ πρὸς τὴν δύναμιν. ἐγχωρεῖ <lb/>γάρ ποτε ἀλλήλοις
                        συναύξεσθαι παρὰ τὴν ἐκ γενετῆς φύσιν <lb/>ἀμφότερα, καὶ τὴν τῆς δυνάμεως
                        ῥώμην καὶ τὸ πλῆθος τοῦ <lb/>αἵματος, ὥσπερ ἐν ταῖς ἀθλητικαῖς εὐεξίαις· καὶ
                        γὰρ τὰ <lb/>ὑγρὰ καὶ σαρκώδη καὶ ἡ δύναμις ἀνάλογον ἀλλήλοις ἐπ’ <lb/>αὐτῶν
                        συναύξονται. καὶ τοίνυν ἤδη πρόδηλον, ὡς οὐδ’ οἱ <lb/>τὸν ὄγκον εἰπόντες τοῦ
                        σώματος ἓν τῶν πληθωρικῶν σημείων <lb/>ἀληθεύουσιν· ὄγκος μὲν γὰρ φλεβῶν
                        πληθωρικὸν ἂν εἴη σημεῖον, <lb/>ὄγκος δὲ σαρκῶν καὶ πιμελῆς ἐκείνων ἂν εἴη
                        πλῆθος <lb/>αὐτῶν, οὐ μὴν ὅ γε νῦν ἡμεῖς ζητοῦμεν, ὃ δὴ καὶ πληθώρα
                        <lb/>καλεῖται. περὶ γὰρ τούτου τοῦ πλήθους, ὃ δηλονότι κένωσιν
                        <lb/>ἐνδείκνυται, προθέμενοι λέγειν ἐς τοσοῦτον, ὅ ποτε <pb n="565"/>
                        ὁμωνυμίαις ἐνδείκνυται, ἐσφάλησαν ἔνιοί τινες ἐξ αὐτῶν, <lb/>ὥστε εἰς τὸ τῶν
                        σαρκῶν τε καὶ τῆς πιμελῆς ἀπενεχθῆναι πλῆθος. <lb/>οὕτω μὲν δὴ μοχθηρὸν
                        πλήθους γνώρισμα, σώματος <lb/>ὄγκος· αὐτῶν μὲν γὰρ ἂν ἐκείνων εἴη τῶν
                        φλεβῶν ὧν ὁρῶμεν <lb/>ἐνδεικτικὸς τῆς πληρώσεως, οὐ μὴν ἐξ ἀνάγκης γε τῶν
                        <lb/>ἐν τῷ βάθει· ἀλλ’ ἐνδέχεταί ποτε καὶ τῶν ἔξω φλεβῶν διατεταμένων
                        <lb/>οὐχ ὡσαύτως διατετάσθαι καὶ τὰς ἔνδον, οἷον αὐτίκα <lb/>κρύους μὲν
                        κατασχόντος, εἰς τὸ βάθος ἀπελαύνεται τὸ <lb/>αἷμα, καὶ λειφαιμοῦσι μὲν οὕτω
                        δὴ αἱ ἐκτὸς, ὡς μηδὲ φαίνεσθαι· <lb/>πάλιν δὲ ἀλέας γενομένης, ἢ λουσαμένων,
                        ἐπὶ τὸ <lb/>δέρμα καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ σώματος φέρεται τὸ αἷμα, καταλιπὸν
                        <lb/>τὸ βάθος· εἰ δὲ καὶ περικαὴς εἴη πυρετὸς, ἀναγκαῖον καὶ τότε
                        <lb/>καίεσθαι τῷ σώματι, καθάπερ ζέοντι, πνευματοῦσθαί τε καὶ <lb/>χεῖσθαι.
                        ὥστε ὁ τῶν φλεβῶν ὄγκος οὐκ ἔστιν ἀχώριστον <lb/>γνώρισμα πλήθους χυμῶν,
                        ἀλλὰ πρῶτον μὲν χρὴ τοιαύτην <lb/>ὑπάρχειν τῷ σώματι κατάστασιν, ὡς μήτε τὰ
                        ἔνδον τῶν <lb/>ἔξω μήτε ἐκείνων ταῦτα πλεονεκτεῖν θερμότητι· δεύτερον
                        <lb/>δὲ, μηδ’ ἄμετρον εἶναι καθ’ ὅλον τὸ ζῶον θερμότητα. <pb n="566"/> ἐπὶ
                        τούτοις προδιορισθεῖσιν εἴη ἄν ποτε σημεῖον ὁ τῶν φλεβῶν <lb/>ὄγκος
                        αἱματικοῦ πλήθους <milestone unit="ed2page" n="341"/>νῦν λεγομένου, τοῦ
                        <lb/>κατ’ ἐπικράτησιν· ἀδύνατον γὰρ οὕτως ἀκριβὲς αἷμά ποτε <lb/>περιέχεσθαι
                        κατὰ τὰς φλέβας, ὡς μηδὲν αὐτῷ μήτε χολῆς ἐμφέρεσθαι, <lb/>μήτε φλέγματος,
                        μήτε ὀῤῥώδους ἰχῶρος, ὅθεν ἐγὼ <lb/>κᾀν τοῖς ἔμπροσθεν ἠξίουν ὡσαύτως
                        ἀκούειν, εἴτε τοὺς χυμοὺς <lb/>πλεονάζειν, εἴθ’ αἷμα φήσαιμι. τοῦ γὰρ
                        ἀμίκτου καὶ <lb/>καθαροῦ τῶν ἄλλων ὑγρῶν αἵματος οὐδέποτε ἐν ταῖς ψλεψὶ
                        <lb/>περιεχομένου, δέδεικται γὰρ τοῦθ’ ἡμῖν ἑτέρωθι, ὡς τοῦ μέντοι
                        <lb/>μικτοῦ, μὴ μέντοι γε ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ὡς ἐν συμμετρίᾳ <lb/>τινι τοῖς
                        κατὰ φύσιν ἔχουσι ζώοις, ἐπιμεμιγμένων αὐτῷ τῶν <lb/>ἄλλων, οὐδὲν διοίσει
                        χυμοὺς ἢ αἷμα προσαγορεύειν. συναυξανομένων <lb/>γὰρ ἁπάντων ἐν τῇ κατὰ
                        φύσιν συμμετρίᾳ τῷ <lb/>κατ’ ἐπικράτειαν αἵματι, ταὐτὸν σημαίνει τὸ τῶν
                        χυμῶν <lb/>ὄνομα, καὶ οὐδὲν διαφέρει τοὺς χυμοὺς ηὐξῆσθαι λέγειν, ἢ <lb/>τὸ
                        αἷμα, τοῦ λόγου τοῦ φάσκοντος τοὺς χυμοὺς αὐτὸ τοῦτ’ <lb/>ἐπιδεικνυμένου, τὸ
                        περὶ τὴν ἀρχαίαν ἀναλογίαν πάντως πλεονάσαι, <lb/>τουτὶ μὲν οὖν ἡμῖν οὕτω
                        διοριζέσθω, πάλιν δ’ ἐπὶ <pb n="567"/> τὸ προκείμενον ἴωμεν. ὁ γὰρ τῶν
                        φλεβῶν ὄγκος ἂν μήτε <lb/>δι’ ἐπικράτησιν τῆς ἔξωθεν καταστάσεως, μήτε
                        διάχυσίν τε <lb/>καὶ ζέσιν ᾖ γενόμενος, αἱματικὸν εἶναι τὸ πλῆθος
                        ἐνδείκνυται. <lb/>χρὴ δὲ μηδὲ κατάῤῥοπον ἐσχηματίσθαι τὸ τοιοῦτον μόριον,
                        <lb/>ἢ κεκινῆσθαι προσφάτως ὑπὲρ τὰ ἄλλα· διὸ καί τινι λόγῳ <lb/>περιλαβὼν
                        ἄν τις ἅπαντας τοὺς κατὰ μέρος διορισμοὺς, τότ’ <lb/>ἐνδείκνυσθαι φήσει τὸν
                        ὄγκον τῶν φλεβῶν αἵματος πλῆθος, <lb/>ὅταν ἅπαντα τὰ μόρια τὴν αὐτὴν
                        κατάστασιν ἔχῃ μετὰ συμμέτρου <lb/>θερμασίας, ὡς εἴγε ὡσαύτως μὲν ἅπαντα
                        διακέοιτο, <lb/>θερμότης δὲ ἄμετρος ὑπάρχοι, χύσις ἐν τῷδε γίγνεται τῶν
                        χυμῶν <lb/>εἰς ὄγκον αἴρουσα τὰς φλέβας, οὐ μὴν αἱματικόν γε τὸ <lb/>πλῆθος,
                        ἀλλὰ πνευματικὸν ἐνδείκνυται· πνευματοῦνται γὰρ <lb/>οἱ χυμοὶ θερμαινόμενοι,
                        διὸ καὶ ὅσοι τὸν ὄγκον τῶν φλεβῶν <lb/>ἀπεφήναντο πλῆθος σημαίνειν, ἐὰν δὴ
                        προσυπακούσῃ τις ἐν <lb/>τῷ λόγῳ τὸ κατ’ ἐκείνας τὰς φλέβας, ἐν αἷσπερ ἂν ᾖ
                        τοῦτο <lb/>γινόμενον, ὀρθῶς εἰρηκέναι δόξουσι· πλείων γὰρ ἡ οὐσία <lb/>τῆς
                        πρόσθεν ἐξ ἀνάγκης ἐστὶν ἡ τὸν ὄγκον ἐργασαμένη ταῖς <lb/>φλεψὶν, οὐ μὴν ἤδη
                        γέ πω δῆλον, ὁποῖόν τι τὸ πλῆθός ﻿<pb n="568"/> ἐστιν· ἁπάσης γὰρ οὐσίας
                        πολλῆς ὁ παρὰ φύσιν ὄγκος κοινὸς, <lb/>εἴτ’ οὖν αἷμα καθαρὸν, εἴτε χολῶδες,
                        εἴτε ὀῤῥῶδες, <lb/>εἴτε φλεγματικὸν, εἴτε πνευματικὸν ὑπάρχοι. ὥσπερ δὲ
                        τοῦτο <lb/>κοινὸν ἁπάσης πλήθους διαφορᾶς, οὕτω καὶ τὸ τείνεσθαι <lb/>τὰς
                        φλέβας· ἕπεται γὰρ καὶ τοῦτο τῷ ποσῷ τοῦ πλήθους, <lb/>οὐ τῇ κατ’ εἶδος
                        διαφορᾷ. ὥστε ὁ ὄγκος καὶ ἡ τονώδης αἴσθησις <lb/>οὐ μᾶλλόν τι χυμῶν ἢ
                        πνεύματος ἐνδείξεται πλῆθος. <lb/>εἰ μὲν οὖν τις ὧδέ πως ἀποφαίνοιτο, κατὰ
                        τὰς τονώδεις αἰσθήσεις <lb/>ἐξ ἀνάγκης πλῆθός ἐστιν, ἀληθὲς ἐρεῖ· καὶ μέντοι
                        <lb/>κᾂν οὕτως φήσειε, τὸ ἐν αἰσθητικοῖς μέρεσι πλῆθος ἐπιφέρει <lb/>τινὰ
                        διάθεσιν, ἀληθὲς ἐρεῖ καὶ αὐτός· εἰ δέ τις ἐάσας τὸ γενικὸν <lb/>ὄνομα τὸ
                        πλῆθος ἢ τοὺς χυμοὺς, αἷμα παραλάβοι κατὰ <lb/>τὸν λόγον, οὐκ ἐξ ἀνάγκης
                        ἀληθεύσει δι’ ἃς εἴπομεν αἰτίας. <lb/>ὅτι δ’ οὐδὲ πλήθους ἁπλῶς, ἀλλὰ τοῦ τε
                        μᾶλλόν τε καὶ ἧττον <lb/>ἐν αὐτῷ, διαφορὰ κατὰ τε τοὺς ὄγκους ἐστὶ τῶν
                        φλεβῶν <lb/>καὶ τὴν τονώδη διάθεσιν, ἐνθένδε δῆλον. οὐδὲν μόριον ὀδυνᾶται
                        <lb/>πληρούμενον, ἄνευ τοῦ προγενέσθαι τάσιν αὐτῷ βιαίαν· <pb n="569"/> εἰ
                        δ’ εἰς ὄγκον μὲν αἴροιτο, μηδέπω δέ γε βιαίως, οὐδέπω <lb/>τείνεται· διὸ τῶν
                        ὄγκων ὁ μὲν σὺν τῇ τάσει πλέον ἐνδείξεται <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="342"/>πλῆθος· ὁ δ’ ἄνευ ταύτης, ἧττον. πῶς οὖν
                        ἐνίοτε <lb/>τὴν ἀρχὴν μὲν οὐδεὶς ὄγκος φαίνεται κατὰ τὰς φλέβας, ἡ τονώδης
                        <lb/>δέ ἐστιν ἰσχυρὰ αἴσθησις; χρὴ γὰρ δήπου τοῖς μεγίστοις <lb/>ὄγκοις
                        ἐζεῦχθαι τὴν τοῦ τείνεσθαι διάθεσιν. ἢ διότι ἔστιν <lb/>ὅτε ὁ ὄγκος ἐν ταῖς
                        διὰ βάθους φλεψὶ μόναις διατείνει, ἢ εἴπερ <lb/>ἐν τῷ πρὸς τὶ τὸ πλῆθος,
                        ὑπὲρ οὗ νῦν δια<milestone unit="ed1page" n="351"/>λεγόμεθα, τό <lb/>τε πρὸς
                        τὴν εὐρύτητα τῶν ἀγγείων, ὃ δὴ πλῆθος λέγομεν, <lb/>οὐδέπω τεινομένων αὐτῶν,
                        τό τε πρὸς τὴν τοῦ χιτῶνος τάσιν, <lb/>δηλονότι τοῦ μὲν ὄγκου τῶν φλεβῶν ἡ
                        γένεσις ἐπιδίδοται, <lb/>εἰς πλῆθος αὐξομένου τοῦ αἵματος ὑπὲρ τὴν φυσικὴν
                        <lb/>ἑκάστου συμμετρίαν, ὥστε πρὸς ἐκείνην λέγεσθαι τὸ πολύ· <lb/>τὸ δὲ
                        τείνεσθαι τὸν χιτῶνα τῆς ὡς πρὸς αὐτὸν συμμετρίας ἐνδείκνυται <lb/>(διὰ)
                        ὑπερβολήν. οὐ γὰρ ἔστι κατὰ φύσιν οὐδὲ <lb/>τοῦτον τείνεσθαι. ἑκάτερον οὖν
                        ἐστι πολὺ, τό τε ὡς πρὸς <lb/>τὴν κατὰ φύσιν συμμετρίαν αἷμα καὶ πρὸς τὴν
                        τοῦ χιτῶνος <lb/>τάσιν. ἐμνημόνευσε δὲ Ἐρασίστρατος ἀμφοτέρων, <pb n="570"/>
                        οὐ διηρθρωμένως μὲν, οὐδ’ οὕτω σαφῶς, ὡς ἐγὼ νῦν, ὅμως <lb/>ὥστε ἐμφῆναι,
                        διττὴν εἶναι φύσιν τοῦ πράγματος. ἐν μὲν <lb/>γὰρ τῷ φάναι· κατ’ ἀρχὰς μὲν
                        οὖν καὶ μετρίως πληρουμένων <lb/>τῶν ἀγγείων, εὐτονώτεροί τε καὶ ἰσχυρότεροι
                        ἑαυτῶν φαίνονται <lb/>παρὰ τὸ εἰθισμένον· ἐνεδείξατο τὴν ὑπὲρ τὸ κατὰ φύσιν
                        <lb/>ἑκάστῳ τοῦ αἵματος ἀμετρίαν· ἐν οἷς δὲ ἑξῆς ἐπιφέρων φησίν·
                        <lb/>ἐπιπλέον δὲ πληρώσεως ἐρχομένων, παρεμπίμπλανται <lb/>βραχίονές τε καὶ
                        χεῖρες καὶ κνῆμαι· τὴν ὡς πρὸς τοὺς <lb/>περιέχοντας τὸ αἷμα χιτῶνας· ὥστε
                        ὅρους εἶναι δύο τῆς τοῦ <lb/>αἵματος ὑπὲρ τὸ κατὰ φύσιν αὐξήσεως, ἕνα μὲν ἐν
                        τῷ πληροῦσθαι <lb/>τῶν φλεβῶν τοὺς χιτῶνας εἰς ὄγκον αἰρομένους ὑπὲρ <lb/>τὸ
                        κατὰ φύσιν ἑκάστω, τὸν δὲ ἕτερον, ἐν ᾧ πρὸς τούτῳ <lb/>τείνεσθαι συμβαίνει,
                        μηδ’ ἑτέρου τούτων ὁρωμένου ἐν τῷ <lb/>πρὸς τὴν δύναμιν πλήθει. περὶ μὲν δὴ
                        τούτων ἱκανὰ καὶ <lb/>ταῦτα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Τὸ δὲ ἔρευθος, οὗ καὶ αὐτοῦ μνημονεύουσιν, <lb/>οὐ πλήθους μὲν ἁπλῶς, ἀλλ’
                        αἱματικοῦ πλήθους γνώρισμα. <lb/>δεήσεται δὲ καὶ αὐτὸ τῶν διορισμῶν, ὧνπερ ὁ
                        ὄγκος· <pb n="571"/> εἰ γὰρ διά τι τῶν ἔξωθεν, οἷον ἥλιον, ἢ λουτρὸν, ἢ
                        γυμνάσιον, <lb/>ἢ πορείαν, ἢ ἁπλῶς εἰπεῖν θερμασίαν, οὕτω δὲ καὶ <lb/>θυμὸν,
                        αἰδώ τε καὶ ὅσα τοιαῦτα, καὶ ὀξεῖς δὲ πυρετοὶ τούτου <lb/>τοῦ γένους εἰσίν.
                        ὅταν οὖν ὁμαλὴ μὲν ὅλου τοῦ σώματος <lb/>ἡ διάθεσις εἴη, μηδὲν δὲ ὧν εἴρηκα
                        παρῇ, τότ’ ἂν εἴη τὸ <lb/>ἔρευθος αἱματικοῦ πλήθους γνώρισμα τοῦ καθ’ ὅλον
                        τὸ <lb/>ζῶον· εἰ δὲ μὴ, ἀλλά γε κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἐν ᾧ φαίνεται·
                        <lb/>καὶ γὰρ καὶ ταῖς φλεγμοναῖς, εἴτ’ ἐν τοῖς μυσὶν εἴτ’ ἐν τοῖς
                        <lb/>δέρμασι συνίστανται, τὸ τοιοῦτον ἕπεται χρῶμα, πληθωρικοῖς
                        <lb/>ὑπάρχουσι νοσήμασιν. ἀλλὰ περὶ φλεγμονῶν αὐτάρκως <lb/>ἐν ἑτέρῳ
                        λέλεκται γράμματι, καθ’ ὃ περὶ τῶν παρὰ <lb/>φύσιν ὄγκων ἐπεσκεπτόμεθα,
                        δεικνύντες ἅπαντας αὐτοὺς ὑπὸ <lb/>πλήθους ὑγρῶν ἄλλοτε εἰς ἄλλο μέρος
                        κατασκηπτόντων <lb/>συνίστασθαι· νυνὶ δὲ οὐ περὶ τούτων, ἀλλ’ ὡς εἴρηται
                        πρόσθεν, <lb/>ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ πλήθους ὁ λόγος ἐστὶν, ὃ καλεῖται
                        <lb/>πληθώρα, πλεονεξίας χυμῶν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι <milestone unit="ed2page" n="343"/>συνισταμένης. <lb/>οὐχ οὕτω δέ φαμεν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι
                        συνίστασθαι <pb n="572"/> πλῆθος, ὡς ἀμφότερα τὰ γένη τῶν σωμάτων βεβλάφθαι,
                        τό <lb/>τε τῶν ἀγγείων καὶ τῶν σαρκῶν· ἐγχωρεῖ γὰρ ἐνίοτε καὶ <lb/>μόνον
                        θάτερον, ὡς εἰ καὶ ὁπότερον ἂν καταληφθείη μέρος, <lb/>οὐ καθ’ ἕν τι μόριον
                        ἢ δύο τούτου συμβεβηκότος, ἀλλ’ ἤτοι <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον, ἢ κατὰ τὰ
                        πλεῖστά τε καὶ κυριώτατα <lb/>μόρια. καὶ τοίνυν καὶ τὸν ὄγκον ὁποῖός τίς
                        ἐστιν ἐξευρεῖν, <lb/>ἱκανῶς γεγυμνασμένου περὶ τὰς διαγνώσεις ἀνδρὸς δεῖται.
                        <lb/>κατὰ γοῦν τὸ σαρκῶδες γένος ἕτερος μὲν ὄγκος ὁ τῶν σαρκῶν <lb/>αὐτῶν
                        ἐστιν, ἕτερος δὲ ὁ τῶν ὑγρῶν, ὥσπερ ἐρίου τινὸς <lb/>ἢ σπογγιᾶς τῆς σαρκὸς
                        ἐμπεπλησμένης ὑγρότητος περιττῆς· <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν τοιοῦτον πλῆθος ἐν ταῖς
                        σαρξὶν ἀνάλογόν ἐστι <lb/>τῷ κατὰ τὸ ἔγχυμα καλουμένῳ ἐπὶ τῶν ἀγγείων, τὸ δὲ
                        ἕτερον <lb/>πλῆθος τῷ πρὸς τὴν δύναμιν, ἢ μετὰ βάρους· μεμνημένων <lb/>ἡμῶν,
                        ὅτι μηδὲν διήνεγκεν, ἢ περὶ συνθέτου σαρκὸς, ἢ περὶ <lb/>μυῶν διαλέγεσθαι,
                        καὶ ὡς εἴ ποτε περὶ πλήθους ὁ λόγος γίγνοιτο <lb/>τοῦ κατὰ τὰς σάρκας, τοὺς
                        μῦς ἀκουστέον ἐστὶν, οὐ <lb/>τὴν ἁπλῆν ἐκείνην σάρκα, τὴν ὑπό τινων
                        ὀνομαζομένην παρέγχυμα. <lb/>κατὰ μέντοι τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβας οὐχ
                            ﻿<pb n="573"/> ὁμοίως αἰσθητόν ἐστι τὸ πρὸς τὴν δύναμιν πλῆθος αὐτοῖς
                        <lb/>τοῖς κάμνουσιν, ἀλλ’ ὅσοι περ ἂν ὦσιν αἰσθητικώτατοι φύσει, <lb/>μόνοις
                        τοῖς τοιούτοις ἀμυδρόν τι καὶ βύθιον βάρος ἐμφαίνεται <lb/>κατὰ τὸ σῶμα· διὸ
                        χρὴ ζητεῖν ἕτερά τινα σαφέστερα τοῦ <lb/>τοιούτου πλήθους γνωρίσματα.
                        ῥᾳθύμως δὲ τῶν πλείστων <lb/>ἰατρῶν ἐσχηκότων ἀμφ’ αὐτὸ, καὶ τῶν μὲν οὐδ’
                        ὅλως ἐπισκεψαμένων, <lb/>ἐνίων δὲ ἐλλιπῶς, οὐδὲν εὕρηται βεβαιότερον
                        <lb/>γνώρισμα τῆς τῶν ἀρτηριῶν κινήσεως, ἣν ἐν ταῖς περὶ τῶν <lb/>σφυγμῶν
                        πραγματείαις αὐτάρκως ἐξηγησάμεθα. τὰ πολλὰ <lb/>μὲν γὰρ ὁμοῦ ταῖς ἀρτηρίαις
                        αἱ φλέβες ἐν πληθώρᾳ καθίστανται, <lb/>διὰ τὴν σύῤῥοιαν τῶν ἀγγείων, ἣν
                        πολλάκις ἐν ἑτέροις <lb/>ἀπεδείξαμεν· ἔστιν ὅτε δὲ χυμῶν γλίσχρων, ἢ παχέων
                        ἠσθροισμένων <lb/>ἐν ταῖς φλεψὶν, οὐκ εὐπετὴς ἡ μετάληψις αὐτῶν εἰς <lb/>τὰς
                        ἀρτηρίας γίγνεται, σπάνιον δέ ἐστι τὸ τοιοῦτον· εἰ μὴ <lb/>γὰρ ἐσχάτως εἶεν
                        παχεῖς, ἢ γλίσχροι χυμοὶ, μεταῤῥυήσονται <lb/>πάντως. ἐν μὲν δὴ ταῖς
                        τοιαύταις διαθέσεσιν οὐδὲν ἐναργὲς <lb/>γνώρισμα τοῦ κατὰ τὰς φλέβας
                        ἠθροισμένου πλήθους ἐκ (δὲ) <lb/>τῆς τῶν ἀρτηριῶν κινήσεως ἔνεστι λαβεῖν, εἰ
                        καὶ ὅτι μάλιστα <lb/>τῷ Νικάρχῳ καὶ Πραξαγόρᾳ δοκεῖ, καίτοι μὴ μεταδιδοῦσι
                            <pb n="574"/> ταῖς ἀρτηρίαις αἵματος· κατὰ μέντοι τὰς ἄλλας διαθέσεις
                        τῆς <lb/>πληθώρας πιστεύειν χρὴ τοῖς ἐκ τῶν σφυγμῶν σημείοις, ἃ <lb/>διὰ τῆς
                        οἰκείας εἴρηται πραγματείας, τὰς δὲ ἰδέας τοῦ πλήθους, <lb/>ὅταν γε ὁμαλῶς
                        ἐκτεταμένον εἰς ὅλον τὸ σῶμα ᾖ, κατὰ <lb/>τάδε διαιρεῖσθαι. ἐξέρυθρον μὲν
                        γὰρ τὸ τοῦ αἵματος πλῆθός <lb/>ἐστιν, ὕπωχρον δὲ τὸ τῆς ξανθῆς χολῆς, ἐπὶ δὲ
                        τὸ λευκότερον <lb/>ἐκτρέπεται τοῦ κατὰ φύσιν, ὅταν τὸ φλέγμα κρατῇ,
                        <lb/>καθάπερ ἐπὶ τὸ μελάντερον, ἢν ἡ μέλαινα χολή. καθ’ ἕκαστον <lb/>δὲ τῶν
                        εἰρημένων συνηυξῆσθαι χρὴ καὶ τὸ αἷμα· μόνη <lb/>γὰρ εἴ ποτε πλεονάσειεν ἡ
                        ὠχρὰ καὶ ξανθὴ προσαγορευομένη <lb/>χολὴ, καθάπερ ἐν ἰκτερικοῖς, οὐκ ἔτι
                        πλῆθος, οὐδὲ πληθωρικὴ <lb/>διάθεσις, ἀλλὰ κακοχυμία τὸ τοιοῦτόν ἐστι
                        πάθημα. <lb/>κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ ἐπὶ τῆς μελαίνης χολῆς καὶ τοῦ φλέγματος.
                        <lb/>ὅταν δὲ, ὡς εἴρηται πρόσθεν, ἢ βάρος, ἢ ὄγκος ὑπὲρ τὸ <lb/>κατὰ φύσιν
                        ᾖ, πληθωρικὴ μὲν ἡ τοιαύτη διάθεσις εἴρηται, <lb/>ἐκ δὲ τῆς χρόας γινώσκειν
                        χρὴ τὴν ἰδέαν τοῦ κρατοῦντος <lb/>χυμοῦ. μόνη δὲ χολὴ τῶν ἀχωρίστων τοῦ
                        πλήθους <pb n="575"/> συμπτωμάτων <milestone unit="ed2page" n="344"/>οὐδέτερον ἐργάσασθαι δύναται, οὔτ’ <lb/>οὖν τὸν ὄγκον οὔτε τὸ βάρος·
                        ἕτερον γάρ τι πρὸς ταύτης <lb/>ἔσται πάθημα πρὶν ἐς τοσοῦτον αὐξηθῆναι.
                        μόνον <lb/>δ’, εἴπερ ἄρα, τὸ φλέγμα, καὶ τοῦτο οὐχ ἅπαν ἁπλῶς, <lb/>ἀλλὰ τὸ
                        κατὰ τοὺς λευκοφλεγματίας ὀνομαζομένους ὑδέρους <lb/>ἐν ὅλῳ τῷ σώματι
                        δυνήσεται πλεονάσαι. δῆλον δὲ ὡς καὶ <lb/>τὸν ὠμὸν ὀνομαζόμενον χυμὸν ἕν τι
                        τῶν φλέγματος εἰδῶν <lb/>ἔν γε τῷ νῦν λόγῳ τίθεσθαι χρὴ, ὡς εἴγε ἕτερον
                        ἐκείνου <lb/>θήσομεν πρὸς αἷς εἴπομεν ἄρτι πλήθους διαφοραῖς, ἀναγκαῖόν
                        <lb/>ἐστι προσθεῖναι καὶ τὴν ἐκ τοῦ τοιούτου χυμοῦ· <lb/>παχύτερος δὲ τοῦ
                        ἄλλου φλέγματος ὁ χυμὸς οὗτος, ἧττόν <lb/>τε πνευματικὸς, οἷος ἐν τοῖς
                        οὔροις ὑφίσταται μά<milestone unit="ed1page" n="352"/>λιστα <lb/>τοῖς ἐξ
                        ἀδδηφαγίας πολλὴν ὑπόστασιν ἔτνει τε κυάμων <lb/>ὁμοίαν ἔχουσι· καὶ μὴν καὶ
                        διεχώρησε κάτω πολλάκις ὁ <lb/>τοιοῦτος ἀθρόως χυμὸς ἐκείνοις τῶν σωμάτων,
                        ὅσα γυμνασίων <lb/>μὲν ἀπείχετο, παμπόλλοις δὲ ἐδέσμασιν ἐχρᾶτο, καὶ
                        <lb/>λουτροῖς ἐπὶ τροφαῖς· ἀλλὰ καὶ τούτῳ τῷ χυμῷ, καθάπερ <lb/>καὶ τῷ
                        φλέγματι, λευκή τις ἄχροια καθ’ ὅλον τὸ σῶμα <lb/>συνυπάρχει. τὰ δ’ ἄλλα τοῦ
                        φλέγματος εἴδη τὸ μέν <pb n="576"/> ἐστι γλυκὺ, τὸ δὲ ὀξὺ, τὸ δὲ ἁλυκόν· καὶ
                        ὑπνώδεις μὲν <lb/>γίνονται ἐπὶ τοῦ γλυκέος, πεινώδεις δὲ ἐπὶ τοῦ ὀξέος
                        πλεονάζοντος, <lb/>ὥσπερ δὴ διψώδεις, ὅταν ἐπικρατῇ τὸ ἁλυκόν·
                        <lb/>ἀνόρεκτοι δὲ ἐπὶ τῷ προειρημένῳ τῷ ὠμῷ. τὰ δὲ τῶν <lb/>ὕπνων ἐπὶ μὲν
                        τοῖς ἄλλοις φλέγμασι τοῖς προειρημένοις <lb/>βραχὺ πλείω τοῦ κατὰ φύσιν· ὁ
                        δ’ ὠμὸς χυμὸς, ὥσπερ τὸ <lb/>γλυκὺ φλέγμα, σαφῶς ὑπνώδεις ἀποτελεῖ·
                        δέδεικται γὰρ ἑτέρωθι, <lb/>τῆς αἰσθητικῆς ἀρχῆς ὑγραινομένης τε καὶ
                        ψυχομένης, <lb/>τὴν κωματώδη ἕπεσθαι διάθεσιν, ὥσπέρ γε καὶ τὴν ἀγρυπνίαν,
                        <lb/>ξηραινομένης καὶ θερμαινομένης. ταῦτ’ ἄρα καὶ οἱ <lb/>χολῶντες ἄγρυπνοι
                        πάντες ἐφ’ ἑκατέρᾳ τῇ χολῇ· σύνεστι δὲ <lb/>ἐξαίρετον ἐπὶ τῆς μελαίνης τὸ
                        σκυθρωπόν τε καὶ δύσθυμον <lb/>ἄνευ λόγου. εἰ δὲ μὴ καθ’ ὅλον σῶμα
                        πλεονάζοιεν οἱ προειρημένοι <lb/>χυμοὶ, καθ’ ἕν τι δὲ μόριον ἀθροισθεῖεν,
                        ὄγκους <lb/>ἐργάζονται παρὰ φύσιν αὐτοῖς τοῖς σώμασιν, ὑπὲρ ὧν ἑτέρωθι
                        <lb/>δείκνυται. καὶ αὐτὰ δὲ τὰ νῦν αὐτῶν εἰρημένα συμπτώματα, <lb/>πλὴν τῆς
                        ἀχροίας, ἐγκέφαλόν τε καὶ στόμαχον <pb n="577"/> κατειληφότων ἐστίν·
                        ἀγρυπνίαι μὲν γὰρ καὶ ὕπνοι διὰ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον, ὀρέξεις δὲ καὶ ἀνορεξίαι
                        διὰ τὸν στόμαχον ἄλλοτε <lb/>ἀλλοίως διατιθέμενον γίγνονται. δῆλον δ’ ὅτι τὸ
                        στόμα τῆς <lb/>γαστρὸς εἴρηται νῦν στόμαχος, ἐν ᾧ τὸ μὲν φλέγμα τὸ
                        ἀθροισθὲν, <lb/>ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν εἴρηται, τὰς ὀρέξεις ἐποίησε· <lb/>τῶν
                        δὲ χολωδῶν, ἐπὶ μὲν τῆς ξανθῆς διψώδεις τε καὶ ἀσώδεις <lb/>ἔσονται, καὶ τὸ
                        στόμα πικρὸν αὐτοῖς ἐστιν· ἐπὶ δὲ τῇ <lb/>μελαίνῃ, δύσθυμοι, καὶ σκυθρωποὶ,
                        καὶ φοβεροὶ, καὶ ἄδιψοι, <lb/>καὶ σιέλου μεστοὶ, ἀπόσιτοι δὲ οὐ πάντες, ἀλλά
                        τινες αὐτῶν. <lb/>ἱκανῶς δὲ πεινώδεις εἰσὶν οἷς ἂν ἡ μέλαινα τὴν ὀξεῖαν
                        <lb/>ποιότητα κρατοῦσαν ἔχῃ· γίγνεται δὲ τοῦτο, κακοηθεστέρας <lb/>αὐτῆς
                        ἀποτελουμένης. ἔστ’ ἂν δὲ μόνον οἷον ἰλὺς αἵματος <lb/>ᾖ, μήπω δ’ ἀκριβῶς
                        ὀξεῖα, κάλλιον ἴσως (μελαγχολικὸς χυμὸς <lb/>ἕως οὗ λέγεται) μηδὲ καλεῖν
                        μηδέπω τὸν τοιοῦτον χυμὸν <lb/>μέλαιναν χολὴν, ἀλλ’, ὥσπερ εἴωθα,
                        μελαγχολικὸν, ὅτι τοῦ <lb/>γενέσθαι μέλαιναν χολὴν πλησίον ἥκει. ἀλλ’ οὐ νῦν
                        καιρὸς <lb/>ὑπὲρ τῆς ἐν ταῖς κακοχυμίαις διεξέρχεσθαι διαφορᾶς, <lb/>ὅτι
                        μηδὲ πλῆθος εἶπον ὀνομάζεσθαι αὐτάς· ἡμῖν δὲ οὐχ <lb/>ἁπλῶς τὸ πλεονάζον
                        ὁπωσοῦν ἐξευρεῖν, ἀλλὰ περὶ πλήθους ﻿<pb n="578"/> σκέψασθαι προὔκειτο·
                        πλεονεξία δέ ἐστι τοῦτο τῶν καθ’ <lb/>ὅλον τὸ σῶμα τοῦ ζώου χυμῶν. οὔτ’ οὖν
                        τῶν κατὰ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="345"/>μέρος ὄγκων οὔτε κακοχυμίας ἀκούειν χρὴ
                        ποθεῖν ἐν <lb/>τῷ λόγῳ τῷδε τὰς ἰδέας, ἀλλ’ ὅταν ἤτοι κατὰ τὴν ἀρχαίαν
                        <lb/>ἀναλογίαν αὐξηθῶσιν ἅπαντες, ἤ τινα βραχεῖαν ὑπεροχὴν ἐξ <lb/>αὐτῶν εἷς
                        λάβῃ. τὸ μὲν οὖν αἷμα παμπόλλην ὑπεροχὴν δύναται <lb/>λαβεῖν ἐν ταῖς
                        πληθωρικαῖς διαθέσεσι, τῶν δὲ ἄλλων <lb/>χυμῶν οὐδείς· κακοχυμία γὰρ ἤδη τό
                        γε τοιοῦτον, οὐκ ἔτι <lb/>πλῆθος, οὐδὲ πληθώρα καλεῖται. διὸ καὶ σφυγμοὶ
                        κατὰ <lb/>μὲν τὰς κακοχυμίας οἰκεῖοι τῇ φύσει τῶν χυμῶν ἀκριβῶς εἰσιν·
                        <lb/>ἐπὶ δὲ τοῖς εἰρημένοις πλήθεσιν οὐχ ὁμοίως ἐναργεῖς <lb/>ἀποσώζουσι τὰς
                        διαφορὰς, ὅτι σὺν αἵματι δαψιλεῖ πάντως <lb/>ἐστὶν ὁ πλεονάζων χυμός· ὅταν
                        δὲ κρατήσῃ σφοδρῶς, ἐπὶ μὲν <lb/>τῇ ξανθῇ χολῇ τοιούτους ἀνάγκη γενέσθαι
                        σφυγμοὺς, οἵους <lb/>εἴπομεν ἕπεσθαι, ξηραινομένης τε καὶ θερμαινομένη τῆς
                        καρδίας· <lb/>ἐπὶ δὲ τῇ μελαίνῃ τοιούτους αὖ πάλιν, οἵους ἔφαμεν, <lb/>εἰ
                        ψύχοιτό τε καὶ ξηραίνοιτο, γίγνεσθαι· κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <pb n="579"/> λόγον,
                        εἰ νικήσειέν ποτε τὸ φλέγμα τοὺς ἄλλους, ψυχρᾶς καὶ <lb/>ὑγρᾶς διαθέσεως
                        ἐκγόνους ἀποτελέσει σφυγμούς. αἵματι δὲ <lb/>τῷ μὲν ἀκριβῶς κατὰ φύσιν
                        οὐδεμία τῆς ἀρχαίας καταστάσεως <lb/>ἀλλοίωσις ἕπεται· τῷ δὲ ὑγροτέρῳ
                        πλεονάζοντι καὶ οἱ <lb/>σφυγμοὶ συναλλοιοῦνται, καθάπερ εἰ θερμότερόν τε καὶ
                        ψυχρότερον <lb/>ἑαυτοῦ γένοιτο. διῄρηται δὲ ἐν τῇ περὶ τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>πραγματείᾳ τὰ τοιαῦτα σύμπαντα· νῦν δὲ ἀρκέσει τό γε <lb/>τοσοῦτον
                        εἰπεῖν, ὡς ἐξ ἀργίας μὲν καὶ διαίτης ὑγρᾶς ὑγρότερον <lb/>ἑαυτοῦ γένοιτ’ ἂν
                        τὸ αἷμα, πλεονεξίᾳ τῶν ὑδατωδῶν <lb/>περιττωμάτων· ἐπὶ θυμῷ δὲ καὶ
                        γυμνασίοις, ἐγκαύσεσί τε <lb/>καὶ τρίψεσι, καὶ φαρμάκῳ θερμαίνοντι, καὶ
                        τροφῇ τοιαύτῃ, <lb/>καὶ οἴνοις ἀκρατεστέροις καὶ παλαιοτέροις θερμότερον,
                        <lb/>ὥσπέρ γε καὶ διά τινα ψύξιν ὑπόγυιον ψυχρότερον. εἰ δὲ <lb/>ἐπὶ πλέον
                        ἐδέσμασι χρήσαιτό τις ξηροτέροις τὴν κρᾶσιν, οὐ <lb/>μὴν ἄλλην τινὰ ἔχουσι
                        δυσκρασίαν, ξηρότερον ἐκεῖνο γένοιτ’ <lb/>ἂν τὸ αἷμα. καὶ δὴ καὶ κατὰ
                        συζυγίαν ὑγρότερόν τε καὶ <lb/>ψυχρότερον, ἢ ψυχρότερόν τε καὶ ξηρότερον,
                        θερμότερόν τε <lb/>καὶ ὑγρότερον, ἢ θερμότερόν τε καὶ ξηρότερον ἐπὶ τοῖς
                        εἰρημένοις <pb n="580"/> αἰτίοις ἀποτελεσθήσεται, χωρὶς τοῦ τῶν ἄλλων τινὰ
                        <lb/>πλεονεκτῆσαι χυμῶν. εἰ δὲ καὶ διὰ τὴν ἐκείνων μίξιν εἰς <lb/>δυσκρασίαν
                        ἀφίκοιτο, μετὰ κακοχυμίας ἂν ἡ τοιαύτη δυσκρασία <lb/>συσταίη, λεγομένου μὲν
                        ἔτι καὶ νῦν ἤτοι θερμοτέρου γεγονέναι <lb/>τοῦ αἵματος, ἢ ψυχροτέρου τε καὶ
                        ὑγροτέρου, καὶ <lb/>κατὰ τὰς ἑτέρας δυσκρασίας ἓξ, ὀκτὼ γὰρ ἦσαν αἱ
                        σύμπασαι, <lb/>καθ’ ἕτερον δέ τοι τρόπον, οὐχ ὡς ὁπότε μόνον αὐτὸ καθ’
                        <lb/>ἑαυτὸ τοιοῦτον ὑπῆρχεν. οἱ σφυγμοὶ δὲ κατὰ τὰς δυσκρασίας <lb/>τὰς ὀκτὼ
                        τὴν ἰδέαν ἐκείνην ἕξουσιν, οἵαν ἐν τῇ τῶν <lb/>σφυγμῶν πραγματείᾳ διήλθομεν·
                        εἴτε δ’, ὡς εἵρηται, μόνου <lb/>τοῦ αἵματός ἐστιν, εἴτε διά τινα ἐπιμιξίαν
                        χυμοῦ, διορίζεσθαι <lb/>χρὴ τῇ τε συνούσῃ χρόᾳ παντὸς τοῦ σώματος καὶ τοῖς
                        ἄλλοις <lb/>συμπτώμασιν, ὅσα περὶ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως, ἢ ὀρέξεως <lb/>καὶ
                        ἀνορεξίας, ἢ εἴτι τοιοῦτον, μικρὸν ἔμπροσθεν εἴρηται, <lb/>καὶ τῇ
                        προηγησαμένῃ διαίτῃ, καὶ τοῖς γυμνασίοις, καὶ τοῖς <lb/>αὐτῷ τῷ κάμνοντι
                        συμπίπτειν εἰθισμένοις, ἔτι τε τῇ ὥρᾳ καὶ <lb/>τῇ χώρᾳ καὶ τῇ φυσικῇ
                        πυκνότητι καὶ ἀραιότητι τοῦ σώματος· <lb/>ἄμεινον γὰρ ἐκ πάντων τὸ πιστὸν τῇ
                        διαγνώσει λαμβάνειν, <lb/>οὐκ ἐξ ἑνὸς ἢ δυοῖν, εὖ εἰδότας ὡς αὐτὸ μόνον ἐν
                        τῇ <pb n="581"/> τέχνῃ πλεῖστα κεκοινώνηκε τοῦ στοχάζεσθαι, λέγω δὴ τὸ μέρος
                        <lb/>τῆς τέχνης τοῦτο τὸ διαγνωστικὸν ἅπαν, οὐ μόνον τὸ <lb/>κατὰ τὴν
                        κακοχυμίαν, ἢ τὸ πλῆθος, ἃ νῦν ἡμῖν διορίζεσθαι <lb/>πρόκειται· τὰ γὰρ περὶ
                        τὰς ἐνεργείας, ἢ τὰς τῶν νοσημάτων <lb/>αἰτίας, ἢ τὰς ἰάσεις, <milestone unit="ed2page" n="346"/>ἐπιστημονικώτερον ἔχει τὴν γνῶσιν. <lb/>εἴρηται
                        δ’ ἐπὶ πλέον ὑπὲρ αὐτῶν τούτων ἑτέρωθι, καὶ <lb/>νῦν ἀρκέσει τὸ προστεθὲν
                        αὐτάρκως διορισαμένους, αὐτόθι <lb/>που καταπαῦσαι τὸ γράμμα. γίγνοιτο δ’ ἂν
                        αὐτάρκης ὁ λόγος <lb/>ἐπὶ παραδείγματι ἐξετασθείς. ἔστω δὴ τὸν μὲν ἄνθρωπον
                        <lb/>ἀπύρεκτον ὑπάρχειν, ἐν ὄγκῳ δὲ μείζονι τὰς φλέβας <lb/>αὐτῷ καὶ τὸ
                        σύμπαν σῶμα ἐρυθρότερον. σκεπτέον οὖν, εἰ <lb/>μηδὲν τούτῳ τῶν θερμαινόντων
                        αἰτίων ἐπλησίασεν· εἰ γάρ <lb/>τοι φαίνοιτο, βέλτιον ἀναβάλλεσθαι τὴν
                        διάγνωσιν, ἄχρι περ <lb/>ἂν ἡ ἐξ ἐκείνου κίνησις ἐν ὅλῳ τῷ σώματι καταστῇ,
                        διότι μήτε <lb/>θυμούμενον, ἢ λελουμένον, ἢ λουόμενον, ἢ γεγυμνασμένον,
                        <lb/>ἢ οἴνου προσενηνεγμένον ἀρτίως, ἢ ἄλλως <milestone unit="ed1page" n="353"/>ὁπωσοῦν <lb/>τεθερμασμένον εἰς τὴν διάγνωσιν ἄγειν προσήκει,
                        ἀλλ’ ἐν ἡσυχίᾳ <lb/>πασῶν τῶν ἔξωθεν ὑπάρχοντα κινήσεων· εἰ γὰρ ἐν ἐκείνῳ
                            <pb n="582"/> τῷ καιρῷ φαίνοιτο τοιοῦτος, αἷμα πλεονάζει τῷ ἀνθρώπῳ.
                        <lb/>τοὐντεῦθεν ἐπισκέπτεσθαι τἄλλα, πρῶτα μὲν ὅσα μεγίστην ἔχει
                        <lb/>δύναμιν, εἶτα ἑξῆς τὰ λοιπά· ἐδείχθη δὲ βάρος καὶ τάσις, ὅ τε <lb/>πρὸς
                        τὰς κινήσεις ὄκνος, εἶθ’ ἑξῆς τὰ κατὰ τοὺς σφυγμοὺς, <lb/>ἀγρυπνίας τε καὶ
                        ὕπνους, ὀρέξεις τε καὶ ἀνορεξίας, ὅσα τ’ <lb/>ἄλλα τοιαῦτα. μετὰ δὲ ταῦτα
                        τῶν προηγησαμένων ἕκαστον, <lb/>ὅσα πλῆθος ἐργάζεται, μή τις συνήθης
                        ἔκκρισις ἐπέσχηται, μὴ <lb/>γυμνάσιον ἠμέληται, μὴ πλείω καὶ πολύτροφα σιτία
                        συνεχῶς <lb/>προσενήνεκται, μὴ μετὰ τροφὴν ἀήθεσι χρῆται λουτροῖς, καὶ
                        <lb/>πρὸς τούτοις ἔτι μὴ πολλάκις ὁ τοιοῦτος ἄνθρωπος ἁλίσκεται
                        <lb/>νοσήμασι πληθωρικοῖς. ἐπὶ τούτοις ἅπασι καὶ τὰ παρὰ <lb/>τῆς χώρας, καὶ
                        ὥρας, ἢ εἴτι τοιοῦτον ἄλλο προσθεὶς, οὐκ <lb/>ἴσην ἅπασι νέμων τὴν αἰτίαν,
                        ὥσπερ οὐδ’ ἐν τοῖς ἄλλοις μέρεσι <lb/>τῆς τέχνης· ἔνια μὲν γὰρ τῶν
                        γνωρισμάτων ἐστὶν ἐπιστημονικὰ, <lb/>καθάπερ ἡ τάσις, καὶ τὸ βάρος, ὅ τε
                        ὄγκος τῶν <lb/>φλεβῶν, ὅ τε ὄκνος, καὶ τὸ χρῶμα, καὶ ἡ τῶν σφυγμῶν κίνησις,
                        <lb/>ἁπασῶν δηλονότι τῶν προσφάτων κινήσεων ἀφωρισμένων· <lb/>ἔνια δὲ
                        ἀπολείπεται τούτων, οἷον ἡ τῶν, ἐκκρίσεων <pb n="583"/> ἐπίσχεσις, ὅ τε
                        ἀργὸς βίος, ἐδέσματά τε πλείω καὶ τρόφιμα, <lb/>καὶ μετὰ τροφὴν λουτρά·
                        συνιόντα μέντοι τὰ σύμπαντα τοῖς <lb/>ἐπιστημονικοῖς ἐγγὺς ἥκει. τρίτην ἐπὶ
                        τούτοις ἔχει τάξιν, εἰ <lb/>συνήθως ἁλίσκεται πληθωρικοῖς νοσήμασιν ὁ
                        ἄνθρωπος· <lb/>ἐφεξῆς δὲ τὰ κατὰ χώρας καὶ ὥρας συστατικὰ πάντων αὐτῶν·
                        <lb/>ἐν μὲν γὰρ χειμῶνι καὶ ἦρι ψυχραῖς τε καὶ εὐκράτοις χώραις <lb/>μᾶλλον
                        ἀθροίζουσι τὸ πλῆθος· ἐν δὲ ταῖς θερμαῖς καὶ ξηραῖς <lb/>ὥραις καὶ χώραις
                        ἧττον· οὕτως δὲ καὶ οἱ μὲν πυκνοὶ τὴν <lb/>ἐπιφάνειαν μᾶλλον, οἱ δ’ ἀραιοὶ
                        σπανιώτερον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>