<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg028.1st1K-grc1:1-10</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg028.1st1K-grc1:1-10</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ <lb/>ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗι ΕΚΑΣΤΟΥ <lb/>ΨΥΧΗι ΙΔΙΩΝ
						ΠΑΘΩΝ.</head><p>Ἐπειδὴ καὶ δι’ ὑπομνημάτων ἔχειν βούλει, <lb/>ἃ πρὸς τὴν ἐρώτησιν ἀπεκρινάμην, ἣν
						ἐνέστησα πρὸς ἡμᾶς <lb/>ὑπὲρ τοῦ γραφέντος Ἀντωνίῳ τῷ Ἐπικουρείῳ βιβλίου περὶ <lb/>τῆς
						ἐπὶ τοῖς ἰδίοις πάθεσιν ἐφεδρείας, ἤδη πράξω τοῦτο, <lb/>καὶ τήνδε τίθεμαι τὴν ἀρχήν.
						ἄριστον μὲν ἦν αὐτὸν τὸν <lb/>Ἀντώνιον εἰρηκέναι σαφῶς, τί ποτε βούλεται σημαίνειν ἐκ
						τοῦ <lb/>τῆς ἐφεδρείας ὀνόματος. ὡς δ’ ἄν τις ἐξ ὧν λέγει κατὰ τὸ <pb n="2"/> βιβλίον
						εἰκάσειεν, ἤτοι τὴν παραφυλακὴν ἢ τὴν διάγνωσιν <lb/>δοκεῖ μοι δηλοῦν, ἢ καὶ πρὸς
						τούτοις τὴν ἐπανόρθωσιν. <lb/>ἐφαίνετο δ’, ὡς οἶσθα, καὶ ἀσαφῶς ἑρμηνεύων τὰ <lb/>πολλὰ
						τῶν εἰρημένων, ὡς εἰκάσαι μᾶλλον ἔστιν ἢ νοῆσαι <lb/>σαφῶς. ἐνίοτε μὲν γὰρ δόξει
						προτρέπειν ἡμᾶς ἐννοεῖν, ὅτι <lb/>καὶ αὐτοὶ πολλὰ παραπλησίως τοῖς ἄλλοις ἁμαρτάνομεν·
						<lb/>ἐνίοτε δ’, ὅπως ἄν τις ἕκαστον ὧν ἁμαρτάνει διαγιγνώσκοι, <lb/>καὶ πρὸς τούτοις
						αὖθις, ὅπως ἄν τις ἑαυτὸν ἀπάγοι τῶν <lb/>ἁμαρτανομένων, ὃ δοκεῖ μοι τοῦ λόγου παντὸς
						εἶναι σκοπός. <lb/>ἕκαστον γὰρ τῶν προειρημένων ἄχρηστόν ἐστι καὶ <lb/>περιττὸν, εἰ μὴ
						πρὸς τοῦτον ἀναφέροιτο, διορθοῦν δὲ χρὴ <lb/>αὑτὸν ἐν τοῖς μάλιστα παθήμασι τῶν
						ἁμαρτημάτων. ἐνίοτε <lb/>μὲν γὰρ ὡς περὶ μόνων τῶν παθῶν αὐτοῦ ὁ λόγος γίνεται,
						<lb/>πολλάκις δὲ ὡς περὶ τῶν ἁμαρτημάτων, ἔστι δ’ ὅτε περὶ <lb/>ἀμφοτέρων διαλέγεσθαί
						σοι δόξει. ἐγὼ δ’ αὐτὸ τοῦτο πρῶτον, <lb/>ὡς οἶσθα, προδιώρισα, τὰ μὲν ἁμαρτήματα κατὰ
						ψευδῆ <lb/>δόξαν εἰπὼν γίγνεσθαι, τὸ δὲ πάθος κάτα τινα ἄλογον <pb n="3"/> ἐν ἡμῖν
						δύναμιν <milestone unit="ed2page" n="520"/>ἀπειθοῦσαν τῷ λόγῳ· κοινῇ δ’ <lb/>ἀμφότερα
						κατὰ γενικώτερον σημαινόμενον ἁμαρτήματα κεκλήσθω. <lb/>λέγω μὲν οὖν ἁμαρτάνειν καὶ τὸν
						ἀκολασταίνοντα, <lb/>καὶ τὸν θυμῷ τι πράττοντα, καὶ τὸν διαβολῇ πιστεύοντα.
						<lb/>γέγραπται μὲν οὖν καὶ Χρυσίππῳ καὶ ἄλλοις <lb/>πολλοῖς τῶν φιλοσόφων θεραπευτικὰ
						συγγράμματα τῶν τῆς <lb/>ψυχῆς παθῶν, εἴρηται δὲ καὶ πρὸς Ἀριστοτέλους καὶ <lb/>τῶν
						ἑταίρων αὐτοῦ, καὶ πρὸ τούτων ὑπὸ Πλάτωνος. καὶ <lb/>ἦν μὲν βέλτιον ἐξ ἐκείνων μανθάνειν
						αὐτὰ, ὥσπερ κᾀγώ. <lb/>τὰ δ’ οὖν κεφάλαια διὰ τοῦ πρώτου λόγου τοῦδε διὰ συντόμου,
						<lb/>ἐπειδὴ κελεύεις, διήξω σοι πάντα, καθ’ ἣν ἤδη <lb/>τάξιν ἤκουσας, ὅτ’ ἐπύθου περὶ
						τοῦ γεγραμμένου τῷ Ἀντωνίῳ <lb/>βιβλίου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὅτι μὲν εἰκός ἐστιν ἁμαρτάνειν, εἰ καὶ μὴ <lb/>δοκοίημεν αὐτοὶ σφάλλεσθαί τι, πάρεστιν
						ἐκ τῶνδε τῶν λόγων <lb/>λογίσασθαι. πάντας ἀνθρώπους ὁρῶμεν ἑαυτοὺς ὑπολαμβάνοντας
						<lb/>ἤτοι γε ἀναμαρτήτους εἶναι παντάπασιν ἢ <lb/>ὀλίγα καὶ σμικρὰ διὰ λόγου σφάλλεσθαι,
						καὶ τοῦτο <pb n="4"/> μάλιστα πεπονθότας, οὓς ἄλλοι πλεῖστα νομίζουσιν ἁμαρτάνειν.
						<lb/>ἐγὼ οὖν, εἰ καί τινος ἑτέρου, καὶ τοῦδε παμπόλλην <lb/>ἔσχηκα πεῖραν. ὅσοι μὲν τῶν
						ἀνθρώπων ἐπ’ ἄλλοις <lb/>ἐπέθεντο τὴν περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν, ὁποῖοί τινές εἰσιν, ὀλιγώτατα
						<lb/>ἐθεασάμην ἁμαρτάνοντας· ὅσοι δὲ ἑαυτοὺς ἀπειλήφασιν <lb/>εἶναι ἀρίστους χωρὶς τοῦ
						τὴν κρίσιν ἑτέροις ἐπιτρέψαι, <lb/>μέγιστα καὶ πλεῖστα τούτους ἑώρακα σφαλλομένους.
						ὥσθ’, <lb/>ὅπερ ᾤμην, ὅτε μειράκιον ἦν, ἐπαινεῖσθαι μάτην, (τοῦτο δ’ <lb/>ἦν τὸ Πύθιον
						γνῶναι κελεῦον ἑαυτὸν,) οὐ γὰρ εἶναι μέγα <lb/>τὸ πρόσταγμα, τοῦθ’ εὗρον ὕστερον δικαίως
						ἐπαινούμενον. <lb/>ἀκριβῶς μὲν γὰρ ὁ σοφώτατος μόνος ἂν ἑαυτὸν γνοίη, <lb/>τῶν δ’ ἄλλων
						ἁπάντων ἀκριβῶς μὲν οὐδεὶς, ἧττον δὲ καὶ <lb/>μᾶλλον ἕτερος ἑτέρου. καθάπερ γὰρ ἐν ὅλῳ
						τῷ βίῳ καὶ <lb/>κατὰ πάσας τὰς τέχνας τὰς μὲν μεγάλας ὑπεροχάς τε καὶ <lb/>διαφορὰς τῶν
						πραγμάτων ἅπαντος ἀνδρός ἐστι γνῶναι, τὰς <lb/>δὲ μικρὰς τῶν φρονίμων τε καὶ τεχνιτῶν,
						οὕτω κᾀπὶ τῶν <lb/>ἁμαρτημάτων ἔχει καὶ παθῶν. ὅστις μὲν ἐπὶ μικροῖς ὀργίζεται <pb n="5"/> σφοδρῶς, δάκνει τε καὶ κακίζει τοὺς οἰκέτας, οὗτος μέν <lb/>σοι δῆλός ἐστιν, ὅτι ἐν
						πάθει καθέστηκεν· ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>ὅστις ἐν μέθαις τε καὶ ἑταίραις καὶ κωμασταῖς
						παραγίνεται. <lb/>τὸ δ’ ἐπὶ μεγάλη βλάβῃ χρημάτων ἢ ἀτιμίᾳ μετρίως <lb/>ταραχθῆναι τὴν
						ψυχὴν οὐκ ἔθ’ ὁμοίως ἐστὶ φανερὸν ἐκ <lb/>τοῦ γένους τῶν παθῶν ὑπάρχον, ὥσπερ οὐδὲ
						πλακοῦντα <lb/>φαγεῖν ἀκρατέστερον. ἀλλὰ καὶ ταῦτα κατάδηλα γίγνεται τῷ
						<lb/>προμελετήσαντι τὴν ψυχὴν, ἐξοδιάσαντί τε ἁπάντων παθῶν <lb/>ἐπανορθώσεως δεόμενα,
						καὶ μεῖζόν γ’ ἔμπης ἀποφυγεῖν αὐτὰ, <lb/>διότι μικρά. ὅστις οὖν βούλεται καλὸς κᾀγαθὸς
						γενέσθαι, <lb/>τοῦτο ἐννοήσας, ὡς ἀναγκαῖόν ἐστιν αὐτὸν ἀγνοεῖν πολλὰ <lb/>τῶν ἰδίων
						ἁμαρτημάτων, ὅπως ἂν ἐξεύροι πάντα, δυνάμενος <lb/>ἐγὼ λέγειν, ὅπως εὗρον αὐτὸς, οὔπω
						λέγω, διότι τὸ <lb/>βιβλίον τοῦτο δύναταί ποτε καὶ εἰς ἄλλων ἀφικέσθαι χεῖρας· <lb/>ὅπως
						ἂν κᾀκεῖνοι γυμνασθῶσιν πρὸς ὁδὸν εὑρεῖν τῆς <lb/>γνώσεως τῶν ἁμαρτημάτων, ὥσπερ καὶ σέ
						μοι λέγειν ἠξίωσα, <lb/>καὶ μέχρι τοσαῦτα δοκοῦν ἀπεφήνω, διεσιώπησα. καὶ νῦν ﻿<pb n="6"/> οὕτω πράξω, παρακαλέσας τὸν ὁμιλοῦντα τῷδε τῷ γράμματι, <lb/>καταθέμενον αὑτῷ
						ζητῆσαι, πῶς ἄν τις ἑαυτὸν δύναιτο <lb/>γνωρίζειν ἁμαρτάνοντα. δύο <milestone unit="ed2page" n="521"/>γὰρ, ὡς Αἴσωπος ἔλεγε, <lb/>πήρας ἐξήμμεθα τοῦ τραχήλου, τῶν
						μὲν ἀλλοτρίων τὴν <lb/>πρόσω, τῶν ἰδίων δὲ τὴν ὀπίσω· καὶ διὰ τοῦτο τὰ μὲν <lb/>ἀλλότρια
						βλέπομεν ἀεὶ, τῶν δ’ οἰκείων ἀθέατοι καθέσταμεν. <lb/>καὶ τοῦτόν γε τὸν λόγον ὡς ἀληθῆ
						πάντες προσίενται. <lb/>ὁ δὲ Πλάτων ἀποδίδωσι καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ γιγνομένου.
						<lb/>τυφλῶττον γὰρ, φησὶ, τὸ φιλοῦν περὶ τὸ φιλούμενον. <lb/>εἴπερ οὖν ἕκαστος ἡμῶν
						ἑαυτὸν ἁπάντων μάλιστα φιλεῖ, <lb/>τυφλώττειν ἀναγκαῖόν ἐστιν αὐτὸν ἐφ’ ἑαυτοῦ. πῶς οὖν
						<lb/>ὄψεται τὰ ἴδια κακά; καὶ πῶς ἁμαρτάνων γνώσεται; <lb/>πολλῷ γὰρ ἔοικεν ὅ τε τοῦ
						Αἰσώπου μῦθος καὶ ὁ τοῦ <lb/>Πλάτωνος λόγος ἀνελπιστότερον ἡμῖν τὴν τῶν ἰδίων
						ἁμαρτημάτων <lb/>εὕρεσιν ἀποφαίνειν. εἰ γὰρ μήτε τοῦ φιλεῖν τις <lb/>ἑαυτὸν ἀποστῆσαι
						δύναται, τυφλώττειν ἀναγκαῖόν ἐστι τὸ <lb/>φιλοῦν περὶ τὸ φιλούμενον. οὐ μὴν οὐδ’ ἐγὼ
						τὸν ἀναγινώσκοντα <lb/>τόδε τὸ βιβλίον ἠξίουν ἐπισκέψασθαι καθ’ αὑτὸν <pb n="7"/> ὁδὸν
						τῆς τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων εὑρέσεως, εἰ μὴ χαλεπὸν <lb/>ἦν τὸ πρᾶγμα, καίτοι ὡς ἐπὶ
						πλεῖστον ἐσκεμμένος ᾖ καθ’ <lb/>αὑτόν. καὶ τοίνυν ἐγὼ τὴν ἐμὴν ἀποφαίνομαι γνώμην, ἣν,
						<lb/>εἰ μέν τινα καὶ αὐτὸς ἕκαστος ἑτέραν ὁδὸν εὕροι, προσλαβὼν <lb/>καὶ τὴν ἐμὴν,
						ὠφελήσεται πλεονεκτικῶς, διπλῆν ἀνθ’ <lb/>ἁπλῆς εὑρὼν ὁδὸν σωτηρίας· εἰ δὲ μὴ, ἀλλ’ αὐτῇ
						γε τῇ <lb/>ἡμετέρᾳ διατελεῖ χρώμενος, ἄχρι περ ἂν ἑτέραν εὕρῃ βελτίονα. <lb/>τίς οὖν ἡ
						ἐμὴ, λέγειν ἂν ἤδη καιρὸς, ἀρχὴν τῷ <lb/>λόγῳ τήνδε ποιησάμενον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐπειδὴ τὰ μὲν ἁμαρτήματα διὰ τὴν ψευδῆ <lb/>δόξαν γίγνονται, τὰ δὲ πάθη διὰ τὴν ἄλογον
						ὁρμὴν, ἔδοξέ <lb/>μοι πρότερον αὐτὸν ἐλευθερῶσαι τῶν παθῶν· εἰκὸς γάρ <lb/>πως καὶ διὰ
						ταῦτα ψεῦδος ἡμᾶς δοξάζειν. ἔστι δὲ πάθη <lb/>ψυχῆς, ἅπερ ἅπαντες γιγνώσκουσι, θυμὸς,
						καὶ ὀργὴ, καὶ <lb/>φόβος, καὶ λύπη, καὶ φθόνος, καὶ ἐπιθυμία σφοδρά. <lb/>κατὰ
							<milestone unit="ed1page" n="353"/>δὲ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ τὸ φθάσαι πάνυ <lb/>σφόδρα
						φιλεῖν ἢ μισεῖν ὁτιοῦν πρᾶγμα πάθος ἐστίν. <lb/>ὀρθῶς γὰρ ἔοικεν εἰρῆσθαι τὸ μέτρον
						ἄριστον, ὡς οὐδενὸς <pb n="8"/> ἀμέτρου καλῶς γιγνομένου. πῶς οὖν ἄν τις ἐκκόψειε ταῦτα,
						<lb/>μὴ γνοὺς πρότερον ἔχων αὐτά; γνῶναι δ’, ὡς ἐλέγομεν, <lb/>ἀδύνατον, ἐπειδὴ σφόδρα
						φιλοῦμεν ἡμᾶς. ἀλλὰ καὶ μὴ <lb/>σαυτὸν ὁ λόγος οὗτος ἐπιτρέπει σοι κρίνειν, ἄλλον τε
						συγχωρεῖν <lb/>δύνασθαι κρίνειν τὸν μήτε φιλούμενον ὑπὸ σοῦ, <lb/>μήτε μισούμενον. ὅταν
						οὖν ἀκούσῃς τινὰ τῶν κατὰ τὴν <lb/>πόλιν, ὃν μήτε φιλήσειν οἶδας μήτε μισήσειν,
						ἐπαινούμενον <lb/>ὑπὸ πολλῶν ἐπὶ τῷ μηδένα κολακεύειν, ἐκείνῳ προσφοιτήσας, <lb/>τοιαύτῃ
						πείρᾳ κρῖνον, εἰ τοιοῦτός ἐστιν, οἷος <lb/>εἶναι λέγεται. καὶ πρῶτον ἐὰν ἴδῃς αὐτὸν ἐπὶ
						τὰς τῶν <lb/>πλουσίων τε καὶ πολὺ δυναμένων, ἢ καὶ τὰς τῶν μονάρχων <lb/>οἰκίας ἀπιόντα
						συνεχῶς, γίγνωσκε μάτην ἀκηκοέναι, τὸν ἄνθρωπον <lb/>τοῦτον ἀληθεύειν ἅπαντα· ταῖς γὰρ
						τοιαύταις κολακείαις <lb/>ἕπεται καὶ τὸ ψεύδεσθαι. δεύτερον, ἢ προσαγορεύοντα, <lb/>ἢ
						παραπέμποντα τοῖς τοιούτοις ὁρῶν ἑαυτὸν, ἢ <lb/>καὶ συνδειπνοῦντα. τοιοῦτον γάρ τις
						ἑλόμενος βίον, οὐ <lb/>μόνον οὐκ ἀληθεύει, ἀλλὰ καὶ κακίαν ὅλην ἐξ ἀνάγκης ἔχει, <pb n="9"/> φιλοχρήματος ὢν, ἢ φίλαρχος, ἢ φιλόδοξος, ἢ φιλότιμος, <lb/>ἤ τινα τούτων, ἢ
						πάντα. τὸν δὲ μὴ προσαγορεύοντα, μήτε <lb/>παραπέμποντα, μήτε συνδειπνοῦντα καὶ τοῖς
						πολὺ δυναμένοις <lb/>ἢ πλουτοῦσι, κεκολασμένῃ τῇ διαίτῃ χρώμενον, ἐλπίσας
						<lb/>ἀληθεύειν, εἰς βαθυτέραν ἀφικέσθαι πειράθητι γνῶσιν, <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="522"/>ὁποῖός τέ τίς ἐστιν, (ἐν συνουσίαις δ’ αὕτη
						πολυχρονιωτέραις <lb/>γίγνεται,) κᾂν εὕρῃς τοιοῦτον, ἰδίᾳ ποτὲ μόνῳ <lb/>διαλέχθητι,
						παρακαλέσας, ὅ τι ἄν σοι βλέπῃ τῶν εἰρημένων <lb/>παθῶν, εὐθέως δηλοῦν, ὡς χάριν ἕξοντι
						τούτου μεγίστην, <lb/>ἡγησομένῳ τε σωτῆρα μᾶλλον, ἢ εἰ νοσοῦντα τὸ σῶμα διέσωσε.
						<lb/>κᾂν ὑπόσχηται δηλώσειν, ὅταν τι τῶν εἰρημένων <lb/>πάσχοντά σε βλέπῃ, κᾄπειτα
						πλειόνων ἡμερῶν μεταξὺ γιγνομένων <lb/>μηδὲν εἴπῃ, συνδιατρίβων δηλονότι μέμψῃ τῷ
						ἀνθρώπῳ, <lb/>αὖθίς τε παρακάλεσον ἔτι λιπαρώτερον ἢ ὡς <lb/>πρόσθεν, ὅ τι ἂν ὑπὸ σοῦ
						βλέπῃ παθῶν πραττομένων εὐθέως <lb/>μηνύειν. ἐὰν δὲ εἴπῃ σοι, διὰ τὸ μηδὲν ἑωρακέναι
						<lb/>περί σε τοιοῦτον ἐν τῷ μεταξὺ, διὰ τοῦτο μηδ’ αὐτὸν εἰρηκέναι, <lb/>μὴ πεισθῇς
						εὐθέως, μηδ’ οἰηθῇς ἀναμάρτητος <pb n="10"/> ἐξαίφνης γεγονέναι, ἀλλὰ δυοῖν θάτερον, ἢ
						διὰ ῥᾳθυμίαν <lb/>οὐ προσεσχηκέναι σοι τὸν παραβεβλημένον φίλον, ἢ ἔλεγχον
						<lb/>αἰδούμενον σιωπᾷν, ἢ καὶ μισηθῆναι μὴ βούλεσθαι διὰ <lb/>τὸ γιγνώσκειν, ἅπασιν, ὡς
						ἔπος εἰπεῖν, ἀνθρώποις ἔθος <lb/>εἶναι μισεῖν τοὺς τἀληθῆ λέγοντας. ἢ εἰ μὴ διὰ ταῦτα,
						<lb/>ἴσθι, μὴ βουλόμενον αὐτὸν ὠφελεῖν σε διὰ τοῦτο σιωπᾷν, <lb/>ἢ καὶ ἄλλην τινὰ
						αἰτίαν, ἣν οὐκ ἐπαινοῦμεν ἡμεῖς. ἀδύνατον <lb/>γὰρ ἴσως αὐτῷ ἡμαρτῆσθαι μηδὲν πιστεύσας
						ἐμοὶ, <lb/>τοῦτο νῦν ἐπαινέσεις ὕστερον, θεώμενος ἅπαντας ἀνθρώπους <lb/>καθ’ ἑκάστην
						ἡμέραν μυρία μὲν ἁμαρτάνοντας, καὶ <lb/>μετὰ παθῶν πράττοντας, οὐ μὴν ἑαυτούς γε
						παρακολουθοῦντας. <lb/>ὥστε μηδὲ σὺ νόμιζε σαυτὸν ἄλλο τι μᾶλλον ἢ <lb/>ἄνθρωπον εἶναι.
						νομίζεις δ’ ἄλλο τι μᾶλλον ἢ ἄνθρωπον <lb/>ὑπάρχειν, ἐὰν ἀναπείσῃς σαυτὸν, ἅπαντα καλῶς
						σοι πεπρᾶχθαι, <lb/>μὴ ὅτι ἑνὸς μηνὸς, ἀλλὰ μιᾶς ἡμέρας. ἴσως οὖν <lb/>ἐρεῖς, εἰ
						ἐναντιολογικὸς ᾖς, ἤτοι κατὰ προαίρεσιν, ἢ ἐκ <lb/>μοχθηροῦ τινος ἤθους γεγονὼς
						τοιοῦτος, καὶ φύσει φιλόνεικος ﻿<pb n="11"/> ὢν, ὅσον ἐπὶ τῶν νῦν ὑπ’ ἐμοῦ
						προσκεχρημένων λόγων, <lb/>τοὺς σοφοὺς ἄνδρας ἄλλο τι μᾶλλον ἢ ἀνθρώπους εἶναι.
						<lb/>τούτῳ δή σοι τῷ λόγῳ τὸν ἡμέτερον ἀντίθες διττὸν ὄντα, <lb/>τὸν μὲν ἕτερον, ὅτι μὴν
						ὁ σοφὸς ἀναμάρτητός ἐστι τὸ <lb/>πάμπαν· ἕτερον δ’ ἐπ’ αὐτῷ τῷ προσιεμένῳ, εἴπερ
						ἀναμάρτητός <lb/>ἐστιν ὁ σοφὸς, οὐδ’ ἄνθρωπον ὑπάρχειν αὐτόν. <lb/>ὅσα δ’ ἐπὶ τῷδε, καὶ
						διὰ τοῦτο τῶν παλαιοτάτων φιλοσόφων <lb/>ἀκούσεις, ὅμοιον εἶναι θεῷ τὴν σοφίαν. ἀλλὰ σύ
						γε <lb/>θεῷ παραπλήσιος ἐξαίφνης οὐκ ἄν ποτε γένοιο. ὅπου γὰρ <lb/>οἱ δι’ ὅλου τοῦ βίου
						ἀπάθειαν ἀσκήσαντες, οὐ πιστεύοντες <lb/>τελέως αὐτὴν ἐσχηκέναι, πολὺ δήπου μᾶλλον ὁ
						μηδέποτ’ <lb/>ἀσκήσας σύ. μὴ τοίνυν πιστεύσῃς τῷ λέγοντι μηδὲν ἑωρακέναι <lb/>μετὰ παθῶν
						ὑπὸ σοῦ πραττόμενον, ἀλλ’ ἤτοι μὴ <lb/>βουλόμενον ὠφελεῖν σε νόμιζε λέγειν οὕτως, ἢ μὴ
						παραφυλάξαι <lb/>προῃρημένον, ἃ πράττεις κακῶς, ἢ φυλαττόμενον <lb/>ὑπὸ σοῦ μισηθῆναι,
						τάχα δὲ καὶ εἰδέναι σέ ποτε πρὸς τὸν <lb/>ἐπιτιμήσαντα καὶ δυσχεράναντα τοῖς σοῖς
						ἁμαρτήμασί τε καὶ <lb/>πάθεσιν, ὥστ’ εἰκότως σιωπᾷν, ἢ πιστεύειν μὴ ἀληθεύοντά <pb n="12"/> σε λέγοντα, βούλεσθαι ἕκαστον εἰδέναι ὧν ἁμαρτάνεις. <lb/>ἐὰν δὲ πρῶτον τῶν
						ὑπὸ σοῦ πραττομένων ἀπαλλαγῇ σιωπήσῃς, <lb/>εὑρήσεις πολλοὺς ὀλίγον ὕστερον ἀληθῶς
						ἐπανορθουμένους <lb/>σε, καὶ πολύ γε μᾶλλον, ἐὰν χάριν γνοὺς τῷ μεμψαμένῳ, <lb/>χωρισθῇ
						οὔσης σου τῆς βλάβης, τούτου γ’ ἕνεκεν. <lb/>ἐξ αὐτοῦ δὲ τούτου διασκέψασθαι, πότερον
						ἀληθῶς ἢ ψευδῶς <lb/>ἐπετίμησέ σοι, μεγάλης ὠφελείας αἰσθήσῃ, κᾂν συνεχῶς <lb/>πράττῃς
						αὐτὸ, προῃρημένος ὄντως εἷς γενέσθαι καλὸς <lb/>κᾀγαθὸς, ἔσῃ τοιοῦτος. ἐν μὲν δὴ τῷ
						πρώτῳ χρόνῳ μηδ’ <lb/>ἂν καὶ σκεπτόμενος ἀκριβῶς εὕροις ἐπηρεαστικῶς τε καὶ <lb/>ψευδῶς
						σε κρίνειν, καὶ ἀπείρως αὐτὸν πείθειν, ὡς οὐδὲν <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="523"/>ἥμαρτες. ἀλλά σοι ταὐτὸ τοῦτο φιλοσόφημα τὸ καρτερεῖν
						<lb/>ἐπηρεαζόμενον. ὕστερον δέ ποτε κατεσταλμένος ἱκανῶς, <lb/>σαυτοῦ παθῶν αἰσθόμενος,
						ἐπιχειρήσεις ἀπολογεῖσθαι. <lb/>τοῖς ἐπηρεάζουσι μηδέποτε πικρῶς, μηδ’ ἐλεγκτικῶς, μηδὲ
						<lb/>τὸ φιλονείκως ἐμφαῖνον, μηδὲ τὸ καταβάλλειν ἐθέλειν <lb/>ἐκεῖνον, ἀλλ’ ὠφελείας
						ἕνεκα τῆς σῆς, ἵνα τι καὶ πρὸς <lb/>ἀντιλογίαν ἀντειπόντος αὐτοῦ πιθανὸν, πεισθεὶς
						ἐκεῖνον <pb n="13"/> ἄμεινον γιγνώσκειν, εἰ μετὰ πλείονος ἐξετάσεως εὕροις <lb/>αὐτὸν
						ἔξω τῶν ἐγκλημάτων. οὕτω γοῦν καὶ Ζήνων <lb/>ἠξίου πάντα πράττειν ἡμᾶς ἀσφαλῶς, ὡς
						ἀπολογησομένους <lb/>ὀλίγον ὕστερον παιδαγωγοῖς. ὠνόμαζε γὰρ οὕτως ἐκεῖνος ὁ <lb/>ἀνὴρ
						τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων ἑτοίμους ὄντας τοῖς πέλας <lb/>ἐπιτιμᾷν, κᾂν μηδεὶς αὐτοὺς
						παρακαλῇ. χρὴ δὲ τὸν <lb/>ἀκούοντα μηδὲ πλούσιον εἶναι, μηδὲ αἰδῶ ἔχοντα πολιτικήν·
						<lb/>ὡς, ἄν γε ταύτην ἔχῃ, διὰ φόβονο ὐδεὶς αὐτῷ τἀληθῆ <lb/>λέξει, καθάπερ οὐδὲ τοῖς
						πλουτοῦσι διὰ κέρδος οἱ κόλακες, <lb/>ἀλλὰ κᾂν εἴ τις ἀληθεύων παραφανῇ, διασπᾶσθαι
						<lb/>πρὸς αὐτῶν. ἐὰν οὖν τις ἤτοι πολλὰ δυνάμενος ἢ καὶ <lb/>πλούσιος ἐθέλῃ σοι γενέσθαι
						καλὸς κᾀγαθὸς, ἀποθέσθαι <lb/>πρότερον αὐτὸν δεήσει, καὶ μάλιστα νῦν, ὅπου οὐχ εὑρήσει
						<lb/>Διογένη δυνάμενον εἰπεῖν ταὐτὸν τἀληθὲς, κᾂν πλουσιώτατος <lb/>ᾖ, κᾂν μόναρχος.
						ἐκεῖνοι μὲν οὖν ὑπὲρ ἑαυτῶν βουλεύσονται. <lb/>σὺ δὲ ὁ μὴ πλούσιος μήτε δυνατὸς ἐν πόλει
						<lb/>πᾶσι μὲν ἐπίτρεπε λέγειν, ἃ καταγινώσκουσί σου, πρὸς <lb/>μηδένα δ’ αὐτὸς
						ἀγανάκτει, καὶ οὕτως ἔχε ἅπαντας, ὡς <pb n="14"/> Ζήνων ἔλεγε, παιδαγωγούς. οὐ μὴν
						ὁμοίως γε πᾶσι περὶ <lb/>ὧν ἂν εἴπωσιν ἀξιοῦ προσέχειν, ἀλλὰ τοῖς ἄριστα βεβιωκόσι
						<lb/>πρεσβύταις. ὁποῖοι δ’ εἰσὶν οἱ ἄριστα βιοῦντες, ὀλίγον <lb/>ἔμπροσθεν εἶπον. ἐν δὲ
						τῷ χρόνῳ προϊόντι αὐτὸς παρακολουθήσεις, <lb/>καὶ γνώσεις, ἡλίκα πρόσθεν ἦν ἃ ἡμάρτανες,
						<lb/>ἡνίκα μάλιστα ἐγώ σοι φανοῦμαι λέγων ἀληθῆ, μηδένα <lb/>φάσκων ἔξω παθῶν ἢ
						ἁμαρτημάτων εἶναι, μηδ’ ἂν εὐφυέστατος <lb/>ᾖ, μηδ’ ἂν ἐν ἔθνεσι τοῖς καλῶς
						τεθραμμένοις, <lb/>ἀλλὰ πάντως τινὰ σφάλλεσθαι, καὶ <milestone unit="ed1page" n="354"/>μᾶλλον ὅταν ἔτι <lb/>νέος ᾖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Δεῖται γὰρ ἀσκήσεως ἕκαστος ἡμῶν σχεδὸν <lb/>ὅλου τοῦ βίου πρὸς τὸ γενέσθαι τέλειος
						ἀνήρ. οὐ μὴν <lb/>ἀφίστασθαι χρὴ τοῦ βελτίω ποιεῖν ἑαυτὸν, εἰ καὶ πεντηκοντούτης
						<lb/>τις ὢν αἴσθοιτο τὴν ψυχὴν λελωβημένος οὐκ <lb/>ἀνίατον οὐδ’ ἀνεπανόρθωτον λώβην.
						οὐδὲ γὰρ εἰ τὸ σῶμα <lb/>κακῶς διέκειτο πεντηκοντούτης ὢν, ἔκδοτον ἂν ἔδωκε τῇ καχεξίᾳ,
						<lb/>ἀλλὰ πάντως ἂν ἐπειράθη βέλτιον αὐτὸ κατασκευάσαι, <pb n="15"/> καίτοι τὴν
						Ἡράκλειον εὐεξίαν οὐ δυνάμενος σχεῖν. μὴ <lb/>τοίνυν μηδ’ ἡμεῖς ἀφιστώμεθα τοῦ βελτίονα
						τὴν ψυχὴν ἐργάζεσθαι, <lb/>κᾂν τὴν τοῦ σοφοῦ μὴ δυνώμεθα σχεῖν, ἀλλὰ <lb/>μάλιστα μὲν
						ἐλπίζωμεν ἔχειν κᾀκείνην, ἂν ἐκ μειρακίου <lb/>προνοώμεθα τῆς ψυχῆς ἡμῶν, εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ
						τοῦ γε μῂ <lb/>πάναισχροι αὐτὴν γενέσθαι, καθάπερ ὁ Θερσίτης τὸ σῶμα, <lb/>φροντίζωμεν.
						εἴ τ’ οὖν ἐφ’ ἡμῖν ᾖ μὴ γενομένοις ἐντυχεῖν <lb/>τῷ προνοουμένῳ τῆς γενέσεως ἡμῶν,
						δεοίμεθά τι λαβεῖν <lb/>σῶμα γενναιότατον. ὁ δ’ ἠρνήσατο, πάντως οὖν ἐφεξῆς
						<lb/>ἐδεήθημεν αὐτοῦ, δεύτερον γοῦν, ἢ τρίτον, ἢ τέταρτον <lb/>αὐτὸ σχεῖν ἀπὸ τοῦ πρώτου
						κατ’ εὐεξίαν. <milestone unit="ed2page" n="524"/>ἀγαπητὸν <lb/>γοῦν ᾖ, καὶ μὴ τὸ τοῦ
						Ἡρακλέους, ἀλλὰ τό γε τοῦ Ἀχιλλέως <lb/>σχεῖν, ἢ εἰ μηδὲ τοῦτο, τό γε τοῦ Αἴαντος, ἢ
						Διομήδους, <lb/>ἢ Ἀγαμέμνονος, ἢ Πατρόκλου, εἰ δὲ μὴ τούτων, <lb/>ἄλλων γέ τινων ἀγαθῶν
						τῶν ἡρώων. οὕτως οὖν εἰ καὶ μὴ <lb/>τὴν τελευταίαν εὐεξίαν τις οἷός τ’ ἐστὶ τῆς ψυχῆς
						ἔχειν, <lb/>δέξαιτ’ ἂν, οἶμαι, δεύτερον, ἢ τρίτον, ἢ τέταρτον ﻿<pb n="16"/> γενέσθαι
						μετὰ τὸν ἄκρον. οὐκ ἀδύνατον δὲ τοῦτο τῷ <lb/>βουληθέντι κατεργάσασθαι, χρόνῳ πλείονι
						συνεχῶς τῆς <lb/>ἀσκήσεως γενομένης. ἐγὼ δὲ μειράκιον ὢν ἔτι ταῦτ’ ἀκούσας <lb/>ἐπεῖδον
						ἄνθρωπον ἀνοῖξαι θύραν σπεύδοντα, μὴ <lb/>προχωρούσης δὲ εἰς τὸ δέον αὐτῷ τῆς πράξεως,
						δάκνοντα <lb/>τὴν κλεῖδα, καὶ λακτίζοντα τὴν θύραν, καὶ λοιδορούμενον <lb/>τοῖς θεοῖς,
						ἠγριωμένον τε τοὺς ὀφθαλμοὺς, ὥσπερ οἱ μαινόμενοι, <lb/>καὶ μικροῦ δεῖν αὐτὸν ἀφρὸν, ὡς
						οἱ κάπροι, <lb/>προϊέμενον ἐκ τοῦ στόματος. ἐμίσησα τὸν θυμὸν οὕτως, <lb/>ὥστε μηκέτι
						ὀφθῆναι δι’ αὐτὸν ἀδημονοῦντά με. ἀρκέσει <lb/>δὲ καὶ τοῦτο τήν γε πρώτην, ὡς μήτε θεοῖς
						λοιδορεῖσθαί <lb/>σε, μήτε λακτίζειν, μήτε δάκνειν τοὺς λίθους καὶ τὰ <lb/>ξύλα, καὶ
						μήτ’ ἄγριον ἐμβλέπειν, ἀλλ’ ἐν σαυτῷ κατέχειν <lb/>τε καὶ κρύπτειν τὴν ὀργήν· ἀόργητος
						μὲν γὰρ εὐθέως <lb/>ἅμα τῷ βουληθῆναι γενέσθαι τις οὐ δύναται, κατασχεῖν <lb/>δὲ τὸ τοῦ
						πάθους ἄσχημον δύναται. τοῦτο δ’ ἂν πολλάκις <lb/>ποιήσειεν, γνωριεῖ ποτε καὶ αὐτὸς
						ἑαυτὸν ἧττον νῦν <lb/>ἢ πρόσθεν ὀργιζόμενον, ὡς μήτ’ ἐπὶ σμικροῖς, μήτ’ ἐπὶ <pb n="17"/>
						μεγάλοις θυμοῦσθαι, ἀλλ’ ἐπὶ μόνοις τοῖς μεγάλοις μιασμοῖς. <lb/>οὔτε γὰρ ὑπάρχει παθεῖν
						ὕστερον αὐτὸν, καὶ ἐπὶ <lb/>τοῖς μεγάλοις ὀργίζεσθαι μιασμοῖς, εἴ τις, ὅπερ ἐγὼ
						προστάξας <lb/>αὐτῷ μειράκιον ὢν ἔτι διὰ παντὸς ἐφύλαξα τοῦ <lb/>βίου, φυλάξῃ, τὸ
						μηδέποτε τυπτῆσαι τῇ χειρί μου μηδένα <lb/>τῶν οἰκετῶν, ὅπερ ἤσκηταί μου καὶ τῷ πατρὶ,
						καὶ πολλοῖς <lb/>ἐπετίμησε τῶν φίλων, περιθλάσασιν εὑρὼν ἐν τῷ πατάξαι <lb/>κατὰ τῶν
						ὀδόντων οἰκέτας, ἀξίους εἶναι λέγων ἐπὶ τῇ γενομένῃ <lb/>φλεγμονῇ καὶ σπασθῆναι καὶ
						ἀποθανεῖν, ὅπου γε <lb/>ἐξῆν αὐτοῖς, καὶ νάρθηκι, καὶ ἱμάντι μικρὸν ὕστερον ἐφορίσαι
						<lb/>πληγὰς ὅσας ἠβούλοντο, καὶ τῇ βουλῇ τὸ τοιοῦτον <lb/>ἔργον ἐπιτελεῖν. ἄλλοι δὲ οὐ
						μόνον πὺξ, ἀλλὰ καὶ λακτίζουσι, <lb/>καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττουσι, καὶ γραφείῳ
						κεντοῦσιν, <lb/>ὅταν τοῦτο τύχωσιν ἔχοντες. εἶδον δέ τινα καὶ <lb/>καλάμῳ, δι’ οὗ
						γράφομεν, ὑπ’ ὀργῆς εἰς τὸν ὀφθαλμὸν <lb/>πατάξαντα τὸν οἰκέτην. Ἀδριανὸς αὐτοκράτωρ, ὥς
						φασι, <lb/>γραφείῳ ἐπάταξεν εἰς τὸν ὀφθαλμὸν ἕνα τῶν ὑπηρετῶν. <lb/>ἐπεὶ δὲ τὴν πληγὴν
						ταύτην ἔγνω γενόμενον ἑτερόφθαλμον, <lb/>ἐκάλεσέ τε καὶ συνεχώρησεν ἀντὶ τοῦ πάθους
						αἰτεῖν <pb n="18"/> παρ’ αὐτοῦ δῶρα. ἐπεὶ δὲ διεσιώπησεν ὁ πεπονθὼς, αὖθις <lb/>ἠξίωσεν
						ὁ Ἀδριανὸς αἰτεῖν, ὅ τι βούλοιτο. τὸν δ’ ἀρνοῦντα <lb/>ἄλλων μὲν οὐδὲν, ὀφθαλμὸν δὲ
						αἰτῆσαι. τί γὰρ ἂν καὶ <lb/>γένοιτο δῶρον ἀντάξιον ἀπωλείας ὀφθαλμοῦ; βούλομαι δέ σε
						<lb/>καὶ τῶν ἐμοί ποτε συμβαινόντων ἑνὸς ἀναμνῆσαι, καίτοι γε <lb/>ἤδη πολλάκις ὑπὲρ
						αὐτοῦ εἰρηκώς. ἀπονοστήσαντι ἐκ Ῥώμης <lb/>συνοδοιπορῆσαί τινι φίλῳ τῶν ἐκ Γορτύνης τῆς
						Κρήτης <lb/>ἀνδρὶ, τὰ μὲν ἄλλα λόγου τινὸς ἀξίῳ· καὶ γὰρ ἁπλοῦς ἦν, <lb/>καὶ φιλικὸς,
						καὶ χρηστὸς, ἐλευθέριός τε περὶ τὰς ἐφ’ ἡμέρας <lb/>δαπάνας· ἦν δὲ ὀργίλος οὕτως, ὡς
						ταῖς ἑαυτοῦ χερσὶ <lb/>χρῆσθαι κατὰ τῶν οἰκετῶν, ἔστι δ’ ὅτε καὶ τοῖς σκέλεσι, <lb/>πολὺ
						δὲ μᾶλλον ἱμάντι καὶ ξύλῳ τῷ παρατυχόντι. γενομένοις <lb/>οὖν ἡμῖν ἐν Κορίνθῳ, πάντα μὲν
						ἔδωκε τὰ σκεύη, <lb/>καὶ τοὺς οἰκέτας ἀπὸ Κεγχρεῶν εἰς Ἀθήνας ἐκπέμψαι κατὰ <lb/>πλοῦν
						αὑτοῦ· αὐτὸς δὲ ἓν ὄχημα μισθωσάμενος, πεζῇ διὰ <lb/>Μεγάρων πορεύεσθαι. καὶ δὴ
						διελθόντων ἡμῶν Ἐλευσῖνα, <lb/>καὶ κατὰ τὸ Θριάσιον ὄντων, ἤρετο τοὺς ἑπομένους οἰκέτας
							<pb n="19"/> αὑτοῦ περί τινος σκεύους, οἱ δ’ οὐκ εἶχον ἀποκρίνασθαι. <lb/>θυμωθεὶς
						οὖν, ἐπεὶ μὴ ἄλλο εἶχε, δι’ οὗ πατάξειε τοὺς <lb/>νεανίσκους, ἐν θήκῃ περιεχομένην
						μάχαιραν ἀνελόμενος, <lb/>ἅμα <milestone unit="ed2page" n="525"/>τῇ θήκῃ καταφέρει τὴν
						κεφαλὴν, οὐ πλατεῖς <lb/>ἐπενεγκὼν, (οὐδὲν γὰρ ἂν οὕτως εἴργαστο δεινὸν,) ἀλλὰ κατὰ
						<lb/>τὸ τέμνον τοῦ ξίφους. ἥ τε οὖν θήκη διετμήθη παραχρῆμα, <lb/>καὶ τραῦμα μέγιστον
						ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διττὸν ἀμφοτέροις εἰργάσατο, <lb/>δὶς γὰρ ἑκάτερον αὐτὸς ἐπάταξε. ὡς δὲ
						πλεῖστον <lb/>ἄμετρον αἷμα χεόμενον ἐθεάσατο, καταλιπὼν ἡμᾶς, εἰς <lb/>Ἀθήνας ἀπῇρε
						βαδίζων εὐθέως ἕνεκα τοῦ μὴ διαφθαρῆναί <lb/>τινα τῶν οἰκετῶν ἔτι παρόντος αὐτοῦ.
						ἐκείνους μὲν <lb/>οὖν ἡμεῖς ἐσώσαμεν εἰς τὰς Ἀθήνας. ὁ δὲ φίλος ὁ Κρὴς <lb/>ἑαυτοῦ
						καταγνοὺς Μεγάρας εἰσάγει με λαβόμενος τῆς χειρὸς <lb/>εἰς οἶκόν τινα, καὶ προσδοὺς
						ἱμάντα, καὶ ἀποδυσάμενος <lb/>ἐκέλευσε μαστιγοῦν αὑτὸν ἐφ’ οἷς ἔπραξεν ὑπὸ τοῦ
						<lb/>καταράτου θυμοῦ βιασθεὶς, αὐτὸς γὰρ οὕτως ὠνόμασεν. <lb/>ἐμοῦ δ’, ὡς εἰκὸς,
						γελῶντος, ἐδεῖτο προσπίπτων τοῖς γόνασι, <lb/>μὴ ἄλλως ποιεῖν. εὔδηλον οὖν, ὅτι μᾶλλον
						ἐποίει με γελᾷν, <pb n="20"/> ὅσῳ μᾶλλον ἐν ἐκείνῳ τῷ μαστιγωθῆναι θεώμενος. ἐπειδὴ
						<lb/>δὲ ταῦτα ποιούντων ἡμῶν ἱκανὸς ἐτρίβετο χρόνος, ὑπεσχόμην <lb/>αὐτῷ δώσειν πληγὰς,
						εἰ μέντοι παράσχῃ καὶ αὐτὸς ἓν, <lb/>ὃ ἂν αἰτήσω, σμικρὸν πάνυ. ὡς δ’ ὑπέσχετο,
						παρεκάλουν <lb/>ὑποσχεῖν μοι τὰ ὦτα λόγον τινὰ διερχομένῳ, καὶ τοῦτ’ ἔφην <lb/>εἶναι τὸ
						αἴτημα. τοῦ δ’ ὑποσχομένου πράττειν οὕτως, <lb/>πλέον αὐτῷ διελέχθην ὑποτιθέμενος, ὅπως
						χρὴ παιδαγωγῆσαι <lb/>τὸ ἐν ἡμῖν θυμοειδὲς, τῷ λόγῳ δηλονότι, καὶ οὐ διὰ <lb/>μαστίγων,
						ἀλλ’ ἑτέρῳ τρόπῳ παιδαγωγῆσαι διῆλθον. ἐκεῖνος <lb/>μὲν οὖν ἐν ἑαυτῷ προνοησάμενος
						ἑαυτοῦ πολὺ βελτίων <lb/>ἐγένετο. σὺ δ’, εἰ καὶ μὴ πολὺ γένοιο βελτίων, ἀρκεσθήσῃ
						<lb/>γε καὶ μικρῷ τινι κατὰ τὸν πρῶτον ἐνιαυτὸν ἐπιδοῦναι <lb/>πρὸς τὸ κρεῖττον. ἐὰν γὰρ
						ἐπιμείνῃς τῷ πάθει ἀντέχων <lb/>καὶ πραΰνων τὸν θυμὸν, ἀξιολογώτερον ἐπιδώσεις κατὰ τὸ
						<lb/>δεύτερον ἔτος. εἶτ’, ἐὰν ἔτι διαμείνῃς σαυτῷ προνοούμενος, <lb/>καὶ μᾶλλον ἐν τῷ
						τρίτῳ, καὶ μετ’ αὐτὸν ἐν τῷ τετάρτῳ ﻿<pb n="21"/> καὶ πέμπτῳ αἰσθήσῃ μεγάλης αὐξήσεως
						εἰς βίον σεμνότερον. <lb/>αἰσχρὸν γὰρ, ἵνα μέν τις ἰατρὸς, ἢ γραμματικὸς, <lb/>ἢ ῥήτωρ,
						ἢ γεωμέτρης γένηται, πολλοῖς ἔτεσιν ἐφεξῆς κάμνειν, <lb/>ὡς δ’ ἄνθρωπος ἀγαθὸς, μηδέποθ’
						ἑλέσθαι τῷ <lb/>μήκει τοῦ χρόνου κάμνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τίς οὖν ἐστιν ἡ τῆς ἀσκήσεως ἀρχὴ, πάλιν <lb/>ἀναλάβωμεν· ὑπὲρ γὰρ τῶν ἀναγκαιοτάτων
						οὐδὲν χεῖρόν <lb/>ἐστι καὶ δὶς καὶ τρὶς λέγειν τὰ αὐτά. τὸ μηδέποτε <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="355"/>μηδένα τῶν οἰκετῶν ἁμαρτάνοντα διὰ τῶν ἑαυτοῦ χειρῶν
						<lb/>νουθετεῖν, ἀλλ’ ὥσπερ ἐγώ ποτε, πυθόμενος αἱρεῖσθαι <lb/>Πλάτωνα πρός τινα τῶν
						ὑπηρετῶν ἁμαρτόντα, διὰ παντὸς <lb/>οὕτως ἔπραξα, καλὸν ἡγησάμενος εἶναι τὸ ἔργον, οὕτω
						καὶ <lb/>σὺ παράγγειλον σαυτῷ, μήτ’ αὐτὸς διὰ τῶν σαυτοῦ χειρῶν <lb/>οἰκέτην πλῆξαι μήτ’
						ἄλλῳ προστάξαι, παρ’ ὃν ἂν ὀργισθῇς <lb/>χρόνον, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑστέραν ἀνακαλέσασθαι.
						μετὰ γάρ τοι <lb/>τὸν θυμὸν σωφρονέστερον ἐπισκέψῃ, πόσας χρὴ πληγὰς ἐντεῖναι <lb/>τῷ
						τῆς κολάσεως ἀξίῳ. ἢ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἄμεινόν ἐστι, <pb n="22"/> συγγνώμῃ πρᾶξαι οὕτως
						αἰτήσαντα ἱμάντα, καὶ σωφρονίσαντα <lb/>λόγῳ, καὶ ἀπειλήσαντα μηκέτι τὸ λοιπὸν
						συγχωρῆσαι, <lb/>ἐὰν ὁμοίως ἁμάρτῃ; πολλῷ γὰρ ἄμεινόν ἐστι, μηκέτι <lb/>ζέοντος τοῦ
						θυμοῦ <milestone unit="ed2page" n="526"/>πράττειν ἃ πράττεις, ἔξω τῆς <lb/>ἀλογίστου
						μανίας γενόμενον, ὁπότε καὶ τῷ λογισμῷ τὸ <lb/>πυκτεῦον εὑρήσεις. ὅτι γὰρ ὁ θυμὸς οὐδὲν
						ἀποδεῖ μανίας, <lb/>ἕξ αὐτῶν ἤδη ὧν ποιοῦσιν οἱ θυμούμενοι μαθεῖν ἔστιν· <lb/>παίοντες
						γὰρ, καὶ λακτίζοντες, καὶ κατασχίζοντες ἱμάτια, <lb/>καὶ θορυβῶδες ἐμβλέποντες ἕκαστα
						πράττουσιν ἄχρι τοῦ, <lb/>καθάπερ ἔφην, καὶ θύραις, καὶ λίθοις, καὶ κλεισὶν ὀργίζεσθαι,
						<lb/>καὶ τὰ μὲν καταράσσειν, τὰ δὲ δάκνειν, τὰ δὲ <lb/>λακτίζειν. ἀλλ’ ἴσως φήσουσι
						ταῦτα τῶν ὄντως μαινομένων <lb/>εἶναι, τὰ δὲ ὑπὸ σοῦ γιγνόμενα σωφρονούντων. ἐγὼ δὲ,
						<lb/>ὅτι μὲν ἔλαττον ἁμαρτάνουσι τῶν τοὺς λίθους καὶ τὰς θύρας <lb/>καὶ τὰς κλεῖς
						δακνόντων τε καὶ λακτιζόντων οἱ τοὺς <lb/>οἰκέτας ταῖς ἑαυτῶν παίοντες χερσὶν, ὁμολογῶ·
						πέπεισμαι <lb/>δὲ καὶ τὸ πρὸς ἄνθρωπον ἅμα τι ποιεῖν ἢ μικρᾶς μανίας <lb/>ἔργον
						ὑπάρχειν, ἢ ζώου τινὸς ἀλόγου τε καὶ ἀγρίου. οὐ γὰρ <pb n="23"/> μόνος ἄνθρωπος ἐξαίρετα
						ἔχει ἄρα παρὰ τἄλλα λογίζεσθαι <lb/>ταῦτα, ἐὰν ἀποῤῥίψωσιν τὸν θυμὸν χαρίζεσθαι ζωὴν,
						οὐκ <lb/>ἀνθρώπου βίος. μὴ τοίνυν νόμιζε φρόνιμον ἄνθρωπον <lb/>ὑπάρχειν, ὃς ἂν αὐτὸ
						τοῦτο μόνον ἐκφύγῃ, λακτίζειν, καὶ <lb/>δάκνειν, καὶ κεντεῖν τοὺς πέλας. ὁ γὰρ τοιοῦτος
						οὐκ ἔτι <lb/>μέν ἐστι θηρίον, οὐ μὴν ἤδη γε φρόνιμος ἄνθρωπος, ἀλλ’ <lb/>ἐν τῷ μεταξὺ
						τούτων τε καὶ τῶν θηρίων. ἆρ’ οὖν ἀσκήσεις <lb/>μηκέτ’ εἶναι θηρίον, τοῦ ἄνθρωπος
						γενέσθαι καλὸς κᾀγαθὸς <lb/>οὐ πεφροντικὼς, ἢ βέλτιον, ὥσπερ οὐκ ἔτι θηρίον, <lb/>οὕτω
						μηδ’ ἄφρονά σε μηδ’ ἀλόγιστον ἔτι διαμένειν; ἔσῃ <lb/>δὲ τοιοῦτος, ἐὰν μηδέποτε θυμῷ
						δουλεύων, ἀλλ’ ἀεὶ διαλογιζόμενος <lb/>ἅπαντα πράττῃς, ἃ πάντα σοι χωρὶς τοῦ πάθους
						<lb/>σκεπτομένῳ φαίνεται κράτιστα. πῶς οὖν ἔσται τοῦτο; <lb/>τιμήσαντός σου τιμὴν σαυτὸν
						μεγίστην, ἧς οὐδ’ ἐπινοῆσαι <lb/>δυνατόν ἐστι μείζονα. τὸ γὰρ, ἁπάντων ἀνθρώπων
						ὀργιζομένων, <lb/>αὐτὸν ἀόργητον εἶναι, τί ἄλλο ἐστὶν, ἢ ἑαυτὸν <lb/>ἀποδεῖξαι πάντων
						ἀνθρώπων βελτίονα; σὲ δ’ ἴσως νομίζεσθαι, <pb n="24"/> τί ἄλλο ἐστὶν, ἢ ἑαυτὸν
						ἀποδεῖξαι, νομίζεσθαι <lb/>μὲν εἶναι βελτίω ἐθέλειν, εἶναι δὲ οὕτως βελτίω μὴ βούλεσθαι,
						<lb/>καθάπερ εἴ τις ἐπεθύμησε νομίζεσθαι μὲν ὑγιαίνειν <lb/>τὸ σῶμα, νοσεῖ δὲ κατ’
						ἀλήθειαν. ἢ οὐχ ἡγῇ νόσημα <lb/>ψυχῆς εἶναι τὸν θυμόν; ἢ μάτην ὑπὸ τῶν παλαιῶν
						ὀνομάζεσθαι <lb/>νομίζεις ψυχῆς πάθη πέντε ταῦτα, λύπην, ὀργὴν, <lb/>θυμὸν, ἐπιθυμίαν,
						φόβον; ἀλλ’ ἔμοιγε βέλτιον εἶναι δοκεῖ <lb/>μακρῷ, πρῶτον μὲν ἐπὶ πολὺ ἔχειν ἄνευ τῶν
						εἰρημένων παθῶν, <lb/>ἐξαναστάντα τῆς κοίτης, ἐπισκοπεῖσθαι πρὸς πάντων <lb/>τῶν κατὰ
						μέρος ἔργων, ἆρα βέλτιόν ἐστι πάθεσι δουλεύοντα <lb/>ζῇν, ἢ λογισμῷ χρῆσθαι πρὸς ἅπαντα·
						δεύτερον δ’, ὅτῳ <lb/>τῷ βουλομένῳ γίγνεσθαι καλὸς κᾀγαθὸς παρακλητέον ἐστὶ <lb/>τὸν
						δηλώσοντα τῶν ὑφ’ ἑαυτοῦ πραττομένων οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἕκαστον· εἶτ’ ἔτι καθ’ ἑκάστην
						ἡμέραν τε καὶ ὥραν ἔχειν <lb/>ἐν προχείρῳ τὴν δόξαν ταύτην, ὡς ἄμεινον μέν ἐστιν
						<lb/>ἑαυτὸν τιμήσαντα καλὸν κᾀγαθὸν, τοῦτο δ’ ἄνευ τοῦ <lb/>σχεῖν τὸν δηλώσοντα τῶν
						ἁμαρτανομένων ἕκαστον ἀδύνατόν <lb/>ἐστιν ἡμῖν περιγενέσθαι, καὶ μέντοι καὶ τὸν σωτῆρα
						ἐκεῖνον <pb n="25"/> καὶ φίλον μέγιστον ἡγεῖσθαι τὸν μηνύσαντα τῶν πλημμελουμένων
						<lb/>ἕκαστα· εἶθ’ ὅτι, κᾂν ψεῦδός σοι φαίνηταί ποτ’ <lb/>ἐγκαλέσας, ἀόργητον προσήκει
						φαίνεσθαι, πρῶτον μὲν, ὅτι <lb/>δυνατόν ἐστιν ἐκεῖνον σοῦ βέλτιον ὁρᾷν ἕκαστον ὧν
						ἁμαρτάνων <lb/>τυγχάνεις, ὥς γε καὶ σὲ τῶν ἐκείνου. κᾂν ἐπηρεάσῃ <lb/>ποτὲ ψεῦδος, ἀλλ’
						οὖν ἐπήγειρέ σε πρὸς ἀκριβεστέραν ἐπίσκεψιν <lb/>ὧν πράττεις. ὃ δ’ ἐστὶ μέγιστον ἐν
						τούτῳ, ἀεὶ <lb/>φύλαττε προῃρημένος γε τιμᾶσθαι σεαυτόν. ἔστι δὲ τοῦτο <lb/>διὰ μνήμης
						ἔχειν πρόχειρα τό τε τῶν ὀργιζομένων τῆς ψυχῆς <lb/>αἶσχος τό τε τῶν ἀορ<milestone unit="ed2page" n="527"/>γήτων κάλλος. ὃς γὰρ <lb/>ἁμαρτάνειν ἐθισθῇ χρόνῳ πολλῷ,
						δυσεκλήπτως ἔσχε τὴν <lb/>κλεῖδα τῶν παθῶν, οὕτω καὶ τῶν δογμάτων, οἷς πειθόμενος
						<lb/>ἀνὴρ γενήσῃ καλὸς κᾀγαθὸς, ἐν πολλῷ χρόνῳ προσήκει <lb/>μελετᾷν ἕκαστον.
						ἐπιλανθανόμεθα γὰρ αὐτοῦ ῥᾳδίως ἐκπίπτοντος <lb/>τῆς ψυχῆς ἡμῶν, διὰ τὸ φθάσαι
						πεπληρῶσθαι <lb/>τοῖς πάθεσιν αὐτήν. τοιγαροῦν παρακόλουθόν ἐστιν, ἕκαστον <lb/>τῶν
						σωθῆναι βουλομένων ὡς μηδεμίαν ὥραν ἀποῤῥᾳθυμεῖν. <lb/>ἐπιτρεπτέον τε πᾶσι κατηγορεῖν
						ἡμῶν, ἀκουστέον ﻿<pb n="26"/> τε πρᾴως αὐτοὺς, καὶ χάριν οὐ τοῖς κολακεύουσιν, ἀλλὰ
						<lb/>τοῖς ἐπιπλήττουσιν ἔχειν. ἀνεῴχθη σου ἡ θύρα διὰ παντὸς <lb/>τῆς οἰκήσεως, ἔξεστι
						τοῖς συνήθεσιν εἰσιέναι πάντα <lb/>καιρὸν, ἢν οὕτως ᾖς παρεσκευασμένος. δεῖ οὖν θαῤῥεῖν,
						<lb/>ὡς ὑπὸ τῶν εἰσιόντων εὑρίσκεσθαι μηδενὶ τῶν μεγάλων <lb/>ἁμαρτημάτων ἰσχυρῶς
						κατειλημμένον. ἔστι δ’ ὥσπερ τὸ <lb/>πᾶν τῷ ἄκοντι ἐκκόψαι δύσκολον, οὕτως τὰ μεγάλα τῷ
						<lb/>βουληθέντι ῥᾷστον. τῆς θύρας οὖν ἀνεῳγμένης σου διὰ <lb/>παντὸς, ὡς εἶπον, ἐξουσία
						τοῖς συνήθεσιν ἔστω κατὰ πάντα <lb/>καιρὸν εἰσιέναι. ὡς δ’ ἄλλοι πάντες αὖ οἱ
						προελθόντες <lb/>εἰς τὸ δημόσιον ἅπαντα πειρῶνται πράττειν κόσμια, οὕτω <lb/>σὺ κατὰ τὴν
						ἰδίαν οἰκίαν πράττεις. ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν <lb/>αἰδούμενοι τοὺς ἄλλους ἁμαρτόντες τι
						φωραθῆναι μόνους <lb/>ἑαυτοὺς οὐκ αἰδοῦνται, σὺ δὲ σαυτὸν αἰδοῦ μάλιστα <lb/>πειθόμενος
						τῷ φάντι· Πάντων δὲ μάλιστ’ αἰσχύνεο <lb/>σαυτόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Οὕτως γὰρ πράττων δυνήσῃ ποτὲ τὴν τοῦ <lb/>θυμοειδοῦς ἔν σοι δύναμιν ἄλογον ὥσπερ τι
						θηρίον ἡμερῶσαί <pb n="27"/> τε καὶ πρᾳῧναι. ἢ δεινὸν ἂν εἴη, τοὺς μὲν ἱππικοὺς
						<lb/>ἄνδρας, ἀχρείους τοὺς ἵππους παραλαβόντας, ἐν ὀλίγῳ <lb/>χρόνῳ χειροηθεῖς
						ἐργάζεσθαι, σὲ δ’, οὐκ ἔξωθέν τι λαβόντα <lb/>ζῶον, ἀλλ’ ἐν τῇ ψυχῇ δύναμιν ἄλογον, ᾗ
						διὰ παντὸς <lb/>ὁ λογισμὸς συνοικεῖ, μὴ δυνηθῆναι πρᾳῧναι αὐτὴν, <lb/>εἰ καὶ μὴ ταχέως,
						ἀλλ’ ἐν μακροτέρῳ χρόνῳ. λέλεκται δὲ <lb/>ἐπὶ πλέον ἐν τοῖς περὶ ἠθῶν ὑπομνήμασι, ὅπως
						ἀρίστην <lb/>τις αὐτὴν ἐργάσαιτο, καὶ ὡς τὴν μὲν ἰσχὺν οὐ χρὴ καταβαλεῖν <lb/>αὐτῆς,
						ὥσπερ οὐδὲ τῶν ἵππων τε καὶ κυνῶν, οἷς <lb/>χρώμεθα, τὴν δ’ εὐπείθειαν, ὥς γε κᾀπ’
						αὐτῶν, ἀσκεῖν. <lb/>ἐπιδέδεικται δέ σοι καὶ δι’ ἐκείνων τῶν ὑπομνημάτων οὐχ <lb/>ἥκιστα
						καὶ ὅπως αὐτῇ πάλιν τῇ τοῦ θυμοειδοῦς δυνάμει <lb/>συμμάχῳ χρήσῃ κατὰ τῆς ἑτέρας, ἣν
						ἐπιθυμητικὴν ἐκάλουν <lb/>οἱ παλαιοὶ φιλόσοφοι, φερομένης ἀλογίστως ἐπὶ τὰς διὰ τοῦ
						<lb/>σώματος ἡδονάς. ὥσπερ οὖν αἰσχρὸν θέαμα διὰ θυμὸν ἄνθρωπος <lb/>ἀσχημονῶν, οὕτω καὶ
						δι’ ἔρωτα, καὶ γαστριμαργίαν, <lb/>οἰνοφλυγίαν τε καὶ λιχνείαν, ἃ τῆς ἐπιθυμητικῆς ἐστι
						δυνάμεως <pb n="28"/> ἔργα τε καὶ πάθη, προσεοικὼς, οὐχ ἵππῳ καὶ <lb/>κυνὶ, καθάπερ
						εἴκασα τὴν πρώτην, ἀλλ’ ὑβριστῇ κάπρῳ καὶ <lb/>τράγῳ, καὶ τινι τῶν ἀγρίων ἡμερωθῆναι μὴ
						δυναμένων. <lb/>διὸ ταύτης μὲν οὐδεμία παίδευσις τοιαύτη ἐστὶν, οἵα τῆς <lb/>ἑτέρας, ἡ
						εὐπείθεια· ὃ δ’ ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ κολάζειν, <lb/>ἀλογίαν τινὰ ἔχειν πρὸς τήνδε.
						γίγνεται δὲ <milestone unit="ed1page" n="356"/>ἡ κόλασις <lb/>τῆς δυνάμεως ταύτης ἐν τῷ
						μὴ παρέχειν αὐτῇ τῶν <lb/>προθυμουμένων ἀπόλαυσιν. ἰσχυρὰ μὲν γὰρ οὕτω καὶ μεγάλη
						<lb/>γίγνεται, ἐν τῷ κολασθῆναι δὲ μικρά τε καὶ ἀσθενὴς, <lb/>ὡς ἕπεσθαι τῷ λογισμῷ δι’
						ἀνθρώπων ὁρῶμεν ἑπομένους <lb/>οὕτως γοῦν καὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὁρῶμεν ἑπομένους
						<lb/>τοῖς βελτίοσι τοὺς χείρους, ἢ ἄκοντας βιαζομένους, ὥσπερ <lb/>τὰ παιδία καὶ τοὺς
							οἰ<milestone unit="ed2page" n="528"/>κέτας, ἢ πεισθέντας ἑκόντας, <lb/>ὥσπερ τοὺς
						ἀγαθοὺς φύσει, καὶ τῶν μὴ πρὸς ῥημάτων <lb/>κολασθέντων αὐτὸ δή που τούτοις πάλαι
						σύνηθές ἐστιν, <lb/>ὡς ἀκόλαστος ὅδε τις ἄνθρωπός ἐστιν, ἐφ’ οὗ δηλονότι <lb/>τὴν
						ἐπιθυμητικὴν δύναμιν οὐκ ἐκόλασεν ἡ λογιστική. δύο <lb/>γὰρ ἔχομεν ἐν ταῖς ψυχαῖς
						δυνάμεις ἀλόγους· μίαν μὲν, ἧς <pb n="29"/> θυμοῦσθαί τε παραχρῆμα καὶ ὀργίζεσθαι τοῖς
						δόξασι <lb/>πλημμελεῖν εἰς ἡμᾶς ἔργον ἐστίν. τῆς δ’ αὐτῆς ταύτης καὶ <lb/>τὸ μηνιᾷν ἄχρι
						πλείονος, ὃ τοσούτῳ πλεῖόν ἐστι θυμοῦ <lb/>πάθος, ὅσῳ καὶ χρονιώτερον. ἄλλη δ’ ἐστὶν ἐν
						ἡμῖν δύναμις <lb/>ἄλογος ἐπὶ τὸ φαινόμενον ἡδὺ προπετῶς φερομένη, πρὶν
						<lb/>διασκέψασθαι, πότερον ὠφέλιμόν ἐστι καὶ καλὸν, ἢ βλαβερόν <lb/>τε καὶ κακόν. ταύτην
						οὖν ἐπέχειν χρὴ τὴν σφοδροτάτην, <lb/>πρὶν αὐξηθεῖσαν ἰσχὺν δυσνίκητον κτήσασθαι.
						<lb/>τηνικαῦτα γὰρ οὐδ’ ἂν θελήσῃς ἔτι κατασχεῖν αὐτὴν δυνήσῃ, <lb/>κᾄπειτα φήσεις,
						ὥσπερ ἤκουσά τινος ἐρῶντος, ἐθέλειν <lb/>μὲν παύσασθαι, μὴ δύνασθαι δὲ, παρακαλέσεις τε
						μάτην <lb/>ἡμᾶς ὡσαύτως ἐκείνῳ τῷ δεομένῳ βοηθήσασθαι καὶ τὸ <lb/>πάθος ἐκκόψαι. καὶ γὰρ
						τῶν τοῦ σώματος παθῶν ἔνια <lb/>διὰ μέγεθός ἐστιν ἀνίατα· σὺ δ’ ἴσως οὐδ’ ἐπενόησάς ποτε
						<lb/>τοῦτο. βέλτιον οὖν σοι κᾂν νυνὶ ἐννοῆσαί τε καὶ διασκέψασθαι, <lb/>πότερον ἀληθεύω
						λέγων, αὐξανομένην τὴν ἐπιθυμητικὴν <lb/>δύναμιν εἰς ἀνίατον ἔρωτα πολλάκις ἐμβαλεῖν, οὐ
						σωμάτων <lb/>μόνον ὡραίων, οὐδ’ ἀφροδισίων, ἀλλὰ καὶ λιχνείας, <pb n="30"/> καὶ
						γαστριμαργίας, οἰνοφλυγίας τε καὶ τῆς παρὰ φύσιν αἰσχρουργίας, <lb/>ἢ ψεύδομαι καὶ ταῦτα
						καὶ ἄλλα πολλὰ τῶν <lb/>ἔμπροσθεν εἰρημένων. ἃ γὰρ περὶ τοῦ θυμοῦ λέλεκται μέχρι
						<lb/>τοῦ δεῦρο, ταῦτα καὶ περὶ τῶν ἄλλων παθῶν ἡγοῦ <lb/>λελέχθαι· πρῶτον μὲν, ὡς ἑτέρῳ
						ἐστὶ τὴν διάγνωσιν αὐτῶν <lb/>ἐπιτρεπτέον, οὐχ ἡμῖν αὐτοῖς· εἶθ’ ὅτι μὴ τοὺς τυχόντας
						<lb/>τούτους ἐπιστατεῖν, ἀλλὰ πρεσβύτας, ὡμολογημένους μὲν <lb/>εἶναι καλοὺς κᾀγαθοὺς,
						ἐξηγητὰς μὲν οὖν δὲ καὶ πρὸ ἡμῶν <lb/>αὐτῶν ἐπὶ πλέον ἐν ἐκείνοις τοῖς καιροῖς ἕνεκα ἔξω
						παθῶν <lb/>εἶναι· εἶθ’ ὅτι οὐ φαίνεσθαι χρὴ τοῖς τοιούτοις, ὅταν εἴπωσί <lb/>τι τῶν
						ἡμετέρων ἁμαρτημάτων, ἀγανακτοῦντας, ἀλλὰ <lb/>χάριν εἰδότας· εἶτα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
						σαυτὸν ἀναμιμνήσκειν, <lb/>ἄμεινον μὲν, εἰ πολλάκις, εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ πάντως γε <lb/>κατὰ
						τὴν ἕω, πρὶν ἄρχεσθαι τῶν πράξεων, εἰς ἑσπέραν δὲ, <lb/>πρὶν ἀναπαύσεσθαι μέλλειν. ἐγὼ
						δήποτε καὶ ταύτας δὴ <lb/>τὰς φερομένας ὡς Πυθαγόρου παραινέσεις εἴθισα δὶς τῆς
						<lb/>ἡμέρας ἀναγινώσκειν μὲν τὰ πρῶτα, λέγειν δ’ ἀπὸ στόματος <lb/>ὕστερον. οὐ γὰρ ἀρκεῖ
						μόνον ἀοργησίαν ἄγειν, ἀλλὰ ﻿<pb n="31"/> καὶ λιχνείας, καὶ λαγνείας, οἰνοφλυγίας τε καὶ
						περιεργίας <lb/>καὶ φθόνου καθαρεύειν. ἕτερος οὖν ἡμᾶς ἐπεπείρατο, μή <lb/>τί που,
						καθάπερ οἱ κύνες, ἀπλήστως ὤφθημεν ἐμφορούμενοι <lb/>σιτίων, ἢ, ὡς οἱ διακαιόμενοι
						πυρετῷ συνεχεῖ, ψυχρὸν <lb/>ἐπισπασώμεθα τὸ πόμα λαβρότερον, ἢ ὡς ἄνδρας σεμνοὺς
						<lb/>πρέπει. οὔτε γὰρ διὰ πεῖναν ἐμφορεῖσθαι προσήκει σφοδρῶς <lb/>καὶ ἀπλήστως, οὔτε
						διὰ δίψος ὅλην τὴν κύλικα ἐκπίνειν, <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον οὔτε διὰ λιχνείαν ἁπάντων τῶν
						<lb/>παρόντων πλέον, ἤτοι πλακοῦντος, ἤ τινος ἄλλου τῶν λίχνων <lb/>ὄψων ἀπολαύειν. ἀλλ’
						ἐν ἅπασιν αὐτοῖς ἀρχομένους <lb/>μὲν ἔτι παρακλητέον ἐστὶν ἑτέρους ὅ τι ἁμάρτωμεν
						ἐπιτηρεῖν <lb/>τε καὶ λέγειν ἡμῖν· ὕστερον δὲ καὶ χωρὶς παιδαγωγῶν ἡμᾶς <lb/>αὐτοὺς
						ἐπιτηρῶμεν αὐτοὶ καὶ παραφυλάττωμεν, ὅπως ἁπάντων <lb/>τε τῶν συνδειπνούντων ἔλαττον
						ὄψου προσενεγκώμεθα, <lb/>καὶ τῶν λίχνων ἐδεσμάτων ἀποσχώμεθα, σύμμετρα τῶν ὑγιεινῶν
						<lb/>προσαράμενοι. τοῦ χρόνου δὲ προϊόντος, οὐκ ἔτι οὐδὲ πρὸς <lb/>τοὺς δειπνοῦντας
						ἀποβλέπειν ἀξιώσαιμ’ ἄν σε· μέγα γὰρ οὐδὲν <pb n="32"/> ἐκείνων ἐσθίειν τε καὶ πίνειν
						ἐγκρατέστερον. εἰ δέ περ οὕτως <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="529"/>σαυτὸν ἔγνωκας τιμᾷν, ἐπισκέπτου μᾶλλόν ποτε
						<lb/>ἐγκρατῶς διῃτῆσθαι χθὲς ἢ τήμερον. ἐὰν γὰρ τοῦτο ποιῇς, <lb/>αἰσθήσῃ καθ’ ἑκάστην
						ἡμέραν εὐκολώτερον ὧν εἶπον ἀπεχόμενος, <lb/>αἰσθήσῃ τε μεγάλα εὐφρανθησόμενος τὴν
						ψυχὴν, <lb/>ἐάν γε σωφροσύνης ὄντως ἐραστὴς ὑπάρχῃς· οὕτω γάρ <lb/>τις ἐρασθεὶς χαίρει
						προκόπτων ἐν αὐτῷ. καὶ διὰ τοῦτο <lb/>ταῖς μὲν ὀνοφλυγίαις ἔστιν ἰδεῖν ἡδομένους, ὅταν
						πίνοντες <lb/>ὑπερβάλλωνται τοὺς συμπότας, ὅσοι δὲ γαστρίμαργοι, καὶ <lb/>τούτους τῷ
						πλήθει τῶν ἐδεσμάτων εὐφραινομένους, ὅσοι δὲ <lb/>λίχνοι, πλακοῦσι, καὶ ταγήνοις, καὶ
						λοπάσι, καὶ καρυκείαις. <lb/>ἐνίους δὲ μέγα φρονοῦντας ἔγνων ἐπὶ τῷ πλήθει <lb/>τῶν
						ἀφροδισίων. ὡς οὖν ἐκεῖνοι τὴν ἀκρότητα τῶν σπουδαζομένων <lb/>ἀσκοῦσί τε καὶ
						μεταδιώκουσι, οὕτως καὶ ἡμᾶς <lb/>χρὴ σωφροσύνης ἀκρότητα σπουδάζειν. εἰ δὲ τοῦτο
						πράξομεν, <lb/>οὐ τοὺς ἀκολάστους ἡμῖν παραβάλωμεν, οὐδ’ ἀρκέσει <lb/>πλέον ἐκείνων
						ἔχειν ἐγκρατείας τε καὶ σωφροσύνης, ἀλλὰ <lb/>πρῶτον μὲν τοὺς σπουδάζοντας τὰ αὐτὰ
						φιλονεικήσομεν <pb n="33"/> ὑπερβάλλεσθαι, (καλλίστη γὰρ ἡ τοιαύτη φιλονεικία,) μετ’
						<lb/>ἐκείνους δ’ αὖθις ἡμᾶς αὐτοὺς, ὡς ἐξ ἔθους πολυχρονίου <lb/>τούτοις ὑγιεινοτάτοις
						τε ἅμα καὶ προσθεῖναι ῥᾴστοις ἡδέως <lb/>ἅμα προσφέρεσθαι, μεμνημένους τῶν καλῶς
						εἰρημένων. ὧν <lb/>καὶ τοῦτ’ ἔστιν. Ἐκλέγου βίον ἄριστον, ἡδὺν δ’ αὐτὸν ἡ <lb/>συνήθεια
						ποιήσεται. ὥσπερ οὖν, ὁπότε πρὸς τὸν θυμὸν <lb/>ἀσκεῖν ἠξίουν σε, γνώρισμα τῆς ὠφελείας
						εἶχες ὁρᾷν σαυτὸν <lb/>οὐκ ἔτι θυμούμενον, ὡσαύτως ἐπὶ τῆς σωφροσύνης ἔστω σοι
						<lb/>γνώρισμα μηδ’ ἐπιθυμεῖν ἔτι τῶν ἡδίστων. ὁδὸς δ’ ἐπ’ <lb/>αὐτήν ἐστι διὰ τῆς
						ἐγκρατείας. οὕτω γὰρ αὐτὸς πλεονεκτεῖ <lb/>σώφρων ἐγκρατοῦς, τῷ μηδ’ ἐπιθυμεῖν λίχνων
						ἐδεσμάτων <lb/>ἢ διὰ τὸ πολυχρόνιον ἔθος, ἢ δι’ ἐγκράτειαν, καθάπερ καὶ <lb/>αὐτὸ
						τοὔνομα αὐτῆς ἐνδείκνυται γεγονὸς, ὅπερ ἐστὶν ἐκ τοῦ <lb/>κρατεῖν καὶ νικᾷν τὰς
						ἐπιθυμίας. ἐπίπονος δέ ἐστι καὶ <lb/>τραχεῖα τό γε κατ’ ἀρχὰς, ὥσπερ αἱ ἄλλαι τῶν καλῶν
						ἐπιτηδευμάτων <lb/>ἀσκήσεις. εἰ μὲν οὖν εἴτε τὴν ἀρετὴν ἀντὶ <lb/>τῆς κακίας ἔχειν
						ἐθέλεις, εἴτε τὴν γαλήνην τῆς ψυχῆς ἀντὶ <pb n="34"/> τῶν τοῦ σώματος γαργαλισμῶν,
						ἀσκητέον ἐστί σοι τὸν εἰρημένον <lb/>τρόπον, ἐπὶ σωφροσύνην βαδίζοντα δι’ ἐγκρατείας.
						<lb/>εἰ δ’ ἤτοι τὴν ἀρετὴν ἀτιμάζεσθαι, ἢ γαργαλίζεσθαι βούλει <lb/>δι’ ὅλου τοῦ
						σώματος, καταληπτέον ἐστὶ τὸν λόγον. <lb/>οὐ γάρ ἐστι προτρεπτικὸς ἐπ’ ἀρετὴν, ἀλλὰ τοῖς
						προτεθραμμένοις <lb/>ὑφηγητικὸς τῆς ὁδοῦ, καθ’ ἣν ἄν τις αὐτὴν <lb/>κτήσαιτο.
						διαιρουμένου δὲ τοῦ λόγου πρός τε τὸ διαγνωστικὸν <lb/>ἕκαστον ἡμῶν ὑπάρχειν ἑαυτοῦ, καὶ
						πρὸς τὴν ἐπὶ τῇ <lb/>διαγνώσει τῶν ἁμαρτημάτων ἐπανόρθωσιν, οὐ περὶ ταύτης
						<lb/>πρόκειται λέγειν, ἀλλὰ περὶ τῆς διαγνώσεως τῶν ἰδίων <lb/>ἁμαρτημάτων. ἐπεὶ δὲ τοῖς
						μὲν ἀρχομένοις αὐτὴν οὐ διαγνῶναι <lb/>δυνατὸν, ἑτέρους μὲν τοῖς ἀρχομένοις ἐπιστήσομεν
						ἐπόπτας, <lb/>αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀσκοῦντας, ὡς ἂν ἤδη δυναμένους γνῶναι, <lb/>ποίων μὲν
						ἀπηλλάγησαν ἁμαρτημάτων καὶ παθῶν, ὅσον <lb/>δ’ αὐτοῖς ἐνδεῖ πρὸς τὸ τέλος. ὅπερ δὲ
						εἴωθα λέγειν ἑκάστοτε, <lb/>καὶ νῦν ἐρῶ· καθ’ ἕτερον μὲν τρόπον ἁπάντων ἐστὶ
						<lb/>δυσκολώτατον ἑαυτὸν γνῶναι, καθ’ ἕτερον δὲ ῥᾷστον. ἐὰν <lb/>μὲν γὰρ ἐντὸς θέλῃ τις
							<milestone unit="ed1page" n="357"/>αὐτὸς χαλεπώτατόν ἐστιν. </p></div><pb n="35"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἐγὼ μὲν οὖν ἅπαντα ταῦτ’ εἰρημένα καὶ <lb/>τὰ μέλλοντα λεχθήσεσθαι τοῖς βουληθεῖσιν
						ὑποτίθεμαι. <lb/>τάχα μὲν <milestone unit="ed2page" n="530"/>οὖν οὔσης καὶ ἄλλης τινὸς
						ὁδοῦ πρὸς τὸ <lb/>καλὸν κᾀγαθὸν γενέσθαι, μὴ γινώσκων δ’ εὑρεῖν αὐτὴν, <lb/>ἐχρησάμην τε
						δι’ ὅλου τοῦ βίου ταύτῃ, καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἀφθόνως δηλῶν παρεκάλουν ἀντιδιδόναι τε
						καὶ ἀποδοῦναί <lb/>τι, καὶ ἀντιδιδάσκειν, εἴ τινα ἑτέραν ἄλλην αὐτοὶ γινώσκουσι
						<lb/>καλοκαγαθίας ὁδόν. ἄχρι περ ἂν ἐπιθυμῶμεν ἄλλης, <lb/>ἐν τῇδε διατρίβομεν, ἣ κοινὴ
						πάντων διαγνώσεώς τε καὶ <lb/>θεραπείας. καὶ γὰρ ἡ φιλονεικία, καὶ ἡ φιλοδοξία, καὶ ἡ
						<lb/>φιλαρχία πάθη τῆς ψυχῆς εἰσιν. τούτων ἐλάττων μὲν, <lb/>ἀλλ’ ὅμως καὶ αὐτὴ πάθος.
						περὶ δὲ τοῦ φθόνου τί δεῖ καὶ <lb/>λέγειν; αἴσχιστον τῶν κακῶν ἐστιν. ὀνομάζω δὲ φθόνον,
						<lb/>ὅταν τις ἐπ’ ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς λυπῆται. πάθος μέν ἐστι <lb/>καὶ λύπη πᾶσα,
						χειρίστη δὲ ὁ φθόνος ἐστὶν, εἴτε ἓν τῶν <lb/>παθῶν, εἴτε λύπης ἐστὶν εἶδος πλησιάζον
						αὐτῇ. κοινὴ δ’ <lb/>ἐφ’ ἁπάντων ὁδὸς τῆς ἰάσεως ἡ προειρημένη. χρὴ γὰρ, ὅτι ﻿<pb n="36"/> μὲν αἰσχρὰ καὶ φευκτὰ, κατανοεῖν ἐπὶ τῶν ἐνεχομένων αὐτοῖς <lb/>σφοδρῶς· ἐναργὲς γὰρ
						ἐπ’ ἐκείνων φαίνεται τὸ αἶσχος· ὅτι <lb/>δ’ οὐ βλέπομεν ἐφ’ ἡμῶν αὐτῶν μηδὲν, εἶναι
						νομίζειν προσήκει <lb/>τυφλότητ’ εἴτε περὶ τὸ φιλοῦν εἴτε περὶ τὸ φιλούμενον, <lb/>ἔνιά
						τε λανθάνειν διὰ σμικρότητα καὶ παρορᾶσθαι, <lb/>μὴ δυνάμενα παροφθῆναι διὰ τὸ μέγεθος
						ἐν ἄλλοις. πρεσβύτην <lb/>οὖν τινα βλέπειν αὐτὰ δυνάμενον εὑρίσκειν προσήκει,
						<lb/>παρακαλοῦντας ἅπαντα μετὰ παῤῥησίας δηλοῦν, εἶτ’ εἰπόντος <lb/>τι, πρῶτον αὐτῷ
						χάριν μὲν γνῶναι παραυτίκα, χωρισθέντας <lb/>δὲ διασκέπτεσθαι καταμόνας ἑαυτοῖς
						ἐπιτιμῶντας, <lb/>ἐκκόπτειν τε πειρωμένους τὸ πάθος, οὐκ ἄχρι τοῦ μὴ φαίνεσθαι <lb/>τοῖς
						ἄλλοις μόνοις, ἀλλ’ ὥστε μηδὲ ῥίζαν ἐγκαταλείπειν <lb/>αὐτοῦ τῇ ψυχῇ· ἔτι γὰρ ἀναφύεται
						τῇ τῶν σωζόντων <lb/>ἀρδόμενον πονηρίᾳ. διὰ τοῦτο προσεκτέον ἡμῖν αὐτοῖς <lb/>ἐστιν ἐφ’
						ἑκάστῳ τῶν παθῶν, ὅσα περὶ τοὺς πέλας ἐπισκοπούμεθα, <lb/>εἴ τι κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐστὶ
						ψυχὴν τοιοῦτον. <lb/>ἐκκοπτέον γὰρ αὐτὸ φυόμενον ἔτι, πρὶν αὐξηθὲν ἀνίατον <pb n="37"/>
						γενέσθαι. τῶν μὲν ἄλλων ἁπάντων παθῶν τῆς ψυχῆς οἱ <lb/>πολλοὶ καταφρονοῦσι, καίτοι γε,
						ὅταν ἑτέρους αὐτὰ πάσχοντας <lb/>ἴδωσι, καταγινώσκοντες· ἡ λύπη δ’ ἅπασι φαίνεται
						<lb/>κακὸν, ὥσπερ ὁ πόνος ἐν τῷ σώματι. καίτοι τῶν συνηθεστάτων <lb/>ἐμοὶ νεανίσκων, ἐπὶ
						μικροῖς ἀρνούμενος ἀνιᾷν, <lb/>ὕστερόν ποτε κατανοήσας τοῦτο, παραγενόμενός τε πρός με
						<lb/>βαθὺν ὄρθρον, ὅλης ἔφη τῆς νυκτὸς ἀγρυπνοῦντα ἐπὶ τῷδε <lb/>τῷ πράγματι, μεταξύ πως
						εἰς ἀνάμνησιν ἀφικέσθαι τοῦ <lb/>μηδ’ ἐπὶ μεγίστοις οὕτω ἀνιώμενον, ὡς ἐπὶ τοῖς
						σμικροῖς, <lb/>ἐμαυτὸν ἠξίουν μαθεῖν, ὅπως αὑτῷ τοῦτο περιεγένετο, πότερον <lb/>ἐξ
						ἀσκήσεών τινων, ἢ φύντι τοιούτῳ. ἀπεκρινάμην <lb/>οὖν αὐτῷ τἀληθῆ. καὶ γὰρ καὶ τὴν φύσιν
						ἐν ἅπασιν ἔφην <lb/>δύνασθαι μέγα ἐν τῇ τῶν παίδων ἡλικίᾳ εἰς ζωῆς τελείωσιν, <lb/>εἶθ’
						ὕστερον τά τε δόγματα καὶ τὴν ἄσκησιν. ὅτι <lb/>μὲν οὖν αἱ φύσεις ἡμῶν πάμπολυ
						διαφέρουσιν, μαθεῖν <lb/>ἐναργῶς ἔστιν ἐπὶ τῶν παραφερομένων παιδίων. ἔνια μὲν <lb/>γὰρ
						αὐτῶν ἀεὶ φαιδρὰ, σκυθρωπὰ δ’ ἄλλα θεώμεθα, καὶ <pb n="38"/> τὰ μὲν ἕτοιμα γελᾷν ἐπὶ
						πᾶσι, τὰ δὲ κλαίειν ἐπὶ μικραῖς <lb/>προφάσεσιν. οὕτω δὲ καὶ τὰ μὲν ἔχει κοινῇ, τὰ δὲ
						ἁρπάζει· <lb/>καὶ τὰ μὲν θυμοῦται σφοδρῶς ἐπὶ τῶν σμικροτάτων, <lb/>ὡς δάκνειν τε καὶ
						λακτίζειν, καὶ λίθους καὶ ξύλα ἀμύνασθαι <lb/>τοὺς πέλας, ὅταν ἀδικεῖσθαι δόξῃ, τὰ δ’
						ἔστιν <lb/>ἀνεξίκακα καὶ πρᾷα, μήτ’ ὀργιζόμενα, μήτε κλαίοντα, πρὶν <lb/>ἀδικηθῆναί τι
						μέγα. ταῦτα καὶ ὁ Εὔπολις ἐρωτώμενον <lb/>Ἀριστείδην τὸν δίκαιον ὑπὸ τοῦ Νικία, ὡς
						ἐγένου δίκαιος, <lb/>οὕτω εὐπρεπῶς ἀποκρινάμενον ἐποίησεν· ἡ μὲν φύσις τὸ <lb/>μέγιστον,
						ἔπειτα δὲ κᾀγὼ τὴν φύσιν προθύμως συνελάμβανον. <lb/>οὐ μόνον οὖν ἕτοιμοι τῶν νέων
						φύσεις πρὸς τὸ <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="531"/>λυπεῖσθαι ῥᾳδίως, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ θυμοῦσθαι <lb/>καὶ
						λιχνεύειν, ὧν περ αὐτῶν ἄχρι δεῦρο τὸν πλεῖστον λόγον <lb/>ἐποιησάμην. ἔτι δὲ πρὸς τοῖς
						εἰρημένοις ἐστιν ἰδεῖν ἔνια <lb/>μὲν ἀναίσχυντα τῶν παιδίων, ἔνια δὲ καὶ αἰδούμενα, καὶ
						<lb/>τὰ μὲν μνημονικὰ, τὰ δὲ ἀμνήμονα, τινὰ δὲ ἐπιλήσμονα, <lb/>καὶ τὰ μὲν φιλόπονα περὶ
						τὰ διδασκόμενα, τὰ δ’ ἀμελῆ <lb/>καὶ ῥᾴθυμα, καὶ τῶν φιλοπόνων ἔνια μὲν ἐπὶ τῷ χαίρειν
							<pb n="39"/> ἐπαινούμενα προθύμως, ἔνια δὲ ἐπὶ τῷ καταγινώσκεσθαι <lb/>πρὸς τῶν
						διδασκάλων αἰδούμενα, τινὰ δὲ καὶ δεδιέναι τὰς <lb/>πληγάς. οὕτω δὲ καὶ τῶν ῥᾳθύμων ἐπὶ
						ταῖς ἐναντίαις ἕκαστον <lb/>ἔστι ῥᾳθυμεῖν. ἐξ ὧν οὖν θεῶνται περὶ τὰ παιδία <lb/>πάντες
						ἄνθρωποι, τὰ μὲν αἰσχυντηλὰ καλοῦσιν αὐτῶν, τὰ <lb/>δὲ ἀναίσχυντα. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν
						λόγον ἤτοι φιλότιμα <lb/>καὶ φιλόκαλα, ἢ ἀφιλόκαλα καὶ ἀφιλότιμα· καὶ μὴν δειλὰ,
						<lb/>καὶ καταφρονητικὰ τῶν πληγῶν, ἑτέρας τε τοιαύτας ἐπ’ αὐτῶν <lb/>τίθενται
						προσηγορίας κατὰ τὰς φύσεις αὐτάς. οὕτω <lb/>δὲ καὶ τὰ μὲν φιλοψευδῆ, τὰ δὲ φιλαλήθη τῶν
						παιδίων <lb/>ὁρῶμεν φύσει ὄντα, καὶ πολλὰς ἄλλας ἔχοντα διαφορὰς <lb/>ἠθῶν, ὑπὲρ ὧν οὐκ
						ἀναγκαῖόν ἐστι νῦν λέγειν εἰκότως· <lb/>ἔνια μὲν γὰρ αὐτῶν ῥᾷστα δέχεται τὴν ἀγαθὴν
						παιδείαν, <lb/>ἔνια δὲ οὐδὲν ὀνίναται. οὐ μὴν τούτου γε ἕνεκεν ἀμελητέον <lb/>ἐστὶ τῶν
						παιδίων, ἀλλ’ ἐν ἀρίστοις ἤθεσι θρεπτέον. ἢν <lb/>μὲν οὖν ἡ φύσις αὐτῶν δέχηται τὴν ἐκ
						τῆς ἐπιμελείας ὠφέλειαν, <lb/>ἀγαθοὶ γενηθεῖεν ἂν ἄνδρες· εἰ δὲ μὴ δέξαιντό που, <pb n="40"/> τὸ μὲν ἡμέτερον ἄμεμπτον εἴη. παραπλησία γάρ πώς ἐστιν <lb/>ἡ τῶν παίδων
						διαγωγὴ τῇ τῶν φυτῶν ἐπιμελείᾳ. κατ’ <lb/>ἐκείνην γοῦν ὁ γεωργὸς οὐκ ἄν ποτε δυνήσαιτο
						ποιῆσαι τὸν <lb/>βάτον ἐκφέρειν βότρυν, οὐ γὰρ ἐπιδέχεται ἡ φύσις αὐτοῦ <lb/>τῆς ἀρχῆς
						τοιαύτην τελείωσιν. ἀμπέλους δ’ αὖ πάλιν ἑτοίμας <lb/>οὔσας, ὅσον ἐφ’ ἑαυτῶν, τὸν καρπὸν
						ἐκφέρειν ἐὰν ἀμελήσας <lb/>ἐπιτρέψῃ μόνῃ τῇ φύσει, μοχθηρὸν ἢ οὐδ’ ὅλως <lb/>οἴσουσιν
						αὐτόν. οὕτω δὲ καὶ εἰ τῶν ζώων ἵππον μὲν παιδεύσῃς, <lb/>εἰς πολλὰ χρήσιμον ἕξεις,
						ἄρκτον δὲ κᾂν ἥμερόν <lb/>ποτε διδάξῃς, μόνιμον οὐχ ἕξει τὴν ἕξιν, ἔχιδνα δὲ καὶ
						<lb/>σκορπίος οὐκ ἄχρι τοῦ δοκεῖν ἡμεροῦσθαι προέρχεται. ἐγὼ <lb/>τοίνυν ὅπως μὲν τὴν
						φύσιν ἔχω, οὐκ ἔχω γνῶναι· τὸ γὰρ <lb/>ἑαυτὸν φάναι χαλεπόν ἐστι καὶ τοῖς τελείοις
						ἀνδράσιν, μή <lb/>τοί γε δὴ τοῖς παισί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Εὐτύχησα δὲ μεγάλην εὐτυχίαν, ἀοργητότατον <lb/>καὶ δικαιότατον καὶ χρηστότατον καὶ
						φιλανθρωπότατον <lb/>ἔχων πατέρα, μητέρα δὲ ὀργιλωτάτην, ὡς δάκνειν μὲν ﻿<pb n="41"/>
						ἐνίοτε τὰς θεραπαίνας, ἀεὶ δὲ κεκραγέναι τε καὶ μάχεσθαι <lb/>τῷ πατρὶ μᾶλλον, ἢ
						Ξανθίππη Σωκράτει. παράλληλά τε <lb/>ὁρῶντί μοι τὰ καλὰ τῶν τοῦ πατρὸς ἔργων τοῖς
						αἰσχροῖς <lb/>πάθεσι τῆς μητρὸς ἐπῄει τὰ μὲν ἀσπάζεσθαί τε καὶ φιλεῖν, <lb/>τὰ δὲ
						φεύγειν καὶ μισεῖν. ὥσπερ δὲ ἐν τούτοις ἑώρων παμπόλλην <lb/>διαφορὰν τῶν γονέων, οὕτω
						κᾀν τῷ, τὸν μὲν ἐπὶ <lb/>οὐδεμίᾳ ζημίᾳ λυπούμενον, ἀνιωμένην δ’ ἐπισμικροτάτοις <lb/>τὴν
						μητέρα. γιγνώσκεις δὲ δήπου καὶ σὺ τοὺς παῖδας, οἷς <lb/>μὲν ἂν ἡσθῶσι, ταῦτα
						μιμουμένους, ἃ δ’ ἂν ἀηδῶς ὁρῶσι, <lb/>φεύγοντας. ἡ μὲν οὖν ὑπὸ τῷ πατρὶ παιδεία τοιαύτη
						τις <lb/>ἦν· ὑποπληρώσας δὲ τεσσαρεσκαιδέκατον ἔτος, ἤκουον φιλοσόφων <lb/>πολιτῶν, ἐπὶ
						πλεῖστον μὲν Στωϊκοῦ Φιλο<milestone unit="ed2page" n="532"/>πάτορος <lb/>μαθητοῦ, βραχὺν
						δέ τινα καὶ Πλατωνικοῦ μαθητοῦ <lb/>Γαΐου, διὰ τὸ μὴ σχολάζειν αὐτὸν, εἰς πολιτικὰς
						ἀσχολίας <lb/>ἑλκόμενον ὑπὸ τῶν πολιτῶν, <milestone unit="ed1page" n="358"/>ὅτι μόνος
						αὐτοῖς ἐδόκει <lb/>δίκαιός τε καὶ χρημάτων εἶναι κρείττων, εὐπρόσιτός τε καὶ <lb/>πρᾷος.
						ἐν τούτῳ δέ τις καὶ ἄλλος ἦλθε πολίτης ἡμέτερος <pb n="42"/> ἐξ ἀποδημίας μακρᾶς,
						Ἀσπασίου τοῦ Περιπατητικοῦ μαθητὴς, <lb/>καὶ μετὰ τοῦτον ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν ἄλλος
						Ἐπικούρειος, <lb/>ὧν ἁπάντων ὁ πατὴρ δι’ ἐμὲ τοῦ βίου καὶ τῶν δογμάτων <lb/>ἐξέτασιν
						ἐποιεῖτο, σὺν ἐμοὶ πρὸς αὐτοὺς ἀφικνούμενος. ἐγεγύμναστο <lb/>δ’ ἐπὶ πλεῖστον ἐν
						γεωμετρίᾳ, καὶ ἀριθμητικῇ, <lb/>καὶ ἀρχιτεκτονίᾳ, καὶ ἀστρονομίᾳ. βουλόμενος γοῦν ὁμοίως
						<lb/>ταῖς γραμμικαῖς ἀποδείξεσιν λέγειν κεχρῆσθαι τὸν διδάξαντα· <lb/>διὰ ταύτην δὲ χρὴ
						τὴν αἰτίαν μηδὲ διαφωνίαν γεγονέναι <lb/>πρὸς ἀλλήλους. τῶν ἀπὸ τῶν σοῦ δηλονότι
						μαθημάτων <lb/>καλῶν, καθάπερ οἱ ἀρχαῖοι κατὰ τὰς προειρημένας <lb/>τέχνας, ὧν αἱ πρῶται
						γεωμετρία τε καὶ ἀριθμητική. καθάπερ <lb/>οὖν ἔφην, τὸ μὴ προπετῶς ἀπὸ μιᾶς αἱρέσεως
						ἀναγορεύσας <lb/>σαυτὸν, ἀλλὰ ἐν χρόνῳ παμπόλλῳ μανθάνων τε καὶ <lb/>κρίνων αὐτὰς, οὕτως
						πρὸς ἁπάντων μὲν ἀνθρώπων ἐπαινεῖται. <lb/>συνομολογεῖται δὲ καὶ τοῖς φιλοσόφοις εἶναι
						ζηλωτέα <lb/>ταῦτα, καὶ νῦν ἤδη ζηλωτέον αὐτὰ, καὶ μανθάνειν, καὶ <lb/>αὐξάνειν ἀξιῶσαι,
						δικαιοσύνης ἀντιποιούμενον, καὶ σωφροσύνης, <lb/>ἀνδρείας τε καὶ φρονήσεως. ἐπαινοῦσι
						γὰρ ἅπαντες <pb n="43"/> τὰς ἀρετὰς ταύτας, κᾂν αὐτοὶ συνειδῶσιν ἑαυτοῖς οὐδεμίαν
						<lb/>αὐτῶν ἔχουσι, καὶ φαίνεσθαί γε πειρῶνται τοῖς ἄλλοις ἀνδρεῖοι, <lb/>καὶ σώφρονες,
						καὶ δίκαιοι, καὶ φρόνιμοι, ἄλυποι <lb/>μέντοι κατ’ ἀλήθειαν εἶναι, κᾂν μὴ φαίνωνται τοῖς
						ἄλλοις. <lb/>ὥστε τοῦτο πρῶτον ἁπάντων ἀσκητέον ἐστὶν, τὸ σπουδαζόμενον <lb/>ἅπασιν
						ἀνθρώποις μᾶλλον τῶν ἄλλων ἀρετῶν. ταύτας, <lb/>ἔφην ἐγὼ, παρὰ τοῦ πατρὸς λαβὼν τὰς
						ἐντολὰς ἄχρι δεῦρο <lb/>διαφυλάττω, μήτ’ ἀφ’ αἱρέσεώς τινος ἐμαυτὸν ἀναγορεύσας· <lb/>ὧν
						σπουδῇ πάσῃ ἀκριβῆ τὴν ἐξέτασιν ἔχων, ἀνεύπληκτός τε <lb/>πρὸς τὰ κατὰ τὸν βίον ὁσημέραι
						συμπίπτοντα διαμένω, <lb/>ὥσπερ ἑώρων τὸν πατέρα. οὔτ’ οὖν ἀπώλειά τινος λυπήσει
						<lb/>με, πλὴν εἰ παντοίως ἀπολέσαιμι τὰ κτήματα· τοῦτο γὰρ <lb/>οὐδέπω πεπείραμαι. δόξης
						τε καὶ τιμῆς ὁ πατὴρ εἴθισέ με <lb/>καταφρονεῖν, ἀλήθειαν μόνην τιμῶντα. λυπουμένους δ’
						ὁρῶ <lb/>τοὺς πολλοὺς, ὅταν ἤτοι ἀτιμᾶσθαι δοκῶσιν ὑπό τινος, ἢ <lb/>χρημάτων ἀπωλείᾳ.
						κατὰ τοῦτ’ οὖν, ἔφην, οὐδὲ λυπούμενον <lb/>εἶδές μέ ποτε. οὐδὲ ἐπὶ χρημάτων ἀπώλεια
						συνέπεσέ <lb/>μοι μέχρι τοῦ δεῦρο τηλικαύτη τὸ μέγεθος, ὡς μηκέτ’ ἔχειν <pb n="44"/> ἐκ
						τῶν ὑπολοίπων ἐπιμελεῖσθαι τοῦ σώματος ὑγιεινῶς, μήτ’ <lb/>ἀτιμία τις, ὡς ὁρᾷν με τοῦ
						συνεδρίου τῆς ἐμῆς βουλῆς <lb/>ἀφαιρεθέντα. εἰ δέ τινας μὲν ἀκούσαιμι ψέγειν, τινὰς δὲ
						<lb/>ἐπαινοῦντας, αὐτοῖς ἀντιτίθημι, καὶ νομίζω τὸ πάντας ἀνθρώπους <lb/>ἐπαινοῦντας
						ἐπιθυμεῖν ἔχειν ἐοικέναι τῷ ἅπαντα <lb/>ἔχειν ἐθέλειν κτήματα. δοκῶ τοίνυν, ἔφην,
						ἐμαυτῷ, <lb/>τάχα δὲ καὶ σοὶ δόξω μηδὲν ἄχρι δεῦρο μέγα πεπονθέναι <lb/>διὰ τέλους
						ἀλύπως. οὔτε γὰρ ἀφῃρέθην ἁπάντων τῶν χρημάτων, <lb/>οὔτ’ ἠτιμήθην. εἰ δὲ βοῦς, ἢ ἵππος,
						ἢ οἰκέτης <lb/>ἀπέθανεν, οὐχ ἱκανὸν τοῦτο λυπῆσαι μεμνημένον ὧν ὁ <lb/>πατὴρ ὑπέθετο, μὴ
						πρότερον ἐπὶ χρημάτων ἀπωλείᾳ λυπηθῆναι <lb/>συμβουλεύων, ἄχρις ἂν ᾖ τὰ λειπόμενα πρὸς
						τὴν <lb/>τοῦ σώματος ἐπιμέλειαν αὐτάρκη. τοῦτον γὰρ ἐτίθετο πρῶτον <lb/>ὅρον ἐκείνων
						κτημάτων, ὡς μὴ πεινᾷν, μὴ ῥιγοῦν, μὴ <lb/>διψᾷν· εἰ δὲ πλείω τις εἰς ταῦτα χρεία εἴη,
						καὶ πρὸς τὰς <lb/>καλὰς πράξεις, ἔφη, χρηστέον αὐτῶν. ἐμοὶ τοίνυν ἄχρι δεῦρο
						<lb/>τοσαύτη χρημάτων χρῆσίς ἐστιν, ὡς καὶ πρὸς τὰς τοιαύτας <pb n="45"/>
						<milestone unit="ed2page" n="533"/>πράξεις ἐξαρκεῖν. οἶδα δὲ, ἔφη, καί σε διπλασίαν
						<lb/>τε ἐμοῦ κεκτημένον, ἐπιτίμιόν τε κατὰ τὴν πόλιν ἡμῶν οὕτως, <lb/>ὡς, τίς ἂν εἴη σοι
						λύπης αἰτία, πλὴν ἀπληστίας, οὐχ <lb/>ὁρῶ. πρὸς ταύτην οὖν ἄσκησιν μόνην ἄνεισον ἐγὼ διὰ
						<lb/>μνήμης ἔχων, καὶ μελετῶν ἀεὶ, καὶ σκοπούμενος, μέχρι περ <lb/>ἂν τούτῳ ἐπείσθην, ὡς
						τὸ τὰ δὶς δύο τέσσαρα εἶναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Θεασώμεθα γὰρ, εἶπεν, ἐπὶ σχολῆς, ὁποῖόν <lb/>τι πάθος ἐστὶν ἡ ἀπληστία· τὴν δ’ ἀρχὴν
						τῆς σκέψεως <lb/>ἡ περὶ τὰς τροφὰς ἀπληστία παρέξει. τὸ γοῦν ἐπέκεινα τοῦ <lb/>συμμέτρου
						προσφέρεσθαι σίτου ἀπληστίαν ὀνομάζουσι· τὸ <lb/>σύμμετρον δ’ αὐτῶν κρίνουσι τῇ χρείᾳ
						τῆς τροφῆς· χρεία <lb/>δ’ αὐτῆς ἐστι τὸ θρέψαι τὸ σῶμα. θρέψει δὲ πεφθεῖσα <lb/>καλῶς,
						πεφθήσεται δ’, εἰ σύμμετρος· τὴν γὰρ πολλὴν ἀπεπτουμένην <lb/>ἴσμεν. εἰ δὲ ἅπαξ τοῦτο
						γένοιτο, διαφθείρεσθαι <lb/>τὴν χρείαν αὐτῆς ἀναγκαῖον. εἰ δέ γε ὑπὸ τῆς δήξεως τῶν
						<lb/>ἀπεπτηθέντων σιτίων ἡ γαστὴρ ἀνιαθεῖσα πᾶν ἐκκρίνειε, ﻿<pb n="46"/> διάῤῥοια μὲν
						ὀνομάζεται τὸ σύμπτωμα, διαφθείρεται δ’ ἡ <lb/>χρεία τῆς τροφῆς· οὐ γὰρ ἐφ’ ὅ τι
						διεξελθεῖν τὰ ἔντερα <lb/>λαμβανόμεθα αὐτὴν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ προστεθῆναι πᾶσι τοῖς
						<lb/>μορίοις τοῦ σώματος. εἰ δ’ ἀναδοθείη μὴ καλῶς πεφθεῖσα, <lb/>κακοχυμίαν ἐργάζεται
						ἐν ταῖς φλεψίν. ἐπεὶ τοίνυν ἐπὶ τῷ <lb/>σώματι ἡμῶν ἔμαθες, ὁποῖόν τι πρᾶγμά ἐστιν ἡ
						ἀπληστία, <lb/>μεταβὰς ἐπὶ τὴν ψυχὴν ἤδη θέασαι κᾀνταῦθα τὴν φύσιν <lb/>αὐτῆς, ἐφ’
						ἑκάστης ὕλης πραγμάτων ἐπισκοπούμενος, ἀπὸ <lb/>τῶν κτημάτων ἀρξόμενος. ἐν τούτοις οὖν
						ἔνια μὲν οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἐσπούδασται, καθάπερ οἱ μαργαρῖται, καὶ οἱ σαρδόνυχες, <lb/>αἵ
						τ’ ἄλλαι λίθοι πᾶσαι· καθάπερ κόσμος, ὃν αἱ <lb/>γυναῖκες οἷόν τι φέρουσαι ταῖς
						ἐξαρτησαμέναις αὐτῶν· τούτου <lb/>τοῦ γένους ἐστὶ τὰ χρυσοϋφῆ τῶν ἱματίων ἤ τινα
						περίεργον <lb/>ἔργον ἔχοντα, ἢ ὕλης δεόμεθα πόῤῥωθεν κομιζομένης, <lb/>ὥσπερ τῶν
						σειρικῶν ὀνομαζομένων. ἔνια δὲ τῶν κτημάτων <lb/>πρὸς τὴν τοῦ σώματος ὑγείαν διαφέροντα
						προσηκόντως <lb/>σπουδάζεται, πρῶτα μὲν ἐξ ὧν τρεφόμεθα, καὶ ἀμφιεννύμεθα, <lb/>καὶ
						ὑποδούμεθα, ἐν οἷς καὶ ἡ οἴκησις. ἐκείνου δὲ τοῦ <pb n="47"/> γένους φαίνεται καὶ τὰ
						τοῖς νοσοῦσιν ἐπιτήδεια. τινὰ δὲ, <lb/>ὥσπερ τοὔλαιον, ἀμφοτέροις ὑπάρχει χρήσιμα, τοῖς
						ὑγιαίνουσι <lb/>καὶ τοῖς νοσοῦσιν. ἔνια δὲ τοιαῦτα, τὰ μὲν μείζω, τὰ δ’ <lb/>ἐλάττω τὴν
						ὠφέλειαν παρεχόμενα τοῖς τῶν ἀνθρώπων σώμασι. <lb/>καὶ τοίνυν ἤδη τοῦ πλήθους τὸν ὅρον
						καὶ τῆς κτήσεως <lb/>αὐτῶν ἐναργῶς οἶμαί σε τεθεᾶσθαι. ὥσπερ γὰρ τὸ <lb/>πηχυαῖον
						ὑπόδημα πρὸς τέλος ἐστὶν ἄχρηστον, οὕτω καὶ τὸ <lb/>ε΄ καὶ ι΄ ἔχειν ὑποδήματα, πλὴν
						δυοῖν. ἄλλα τε γὰρ ὄντα <lb/>πάντως αὐτάρκης ἡ χρεία. οὕτω δὲ καὶ τὴν ἐσθῆτα διπλῆν
						<lb/>ἔχειν αὔταρκες, οἰκέτας τε καὶ σκεύη. ἐν ἡμῖν, ἔφην, οὐ <lb/>μόνον ἐσθὴς ὑπάρχει
						περιττοτέρα τῆς διττῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ <lb/>οἰκέται, καὶ σκεύη, καὶ πάνθ’ ἁπλῶς τὰ κτήματα
						πολὺ <lb/>πλείω τῶν διττῶν ἐστιν. πρόσοδον γὰρ ἔχομεν ἀφ’ ὧν κεκτήμεθα
						<lb/>πολλαπλασίαν, ἢ ὡς εἰς ὑγείαν μόνην ἐξ αὐτῶν <lb/>ὑπηρετεῖσθαι τῷ σώματι. τίνας
						οὖν, ἔφην, ὁρῶ τὸν ἀπολαυστικὸν <lb/>ὀνομαζόμενον ἑλομένους βίον, οὐ διπλάσια μόνον,
						<lb/>ἢ τριπλάσια δαπανῶντας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πενταπλάσια, καὶ <lb/>δεκαπλάσια, καὶ
						τριακονταπλάσια. τὸν δ’ ὡσαύτως ἐμοὶ <pb n="48"/> διαιτώμενον θεῶμαι, λυπούμενον δ’ αὖ
						ὁμοίως ἐμοὶ, καίτοι <lb/>τῆς <milestone unit="ed2page" n="534"/>οὐσίας οὐχ ἕκαστον ἔτος
						αὐξανομένης· ἐπεὶ ἐξ <lb/>αὐτῶν τῶν προσόδων ἀναλίσκεται μὲν τὸ ι΄ μέρος ἴσως, αἱ
						<lb/>λοιπαὶ δὲ θ΄ μοῖραι τοῖς ὑπάρχουσι προστίθενται. βλέπω <lb/>γάρ σε οὐδὲ πρὸς τὰ
						καλὰ τῶν ἔργων δαπανῆσαι τολμῶντα, <lb/>μηδ’ εἰς βιβλίων ὠνὴν, καὶ κατασκευὴν, καὶ τῶν
						γραφόντων <lb/>ἄσκησιν, ἤτοι γε εἰς τάχος διὰ σημείων, ἢ εἰς καλῶν <lb/>ἀκρίβειαν, ὥσπερ
						οὐδὲ τῶν ἀναγινωσκόντων ὀρθῶς. οὐ μὴν <lb/>οὐδὲ κοινωνοῦντά σε θεῶμαι, καθάπερ
							<milestone unit="ed1page" n="359"/>ἐμὲ σὺ βλέπεις <lb/>ἑκάστοτε, τοῖς μὲν ἱματίοις
						οἰκετῶν, τοῖς δ’ εἰς τροφὰς <lb/>ἢ νοσηλείαν· τινῶν δ’ ἐθεασάμην καὶ τὰ χρέα
						διαλυσάμενος. <lb/>ἐγὼ μὲν οὖν καταλείπω πᾶσαν ἣν ὁ πατὴρ κατέλιπέ <lb/>μοι πρόσοδον,
						οὐδὲν ἐξ αὐτῆς περισσὸν ἀποτιθέμενος, <lb/>οὐδὲ θησαυρίζων, οὐδὲ πολλαπλάσια τῶν
						ἀναλισκομένων <lb/>ἀποτιθέμενος. ὅμως ἀνιέμενον φαίης πολλάκις ἐμὲ, <lb/>καθάπερ αὐτὸς
						ὁμολογεῖς, οὐδέποτε λυπούμενον ὁρῶν. ἆρ’ <lb/>οὖν δύνασαι καθορᾷν τῆς λύπης σου τὴν
						αἰτίαν, ἢ παρ’ <pb n="49"/> ἐμοῦ καὶ τοὔνομα αὐτῆς ἀκοῦσαι ποθεῖς; ἤδη σοι καὶ τοῦτο
						<lb/>βούλει γενέσθαι; μίαν ἴσθι πασῶν λυπῶν αἰτίαν, ἣν ὀνομάζουσιν <lb/>οἱ Ἕλληνες
						ἐνίοτε μὲν ἀπληστίαν, ἐνίοτε δὲ <lb/>πλεονεξίαν. ἀπληστίαν μὲν ἀπὸ τοῦ τὰς ἐπιθυμίας
						ἀπληρώτους <lb/>ἔχειν· ἀεὶ γὰρ ποθοῦσι τῶν ἔμπροσθεν οἱ ἄπληστοι. <lb/>ὥστε, κἂν
						διπλάσιον ἔχωσι, τριπλάσιον προσκτήσασθαι σπεύδουσι, <lb/>κἂν τριπλάσιον ἔχωσι,
						τετραπλασίων ἐφίενται. καὶ <lb/>οὕτως ἐφορῶσι τοὺς πλέονα κεκτημένους αὐτῶν, οὐ τοὺς
						<lb/>ἐλάττονα, καὶ τούτους ὑπερβάλλεσθαι ζητοῦσι, καὶ τούτων <lb/>πλέον ἔχειν
						ἐπιθυμοῦσι. σὺ γοῦν οὕτως, ἔφην, ἐὰν σκοπῇς <lb/>ἅπαντας ἡμῶν τοὺς πολίτας, εὑρήσεις οὐ
						πολλοὺς <lb/>πλουσιωτέρους σαυτοῦ, ὥστε τῶν ὑπολοίπων ἁπάντων ἔσῃ <lb/>πλουσιώτερος·
						εὔδηλον δὲ, ὡς καὶ τῶν δούλων αὐτῶν, καὶ <lb/>προσέτι καὶ γυναικῶν τοσούτων. εἴπερ οὖν
						ἡμῖν οἱ πολῖται <lb/>πρὸς τοὺς τετρακισμυρίους εἰσὶν, ὁμοῦ ἐὰν προσθῇς <lb/>αὐτῶν τὰς
						γυναῖκας καὶ τοὺς δούλους, εὑρήσεις σεαυτὸν <lb/>δυοκαίδεκα μυριάδων ἀνθρώπων οὐκ
						ἀρνούμενον εἶναι πλουσιώτερον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τούτους βουλόμενον ὑπερβαλέσθαι, καὶ <pb n="50"/> πάμπλουτον ἐν πλούτῳ γενέσθαι σε σπεύδοντα, καίτοι πολίτην <lb/>ἄμεινον ἐν
						αὐταρκείᾳ πρῶτον ὑπάρχειν, ὅπερ ἐστὶν ἐπί <lb/>σοι. τὸ δ’ ἐν πλούτῳ πρωτεύειν οὐκ
						ἀρετῆς, ἀλλὰ τύχης <lb/>ἔργον, ἥτις καὶ δούλους καὶ ἀπελευθέρους ἐργάζεται <lb/>ἡμῶν τῶν
						ὀνομαζομένων εὐγενῶν πλουσιωτέρους. ἀλλὰ σύ <lb/>γε, κᾂν σχῇς, ὡς εὔχῃ, πλεῖον τῶν
						πολιτῶν ἁπάντων, οὐκ <lb/>ἀρκεσθήσῃ, περισκέψῃ δ’ αὐτίκα, μή τις ἐν ἄλλῃ πόλει
						<lb/>πλουσιώτερος. εἶτ’, ἂν ὑπηρετοῦσάν σοι σχῇς καὶ πρὸς <lb/>τούτοις τὴν τύχην, ἐπὶ
						τἄλλα μεταβὰς ἔθνη καὶ τῶν ἐν <lb/>ἐκείνοις πλουσίων ἐθελήσεις γενέσθαι πλουσιώτερος.
						ὥστ’ <lb/>οὐ πάντων πλουσιώτερος, ἀλλ’ ἀεὶ πένης ἔσῃ διὰ τὰς ἀορίστους <lb/>ἐπιθυμίας.
						εἰ δέ γε τῇ χρείᾳ τῶν κτημάτων ἐμέτρεις <lb/>σεαυτοῦ τὸ σύμμετρον, ἐκ τῶν πλουσίων ἄν
						ἤδη σαυτὸν <lb/>ἠριθμήκεις, ἢ πάντως γε τῶν εὐπόρων. ἐγὼ γοῦν <lb/>ἐμαυτὸν ἐκ τούτων
						ἀριθμῶ, καίτοι γε ἐλάττω σοῦ κεκτημένος. <lb/>ἐὰν οὖν οὕτω πείσῃς σαυτὸν, οὐκέτι ἀνιάσει
						σε τῶν <lb/>ἀπολλυμένων οὐδὲν, ἔσῃ τε μακάριος, ὅσον ἐπὶ τῷ μὴ <lb/>λυπεῖσθαι διὰ
						χρήματα. τὴν δ’ αὐτὴν ταύτην ἀπληστίαν <pb n="51"/> ἂν ἐξέλῃς τοῦ τιμᾶσθαι βούλεσθαι,
						καὶ κατὰ τοῦτ’ ἄλυπος <lb/>ἔσῃ. εἰ δ’ οὐ μόνον ἀρκεῖ τιμᾶσθαι πρὸς τῶν συνήθων,
						<lb/>ἀλλὰ καὶ πάντας ἐθέλεις τοὺς κατὰ τὴν πόλιν ἐπαινεῖν σε, <lb/>οἵ τε μὴ γινώσκουσί
						σε τὴν ἀρχὴν, ἴσως οὖν βουλήσῃ πρότερον <lb/>ἀπ’ αὐτῶν γνωσθῆναι, δεύτερον δὲ τιμᾶσθαι.
						τοῦτο <lb/>δὲ τὸ μὲν γνωσθῆναι πᾶσιν ἐθέλειν ἀπλήστου φιλοδοξίας <lb/>ἔργον ἐστὶν, τὸ δὲ
						τιμᾶσθαι ματαίας φιλοτιμίας. ἀναγκαῖον <lb/>οὖν ἔσται σοι, καθάπερ ἐπὶ χρημάτων κτήσει
						νῦν ἀγρυπνίας, <lb/>οὕτως, ἐὰν <milestone unit="ed2page" n="535"/>εἰς φιλοδοξίαν ἢ
						φιλοτιμίαν ἐκτείνῃς τὴν <lb/>ἐπιθυμίαν, ἀνιαθήσεσθαι μειζόνως ἐπὶ τοῖς μὴ γινώσκουσί
						<lb/>τε καὶ τιμῶσι πολλοῖς οὖσιν. εἴπερ οὖν εὕρομεν, καὶ ἀσκήσομεν <lb/>ἐπ’ αὐτῶν διὰ
						παντὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ ἄλυποι γενησόμεθα. <lb/>πῶς οὖν ἀσκήσομεν; ἐὰν γνῶμεν, πότερον
						ὀρθῶς <lb/>εἴρηται, πάθος εἶναι ψυχῆς μοχθηρότατον ἀπληστίαν· <lb/>κρηπὶς γάρ τις αὕτη
						φιλοχρηματίας ἐστὶ, καὶ φιλοδοξίας, <lb/>καὶ φιλοτιμίας, καὶ φιλαρχίας, καὶ φιλονεικίας.
						<lb/>πρῶτον μὲν οὖν ἀεὶ πρόχειρον ἔχειν δεῖ τὸ περὶ τῆς αὐταρκείας ﻿<pb n="52"/> δόγμα,
						συνημμένον δηλονότι τῷ περὶ τῆς ἀπληστίας. <lb/>ὁ γὰρ μισήσας τὴν ἀπληστίαν ἐφίλησε τὴν
						αὐτάρκειαν. <lb/>εἴπερ οὖν ἐν τούτῳ μόνῳ κεῖται τὸ ἄλυπον εἶναι, τοῦτο δὲ <lb/>ἐφ’ ἡμῖν,
						ἤδη πᾶν ἐφ’ ἡμῖν ἀλύπους γενέσθαι, πρόχειρον <lb/>μὲν ἔχουσι τὸ περὶ τῆς αὐταρκείας καὶ
						τὸ περὶ τῆς ἀπληστίας <lb/>δόγμα, τὴν δ’ ἐκ τῶν κατὰ μέρος ἔργων ἄσκησιν <lb/>ἑκάστης
						ἡμέρας ποιουμένην ἐπὶ τοῖσδε τοῖς δόγμασιν, ὅπερ <lb/>ἐκ τῆς πρώτης παιδείας ἑτέροις
						ὑπῆρξε, τοῦτο τοῖς ἀτυχήσασιν <lb/>ἐκείνοις ὕστερόν ποθ’ ὑπάρξει δι’ ἧς εἶπον ὁδοῦ.
						<lb/>τίς γὰρ οὐκ ἂν ἐθελήσαι ἀλύπως εἶναι παρ’ ὅλον αὑτοῦ τὸν <lb/>βίον; ἢ τίς οὐκ ἂν
						τοῦτον προέλοιτο τοῦ πλούτου κινητοῦ <lb/>τε καὶ μιαροῦ μᾶλλον; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐγὼ μὲν οὖν καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ <lb/>διῆλθον ἐκείνῳ τε καὶ ἄλλοις ὕστερον πολλοῖς,
						καὶ πάντας <lb/>ἔπεισα τό γε παραυτίκα· τὴν δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ὠφέλειαν <lb/>ὀλιγίστους
						εἶδον ὕστερον ἔχοντας. τηλικαῦτα γὰρ ἤδη τὰ <lb/>πάθη τῆς ψυχῆς ηὐξήκασιν οἱ πολλοὶ τῶν
						ἀνθρώπων, ὡς <lb/>ἀνίατα ὑπάρχειν. εἰ δέ τις ἔτι μετρίοις δουλεύει πάθεσιν, <pb n="53"/>
						γνῶναί τ’ ἂν οὕτω δύναταί τι τῶν πρῶτον εἰρημένων, ἐπιστήσας <lb/>ἑαυτῷ, καθάπερ
						ἔμπροσθεν εἶπον, ἐπόπτην τινὰ <lb/>καὶ παιδαγωγὸν, ὅστις ἑκάστοτε τὰ μὲν ἀναμιμνήσκων
						αὐτὸν, <lb/>τὰ δ’ ἐπιπλήττων, τὰ δὲ προτρέπων τε καὶ παρορμῶν <lb/>ἔχεσθαι τῶν
						κρειττόνων, ἑαυτόν τε παράδειγμα παρέχων <lb/>ὧν λέγει καὶ προτρέπει, δυνήσεται
						κατασκευάσαι λόγῳ <lb/>ἐλευθέραν τε καὶ καλὴν τὴν ψυχήν. αἰσχρὸν γὰρ τὴν μὲν <lb/>κατὰ
						νόμους ἀνθρωπίνους ἐλευθερίαν ἀντὶ πολλῶν πεποιῆσθαι, <lb/>τὴν δ’ ὄντως καὶ φύσει μὴ
						σπουδάζειν, ἀλλ’ αἰσχραῖς <lb/>καὶ ἀσελγέσι καὶ τυραννικαῖς δεσποίναις δουλεύειν,
						<lb/>φιλοχρηματίαις τε καὶ σμικρολογίαις καὶ φιλαρχίαις καὶ <lb/>φιλοδοξίαις καὶ
						φιλοτιμίαις. καίτοι τούτων ἁπασῶν οὐκ <lb/>ἂν ὀκνήσαιμι φάναι μητέρα πλεονεξίαν. τίς οὖν
						ἔχων ταύτην <lb/>ἐν τῇ ψυχῇ δύναται καλὸς κᾀγαθὸς γενέσθαι; τίς δ’ <lb/>οὐκ ἂν εἴη
						θανάτων ἄξιος μυρίων, εἰ μὴ μισήσειε τὸ <lb/>τοιοῦτον αἶσχος τοῦτο; πολὺ δὲ μᾶλλον
						μισητέον ἐστὶ καὶ <lb/>φευκτέον αὐτὸ σωθῆναι βουλομένοις νέοις, ὡς, ἐὰν φθάσωσιν
						<lb/>ἐκτραφέντες ἀπλήστως χρημάτων ἐπιθυμεῖν, δυνατὸν <pb n="54"/> οὖκ ἔτ’ αὐτοῖς μετὰ
						τεσσαρακοστὸν ἔτος ὠφεληθῆναι. τίθει <lb/>δ’, εἰ βούλει, πεντηκοστὸν, ἵνα μήτις ἡμᾶς
						ἀπανθρώπους <lb/>φῇ, καθάπερ ἤκουσά τινος λέγοντος ἥττονας μὲν ἀνθρώπους <lb/>καὶ
						λιχνείας, καὶ ἀφροδισίων, καὶ δόξης, καὶ τιμῆς <lb/>οὐκ ὀλίγους, ἑαυτὸν δὲ πλούσιον ἑνὸς
						ἡττώμενόν, διότι <lb/>μηδενὸς ἐτύγχανεν ὧν ἐφίετο. καὶ γὰρ δὴ ἐπειδὴ καὶ <lb/>οὗτος
						πολλοῦ χρόνου καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἑώρα φαιδρὸν <lb/>ἐμὲ, αὐτοῦ κακοπραγοῦντος, ἐδεῖτο
						διδάσκειν ὅπως ἂν <lb/>αὐτὸς μὴ ἀνιῷτο. <milestone unit="ed2page" n="536"/>φάντος δέ μού
						οἱ πλεόνων ἐτῶν <lb/>δεῖσθαι πρὸς ἐπανόρθωσιν ὧν ηὔξησε μέχρι δεῦρο παθῶν,
						<lb/>ἀνακραγὼν εἶπεν· Οὐδὲν ἀπανθρωπότερον σοῦ· ὥσπερ <lb/>ἐμοῦ σπουδάζειν δυνηθέντος
						μὲν ἂν, εἰ ἐβουλήθην, ἄλυπον <lb/>αὐτὸν ἐργάσασθαι τάχιστα, φθονήσαντος δέ τινος
						εὐεργεσίαν. <lb/>καίτοι μόνῳ τούτῳ τῶν μαθημάτων οὐδεὶς τῶν <lb/>πέλας δύναται φθονῆσαι.
						συμφέρει γὰρ ἡμῖν ἅπαντας ἀνθρώπους, <lb/>οἷς συνδιατρίβομεν, ἔξω τῶν ψυχικῶν παθῶν
						εἶναι, <lb/>μήτε φιλοδοξίαν, μήτ’ ἄλλο τι τοιοῦτο τὴν ψυχὴν λελωβημένους. <lb/>ὅσῳ γὰρ
						ἂν ὦσι βελτίους οἵδε, τοσούτῳ καὶ <pb n="55"/> ἡμῖν ὠφελιμώτεροι φίλοι γενήσονται. πάλιν
						οὖν ἐπὶ τὸν <lb/>ἀληθῆ ἄνδρα γενέσθαι βουλόμενον ἐπανελθὼν ὑποθήσομαι <lb/>τὴν κοινὴν
						ὁδὸν εἰς ἅπαντα <milestone unit="ed1page" n="360"/>τὰ κατὰ τὴν ψυχὴν <lb/>ἡμῶν καλά. χρὴ
						γὰρ αὐτὸν τὸν ἐπιστάτην ἐπιστῆσαι <lb/>τό γε καταρχὰς ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν πρασσομένων, ὃς
						ἀναμνήσει <lb/>τὸ παρορώμενον. ἔστι γὰρ ἐνίοτε δυσδιόριστον ἐν ταῖς <lb/>πράξεσι τὸ κατὰ
						σμικρολογίαν πραττόμενον τοῦ κατ’ οἰκονομίαν, <lb/>ὥστ’ ἀδύνατόν ἐστι νῦν ὁρίσαι τοῦτο
						τὸ πρῶτον <lb/>ἀρχομένῳ τὸ τῆς φιλοχρηματίας ἐκκόπτειν πάθος. ὥσπερ <lb/>δ’ ἐν τούτῳ ἡ
						ἀρετὴ γειτνιᾷ τῇ κακίᾳ, κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον τῆς φιλοτιμίας ἐκκοπτομένης.
						ἀναίσχυντον γὰρ κατὰ <lb/>τὰς καλὰς πεφυκυίας ψυχὰς, ἑτέρους μὲν εἶναι τοὺς ὀψομένους
						<lb/>τὰ τῶν σωθῆναι δυναμένων νέων ἁμαρτήματα, πρεσβύτας <lb/>μὲν τὴν ἡλικίαν, ἐν ὅλῳ δὲ
						τῷ βίῳ πεῖραν ἱκανὴν <lb/>δεδωκότας ἐλευθέρας γνώμης· οἷς ἐπιτιμῶσιν οὐκ ἀντιτείνειν,
						<lb/>οὐδ’ ἀπεχθάνεσθαι προσήκει, ἀλλὰ χάριν εἰδέναι, <lb/>καὶ παρακαλεῖν ἀεὶ λέγειν
						τἀληθῆ, καὶ γνόντας αὐτὸ πειρᾶσθαι, <pb n="56"/> κἂν μὴ κατὰ μεγάλα μόρια, κατὰ σμικρὰ
						γοῦν <lb/>ἀποκόπτειν τι τοῦ μεγέθους τῶν παθῶν, εἰ καὶ χαλεπὸν <lb/>ἐν ἀρχῇ τοῦτο, καὶ
						μετὰ πολλῆς ταλαιπωρίας φαίνοιτο <lb/>γιγνόμενον, ἐννοοῦντας οὐχ ὁμοίως χαλεπὸν ἔσεσθαι
						τοῦ <lb/>χρόνου προϊόντος. ὅσον γὰρ ἂν αὔξηται ἡμῶν τὸ λογιστικὸν <lb/>ἐν ταῖς τοιαύταις
						ἀσκήσεσι, καθάπερ ἡττᾶται καὶ <lb/>μειοῦται τὰ πάθη, τοσοῦτον ῥᾷον ὕστερον ἡ παντελὴς
						<lb/>ὑποταγή. ὅπου γὰρ ἔτι μεγίστων ὄντων ἐκράτησεν ὁ λογισμὸς <lb/>ἀγύμναστος ὢν,
						εὔδηλον ὡς μᾶλλον κρατήσει, διττῆς <lb/>ὑπεροχῆς ἐν τῷ χρόνῳ προγενομένης αὐτῷ. καὶ γὰρ
						<lb/>αὐτὸς ἐξ ὧν ἐγυμνάσατο πολὺ γενναιότερος ἔσται, κἀκείνοις <lb/>διατελέσει
						σμικροτέροις γιγνομένοις. ἤρκει δὲ καὶ θάτερον <lb/>αὐτῶν μόνον εἰς τὴν τοῦ μέλλοντος
						ἐλπίδα. διόπερ <lb/>ἐν ἀρχῇ τῆς ἀσκήσεως οὐ προσῆκεν ἀθυμεῖν, ὀλίγην ἐπίδοσιν <lb/>ἑαυτῷ
						γιγνομένην αἰσθανόμενον ἐν τῇ τῶν παθῶν <lb/>ἰάσει. μεγάλα γὰρ ἔσται τοῦ χρόνου
						προϊόντος, ἐὰν μόνον <lb/>ὑπομένῃ τις ἀκούειν ὧν ἁμαρτάνει, τὴν ἀληθινὴν φιλίαν
						<lb/>ἑαυτὸν φιλήσας καὶ βουληθεὶς γενέσθαι καλὸς κᾀγαθὸς, <pb n="57"/> οὐ φαίνεσθαι
						μόνον. ἡ μὲν δὴ τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς <lb/>γνῶσίς τε καὶ θεραπεία κατὰ τὴν εἰρημένην ὁδόν·
						περὶ <lb/>δὲ τῶν ἁμαρτημάτων ἐφεξῆς εἰρήσεται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>