<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1:1-11</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1:1-11</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΒΙΒΛΙΟΝ, ΟΤΙ ΤΑ ΤΗΣ <lb/>ΨΥΧΗΣ ΗΘΗ ΤΑΙΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ <lb/>ΚΡΑΣΕΣΙΝ
                        ΕΠΕΤΑΙ.</head><p>Ταῖς τοῦ σώματος κράσεσιν ἕπεσθαι τὰς <lb/>δυνάμεις τῆς ψυχῆς, οὐχ ἅπαξ ἢ
                        δὶς, ἀλλὰ πάνυ πολλάκις, <lb/>οὐδ’ ἐπ’ ἐμαυτοῦ μόνου βασανίσας τε καὶ
                        πολυειδῶς <lb/>ἐρευνήσας, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς μὲν ἅμα τοῖς διδασκάλοις,
                        <lb/>ὕστερον δὲ σὺν τοῖς ἀρίστοις φιλοσόφοις, ἀληθῆ τε διὰ <lb/>παντὸς εὗρον
                        τὸν λόγον, ὠφέλιμόν τε τοῖς κοσμῆσαι τὰς <lb/>ἑαυτῶν ἐθέλουσι ψυχάς·
                        ἐπειδήπερ, ὡς διῆλθον ἐν τῇ περὶ <pb n="768"/> τῶν ἐθῶν πραγματείᾳ, καὶ διὰ
                        τῶν ἐδεσμάτων τε καὶ πομάτων, <lb/>ἔτι τε τῶν ὁσημέραι πραττομένων εὐκρασίαν
                        ἐργαζόμενοι <lb/>τῷ σώματι, κᾀκ ταύτης εἰς ἀρετήν τι τῆς ψυχῆς
                        <lb/>συντελέσομεν, ὡς οἱ περὶ Πυθαγόραν καὶ Πλάτωνα καί <lb/>τινες ἄλλοι τῶν
                        παλαιῶν ἱστοροῦνται πράξαντες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἀρχὴ δὲ παντὸς τοῦ μέλλοντος εἰρῆσθαι <lb/>λόγου γνῶσις τῆς διαφορᾶς τῶν ἐν
                        τοῖς μικροῖς παιδίοις <lb/>φαινομένων ἔργων τε καὶ παθῶν τῆς ψυχῆς, ἐξ ὧν αἱ
                        <lb/>δυνάμεις αὐτῆς κατάδηλοι γίνονται. τινὰ μὲν γὰρ αὐτῶν <lb/>φαίνονται
                        δειλότατα, τινὰ δὲ καταπληκτικώτατα· καί τινα <lb/>μὲν ἄπληστα καὶ λίχνα,
                        τινὰ δὲ ἐναντίως διακείμενα· καί <lb/>τινα μὲν ἀναίσχυντα, τινὰ <milestone unit="ed2page" n="445"/> δὲ αἰσχυντηλὰ, καὶ πολλὰς <lb/>ἑτέρας ἔχοντα
                        τοιαύτας διαφορὰς, ἃς ἁπάσας ἐν ἑτέροις <lb/>διῆλθον. ἐνταυθοῖ δ’ ἀρκεῖ
                        παραδείγματος ἕνεκα τῶν τριῶν <lb/>αὐτῆς εἰδῶν τε καὶ μερῶν ἐνδεδεῖχθαι τὰς
                        δυνάμεις, ἐναντίας <lb/>ὑπαρχούσας φύσει τοῖς βρέφεσιν. ἐκ τούτου γὰρ
                        ἐνέσται <lb/>συλλογίζεσθαι, μὴ τὴν αὐτὴν ἅπασι φύσιν εἶναι ψυχῆς. <pb n="769"/> εὔδηλον δὲ, ὅτι τὸ τῆς φύσεως ὄνομα κατὰ τοὺς τοιούτους
                        <lb/>λόγους ταὐτὸν σημαίνει τῷ τῆς οὐσίας. εἴπερ γὰρ ἦν ἀπαράλλακτος
                        <lb/>αὐτῶν ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς, ἐνήργουν τε τὰς αὐτὰς <lb/>ἐνεργείας, ἔπασχόν
                        τ’ ἂν ἀπὸ τῶν αὐτῶν αἰτιῶ. τὰ <lb/>αὐτὰ πάθη. δῆλον οὖν, ὅτι διαφέρουσιν
                        ἀλλήλων οἱ παῖδες <lb/>εἰς τοσοῦτον ταῖς τῶν ψυχῶν οὐσίαις, εἰς ὅσον καὶ
                        ταῖς <lb/>ἐνεργείαις τε καὶ τοῖς παθήμασιν αὐτῶν· εἰ δὲ τοῦτο, καὶ <lb/>ταῖς
                        δυνάμεσι. συγκεχυμένοι δέ εἰσιν εὐθὺς ἐν τούτῳ πολλοὶ <lb/>τῶν σοφῶν,
                        ἀδιόρθωτον ἔννοιαν ἔχοντες περὶ δυνάμεως. <lb/>ὥσπερ γὰρ ἐνοικοῦντός τινος
                        πράγματος ταῖς οὐσίαις, ὡς <lb/>ἡμεῖς ταῖς οἰκίαις, οὔπω μοι δοκοῦσι περὶ
                        τῶν δυνάμεων <lb/>φαντάζεσθαι, μὴ γινώσκοντες, ὅτι τῶν γινομένων ἑκάστου
                        <lb/>ποιητική τίς ἐστιν αἰτία νοουμένη κατὰ τὸ πρός τι, καὶ <lb/>ταύτης τῆς
                        αἰτίας, ὡς μὲν πράγματος τοιοῦδέ τινος, ἰδίᾳ <lb/>καὶ καθ’ ἑαυτὸ προσηγορία
                        τίς ἐστιν. ἐν δὲ τῇ πρὸς τὸ <lb/>γινόμενον ἀφ’ ἑαυτῆς σχέσει δύναμίς ἐστι
                        τοῦ γιγνομένου, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο τοσαύτας δυνάμεις ἔχειν τὴν οὐσίαν φαμὲν,
                        <lb/>ὅσας ἐνεργείας, οἷον τὴν ἀλόην καθαρτικήν τε δύναμιν ἔχειν <pb n="770"/> καὶ τονωτικὴν στομάχου, καὶ τραυμάτων ἐναίμων κολλητικὴν, <lb/>ἰσοπέδων
                        ἑλκῶν ἀπουλωτικὴν, ὑγρότητος βλεφάρων <lb/>ξηραντικὴν, οὐ δήπου τῶν
                        εἰρημένων ἔργων ἕκαστον ἄλλου <lb/>τινὸς ποιοῦντος παρὰ τὴν ἀλόην. αὕτη γάρ
                        ἐστιν ἡ <lb/>ταῦτα δρῶσα, καὶ διὰ τὸ δύνασθαι ποιεῖν αὐτὰ τοσαύτας
                        <lb/>ἐλέχθη δυνάμεις ἔχειν, ὅσα τὰ ἔργα. λέγομεν γοῦν, τὴν <lb/>ἀλόην
                        καθαίρειν δύνασθαι καὶ ῥωννύναι στόμαχον, καὶ <lb/>κολλᾷν τραύματα, καὶ ἕλκη
                        συνουλοῦν, καὶ ὀφθαλμοὺς <lb/>ὑγροὺς ξηραίνειν, ὡς οὐδὲν διαφέρον ἢ
                        καθαίρειν δύνασθαι <lb/>φάναι τὴν ἀλόην, ἢ δύναμιν ἔχειν καθαρτικήν. οὕτω
                        <lb/>δὲ καὶ τὸ ξηραίνειν ὑγροὺς ὀφθαλμοὺς δύνασθαι ταὐτὸν <lb/>σημαίνει τῷ
                        δύναμιν ἔχειν ὀφθαλμῶν ξηραντικήν. κατὰ δὲ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅταν
                        εἴπωμεν, ἡ ἐν ἐγκεφάλῳ καθιδρυμένη <lb/>λογιστικὴ ψυχὴ δύναται μὲν
                        αἰσθάνεσθαι διὰ τῶν <lb/>αἰσθητηρίων, δύναται δὲ καὶ μεμνῆσθαι διὰ τῶν
                        αἰσθητῶν <lb/>αὐτὴ καθ’ αὑτὴν, ἀκολουθίαν τε καὶ μάχην ἐν τοῖς πράγμασιν
                        <lb/>ὁρᾷν, ἀνάλυσίν τε καὶ σύνθεσιν, οὐκ ἄλλο τι δηλοῦμεν <lb/>ἢ εἰ
                        περιλαβόντες εἴποιμεν, ἡ λογιστικὴ ψυχὴ δυνάμεις <pb n="771"/> ἔχει τὰς
                        πλείους, αἴσθησιν, καὶ μνήμην, καὶ σύνεσιν, ἑκάστην <lb/>τε τῶν ἄλλων. ἐπεὶ
                        δὲ οὐ μόνον αἰσθάνεσθαι δύνασθαί <lb/>φαμεν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ κατ’ εἶδος ὁρᾷν,
                        ἀκούειν, <lb/>ὀσμᾶσθαι, γεύεσθαι, ἅπτεσθαι, πάλιν αὖ δυνάμεις αὐτὴν
                        <lb/>ἔχειν λέγομεν, ὀπτικὴν, ὀσφραντικὴν, ἀκουστικὴν, <lb/>γευστικὴν,
                        ἁπτικήν. οὕτω δὲ καὶ τὴν ἐπιθυμητικὴν αὐτῇ <lb/>δύναμιν ὁ Πλάτων ὑπάρχειν
                        ἔλεγεν, ἣν δὴ κοινῶς ἐπιθυμητικὴν, <lb/>οὐκ ἰδίως ὀνομάζειν ἔθος αὐτῷ.
                        πλείους μὲν γὰρ <lb/>εἶναι καὶ ταύτης τῆς ψυχῆς ἐπιθυμίας φησὶ, πλείους δὲ
                        <lb/>καὶ τῆς θυμοειδοῦς, πολλῷ δὲ πλείους καὶ ποικιλωτέρας <lb/>τῆς τρίτης,
                        ἣν δι’ αὐτὸ τοῦτο κατ’ ἐξοχὴν ὠνόμασεν ἐπιθυμητικὴν, <lb/>εἰωθότων οὕτω τῶν
                        ἀνθρώπων ἐνίοτε τὰ πρωτεύοντα <lb/>τῶν ἐν τῷ γένει τῷ τοῦ γένους
                        προσαγορεύειν <lb/>ὀνόματι, καθάπερ ὅταν εἴπωσιν, ὑπὸ μὲν τοῦ ποιητοῦ
                        λελέχθαι <lb/>τόδε τὸ ἔπος, ὑπὸ δὲ τῆς ποιητρίας τόδε· πάντες <lb/>γὰρ
                        ἀκούομεν, Ὅμηρον μὲν λέγεσθαι ποιητὴν, Σαπφὼ <lb/>δὲ ποιήτριαν. <milestone unit="ed2page" n="446"/> οὕτω δὲ καὶ θῆρα λέγουσιν ἐξαιρέτως <lb/>τὸν
                        λέοντα, καὶ ἄλλα τοιαῦτα κατ’ ἐξοχὴν ὀνομάζουσιν. ﻿<pb n="772"/>
                        ἐπιθυμητικὸν οὖν ἐστι κατὰ τὸ κοινὸν τῆς ἐπιθυμίας σημαινόμενον
                        <lb/>ἀληθείας μὲν καὶ ἐπιστήμης, καὶ μαθημάτων, <lb/>καὶ συνέσεως, καὶ
                        μνήμης, καὶ συλλήβδην εἰπεῖν ἁπάντων <lb/>τῶν καλῶν ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς
                        ψυχῆς, ὃ καλεῖν εἰθίσμεθα <lb/>λογιστικόν· ἐλευθερίας δὲ καὶ νίκης, καὶ τοῦ
                        κρατεῖν, καὶ <lb/>ἄρχειν, καὶ δοξάζεσθαι, καὶ τοῦ τιμᾶσθαι τὸ θυμοειδές·
                        <lb/>ἀφροδισίων δὲ καὶ τῆς ἐξ ἑκάστου τῶν ἐσθιομένων τε καὶ <lb/>πινομένων
                        ἀπολαύσεως τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὀνομαζόμενον ὑπὸ <lb/>Πλάτωνος ἐπιθυμητικὸν, οὔτε
                        τῆς αὐτῆς ψυχῆς ὄρεξιν <lb/>τοῦ καλοῦ ἔχειν δυναμένης, οὔτε τῆς λογιστικῆς
                        ἀφροδισίων, <lb/>ἢ πομάτων, ἢ βρωμάτων, ὥσπερ οὐδὲ εἰκὸς, ἢ <lb/>ἀρχῆς, ἢ
                        δόξης, ἢ τιμῆς. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον οὐδὲ <lb/>τῆς θυμοειδοῦς ὀρέξεις
                        εἶχεν ἥ τε λογιστικὴ καὶ ἡ <lb/>ἐπιθυμητική. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅτι μὲν οὖν τρία τῆς ψυχῆς ἐστιν εἴδη, καὶ <lb/>ὁ Πλάτων βούλεται ταῦτα, δι’
                        ἑτέρων ἐπιδέδεικται, καθάπερ <lb/>γε καὶ ὅτι τὸ μὲν ἐν ἥπατι, τὸ δὲ ἐν
                        καρδίᾳ, τὸ δὲ <lb/>ἐν ἐγκεφάλῳ καθίδρυται. ὅτι δὲ ἐκ τούτων τῶν εἰδῶν τε <pb n="773"/> καὶ μερῶν τῆς ὅλης ψυχῆς τὸ λογιστικὸν ἀθάνατόν ἐστι,
                        <lb/>Πλάτων μὲν φαίνεται πεπεισμένος· ἐγὼ δὲ, οὔθ’ ὡς ἔστιν, <lb/>οὔθ’ ὡς
                        οὐκ ἔστιν, ἔχω διατείνασθαι πρὸς αὐτόν. πρῶτον <lb/>οὖν ἐπισκεψώμεθα περὶ
                        τῶν ἐν καρδίᾳ καὶ ἥπατι τῆς <lb/>ψυχῆς εἰδῶν, ἃ κᾀκείνῳ κᾀμοὶ συνωμολόγηται
                        φθείρεσθαι <lb/>κατὰ τὸν θάνατον. ἔχοντος δὲ ἰδίαν οὐσίαν ἑκατέρου τῶν
                        <lb/>σπλάγχνων, ἥτις μέν ἐστιν ἀκριβῶς αὕτη, μηδέπω ζητῶμεν,
                        <lb/>ἀναμνησθῶμεν δὲ περὶ τῆς κοινῆς ἁπάντων σωμάτων <lb/>συστάσεως. ἐκ
                        δυοῖν γὰρ ἀρχῶν ἡμῖν ἐδείχθη σύνθετος <lb/>ὑπάρχειν, ὕλης μὲν ἀποίου κατ’
                        ἐπίνοιαν, ἐχούσης δὲ ἐν <lb/>αὑτῇ ποιοτήτων τεττάρων κρᾶσιν, θερμότητος,
                        ψυχρότητος, <lb/>ὑγρότητος, ξηρότητος. ἐκ τούτων καὶ χαλκὸς, καὶ
                        <lb/>σίδηρος, καὶ χρυσὸς, ἥ τε σὰρξ, νεῦρά τε καὶ χόνδρος, <lb/>καὶ πιμελὴ,
                        καὶ πάνθ’ ἁπλῶς τὰ πρωτόγονα μὲν ὑπὸ <lb/>Πλάτωνος, ὁμοιομερῆ δ’ ὑπ’
                        Ἀριστοτέλους ὀνομαζόμενα <lb/>γέγονεν. ὥστε, εἴγε αὐτὸς οὗτος Ἀριστοτέλης
                        εἶδος εἶναι <lb/>τοῦ σώματος εἴπῃ τὴν ψυχὴν, ἐρωτητέον αὐτὸν ἢ τούς <lb/>γ’
                        ἀπ’ αὐτοῦ, ποτέραν τὴν μορφὴν εἶδος εἰρῆσθαι πρὸς <pb n="774"/> αὐτοῦ
                            νο<milestone unit="ed1page" n="345"/>μίσομεν, ὥσπερ ἐν τοῖς ὀργανικοῖς
                        σώμασιν, <lb/>ἢ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν τῶν φυσικῶν σωμάτων, σῶμα δημιουργήσασαν,
                        <lb/>ὅπερ ὁμοιομερές ἐστι καὶ ἁπλοῦν, ὡς πρὸς αἴσθησιν <lb/>οὐκ ἔχον
                        ὀργανικὴν σύνθεσιν. ἀποκρινοῦνται γὰρ <lb/>ἐξ ἀνάγκης τὴν ἑτέραν ἀρχὴν τῶν
                        φυσικῶν σωμάτων, εἴ γε <lb/>δὴ τούτων εἰσὶ πρώτως ἐνέργειαι. δέδεικται γὰρ
                        τοῦθ’ ἡμῖν <lb/>ἑτέρωθι, καὶ νῦν, ἂν δεήσῃ, πάλιν εἰρήσεται. καὶ μὴν
                        <lb/>εἴπερ ἐξ ὕλης τε καὶ εἴδους ἅπαντα συνέστηκε τὰ τοιαῦτα <lb/>σώματα,
                        δοκεῖ δὲ καὶ αὐτῷ τῷ Ἀριστοτέλει, τῶν τεττάρων <lb/>ποιοτήτων ἐγγινομένων τῇ
                        ὕλῃ τῶν φυσικῶν, γίγνεσθαι <lb/>σωματικὴν ἐκ τούτων κρᾶσιν, ἀναγκαῖον αὐτὸ
                        τίθεσθαι τὸ <lb/>εἶδος, ὥστε πως καὶ ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία κρᾶσις ἔσται τῶν
                        <lb/>τεττάρων, εἴπερ ποιοτήτων ἐθέλεις λέγειν, ὑγρότητός τε <lb/>καὶ
                        ξηρότητος, καὶ ψυχρότητος καὶ θερμότητος, ἤτοι σωμάτων, <lb/>ὑγροῦ, καὶ
                        θερμοῦ, καὶ ψυχροῦ, καὶ ξηροῦ, τῇ <lb/>δὲ τῆς ψυχῆς οὐσίᾳ τὰς δυνάμεις αὐτῆς
                        δεικνύναι ἑπομένας, <lb/>εἴ γε καὶ τὰς ἐνεργείας. εἰ μὲν οὖν καὶ τὸ
                        λογιζόμενον <lb/>εἶδος τῆς ψυχῆς ᾖ, θνητὸν ἔσται· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸ <pb n="775"/> κρᾶσίς τις ἐγκεφάλῳ, <milestone unit="ed2page" n="447"/> καὶ
                        πάνθ’ οὕτω τὰ τῆς ψυχῆς <lb/>εἴδη τε καὶ μέρη τὰς δυνάμεις ἑπομένας ἕξει τῇ
                        κράσει, <lb/>καὶ ἔσται τοιαύτη ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία. εἰ δ’ ἀθάνατός <lb/>ἐστιν,
                        ὡς Πλάτων βούλεται, διὰ τί χωρίζεται, ψυχθέντος <lb/>σφοδρῶς, ἢ
                        ὑπερθερμανθέντος, ἢ ὑπερξηρανθέντος, <lb/>ἢ ὑπερυγρανθέντος τοῦ ἐγκεφάλου,
                        καλῶς ἂν ἐπεποιήκει <lb/>γράψας αὐτὸς, ὥσπερ καὶ τἄλλα τὰ κατ’ αὐτὴν ἔγραψε.
                        <lb/>γίνεται γὰρ ὁ θάνατος κατὰ τὸν Πλάτωνα, χωριζομένης <lb/>τῆς ψυχῆς ἀπὸ
                        τοῦ σώματος. διὰ τί δὲ αὐτὴν κένωσις αἵματος <lb/>χωρίζει πολλὴ, καὶ κώνειον
                        ποθὲν, καὶ πυρετὸς διακαὴς, <lb/>εἰ μὲν ὁ Πλάτων ἔζη, παρ’ ἐκείνου πάντως ἂν
                        <lb/>ἠξίωσα μαθεῖν. ἐπεὶ δ’ οὔτ’ ἐκεῖνός ἐστιν ἔτι, καὶ τῶν <lb/>Πλατωνικῶν
                        διδασκάλων οὐδεὶς οὐδεμίαν αἰτίαν ἐδιδάξατό <lb/>με, δι’ ἣν ὑφ’ ὧν εἶπον ἡ
                        ψυχὴ τοῦ σώματος ἀναγκάζεται <lb/>χωρίζεσθαι, τολμῶ λέγειν αὐτὸς, ὡς οὐ πᾶν
                        εἶδος σώματος <lb/>ἐπιτήδειόν ἐστιν ὑποδέξασθαι τὴν λογιστικὴν ψυχήν.
                        ἀκόλουθον <lb/>γὰρ ὁρῶ τοῦτο τῷ περὶ ψυχῆς δόγματι τοῦ Πλάτωνος, <pb n="776"/> ἀπόδειξίν γε μὴν οὐδεμίαν ἔχω λέγειν αὐτοῦ διὰ <lb/>τὸ μὴ γινώσκειν με
                        τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ὁποία τίς ἐστιν, <lb/>ἐκ τοῦ γένους τῶν ἀσωμάτων
                        ὑποθεμένων ἡμῶν ὑπάρχειν <lb/>αὐτήν. ἐν μὲν γὰρ σώματι τὰς κράσεις ὁρῶ
                        πάμπολύ τε <lb/>διαφερούσας ἀλλήλων καὶ παμπόλλας οὔσας. ἀσωμάτου δ’
                        <lb/>οὐσίας αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν εἶναι δυναμένης, οὐκ οὔσης δὲ <lb/>ποιότητος,
                        ἢ εἴδους σώματος, οὐδεμίαν νοῶ διαφορὰν, <lb/>καίτοι πολλάκις ἐπισκεψάμενός
                        τε καὶ ζητήσας ἐπιμελῶς, <lb/>ἀλλ’ οὐδὲ πῶς οὐδὲν οὖσα τοῦ σώματος εἰς ὅλον
                        αὐτὸ <lb/>δύναιτ’ ἂν ἐκτείνεσθαι. τούτων μὲν οὐδὲν οὐδ’ ἄχρι φαντασίας
                        <lb/>ἐννοῆσαι δεδύνημαι, καίτοι προθυμηθεὶς χρόνῳ <lb/>παμπόλλῳ. γινώσκω δ’
                        ἐκεῖνο ἐναργῶς φαινόμενον, ὡς ἡ <lb/>μὲν τοῦ αἵματος κένωσις καὶ ἡ τοῦ
                        κωνείου πόσις καταψύχουσι <lb/>τὸ σῶμα, πυρετὸς δὲ σφοδρὸς ὑπερθερμαίνει.
                        <lb/>καὶ πάλιν ἐρῶ ταὐτὸν, διὰ τί ψυχόμενον ἢ ὑπερθερμαινόμενον <lb/>τὸ σῶμα
                        καταλείπει τελέως ἡ ψυχὴ, πολλὰ ζητήσας <lb/>οὐχ εὗρον, ὥσπερ γε οὐδὲ, διὰ
                        τί χολῆς μὲν ξανθῆς ﻿<pb n="777"/> ἐν ἐγκεφάλῳ πλεοναζούσης εἰς παραφροσύνην
                        ἑλκόμεθα, <lb/>διὰ τί δὲ τῆς μελαίνης εἰς μελαγχολίαν, διὰ τί δὲ τὸ
                        <lb/>φλέγμα καὶ ὅλως τὰ ψυκτικὰ παραίτια ληθάργοις, ἐξ ὧν <lb/>καὶ μνήμης,
                        καὶ συνέσεως βλάβαις ἁλισκόμεθα. καὶ μέντοι <lb/>καὶ διὰ τιμωρίαν αὐτὴν
                        ἐργάζεται κώνειον ποθὲν, ᾧ <lb/>καὶ τοὔνομα ἔνθεν παρώνυμον ἀπὸ τοῦ πάθους,
                        ὃ πάσχον <lb/>ὁρῶ ὑπ’ αὐτοῦ τὸ σῶμα. λύπης δὲ ἁπάσης καὶ δυσθυμίας
                        <lb/>κουφίζει σαφῶς οἶνος πινόμενος· ἑκάστης γὰρ ἡμέρας <lb/>τούτῳ χρώμεθα.
                        καὶ Ζήνων, ὥς φασιν, ἔλεγεν, ὅτι καθάπερ <lb/>οἱ πικροὶ θέρμοι βρεχόμενοι τῷ
                        ὕδατι γίνονται γλυκεῖς, <lb/>οὕτω καὶ αὐτὸν ὑπ’ οἴνου διατίθεσθαι. φασὶ δὲ
                        καὶ <lb/>τὴν οἰνοπίαν ῥίζαν ἔτι καὶ μᾶλλον ἐργάζεσθαι τοῦτο, καὶ <lb/>ταύτην
                        εἶναι τὸ τῆς Αἰγυπτίας ξένης φάρμακον, ὅ φησιν ὁ ποιητής·</p><lg><l>Αὐτίκ’ ἄρ’ εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον,</l><l>Νηπενθές τ’ ἄχολόν τε κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων.</l></lg><p>ἡ μὲν οὖν οἰνοπία ῥίζα χαιρέτω· δεόμεθα γὰρ αὐτῆς οὐδὲν <pb n="778"/> εἰς τὸν
                        λόγον, ὁρῶντες ὁσημέραι τὸν οἶνον ἐργαζόμενον, <lb/>ὅσα περ οἱ ποιηταὶ
                        λέγουσιν·</p><lg><l>Οἶνός σε τρώει μελιηδὴς, ὅστε καὶ ἄλλους</l><l>Βλάπτει, ὃς ἄν μιν χανδὸν ἕλοι μηδ’ αἴσιμα πίνοι.</l><l>Οἶνος καὶ Κένταυρον ἀγακλυτὸν Εὐρυτίωνα</l><l>Ἄασ’ ἐνὶ μεγάρῳ μεγαθύμου Πειριθόοιο</l><l>Ἐς Λαπίθας ἐλθόνθ’· ὁ δ’ ἐπεὶ φρένας ἄασεν οἴνῳ,</l><l>Μαινόμενος κάκ’ ἔρεξε δόμον κατὰ Πειριθόοιο.</l></lg><p>καὶ ἀλλαχόθι περὶ αὐτοῦ φησι Νηλέως·</p><l>Ὅστ’ ἐφέηκε πολύφρονά περ μάλ’ ἀεῖσαι</l><p><milestone unit="ed2page" n="448"/>Καί θ’ ἁπαλὸν γελάσαι, καί τ’ ὀρχήσασθαι
                        ἀνῆκε,</p><l>Καί τι ἔπος προέηκεν, ὅπερ τ’ ἄῤῥητον ἄμεινον.</l><p>οὕτω δὲ καὶ Θεόγνις ἔλεγεν· Οἶνος πινόμενος πουλὺς κακόν· <lb/>ἢν δέ τις
                        αὐτὸν Πίνῃ ἐπισταμένως, οὐ κακὸν, ἀλλ’ <lb/>ἀγαθόν. ὄντως γὰρ, εἰ συμμέτρως
                        ποθείη, καὶ πέψει, καὶ <lb/>ἀναδώσει, καὶ αἱματώσει, καὶ θρέψει. μεγάλα δὲ
                        συντελεῖ <lb/>μετ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ψυχὴν ἡμῶν ἡμερωτέραν <pb n="779"/> τε ἅμα
                        καὶ θαρσαλεωτέραν ἐργάζεσθαι, διὰ μέσης δηλονότι <lb/>τῆς κατὰ τὸ σῶμα
                        κράσεως, ἥντινα ἀνάπαλιν ἐργάζεται <lb/>διὰ μέσων τῶν χυμῶν. οὐ μόνον δὲ, ὡς
                        ἔφην, <lb/>κρᾶσις· σώματος ὑπαλλάττει καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς ψυχῆς, <lb/>ἀλλὰ
                        καὶ χωρίζειν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ σώματος δύναται. τί γὰρ <lb/>ἂν ἄλλο τις εἴποι,
                        θεώμενος τὰ ψύχοντά τε καὶ θερμαίνοντα <lb/>φάρμακα παραχρῆμα τὸν
                        προσενεγκάμενον ἀναιροῦντα; <lb/>τοῦ γένους δέ εἰσι τούτων καὶ οἱ τῶν θηρίων
                        <lb/>ἰοί. τοὺς δηχθέντας οὖν ὑπὸ τῆς ἀσπίδος ὁρῶμεν ἀποθνήσκοντας
                        <lb/>αὐτίκα παραπλήσιον τῆς ἀπὸ κωνείου πόσεως, <lb/>ὡς καὶ τοῦ ταύτης ἰοῦ
                        ψύχοντος. ἀναγκαῖον ἔσται <lb/>καὶ τοῖς ἰδίαν οὐσίαν ἔχειν ὑποθεμένοις τὴν
                        ψυχὴν ὁμολογῆσαι, <lb/>δουλεύειν αὐτὴν ταῖς τοῦ σώματος κράσεσιν, εἴ γε
                        <lb/>καὶ χωρίζειν ἐξουσίαν ἔχουσι, καὶ παραφρονεῖν ἀναγκάζουσι, <lb/>καὶ
                        μνήμην καὶ σύνεσιν ἀφαιρεῖσθαι, καὶ λυπηρότερα, καὶ <lb/>ἀτολμότερα, καὶ
                        ἀθυμότερα ἐργάζεσθαι, καθάπερ ἐν ταῖς <lb/>μελαγχολίαις φαίνεται. καὶ τούτων
                        ἔχει τἀναντία ὁ πίνων <lb/>τὸν οἶνον συμμέτρως. </p></div><pb n="780"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἆρ’ οὖν ὑπὸ μὲν τῆς κατὰ τὸ θερμόν τε <lb/>καὶ ψυχρὸν κράσεως ὑπαλλάττεσθαι
                        πεφύκασιν αἱ δυνάμεις <lb/>τῆς ψυχῆς, ὑπὸ δὲ τῆς κατὰ τὸ ξηρόν τε καὶ ὑγρὸν
                        <lb/>οὐδὲν πάσχειν; καὶ μὴν τούτου πολλὰ τεκμήρια κατά τε <lb/>φάρμακα καὶ
                        τὴν ὁσημέραι δίαιταν ἔχομεν, ἃ τάχ’ ἂν <lb/>ἐφεξῆς εἴποιμι σύμπαντα πρότερον
                        ἀναμνήσας ὧν ὁ Πλάτων <lb/>ἔγραψε λόγων ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος ὑγρότητος εἰς
                        λήθην <lb/>ἔρχεσθαι τὴν ψυχὴν ὧν πρότερον ἠπίστατο, πρὶν ἐνδεθῆναι <lb/>τῷ
                        σώματι. λέγει γὰρ ᾧδέ πως αὐτοῖς ῥήμασιν ἐν <lb/>Τιμαίῳ, κατ’ ἐκεῖνο τὸ
                        χωρίον τοῦ συγγράμματος, ἔνθα <lb/>φησὶ τοὺς θεοὺς δημιουργῆσαι τὸν
                        ἄνθρωπον, ἐνδόντας τὴν <lb/>ἀθάνατον ψυχὴν εἰς ἐπίῤῥυτον σῶμα καὶ ἀπόῤῥυτον,
                        εὔδηλον <lb/>ὅτι τὴν ὑγρότητα τῆς βρεφῶν οὐσίας αἰνιττόμενος. <lb/>ἐφεξῆς
                        γοῦν τούτοις τάδε φησίν· Αἱ δὲ εἰς ποταμὸν ἐνδεθεῖσαι <lb/>πολὺν οὔτ’
                        ἐκρατοῦντο, καὶ βίᾳ ἐφέροντό τε καὶ <lb/>ἔφερον. καὶ μετ’ ὀλίγα πάλιν·
                        Πολλοῦ γὰρ ὄντος τοῦ κατακλύζοντος <lb/>καὶ ἀποῤῥέοντος κύματος, ὃ τὴν
                        τροφὴν παρεῖχεν, <pb n="781"/> ἔτι μείζονα θόρυβον ἀπειρ<milestone unit="ed1page" n="346"/>γάζετο τὰ προσπίπτοντα τῶν <lb/>παθημάτων
                        ἑκάστοις. καὶ μέντοι καὶ διέλθωμεν αὐτὰ πάλιν. <lb/>ἐφεξῆς γάρ φησι· Διὰ δὴ
                        ταῦτα πάντα τὰ πάθη κατ’ <lb/>ἀρχὰς ἡ ψυχὴ γίνεται τὸ πρῶτον, ὅταν εἰς σῶμα
                        ἐνδεθῇ <lb/>θνητὸν, ὅταν δὲ τὸ τῆς αὐξήσεως καὶ πρὸς ἔλαττον ἐπῇ <lb/>ῥεῦμα,
                        πάλιν δὲ περίοδοι λαμβανόμεναι γαλήνης τὴν ἑαυτῶν <lb/>ὁδὸν ἴασι, καὶ
                        καθιστῶνται μᾶλλον ἐπιόντος τοῦ χρόνου. <lb/>τότε ἤδη πρὸς τὸ κατὰ φύσιν
                        ἰόντων σχῆμα ἑκάστου <lb/>τῶν κύκλων αἱ περιφοραὶ κατευθυνόμεναι, τό τε
                        θάτερον <lb/>καὶ τὸ ταὐτὸν προσαγόμεναι κατ’ ὀρθὸν, εὔφρονα τὸν ἔχοντα
                        <lb/>αὐτὰς γινόμενον ἀποτελοῦσιν. ὅταν, φησὶ, τὸ τῆς αὐξήσεως καὶ
                        <lb/>τροφῆς ἔλαττον ἐπῇ ῥεῦμα, τὴν ὑγρότητα δηλονότι λέγων, <lb/>τὴν
                        ἔμπροσθεν ὑπ’ αὐτοῦ εἰρημένην τῆς κατὰ ψυχὴν ἀνοίας <lb/>αἰτίαν γινομένην,
                        ὡς τῆς μὲν ξηρότητος εἰς σύνεσιν, τῆς δ’ <lb/>ὑγρότητος εἰς ἄνοιαν ἀγούσης
                        τὴν ψυχήν. <milestone unit="ed2page" n="449"/> ἀλλ’ εἴπερ <lb/>ὑγρότης μὲν
                        ἄνοιαν ἐργάζεται, ξηρότης δὲ σύνεσιν, ἡ μὲν ἄκρα <lb/>ξηρότης ἄκραν
                        ἐργάζεται σύνεσιν, ἡ δ’ ἐπίμικτος ὑγρότης τοσοῦτον <lb/>ἀφαιρήσει τῆς
                        τελείας συνέσεως, ὅσον ἐκοινώνησεν ὑγρότητος. ﻿<pb n="782"/> τίνος οὖν ἦν
                        τοῦ ζώου τοιοῦτόνδε σῶμα, τίνος ἄμοιρον ὑγρότητος, <lb/>ὥσπερ τὰ τῶν ἄστρων;
                        οὐδενὸς οὐδ’ ἐγγύς. ὥστε <lb/>οὐδὲ συνέσεως ἄκρας ἐγγύς ἐστι σῶμα θνητοῦ
                        ζώου, πάντα <lb/>δ’, ὥσπερ ὑγρότητος, οὕτω καὶ ἀνοίας μετέχει. ὁπότ’ οὖν
                        <lb/>τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς μονοειδῆ οὐσίαν ἔχον τῇ τοῦ σώματος <lb/>κράσει
                        συμμεταβάλλεται, τί χρὴ νομίσαι πάσχειν τὸ θνητὸν <lb/>εἶδος αὐτῆς; ἢ δῆλον,
                        ὅτι πάντη δουλεύειν τῷ σώματι; <lb/>ἄμεινον δὲ φάναι, μὴ δουλεύειν, ἀλλ’
                        αὐτὸ δὴ τοῦτ’ εἶναι <lb/>τὸ θνητὸν τῆς ψυχῆς, τὴν κρᾶσιν τοῦ σώματος.
                        ἐδείχθη <lb/>γὰρ ἔμπροσθεν ἡ θνητὴ ψυχὴ κρᾶσις οὖσα τοῦ σώματος. <lb/>ἡ μὲν
                        οὖν τῆς καρδίας κρᾶσις τὸ θυμοειδές ἐστι τῆς ψυχῆς, <lb/>ἡ δὲ τοῦ ἥπατος τὸ
                        καλούμενον ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος <lb/>μὲν ἐπιθυμητικὸν, θρεπτικὸν δὲ καὶ φυτικὸν
                        ὑπὸ τοῦ <lb/>Ἀριστοτέλους. Ἀνδρόνικον δὲ τὸν Περιπατητικὸν, ὅτι <lb/>μὲν
                        ὅλως ἐτόλμησεν ἀποφήνασθαι τὴν οὐσίαν τῆς ψύχης <lb/>ὡς ἐλεύθερος ἀνὴρ ἄνευ
                        τοῦ περιπλέκειν ἀσαφῶς, <lb/>ἐπαινῶ τε πάνυ καὶ ἀποδέχομαι τὴν φράσιν τοῦ
                        ἀνδρός· <lb/>εὑρίσκω γὰρ αὐτὸν καὶ κατ’ ἄλλα πολλὰ τοιοῦτον. <pb n="783"/>
                        ὅτι δέ τοι κρᾶσιν εἶναί φησιν, ἢ δύναμιν ἑπομένην τῇ <lb/>κράσει, καὶ
                        μέμφομαι τῇ προσθήκῃ τῆς δυνάμεως. ἡ γάρτοι <lb/>ψυχὴ πολλὰς ἔχει δυνάμεις,
                        οὐσία τις οὖσα, καὶ <lb/>τοῦτο ὀρθῶς Ἀριστοτέλει λέλεκται, καὶ πρόσθεν τοῦτο
                        <lb/>διώρισται καλῶς ἡ ὁμωνυμία. λεγομένης γὰρ οὐσίας, καὶ <lb/>τῆς ὕλης,
                        καὶ τοῦ εἴδους, καὶ τοῦ συναμφοτέρου, τὴν κατὰ <lb/>τὸ εἶδος οὐσίαν
                        ἀπεφήνατο ψυχὴν ὑπάρχειν, οὐκ ἐγχωρῶν <lb/>λέγειν ἄλλο τι παρὰ τὴν κρᾶσιν,
                        ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>ἐδείκνυτο. ἐν ταὐτῷ δὲ γένει τῆς οὐσίας καὶ ἡ τῶν
                        Στωϊκῶν <lb/>περιέχεται δόξα. πνεῦμα μὲν γάρ τι τὴν ψυχὴν εἶναι
                        <lb/>βούλονται, καθάπερ καὶ τὴν φύσιν, ἀλλ’ ὑγρότερον μὲν <lb/>καὶ
                        ψυχρότερον τὸ τῆς φύσεως, ξηρότερον δὲ καὶ θερμότερον <lb/>τὸ τῆς ψυχῆς.
                        ὥστε καὶ τοῦθ’ ὕλη μέν τις οἰκεία τῆς <lb/>ψυχῆς ἐστι τὸ πνεῦμα, τὸ δὲ τῆς
                        ὕλης εἶδος ἤτοι κράσεως, <lb/>ἐν συμμετρίᾳ γιγνομένης τῆς ἀερώδους τε καὶ
                        πυρώδους οὐσίας. <lb/>οὔτε γὰρ ἀέρα μόνον οἷόν τε φάναι τὴν ψυχὴν, οὔτε
                        <lb/>πῦρ, ὅτι μήτε ψυχρὸν ἄκρως ἐμφανῇ γίγνεσθαι ζώου σῶμα, <pb n="784"/>
                        μήτε ἄκρως θερμὸν, ἀλλὰ μηδὲ ἐπικρατούμενον ὑπὸ θατέρου <lb/>κατὰ μεγάλην
                        ὑπεροχὴν, ὅπου γε, κᾀν βραχεῖ πλεῖον <lb/>γένηται τοῦ συμμέτρου, πυρέττει
                        μὲν τὸ ζῶον ἐν ταῖς τοῦ <lb/>πυρὸς ἀμέτροις ὑπεροχαῖς, καταψύχεται δὲ καὶ
                        πελιδνοῦται <lb/>καὶ δυσαίσθητον ἢ παντελῶς ἀναίσθητον γίνεται κατὰ <lb/>τὰς
                        τοῦ ἀέρος κράσεις. οὗτος γὰρ αὐτὸς, ὅσον μὲν ἐφ’ <lb/>ἑαυτῷ, ψυχρός ἐστιν,
                        ἐκ δὲ τῆς πρὸς τὸ πυρῶδες στοιχεῖον <lb/>ἐπιμιξίας εὔκρατος γίνεται. δῆλον
                        οὖν ἤδη σοι γέγονεν, <lb/>ὡς ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία κατὰ ποιὰν κρᾶσιν ἀέρος τε
                        <lb/>καὶ πυρὸς γίνεται κατὰ τοὺς Στωϊκοὺς, καὶ συνετὸς μὲν ὁ <lb/>Χρύσιππος
                        ἀπείργασται διὰ τὴν τούτων εὔκρατον μίξιν, οἱ <lb/>δὲ Ἱπποκράτους υἱεῖς, οὓς
                        ἐπὶ μωρίᾳ σκώπτουσιν οἱ κωμικοὶ, <lb/>διὰ τὴν ἄμετρον θέρμην. ἴσως οὖν τις
                        ἐρεῖ, μήτε Χρύσιππον <lb/>ἐπαινεῖσθαι δεῖν ἐπὶ συνέσει, μήτ’ ἐκείνους ἐπὶ
                        μωρίᾳ <lb/>ψέγεσθαι. παραπλησίως δὲ καὶ εἰς τὰ τοῦ θυμοειδοῦς <lb/>ἔργα καὶ
                        πάθη μήτε τοὺς εὐτόλμους ἐπαινεῖσθαι χρῆν, <lb/>μήτε τοὺς ἀτόλμους ψέγεσθαι.
                        περὶ μὲν οὖν τούτων ὀλίγον <lb/>πρόσθεν ἐπισκεψόμεθα. </p></div><pb n="785"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Νῦν δ’ οἷς ἐξ ἀρχῆς προὐθέμην, προσθήσω <lb/>τὰ λείποντα, τοσοῦτον ἔτι πάλιν
                        ἐπειπὼν, ὡς οὐχ οἷόν <lb/>τ’ ἐστὶ πάντα δεικνύειν ἐν ἅπασι, καὶ ὡς δυοῖν
                        οὐσῶν αἱρέσεων <lb/>ἐν φιλοσοφίᾳ κατὰ τὴν πρώτην τομὴν, (ἔνιοι μὲν <lb/>γὰρ
                        ἡνῶσθαι τὴν κατὰ τὸν κόσμον οὐσίαν ἅπασαν, ἔνιοι <lb/>δὲ διῃρῆσθαί φασι
                        κενοῦ παραπλοκῇ,) τὴν δευτέραν αἵρεσιν <lb/>ἐφωράσαμεν οὐκ ἀληθῆ δι’ ἐκείνων
                        τῶν ἐλέγχων, οὓς <lb/>ἐν τῷ περὶ τῶν καθ’ Ἱπποκράτην στοιχείων ἐγράψαμεν.
                        <lb/>πρὸς δὲ τὸν παρόντα λόγον ὑπόθεσιν λαβόντες ἀλλοιοῦσθαι <lb/>τὴν οὐσίαν
                        ἡμῶν, καὶ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς ἐν ὁμοιομερεῖ ἐργάζεσθαι <lb/>τὸ φυσικὸν σῶμα,
                        τὴν τῆς ψυχῆς οὐσίαν ἐδείξαμεν <lb/>κατὰ τὴν κρᾶσιν συνισταμένην, ἐάν γε μή
                        τις αὐτὴν <lb/>ὑπόθηται, καθάπερ ὁ Πλάτων, ἀσώματον ὑπάρχειν, ἄνευ <lb/>τοῦ
                        σώματος εἶναι δυναμένην. ὑποθεμένοις δὲ τοῦτο τὸ <lb/>ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος
                        κράσεως ἐνεργεῖν κωλύεσθαι τὰς οἰκείας <lb/>ἐνεργείας ἱκανῶς μὲν ἤδη
                        δέδεικται, προστεθήσονται <lb/>δὲ καὶ ἄλλαι τινὲς ἀποδείξεις. ἀλλὰ νῦν γε
                        καὶ τούτου τοῦ <pb n="786"/> τρόπου εἰρημένου, τὸν περὶ τῶν κράσεων λόγον
                        προσθεῖναι <lb/>δοκεῖ μοι βέλτιον εἶναι. δυνήσονται γὰρ λέγειν οἱ τὴν ψυχὴν
                        <lb/>εἶδος εἶναι τοῦ σώματος ἡγούμενοι, τὴν συμμετρίαν τῆς <lb/>κράσεως, οὐ
                        τὴν ξηρότητα, συνετωτέραν αὐτὴν ἐργάζεσθαι, <lb/>καὶ ταύτῃ διαφωνήσουσι τοῖς
                        ἡγουμένοις, ὅσῳ περ ἂν ἡ <lb/>κρᾶσις γίνηται ξηροτέρα, τοσούτῳ καὶ τὴν ψυχὴν
                        ἀποτελεῖσθαι <lb/>ξυνετωτέραν, ἀλλ’ εἰ καὶ ξηρότητα μὴ ξυγχωρῆσαι
                        <lb/>ἐναντίαν εἶναι συνέσεως, εἴ γε μὴν ὑφ’ Ἡρακλείτου. καὶ <lb/>γὰρ οὗτος
                        οὕτως εἶπεν, αὐγὴ ξηρὴ, ψυχὴ σοφωτάτη, τὴν <lb/>ξηρότητα πάλιν ἀξιῶν εἶναι
                        συνέσεως αἰτίαν. τὸ γὰρ τῆς <lb/>αὐγῆς ὄνομα τοῦτ’ ἐνδείκνυται, καὶ βελτίονά
                        γε δόξαν ταύτην <lb/>εἶναι νομιστέον, ἐννοήσαντας καὶ τοὺς ἀστέρας
                        αὐγοειδεῖς <lb/>τε ἅμα καὶ ξηροὺς ὄντας ἄκραν σύνεσιν ἔχειν. εἰ γὰρ <lb/>μή
                        τις αὐτοῖς ὑπάρχειν τοῦτο φαίη, δόξει τῆς τῶν θεῶν <lb/>ὑπεροχῆς ἀναίσθητος
                        εἶναι. διὰ τί τοίνυν εἰς ἔσχατον ἀφικνούμενοι <lb/>γῆρας παρεληρήθησαν οὐκ
                        ὀλίγοι, τῆς τοῦ γήρως <lb/>ἡλικίας ἐπιδεδειγμένης εἶναι ξηρᾶς; οὐ διὰ τὴν
                        ξηρότητα <lb/>φήσομεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ψυχρότητα· φανερῶς γὰρ ﻿<pb n="787"/>
                        αὕτη πᾶσι τοῖς ἔργοις τῆς ψυχῆς λυμαίνεται. ἀλλὰ ταῦτα <lb/>μὲν, εἰ καὶ
                        πάρεργά ἐστιν, ἀλλ’ ἐναργῶς τῆς προκειμένης νῦν <lb/>ἡμῖν πραγματείας
                        ἐνδείκνυται τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα καὶ πάθη <lb/>ταῖς τοῦ σώματος ἑπόμενα
                        κράσεσιν. εἰ μὲν εἴδους ἐστὶν <lb/>ὁμοιομεροῦς σώματος ἡ ψυχὴ, τὴν ἀπόδειξιν
                        ἐξ αὐτῆς τῆς <lb/>οὐσίας ἕξομεν ἐπιστημονικωτάτην· εἰ δ’ ὑποθώμεθα ταύτην
                        <lb/>ἀθάνατον εἶναι, φύσιν ἰδίαν ἔχουσαν, ὃ Πλάτων ἔλεγεν, <lb/>ἀλλὰ τό γε
                        δεσπόζεσθαι καὶ δουλεύειν τῷ σώματι, καὶ <lb/>κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον
                        ὁμολογεῖται, διά τε τὴν τῶν βρεφῶν <lb/>ἄνοιαν καὶ τὴν τῶν ἐν γήρᾳ
                        ληρούντων, ἔτι τε τῶν εἰς <lb/>παραφροσύνην, ἢ μανίαν, ἢ ἐπιλησμοσύνην, ἢ
                        ἄνοιαν ἀφικνουμένων <lb/>ἐπὶ φαρμάκων δόσεσιν, ἤ τισιν ἐν τῷ σώματι
                        <lb/>γεννηθεῖσι <milestone unit="ed1page" n="347"/> μοχθηροῖς χυμοῖς. ἄχρι
                        μὲν γὰρ τοῦ λήθην, <lb/>ἢ ἄνοιαν, ἢ ἀκινησίαν, ἢ ἀναισθησίαν ἕπεσθαι τοῖς
                        <lb/>εἰρημένοις, ἐμποδίζεσθαι φαίη τις ἂν αὐτὴν ἐνεργεῖν αἷς <lb/>ἔχει φύσει
                        δυνάμεσιν· ὅταν δὲ οἴηται βλέπειν τὰ μὴ βλεπόμενα, <lb/>καὶ ἀκούειν ἃ μηδεὶς
                        ἐφθέγξατο, καὶ φθέγγηταί τι <pb n="788"/> τῶν αἰσχρῶν, ἢ ἀποῤῥήτων, ἢ ὅλως
                        ἀνοήτων, οὐ μόνον <lb/>ἀπωλείας ἐστὶ τεκμήριον ὧν εἶχε δυνάμεων ἡ ψυχὴ
                        συμφύτων, <lb/>ἀλλὰ τῆς τῶν ἐναν<milestone unit="ed2page" n="451"/>τίων
                        ἐπεισόδου. τοῦτο μὲν <lb/>οὖν ἤδη καὶ ὑποψίαν τινὰ ἀφαιρεῖ μεγάλην ὅλῃ τῇ
                        τῆς <lb/>ψυχῆς οὐσίᾳ, μὴ οὐκ ἀσώματος ᾖ. πῶς γὰρ ἂν ὑπὸ τῆς <lb/>τοῦ σώματος
                        κοινωνίας εἰς τὴν ἐναντίαν ἑαυτῆς φύσιν ἀχθείη <lb/>μήτε ποιότης τις οὖσα
                        τοῦ σώματος, μήτ’ εἶδος, μήτε πάθος, <lb/>μήτε δύναμις; ἀλλὰ τοῦτο μὲν
                        ἐάσωμεν, ἵνα μὴ τὸ <lb/>πάρεργον ἡμῖν γένηται αὖ πολὺ μεῖζον ἔργου οὗ
                        προὐθέμεθα. <lb/>οὐδ’ ὑπὸ τῶν τοῦ σώματος κακῶν δυναστεύεσθαι <lb/>τὴν ψυχὴν
                        ἐναργῶς ἐν μελαγχολίαις, καὶ φρενίτισιν, καὶ <lb/>μανίαις φαίνεται. τὸ μὲν
                        γὰρ ἀγνοῆσαι διὰ νόσημα σφᾶς <lb/>τε αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπιτηδείους, ὅπερ ὅ τε
                        Θουκυδίδης ἐκβῆναι <lb/>πολλοῖς φησιν, ἔν τε τῇ λοιμώδει νόσῳ τῇ νῦν
                        <lb/>γενομένῃ ἔτεσιν οὐ πολλοῖς, ἣν καὶ ἡμεῖς ἐθεασάμεθα, <lb/>παραπλήσιον
                        εἶναι δόξει τῷ μὴ βλέπειν διὰ λήμην, ἢ ὑπόχυσιν, <lb/>οὐδὲν αὐτῆς τῆς
                        ὀπτικῆς δυνάμεως πεπονθυίας. <pb n="789"/> τὸ δ’ ἀνθ’ ἑνὸς τρία βλέπειν
                        αὐτῆς τῆς ὀπτικῆς δυνάμεώς <lb/>ἐστι μέγιστον πάθος, ὃ τῷ φρενιτίζειν
                        ἔοικεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅτι δὲ καὶ Πλάτων αὐτὸς οἶδε βλαπτομένην <lb/>τὴν ψυχὴν ἐπὶ τῇ κακοχυμίᾳ τοῦ
                        σώματος, ἡ ἑξῆς <lb/>ῥῆσις ἤδη δηλώσει. ὅπου γὰρ ἂν ἡ τῶν ὀξέων, καὶ τῶν
                        <lb/>ἁλυκῶν φλεγμάτων, ἢ καὶ ὅσοι πικροὶ καὶ χολώδεις χυμοὶ <lb/>κατὰ τὸ
                        σῶμα πλανηθέντες, ἔξω μὲν μὴ λάβωσιν ἀναπνοὴν, <lb/>ἐντὸς δὲ ἑλκόμενοι τὴν
                        ἀπ’ αὐτῶν ἀτμίδα τὸ τῆς <lb/>ψυχῆς διαθέσει σφόδρα συμμίξαντες ἀνακερασθῶσι,
                        παντοδαπὰ <lb/>νοσήματα τῆς ψυχῆς ἐμποιοῦσι, μᾶλλον καὶ ἥττω, <lb/>καὶ
                        ἐλάττω, καὶ πλείω. πρός τε τοὺς τρεῖς τρόπους ἐνεχθέντα <lb/>τῆς ψυχῆς, πρὸς
                        ὃν ἂν ἑκάστη αὐτῶν προσπίπτοι, <lb/>ποικίλας μὲν εἶναι δυσκολίας καὶ
                        δυσθυμίας παντοδαπὰς, <lb/>πολλάκις δὲ θρασύτητάς τε καὶ δειλίας, ἔτι τε
                        λήθας ἅμα <lb/>καὶ δυσθυμίας. ἐν ταύτῃ τῇ ῥήσει σαφῶς ὁ Πλάτων ὡμολόγησε
                        <lb/>τὴν ψυχὴν ἐν κακίᾳ τινὶ γίγνεσθαι διὰ τὴν ἐν τῷ σώματι <lb/>κακοχυμίαν.
                        ὥσπερ δὲ πάλιν ἐν νόσῳ καθίσταται διὰ τὴν ἐν <lb/>τῷ σώματι ἕξιν κατὰ τήνδε
                        τὴν ῥῆσιν. τὸ δὲ σπέρμα πολὺ <pb n="790"/> καὶ γλοιῶδες ἔχων, καθάπερ εἰ
                        δένδρον πολύκαρπον τοῦ <lb/>συμμέτρου πεφυκὸς, ἢ πολλὰς μὲν καθ’ ἕκαστον
                        ὠδῖνας, <lb/>πολλὰς δὲ ἡδονὰς κτώμενος ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις, καὶ τοῖς
                        <lb/>περὶ τὰ τοιαῦτα τόκοις, ἐμμανής τε πλεῖστον τοῦ βίου γιγνόμενος,
                        <lb/>διὰ τὰς μεγίστας ἡδονὰς καὶ λύπας, καὶ νόσους, <lb/>καὶ ἄφρονα ἴσχων
                        ὑπὸ τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, οὐχ ὡς <lb/>νοσῶν, ἀλλ’ ὡς ἔχων κακῶς δοξάζεται.
                        τὸ δ’ ἀληθὲς, ἡ <lb/>περὶ τὰ ἀφροδίσια ἀκολασία, καὶ τὸ πολὺ μέρος διὰ τὴν
                        <lb/>ἑνὸς γένους ἕξιν ὑπὸ μανότητος, ὡς τὴν ἐν σώματι ῥοώδη <lb/>καὶ
                        ὑγραίνουσαν νόσον ψυχῆς γεγονέναι. ἱκανῶς μὲν οὖν <lb/>κᾀν ταύτῃ τῇ ῥήσει
                        τὴν ψυχὴν νοσεῖν ἀπεφῄνατο διὰ <lb/>μοχθηρὰν ἕξιν σώματος. ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον
                        ἔτι καὶ διὰ <lb/>τῶν ἐφεξῆς ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένων ἡ γνώμη κατάδηλος γίνεται
                        <lb/>τοῦ φιλοσόφου. τί γάρ φησι; καὶ σχεδὸν ἅπανθ’ <lb/>ὁπόσα ἡδονῶν
                        ἀκρασία, καὶ ὄνειδος ὡς ἐχόντων λέγεται τῶν <lb/>κακῶν, οὐκ ὀρθῶς
                        ὀνειδίζεται. κακὸς μὲν γὰρ ἑκὼν <lb/>οὐδεὶς, διὰ δὲ πονηρὰν ἕξιν τοῦ σώματος
                        καὶ ἀπαιδεύτους <lb/>τροφὰς κακὸς γίνεται. παντὶ δὲ ταῦτα ἐχθρὰ <lb/>καὶ
                        ἄκοντι προσγίνεται. ὅτι μὲν οὖν ὁ Πλάτων αὐτὸς <pb n="791"/> ὁμολογεῖ τὰ
                        προαποδεδειγμένα ὑπ’ ἐμοῦ, ἔκ τε τούτων αὐτοῦ <lb/>τῶν ῥήσεών ἐστι δῆλον, ἐξ
                        ἄλλων τε πολλῶν, ὧν τινὰς μὲν <lb/>ἐν τῷ Τιμαίῳ, καθάπερ καὶ τάσδε τὰς νῦν
                        εἰρημένας, τινὰς <lb/>δὲ ἐν ἄλλοις βιβλίοις αὐτοῦ ἔστιν εὑρεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="452"/> Ὅτι δὲ καὶ Ἀριστοτέλης τῇ κράσει τοῦ τῆς
                        <lb/>μητρὸς αἵματος, ἐξ οὗ τὴν γένεσιν ἔχειν ἡμῶν φησι τὸ αἷμα, <lb/>τὰς τῆς
                        ψυχῆς δυνάμεις ἀκολουθεῖν οἴεται, δῆλόν ἐστι ἐκ <lb/>τῶνδε τῶν ῥήσεων. οὗτος
                        κατὰ μέν γε τὸ δεύτερον τὸ περὶ <lb/>ζώων μορίων οὕτως ἔγραψεν. ἔστι δὲ
                        ἰσχύος μὲν ποιητικώτερον <lb/>τὸ παχύτερον αἷμα καὶ θερμότερον·
                        αἰσθητικώτερον <lb/>δὲ τὸ λεπτότερον καὶ ψυχρότερον. τὴν αὐτὴν δὲ ἔχει
                        διαφορὰν <lb/>καὶ τῶν ἀνάπαλιν ὑπαρχόντων πρὸς τὸ αἷμα. διὸ καὶ
                        <lb/>μέλιτται καὶ ἄλλα τοιαῦτα ζῶα φρονιμώτερα τὴν φύσιν <lb/>ἐστὶν ἐναίμων
                        πολλῶν, καὶ τῶν ἐναίμων τὰ μὲν ψυχρὸν <lb/>ἔχοντα καὶ λεπτὸν αἷμα
                        φρονιμώτερα τῶν ἐναντία. ἄριστα <lb/>δὲ τὰ θερμὸν ἔχοντα καὶ λεπτὸν καὶ
                        καθαρὸν αἷμα· πρός <lb/>τε γὰρ ἀνδρίαν τὰ τοιαῦτα καὶ φρόνησιν ἔχει καλῶς.
                        διὸ ﻿<pb n="792"/> καὶ τὰ ἄνω μόρια πρὸς τὰ κάτω τὴν αὐτὴν ἔχει διαφορὰν,
                        <lb/>καὶ πρὸς τὸ θῆλυ τὸ ἄῤῥεν, καὶ δεξιὰ πρὸς τὰ ἀριστερὰ <lb/>τοῦ σώματος.
                        εὔδηλον οὖν ἐστιν, ὡς ὁ Ἀριστοτέλης ταύτῃ <lb/>τῇ ῥήσει ἕπεσθαι βουλομένοις
                        τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις τῇ <lb/>φύσει τοῦ αἵματος ἀπεφήνατο ἕπεσθαι. οὐδὲν
                        ἥττω καὶ <lb/>κατωτέρω τοῦ συγγράμματος ἀποφαινόμενος τὴν δόξαν ἔγραψεν
                        <lb/>ᾧδε. τὰς δὲ καλουμένας ἶνας αἷμα τὸ μὲν ἔχει, τὸ δὲ <lb/>οὐκ ἔχει, οἷον
                        τὸ τῶν ἐλάφων καὶ δορκάδων, διόπερ οὐ <lb/>πήγνυται τὸ τοιοῦτον αἷμα. τοῦ
                        γὰρ αἵματος τὸ μὲν ὑδατῶδες <lb/>μᾶλλον ψυχρόν ἐστι, διὸ καὶ οὐ πήγνυται· τὸ
                        δὲ <lb/>γεῶδες πήγνυται ἐξατμιζομένου τοῦ ὑγροῦ ἐν ταῖς πήξεσι. <lb/>αἱ δὲ
                        ἶνες γῆς εἰσι. συμβαίνει δὲ ἐνίοτε κἂν γλαφυρώτερον <lb/>ἔχειν τὴν διάνοιαν
                        τοῦτο, οὐ διὰ τὴν ψυχρότητα τοῦ αἵματος, <lb/>ἀλλὰ διὰ λεπτότητα μᾶλλον, καὶ
                        διὰ τὸ καθαρὸν εἶναι. <lb/>τὸ γὰρ γεῶδες οὐδέτερον ἔχει τούτων.
                        εὐκινητότερον γὰρ <lb/>ἔχουσι τὴν αἴσθησιν τὰ λεπτοτέραν ἔχοντα τὴν ὕγρανσιν
                        <lb/>καὶ καθαρωτέραν. διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τῶν ἀναίμων ἔνια <lb/>συνετωτέραν
                        ἔχει τὴν ψυχὴν ἐνίων ἐναίμων, καθάπερ εἴρηται <pb n="793"/> καὶ πρότερον,
                        οἷον ἡ μέλισσα καὶ τὸ γένος τῶν μυρμήκων, <lb/>καὶ εἴτι τῶν τοιούτων ἕτερόν
                        ἐστι. δειλότερα γὰρ πάντα τὰ <lb/>ὑδατώδη· ὁ γὰρ φόβος καταψύχει.
                        προσοδοποιεῖται τοίνυν <lb/>τὰ πάθη, τὰ τοιαύτην ἔχοντα τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ
                        κρᾶσιν, τὸ <lb/>γὰρ ὕδωρ τῷ ψυχρῷ ποιητόν ἐστι. διὸ καὶ τὰ ἄλλα ἔναιμα
                        <lb/>δειλότερα τῶν ἀναίμων ἐστὶν, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν, καὶ ἀκινητίζει <lb/>γε
                        φοβούμενα, καὶ προΐεται περιττώματα, καὶ μεταβάλλει <lb/>ἔνια τὰς χρόας
                        αὐτῶν. τὰ δὲ πολλὰς ἔχοντα λίαν <lb/>ἶνας καὶ παχείας γεωδέστερα τὴν φύσιν
                        ἐστὶ, καὶ θυμώδη <lb/>τὸ ἦθος, καὶ ἐκστατικὰ διὰ τὸν θυμόν. θερμότητος γὰρ
                        <lb/>παρεκτικὸς ὁ θυμός. τὰ δὲ στερεὰ θερμανθέντα μᾶλλόν <lb/>εἰσιν ἢ
                        προσήκει θερμὰ, ὡς ἡ τῶν ἰνῶν φύσις ἐν τῷ ὑγρῷ. <lb/>αἱ γὰρ ἶνες στερεώτεραι
                        καὶ γεωδέστεραι γίνονται, οἷον αἱ <lb/>πυρίαι ἐν τῷ σώματι, καὶ ζέσιν
                        ποιοῦνται ἐν τοῖς θυμοῖς. <lb/>διό οἱ ταῦροι καὶ οἱ κάπροι θυμώδεις καὶ
                        ἐκστατικοί. τὸ <lb/>γὰρ αἷμα τούτων ἰνωδέστατον, καὶ τό γε τοῦ ταύρου
                        <lb/>τάχιστα πήγνυται πάντων. ἐξαιρουμένων δὲ τῶν ἰνῶν οὐ <pb n="794"/>
                        πήγνυται τὸ αἷμα· αἱ γὰρ ἶνες γεώδεις. καθάπερ ἐκ πηλοῦ <lb/>εἴ τις ἐξέλοι
                        τὸ γεῶδες, οὐκ ἂν ξηρανθείη τὸ ὕδωρ. οὕτως <lb/>καὶ τὸ αἷμα τῶν ἰνῶν μὲν
                        ἐξαιρουμένων οὐ πήγνυται, <lb/>μενουσῶν δὲ πήγνυται, οἷον καὶ ὑγρὰ γῆ καὶ
                        ὑπὸ ψύχους <lb/>ἂν πάθοι. τοῦ γὰρ θερμοῦ ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ ἐκθλιβομένου
                        <lb/>συνεξατμίζεται τὸ ὑγρὸν, καθάπερ εἴρηται πρότερον, <milestone unit="ed2page" n="453"/>
                        <lb/>καὶ πήγνυται, οὐχ ὑπὸ θερμοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ψυχροῦ ξηραινόμενον. <lb/>ἐν δὲ
                        τοῖς σώμασιν ὑγρόν ἐστι <milestone unit="ed1page" n="348"/> διὰ τὴν
                        θερμότητα <lb/>τὴν ἐν τοῖς ζώοις. ταῦτα προειπὼν ὁ Ἀριστοτέλης <lb/>ἐφεξῆς
                        αὐτοῖς συνάπτει ταῦτα. πολλῶν δέ ἐστιν αἰτία ἡ τοῦ <lb/>αἵματος φύσις, καὶ
                        κατὰ τὸ ἦθος τοῖς ζώοις, καὶ κατὰ τὴν <lb/>αἴσθησιν εὐλόγως. ὕλη γάρ ἐστι
                        παντὸς τοῦ σώματος, ἡ <lb/>γὰρ τροφὴ ὕλη, τὸ δ’ αἷμα ἐσχάτη τροφή. πολλὴν
                        οὖν <lb/>ποιεῖ διαφορὰν θερμὸν ὂν καὶ ψυχρὸν, καὶ λεπτὸν, καὶ <lb/>πολὺ, καὶ
                        καθαρὸν, καὶ θολερόν. οὐσῶν δὲ καὶ ἄλλων <lb/>αὐτοῦ ῥήσεων ἐν ταῖς περὶ τῶν
                        ζώων αὐτοῦ πραγματείαις <lb/>καὶ τοῖς τῶν προβλημάτων αὐτοῦ βιβλίοις, ἔδοξέ
                        μοι περιττὸν <pb n="795"/> εἶναι παραγράφειν ἁπάσας. ἀρκεῖ γάρ μοι τὴν
                        Ἀριστοτέλους <lb/>ἐνδείξασθαι γνώμην, ἣν ἔχει περί τε τῶν κράσεων <lb/>τοῦ
                        σώματος καὶ τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων. ὅμως δὲ προσθήσω <lb/>καὶ κατὰ τὸ πρῶτον
                        εἰρημένον τῆς τῶν ζώων ἱστορίας, <lb/>ὧν τινὰ μὲν ἄντικρυς εἰς τὴν κρᾶσιν
                        ἀνάγεται, τινὰ <lb/>δὲ διὰ μέσων τῶν φυσιογνωμονικῶν σημείων, καὶ μάλιστα
                        <lb/>κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη. βούλεται γὰρ οὗτος τοῖς τῆς ψυχῆς <lb/>ἤθεσί τε
                        καὶ δυνάμεσιν οἰκείαν γίνεσθαι τὴν διάπλασιν <lb/>ὅλου τοῦ σώματος ἑκάστῳ
                        γένει ζώων. οἷον αὐτίκα τῶν <lb/>ἐναίμων ἡ γένεσις μέν ἐστιν ἐκ τοῦ τῆς
                        μητρὸς αἵματος, <lb/>ἀκολουθεῖ δὲ τῇ κράσει τούτου τὰ τῆς ψυχῆς ἤθη, καθότι
                        <lb/>καὶ διὰ τῶν προγεγραμμένων ῥήσεων ἀπεφήνατο. τῶν δὲ <lb/>ὀργανικῶν
                        μορίων ἡ διάπλασις οἰκεία τοῖς τῆς ψυχῆς ἤθεσι <lb/>γίγνεται κατ’ αὐτὸν τὸν
                        Ἀριστοτέλη. καὶ κατὰ τοῦτο δὴ <lb/>λοιπὸν οὐκ ὀλίγα πέφυκε περί τε ψυχῆς
                        ἠθῶν καὶ τῆς <lb/>τοῦ σώματος κράσεως. ἔνια δὲ τῶν φυσιογνωμονικῶν ἄντικρύς
                        <lb/>τε καὶ δι’ οὐδενὸς μέσου τὴν κρᾶσιν ἐνδείκνυται. τοιαῦτα <lb/>δέ ἐστι
                        κατὰ τὰς χρόας καὶ τρίχας, ἔτι τε τὰς φωνὰς, <pb n="796"/> καὶ τὰς ἐνεργείας
                        τῶν μορίων. ἀκούσωμεν οὖν ἤδη τῶν ὑπὸ <lb/>Ἀριστοτέλους γεγραμμένων ἐν τῷ
                        πρώτῳ περὶ ζώων ἱστορίας. <lb/>προσώπου δὲ τὸ μὲν ὑπὸ τὸ βρέγμα μεταξὺ τῶν
                        ὀμμάτων <lb/>μέτωπον· τοῦτο δὲ οἷς μὲν μέγα, βραδύτεροι, οἷς δὲ μικρὸν,
                        <lb/>εὐκίνητοι, καὶ οἷς μὲν πλατὺ, ἐκστατικοί. μία μὲν αὕτη <lb/>ῥῆσις.
                        ἑτέρα δὲ οὐ μετὰ πολὺ τόνδε τὸν τρόπον ἔχουσα. <lb/>ὑπὸ δὲ τῷ μετώπῳ ὀφρύες
                        διφυεῖς, ὧν αἱ μὲν εὐθεῖαι <lb/>φύουσαι μαλακοῦ ἤθους σημεῖον, αἱ δὲ πρὸς
                        τὴν ῥῖνα τὴν <lb/>καμπυλότητα ἔχουσαι στρυφνοῦ, αἱ δὲ πρὸς τοὺς κροτάφους
                        <lb/>μώμου καὶ εἴρωνος, αἱ δὲ κατεσπασμέναι φθόνου. εἶτα <lb/>πάλιν οὐ μετὰ
                        πολύ. κοινὸν δὲ βλεφαρίδος μέρος τῆς ἄνω <lb/>καὶ κάτω κανθοὶ, δύο μὲν πρὸς
                        τῇ ῥινὶ, δύο δὲ πρὸς τοῖς <lb/>κροτάφοις. οἷς μέν εἰσι μακροὶ, κακοηθείας
                        σημεῖον, οἷς <lb/>δὲ βραχεῖς, ἤθους βελτίονος. ὧν δὲ οἱ κτένες οἷον κρεῶδες
                        <lb/>ἔχοντες πρὸς τῷ μυκτῆρι, πονηρίας. καὶ μετὰ τοῦτο <lb/>πάλιν. ὀφθαλμοῦ
                        δὲ τοῦ μὲν λευκοῦ ὁμοίως ἐπὶ πολὺ <lb/>πᾶσι τὸ καλούμενον μέλαν διαφέρει.
                        τοῖς μὲν γάρ ἐστι μέλαν, ﻿<pb n="797"/> τοῖς δὲ καὶ σφόδρα γλαυκόν. οἷς δὲ
                        χαροπὸν, τοῦ <lb/>βελτίστου σημεῖόν ἐστι, καὶ πρὸς ὀξύτητα ὄψεως κράτιστον.
                        <lb/>καὶ δὴ καὶ τούτων ἐφεξῆς τάδε γράφει. τῶν δὲ ὀφθαλμῶν <lb/>οἱ μὲν
                        μικροὶ, οἱ δὲ μεγάλοι, οἱ μέσοι δὲ καὶ βέλτιστοι, <lb/>καὶ οἱ ἐκτὸς σφόδρα,
                        ἢ ἐντὸς, ἢ μέσως, τούτων οἱ ἐντὸς <lb/>μάλιστα ὀξυωπέστατοι ἐπὶ παντὸς ζώου,
                        οἱ δὲ μέσον ἤθους <lb/>βελτίστου σημεῖον. καὶ ἢ σκαρδαμυκτικοὶ, ἢ ἀτενεῖς, ἢ
                        μέσοι. <lb/>βελτίστου δὲ ἤθους σημεῖον οἱ μέσοι. ἐκείνων δὲ οἱ μὲν
                        <lb/>ἀναιδεῖς, οἱ δὲ ἀβέβαιοι. καὶ πάλιν οὐ μετὰ πολλὰ καὶ <lb/>τὸν περὶ τῶν
                        ὤτων λόγον ὡδί πως ἔγραψεν. εἰ μὲν πάνυ <lb/>μικρὰ, ἢ μέσα, ἢ ἐπανεστηκότα
                        σφόδρα ᾖ, τούτων τὰ μὲν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="454"/> μικρὰ κακοήθους σημεῖον, τὰ δὲ μέσα
                        βελτίστου <lb/>ἤθους, τὰ δὲ μεγάλα καὶ ἐπανεστηκότα μωρολογίας καὶ
                        <lb/>ἀδολεσχίας. ταῦτα μὲν ἐν τῷ πρώτῳ περὶ ζώων ἱστορίας <lb/>Ἀριστοτέλης
                        ἔγραψεν. ὀλίγα δὲ μέμνηται καὶ ἐν ἄλλῳ <lb/>συγγράμματι περὶ φυσιογνωμονικῶν
                        θεωρημάτων, ὧν καὶ <pb n="798"/> παρεθέμην ἄν τινας ῥήσεις, εἰ μήτε
                        μακρολογίας ἔμελλον <lb/>ἀποίσεσθαι δόξαν, ἀναλίσκειν τε τὸν χρόνον μάτην,
                        ἐξὸν <lb/>ἐπὶ τὸν πάντων ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων πρῶτον εὑρόντα <lb/>τὴν
                        θεωρίαν ταύτην ἀφικέσθαι μάρτυρα, τὸν θεῖον <lb/>Ἱπποκράτη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Γράφει τοίνυν οὕτως ἐν τῷ βιβλίῳ, ἐν ᾧ περὶ <lb/>ὑδάτων καὶ ἀέρων καὶ τόπων
                        διδάσκει. πρῶτον μὲν ἐπ’ <lb/>ἐκείνων τῶν πόλεων, ἃς ἐστράφθαι φησὶ πρὸς
                        ἄρκτους, ὡδί <lb/>πως αὐτοῖς ὀνόμασι· τά τε ἤθεα ἀγριώτερα, ἢ ἡμερώτερα.
                        <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἐπὶ τῶν πρὸς ἀνατολὴν ἐστραμμένων <lb/>ὡδί·
                        λαμπρόφωνοί τε οἱ ἄνθρωποι, ὀργήν τε καὶ ξύνεσιν <lb/>βελτίους τῶν πρὸς
                        βορᾶν. ἔπειτα προελθὼν ἐπὶ πλέον περὶ <lb/>τῶν αὐτῶν ὡδί πως διεξέρχεται τὴν
                        Ἀσίαν. πλεῖστον δὲ <lb/>διαφέρειν φημὶ τῆς Εὐρώπης εἰς τὰς φύσιας τῶν
                        ξυμπάντων <lb/>τῶν ἐκ γῆς φυομένων καὶ τῶν ἀνθρώπων. πολὺ γὰρ καλλίω
                        <lb/>καὶ μείζω πάντα γίγνονται ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἥ τε χώρη τῆς <lb/>χώρας
                        ἡμερωτέρα, καὶ τὰ ἤθεα τῶν ἀνθρώπων ἡμερώτερα. <lb/>τὸ δ’ αἴτιον τούτων ἡ
                        κρᾶσις τῶν ὡρέων. τὴν κρᾶσιν <pb n="799"/> αἰτίαν εἶναί φησιν οὐ μόνον τῶν
                        ἄλλων, ἃ διεξῆλθεν, ἀλλὰ <lb/>καὶ τῶν ἠθῶν. ὅτι δὲ τὴν τῶν ὡρῶν κρᾶσιν ἐν
                        θερμότητι <lb/>καὶ ψυχρότητι, ξηρότητί τε καὶ ὑγρότητι διαλλάττειν ἑτέραν
                        <lb/>τῆς ἑτέρας φησὶ, παμπόλλας ῥήσεις παρεθέμην ἐν τῇ πραγματείᾳ, <lb/>καθ’
                        ἣν ἐπιδείκνυμι τὴν αὐτὴν φυλάττοντα δόξαν <lb/>αὐτὸν περὶ τῶν στοιχείων ἐν
                        τῇ περὶ φύσεως ἀνθρώπου <lb/>βίβλῳ, καὶ τἄλλα πάντα συγγράμματα. ἀλλὰ καὶ
                        κατὰ τὰς <lb/>ἑπομένας ῥήσεις τῇ προκειμένῃ ταὐτὸν διδάσκων γράφει <lb/>ὡδὶ
                        περὶ τῆς εὐκράτου χώρας, ἣν καὶ τὰ τῶν ἀνθρώπων <lb/>ἤθη φησὶ ποιεῖν
                        εὔκρατα. οὔτε γὰρ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ἐκκέκαυται, <lb/>λέγει, οὔτε ὑπὸ τῶν αὐχμῶν
                        καὶ ἀνυδρίης ἀνεξήρανται, <lb/>οὔτε ὑπὸ ψύξεως πέττεται. διὰ τούτων οὖν
                        ἐφεξῆς <lb/>φησι. τὸ δὲ ἀνδρεῖον, καὶ τὸ ταλαίπωρον, καὶ τὸ θυμοειδὲς
                        <lb/>οὐκ ἂν δύναιτο ἐν τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεσθαι, οὔτε <lb/>ὁμοφύλου, οὔτε
                        ἀλλοφύλου. ἀλλὰ τὴν ἡδονὴν ἀνάγκη κρατέειν. <lb/>καὶ μέντοι κατωτέρω πάλιν
                        ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμματι <lb/>τάδε γράφει. περὶ δὲ τῆς ἀθυμίης τῶν ἀνθρώπων,
                        καὶ τῆς <lb/>ἀνανδρείης, ὅτι ἀπολεμώτεροί εἰσιν τῶν Εὐρωπαίων οἱ <pb n="800"/> Ἀσιηνοὶ καὶ ἡμερώτεροι τὰ ἤθεα, αἱ ὧραι αἴτιαι μάλιστα, <lb/>οὐ μεγάλας
                        τὰς μεταβολὰς ποιεύμεναι οὔτε ἐπὶ τὸ θερμὸν <lb/>οὔτε ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, ἀλλὰ
                        παραπλήσιαι. καὶ μέντοι καὶ <lb/>μετ’ ὀλίγα πάλιν εἶπεν οὕτως. εὑρήσεις δὲ
                        καὶ τῶν Ἀσιηνῶν <lb/>διαφέροντας αὐτοὺς ἑωϋτῶν, καὶ τοὺς μὲν βελτίονας, τοὺς
                        <lb/>δὲ φαυλοτέρους ὄντας. τούτων δὲ αἱ μεταβολαὶ αἰτίαι τῶν <lb/>ὡρέων,
                        ὥσπερ μοι εἴρηται ἐν τοῖσι προτέροισι. καὶ κατωτέρω <lb/>τοῦ συγγράμματος,
                        ἡνίκα περὶ τῶν τὴν Εὐρώπην <lb/>οἰκούντων ὁ λόγος αὐτῷ γίγνεται, τάδε
                        γράφει. τὸ δὲ <lb/>ἄγριον καὶ τὸ ἄμικτον καὶ θυμοειδὲς ἐν τῇ τοιαύτῃ φύσει
                        <lb/>γίγνεται. καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἐν ἑτέρᾳ ῥήσει γράφει ταυτί. <lb/>ὅσοι
                        μὲν ὀρεινὴν χώρην οἰκοῦσι, καὶ τραχεῖαν, καὶ ὑψηλὴν, <lb/>καὶ ἄνυδρον, καὶ
                        μεταβολαὶ αὐτέοισι γίγνονται τῶν ὡρέων, <lb/>μέγα δὲ τὸ διάφορον ἐνταῦθα.
                            <milestone unit="ed2page" n="455"/> εἰκὸς γὰρ εἴδεα μεγάλα <lb/>εἶναι,
                        καὶ πρὸς τὸ ταλαίπωρον καὶ ἀνδρεῖον εὖ πεφυκότα, <lb/>καὶ τό γε ἄγριον καὶ
                        θηριῶδες αἱ τοιαῦται φύσιες οὐχ <lb/>ἥκιστα ἔχουσιν. ὅσοι δὲ κοῖλα χωρία καὶ
                        λοιμώδεα καὶ <lb/>πνιγηρὰ, καὶ τῶν θερμῶν πνευμάτων πλέον μέρος μετέχουσιν
                        <lb/>ἢ τῶν ψυχρῶν, ὕδασί τε χρέονται θερμοῖσιν, οὗτοι δὲ μεγάλοι <pb n="801"/> μὲν οὐκ ἂν εἴησαν, οὐδ’ εὐμήκεες, εὐρέες δὲ πεφυκότες, <lb/>καὶ
                        σαρκώδεες, καὶ μελανότριχες, καὶ αὐτοὶ μέλανες <lb/>μᾶλλον, ἢ λευκότεροι,
                        φλεγματίαι τε ἧσσον, ἢ χολώδεες, τὸ <lb/>δὲ ἀνδρεῖον καὶ τὸ ταλαίπωρον ἐν τῇ
                        ψυχῇ φύσει μὲν οὐκ <lb/>ἂν ὁμοίως ἔχοιεν νόμος δὲ προσγενόμενος ὑπεργάσεται. <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="349"/> νόμον εἴρηκε δηλονότι τὴν νόμιμον ἐν
                        ἑκάστῃ χώρᾳ <lb/>τοῦ βίου διαγωγὴν, ἣν δὴ καὶ τροφὴν, καὶ παιδείαν, καὶ
                        <lb/>συνήθειαν ἐπιχώριον ὀνομάζομεν, οὗ καὶ αὐτοῦ μεμνήσομαι <lb/>πρὸς τὸν
                        ὀλίγον ὕστερον εἰρησόμενον λόγον. ἐν γὰρ τῷ <lb/>παρόντι προσθεῖναι ταύτας
                        ἔτι βούλομαι τὰς ῥήσεις αὐτοῦ. <lb/>ὅσοι δὲ ὑψηλὴν οἰκέουσι χώρην, ἢ λισσὴν
                        καὶ ἀνεμώδεα <lb/>καὶ ἔνυδρον, εἶεν ἂν εἴδεα μεγάλοι, καὶ ἑωϋτοῖσι
                        παραπλήσιοι, <lb/>καὶ ἀνανδρότεροι δὲ καὶ ἡμερώτεραι τούτων αἱ γνῶμαι.
                        <lb/>καὶ συνάπτων γε ἐφεξῆς περὶ τοῦ χωρίου ἔτι τάδε γράφει. <lb/>ὅσοι δὲ
                        λεπτὰ, καὶ ἄνυδρα, καὶ ψιλὰ, τῇσι μεταβολῇσι τῶν <lb/>ὡρέων οὐκ εὔκριτα ἔχει
                        τῇ χώρῃ τὰ εἴδεα, ἀλλὰ σκληρὰ <lb/>καὶ εὔτονα, καὶ ξανθότερα, οἷς μελανώτερα
                        εἶναι τὰ εἴδεα, ﻿<pb n="802"/> καὶ τὰς ὁρμὰς αὐθάδεας τε καὶ ἰδιογνώμονας.
                        καὶ τί γὰρ, <lb/>ἵνα μὴ πολλῶν μνημονεύσω ῥήσεων αὐτοῦ, ἐφεξῆς ἐρεῖ;
                        εὑρήσεις <lb/>γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ τῆς χώρης τῇ φύσει ἀκολουθοῦντα <lb/>καὶ τὰ
                        εἴδεα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς τρόπους. αὐτὴν δὲ <lb/>δηλονότι τὴν χώρην κατὰ
                        τὸ θερμόν τε καὶ ψυχρὸν καὶ <lb/>ξηρὸν καὶ ὑγρὸν ἑτέρης χώρης διαφέρειν,
                        εἴρηκε πολλάκις <lb/>ἐν τῷ συγγράμματι. διὰ γοῦν πάλιν τῶν ἐφεξῆς φησιν·
                        ὅκου <lb/>μὲν γὰρ ἡ γῆ πικρὰ, καὶ μαλθακὴ, καὶ ἔνυγρος, καὶ τὰ <lb/>ὕδατα
                        κάρτα μετέωρα ἔχουσα, ὥστε θερμὰ εἶναι τοῦ θέρεος, <lb/>καὶ τοῦ χειμῶνος
                        ψυχρὰ, καὶ τῶν ὡρέων καλῶς κεῖται, ἐνταῦθα <lb/>καὶ οἱ ἄνθρωποι σαρκώδεές
                        εἰσι, καὶ ἄναρθροι, καὶ <lb/>ὑγροὶ, καὶ ταλαίπωροι, καὶ τὴν ψυχὴν κακοὶ,
                        ὥστε ἐπὶ πολὺ <lb/>τό γε ῥᾴθυμον καὶ τὸ ὑπνηλὸν ἔνεστιν ἐν αὐτοῖς ἰδεῖν, ἔς
                        <lb/>τε τὰς τέχνας παχέες, καὶ οὐ λεπτοὶ, οὐδὲ ὀξέες. ἐν τούτοις <lb/>πάλιν
                        ἐδήλωσε σαφέστατα, μὴ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῶν ὡρῶν <lb/>κράσεσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν
                        ἀμβλύτητα τῆς διανοίας, ὥσπερ οὖν <lb/>καὶ τὴν σύνεσιν ἑπομένην. ὅμοια δὲ
                        τούτοις καὶ κατὰ τὴν <lb/>ἐχομένην ῥῆσιν ὑπ’ αὐτοῦ γέγραπται αὐτοῖς
                        ὀνόμασιν. ὅκου <pb n="803"/> δέ ἐστιν ἡ χώρη ψιλή τε καὶ ἀνώχυρος, καὶ
                        τρηχείη, καὶ <lb/>ὑπὸ τοῦ χειμῶνος πιεζομένη, ἢ καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου κεκαυμένη,
                        <lb/>ἐνταῦθα σκληρούς τε καὶ ἰσχυροὺς, καὶ διηρθρωμένους, <lb/>καὶ εὐτόνους,
                        καὶ δασέας ἴδοις, τό τε ἐργαστικὸν ὀξὺ <lb/>ἐνεὸν ἐν τῇ φύσει τῇ τοιαύτῃ,
                        καὶ τὸ ἄγρυπνον, τά τε ἤθεα <lb/>καὶ τὰς ὀργὰς αὐθάδεας καὶ ἰδιογνώμονας,
                        τοῦ τε ἀγρίου <lb/>μᾶλλον μετέχοντας ἢ τοῦ ἡμέρου, ἔς τε τὰς τέχνας
                        ὀξυτέρούς <lb/>τε καὶ συνετωτέρους, καὶ τὰ πολέμου ἀμείνους εὑρήσεις.
                        <lb/>ἐν τούτῳ πάλιν τῷ λόγῳ σαφῶς οὐ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῆς <lb/>χώρας
                        κράσεσιν ἀκόλουθά φησιν ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ πρὸς <lb/>τὰς τέχνας τοὺς μὲν
                        ὀξυτέρους, τοὺς δὲ ἀσυνετωτέρους, τοὺς <lb/>δὲ ἀμβλυτέρους τε καὶ παχέας τὴν
                        διάνοιαν. οὐκέτ’ οὖν <lb/>δέομαι τῶν κατὰ τὸ δεύτερον ἢ τὸ ἕκτον τῶν
                        ἐπιδημίων <lb/>γεγραμμένων φυσιογνωμονικῶν γνωρισμάτων ἁπάντων μνημονεύειν,
                        <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ παραγράψαι δείγματος ἕνεκα τήνδε τὴν λέξιν <lb/>αὐτοῦ. ὧν ἡ
                        φλὲψ ἡ ἐν ἀγκῶνι σφύζει, μανικοὶ καὶ ὀξύθυμοι, <lb/>ὧν δ’ ἂν ἀτρεμέῃ,
                        τυφώδεις. κατὰ δὲ τὴν ῥῆσιν ὁ λόγος ἐστὶ <lb/>τοιοῦτος. ὧν ἀνθρώπων ἡ κατὰ
                        τὸν ἀγκῶνα ἀρτηρία σφοδροτάτην <pb n="804"/> ποιεῖται τὴν κίνησιν; οὗτοι
                        μανικοί εἰσι. φλέβας <lb/>μὲν γὰρ καὶ τὰς ἀρτηρίας ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ, ὡς
                        δέδεικται <lb/>πολλάκις, οὐδέπω δὲ πᾶσαν ἀρτηριῶν κίνησιν ὠνόμαζον
                        <lb/>σφυγμὸν, ἀλλὰ μόνον τὴν <milestone unit="ed2page" n="456"/> αἰσθητὴν
                        αὐτὴν, αὐτῷ τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ πάντως οὖσαν σφοδράν. Ἱπποκράτης δὲ, ὡς καὶ
                        <lb/>πρῶτος ἄρξας τοῦ μετὰ ταῦτα κρατήσαντος ἔθους, εἴρηκέ <lb/>που σφυγμὸν
                        ἁπασῶν τῶν ἀρτηριῶν τὴν κίνησιν, ὁποία τις <lb/>ἂν εἴη. κατὰ μέντοι τήνδε
                        τὴν ῥῆσιν ἔτι τῷ παλαιοτέρῳ <lb/>τρόπῳ τῆς ἑρμηνείας χρώμενος ἐκ σφοδρᾶς
                        κινήσεως τῆς <lb/>ἀρτηρίας ἐτεκμῄρατο τὸν μανικὸν καὶ ὀξύθυμον ἄνθρωπον,
                        <lb/>ἐπεὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ θερμασίας οὕτω <lb/>σφύζουσιν αἵδε
                        αἱ ἀρτηρίαι. καὶ μανικοὺς μὲν γὰρ καὶ <lb/>ὀξυθύμους τὸ πλῆθος τῆς θερμασίας
                        ἐργάζεται, νωθροὺς <lb/>δὲ καὶ βαρεῖς καὶ δυσκινήτους ἡ τῆς κράσεως
                        ψυχρότης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἱπποκράτης μὲν οὖν ἐπιδείξας ἐν ὅλῳ τῷ <lb/>περὶ ὑδάτων καὶ ὡρῶν κράσεως
                        συγγράμματι, σώματος κράσει <lb/>ἕπεσθαι τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις, οὐ μόνον
                        ὅσαι κατὰ <lb/>τὸ θυμοειδὲς ἢ ἐπιθυμητικὸν αὐτῆς εἰσιν, ἀλλὰ καὶ τὰς <pb n="805"/> κατὰ τὸ λογιστικὸν ἁπάσας, ἀξιοπιστότατός ἐστι μάρτυς, <lb/>εἴ
                        γέ τις ἐπὶ μάρτυρι ποιοῖτο, καθάπερ ἐνίοις ἔθος ἐστὶ, <lb/>τὴν τῶν δογμάτων
                        ἀλήθειαν. ἐγὼ δ’ οὐχ ὡς μάρτυρι τἀνδρὶ <lb/>πιστεύω τοῖς πολλοῖς ὡσαύτως,
                        ἀλλ’ ὅτι τὰς ἀποδείξεις <lb/>αὐτοῦ βεβαίας ὁρῶ, διὰ τοῦτο γοῦν καὶ αὐτὸν
                        ἐπαινῶ τὸν <lb/>Ἱπποκράτην. τίς γὰρ οὐχ ὁρᾷ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν.
                        <lb/>ἁπάντων τῶν ὑπὸ ταῖς ἄρκτοις ἀνθρώπων ἐναντιώτατα διακείμενα <lb/>τοῖς
                        ἐγγὺς τῆς διακεκαυμένης ζώνης; ἢ τίς οὐκ οἶδε <lb/>τοὺς ἐν τῷ μέσῳ τούτων,
                        ὅσοι τὴν εὔκρατον οἰκοῦσι χώραν, <lb/>ἀμείνους τε τὰ σώματα καὶ τὰ τῆς ψυχῆς
                        ἤθη καὶ σύνεσιν <lb/>καὶ φρόνησιν ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων; ἀλλὰ διά τινας τῶν
                        <lb/>Πλατωνικοὺς μὲν ἑαυτοὺς ὀνομαζόντων, ἡγουμένους δὲ ἐμποδίζεσθαι
                        <lb/>μὲν ἐν ταῖς νόσοις τὴν ψυχὴν ὑπὸ τοῦ σώματος, <lb/>ὑγιαίνοντος δὲ ἰδίᾳ
                        ἐνεργεῖν, οὔτε ὠφελουμένην, οὔτε βλαπτομένην <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ, ἀναγράψω τινὰς
                        ῥήσεις τοῦ Πλάτωνος, <lb/>ἐν αἷς ἀποφαίνεταί τινας διὰ τὴν τῶν τόπων κρᾶσιν
                        <lb/>εἰς φρόνησιν ὠφελουμένους τε καὶ βλαπτομένους ἄνευ τοῦ <lb/>νοσεῖν τὸ
                        σῶμα. κατὰ μέν γε τὰ πρῶτα τῶν Τιμαίου λόγων <pb n="806"/> ἔγραψε· Ταύτην δὴ
                        τὴν σύμπασαν διακόσμησιν καὶ σύνταξιν <lb/>ἡ θεὸς προτέρους ἡμᾶς
                        διακοσμήσασα κατῴκισεν, ἐκλεξαμένη <lb/>τὸν τόπον, ἐν ᾧ γεγένησθε, τῶν ὡρῶν
                        τὴν εὐκρασίαν <lb/>ἐν αὐτῷ κατιδοῦσα, ὅτι ἄνδρας φρονιμωτάτους οἴσει.
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ συνάπτων ἐφεξῆς· ἅτε οὖν φιλοπόλεμός τε καὶ <lb/>φιλόσοφος ἡ
                        θεὸς οὖσα, τὸν προσφερεστάτους αὐτῇ μέλλοντα <lb/>οἴσειν τόπον ἄνδρας τοῦτον
                        ἐκλεξαμένη, πρῶτον κατῴκισεν. <lb/>ὅτι μὲν οὖν πολὺ δίδωσι τοῖς τόποις,
                        τουτέστι ταῖς <lb/>ἐπὶ τῆς γῆς οἰκήσεσιν, εἴς τε τὰ τῆς ψυχῆς ἤθη καὶ
                        σύνεσιν <lb/>καὶ φρόνησιν, ἤδη μὲν κᾀκ τούτων ἐστὶ δῆλον, ἀλλὰ κᾀν τῷ
                        <lb/>πέμπτῳ τῶν νόμων ὡδί πως ἔγραψε. μηδὲ τοῦθ’ ὑμᾶς λανθανέτω <lb/>περὶ
                        τόπων πρὸς τὸ γεννᾷν ἀνθρώπους ἀμείνους <lb/>καὶ χείρους. ἐναργῶς πάλιν
                        ἐνταῦθα γεννᾷν τοὺς τόπους <lb/>φησὶν ἀμείνους τε καὶ χείρους ἀνθρώπους. καὶ
                        ἐφεξῆς δὲ <lb/>πάλιν ἐπιφέρων τοῖσδε φησίν· οἱ μέν γέ που διὰ πνεύματα
                        <lb/>παντοῖα καὶ δι’ εἱλήσεις ἀλλόκοτοί τέ εἰσι καὶ ἀπαίσιοι <lb/>αὐτῶν, οἱ
                        μὲν δι’ ὕδατα, οἱ δὲ διὰ τὴν ἐκ τῆς γῆς τροφὴν <lb/>ἀναδιδοῦσαν, οὐ μόνον
                        τοῖς σώμασιν ἄμεινον καὶ χεῖρον, <lb/>ταῖς ψυχαῖς δὲ οὐχ ἧττον δυναμένην
                        πάντα τὰ τοιαῦτα ﻿<pb n="807"/> ἐμποιεῖν. ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ πνεύματα σαφῶς
                        φησι καὶ <lb/>τὰς ἡλιάσεις, τουτέστι τὰς ἐξ ἡλίου θερμότητας εἰς τὰς
                        <lb/>τῆς ψυχῆς δυνάμεις προσθησομένας. εἰ μή τι ἄρα νομίζουσι <lb/>διὰ μὲν
                        τὰ πνεύματα, καὶ τὴν τοῦ περιέχοντος ἀέρος θερμότητα <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="457"/> καὶ ψυχρότητα, καὶ τὴν τῶν ὑδάτων τε καὶ
                        <lb/>τῆς τροφῆς φύσιν ἀμείνους τε καὶ χείρους τὴν ψυχὴν ἀνθρώπους
                        <lb/>δύνασθαι γενέσθαι, ταῦτα δὲ αὐτὰ μὴ διὰ μέσων <lb/>τῶν κράσεων
                        ἐργάζεσθαι τὰ κατὰ ψυχὴν ἀγαθά τε καὶ <lb/>φαῦλα· καὶ γὰρ ταῦτα ἂν εἴη τῇ
                        συνέσει τῶν ἀνδρῶν ἀκόλουθα. <lb/>ἀλλ’ ἡμεῖς γε σαφῶς ἴσμεν, ὡς ἕκαστον
                        ἔδεσμα <lb/>καταπίνεται μὲν πρῶτον εἰς τὴν γαστέρα, προκατείργασται <lb/>δὲ
                        ἐν αὐτῇ, μετὰ ταῦτα δὲ διὰ τῶν ἐξ ἥπατος αὐτῇ καθηκουσῶν <lb/>φλεβῶν
                        ἀναληφθὲν ἐργάζεται τοὺς ἐν τῷ σώματι χυμοὺς, <lb/>ἐξ ὧν τρέφεται <milestone unit="ed1page" n="350"/> τἄλλα μόρια πάντα, καὶ σὺν αὐτοῖς
                        <lb/>ἐγκέφαλός τε καὶ καρδία καὶ ἧπαρ, ἐν δὲ δὴ τῷ τρέφεσθαι <lb/>θερμότερα
                        σφῶν αὐτῶν γίγνεται ψυχρότερά τε καὶ ὑγρότερα <lb/>συνεξομοιούμενα τῇ
                        δυνάμει τῶν ἐπικρατούντων χυμῶν. ὡς <lb/>σωφρονήσαντες κᾂν νῦν γοῦν οἱ
                        δυσχεραίνοντες, τροφὴν <pb n="808"/> δύνασθαι τοὺς μὲν σωφρονεστέρους, τοὺς
                        δὲ ἀκολαστοτέρους <lb/>ἐργάζεσθαι, καὶ τοὺς μὲν ἀκρατεστέρους, τοὺς δὲ
                        <lb/>ἐγκρατεστέρους, καὶ θαρσαλέους, καὶ δειλοὺς, ἡμέρους τε <lb/>καὶ
                        πρᾴους, ἐριστικούς τε καὶ φιλονείκους, ἡκέτωσαν πρός <lb/>με μαθησόμενοι,
                        τίνα μὲν ἐσθίειν αὐτοὺς χρὴ, τίνα δὲ πίνειν. <lb/>εἴς τε γὰρ τὴν ἠθικὴν
                        φιλοσοφίαν ὀνήσονται μέγιστα, <lb/>καὶ πρὸς ταύτῃ κατὰ τὰς τοῦ λογιστικοῦ
                        δυνάμεις ἐπιδώσουσιν <lb/>εἰς ἀρετὴν, συνετώτεροι καὶ μνημονικώτεροι
                        γενόμενοι <lb/>καὶ φιλομαθέστεροι καὶ φρονιμώτεροι. πρὸς γὰρ <lb/>ταῖς
                        τροφαῖς καὶ τοῖς πόμασι καὶ τοὺς ἀνέμους αὐτοὺς διδάξω, <lb/>καὶ τὰς τοῦ
                        περιέχοντος κράσεις, ἔτι τε τὰς χώρας, <lb/>ὁποίας μὲν αἱρεῖσθαι προσήκει,
                        ὁποίας δὲ φεύγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἀναμνήσω δὲ πάλιν αὐτοὺς, κᾂν μὴ θέλωσιν, <lb/>ὡς ὁ Πλάτων αὐτὸς, ἀφ’ οὗ
                        παρονομάζουσιν ἑαυτοὺς, <lb/>οὐχ ἅπαξ ἢ δὶς, ἀλλὰ πολλάκις ἔγραψε περὶ
                        τούτων. <lb/>ὡσαύτως δ’ οὖν μοι ἀρκέσει προσθεῖναι κατὰ τὸν ἐνεστῶτα
                        <lb/>λόγον πρὸς τῷ περὶ τροφῆς ἐκ Τιμαίου καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου <lb/>τῶν
                        νόμων, ὧν οἱ μὲν δύο περὶ οἴνου πόσεώς εἰσιν. <pb n="809"/> Ἆρ’ οὐ
                        νομοθετήσομεν, πρῶτον μὲν τοὺς παῖδας μέχρις <lb/>ἐτῶν ὀκτωκαίδεκα τὸ
                        παράπαν οἴνου μὴ γεύεσθαι, διδάσκοντες, <lb/>ὡς οὐ χρὴ πῦρ ἐπὶ πῦρ
                        ὀχετεύειν, εἴς τε τὸ σῶμα <lb/>καὶ τὴν ψυχὴν, πρὶν ἐπὶ τοὺς πόνους ἐγχειρεῖν
                        πορεύεσθαι, <lb/>τὴν ἐκμανῆ εὐλαβούμενοι ἕξιν τῶν νέων; μετὰ δὲ τοῦτο,
                        <lb/>οἴνου μὲν δεῖ γεύεσθαι τοῦ μετρίου μέχρι τριάκοντα ἐτῶν· <lb/>μέθης δὲ
                        καὶ πολυοινίας τοπαράπαν νέους ἀπέχεσθαι· <lb/>τεσσαράκοντα δὲ ἐπιβαίνοντα
                        ἐτῶν, ἐν τοῖς ξυσσιτίοις εὐωχηθέντα, <lb/>καλεῖν τούς τε ἄλλους θεοὺς καὶ δὴ
                        καὶ Διόνυσον <lb/>παρακαλεῖν εἰς τὴν τῶν πρεσβυτέρων τελετὴν ἅμα καὶ
                        <lb/>παιδιάν· ἣν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἐπίκουρον τῆς τοῦ <lb/>γήρως
                        αὐστηρότητος ἐδωρήσατο τὸν οἶνον φάρμακον, ὥστε <lb/>ἀνίας καὶ δυσθυμίας
                        λήθην γίγνεσθαι, μαλακώτερον ἐκ <lb/>σκληροῦ τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος, καθάπερ εἰς
                        πῦρ σίδηρον <lb/>ἐντεθέντα γιγνόμενον, καὶ οὕτως εὐπλαστότερον εἶναι. ἐκ
                        <lb/>ταύτης τῆς ῥήσεως μεμνῆσθαι ποιεῖ καλοὺς καὶ γενναίους <lb/>τοὺς
                        Πλατωνικοὺς, καὶ οὐ μόνον ἀφ’ ἧς λέλεκται περὶ πόσεως <lb/>οἴνου ἐκείνῳ,
                        ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἡλικιῶν διαφορᾶς. <pb n="810"/> ἐμμανῆ μὲν γὰρ εἶναί φησι
                        τὴν τῶν μειρακίων φύσιν, αὐστηρὰν <lb/>δὲ καὶ δύσθυμον καὶ σκληρὰν τὴν τῶν
                        γερόντων, <lb/>οὐ δή που διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ
                        <lb/>σώματος ἔχουσαν κρᾶσιν, τὴν οὖσαν ἑκάστῃ τῶν ἡλικιῶν. <lb/>ἡ μὲν γὰρ
                        τῶν μειρακίων θερμὴ καὶ πολύαιμος, ἡ δὲ <lb/>τῶν γερόντων ὀλίγαιμός τε καὶ
                        ψυχρά. καὶ διὰ τοῦτό γε <lb/>αὖ τοῖς μὲν γέρουσιν ὠφέλιμος οἴνου πόσις,
                            <milestone unit="ed2page" n="458"/> εἰς <lb/>συμμετρίαν θερμασίας
                        ἐπανάγουσα τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας ψυχρότητα, <lb/>τοῖς δ’ αὐξανομένοις
                        ἐναντιωτάτη. ζέουσαν γὰρ <lb/>αὐτῶν τὴν φύσιν καὶ σφοδρῶς κινουμένην
                        ὑπερθερμαίνει <lb/>τε καὶ εἰς ἀμέτρους τε καὶ σφοδρὰς ἐκμαίνει κινήσεις.
                        ἀλλὰ <lb/>Πλάτωνι μὲν καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ κατὰ τὸ δεύτερον <lb/>τῶν
                        νόμων εἴρηται περὶ πόσεως οἴνου τοῖς βουλομένοις <lb/>ἀναγινώσκειν ὠφέλιμα.
                        μόνης δὲ ἐγὼ ἔτι μιᾶς αὐτοῦ ῥήσεως <lb/>μνημονεύσω κατὰ τὸ τέλος εἰρημένης
                        ἁπάντων τῶν <lb/>περὶ πόσεως λόγων, ἔνθαπερ εἴρηκε τὸν τῶν Καρχηδονίων
                        <lb/>λόγον. ἔχει δὲ ἡ ῥῆσις οὕτω. ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον τῆς Κρητῶν <lb/>καὶ
                        Λακεδαιμονίων χρείας προσθείμην ἂν τῷ Καρχηδονίων <pb n="811"/> νόμῳ,
                        μηδέποτε μηδένα ἐπὶ στρατοπέδου γεύεσθαι τοῦ πόματος, <lb/>ἀλλ’ ὑδροποσίαις
                        συγγίγνεσθαι τοῦτον τὸν χρόνον <lb/>ἅπαντα· καὶ κατὰ πόλιν μήτε δούλους
                        γεύεσθαί ποτε, <lb/>μηδὲ ἄρχοντας τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν, ὃν ἂν ἄρχωσι, μήτ’
                        <lb/>αὖ κυβερνήτας, μήτε δικαστὰς ἐνεργοὺς ὄντας, οἴνου γεύεσθαι
                        <lb/>τοπαράπαν, μηδὲ ὅστις βουλευόμενος εἰς βουλὴν <lb/>ἀξίαν τινὰ λόγου
                        συνέρχεται, μηδέ γε μεθ’ ἡμέραν τοπαράπαν <lb/>μηδένα, εἰ μὴ σωμασκίας ἢ
                        νόσων ἕνεκα, μηδ’ <lb/>αὖ νύκτωρ, ὅταν ἐπινοῇ τις παῖδας ποιεῖσθαι ἀνὴρ ἢ
                        <lb/>γυνή. καὶ ἄλλα δὲ πολλὰ ἄν τις λέγοι, ἐν οἷς τοῖς γε νοῦν <lb/>τε καὶ
                        νόμον ἔχουσιν ὀρθὸν οὐ ποτέος οἶνος. ταῦτα τοῦ <lb/>Πλάτωνος εἰρηκότος, οὐκ
                        ἐπὶ τῶν νοσούντων σωμάτων, <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀμέμπτως ὑγιαινόντων, εἴ γε
                        ὑμῖν δοκοῦσιν, ὦ <lb/>γενναιότατοι Πλατωνικοὶ, στρατεύειν, καὶ ἄρχειν, καὶ
                        δοκιμάζειν, <lb/>καὶ κυβερνᾷν ναῦς οἱ πίνοντες ὑγιαίνοντες, ἀποκρίνεσθέ
                        <lb/>μοι τοὐντεῦθεν ἐρωτῶντι, πότερον οὐχ ὥσπερ τις <lb/>τύραννος ὁ ποθεὶς
                        οἶνος κελεύει τὴν ψυχὴν μήτε νοεῖν <lb/>ἀκριβῶς, ἃ πρόσθεν ἐνόει, μήτε
                        πράττειν ὀρθῶς, ἃ πρόσθεν <lb/>ἔπραττε, καὶ διὰ τοῦτο φυλάττεσθαί φησιν ὁ
                        Πλάτων ﻿<pb n="812"/> ὡς πολέμιον. εἰ γὰρ ἅπαξ εἴσω τοῦ σώματος ἀφίκοιτο,
                        καὶ <lb/>τὸν κυβερνήτην κωλύει, ὡς προσήκει, μεταχειρίζεσθαι τοὺς
                        <lb/>οἴακας τῆς ναὸς, καὶ τοὺς στρατευομένους σωφρονεῖν ἐν <lb/>ταῖς
                        παρατάξεσι, καὶ τοὺς δικαστὰς, ὁπότε οὖν δικαίους <lb/>χρὴ εἶναι, ποιεῖ
                        σφάλλεσθαι, καὶ πάντας τοὺς ἄρχοντας <lb/>ἄρχειν κακῶς, καὶ προστάττειν
                        οὐδὲν ὑγιές. ἡγεῖται γὰρ τὸν <lb/>οἶνον ἀτμῶν θερμῶν ὅλον τὸ σῶμα, καὶ
                        μάλιστα τὴν κεφαλὴν <lb/>πληροῦντα, κινήσεως μὲν ἀμετροτέρας αἴτιον
                        γίγνεσθαι τῷ <lb/>ἐπιθυμητικῷ μέρει τῆς ψυχῆς καὶ τῷ θυμοειδεῖ, βουλῆς
                        <lb/>δὲ προπετεστέρας τῷ λογιστικῷ. καὶ μὴν, εἴπερ οὕτως ἔχει <lb/>ταῦτα,
                        διὰ μέσης τῆς κράσεως αἱ εἰρημέναι τῆς ψυχῆς <lb/>ἐνέργειαι φαίνονται
                        βλαπτόμεναι, πινόντων ἡμῶν τὸν οἶνον, <lb/>ὥσπερ γε πάλιν ὠφελούμεναί τινες.
                        ἀλλὰ γὰρ καὶ τόθ’ <lb/>ὑμᾶς, ἐὰν βούλησθε, διδάξω καθ’ ἕτερον καιρὸν, ἐκ τοῦ
                        <lb/>θερμαίνειν ὅσα βλάπτειν τε καὶ ὠφελεῖν ἡμᾶς οἶνος πέφυκεν. <lb/>ἐν δὲ
                        τῷ παρόντι τὴν ἐν τῷ Τιμαίῳ ῥῆσιν παραγράψω, <lb/>καθ’ ἣν προσεῖπεν ὁ Πλάτων
                        οὕτως. ταύτῃ κακοὶ <lb/>πάντες ἢ καλοὶ διὰ δύο ἀκουσιώτατα γιγνόμεθα, ὧν
                        αἰτιᾶται <lb/>μὲν αἰεὶ τοὺς φυτεύοντας τῶν φυτευομένων μᾶλλον, <pb n="813"/>
                        καὶ τοὺς τρέφοντας τῶν τρεφομένων. ἐφεξῆς δέ φησι. πειρατέον <lb/>μὴ ὅπῃ τις
                        δύναται καὶ διὰ τροφῆς, καὶ δι’ ἐπιτηδευμάτων, <lb/>μαθημάτων τε φυγεῖν μὲν
                        κακίαν, τοὐναντίον <lb/>δὲ ἑλεῖν ἀρετήν· ὥσπερ γὰρ ἐπιτηδεύματα καὶ μαθήματα
                        <lb/>κακίας μὲν ἀναιρετικὰ, γεννητικὰ δὲ ἀρετῆς ἐστιν, οὕτω <lb/>καὶ ἡ
                        τροφή. λεγομένης ἐνίοτε τροφῆς ὑπ’ αὐτοῦ οὐ μόνον <lb/>τῆς ἐπὶ σιτίοις, ἀλλὰ
                        καὶ συμπάσης τῶν παίδων τῆς διαίτης. <lb/>οὐχ οἷόν τε οὖν φάναι κατὰ τὸ
                        δεύτερον σημαινόμενον <lb/>εἰρῆσθαι νῦν ὑπ’ αὐτοῦ τὴν τροφήν. οὐ γὰρ τοῖς
                        <lb/>παισὶν, ἀλλὰ τοῖς τελείοις ποιεῖν κελευόμενος, ἔφη πειρατέον <lb/>μὴ
                        ὅπῃ τις δύναται καὶ διὰ τροφῆς καὶ δι’ ἐπιτηδευμάτων, <lb/>μαθημάτων τε
                        φυγεῖν τὴν κακίαν, τοὐναντίον <lb/>δὲ ἑλεῖν ἀρετήν. <milestone unit="ed2page" n="459"/> ἐπιτηδεύματα οὖν λέγει τὰ κατὰ <lb/>γυμναστικὴν
                        καὶ μουσικὴν μαθήματα, τά τε κατὰ γεωμετρίαν <lb/>καὶ ἀριθμητικήν. τροφὴν
                        οὐκ ἄλλην τινὰ νοεῖν οἷόν <lb/>τε παρὰ τὴν ἐκ τῶν σιτίων, καὶ ῥοφημάτων, καὶ
                        πομάτων, <lb/>ἐξ ὧν ἐστι καὶ οἶνος, ὑπὲρ οὗ πολλὰ διῆλθεν ὁ Πλάτων <pb n="814"/> ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν νόμων. ὅστις δὲ βούλεται καὶ χωρὶς <lb/>ἐμοῦ
                        γνῶναί τι περὶ πάσης τῆς ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεως, <lb/>ἔνεστιν ἀναγινώσκειν
                        αὐτῷ τοὺς τρεῖς περὶ τοῦδε τῶν ἡμετέρων <lb/>ὑπομνήσεις, καὶ τὸ τέταρτον ἐπ’
                        αὐταῖς, περὶ εὐχυμίας <lb/>τε καὶ κακοχυμίας, οὗ μάλιστα χρῄζομεν εἰς
                            <milestone unit="ed1page" n="351"/> τὸ <lb/>παρόν. πολλὰ μὲν οὖν ἡ
                        κακοχυμία ταῖς τῆς ψυχῆς ἐνεργείαις <lb/>λυμαίνεται, σώζει δὲ ἀβλαβεῖς αὐτὰς
                        ἡ εὐχυμία. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Οὔκουν ἀναιρετικὸς ὅδ’ ὁ λόγος ἐστὶ τῶν <lb/>ἐκ φιλοσοφίας καλῶν, ἀλλ’
                        ὑφηγητικός τε καὶ διδασκαλικὸς <lb/>ἀγνοουμένου τινὸς ἐν αὐτοῖς τῶν
                        φιλοσόφων. οἵ τε γὰρ <lb/>ἡγούμενοι πάντας ἀνθρώπους ἐπιδεκτικοὺς ἀρετῆς
                        ὑπάρχειν, <lb/>οἵ τε μηδένα τὴν δικαιοσύνην αἱρεῖσθαι, ὅπερ ἴσον ἐστὶ τῷ
                        <lb/>μηδένα γίγνεσθαι φυσικὸν ὅρον, ἐξ ἡμισείας ἑκάτεροι τὴν <lb/>ἀνθρωπίνην
                        ἑωράκασι φύσιν. οὔτε γὰρ ἅπαντες ἐχθροὶ <lb/>φύονται δικαιοσύνης, οὔθ’
                        ἅπαντες φίλοι, διὰ τὰς κράσεις <lb/>τῶν σωμάτων ἑκάτεροι τοιοῦτοι γενόμενοι.
                        πῶς οὖν, φασὶ, <lb/>δικαίως τις ἐπαινοῖτο, καὶ ψέγοιτο, καὶ μισοῖτο, καὶ
                        φιλοῖτο, <lb/>γεγενημένος πονηρὸς, ἢ ἀγαθὸς, οὐ δι’ ἑαυτὸν, <pb n="815"/>
                        ἀλλὰ διὰ τὴν κρᾶσιν, ἣν ἐξ ἄλλων αἰτιῶν φαίνεται λαμβάνων; <lb/>ὅτι,
                        φήσομεν, ὑπάρχει τοῦτο πᾶσιν ἡμῖν, ἀσπάζεσθαι <lb/>μὲν τὸ ἀγαθὸν, καὶ
                        προσίεσθαι, καὶ φιλεῖν, ἀποστρέφεσθαι <lb/>δὲ καὶ μισεῖν καὶ φεύγειν τὸ
                        κακόν· ὅτι οὐκέτι <lb/>πρόσεστι σκεπτομένοις, οὔτε εἰ γεννητόν ἐστιν, οὔτε
                        εἰ μὴ <lb/>γεννητόν. οὐ γὰρ τὸ ἕτερον αὐτῶν τοιοῦτον ἐποίησεν, οὔτε
                        <lb/>κατεσκεύασεν αὐτὸ τοιοῦτον. τούς τ’ οὖν σκορπίους, καὶ <lb/>τὰ
                        φαλάγγια, καὶ τὰς ἐχίδνας ἀναιροῦμεν, ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>γεγονότα τοιαῦτα
                        καὶ οὐχ ὑφ’ ἑαυτῶν. ἀγέννητόν τε τὸν <lb/>πρῶτον καὶ μέγιστον θεὸν ὁ Πλάτων
                        λέγων εἶναι ὅμως <lb/>ἀγαθὸν ὀνομάζει, καὶ ἡμεῖς δὲ πάντες φύσει φιλοῦμεν
                        αὐτὸν, <lb/>ὄντα τοιοῦτον ἐξ αἰῶνος, οὐχ ὑφ’ ἑαυτοῦ γενόμενον <lb/>ἀγαθόν·
                        ὅλως γὰρ οὐδ’ ἐγένετό ποτε, διαπαντὸς ὢν ἀγέννητος <lb/>καὶ ἀΐδιος. εἰκότως
                        οὖν καὶ τῶν ἀνθρώπων τοὺς <lb/>πονηροὺς μισοῦμεν οὐ προλογιζόμενοι τὸ
                        ποιῆσαν αἴτιον <lb/>αὐτοὺς τοιούτους. ἔμπαλιν δὲ προσιέμεθα καὶ φιλοῦμεν
                        <lb/>τοὺς ἀγαθοὺς, εἴτ’ ἐκ φύσεως, εἴτ’ ἐκ παιδείας καὶ διδασκαλίας,
                        <lb/>εἴτ’ ἐκ προαιρέσεώς τε καὶ ἀσκήσεως ἐγένοντο <lb/>τοιοῦτοι. καὶ μέντοι
                        καὶ ἀποκτείνομεν τοὺς ἀνιάτους καὶ <pb n="816"/> πονηροὺς διὰ τρεῖς αἰτίας
                        εὐλόγους, ἵνα μὴ ἡμᾶς ἀδικήσωσι <lb/>ζῶντες, εἰς φόβον τε τοὺς ὁμοίους
                        αὐτοῖς ἐνάγωσιν, <lb/>ὡς κολασθησομένους ἐφ’ οἷς ἂν ἀδικήσωσι. καὶ τρίτον
                        ἐστὶ, <lb/>καὶ αὐτοῖς ἐκείνοις ἄμεινον τεθνάναι διεφθαρμένοις οὕτω <lb/>τὴν
                        ψυχὴν, ὡς ἀνίατον ἔχειν τὴν κακίαν, ὡς μηδ’ ὑπὸ τῶν <lb/>Μουσῶν αὐτῶν
                        παιδεύεσθαι, μηδέ γε ὑπὸ Σωκράτους ἢ <lb/>Πυθαγόρα βελτίους γενέσθαι.
                        θαυμάζω δὲ ἐν τῷδε τῶν <lb/>Στωϊκῶν ἅπαντας μὲν ἀνθρώπους εἰς ἀρετῆς κτῆσιν
                        ἐπιτηδείως <lb/>ἔχειν οἰομένων, διαστρέφεσθαι δὲ ὑπὸ τῶν οὐ καλῶς
                        <lb/>ζώντων. ἵνα γὰρ ἐάσω τἄλλα πάντα τὰ καταβάλλοντα <lb/>τὸν λόγον αὐτῶν,
                        ἓν δὲ μόνον ἐρωτήσω περὶ τῶν πρώτων <lb/>γενομένων ἀνθρώπων, οἳ μηδένα πρὸ
                        ἑαυτῶν ἔσχον ἕτερον. <lb/>ἡ διαστροφὴ πόθεν ἢ ὑπὸ τίνων αὐτοῖς ἐγένετο,
                        λέγειν <lb/>οὐχ ἕξου<milestone unit="ed2page" n="460"/>σιν. ὥσπερ κᾀν τῷ νῦν
                        χρόνῳ μικρὰ παιδία <lb/>θεώμενοι πονηρότατα, τίς ἐδίδαξεν αὐτὰ τὴν πονηρίαν,
                        <lb/>ἀδυνατοῖεν λέγειν, καὶ μάλισθ’ ὅταν ᾖ πολλὰ μὲν ἅμα ﻿<pb n="817"/>
                        τρεφόμενα τὴν αὐτὴν τροφὴν ὑπὸ τοῖς αὐτοῖς γονεῦσιν ἢ <lb/>διδασκάλοις ἢ
                        παιδαγωγοῖς, ἐναντιώτατα δὲ ταῖς φύσεσι. <lb/>τί γὰρ ἂν ἐναντιώτερον εἴη τοῦ
                        κοινωνικοῦ παιδίου τῷ φθονερῷ, <lb/>καθάπερ καὶ τοῦ ἐλεήμονος τῷ
                        ἐπιχαιρεκάκῳ, τοῦ δὲ <lb/>δειλοῦ τῷ πρὸς ἅπαντα θαρσαλέῳ, καὶ τοῦ μωροτάτου
                        τῷ <lb/>συνετωτάτῳ, καὶ τοῦ φιλαλήθους τῷ φιλοψευδεῖ; καὶ φαίνεταί <lb/>γε
                        τὰ παιδία, κᾂν ὑπὸ τοῖς αὐτοῖς γονεῦσι καὶ διδασκάλοις <lb/>καὶ παιδαγωγοῖς
                        τρέφηται, κατὰ τὰς εἰρημένας <lb/>ἐναντιώσεις ἀλλήλων διαφέροντα.
                        παραφυλάττει οὖν ὃ δεῖ <lb/>εἰπεῖν τὰ τοιαῦτα τῶν νῦν φιλοσόφων· ἄμεινον δ’
                        ἐστὶν <lb/>ἴσως εἰπεῖν οὐ φιλοσόφων, ἀλλ’ ἐπαγγελλομένων φιλοσοφεῖν·
                        <lb/>ὡς, εἴγε οὕτως ἐφιλοσόφουν, ἐφύλαττον αὐτὸ τοῦτο πρῶτον, <lb/>ἀπὸ τῶν
                        ἐναργῶς φαινομένων τὰς ἀρχὰς τῶν ἀποδείξεων <lb/>ποιεῖσθαι. καὶ τοῦτο
                        ἐοίκασι μάλιστα πάντων οἱ πάλαι <lb/>θειότατοι πρᾶξαί τε καὶ κληθῆναι σοφοὶ
                        παρὰ τοῖς ἀνθρώποις, <lb/>οὔτε συγγράμματα γράφοντες, οὔτε διαλεκτικὴν ἢ
                        <lb/>φυσικὴν ἐπιδεικνύμενοι θεωρίαν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν μὲν τῶν <pb n="818"/>
                        ἀρετῶν, ἀσκήσαντες δὲ αὐτοὺς ἔργοις, οὐ λόγοις. οὗτοι νῦν <lb/>οἱ φιλόσοφοι
                        βλέποντες εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰ παιδία, κᾂν <lb/>ἄριστα παιδεύηται καὶ μηδὲν ἔχῃ
                        θεάσασθαι παράδειγμα <lb/>κακίας, ὅμως ἁμαρτάνοντα, τινὲς μὲν αὐτῶν φύσει
                        κακοὺς <lb/>ἅπαντας ἀνθρώπους ἀπεφήναντο, τινὲς δὲ οὐδὲ ἅπαντας
                        <lb/>(σπάνιον γὰρ ὄντως ἔστι θεᾶσθαι παιδίον ἄμεμπτον) οἱ μὲν, <lb/>οὐδενὸς
                        ὄντος τοιούτου, πάντας ἀνθρώπους ἀπεφήναντο φύσει <lb/>κακοὺς ὑπάρχειν, οἱ
                        δ’ ἕνα ἢ δύο που κατὰ σπάνιον <lb/>ἰδόντες, οὐ πάντας, ἀλλὰ τοὺς πλείστους
                        ἔφασαν εἶναι κακούς. <lb/>εἰ γάρ τις οὐκ ἐπιτρίπτων τε καὶ φιλονεικῶν
                        ἐθελήσειεν <lb/>ἂν ἐλευθερίᾳ γνώμῃ (καθάπερ οἱ παλαιοὶ φιλόσοφοι) <lb/>τὰ
                        πράγματα θεάσασθαι, παντάπασιν ὀλίγους παῖδας εὑρήσει <lb/>πρὸς ἀρετὴν εὖ
                        πεφυκότας. καὶ παύσεται μὲν ὅμως <lb/>ἡγούμενος καὶ πεφυκέναι, διαστρέφεσθαι
                        δ’ αὐτὰ τῶν ἐξ <lb/>ἐπιστημόνων γονέων τε καὶ παιδαγωγῶν καὶ διδασκάλων·
                        <lb/>οὐ γὰρ ἐν ἄλλοις γέ τισιν ἐντυγχάνει τὰ παιδία. πάνυ δ’ <lb/>ἀληθεῖς
                        εἰσι καὶ οἵδε, στρέφεσθαι λέγοντες ἡμᾶς ὑπό γε <pb n="819"/> τῆς ἡδονῆς,
                        καίτοι γε αὐτῆς μὲν ἐχούσης πολὺ, τοῦ δ’ <lb/>ἀποστρεπτικοῦ τε καὶ τραχέος
                        ὄντος. εἰ μὲν γὰρ προσοικειούμεθα <lb/>πρὸς τὴν ἡδονὴν, οὐκ οὖσαν ἀγαθὸν,
                        ἀλλ’, ὡς <lb/>Πλάτων ἔφη, δέλεαρ μέγιστον κακοῦ, φύσει κακοὶ πάντες
                        <lb/>ἐσμέν· εἰ δ’ οὐ πάντες, ἀλλά τινες, ἐκεῖνοι μόνοι φύσει <lb/>μοχθηροὶ
                        τυγχάνουσιν ὄντες. ἐπεὶ τοίνυν, εἰ μὲν μηδεμίαν <lb/>ἔχομεν ἑτέραν ἐν ἡμῖν
                        δύναμιν οἰκειωμένην ἡδονὴν ἢ μᾶλλον <lb/>ἀρετὴν, μᾶλλον ἡδονῆς ἥ τις
                        ἰσχυροτέρα τῆς πρὸς τὴν <lb/>ἡδονὴν ἀγούσης ἡμᾶς φύσει. καὶ οὕτως εἴημεν
                        ἅπαντες κακοὶ, <lb/>τὴν μὲν κρείττονα δύναμιν καὶ ἀσθενεστέραν, ἰσχυροτέραν
                        <lb/>δὲ τὴν μοχθηρὰν ἔχοντες, ᾓ δὴ κρείττονός ἐστιν <lb/>ἰσχυροτέρα, ἥ τις
                        τοὺς πρώτους ἀνθρώπους ἀνέπεισεν ὑπὸ <lb/>τῆς ἀσθενεστέρας νικηθῆναι. ταῦτ’
                        οὖν αὐτὰ τῶν Στωϊκῶν <lb/>ἐμέμψατο καὶ ὁ πάντων ἐπιστημονικώτατος ὁ
                        Ποσειδώνιος, <lb/>ἐν οἷς ἐπαίνων ἐστὶ μεγίστων ἄξιος, ἐν τούτοις αὐτοῖς μὲν
                        <lb/>ὑπὸ τῶν ἄλλων οὐχ ἕπεται τῶν Στωϊκῶν. ἐκεῖνοι μὲν γὰρ <lb/>ἔπεισαν
                        αὐτοὺς τὴν πατρίδα μᾶλλον, ἢ τὰ δόγματα προδοῦναι, <lb/>Ποσειδώνιος δὲ τὴν
                        τῶν Στωϊκῶν αἵρεσιν μᾶλλον <pb n="820"/> ἢ τὴν ἀλήθειαν· διὰ τοῦτο κατὰ γε
                        τὴν περὶ τῶν παθῶν <lb/>πραγματείαν ἐναντιώτατα φρονεῖ Χρυσίππῳ <milestone unit="ed2page" n="461"/> καὶ ἐν <lb/>τῷ περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀρετῶν.
                        πολλὰ μὲν οὖν εἶπε <lb/>Χρύσιππος ἐν τοῖς λογικῶς ζητουμένοις περὶ τῶν παθῶν
                        <lb/>τῆς ψυχῆς μεμψάμενος, ἔτι δὲ πλείω τῶν ἐν τοῖς περὶ διαφορῶν <lb/>τῶν
                        ἀρετῶν. οὐ τοίνυν οὐδὲ Ποσειδωνίῳ δοκεῖ τὴν <lb/>κακίαν ἔξωθεν προσιέναι
                        τοῖς ἀνθρώποις οὐδεμίαν ἔχουσιν <lb/>ἰδίαν ῥίζαν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, ὅθεν
                        ὁρῶμεν εἰ βλαστάνει τε <lb/>καὶ αὐξάνει, ἀλλ’ αὐτὰ τοὐναντίον εἶναι. καὶ γὰρ
                        καὶ τῆς <lb/>κακίας ἐν ἡμῖν αὐτοῖς σπέρμα· καὶ δεόμεθα πάντες οὐχ <lb/>οὕτω
                        τοῦ φεύγειν τοὺς πονηροὺς, ὡς τοῦ διώκειν τοὺς καθαρίσοντάς <lb/>τε καὶ
                        κωλύσοντας ἡμῶν τὴν αὔξησιν τῆς κακίας. <lb/>οὐ γὰρ, ὡς οἱ Στωϊκοί φασιν,
                        ἔξωθεν, ἐπεὶ ἄρχεται <lb/>ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ σύμπαν τῆς κακίας, ἀλλὰ τὸ
                        <lb/>πλέον ἐξ ἑαυτῶν ἔχουσιν οἱ πονηροὶ τῶν ἀνθρώπων· ἔξωθεν <lb/>δὲ ἐλάττω
                        τούτων πολλῷ τὸ ἐπιαρχόμενόν ἐστιν. ἐκ <lb/>τούτου μὲν οὖν ἐθισμοί τε
                        γίνονται μοχθηροὶ τῷ τῆς ψυχῆς <lb/>ἀλόγῳ μέρει, καὶ δόξαι ψευδεῖς τῷ
                        λογιστικῷ· καθάπερ, <pb n="821"/> ὅταν ὑπὸ καλοῖς καὶ ἀγαθοῖς ἀνδράσι
                        παιδευώμεθα, δόξαι <lb/>μὲν ἀληθεῖς, ἐθισμοὶ δὲ χρηστοί. ταῖς κράσεσι δ’
                        ἕπεται <lb/>κατὰ μὲν τὸ λογιστικὸν ἀγχίνοιά τε καὶ μωρία κατὰ τὸ <lb/>μᾶλλόν
                        τε καὶ ἧττον. αἱ κράσεις δ’ αὗται τῇ τε πρώτῃ <lb/>γενέσει καὶ ταῖς εὐχύμοις
                        διαίταις ἀκολουθοῦσι καὶ συναυξάνει <lb/>ἄλληλα ταῦτα. διὰ γοῦν τὴν θερμὴν
                        κρᾶσιν ὀξύθυμοι <lb/>γίνονται· ταύταις πάλιν ταῖς ὀξυθυμίαις ἐκπυροῦσι τὴν
                        <lb/>ἔμφυτον θερμασίαν. ἔμπαλιν δὲ οἱ σύμμετροι ταῖς κράσεσι <lb/>συμμέτρως
                        τὰς τῆς ψυχῆς κινήσεις ἔχοντες εἰς εὐθυμίαν <lb/>ὠφελοῦνται. ὥσθ’ ὁ μὲν
                        ἡμέτερος λόγος ὁμολογεῖ τοῖς <lb/>ἐναργῶς φαινομένοις κατὰ τὰς αἰτίας, ὥσθ’
                        ὑπ’ οἴνου καὶ <lb/>φαρμάκων τινῶν, φασκομένων δ’ ὑπὸ διαίτης ἀγαθῆς τε καὶ
                        <lb/>καλῆς, ὥσπερ γε καὶ ὠφελούμεθά τε καὶ δι’ ἐπιτηδεύματά <lb/>τε καὶ
                        μαθήματα, οὐχ ἥκιστα δὲ τῇ φυσικῇ διαφορᾷ τῶν <lb/>παιδίων ἀποδιδοὺς τὴν
                        αἰτίαν. οἱ δ’ οὖν ἐκ τῆς τοῦ σώματος <lb/>κράσεως ἡγούμενοι τὴν ψυχὴν
                        ὠφελεῖσθαί τε καὶ <lb/>βλάπτεσθαι, περὶ δὲ τῆς τῶν παίδων διαφορᾶς οὐδὲν
                        <lb/>ἔχουσι λέγειν, ὧν τε ἐκ τῆς διαίτης ὠφελούμεθα, οὐδενὸς <pb n="822"/>
                        ἔχουσιν αἰτίαν ἀποδοῦναι, καθάπερ οὐδὲ τῆς ἐν τοῖς ἤθεσι <lb/>διαφορᾶς, καθ’
                        ἣν τὰ μὲν θυμικὰ, τὰ δὲ ἄθυμα, καὶ τὰ <lb/>μὲν συνετὰ, τὰ δὲ οὐ φαίνεται. ἐν
                        Σκύθαις μὲν γὰρ εἷς <lb/>ἀνὴρ ἐγένετο φιλόσοφος, Ἀθήνῃσι δὲ πολλοὶ τοιοῦτοι.
                        <lb/>πάλιν δ’ ἐν Ἀβδήροις ἀσύνετοι πολλοὶ, τοιοῦτοι δ’ Ἀθήνῃσιν <lb/>ὀλίγοι.
                    </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>