<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1:1-9</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1:1-9</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΜΕΛΑΙΝΗΣ ΧΟΛΗΣ.</head><p>Περὶ μελαίνης χολῆς ἔνιοι μὲν ἐπὶ πλέον, <lb/>ἢ ὡς τοῖς ἔργοις τῆς ἰατρικῆς
                        τέχνης ἐστὶ χρήσιμον, ἐξέτειναν <lb/>τὸν λόγον, ἔνιοι δὲ καὶ τοῦ δικαίου
                        μέτρου καθεῖλόν <lb/>τι, καθάπερ ἔνιοι παντάπασιν οὐδὲν εἶπον, οἷς ἄν τις
                        <lb/>μᾶλλον μέμψαιτο τῶν προσθέντων ἄχρηστόν τι. ῥᾷον γὰρ <lb/>ἀφελεῖν τὸ
                        περιττὸν τοῦ τὸ μηδόλως εἰρημένον αὐτὸ <lb/>ἅπαν ἐξευρεῖν. Ἱπποκράτης μὲν
                        οὖν μοι δοκεῖ τὸ χρήσιμον <lb/>εἰς τὰ τῆς τέχνης ἔργα πρῶτος εἰπεῖν, ὥσπερ
                        αὖ πάλιν <lb/>Ἐρασίστρατος ὅλον παραλιπεῖν. οἱ γὰρ περὶ Πλειστόνικόν <lb/>τε
                        καὶ Πραξαγόραν καὶ Φιλότιμον, ἐπιπλεῖστον ἐργασάμενοι <pb n="105"/> τὸν περὶ
                        τῶν χυμῶν λόγον, ἔνια μέν μοι δοκοῦσι χρησίμως <lb/>διορίσασθαι τῶν
                        ἀδιορίστως Ἱπποκράτει γεγραμμένων, ἔνια <lb/>δὲ καὶ ψευδῶς ἀποφήνασθαι. τῶν
                        δὲ νεωτέρων ἄριστα <lb/>γέγραπται περὶ μελαγχολίας τῷ Ἐφεσίῳ Ῥούφῳ. καί τις
                        <lb/>εὐλόγως ἂν φαίη, μηδὲν ἐνδεῖν τοῖς κατὰ φύσιν ἀκούουσιν, <lb/>οὐκ
                        ἐριστικῶς ἀντιλέγειν προαιρουμένοις, ὅπερ ἐπιπλεῖστον <lb/>οὐκ ὀλίγοι τῶν
                        νεωτέρων ἰατρῶν ἐζήλωσαν, καὶ <lb/>μάλιστα οἱ καλοῦντες ἑαυτοὺς
                        Ἐρασιστρατείους καὶ Ἀσκληπιαδείους <lb/>καὶ μεθοδικούς· ὧν ἔνιοι καὶ
                        σοφίσματα συνέθεσαν, <lb/>ἐπιδεικνύναι πειρώμενοι, τὸν περὶ τῶν χυμῶν λόγον
                        <lb/>ἄχρηστον εἶναι πρὸς τὰ τῆς ἰατρικῆς τέχνης ἔργα. πρῶτον <lb/>μὲν οὖν
                        ἡμεῖς, ὡς εἰθίσμεθα, τὸ χρήσιμον εἰπόντες, <lb/>ἔπειτα εἰς τὰ κατ’
                        ἀκολουθίαν τοῦδε ζητούμενα μεταβάντες, <lb/>οὐκ ἀποκνήσομεν ὕστερον οὐδὲ τὸ
                        διαλύσασθαι τοὺς <lb/>ἠρωτημένους λόγους τοῖς ἄχρηστον ἡγουμένοις <milestone unit="ed1page" n="358"/>εἶναι <lb/>τὴν περὶ τοὺς χυμοὺς τέχνην. ὅπως δὲ
                            <milestone unit="ed2page" n="166"/>μή τις ἀσάφεια <pb n="106"/> περὶ τὸν
                        λόγον γίγνοιτο, καθ’ ἑκάστου χυμοῦ φύσεως ἕν <lb/>ὄνομα θέμενοι οὕτω
                        πειρασόμεθα διὰ παντὸς ἑρμηνεύειν <lb/>αὐτόν. οὐκ ἐνδέχεται δὲ πρᾶξαι καλῶς
                        τοῦτο χωρὶς τοῦ <lb/>διελθεῖν αὐτῶν τὰς ἰδέας. τοῦτ’ οὖν ἤδη πράξωμεν, ἀπὸ
                        <lb/>τοῦ γνωριμωτάτου πᾶσιν ἀνθρώποις ἀρξάμενοι χυμοῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Φαίνεται δ’ οὗτος, ἐάν τε ἀρτηρία τις <lb/>ἢ φλὲψ τρωθῇ, παραχρῆμα τῶν
                        περιεχόντων αὐτὸν ἀγγείων <lb/>ἐκχεόμενος, ἐρυθρότερος μὲν ἐκ τῶν φλεβῶν,
                        ξανθότερος <lb/>δὲ τοὐπίπαν ἐκ τῶν ἀρτηριῶν. ἀλλὰ πήγνυταί γε ἑκάτερος
                        <lb/>εὐθέως, οὐ μόνον ἐκπίπτων τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ κατ’ <lb/>αὐτὸ
                        περιεχόμενος ἔτι, καθ’ ὅντιν’ οὖν τρόπον. καὶ τήν <lb/>γε πῆξιν αὐτοῦ
                        τελευτῶσαν εἰς θρόμβον ὁρῶμεν· οὕτω γὰρ <lb/>ἔθος ὀνομάζειν τοῖς Ἕλλησι τὸ
                        πεπηγὸς αἷμα. φαίνεται δὲ <lb/>πηγνύμενον οὐ μόνον ἐν τοῖς κατὰ τὴν κοιλίαν
                        τε καὶ τὰ <lb/>ἔντερα χωρίοις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν κύστιν, ἐν ᾗ τὸ οὖρον
                        <lb/>ἀθροίζεται, καὶ κατὰ πνεύμονά τε καὶ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν, <lb/>ὥσπερ
                        γε κᾀν τῷ μεταξὺ θώρακός τε καὶ πνεύμονος, <pb n="107"/> ἔν τε ταῖς μήτραις
                        ἐπὶ γυναικῶν. ἐπικρατεῖ μὲν οὖν ὡς <lb/>τὸ πολὺ κατὰ τὸν χυμὸν τοῦτον ἡ
                        ἐρυθρὰ χρόα, καὶ <lb/>τό γε κάλλιστον αἷμα τοιοῦτο ἀκριβῶς ἐστι. φαίνεται δ’
                        <lb/>ἐνίοτε καὶ ξανθότερον τοῦδε καὶ μελάντερον, ὥσπερ γε τῇ <lb/>συστάσει
                        παχύτερον καὶ λεπτότερον. εὑρίσκεται δ’ ἐνίοτε <lb/>καὶ τὸ τῶν
                        φλεβοτομηθέντων αἷμα λεπτὴν ὑγρότητα <lb/>περιέχον, ἥτις ἐν τῷ πήγνυσθαι
                        διακρινομένη τὴν ἐπιπολῆς <lb/>αὐτοῦ καταλαμβάνει χώραν. εὔλογον γὰρ δήπου
                        κᾀκ <lb/>τοῦ ποτοῦ συναναφέρεσθαί τι τῷ γεννηθέντι κατὰ τὸ ἧπαρ <lb/>αἵματι,
                        τὴν ἔκκρισιν λαμβάνον ὕστερον, οὐ μόνον διὰ τῶν <lb/>οὔρων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν
                        ἱδρώτων, καὶ κατὰ τὴν καλουμένην <lb/>ἄδηλον αἰσθήσει διαπνοήν. φαίνεται δ’
                        ἐνίοτε καὶ <lb/>φλεγματώδης χυμὸς ἐποχούμενος τῷ αἵματι, καθάπερ γε <lb/>καὶ
                        σύμπαν ἱκανῶς παχύτερον καὶ μελάντερον, ὡς ἐοικέναι <lb/>πολλάκις ὑγρᾷ
                        πίττῃ. καλεῖται μὲν οὖν τὸ ἐκ τῶν φλεβῶν <lb/>καὶ τῶν ἀρτηριῶν ἐκχεόμενον,
                        ὁποῖον ἂν ᾖ, μιᾷ προσηγορίᾳ <lb/>τῇ τοῦ αἵματος, οὐδεμιᾶς τῶν εἰρημένων
                        αὐτοῦ διαφορῶν <pb n="108"/> ἴδιον ἐχούσης ὄνομα. καὶ πήγνυται πᾶν αὐτίκα,
                        κᾂν <lb/>εἰς σαρκῶδες μόριον ἄχρι βάθους διαιρεθὲν ἐκχυθῇ. παραπλήσιος
                        <lb/>δέ τις αἵματι παχεῖ καὶ μέλανι χυμὸς ἕτερος ὁρᾶται <lb/>πολλάκις
                        ἐκκρινόμενος, ἐμούντων τε καὶ διαχωρούντων, <lb/>οὐ μὴν πηγνύμενός γε, κᾂν
                        ἐπὶ πλεῖον ὁμιλεῖ τῷ πέριξ <lb/>ἀέρι. καὶ τούτου γ’ αὐτοῦ ποτὲ μὲν αἴσθησις
                        γίνεται <lb/>τοῖς ἐμοῦσιν ὀξέος τε ἅμα καὶ στρυφνοῦ, ποτὲ δὲ οὐδεμίαν
                        <lb/>ἔχοντος ἐμφανῆ ποιότητα, μήτ’ οὖν γλυκύτητα, καθάπερ <lb/>τὸ αἷμα, μήθ’
                        ἁλυκότητα, καθάπερ ἐνίοτε τὸ αἷμα <lb/>καὶ τὸ φλέγμα, μήτε πικρότητα,
                        καθάπερ ἡ ξανθὴ χολή. <lb/>πρόδηλον οὖν ἐστι, νοσῶδες μὲν εἶναι τὸ ἁλυκὸν
                        αἷμα καὶ <lb/>τὸ φλέγμα. τοὐπίπαν δὲ τὸ μὲν αἷμα γλυκὺ φαίνεται, τὸ <lb/>δὲ
                        φλέγμα ἄποιον, καθάπερ ὕδωρ. ἀλλ’ ἐκτρεπόμενόν γε <lb/>τῆς κατὰ φύσιν
                        ποιότητος οὐχ ἁλυκὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ <lb/>ὀξὺ γίνεται, μεταλαμβάνει δέ ποτε
                        καὶ γλυκείας ποιότητος. <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦτον τὸν χυμὸν, ὁποῖος ἂν ᾖ, φλέγμα
                        καλοῦσιν, <lb/>εἰ μόνον εἴη λευκός. ἔχει δὲ τὸ κοινὸν ἁπάντων χυμῶν ﻿<pb n="109"/> γνώρισμα, τὸ μὴ πήγνυσθαι. πρόδηλον δ’ ὅτι διαφέρει <lb/>μηδὲν
                        ἁλμυρὸν ἢ ἁλυκὸν ὀνομάζειν ὅντινα χυμὸν, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="167"/>ἄμφω γὰρ τὰ ὀνόματα ταὐτὸ σημαίνει
                        πρᾶγμα. ἔστι <lb/>δὲ καὶ ἕτερός τις χυμὸς, ἀεὶ μὲν πικρὸς τοῖς ἐμοῦσιν αὐτὸν
                        <lb/>φαινόμενος, οὐκ ἀεὶ δὲ ξανθὸς, ἀλλ’ ὠχρὸς ἔστιν ὅτε· καὶ <lb/>παχύτερος
                        διαπαντὸς ὁ ξανθὸς τοῦ ὠχροῦ φαίνεται. ὥστ’ <lb/>ἐκ τούτων τεκμαίρονται
                        προσηκόντως οἱ περὶ χυμῶν ἄριστα <lb/>γνόντες, ὑγρότητος ἐπιμιξίᾳ λεπτῆς καὶ
                        ὑδατώδους τῇ συστάσει <lb/>τὴν ξανθὴν χολὴν ὠχρὰν φαίνεσθαι. καλοῦσι δ’
                        <lb/>ἔνιοι μὲν ὑδατώδη τὴν ὑγρότητα ταύτην, ἔνιοι δ’ ὀῤῥώδη, <lb/>τούτου τοῦ
                        γένους οὖσαν, ἐξ οὗ τό τε οὖρόν ἐστι <lb/>καὶ ὁ ἱδρώς. ὥσπερ δὲ μιγνυμένης
                        τῆς λεπτῆς ὑγρότητος <lb/>ἡ ξανθὴ χολὴ κατά τε τὴν χρόαν ὠχροτέρα καὶ τὴν
                        σύστασιν <lb/>ὑγροτέρα γίνεται, οὕτως, ὅταν ἐπὶ πλέον αὐτὴ διαφορηθῇ,
                        <lb/>τῇ τῶν ὠμῶν ὠῶν λεκίθῳ παραπλησία φαίνεται, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καλεῖται
                        λεκιθώδης. αὕτη μὲν οὖν ἡ χολὴ, <lb/>κᾂν ὠχρὰ, κἂν ξανθὴ, κᾂν λεκιθώδης
                        φαίνηται, τὴν γένεσιν <lb/>ἐν τοῖς ἀγγείοις ἴσχει. κατὰ δὲ τὴν γαστέρα
                        πρασοειδής <pb n="110"/> τις ἑτέρα γεννᾶται. καλοῦσι γὰρ οὕτως αὐτὴν ἀπὸ τῆς
                        <lb/>χρόας τῶν πράσων παρονομάσαντες, ὥσπερ γε καὶ τὴν <lb/>ἰώδη παρὰ τὸ τῷ
                        ἰῷ ὁμοιοῦσθαι. ὠνόμασται δὲ καὶ <lb/>ἰσατώδης τις χολὴ παρὰ τὴν τῆς ἰσάτιδος
                        χρόαν τῆς <lb/>γλαυκῆς. αὗται πᾶσαι κοινὸν ἔχουσι τὸ διαμένειν. οὕτως
                        <lb/>οὖν καὶ τὴν ἐρυθρὰν ἔνιοι χολὴν ὠνόμασαν, ἐγγὺς οὖσαν <lb/>αἵματι λεπτῷ
                        κατὰ τὴν σύστασιν, ἀλλ’ ὅτι μὴ πήγνυται, <lb/>διὰ τοῦτο χολὴν αὐτὴν
                        προσαγορεύουσι. ταῦτα μὲν οὖν <lb/>ἴσως ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὴν προκειμένην
                        εἴρηται πραγματείαν <lb/>τῇ τε κοινωνίᾳ τοῦ λόγου καὶ τῷ χρησίμῳ τῆς
                        γνώσεως, <lb/>ἔτι τε τῷ συντόμῳ τῆς διδασκαλίας προτρεψαμένης <lb/>με
                        διελθεῖν ὑπὲρ αὐτῶν. ἐπὶ δὲ τὸν περὶ τῆς μελαίνης <lb/>χολῆς λόγον
                        ἐπανέλθωμεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅτι μὲν οὖν οὐ πήγνυται, διώρισται μὲν <lb/>ἀπὸ τοῦ μέλανος αἵματος, οὐ μὴν
                        ἤδη γε καὶ ἀπὸ τῶν μελάνων <lb/>ἰδίως ὀνομαζομένων. ἐμεῖταί τε γὰρ καὶ
                        διαχωρεῖται <lb/>πολλάκις τοιαῦτα, πάμπολυ διαφέροντα τῆς μελαίνης, <pb n="111"/> οὐ τῇ δυνάμει μόνον, ἀλλὰ καὶ ταῖς αἰσθηταῖς ποιότησιν.
                        <lb/>οὔτε γὰρ στρυφνότητος, οὔτε ὀξύτητος μετέχει σαφῶς ταῦτα, <lb/>τῆς
                        μελαίνης χολῆς κατά τε τὴν γεῦσιν ἐμφαινούσης τοῖς <lb/>ἐμοῦσιν αὐτὴν καὶ
                        κατὰ τὴν ὄσφρησιν, οὐκ ἐκείνοις μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις. οὐ μὴν
                        οὐδὲ ζυμοῖ τὴν γῆν, ὡς <lb/>ἐκείνη. ἀλλ’ εἰ καὶ κατὰ τοῦτ’ ἔοικεν ὄξει
                        δριμυτάτῳ, τῷ <lb/>παχυμερεῖ τῆς οὐσίας ἐναντιώτατα διάκειται, καὶ διὰ
                        τοῦθ’, <lb/>οἷς ὁμιλήσειεν ἂν τοῦ σώματος μέρεσιν ἄκρατος, ἑλκοῖ πάντως
                        <lb/>αὐτὰ διαβιβρώσκουσα. τὸ μὲν γὰρ ὄξος, ἅτε λεπτομερὲς <lb/>ὂν,
                        διεξέρχεται, τὸ δὲ τῆς μελαίνης χολῆς πάχος, <lb/>ἕδραν μόνιμον αὐτῇ
                        παρέχον, αἴτιον τῆς ἀναβρώσεως γίνεται. <lb/>ὥσπερ δὲ τοῖς εἰρημένοις
                        γνωρίσμασι σαφῶς διορίζεται <lb/>τῶν μελάνων, εἴτε χυμῶν ἐθέλεις λέγειν,
                        εἴτε διαχωρημάτων, <lb/>εἴτ’ ἐδεσμάτων, ἡ μέλαινα χολὴ, οὕτω κᾀν τῷ
                        <lb/>μήτε μυῖαν μήτ’ ἄλλο τι ζῶον ἐθέλειν αὐτῆς γεύσασθαι, <lb/>καθάπερ οὐδὲ
                        τῆς κατακοροῦς ἅλμης. οὐδὲ γὰρ ἐν ἐκείνῃ <lb/>διαζῇ ζῶον, ὡς ἡ καλουμένη
                        νεκρὰ θάλασσα τεκμήριον. <pb n="112"/> καὶ διὰ τοῦτ’ ἔοικεν ἡ γένεσις αὐτῆς
                        ὀλέθριος ὑπάρχειν, <lb/>ὑπεροπτηθέντος τοῦ μέλανος χυμοῦ συμβαίνουσα. πολὺ
                        <lb/>δὲ δήπου τῆσδε τὴν ἐκ τῆς ξανθῆς χολῆς ὑπεροπτηθείσης <lb/>γινομένην
                        μέλαιναν ὀλεθριώτερον εἶναι νομιστέον, <milestone unit="ed2page" n="168"/>ὅσῳ <lb/>περ καὶ ὁ χυμὸς τοῦ χυμοῦ δραστικώτερος, ἡ ξανθὴ χολὴ <lb/>τῆς
                        οἷον ὑποστάθμης τοῦ αἵματος, ἣν ἀμόργῃ καὶ τρυγὶ <lb/>παραπλησίαν ἔφασαν
                        ἔχειν τὴν γένεσιν οἱ περὶ τὰ τῆς <lb/>τέχνης ἔργα σπουδάσαντες. ἀλλ’ ὥσπερ
                        ἐπ’ ἄλλων πολλῶν <lb/>πραγμάτων, ὁμωνύμων μὲν ἀλλήλοις, ἐναντίας δὲ φύσεως
                        <lb/>ὄντων, ἡ τῆς προσηγορίας κοινότης ἔσφηλέ τινας, οὕτω <lb/>κᾀπὶ τῶν
                        εἰρημένων δυοῖν χυμῶν ἔνιοι σφαλέντες ᾠήθησαν <lb/>ἐπ’ ἀγαθῷ πολλάκις
                        ἐμεῖσθαί τι καὶ διαχωρεῖσθαι μελαίνης <lb/>χολῆς. ἐγὼ δ’ ἐκ μειρακίου παρὰ
                        Πέλοπι τῷ διδασκάλῳ <lb/>μαθὼν ἑκατέρου τῶν χυμῶν τὰ γνωρίσματα, κᾄπειτα
                        <lb/>παραφυλάξας αὐτὰ δι’ ὅλου <milestone unit="ed1page" n="359"/>τοῦ ἐμοῦ
                        βίου <lb/>μέχρι δεῦρο, τὸν μὲν τῆς ἀκριβοῦς μελαίνης χολῆς χυμὸν
                        <lb/>ὀλεθρίως ἐκκρινόμενον ἐθεασάμην ἀεὶ, τὴν δὲ τῶν μελάνων <pb n="113"/>
                        κένωσιν οὐκ ὀλιγάκις ἐπ’ ἀγαθῷ γενομένην. ἀρκεῖ μὲν <lb/>οὖν καὶ τοῦτο
                        γινώσκεσθαι μόνον εἰς τὰ τῆς τέχνης ἔργα, <lb/>καὶ μάλιστα ἐάν γε μετὰ
                        διορισμοῦ τῶν καιρῶν, ἐν οἷς ἐκκρίνεται, <lb/>μάθῃ τις τὸν λόγον, ὃν ἐν τοῖς
                        ἑξῆς ἐγὼ διηγήσομαι. <lb/>τῷ δὲ μήπω διὰ μακρᾶς πείρας ἐγνωκότι τὸ γινόμενον
                        <lb/>ἐφ’ ἑκατέρᾳ τῇ κενώσει, θαυμάζειν ἴσως ἢ ἀπιστεῖν <lb/>εἰκός ἐστιν, εἰ
                        τοῦ μοχθηροτάτου χυμοῦ κενουμένου βλάπτεται <lb/>τὸ σῶμα· τοὐναντίον γὰρ
                        εὔλογον εἶναι δόξει, τῶν <lb/>βλαπτόντον ἐκκενουμένων, ὑγιεινότατον αὐτὸ
                        γίνεσθαι. κατὰ <lb/>τοῦτον οὖν τὸν λόγον καὶ ἡ τῶν μελάνων κένωσις. ἀλλ’
                        <lb/>ὁ διὰ μακρᾶς πείρας πεισθεὶς, ὅτι, ὡς ἄρτι μοι λέλεκται, <lb/>γίνεται,
                        ῥᾳδίως εὑρήσει τὴν αἰτίαν τοῦ συμβαίνοντος, καὶ <lb/>μάλισθ’ ὅταν ἐθελήσῃ τὰ
                        γεννῶντα τὴν μέλαιναν χολὴν <lb/>εὑρεῖν, ὧν ἤδη μὲν ἡ ἀρχὴ τῆς εὑρέσεως
                        εἴρηται, βέλτιον <lb/>δὲ καὶ τὸ σύμπαν τοῦ λόγου προσθεῖναι. τοῦ γὰρ ἐκ τῆς
                        <lb/>κοιλίας τε καὶ τῶν ἐντέρων εἰς ἧπαρ ἀναδιδομένου χυλοῦ ﻿<pb n="114"/>
                        τὸ μέν τι λεπτομερέστερόν ἐστι τῇ συστάσει, τὸ δὲ παχυμερέστερον, <lb/>ὥσπερ
                        καὶ τῶν ἐδεσμάτων αὐτῶν αἱ οὐσίαι διαφέρουσι. <lb/>γινωσκόντων δ’ ἡμῶν,
                        ἅπαντα τὴν διοικοῦσαν τὸ <lb/>σῶμα φύσιν ἐπὶ σωτηρίᾳ τοῦ ζώου πράττειν,
                        ὁρώντων τε <lb/>καὶ τοὺς ἐκκριτικοὺς πόρους τῶν ἀχρηστοτέρων μορίων τῆς
                        <lb/>τροφῆς τε καὶ τοῦ ποτοῦ, θαυμαστὸν οὐδὲν εἶναι δοκεῖ, <lb/>καὶ τῆς
                        ὑποστάθμης τοῦ αἵματος ἐπιτεχνήσασθαί τινα κένωσιν <lb/>αὐτὴν, ἥτις ὁποία
                        μέν ἐστι καὶ διὰ τίνων γίνεται <lb/>μορίων, αὖθις ἐπισκεψόμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Νυνὶ δὲ πρότερον, ἃ διὰ τῆς πείρας ἔγνωμεν, <lb/>ἀρχὴν ποιησάμενοι τῆς διὰ
                        τοῦ λόγου γενησομένης <lb/>σκέψεως, ὅσα πεπείσμεθα χρόνῳ πολλῷ βασανίσαντες,
                        ευρηκέναι <lb/>ταῦτα ἐροῦμεν. ὁρᾶται δὴ τὸ κατὰ τὰς φλεβοτομίας <lb/>αἷμα
                        παχύτερον καὶ μελάντερον ἐν ταῖς τῶν ξηρῶν <lb/>καὶ θερμῶν σωμάτων φύσεσι,
                        ὥσπερ γε καὶ κατὰ τὰς τοιαύτας <lb/>ὥρας, καὶ χώρας, καὶ καταστάσεις,
                        ἐπιτηδεύματά τε <lb/>καὶ δίαιταν ἐν ἐδέσμασι παχυχύμοις τε καὶ αὐχμώδεσιν,
                            <pb n="115"/> ὁποῖόν ἐστι φακὴ, καὶ κοχλίαι, καὶ κρέα ταύρεια καὶ
                        τράγεια, <lb/>καὶ μᾶλλον εἰ ταριχευθείη. τῆς τοιαύτης ὕλης ἐστὶ <lb/>καὶ
                        μέλας οἶνος παχύς τε καὶ αὐστηρός. οὕτω δὲ καὶ τῶν <lb/>νοσημάτων ὅσα κατὰ
                        θερμὴν καὶ ξηρὰν δυσκρασίαν γίνεται, <lb/>καθάπερ οἱ καῦσοι, παχὺ καὶ μέλαν
                        ἀποφαίνουσι τὸ <lb/>αἷμα. τοιοῦτον δ’ αὐτοῖς καὶ ὁ μακρὸς οὗτος λοιμὸς, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="169"/>ὁ ἐπὶ τοῦ μακροῦ θέρους γενόμενος,
                        εἰργάζετο, καὶ <lb/>τῶν γε διασωθέντων οὐκ ὀλίγοις ἔκκρισις διὰ τῆς κάτω
                        <lb/>γαστρὸς ἐγίγνετο τῶν καλουμένων μελάνων ἐπὶ τῆς ἐννάτης <lb/>ἡμέρας
                        τοὐπίπαν, ἢ ἑβδόμης, ἢ ἑνδεκάτης. ὧν καὶ αὐτῶν <lb/>ἐφαίνοντο διαφοραὶ
                        πλείους, ἐνίων μὲν ἐγγυτάτω τῆς μελαίνης <lb/>ἡκόντων, ἐνίων δ’ οὔτε δῆξιν
                        ἐν ταῖς διαχωρήσεσιν <lb/>ἐχόντων, οὔτε ὀσμὴν δυσώδη, πολλῶν δ’ ἐν τῷ μεταξὺ
                        <lb/>τούτων καθεστηκότων. ὅσοις δὲ τῶν νοσούντων ἡ διὰ τῆς <lb/>κάτω γαστρὸς
                        ἔκκρισις οὐκ ἐγένετο τοιαύτη, τὸ σῶμα πᾶν <lb/>περιεξήνθησε μέλασιν
                        ἐξανθήμασιν ὁμοίοις. ἐνίοτε δὲ <lb/>καὶ οἷον λεπὶς ἀπέπιπτε, ξηραινομένων τε
                        καὶ διαφορουμένων <pb n="116"/> αὐτῶν, κατὰ βραχὺ δὲ ἐπὶ πλείοσιν ἡμέραις
                        μετὰ τὴν <lb/>κρίσιν. ὅσοι δὲ διεχώρησαν ἀκριβῆ τὴν μέλαιναν, ἀπέθανον
                        <lb/>ἅπαντες· ἐνδείκνυται γὰρ ἡ τοιαύτη κατωπτῆσθαι τὸ αἷμα. <lb/>φαίνεται
                        δὲ καὶ ἄλλα χωρὶς τοῦ πυρέξαι πολλοῖς ἐξανθήματα <lb/>γινόμενα κατὰ τὸ
                        δέρμα, παχυνόμενόν τε καὶ ξηραινόμενον <lb/>τὸ πλεονάζον τοῦ μελαγχολικοῦ
                        χυμοῦ τῆς φύσεως <lb/>ὠθούσης αὐτοῦ ἐκτός· ἐξ οὗ γένους ἐστὶ καὶ ὁ
                        καλούμενος <lb/>ἐλέφας. ὅταν δ’ ἅμα πυρετῷ γένηταί τι τοιοῦτο, τὸν
                        ὀνομαζόμενον <lb/>ἄνθρακα γεννᾷ τὸ κατασκῆψαν εἰς τὸ δέρμα <lb/>τοῦ
                        μελαγχολικοῦ χυμοῦ. χωρὶς δὲ πυρετοῦ κατασκῆπτον, <lb/>ὅταν μὲν αἵματι
                        μεμιγμένον ᾖ, τὸν ἐλέφαντα γεννᾷν πέφυκεν, <lb/>ὅταν δὲ μόνον, ἐν ἀρχῇ μὲν
                        ὄγκον ἐργάζεται μέλανα, <lb/>τῷ χρόνῳ δ’ εἰς τὸν καλούμενον καρκῖνον
                        τελευτᾷ, ἐπειδὰν <lb/>μὲν δριμύτερον καὶ κακοηθέστερον ᾖ, διαβιβρωσκομένου
                        τοῦ <lb/>δέρματος, ὅταν δ’ ἐπιεικέστερον, ἕλκους χωρὶς ἐργάζεται <lb/>τὸν
                        ὀνομαζόμενον κρυπτὸν καρκῖνον. ἐναργῶς γὰρ ἅπαντα <pb n="117"/> τὰ τοιαῦτα
                        πάθη καὶ μάλισθ’ ὁ καρκῖνος ὑπὸ μελαγχολικοῦ <lb/>γίνεται χυμοῦ, σαφῶς
                        φαινομένων τῶν εἰς τὸ πεπονθὸς <lb/>μόριον ἡκουσῶν φλεβῶν παχὺν καὶ μέλανα
                        περιεχουσῶν χυμόν. <lb/>ἐκκαθαίρειν μὲν γὰρ τὸ αἷμα διὰ παντὸς ἡ φύσις
                        <lb/>πειρᾶται, διακρίνουσά τε τὸν μοχθηρὸν ἐξ αὐτοῦ κᾀκ τῶν <lb/>κυρίων
                        μορίων ὠθοῦσα, ποτὲ μὲν εἰς τὴν γαστέρα τε καὶ <lb/>τὰ ἔντερα, ποτὲ δὲ εἰς
                        τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν. ἀλλ’ ὅσα <lb/>μὲν τῶν τοιούτων λεπτομερεστέρας οὐσίας
                        ἐστὶ, διεξέρχεται <lb/>τὸ δέρμα, τινὰ μὲν κατὰ τὴν ἄδηλον τῇ αἰσθήσει
                        διαπνοὴν, <lb/>ἔνια δ’ αἰσθητικῶς, καθάπερ οἱ ἱδρῶτες, ὅσα δὲ <lb/>παχύτερα,
                        διεξελθεῖν μὲν οὐ δύναται τὴν πυκνότητα τοῦ <lb/>δέρματος, ἐγκαταλαμβανόμενα
                        δὲ, τὰ μὲν θερμὰ τοὺς ἄνθρακας <lb/>ἐργάζεται, τὰ δὲ μὴ τοιαῦτα τοὺς
                        καρκίνους. ὅταν <lb/>δ’ ἐπιεικὴς κατὰ τὰς ποιότητας ὁ μέλας εἴη χυμὸς αἵματί
                        <lb/>τε συμμιγεὶς, τοὺς ὑπερύθρους ἐλέφαντας ἐργάζεται· χρονίζοντες <lb/>δὲ
                        καὶ οὗτοι γίνονται μελάντεροι. πολλάκις δ’ ἡ <lb/>φύσις ἀναστομώσασα φλέβα
                        τῶν κατὰ τὴν ἕδραν ἀγγείων <pb n="118"/> ἐξέκρινε τὸν τοιοῦτον χυμὸν αἵματι
                        μεμιγμένον, ἀφ’ οὗ δὴ <lb/>καὶ τοὔνομα τῷ συμπτώματι τίθενται τὴν
                        αἱμοῤῥοΐδα. καὶ <lb/>χρὴ καταμανθάνειν ἀπ’ αὐτῆς, ὁποῖόν ἐστι τὸ
                        ἐκκρινόμενον <lb/>αἷμα, πότερον οἷον ἔχουσιν οἵ τε γυμναστικοὶ καὶ οἱ
                        ἀθληταὶ, <lb/>καὶ τῶν ἰδιωτῶν οἱ τελέως ὑγιεινοὶ καὶ εὔχυμοι, <lb/>ἢ
                        μελάντερόν τε καὶ παχύτερον τοῦδε. καὶ μέντοι καὶ <lb/>ἡ φύσις ἀποτίθεται τὸ
                        τοιοῦτο αἷμα πολλάκις εἰς τὰς κατὰ τὰ <lb/>σκέλη φλέβας, ὑφ’ οὗ
                        διατεινόμεναί τε καὶ διευρυνόμεναι κιρσώδεις <lb/>ἀποτελοῦνται, καὶ
                        μελαίνεταί γε τῷ χρόνῳ τὸ δέρμα <lb/>τὸ κατὰ τὰς τοιαύτας φλέβας. ἐφ’ ὧν δ’
                        αἵματος πλῆθος <lb/>μόνον εἰσρέοι ἄνευ τοῦ μελαγχολικὸν ὑπάρχειν, <milestone unit="ed2page" n="170"/>ἀσθενεστέρας <lb/>οὔσας φύσει τὰς τῇδε φλέβας
                        ἀνευρύνει κατασκῆπτον, <lb/>οὐδενὸς τοιούτου συμβαίνοντος, ὡς ἐφ’ ὧν γε
                        <lb/>ἂν τὸ μελαγχολικὸν αἷμα τοὺς κιρσοὺς ἐργάσηται. κίνδυνος <lb/>γὰρ ἐπὶ
                        τούτων ἐστὶν, ἐὰν ἐκτέμνῃ τις τὰς πεπονθυίας <lb/>φλέβας, ἁλῶναι μελαγχολίᾳ.
                        καὶ τοῦτο πολλάκις ἑωρᾶτο <lb/>γινόμενον, οὐ μόνον κατὰ τοὺς κιρσοὺς, ἀλλὰ
                        καὶ κατὰ τὰς ﻿<pb n="119"/> ὑπὸ τοῦ τοιούτου χυμοῦ γινομένας αἱμοῤῥοΐδας.
                        ἕλκος δέ <lb/>τις ἔχων ἐν κνήμῃ χρόνου πολλοῦ τὴν ὑπερκειμένην φλέβα
                        <lb/>κιρσωδεστέραν οὖσαν ἐκτμηθεὶς, αὐτίκα μὲν ἐθεραπεύθη τὸ <lb/>ἀρχαῖον
                        ἕλκος, ὃ δὲ ἐκ τῆς τομῆς ἔσχεν ἐξαιρουμένης τῆς <lb/>φλεβὸς, ἀνίατον
                        ἔμεινεν. ὕστερον δέ ποτε μετ’ ἐνιαυτὸν εἷς <lb/>τῶν ἐν Περγάμῳ διδασκάλων
                        ἡμῶν Στρατόνικος τοὔνομα, <lb/>μαθητὴς Σαβίνου τοῦ Ἱπποκρατείου, φλέβα τεμὼν
                        ἐν ἀγκῶνι <lb/>ἀνθρώπου, καὶ θεασάμενος αἷμα παχὺ καὶ μέλαν ἐκκρινόμενον,
                        <lb/>ἐπαφεῖλε κατὰ τὴν ὑστεραίαν ὀλίγον, εἶτα κατὰ τὴν <lb/>τρίτην τε καὶ
                        τετάρτην ὁμοίως ὀλίγον, καθήρας τε μετὰ <lb/>ταύτας τὰς τρεῖς φαρμάκῳ μέλανα
                        χυμὸν ἐκκενοῦντι, καὶ <lb/>τὴν δίαιταν αὐτῷ εὔχυμον παρασκευάσας, ἐπὶ τὴν
                        θεραπείαν <lb/>τοῦ ἕλκους ἐτράπετο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed1page" n="360"/>Ὅτι μὲν οὖν ἐν ταῖς φλεψὶ καὶ ταῖς
                        ἀρτηρίαις <lb/>οἱ χυμοὶ περιέχονται πάντες, ἐνδείκνυται ἡ μὲν <lb/>ποικιλία
                        τῆς χρόας τε καὶ συστάσεως αὐτοῦ, δηλοῖ δὲ καὶ <lb/>τὰ νῦν εἰρημένα, καὶ
                        πρὸς τούτοις ὅσα κατὰ τὸ περὶ φύσιος <pb n="120"/> ἀνθρώπου γέγραπται τῷ
                        Ἱπποκράτει, περὶ ὧν ἐπὶ πλέον <lb/>μὲν ἐν τῷ περὶ τῶν κατ’ αὐτὸν στοιχείων
                        διῆλθον, ἀναγκαῖον <lb/>δ’ ἐστὶ καὶ νῦν εἰπεῖν, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς ῥήσεως
                        <lb/>αὐτοῦ τῆσδε. Τὸ δὲ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐν ἑωϋτῷ <lb/>αἷμα καὶ τὸ
                        φλέγμα καὶ χολὴν διττὴν, ξανθήν τε καὶ μέλαιναν. <lb/>καὶ ταῦτά ἐστιν αὐτέῳ
                        ἡ φύσις τοῦ σώματος, καὶ <lb/>διὰ ταῦτ’ ἀλγέει καὶ ὑγιαίνει. ὑγιαίνει μὲν,
                        οὖν μάλιστα, <lb/>ὁκόταν μετρίως ἔχῃ ταῦτα τῆς πρὸς ἄλληλα κρήσιος καὶ
                        <lb/>δυνάμιος καὶ τοῦ πλήθεος, καὶ μάλιστ’ ἂν μεμιγμένα ᾖ. <lb/>ἀλγέει δ’,
                        ὁκόταν τι τουτέων ἔλασσον ἢ πλέον ἤδη χωρισθῇ <lb/>ἐν τῷ σώματι, καὶ
                        μεμιγμένον ᾖ τοῖσιν πᾶσιν. ἀνάγκη γὰρ, <lb/>ὅταν τι τουτέων χωρισθῇ καὶ ἐφ’
                        ἑωϋτοῦ στῇ, οὐ μόνον <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον, ἔνθεν ἐξέστη, ἐπίνοσον γίγνεσθαι,
                        ἀλλὰ <lb/>καὶ ἔνθα ἂν στῇ καὶ ἐπισχεθῇ ὑπερπιμπλάμενον, ὀδύνην <lb/>τε καὶ
                        πόνον παρέχει. καὶ γὰρ ὅταν τι τουτέων ἔξω τοῦ <pb n="121"/> σώματος ἐκρυῇ
                        πλέον τοῦ ἐπιπολάζοντος, ὀδύνην παρέχει <lb/>ἡ κένωσις· ἤν τ’ αὖ πάλιν εἴσω
                        ποιήσηται τὴν κένωσιν καὶ <lb/>τὴν μετάστασιν καὶ τὴν ἀπόκρισιν ἀπὸ τῶν
                        ἄλλων, πολλὴ <lb/>αὐτὸ ἀνάγκη διπλῆν τὴν ὀδύνην παρέχειν κατὰ τὰ εἰρημένα,
                        <lb/>ἔνθεν τε ἐξέστη καὶ ἔνθα ὑπερέβαλεν. οὐκοῦν, ὅτι μὲν <lb/>ὑγιαίνει τὸ
                        ζῶον, ὅταν ἔχῃ ταῦτα συμμέτρως τῆς πρὸς ἄλληλα <lb/>κράσεως, νοσεῖ δὲ, ὅταν
                        ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ σῶμα, <lb/>τοῦτ’ ἔστιν ἐν ἅπασι τοῖς ἀγγείοις, πλεονεξία
                        τις ἐξ αὐτῶν <lb/>ᾖ, ἢ καθ’ ἕν τι γένηται μόριον, ὁ τοῖς ἔργοις τῆς
                        <lb/>τέχνης ὡμιληκὼς ἀληθεύειν φήσει τὸν Ἱπποκράτην. τὰ μὲν <lb/>γὰρ ἐν ἑνὶ
                        μέρει νοσήματα διὰ τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν <lb/>γινόμενα ὀλίγον ἔμπροσθεν
                        διελθὼν ἐδήλωσα, ὅτι καὶ διὰ <lb/>καιρῶν ἄρσιν ἢ αἱμοῤῥοΐδος ἐμελαγχόλησαν
                        ἕτεροι. <milestone unit="ed2page" n="171"/>
                        <lb/>καὶ κατὰ τὰ μὴ φαινόμενα δὲ μόρια κατὰ τὸ βάθος τοῦ <lb/>σώματος
                        εὔλογον ὅμοια πάθη γίνεσθαι τοῖς κατὰ τὸ δέρμα <lb/>συνισταμένοις. οὐ γὰρ
                        δήπου χολῆς μὲν ξανθῆς εἰς ἕν τι <lb/>μόριον κατασκηψάσης ἐρυσίπελας
                        γενήσεται, μελαίνης δὲ, <lb/>ἄνθραξ τε καὶ καρκῖνος, οὐ δήπου δὲ τὰ κατὰ
                        βάθος <pb n="122"/> τοῦ σώματος ἀδάμαντος ἔχει κατασκευὴν, ἀλλὰ κἀκεῖνά γε
                        <lb/>τοῖς αὐτοῖς ὑπόκειται πάθεσιν. ἐφ’ ὧν γοῦν οἷόν τέ ἐστι <lb/>βεβαίως
                        διαγνῶναι τὴν ἐργασαμένην αἰτίαν, ἐναργῶς ἐπὶ <lb/>τούτων φαίνεται καὶ ξανθὴ
                        καὶ μέλαινα χολὴ διαβιβρώσκουσαι <lb/>τῶν ἐντέρων ἄλλοτ’ ἄλλο, καθ’ ὅ τί περ
                        ἂν μάλιστα <lb/>στηριχθῶσι, καί ποτε τελέως ἀνίατον ἐργαζόμεναι <lb/>τὴν
                        δυσεντερίαν. καὶ διὰ τοῦθ’ Ἱπποκράτης ἐν Ἀφορισμοῖς <lb/>ἔγραψε· Δυσεντερίη,
                        ἢν ἀπὸ χολῆς μελαίνης ἄρξηται, θανάσιμον. <lb/>ἐγὼ δὲ πρόσθεν εἶπον, ἀνίατα
                        πάντ’ εἶναι τὰ διὰ <lb/>μέλαιναν χολὴν ἑλκωθέντα, πλὴν εἴ τις ἴασιν ἐθέλει
                        καλεῖν, <lb/>ὅταν ἐκκόψῃ τὸ πεπονθὸς μόριον ὅλον ἐν κύκλῳ περιταμὼν
                        <lb/>ἄχρι. τῶν ἀπαθῶν. ὥσπερ οὖν ἔντερον ἀβοηθήτως μὲν <lb/>ὑπὸ μελαίνης
                        χολῆς ἑλκοῦται, δυσβοηθήτως δὲ ὑπὸ τῆς <lb/>ξανθῆς χολῆς, δῆλον ὅτι καὶ τῶν
                        ἄλλων μορίων ἕκαστον, <lb/>ὅσα κατακέκρυπται μὲν ἐν τῷ βάθει, κυριώτερα δὲ
                        μακρῷ <lb/>τῶν ἐντέρων ἐστὶ, πρὸς τῷ καὶ τὴν θεραπείαν ἐπὶ μὲν τῶν
                        <lb/>ἐντέρων εὐκολωτέραν εἶναι, τῶν ἐνιεμένων διὰ τῆς ἕδρας <pb n="123"/>
                        φαρμάκων αὐτοῖς τοῖς πεπονθόσι προσπιπτόντων εὐθέως, <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων
                        μορίων οὐδὲ τούτου γενέσθαι ῥᾳδίως <lb/>δυναμένου. οὔκουν τὸ τυχὸν οὐδὲ
                        μικρὸν τῆς τέχνης μέρος <lb/>ἀθεώρητον εἴασαν οἱ μηδὲν ἐπισκεψάμενοι περὶ
                        μελαίνης <lb/>χολῆς, ἔτι δὲ μᾶλλον οἱ μηδὲ περὶ τῆς ξανθῆς. ὅσοι <lb/>δὲ μὴ
                        περὶ τούτων ἐπεσκέψαντο μηδὲ περὶ φλέγματος, οὐδ’ <lb/>ἀριθμῆσαι δυνατὸν,
                        ὁπόσα παρέλιπον τῆς τέχνης ἀναγκαιότατα <lb/>θεωρήματα. περὶ μὲν οὖν τῆς
                        μελαίνης χολῆς οὐδὲν <lb/>ὅλως ὁ Ἐρασίστρατος ἔγραψε, περὶ δὲ τῆς ξανθῆς
                        ὀλίγα <lb/>τε ἅμα καὶ οὐδὲ ταῦθ’ ἅπαντ’ ἀληθῆ. λέγει μὲν γὰρ οὕτω <lb/>περὶ
                        αὐτῆς· Ἡ δὲ χολώδης ὑγρασία ὅτι μὲν ἀναγκαία ἐστὶν <lb/>ἀποκρίνεσθαι, πολλὰ
                        τῶν ἐπιγινομένων παθῶν μάρτυρες· <lb/>οἱ ἴκτεροι γὰρ καὶ αἱ περὶ τὸ ἧπαρ
                        γινόμεναι φλεγμοναὶ <lb/>καὶ ἄλλα πλείω. πότερον δὲ ἐν τῇ περὶ τὴν κοιλίαν
                        κατεργασίᾳ <lb/>τῆς τροφῆς γεννᾶται ἡ τοιαύτη ἢ μεμιγμένη ἐν τοῖς
                        <lb/>προσφερομένοις ἔξωθεν παραγίνεται, οὐδὲν χρήσιμον πρὸς <lb/>ἰατρικὴν
                        ἐπεσκέφθαι. ταῦτα μὲν ὁ Ἐρασίστρατος ἔγραψεν <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ τῶν καθόλου
                        λόγων περὶ τῆς ξανθῆς χολῆς. ﻿<pb n="124"/> οἱ ἀντιλέγοντες δ’ αὐτῷ φασὶν,
                        ὡς, εἴπερ αὐτὸς ὁμολογεῖ, <lb/>βλάβην ἐργάζεσθαι τὴν ξανθὴν χολὴν
                        πλεονάσασαν, ἄμεινον <lb/>μὲν ἦν αὐτὴν μηδ’ ὅλως γεννᾶσθαι, τοῦτο δ’ εἴπερ
                        ἀδύνατον, <lb/>ἀλλ’ ὡς ὀλιγίστην. καὶ μὴν οὔτε γεννᾶσθαι δυνατόν <lb/>ἐστι
                        κωλύειν ὁντιναοῦν, οὔτε, εἴπερ τοῦτό γε δυνατὸν, ἀλλὰ <lb/>προνοεῖσθαί γε
                        τοῦ βραχυτάτην αὐτὴν γεννᾶσθαι χωρὶς τοῦ <lb/>τὴν αἰτίαν τῆς γενέσεως
                        ἐπίστασθαι τοῦ πράγματος δυνατόν. <lb/>ἡ μὲν οὖν οὐσία τοῦ χυμοῦ τούτου κατὰ
                        γε τὰ σιτία <lb/>καὶ τὰ ποτὰ περιέχεται. πάντως δὲ δήπου διαφορᾶς οὔσης
                        <lb/>ἐν αὐτοῖς, τὰ μὲν πλέον αὐτῆς, τὰ δ’ ἔλαττον ἔχει, τὰ <lb/>δὲ ἴσως
                        οὐδέν. εἰ δ’ ἐν τῷ σώματι γεννᾶται, κατὰ τίνα τε <lb/>μάλιστα μόρια γίνεται
                        τοῦτο, καὶ τίνος αἰτίας ἐργαζομένης <lb/>αὐτὴν, ἀναγκαῖον ἐπίστασθαι τοὺς
                        ἰατρούς. ἔζευκται δ’ ὁ <lb/>λόγος οὗτος τῷ κοινῷ λόγῳ περὶ γενέσεως χυμῶν,
                        ὑπὲρ ὧν <lb/>οὐδ’ ὅλως Ἐρασίστρατος ἔγραψεν. ὥσθ’, ὅσον ἐστὶν ἐπ’ <lb/>αὐτῷ,
                            <milestone unit="ed2page" n="172"/>μήτε τῶν ἐδεσμάτων ἡμᾶς ἐπίστασθαι
                        τίνα <lb/>μὲν εὔχυμά ἐστι, τίνα δὲ κακόχυμα, μήτε τῶν ἐπιτηδευμάτων, <pb n="125"/> ἔτι δὲ μᾶλλον μηδ’ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν ἀνθρώπων. <lb/>καίτοι
                        γ’ ἐνίους ὁρῶμεν, ὅπως ἂν διαιτῶνται, <lb/>πολὺν ἀθροίζοντας ἤτοι τὸν
                        πικρόχολον, ἢ τὸν μελαγχολικὸν, <lb/>ἢ τὸν τοῦ φλέγματος χυμόν. ὅτι γὰρ καὶ
                        αὐτὸς αἴτιος <lb/>γίνεται νοσημάτων οὐ σμικρῶν, ἐν ἑτέρῳ δέδεικται λόγῳ.
                        <lb/>ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ Ἐρασίστρατος αὐτὸς, ὑπὸ τοῦ χυμοῦ <lb/>τοιούτου
                        γίνεσθαί τινα πάθη, καίτοι παντὶ τρόπῳ φυλαττόμενος <lb/>αἰτιᾶσθαι τοὺς
                        μοχθηροὺς χυμούς. ἀλλὰ τούς γε <lb/>γλίσχρους καὶ παχεῖς αὐτὸς ἀπεφήνατο
                        παραλύσεως αἰτίους <lb/>γενέσθαι, γράψας οὕτως· Τὸ μὲν οὖν πάθος συμβαίνει,
                        <lb/>παρεμπτώσεως ὑγρῶν γινομένης εἰς τὰ τοῦ πνεύμονος <lb/>ἀγγεῖα τὰ ἐν
                        τοῖς νεύροις, δι’ ὧν αἱ κατὰ προαίρεσιν κινήσεις <lb/>συντελοῦνται. καὶ μετ’
                        ὀλίγα, Ἡ δὲ παρέμπτωσις, <lb/>φησὶ, γίνεται τῆς τροφῆς, ἀφ’ ἧς τὰ νεῦρα
                        τρέφεται· αὕτη <lb/>δὲ γλίσχρος καὶ ὅλκιμος καὶ δυσέκκριτος. ὅτι δὲ καὶ
                        <lb/>ἀποπληξίας καὶ ληθάργου καὶ ἐπιληψίας ἑτέρων τε πολλῶν <lb/>ὁ τοιοῦτος
                        χυμὸς ἀθροιζόμενος αἴτιός ἐστιν, οὐκ ἔτ’ εἶπεν. </p></div><pb n="126"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἀλλ’ οὐ πρόκειταί μοι νῦν τὴν τῶν ἄλλων <lb/>χυμῶν δύναμιν ἐξηγήσασθαι, περὶ
                        μελαίνης χολῆς προθεμένῳ <lb/>γράφειν, ἣν Ἱπποκράτης φησὶν ἀναγκαίαν μὲν
                        <lb/>ἔχειν τὴν γένεσιν, ὅπως δὲ μὴ γένηται πλείων, ἐδίδαξεν, <lb/>ἐξ αὐτῶν
                        τῶν ἐναργῶς φαινομένων ἀρξάμενος. ἔν τε γὰρ <lb/>τοῖς ζώοις, ὅσα θερμότερα
                        καὶ ξηρότερα ταῖς κράσεσίν <lb/>ἐστιν, ἐν τούτοις φαίνεται γεννᾶσθαι πλέον,
                        ἔν τε ταῖς <lb/>θερμοτέραις ἅμα καὶ ξηροτέραις ὥραις τε καὶ χώραις καὶ
                        <lb/>καταστάσεσιν, ἐπιτηδεύμασί τε τοῖς μετὰ κόπων, καὶ φροντίδων, <lb/>καὶ
                            <milestone unit="ed1page" n="361"/>ἀγρυπνιῶν, ἐδεσμάτων τε τῶν παχυμερῶν
                        <lb/>καὶ ξηροτάτων. ἀλλὰ καὶ τὸ χρῶμα τοῦ σώματος <lb/>παντὸς μελάντερόν
                        ἐστι τοῖς τὴν τοιαύτην πεφυκόσιν ἀθροίζειν <lb/>χολὴν, ἔν τε τοῖς καυσώδεσι
                        νοσήμασιν, ὅσα χωρὶς <lb/>ὑγρότητος ἔχει τὴν γένεσιν, ἐφ’ ὧν καὶ εἰ
                        αἱμοῤῥαγήσει <lb/>ποτὲ, ἢ στάξει, μέλαν ῥεῖ. τὰ μὲν οὖν τοιαῦτα φαινόμενα
                        <lb/>τὰς αἰτίας, ὑφ’ ὧν ὁ μελαγχολικὸς γεννᾶται χυμὸς, ἐνδείκνυται.
                        <lb/>περὶ δὲ τῆς καθάρσεως αὐτῶν ταυτὶ τὰ φαινόμενα <lb/>τὴν ὁδὸν τῆς
                        εὑρέσεως ὑπαγορεύει. κακοπραγῶν ἐν χρόνῳ <pb n="127"/> πλείονι σπλὴν, εἴτε
                        διὰ φλεγμονὴν, εἴτε διὰ σκίῤῥον, εἴτε <lb/>δι’ ἀτονίαν, ἀχροίας ἐργάζεται
                        κατὰ πᾶν τὸ σῶμα, πρὸς τὸ <lb/>μελάντερον ἐκτρεπόμενον. ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀεὶ
                        μελάντερός <lb/>ἐστι τοῦ ἥπατος, καὶ μάλιστα τῶν τῆς θερμῆς καὶ ξηρᾶς
                        <lb/>κράσεως ζώων, ὁποῖα τὰ καρχαρόδοντα πάντα ἐστὶν, ὥσπερ <lb/>γε πάλιν,
                        ὁπόσα κράσεως ψυχροτέρας καὶ ὑγροτέρας ἢ <lb/>κατ’ ἐκεῖνα τετύχηκεν ὄντα,
                        καθάπερ οἱ ὕες, οὐ πάνυ μέλας <lb/>ὁ σπλὴν αὐτοῖς ἐστι. τοῖς δὲ βουσὶ, καὶ
                        κατὰ φύσιν <lb/>μὲν ἔχουσι, μελάντερος ὁ σπλήν ἐστιν, γηράσασι δὲ
                        πολλαπλασίῳ <lb/>δή τινι μελάντερος γίνεται. ἀλλὰ καὶ ἡ γεῦσις <lb/>τοῦ
                        σπλάχνου τούτου, καίτοι γε ἑψομένου, φαίνεται στρυφνὸν <lb/>ἔχουσά τι καὶ
                        οὐδαμῶς ὅμοιον ἥπατι. διὰ τούτων <lb/>μὲν οὖν ὑπαχθέντες οἱ ἄριστοι τῶν
                        παλαιῶν ἰατρῶν τε καὶ <lb/>φιλοσόφων <milestone unit="ed2page" n="173"/>ἀπεφήναντο, καθαίρεσθαι τὸ ἧπαρ ὑπὸ <lb/>τοῦ σπληνὸς, ἕλκοντος εἰς ἑαυτὸν
                        ὅσον ἰλυῶδες ἐν αἵματι. <lb/>τοιοῦτο δὲ τοῦτό ἐστιν, ὡς ἔφην, ὁποῖον ἐν οἴνῳ
                        <lb/>μὲν ἡ τρὺξ, ἐν ἐλαίῳ δ’ ἡ ἀμόργη. τοῖς δὲ νεωτέροις αἱρέσεις
                        <lb/>προστήσασθαι προελομένοις, ὥσπερ ἄλλα λέλεκται <pb n="128"/> πολλὰ
                        ψευδῶς, οὕτω καὶ τὸ μηδὲν δεῖσθαι τὸν ἰατρὸν εἰς <lb/>τὰ τῆς τέχνης ἔργα τῆς
                        περὶ τοὺς χυμοὺς θεωρίας, καὶ <lb/>πρό γε πάντων ἔτι, τὰ καθαίροντα φάρμακα
                        μάτην ὠνομάσθαι <lb/>καθαίροντα· κενωτικὰ γάρ ἐστιν ὁμοτίμως ἁπάντων
                        <lb/>τῶν ἐν τῷ σώματι χυμῶν, οὐ μόνον τῶν δοκούντων <lb/>βλάπτειν.
                        Ἱπποκράτης δὲ, ὡς ὁμολογουμένῳ τῷ καθαίρειν <lb/>αὐτὰ χρησάμενος,
                        ἀποδείκνυσι ἐν ἅπαντι τῷ τῆς ζωῆς <lb/>χρόνῳ περιέχεσθαι κατὰ τὸ σῶμα
                        τἀνθρώπου τοὺς τέτταρας <lb/>χυμούς· μήθ’ ἡλικίαν εἶναί τινα, μήθ’ ὥραν τοῦ
                        <lb/>ἔτους, μήτε σώματος φύσιν, ἐν ᾗ μὴ πάντες εἰσίν. ἐκ <lb/>γὰρ τοῦ τὰ μὲν
                        τῆς ξανθῆς χολῆς ἑλκτικὰ φάρμακα τοὺς <lb/>ἰκτερικοὺς ὀνινάναι, τὰ δ’
                        ὑδραγωγὰ καλούμενα τοὺς ἀσκίτας <lb/>ὑδέρους ἐκκενοῦν, κωλύειν δ’ αὐξάνεσθαι
                        τοὺς ἐλέφαντάς <lb/>τε καὶ καρκίνους τὰ τῶν μελάνων ἑλκτικὰ, δῆλον
                        <lb/>εἶναι τοῖς παλαιοῖς ἐφαίνετο, τὸν οἰκεῖον ἑαυτῷ χυμὸν <lb/>ἕκαστον τῶν
                        καθαρτικῶν φαρμάκων ἕλκειν. εἰ δ’ ἀληθὲς <lb/>ἦν, ἅπαντας ἕλκεσθαι τοὺς ἐν
                        τοῖς ἀγγείοις περιεχομένους ﻿<pb n="129"/> χυμοὺς, ἀλλοιουμένους ὑπὸ τοῦ
                        φαρμάκου κατὰ τὴν ἐκείνου <lb/>δύναμιν, ὅμοιον ἂν ἦν τὸ καθαρθῆναι διά τινος
                        τῶν <lb/>τοιούτων φαρμάκων τῷ φλεβοτομηθῆναι. τί ποτ’ οὖν τὸ <lb/>ὑδραγωγὸν
                        φάρμακον ἐπὶ τῶν ὑδέρων δίδομεν, ἐνὸν τοῦ αἵματος <lb/>ἐκκενῶσαι, τέμνοντας
                        φλέβα; διὰ τί δὲ πλεῖστον ἐπὶ <lb/>τούτων ἐκκενοῦται τὸ ὑδατῶδες, ἐλάχιστον
                        δὲ ὁ πικρόχολος <lb/>χυμὸς, ἔμπαλιν δ’ ἐπὶ τῶν ἰκτεριώντων ὁ πικρόχολος
                        χυμὸς <lb/>πλεῖστος, ἐλάχιστος δ’ ὁ ὑδατώδης; διὰ τί δὲ ὠφελοῦνται <lb/>μὲν
                        ὑπὸ τῶν ὑδραγωγῶν φαρμάκων, ὅταν συμμέτρως <lb/>κενωθῶσιν, οὐδεὶς δὲ τῶν
                        ὁμοτίμως εἶναι πεπεισμένων <lb/>τὰς διὰ τῶν καθαρτικῶν κενώσεις ταῖς
                        φλεβοτομίαις ἐτόλμησεν <lb/>ἀφελεῖν αὐτοῖς τοῦ αἵματος; ἀλλ’ ἔνιοι μὲν καὶ
                        διὰ <lb/>τῶν ὑδραγωγῶν φαρμάκων τὰς κενώσεις ποιοῦνται, πάντες <lb/>δὲ τοῖς
                        οὐρητικοῖς χρῶνται. καίτοι κᾀπὶ τούτων ἐχρῆν τοὺς <lb/>φάσκοντας, ὑπὸ τῶν
                        νεφρῶν ἀλλοιούμενον τὸ αἷμα τὴν τῶν <lb/>οὔρων γένεσιν ἐργάζεσθαι,
                        φλεβοτομεῖν τοὺς ὑδερικοὺς μᾶλλον, <pb n="130"/> ἢ διὰ τῶν οὐρητικῶν
                        φαρμάκων θεραπεύειν. ἄμεινον γὰρ <lb/>ἅπαξ τὸ περιττὸν ἀποχεῖν τοῦ πολλάκις,
                        ἐν πολλαῖς ἡμέραις, <lb/>κατὰ βραχὺ πράττειν αὐτό. γέγραπται δὲ οὖν μοι καὶ
                        <lb/>πρὸς ταύτην τὴν δόξαν ἰδίᾳ καθ’ ἓν ὑπόμνημα, τὴν ἐπιγραφὴν <lb/>ἔχον
                        Πρὸς τὴν καινὴν δόξαν περὶ τῆς τῶν οὔρων <lb/>διακρίσεως. εἶτ’ οὐχὶ καλῶς οἱ
                        πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων <lb/>ἑαυτοὺς ἐπιτρέπουσι τοῖς ἀλόγῳ τριβῇ μᾶλλον ἢ
                        λογικῇ <lb/>διαστροφῇ τὴν τέχνην μεταχειριζομένοις; ὅπερ γὰρ εἰώθασι
                        <lb/>λέγειν ἔνιοι αὐτῶν, ἀληθέσταστόν ἐστιν, ὡς πολλῷ βέλτιον <lb/>αὐτοὶ
                        γινώσκουσι τά τε τῶν ὑγιαινόντων καὶ τὰ τῶν νοσούντων <lb/>διαιτήματα τῶν
                        σοφιστικῶς ληρούντων· οἵγε πρὸς <lb/>τοῖς ἄλλοις ἔτι καὶ κατατρίβουσιν ἡμῶν
                        τὸν βίον, ἀναγινωσκόντων <lb/>μὲν πρῶτον, ἃ γεγράφασιν οἱ τῆς αἱρέσεως
                        <lb/>αὐτῶν ἡγεμόνες, εἶτ’ ἀκουόντων, ἃ συναγορεύοντες αὐτοῖς <lb/>λέγουσιν,
                        εἶτα ἀναγκαζομένων λύειν αὐτῶν τὰ <lb/>σοφίσματα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="174"/>Ἱπποκράτης μὲν οὖν φαίνεται καλός <lb/>τε
                        καὶ ἀγαθός τις ἀνὴρ γεγονέναι, μὴ φιλοτιμίας ἢ φιλοδοξίας, <pb n="131"/>
                        ἀλλ’ ἀληθείας ἐραστής. εἰ δὲ καὶ δόξης ἢ τιμῆς <lb/>αὐτὸν ἐπιθυμῆσαι φαίη
                        τις, ἀλλὰ καὶ κτήσασθαί γε αὐτὴν <lb/>ῥᾷστον ἦν ἐκείνῳ τῷ ἀνδρὶ, οὐ
                        βουληθέντι τούτῳ φιλονεικεῖν <lb/>ἐν λόγοις αἱρέσεσιν ἐνδόξοις ἑαυτοῦ
                        πρεσβυτέραις· <lb/>οὐδεμία γὰρ ἦν ἱκανῶς ἔνδοξος. οἱ δὲ μετ’ αὐτὸν ἀπλήστως
                        <lb/>ὀρεχθέντες ἀδίκου δόξης αἱρέσεις ἰδίας συνεστήσαντο <lb/>μοχθηρὰς,
                        ἀντιλογίας πρὸς τοὺς ἑαυτῶν πρεσβυτέρους ποιησάμενοι. <lb/>καίτοι τινὲς ἐξ
                        αὐτῶν ἤθους ἐπιεικοῦς οὐκ ἀμελῶς <lb/>ἔχοντες, ἐν οἷς καὶ τὸν Ἐρασίστρατον
                        ἄν τις οἰηθείη. <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦτον ἡ πρὸς Ἱπποκράτην φιλονεικία μαχόμενα
                        <lb/>γράφειν ἑαυτῷ κατηνάγκασε. πῶς γὰρ οὐκ ἄν τις μαχόμενα <lb/>φαίη,
                        προνοητικῶς τοῦ ζώου τὴν φύσιν ἅπαντα διαπλάσασαν <lb/>τὰ μόρια μάτην ἐν
                        αὐτοῖς ὅλον τὸ τοῦ σπληνὸς <lb/>σπλάγχνον πεποιηκέναι; πῶς δ’ οὐκ ἄν τις
                        γνοίη, τινὰς τῶν <lb/>ὁμοδοξούντων αὐτῷ κατεγνωκότας φαίνεσθαι τῶν εἰρημένων
                        <lb/>τἀνδρὶ περὶ σπληνὸς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ σπλάχνον τοῦτο <lb/>φάσκοντας
                        προπαρασκευάζειν τῷ ἥπατι τὸν ἐκ τῶν σιτίων <pb n="132"/> χυμὸν εἰς αἵματος
                        χρηστοῦ γένεσιν, εἶθ’ οἷον ἄλλο τι μεσεντέριον <lb/>ποιοῦντας τῷ λόγῳ τὸ
                        ἐπίπλοον, οὐ μὴν ἐννοοῦντάς <lb/>γε, ὡς ἐχρῆν τὰς φλέβας ἐξ ἁπάντων τῶν
                        ἐντέρων <lb/>εἰς τοῦτο ἀναφέρειν τὸν τρόφιμον χυμὸν, οὐκ ἐκ μόνης τῆς
                        <lb/>γαστρός; ὅτι δὲ φιλονεικῶν ὁ Ἐρασίστρατος, οὐ πεπεισμένος <lb/>ἄχρηστον
                        ἰατροῖς εἶναι τὴν περὶ τῶν χυμῶν θεωρίαν, <lb/>οὔτ’ ὲν ᾧ μέρει τοῦ ζώου
                        γεννᾶται τὸ αἷμα διῆλθεν, οὔθ’ <lb/>ὑπὸ τίνος αἰτίας, οὔτε κατὰ τίνα τρόπον,
                        ἐναργὲς τεκμήριόν <lb/>ἐστι τὸ μηδενὸς τῶν διὰ μέλαιναν χολὴν ἢ ὅλως
                        <lb/>τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν γινομένων παθῶν μνημονεῦσαι, καίτοι <lb/>μὴ
                        μόνον τῶν πρὸ αὐτοῦ φιλοσόφων τε καὶ ἰατρῶν, <lb/>ἀλλὰ καὶ πάντων ἀνθρώπων
                        ὀνομαζόντων τι πάθος μελαγχολικὸν, <lb/>ἐπιχειρούντων τε τῇ θεραπείᾳ δι’
                        ἐλλεβόρου τοῦ <lb/>λευκοῦ καθάρσεως. οὐδεὶς γὰρ οὕτως ἀπαίδευτός ἐστι τῶν
                        <lb/>ἐν Ἕλλησι τεθραμμένων, ὡς μήτ’ ἀνεγνωκέναι μήτ’ ἀκηκοέναι <lb/>τὰς
                        Προίτου θυγατέρας μανείσας ὑπὸ Μελάμποδος <lb/>ἰαθῆναι καθαρθείσας οὕτως.
                        ὥστε οὐ πρὸ διακοσίων <pb n="133"/> ἐτῶν ἢ τριακοσίων, ἀλλὰ πολὺ πλεόνων,
                        ἐνδόξου τῆς καθάρσεως <lb/>ταύτης οὔσης, καὶ πάντων τῶν ἐν τῷ μεταξὺ
                        <lb/>χρόνῳ κεχρημένων τῷ φαρμάκῳ. βέλτιον οὖν ἦν παρὰ ὁμόσε <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="362"/>χωρήσαντας τὸν Ἐρασίστρατον ἐπιδεῖξαι
                        σφαλερῶς <lb/>φιλονεικοῦντα, μήτε μελαγχολίαν, μήτ’ ἄλλως μηδεμίαν μανίαν
                        <lb/>ἐπὶ μελαίνῃ χολῇ γίνεσθαι, καθάπερ γε μηδὲ καρκῖνον, <lb/>μηδὲ
                        ἐλέφαντα, μηδὲ τὰς θηριώδεις ἐν φρενίτισι <lb/>παρακοπὰς, μηδὲ κιρσοὺς, μηδ’
                        αἱμοῤῥοΐδας, μηδ’ ὅτι <lb/>πολλοὶ κατὰ τὰς ἀναιρέσεις αὐτῶν ἐμελαγχόλησαν.
                        ἀλλ’ <lb/>οὐκ ἐτόλμησεν οὐδὲν τοιοῦτο εἰπεῖν, αἰδούμενος, οἶμαι,
                        <lb/>καταγνωσθῆναι πρὸς τῶν ὁμιλούντων ἐπιμελῶς τοῖς ἔργοις <lb/>τῆς τέχνης,
                        ἐν οἷς τὰς ἐπιδείξεις οἱ παλαιοὶ τῶν ἰατρῶν, <lb/>οὐκ ἐν λόγοις σοφιστικοῖς,
                        ἐποιοῦντο. φρασάτω τις οὖν μοι <lb/>τῶν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν αἰτίαν τοῦ τὸν σπλῆνα
                        μέλανα φαίνεσθαι <lb/>τοῖς θερμοῖς καὶ ξηροῖς τῇ κράσει ζώοις, ὡς μηδὲ
                        <lb/>βρωθῆναι δύνασθαι. <milestone unit="ed2page" n="175"/>ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν
                        ὑῶν, εἰ <lb/>καὶ μὴ παραπλήσιος ἥπατι κατὰ τὴν ἐδωδὴν, ἀλλ’ οὐκ ﻿<pb n="134"/> ἄβρωτός ἐστιν· ἐπὶ δέ γε λεόντων καὶ λεαινῶν, καὶ παρδάλεών <lb/>τε καὶ
                        λεοπάρδων, ἄρκτων τε καὶ λύκων οἱ τὰς <lb/>σάρκας αὐτῶν ἡδέως ἐσθίοντες
                        ἀφίστανται τοῦ σπληνὸς <lb/>ὡς ἀβρώτου. καίτοι γ’, εἰ πρῶτος ἀπολαύει τῶν
                        ἐσθιομένων <lb/>τε καὶ πινομένων, ἐχρῆν αὐτὸν μάλιστα μὲν, εἰ οἷόν <lb/>τε,
                        καὶ αὐτοῦ τοῦ ἥπατος ἐπιτηδειότερον εἰς ἐδωδὴν ὑπάρχειν, <lb/>εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ
                        μὴ χείρω γε πάντως. εἰρηκότος οὖν <lb/>αὐτοῦ τοῦ Ἐρασιστράτου, τοὺς περὶ τῶν
                        τοιούτων λογισμοὺς <lb/>ἀλλήλοις δεῖν ὁμολογεῖν πάντως, οὐκ οἶδ’ ὅπως
                        ὑπομένουσί <lb/>τινες ἀποδέχεσθαι λόγους ὑπὸ τῶν φαινομένων ἐλεγχομένους,
                        <lb/>οὓς οὐδὲ οἱ πατέρες αὐτῶν αὐτοὶ διαπαντὸς ἐδυνήθησαν <lb/>φυλάξαι.
                        σιωπῶν γοῦν Ἐρασίστρατος περὶ τῆς οὐσίας τοῦ <lb/>τρέφοντος χυμοῦ τὰ νεῦρα
                        γράφειν αὐτὴν ἠναγκάσθη διὰ <lb/>τὸ χρήσιμον εἰς τὴν τῶν παραλελυμένων
                        ἴασιν, γλίσχρον <lb/>εἶναι λέγων καὶ ὅλκιμον καὶ δυσέκκριτον τὴν τροφὴν,
                        <lb/>ὑφ’ ἧς τὰ νεῦρα τρέφεται. καὶ μὴν τοῦτό γε οὐκ <lb/>ἄλλοθεν ποθὲν ἢ ἐκ
                        τῶν φαινομένων περὶ τὰ νεῦρα <lb/>συνελογίσατο. καὶ γὰρ ἑψόμενα καὶ σηπόμενα
                        τὴν <pb n="135"/> διάλυσιν εἰς τὸν τοιοῦτον ἔχει χυμὸν, ἔν τε τῷ κατὰ φύσιν
                        <lb/>ἔχειν ἄναιμα τελέως εἰσίν. ἀλλ’ εἰ μὴ συγχωρηθείη <lb/>τῶν μορίων
                        ἕκαστον οἰκείῳ τῆς ἰδίας οὐσίας τρέφεσθαι <lb/>χυμῷ, τὸ πιστὸν οἰχήσεται τοῦ
                        λόγου. καὶ μὴν εἴπερ οἰκεῖος <lb/>ἕκαστον τῶν μορίων τρέφει χυμὸς, οὐκ
                        ἐνδέχεται τὸν τῶν <lb/>καρχαροδόντων ζώων σπλῆνα γλυκεῖαν ἔχειν τὴν τροφήν.
                        <lb/>εἴπερ οὖν ἐπὶ τούτων μάλιστα φαίνεται σαφὴς ἡ ἰδέα τοῦ <lb/>σπληνὸς, ὡς
                        ἂν τὴν στρυφνὴν καὶ ὀξεῖαν ἐναργῶς ἔχοντος <lb/>ποιότητα, πρόδηλον ὅτι καὶ ὁ
                        τρέφων αὐτὴν χυμὸς τοιοῦτός <lb/>ἐστιν. οὐκ οὖν ἂν ἠμέλησεν ὁ δημιουργὸς τῶν
                        τοιούτων <lb/>ζώων ἐκκαθαίρειν τοῦ αἵματος ὅσον ἰλύς τις αὐτοῦ καὶ <lb/>τρύξ
                        ἐστι, καθάπερ οὐδὲ τὸ πικρόχολον καὶ ὀῤῥῶδες περίττωμα. <lb/>εἴπερ οὖν
                        φαίνονται κατὰ τὸ σῶμα πάντες οἱ χυμοὶ <lb/>περιεχόμενοι, τοῦτο γὰρ
                        Ἱπποκράτης ἀπέδειξεν, ἐκ τοῦ <lb/>πάντας ἐκκρίνεσθαι τοῖς ὑγιαίνουσιν,
                        ἑλκομένους ὑπὸ τῶν <lb/>οἰκείων ἑκάστου φαρμάκων, οὐκ ἂν ἠμέλησεν ἡ
                        διαπλάττουσα <lb/>τὰ ζῶα τέχνη ποιῆσαί τι τοῦ μελαγχολικοῦ περιττώματος <pb n="136"/> ἑλκτικὸν ὄργανον. οὐ μὴν οὐδ’ ἄλλο τι δυνατὸν <lb/>ἐπινοῆσαι
                        τοιαύτης ὑγρότητος οἰκεῖον μόριον ὑπερβάντα <lb/>τὸν σπλῆνα. ἆρ’ οὖν ἔτι
                        ζητήσεις, διὰ τίνος ἀγγείου τὸ <lb/>παχὺ τοῦ αἵματος φέρεται πρὸς αὐτὸν,
                        ἀπιστήσεις δὲ, διὰ <lb/>μιᾶς φλεβὸς οὐ σπλῆνα μόνον ἕλκειν, ἀλλὰ καὶ τὴν
                        γαστέρα <lb/>τὸν οἰκεῖον χυμὸν ἐν ταῖς μακροτέραις ἀσιτίαις; εἰ
                        <lb/>μεμνημένος ὧν ἀπεδείξαμεν ἐν τοῖς περὶ φυσικῶν δυνάμεων
                        <lb/>ὑπομνήμασιν εἴης, οὔτε τούτων ζητήσεις οὐδὲν, οὔτε πῶς <lb/>διὰ τῶν
                        αὐτῶν φλεβῶν ἐκ κοιλίας εἰς ὅλον τὸ ζῶον ἡ τροφὴ <lb/>φέρεται, καταφέρεται
                        δὲ πάλιν ἐπ’ αὐτὴν διὰ τῶν αὐτῶν. <lb/>ἔν τε γὰρ ταῖς ὑπὸ τῶν φαρμάκων
                        καθάρσεσι, κᾀπειδὰν ἡ <lb/>φύσις ἐκκαθαρῇ τὸ κατὰ τὰς ἐν ταῖς νόσοις
                        κρίσεις, ὥσπερ <lb/>γε κᾀπὶ τῶν ὑγιαινόντων πολλάκις, αὐτό τε τὸ χρηστότατον
                        <lb/>αἷμα φέρεται πρὸς τὴν γαστέρα, θρέψον αὐτὴν ἐν ταῖς <lb/>μακροτέραις
                        ἀσιτίαις, ἐκκρίνεταί τε διὰ τῶν αὐτῶν φλεβῶν <lb/>ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἀθρόως
                        ἐνίοτε πολλὰ τῶν περιττωμάτων. <lb/>ἀποδέδεικται δὲ περὶ τούτων ἁπάντων ἐν
                        τοῖς τῶν <pb n="137"/> φυσικῶν δυνάμεων ὑπομνήμασι. καὶ χρὴ τὸν ἀντιλέγοντα
                        <lb/>μὴ πρὸς τὰ συμπεράσματα τῶν ἀποδείξεων ἐρωτᾷν λόγους, <lb/>οὓς ἐν
                        ἐκείνοις τοῖς γράμμασιν ἐξηλέγξαμεν, ἀλλὰ <lb/>τὰς ἡμετέρας ἀποδείξεις
                        ἀποδεικνύναι ψευδεῖς, <milestone unit="ed2page" n="176"/>ἢ, εἰ <lb/>μηδὲν
                        τούτων πράξειε, σιωπᾷν αἰδούμενον, ὥσπερ Ἐρασίστρατος <lb/>ἐποίησεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Οὐδὲν μὲν οὐδαμόθι περὶ τῆς τῶν χυμῶν <lb/>γενέσεως καὶ δυνάμεως εἰπὼν, ἔνθα
                        δὲ ἐπεχείρησε θεραπείαν <lb/>γράψαι παραλύσεως, ἀναγκασθεὶς ἐμνημόνευσε τοῦ
                        <lb/>τρέφοντος τὰ νεῦρα χυμοῦ, καθάπερ γε κᾀν τῷ δευτέρῳ <lb/>περὶ πυρετῶν
                        ἐμαρτύρησε τοῖς παλαιοῖς, οὐ κένωσιν ἁπλῶς <lb/>ὀνομάσας τὴν διὰ τῶν
                        καταμηνίων ἔκκρισιν, ἀλλὰ κάθαρσιν, <lb/>ὥσπερ γε καὶ τὴν διὰ τῶν
                        καθαιρόντων γινομένην <lb/>φαρμάκων. οὕτω γάρ τοι καὶ τὴν λοχείαν κάθαρσιν
                        ὠνόμασαν <lb/>οἱ παλαιοὶ τῶν ἰατρῶν, οὐχ ἁπλῶς κένωσιν. ἐν γὰρ <lb/>τῇ
                        κυήσει τὸ χρηστότατον ἑλκούσης αἷμα τῆς διαπλαττούσης <lb/>καὶ αὐξανούσης τὸ
                        κύημα φύσεως, ὑπολείπεται τὸ <pb n="138"/> μοχθηρότατον ἐν ταῖς φλεψὶν, ὃ
                        μετὰ τὴν ἀποκύησιν ἀποκρίνεται, <lb/>καθάπερ ἐν ἑκάστῳ μηνὶ τὸ περιττόν τε
                        καὶ <lb/>ἄχρηστον, οὐ κατὰ τὸ ποσὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ <lb/>ποιόν· ὅπερ
                        ὡς τὸ πολὺ μελάντερόν ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν <lb/>ἔχοντος αἵματος. οὕτω γοῦν ὁ
                        Ἐρασίστρατος ἔγραψεν <lb/>ἐν τῷ δευτέρῳ περὶ πυρετῶν κατὰ τήνδε τὴν λέξιν·
                        Καλῶς <lb/>οὖν ἔχει τὸν βουλόμενον ὀρθῶς ἰατρεύειν ἐν τοῖς κατ’
                        <lb/>ἰατρικὴν γυμνάζεσθαι, καὶ μηδὲν τῶν γινομένων συμπτωμάτων <lb/>περὶ τὸ
                        πάθος ἀζήτητον ἀφεῖναι, ἀλλ’ ἐπισκοπεῖσθαί <lb/>τε καὶ πραγματεύεσθαι, κατὰ
                        τίνα διάθεσιν ἕκαστον <lb/>αὐτῶν γίνεται. συμβέβηκε γάρ ποτε, γυναίου ἐν
                        πυρετοῖς <lb/>ὄντος καὶ δοκοῦντος ἐλαφρῶς τε καὶ ἀκινδύνως ἔχειν, μελάνων
                        <lb/>οὔρων ἔκκρισιν γίνεσθαι, οἷα τὰ φαυλότατα ἐν τοῖς <lb/>σημείοις
                        ἀναγράφεται. ζητουμένης τε τῆς ἐκκρίσεως, κατὰ <lb/>τίνα διάθεσιν γεγένηται,
                        ἐφαίνοντο τότε τῇ ἀνθρώπῳ καθήκειν <lb/>αἱ ἡμέραι τῆς καθάρσεως, οὐ
                        γινομένης δὲ ταύτης <lb/>τῆς ἐκκρίσεως, ἐπὶ τὴν κύστιν ὁρμὴν λαβεῖν τὰ
                        συνειλημμένα. ﻿<pb n="139"/> καὶ διὰ τὴν τούτου ἔκκρισιν κουφισμὸν μᾶλλον ἄν
                        <lb/>τις ὑπέλαβε τῇ ἀνθρώπῳ ἢ δυσκολίαν γίνεσθαι· ὃ δὴ καὶ <lb/>ἐπὶ τοῦ
                        φαινομένου συνέβαινεν. οὐκοῦν, ὅτι τὰ μέλανα <lb/>πολλάκις οὐρεῖται, τῆς
                        ἐμμήνου καθάρσεως μὴ γενομένης, <lb/>ὅτι τε κουφίζεσθαι μᾶλλον ὑπ’ αὐτῶν ἢ
                        παροξύνεσθαι συμβαίνει <lb/>τὰς οὕτω νοσούσας γυναῖκας, ὅτι τε κάθαρσίς
                        ἐστιν ἡ <lb/>διὰ τῆς μήτρας κένωσις, ἐδήλωσεν ὁ Ἐρασίστρατος, εἰς
                        <lb/>διάγνωσίν τε τῆς παρούσης διαθέσεως, εἰς πρόγνωσίν τε <lb/>τῶν ἐσομένων
                        χρήσιμον εἶναι τὸν λόγον, ὃν διῆλθεν, ὀρθῶς <lb/>διηγούμενος. ἐπὶ πάντων οὖν
                        τῶν εἰρημένων μαρτυρεῖται, <lb/>τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν ἐν ἀνθρωπίνῳ σώματι
                        γεννᾶσθαι, <lb/>καθάπερ γε καὶ τὸν πικρόχολον καὶ τὸ φλέγμα. <lb/>δέδεικται
                        δὲ ἡμῖν ὁ τοῦ φλέγματος χυμὸς ἐκ τῶν φλεγματικῶν <lb/>ἐδεσμάτων κατὰ τὴν
                        πρώτην ἐν τῇ γαστρὶ <milestone unit="ed1page" n="363"/>πέψιν <lb/>γινόμενος,
                        ὥσπερ ὁ πικρόχολός τε καὶ ὁ μελαγχολικὸς ἐν <lb/>ἥπατι, μεταβάλλων τε καὶ
                        κατὰ τὴν ἐν τούτῳ πέψιν ὁ <lb/>φλεγματικὸς εἰς αἷμα, καὶ διὰ τοῦτο μηδὲν
                        αὐτοῦ γεγονὸς <pb n="140"/> ἴδιον ὄργανον εἰς κάθαρσιν τοῦ αἵματος, ὥσπερ αἵ
                        τε κύστεις <lb/>ἀμφότεραι καὶ ὁ σπλὴν, αἱ μὲν τοῦ τε πικροχόλου <lb/>χυμοῦ
                        καὶ τῶν ὀῤῥωδῶν περιττωμάτων, ὁ δὲ σπλὴν τοῦ <lb/>μελαγχολικοῦ χυμοῦ. τὸ μὲν
                        γὰρ ἐν τῇ γαστρὶ γεννώμενον, ὃ <lb/>συναναφέρεται τοῖς εἰς ἧπαρ
                        ἀναδιδομένοις ἐκ τῶν ἐσθιομένων <lb/>τε καὶ πινομένων χυμοῖς, ἅμα τούτοις
                        πεπτόμενον <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="177"/>αἷμα γίνεται· τὸ δ’ ὑπολειπόμενον ἐν τοῖς
                        κατὰ τὴν <lb/>γαστέρα χωρίοις ὑπὸ τῆς καταῤῥεούσης ἐξ ἥπατος εἰς αὐτὰ
                        <lb/>χολῆς ἀποῤῥυπτόμενον ἐκκρίνεται διὰ τῆς κάτω γαστρός. <lb/>Ἐρασίστρατος
                        δ’, ὅτι μὲν ἐγίνωσκε ταῦτα, δῆλός ἐστιν ἐξ <lb/>ὧν ἐν τοῖς τῆς θεραπευτικῆς
                        λογισμοῖς ἠναγκάσθη διὰ <lb/>τὴν χρείαν αὐτῆς μνημονεῦσαι· σιωπῶν δ’ ἐν τοῖς
                        πλείστοις, <lb/>κατάφωρος γίνεται συσκιάζειν τε καὶ κρύπτειν ἑκὼν
                        προαιρούμενος, <lb/>ὅσα περὶ τῶν χυμῶν ὀρθῶς εἴρηται τοῖς παλαιοῖς
                        <lb/>ἰατροῖς, πρὸ αὐτοῦ γὰρ ἵνα τά τ’ ἄλλα παραλιπόντες, οὐ <lb/>κατὰ τὴν
                        ἄρτι παραγεγραμμένην λέξιν ἐν παρέργῳ πῶς <lb/>ἐμνημόνευσεν, ἑξῆς
                        ἐπιμνησθῶμεν, οὐκ ἂν ἔχοι τις εὔλογον <pb n="141"/> αἰτίαν εἰπεῖν τῆς
                        σιωπῆς, γράφοντος αὐτοῦ· Συνέβαινε γάρ <lb/>ποτε, γυναίου ἐν πυρετῷ ὄντος
                        καὶ δοκοῦντος ἐλαφρῶς τε <lb/>καὶ ἀκινδύνως ἔχειν, μελάνων οὔρων ἔκκρισιν
                        γίνεσθαι, οἷα <lb/>τὰ φαυλότατα ἐν τοῖς σημείοις ἀναγράφεται. οὐκοῦν, ὅτι
                        <lb/>μὲν τοῖς ἔμπροσθεν ἰατροῖς ἐν τοῖς φαυλοτάτοις σημείοις <lb/>ἐγέγραπτο
                        μέλαν οὖρον, ἐπίστασθαί φησιν, ὡς ἀνεγνωκὼς <lb/>δηλονότι τὰ περὶ οὔρων
                        αὐτοῖς γεγραμμένα, μεγίστην ἔχοντα <lb/>δύναμιν τῶν ἐπὶ τοῖς ὀξέσι πυρετοῖς
                        νοσούντων. ἐχρῆν γοῦν <lb/>αὐτὸν ἐν τῇ περὶ πυρετῶν πραγματείᾳ, καὶ μάλιστά
                        γε <lb/>κατ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ δεύτερον, ἐν ᾧ ταῦτ’ ἔγραψεν, ἐπιπλέον
                        <lb/>ἐξειργάσθαι τὸν περὶ αὐτῶν λόγον. Ἱπποκράτης μὲν <lb/>οὕτω κατὰ τὸ
                        προγνωστικὸν ἔγραψεν· Οὖρον δὲ ἄριστόν <lb/>ἐστιν, ὁκόταν ᾖ λευκή τε ἡ
                        ὑπόστασις καὶ λείη καὶ <lb/>ὁμαλὴ παρὰ πάντα τὸν χρόνον, ἔστ’ ἂν κριθῇ ἡ
                        νοῦσος. <lb/>σημαίνει τε γὰρ ἀσφάλειαν, καὶ τὸ νόσημα ὀλιγοχρόνιον
                        <lb/>ἔσεσθαι. εἰ δὲ παραλίποι, καὶ ποτὲ μὲν καθαρὸν οὐρέει, <lb/>ποτὲ δὲ
                        ὑφίσταταί τε λευκὸν καὶ λεῖον, χρονιωτέρα γίνεται ἡ <lb/>νοῦσος καὶ ἧσσον
                        ἀσφαλής. εἰ δ’ εἴη τό τε οὖρον ὑπέρυθρον <pb n="142"/> καὶ ἡ ὑπόστασις
                        ὑπέρυθρός τε καὶ λείη, πολυχρονιώτερον <lb/>μὲν τοῦτο τοῦ προτέρου γίνεται,
                        σωτήριον δὲ κάρτα. κριμνώδεες <lb/>δὲ ἐν τοῖσιν οὔροισιν ὑποστάσιες πονηραί.
                        τουτέων <lb/>δ’ ἔτι κακίους αἱ πεταλώδεες. λευκαὶ δὲ καὶ λεπταὶ <lb/>κάρτα
                        φλαῦραι. τουτέων δ’ ἔτι κακίους αἱ πιτυρώδεες. <lb/>νεφέλαι δ’ ἐμφερόμεναι
                        τοῖσιν οὔροισι, λευκαὶ μὲν ἀγαθαὶ, <lb/>μέλαιναι δὲ φλαῦραι. ἔστ’ ἂν δὲ
                        πυῤῥόν τε ᾖ τὸ οὖρον <lb/>καὶ λεπτὸν, ἄπεπτον σημαίνει τὸ νόσημα. καὶ εἰ
                        πολὺν <lb/>χρόνον εἴη τοιοῦτο ἐὸν, κίνδυνος, μὴ οὐ δυνήσεται ὁ ἄνθρωπος
                        <lb/>διαρκέσαι, ἔστ’ ἂν πεπανθῇ ἡ νοῦσος. θανατωδέστατα <lb/>δὲ τῶν οὔρων
                        ἐστὶ τά θ’ ὑδατώδεα, καὶ δυσώδεα, <lb/>καὶ μέλανα, καὶ παχέα. ἔστι δὲ τῇσι
                        γυναιξὶ καὶ τοῖσιν ἀνδράσι <lb/>τὰ μέλανα τῶν οὔρων κάκιστα, τοῖσι δὲ
                        παιδίοισι <lb/>τὰ ὑδατώδεα. ὁκόσοι δ’ ἂν οὖρα λεπτὰ καὶ ὠμὰ οὐρέωσι
                        <lb/>πολὺν χρόνον, ἢν τὰ ἄλλα ὡς περιεσομένοισι σημεῖα ᾖ <lb/>τουτέοισιν,
                        ἀπόστασιν δεῖ προσδέχεσθαι ἐς τὰ κάτω τῶν <lb/>φρενῶν χωρία. καὶ τὰς
                        λιπαρότητας δὲ τῶν ἄνω ἐφισταμένων <pb n="143"/> ἀραχνοειδέας μέμφεσθαι,
                        συντήξιος γὰρ σημεῖον. σκοπέειν <lb/>δὲ χρὴ τῶν οὔρων ἐν οἷσιν αἱ νεφέλαι,
                        ἤν τε κάτω <lb/>ἔωσιν, ἤν τε ἄνω, καὶ τὰ χρώματα ὁκοῖα ἔχουσι. καὶ τὰς
                        <lb/>μὲν κάτω φερομένας σὺν τοῖσι χρώμασιν οἷσιν εἰρέαται, <lb/>ἀγαθὰς εἶναι
                        καὶ ἐπαινέειν, τὰς δ’ ἄνω σὺν τοῖσι χρώμασι <lb/>οἷσιν εἰρέαται, πονηρὰς
                        εἶναι καὶ μέμφεσθαι. μὴ ἐξαπατάτω <lb/>δέ σε, ἤν τε αὐτέη ἡ κύστις νόσημα
                        ἔχουσα τῶν <lb/>οὔρων τι ἀποδιδῷ τουτέων· οὐ γὰρ τοῦ ὅλου σημεῖον, ἀλλ’
                        <lb/>αὐτῆς καθ’ ἑωυτήν. ταῦτα γράψαντος Ἱπποκράτους, καὶ <lb/>μετ’ αὐτὸν
                        Διοκλέους τε καὶ Πραξαγόρου παραπλήσια τούτοις, <lb/>εὔλογον ἦν, εἴτ’
                        ἀληθεύουσιν, εἴτε ψεύδονται, τὸν <lb/>Ἐρασίστρατον εἰρηκέναι, τὸν λογισμὸν
                        προσθέντα τῆς ἰδίας <lb/>ἀποφάσεως, <milestone unit="ed2page" n="178"/>ὥσπερ
                        γε καὶ περὶ τῶν ἐμουμένων τε <lb/>καὶ διαχωρουμένων, ἐν οἷς ἐστι καὶ τὰ
                        μέλανα καλούμενα, <lb/>καὶ πρὸς αὐτοῖς ἡ ἀκριβὴς μέλαινα χολή. καὶ γὰρ καὶ
                        <lb/>διορίσασθαί τι συγκεχυμένον ἐν τῇ τῆς φωνῆς κοινωνίᾳ τῶν ﻿<pb n="144"/>
                        μελαγχολικῶν χυμῶν ἦν ἀναγκαῖον, ὅπερ ἐγὼ διειλόμην <lb/>ἔμπροσθεν.
                        Ἐρασίστρατος μὲν οὖν ὅλην τὴν περὶ τοὺς χυμοὺς <lb/>τέχνην παρέλιπεν. ἐγὼ δὲ
                        οὐ περὶ πάντων ἐνταῦθα <lb/>προειλόμην εἰπεῖν, ἀλλὰ περὶ τῆς μελαίνης χολῆς
                        μόνης. <lb/>ὅσα μὲν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ λόγου καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἔγραψα,
                        <lb/>δι’ ἑτέρων ἐξείργασμαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Περὶ δὲ μελαίνης χολῆς τὰ διὰ μακρᾶς <lb/>πείρας βεβαίως ἐγνωσμένα μοι
                        προσθήσω νῦν, χρήσιμα <lb/>ἐσόμενα ἐκείνοις, ὅσοι τῆς ἰατρικῆς τέχνης οὐ
                        τοὺς σοφιστικοὺς <lb/>λόγους, ἀλλὰ τὰ ἔργα σπουδάζουσι. πάντα γὰρ <lb/>ὅσα
                        διὰ μελαγχολικὸν χυμὸν γίνεται πάθη, κατ’ ἀρχὰς εὐθέως <lb/>γενναίως
                        καθαίρων τοῖς τὸν τοιοῦτον χυμὸν ἐκκενοῦσιν <lb/>αὐξηθῆναι κωλύσεις μέχρι
                        καὶ τῶν καρκίνων. ἄξιον δὲ θαυμάσαι <lb/>τῶν ἤτοι γ’ ἀκόντων ἢ ἑκόντων
                        σοφίσματα γραψάντων <lb/>εἰς ἀναίρεσιν τοῦ μελαγχολικοῦ χυμοῦ. φασὶ γὰρ, ἐπὶ
                        <lb/>τῶν παρὰ φύσιν ἐχόντων μόνον αὐτὸν γεννᾶσθαι, μηδενὸς <lb/>τῶν ἀκριβῶς
                        εὐχύμων ἔχοντος ἐν τῷ σώματι μέλαιναν χολήν. <pb n="145"/> εἰ γοῦν, φασὶν,
                        ἀθλητῇ τινι ἄριστα διακειμένῳ δοίη τις <lb/>φαρμάκου τοῦ νομιζομένου
                        μέλαιναν χολὴν ἐκκενοῦν, ὄψεται <lb/>κενουμένην αὐτὴν, ὥσπερ, εἰ καὶ τῶν τὴν
                        ξανθὴν χολὴν ἐκκαθαίρειν <lb/>πεπιστευμένων προσενέγκῃ τις, ἐκείνην ὄψεται
                        <lb/>κενουμένην. ᾧ καὶ δῆλον εἶναί φασιν, ὡς, ἀλλοιουμένου τοῦ <lb/>αἵματος
                        ὑπὸ τῆς τοῦ φαρμάκου δυνάμεως, εἰς τὰς χολὰς <lb/>γίνεται μεταβολή· καθάπερ
                        γε κᾂν εἰ φλέγματος ἀγωγὸν <lb/>δοίης, ὄψει, φασὶ, καὶ τότε κενούμενον
                        φλέγμα. παραπλησίως <lb/>δὲ, κᾂν εἰ τὰ πεπεισμένα τὸν λεπτὸν ἰχῶρα κενοῦν,
                        <lb/>ἀναγκάσῃς προσενέγκασθαι τὸν εὐχυμότατον ἄνθρωπον, <lb/>ὄψει καὶ τότε
                        κενούμενον ὑδατώδη λεπτόν τινα ἰχῶρα. <lb/>πρὶν μὲν οὖν ἀποδειχθῆναι τῶν
                        καθαρτικῶν φαρμάκων <lb/>ἕκαστον ἕλκειν ἕνα τινὰ χυμὸν, οὗ πέφυκεν ὑπάρχειν
                        ἑλκτικὸν, <lb/>ἔχει τι πιθανὸν ὁ λόγος αὐτῶν· ἀποδειχθέντος δὲ τούτου,
                        <lb/>τὸ ψεῦδος αὐτῶν κατάφωρον γίνεται. ἐδείχθη γὰρ, <lb/>ὅτι τὸν οἰκεῖον
                        ἕκαστον ἕλκει χυμὸν, ἐκ τοῦ τὰ μὲν τοῖς <pb n="146"/> ὑδερικοῖς διδόμενα
                        φάρμακα τοσαύτην ἐνίοτε ποιεῖσθαι κένωσιν, <lb/>ὡς ὅλας λεκάνας πληροῦν,
                        ἀνάλογον δὲ τῷ κενουμένῳ <lb/>προστέλλεσθαί τε τὴν γαστέρα καὶ κουφίζεσθαι
                        σαφῶς <lb/>τοὺς κάμνοντας, εὐπνουστέρους τε γίνεσθαι, τὰ δὲ <lb/>τοῖς
                        ἰκτεριῶσι τὴν μὲν ξανθὴν χολὴν ἐκκενοῦν πλείστην, <lb/>ὀνινάναι δὲ τοὺς
                        πάσχοντας. εἰ δ’ ἔμπαλιν τὰ μὲν ὑδραγωγὰ <lb/>φάρμακα δοίης τοῖς
                        ἰκτεριώδεσι, τὰ δὲ χολαγωγὰ τοῖς <lb/>ὑδεριώδεσιν, ἐλάχιστόν τε τὸν οἰκεῖον
                        κενώσεις χυμὸν, οὐ <lb/>μόνον δ’ οὐδὲν ὠφελήσεις τοὺς κάμνοντας, ἀλλὰ καὶ
                        βλάψεις <lb/>μεγάλως, ὥσπερ εἰ καὶ φλεβοτομήσεις αὐτούς. καίτοι <lb/>κατὰ
                        τοὺς ἡγουμένους, ὑπὸ τῶν καθαιρόντων φαρμάκων ἀλλοιοῦσθαι <lb/>τοὺς ἐν
                        σώματι χυμοὺς, <milestone unit="ed1page" n="364"/>ὡς ἂν ἕκαστον <lb/>τῶν
                        ἑλκόντων τὴν φύσιν ἔχῃ, τῷ· καθῇραι τὸ φλεβοτομῆσαι <lb/>τὴν ἴσην ἕξει
                        δύναμιν. ὥσπερ οὖν ἡμεῖς, ὑδρα<milestone unit="ed2page" n="179"/>
                        <lb/>γωγὸν δόντες φάρμακον οἷς ἐστιν ὕδερος ἀσκίτης, ἐκκενοῦμέν <pb n="147"/> τε τὸ πλεονάζον ὑγρὸν, ὠφελοῦμέν τε τὸν κάμνοντα, <lb/>οὕτω καὶ αὐτοὶ
                        φλεβοτομίαν παραλαμβάνοντες ὁρῶσιν, εἰς <lb/>ὅ τι τελευτᾷ τὸ βοήθημα.
                        γελοῖοι δ’ εἰσὶ κᾀκ τοῦ μηδὲν <lb/>εἶναι κατὰ τὸ σῶμα περιεκτικὸν μελαίνης
                        χολῆς ὄργανον, <lb/>οἷον ἡ ἐπὶ τῷ ἥπατι κύστις ἐστὶ τῆς ξανθῆς χολῆς,
                        ἡγούμενοι, <lb/>τεκμήριον ὑπάρχειν τοῦτο τοῦ μηδ’ ὅλως ἐν τοῖς <lb/>ἀκριβῶς
                        ὑγιαίνουσι σώμασι τὸν μελαγχολικὸν εἶναι χυμόν. <lb/>οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τὸ φλέγμα
                        συγχωρήσουσιν ἐν ἡμῖν εἶναι, καθάπερ <lb/>οὐδ’ ἐν ταῖς περιστεραῖς τὴν
                        ξανθὴν χολήν· οὐ <lb/>γὰρ ἔχουσι τὴν ἐπὶ τῷ ἥπατι κύστιν, ὥσπερ οὐδ’ ἄλλᾳ
                        τινὰ <lb/>ζῶα. καὶ μέντοι καὶ παρὰ τὴν ὁμωνυμίαν ἑαυτοὺς, οὐ <lb/>γὰρ ἡμᾶς
                        γε, σοφίζονται, τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν, ὃν ἐν <lb/>τοῖς ὑγιαίνουσι γεννᾶσθαί
                        φαμεν, ἀκούοντες ἀεὶ κατὰ τῆς <lb/>μελαίνης λέγεσθαι χολῆς, ἣν ἐν τῷ παρὰ
                        φύσιν ἔχειν γεννᾶσθαί <lb/>φαμεν. οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ κατά γε τοὺς ἀκριβῶς
                        ὑγιαίνοντάς <lb/>ἐστι μέλαινα χολὴ, καί τινας τῶν παρὰ φύσιν ἐχόντων,
                        <lb/>ἀμφοτέρας δὲ μελαγχολικὸν χυμὸν ὀνομάζειν οὐδὲν <pb n="148"/> κωλύει.
                        εἴρηται δὲ περὶ τούτων ἤδη καὶ πρόσθεν. ἀλλὰ <lb/>καὶ νῦν οὐδὲν χεῖρον
                        μεμνῆσθαι περὶ αὐτῶν ἐν βραχέσι κεφαλαίοις <lb/>ἕνεκα τῶν λόγοις ψευδέσιν
                        ἑαυτούς τε καὶ τοὺς <lb/>μεμαθηκότας ἀκριβῶς τὴν Ἱπποκράτους γνώμην
                        <lb/>σοφιζομένων. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>