<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg023.1st1K-grc1:1-8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg023.1st1K-grc1:1-8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg023.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ, ΕΙ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΕΝ <lb/>ΑΡΤΗΡΙΑΙΣ ΑΙΜΑ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ,
                        <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Ἐπειδὴ, τιτρωσκομένης ἀρτηρίας ἡστινοσοῦν, <lb/>φαίνεται κενούμενον αἷμα,
                        δυοῖν θάτερον ἀναγκαῖον ὑπάρχειν, <lb/>ἢ ἐν αὐταῖς αὐτὸ περιέχεσθαι ταῖς
                        ἀρτηρίαις, ἢ ἑτέρωθεν <lb/>μεταλαμβάνεσθαι. ἀλλ’ εἰ μεταλαμβάνεται, παντί
                        που <lb/>δῆλον, ὡς, ὅτ’ εἶχον κατὰ φύσιν, πνεῦμα μόνον ἐν αὐταῖς
                        <lb/>περιείχετο. εἰ δὲ τοῦτο, ἐν ταῖς τρώσεσιν ἐχρῆν πρότερον <lb/>τοῦ
                        αἵματος ἐκκενούμενον φαίνεσθαι τὸ πνεῦμα. οὐχὶ δέ <pb n="704"/> γε φαίνεται·
                        οὐκ οὖν οὐδὲ μόνον ἔμπροσθεν περιείχετο. <lb/>καὶ διὰ βραχυτέρου δ’ ἂν λόγου
                        ταὐτὸν ἀποδειχθείη τόνδε <lb/>τὸν τρόπον. εἰ τιτρωσκομένων ἀρτηριῶν αἷμα
                        παραχρῆμα <lb/>φαίνεται κενούμενον, ἦν ἄρα ἐν ἀρτηρίαις αἷμα καὶ πρὸ
                        <lb/>τοῦ τρωθῆναι. δῆλον γὰρ, ὡς ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ τὸ παραχρῆμα
                        <lb/>προκείμενον ἀληθῆ ποιεῖ τὴν τοῦ ἑπομένου τῷ <lb/>συνημμένῳ πρὸς τὸ
                        ἡγούμενον ἀκολουθίαν. ἁπλῶς μὲν γὰρ <lb/>ῥηθὲν χωρὶς τοῦ παραχρῆμα τόνδε τὸν
                        τρόπον, εἰ τιτρωσκομένων <lb/>ἀρτηριῶν αἷμα φαίνεται κενούμενον, ἑπόμενον
                        <lb/>ἕξει τὸ κατ’ ἀρχὰς εὐθὺς ῥηθὲν, τὸ, ἤτοι καὶ πρόσθεν ἐν <lb/>αὐταῖς
                        περιείχετο, ἢ νῦν μεταλαμβάνεται· προσκειμένου δὲ <lb/>τοῦ παραχρῆμα, τὸ
                        ἑπόμενον ἦν ἐν ἀρτηρίαις αἷμα καὶ <lb/>πρὸ τοῦ τρωθῆναι, συνθέτου δηλονότι
                        τοῦ παντὸς λόγου <lb/>γιγνομένου τόνδε τὸν τρόπον. εἰ τιτρωσκομένων ἀρτηριῶν
                        <lb/>φαίνεται κενούμενον αἷμα, ἤτοι ἐν αὐταῖς περιείχετο ταῖς
                        <lb/>ἀρτηρίαις· ἢ ἑτέρωθεν μεταλαμβάνεται· ἀλλὰ μὴν τιτρωσκομένων <lb/>τῶν
                        ἀρτηριῶν φαίνεται κενούμενον αἷμα, οὐ μεταλαμβάνεται, <pb n="705"/> ὡς
                        δείξομεν· ἐν αὐταῖς ἄρα ταῖς ἀρτηρίαις περιείχετο. <lb/>πῶς οὖν, ὅτι μὴ
                        μεταλαμβάνεται; ἐφαίνετο δήπου <lb/>πρὸ αὐτοῦ κενούμενον πνεῦμα; ἀλλὰ μὴν οὐ
                        φαίνεται· <lb/>οὐκ ἄρα μεταλαμβάνεται. ἀρκεῖ τοῦτο εἰς ἀπόδειξιν τοῖς
                        <lb/>μήθ’ αἱρέσει τινὶ προκατειλημμένοις, μήτ’ ἀγνοοῦσιν ἀληθεῖς <lb/>λόγους
                        διακρίνειν ψευδῶν. ἐπεὶ δ’ οὐ πάντες τοιοῦτοι. <lb/>πλειόνων ἴσως πρὸς
                        ἐκείνους δεήσει λόγων. ἀντιλαμβάνονται <lb/>γοῦν οἱ περὶ τὸν Ἐρασίστρατον
                        ψεῦδος εἶναι φάσκοντες <lb/>τὸ συνημμένον. οὐ γὰρ ἀληθὲς ὑπάρχειν φασὶ τὸ,
                        εἰ μεταλαμβάνεται, <lb/>πρὸ αὐτοῦ κενούμενον πνεῦμα· δύναται γὰρ
                        <lb/>κενοῦσθαι μὲν, <milestone unit="ed2page" n="155"/>μὴ φαίνεσθαι δὲ,
                        λεπτομερὲς ὂν καὶ <lb/>κοῦφον, καὶ διὰ τοῦτο ῥᾳδίως ἐκπεμπόμενον. ἀναγκαῖον
                        <lb/>οὖν αὖθις ἡμῖν δεικνύειν, ὡς οὐκ ἂν λάθοι. πῶς οὖν <lb/>ἀποδείκνυμεν;
                        πολυειδῶς μὲν, ὡς δ’ ἂν καὶ σαφεῖς γίνωνται <lb/>οἱ λόγοι, καὶ τάξει
                        προΐωσιν, ἀναγκαῖον αὐτοὺς <lb/>ἐκείνους ἐρέσθαι, πῶς ἐκκενοῦσθαι <milestone unit="ed1page" n="222"/>θέλουσι τὸ <lb/>πνεῦμα, πότερον ἐξ ἑαυτοῦ
                        φερόμενον, ἢ πρὸς ἑτέρου <pb n="706"/> τινὸς ὠθούμενον. ἀποκρινοῦνται δὲ οὐχ
                        ὡσαύτως ἅπαντες, <lb/>ἀλλ’ οἱ μὲν ἐξ ἑαυτοῦ φέρεσθαί φασιν, οἱ δὲ ἀπὸ τῆς
                        <lb/>καρδίας ὠθεῖσθαι. καὶ τοίνυν καὶ ἡμῖν ἑκατέροις ἐν μέρει <lb/>δεικτέον
                        ἐστὶν, ὡς ἀδύνατα λέγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἀρκτέον δ’ ἀπὸ τῶν ἐξ ἑαυτοῦ φέρεσθαι <lb/>λεγόντων. ἢ γὰρ τοῦτο πάντη δήπου
                        λεπτομερέστερον, οἷον <lb/>τὸ αἰθερῶδες, ἢ ἄλλως πως θερμότερον εἶναι
                        φήσουσιν <lb/>αὐτὸ τοῦ περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος. οὐδὲ γὰρ τρίτον ἕξουσιν
                        <lb/>εἰπεῖν πνεύματος σύμπτωμα, δι’ ὃ φέρεσθαι δύναιτο ἄν.
                        <lb/>λεπτομερέστερον μὲν οὖν οὐκ ἂν εἴη τὸ κατὰ τὰς ἀρτηρίας <lb/>πνεῦμα τοῦ
                        περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος, ὡς ἡ γένεσις αὐτοῦ διδάσκει. <lb/>γίγνεται γὰρ κατὰ
                        τὸν Ἐρασίστρατον ἐκ τοῦ περιέχοντος <lb/>ἡμᾶς ἀέρος εἴσω τοῦ σώματος εἰς μὲν
                        τὰς κατὰ <lb/>πνεύμονα πρώτας ἀρτηρίας ἐλθόντος, ἔπειτα δὲ εἰς τὴν
                        <lb/>καρδίαν καὶ τὰ ἄλλας. εἰς ὅσον οὖν ὑγροτέροις ὁμιλεῖ σώμασιν, <lb/>εἰς
                        τοσοῦτο εἰκὸς αὐτὸ παχυμερέστερόν τε καὶ ἁπαλωδέστερον <lb/>γίνεσθαι.
                        θερμότερον δὲ γίνεται, ἀλλ’ ὡς ἀτμὸς <pb n="707"/> ἄνω φερόμενον οὔτε ἀφανῆ
                        τὴν κένωσιν, οὔτε οὕτως ὠκεῖαν <lb/>ἕξει. Πραξαγόρας μὲν οὖν καὶ
                        παχυμερέστερον αὐτὸ καὶ <lb/>ἱκανῶς ἀτμῶδες εἶναί φησιν, Ἐρασίστρατος δὲ,
                        ὅπη μὲν ἔχει <lb/>πάχους, οὐ διώρισεν, ἐξ ὧν δ’ ὑπὲρ αὐτοῦ λέγει τεκμήραιτ’
                        <lb/>ἄν τις, οὐδαμῶς αὐτὸ προσήκειν εἶναι λεπτόν. τάς τε <lb/>γὰρ ἀρτηρίας
                        ὑπ’ αὐτοῦ πληρουμένας διαστέλλεσθαί φησι, <lb/>καὶ τὰς τῶν μυῶν κοιλίας
                        ὡσαύτως, οὐδετέρου δὴ τούτων <lb/>γίγνεσθαί ποτ’ ἂν δυνηθέντος, εἰ
                        λεπτομερὲς ἀκριβῶς ὑπῆρχεν· <lb/>οὐ γὰρ δὴ ἴσχεσθαί γε τὸ τοιοῦτο μᾶλλον ἐν
                        τοῖς σώμασιν, <lb/>ἀλλ’ ἐκπέμπεσθαι πρέπει. τί ποτ’ οὖν ἐκφυσώμενον <lb/>οὐ
                        φαίνεται παραπλησίως τῷ κατὰ τὰς ἐκ τοῦ θώρακός τε <lb/>καὶ τοῦ περιτοναίου
                        καὶ τῆς φάρυγγος τρώσεις; γελοῖον δ’ <lb/>ἴσως ποιοῦμεν ἐξ ἑτέρων αὐτὸ
                        συλλογιζόμενοι, παρὸν αὐτοὺς <lb/>ὑπομνῆσαι τῶν ἀρτηριῶν, ἐξ ὧν ὅταν ἀθρόον
                        ἐξακοντίζηται <lb/>τὸ αἷμα, σαφῶς ἐκφυσώμενον φαίνεται. ὡς γὰρ
                        <lb/>θερμότερον, οὕτω καὶ ἀτμωδέστερον τὸ κατὰ τὰς ἀρτηρίας <lb/>αἷμα. οὐ
                        μὴν αὐτός γε καθ’ ἑαυτὸν ἀτμὸς, ἢ ἀὴρ, ἢ αἰθὴρ, <lb/>ἢ ὅλως πνεῦμα
                        περιεχόμενον ἐν αὐτῷ φαίνεται. καὶ γὰρ, ﻿<pb n="708"/> εἰ τῇ λεπτοτάτῃ
                        βελόνῃ διατρήσαιο ἀρτηρίαν, εὐθὺς ἐξακοντίζεται <lb/>τὸ αἷμα. ἐχρῆν δ’,
                        οἶμαι, καὶ εἰ μὴ διὰ τοῦ μεγάλου <lb/>τραύματος, ἀλλὰ γοῦν τοῦ μετρίου, μὴ
                        ταχέως, μηδ’ <lb/>ἀναισθήτως, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ πλείονι κενοῦσθαι τὸ πνεῦμα.
                        <lb/>πρὶν γὰρ ἐκεῖνο κενωθῇ, πάντως οὐκ ἐκπίπτει διὰ τοῦ <lb/>τραύματος τὸ
                        αἷμα, λέγοντός γε αὐτοῦ τοῦ Ἐρασιστράτου, <lb/>τὰς ποῤῥωτάτω κειμένας
                        ἀρτηρίας πρώτας ἀπολαύειν τῆς <lb/>μεταχύσεως. εἰ δὲ καὶ μὴ πρὸς ἐκείνου
                        γεγραμμένον ἦν, ἐξ <lb/>ἀνάγκης ἠκολούθησε ταῖς ὑποθέσεσιν. εἰ γὰρ συνεχὲς
                        αὐτῷ <lb/>πάντως ἐστὶ τὸ κατὰ τὰς ἀρτηρίας πνεῦμα, καὶ οὕτως εὐκίνητόν
                        <lb/>τε καὶ λεπτὸν, ὡς ἐν ἀκαρεῖ χρόνῳ κενοῦσθαι ῥᾳδίως, <lb/>οὐ τὸ μὲν ἐν
                        ταῖς διαιρουμέναις ἀρτηρίαις κενωθήσεται μόνον, <lb/>τὸ δ’ ἐν ταῖς ἄλλαις
                        ἁπάσαις μενεῖ. πρόδηλον γὰρ, <lb/>ὡς τῷ προτέρῳ τῷ κατὰ τὴν τετμημένην τὸ
                        λοιπὸν ἅπαν <lb/>ἑτοίμως ἀκολουθήσει, καὶ πρώτη ταῖς ὑστάταις ἐπίδηλος ἡ
                        <lb/>κένωσις γενήσεται, μηκέτ’ ἐχούσαις ἑτέρας, ὅθεν μεταληφθήσεται. <lb/>ἐν
                        αὐτῇ οὖν πρώ<milestone unit="ed2page" n="156"/>τως κίνδυνος τοῦ κενὸν
                        γενέσθαι <lb/>τόπον, εἰ μὴ τῇς οὐσίας πληρώσειε τὴν χώραν τοῦ <pb n="709"/>
                        μεταλαμβανομένου πνεύματος. καὶ διὰ τοῦτο ἐξ ἀνάγκης <lb/>ἕπεται τὸ διὰ τῶν
                        συναναστομώσεων, ὡς αὐτός φησιν, αἷμα <lb/>τῇ πρὸς τὸ κενούμενον ἀκολουθίᾳ,
                        καὶ τοῦτο, ὥσπερ προδεδεμένον <lb/>τῷ κατὰ τὰ πέρατα τῶν ὑστάτων ἀρτηριῶν
                        πνεύματι, <lb/>πρῶτον μὲν ἅπαντος τοῦ ἄλλου αἵματος, ὕστατον δὲ <lb/>παντὸς
                        τοῦ κατὰ τὰς ἀρτηρίας πνεύματος κενωθήσεται. δύο <lb/>οὖν ἄτοπα μέγιστα
                        συμβήσεται κατὰ τὸν λόγον, πρότερον <lb/>μὲν τὸ διὰ τοῦ κατὰ τὴν βελόνην
                        τρήματος ἅπαν ἐκκενοῦσθαι <lb/>τὸ κατὰ τὰς ἀρτηρίας πνεῦμα ταχέως οὕτως,
                        ὥστε <lb/>λαθεῖν, δεύτερον δὲ τὸ ζῇν ἔτι τὸ ζῶον, ἅπαντος τοῦ ζωτικοῦ
                        <lb/>πνεύματος ἐκκενουμένου. ἀλλὰ τοιαῦτα καὶ μετ’ ὀλίγον <lb/>ἐξέσται
                        διελθεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐπὶ δὲ τὸ λοιπὸν τῶν προτεθειμένων μεταβάντες <lb/>ἐπιδείξομεν, ὡς οὐδ’ εἰ
                        παρὰ τῆς καρδίας θλιβούσης <lb/>ἐπιπέμποιτο τὸ πνεῦμα ταῖς ἀρτηρίαις,
                        πιθανὸν οὐδ’ <lb/>αὐτὸ οὕτως ἐστὶ τὸ τῆς παρεμπτώσεως δόγμα. τί γὰρ καὶ
                        <lb/>βούλεται; πότερον τὸ εἰς ἔσχατον πεφυκέναι συστέλλεσθαι <lb/>τὰς
                        ἀρτηρίας, ὥσπερ καὶ τὰς φλέβας, ἢ, ὅπερ ἀληθές ἐστι, <pb n="710"/> μέχρι
                        τινός; ἔστω τὸ πρότερον, τὸ εἰς ἔσχατον, ἵνα μηδὲν <lb/>παραλείπηται. ἀλλ’
                        εἰ τοῦτο, μοχθηρὸς ὁ λόγος ἔσται καὶ <lb/>ἀπέραντος παρὰ τὸ τῆς διαιρέσεως
                        ἐλλειπές. οὐκέτι γὰρ <lb/>ἔξεστι λέγειν, κενουμένου τοῦ πνεύματος ἤτοι κενὸς
                        ἔσται <lb/>τόπος ἀθρόος, ἢ τὸ συνεχὲς ἀκολουθήσει. ἀλλ’ ὑπομνήσωμεν
                        <lb/>αὐτὸν, ὡς καὶ τρίτον ἐστὶ παραλειπόμενον ἐν τῇ διαιρέσει, <lb/>τὸ
                        κενούμενον ἀγγεῖον συσταλήσεται, καὶ διὰ τοῦτ’ <lb/>ἀπέραντος ὁ λόγος
                        γενήσεται. παραληφθέντος γὰρ ἑνὸς <lb/>λήμματος ἀληθοῦς, τοῦ, ἀλλὰ μὴν οὐ
                        γίγνεται κενὸς <lb/>ἀθρόος τόπος, οὐκέτ’ ἔξεστι λέγειν τὸ, ἄρα συνεχὲς
                        ἀκολουθήσει. <lb/>ἀλλὰ τί ποτ’ ἔσται τὸ συμπέρασμα; ἤτοι ἄρα <lb/>τὸ συνεχὲς
                        ἀκολουθήσει, ἢ τὸ ἀγγεῖον συσταλήσεται. οὕτως <lb/>μὲν οὖν μοχθηρὸς ὁ τῆς
                        παρεμπτώσεως ἐπιδειχθήσεται λόγος, <lb/>εἰ τελέως ἡ ἀρτηρία συστέλλοιτο. εἰ
                        δὲ μέχρι ποσοῦ <lb/>τινος, ἐκεῖνος αὖθις ὁ λόγος ἀποδειχθήσεται μοχθηρὸς,
                        <lb/>ἐὰν τὸ κατὰ τοὺς ἁπαλοὺς καλάμους ἀναμνησθῶμεν φαινόμενον, <lb/>οὓς
                        ἐμφυσῶντες ἐπὶ τοσοῦτον αὐτοὺς διαστέλλομεν, <lb/>ἐφ’ ὅσον πεφύκασιν. εἶτ’
                        αὖθις ἐκκενοῦται κατὰ τὸ πέρας <pb n="711"/> ὁ ἀὴρ τοσοῦτος, εἰς ὅσον ὁ
                        κάλαμος πέφυκε συστέλλεσθαι. <lb/>πλέον γὰρ ἂν ὁ κάλαμος οὔτ’ ἐκτείνοιτο
                        φυσώντων, οὔτ’ αὖ <lb/>συστέλλοιτο. ὅσον γὰρ ἐνεφυσήσαμεν, τοσοῦτ’ ἀναγκαῖον
                        <lb/>κενοῦσθαι μόνον· ὅσον δ’ ἔφθανεν ἀέρος περιέχεσθαι, καὶ <lb/>πρὶν ἡμᾶς
                        ἐμφυσῆσαι, τοῦθ’ ὑπομένειν ἀναγκαῖον. οὕτως <lb/>οὖν ἔχει καὶ κατὰ τὰς
                        ἀρτηρίας· περιέχεται μὲν γάρ τι <lb/>πνεῦμα, καὶ συνεσταλμένων αὐτῶν,
                        ἐπιπέμπεται δ’ ἕτερον <lb/>ὑπὸ τῆς καρδίας πληρούσης, καὶ τοῦτο ἐπιπληροῖ
                        μὲν αὐτῶν <lb/>τὰς κοιλίας, παρ’ ὃν χρόνον ἐξέρχεται, καὶ τὴν διαστολὴν
                        <lb/>ἐργάζεται, κενουμένων δὲ συστέλλεσθαι πάλιν, εἰς ὅσον <lb/>ἐξ ἀρχῆς
                        ἐπιτρέψει. οὐκ οὖν οὐκέτι οὐδὲ κατὰ τοῦτον τὸν <lb/>λόγον οὐδεμία τῆς τοῦ
                        αἵματος παρεμπτώσεως ἀνάγκη. τά <lb/>τε γὰρ ἄλλα καὶ πολὺ σφοδρότερον διὰ
                        τοῦ στόματος ἐμφυσῶμεν <lb/>ἡμεῖς τοῖς καλάμοις ἢ ταῖς ἀρτηρίαις ἡ καρδία.
                        <lb/>χρὴ δὲ δήπου τὸ σφοδρότερον ἐμφυσώμενον μᾶλλόν τε καὶ <lb/>θᾶττον
                        κενοῦσθαι. ἀλλ’ ὅμως οὐδ’ εἰ τὸν κάλαμον αὐτὸν <lb/>ἐπιστήσειέ τις κατὰ τῶν
                        ἀνέμων ἁπάντων, οὐδ’ οὕτως ἔσται <lb/>τις ἐν τοῖς καλάμοις τόπος κενὸς, ἀλλ’
                        ἀεὶ μὲν ὁδὸν ἕξει <pb n="712"/> τὴν εὐρυχωρίαν τοῦ καλάμου τὸ διαῤῥέον
                        πνεῦμα, κενωθήσεται <lb/>δ’ οὐδέποθ’ οὕτως, ὡς δεηθῆναί τινος ἑτέρου σώματος
                        <lb/>ἀναπληροῦντος τὴν χώραν τοῦ κενωθέντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p><milestone unit="ed2page" n="157"/>Ἐπεὶ τοίνυν τὸ προκείμενον ἱκανῶς
                        <lb/>ἀποδέδεικται, τί κωλύει προσθεῖναί τινα καὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἀτόπων;
                        ἅπαντα μὲν γὰρ διελθεῖν ἀδύνατον, οὕτω πολὺ <lb/>πλῆθος αὐτῶν ἐστιν. ἓν μὲν
                        δὴ καὶ πρῶτον ἄτοπον τὸ <lb/>δεῖν πάντα ἐπὶ πάσῃ τρώσει, κᾂν τὸ δέρμα μόνον
                        ᾖ τετρωμένον <lb/>ὑπὸ τῆς λεπτοτάτης βελόνης, ἁπάσας μὲν τὰς ἀρτηρίας
                        <lb/>αἵματος πληροῦσθαι, πυρετὸν δ’ ἐξ ἀνάγκης ἕπεσθαι. <lb/>φανερὸν δ’
                        ἔσται τὸ λεγόμενον, ἁρμοζομένης ἡμῶν τῆς ἀποδείξεως <lb/>ἐπ’ αὐ<milestone unit="ed1page" n="223"/>τῶν τῶν κατὰ τὰς ἀρτηρίας τρώσεων. <lb/>καὶ μὲν
                        δή μοι νόει βελόνην λεπτὴν διὰ τῆς μασχάλης εἰς <lb/>ὅλην τὴν χεῖρα
                        νενεμημένην ἀρτηρίαν. τί τοίνυν συμβήσεται <lb/>κατὰ τὸν Ἐρασίστρατον;
                        ἐκκενοῦσθαι μὲν δηλονότι <lb/>τὸ κατ’ αὐτὴν πνεῦμα, συγκενοῦσθαι δ’ αὐτῇ καὶ
                        τὸ τῶν <lb/>πλησίων ἀρτηριῶν. πλησίον δ’ εἰσὶ τῆς εἰρημένης αἵ τ’ ἀπ’
                        <lb/>αὐτῆς εἰς τὴν χεῖρα νεμόμεναι καὶ ἡ μεγάλη ἡ ἀπὸ τῆς ﻿<pb n="713"/>
                        καρδίας, ἀφ’ ἧς αὐτὴ πέφυκεν. ἀλλ’ εἴπερ αὕτη κενωθήσεται, <lb/>πᾶσα
                        δήπουθεν ἀνάγκη, πλησίον οὖσαν αὐτῆς τὴν <lb/>ἀριστερὰν κοιλίαν τῆς καρδίας
                        συνεκκενοῦσθαι, τήν τ’ ἐπὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν ἀνιοῦσαν καὶ τὴν ἐπὶ τὴν ῥάχιν
                        καταφερομένην. <lb/>εἰ γὰρ ἅπαντι τῷ κενουμένῳ μέρει τῆς ἀρτηρίας τὰ
                        <lb/>πλησιάζοντα συνεκκενοῦται, πλησιάζει δὲ ἀεὶ τὰ ἀπ’ αὐτῆς <lb/>πεφυκότα,
                        καὶ ἀφ’ ὧν αὐτὴ πέφυκεν, εὔδηλον, ὡς ἥ τ’ ἀριστερὰ <lb/>κοιλία τῆς καρδίας
                        καὶ τῶν εἰρημένων ἑκατέρα συνεκκενωθήσεται <lb/>τῇ κατὰ τὴν μασχάλην. ἐπεὶ
                        τοίνυν ἀπὸ μὲν <lb/>τῆς ἑτέρας αὐτῶν αἱ κατὰ τὸν τράχηλόν τε καὶ τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>ἅπασαι πεφύκασιν, ἀπὸ δὲ τῆς ἑτέρας αἱ καθ’ ὅλον <lb/>τὸ λοιπὸν σῶμα,
                        δῆλον, ὡς καὶ ταύτην ἀνάγκη συνεκκενοῦσθαι <lb/>μέχρι τῶν περάτων. ἀλλ’ ὅταν
                        πρῶτον ἐπὶ τὰ πέρατα <lb/>τῶν ἀρτηριῶν ἡ κένωσις τοῦ πνεύματος ἐξικνῆται,
                        μεταχεῖσθαι <lb/>συμβήσεται κατὰ τὰς ἀναστομώσεις ἐκ τῶν φλεβῶν εἰς
                        <lb/>αὐτὰς τὰς ἀρτηρίας αἷμα, καὶ τοῦτο μόνον τῷ κενουμένῳ <lb/>πνεύματι, τὸ
                        μὲν ἀπὸ τῶν κάτω μερῶν τοῦ σώματος ἐπὶ τὴν <lb/>κατὰ ῥάχιν ἀρτηρίαν καὶ τὴν
                        καρδίαν ἀφικνεῖσθαι, κᾄπειθ’ <pb n="714"/> οὕτως ἐπὶ τὴν μασχάλην, τὸ δ’ ἀπὸ
                        τοῦ κατὰ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐπὶ μὲν τὴν ἄνω φερομένην, τὴν προτέραν, ἑξῆς δ’
                        <lb/>ἐπὶ τὸν τράχηλον καὶ τὴν τετρωμένην. οὕτω δὲ καὶ τὸ <lb/>διὰ τῶν κατὰ
                        τὴν χεῖρα πασῶν ἀρτηριῶν μεταληφθὲν αἷμα, <lb/>τῷ πνεύματι συνακολουθοῦν,
                        ἐπὶ τὴν διῃρημένην ἀρτηρίαν <lb/>ἐγχυθήσεται, καὶ πᾶν οὕτω τὸ καθ’ ὅλον τὸν
                        ὄγκον αἷμα <lb/>ῥυήσεται πρὸς τὴν διαίρεσιν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν καὶ πάνυ
                        <lb/>ἀληθές. φαίνεται δὲ διὰ μιᾶς ἀρτηρίας ἡστινοσοῦν τῶν <lb/>ἀξιολόγων, εἰ
                        μὴ κωλύσειας αὐτῶν τὴν ῥύσιν, ἅπαν ἐκκενούμενον <lb/>τὸ καθ’ ὅλον τὸν ὄγκον
                        αἷμα. μάχεται δ’, ὡς ἐδείξαμεν, <lb/>οὐ τοῖς κατὰ τὰς ἀρτηρίας αἷμα
                        περιέχειν φάσκουσιν, <lb/>ἀλλ’ Ἐρασιστράτῳ τε καὶ τοῖς οἰκείοις, ὄργανα τοῦ
                        ζωτικοῦ <lb/>πνεύματος ὑπάρχειν αὐτάς. ἀναγκαῖον γὰρ ἔσται, βελόνῃ
                        <lb/>τρωθείσης τῆς εἰρημένης ἀρτηρίας, πρῶτον μὲν ἐκκενοῦσθαι <lb/>τὸ
                        ζωτικὸν πνεῦμα πᾶν, ἔπειτα δὲ εἰς ἁπάσας τὰς <lb/>ἀρτηρίας αἷμα μεταχεῖσθαι·
                        τὸ δὲ πάντων δεινότατον, ὅτι <lb/>καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀριστερὰν κοιλίαν τῆς
                        καρδίας. εἶτα πῶς <lb/>οὐκ ἐπνίγη τὸ ζῶον, αἵματος ἐμπλησθείσης τῆς κοιλίας
                            <pb n="715"/> ταύτης, ἢ οὐκ ἀπέθανεν ἔμπροσθεν, ἡνίκα ἐξεκενοῦτο τὸ
                        <lb/>πνεῦμα τὸ ζωτικὸν, ἢ τὰς τῶν μυῶν κινήσεις οὐκ ἀπέλειπεν, <lb/>ἢ τὰς
                        αὐτῶν τῶν ἀρτηριῶν οὐκ ἐβλάβη, <milestone unit="ed2page" n="158"/>ἢ πυρετὸς
                        <lb/>οὐκ ἠκολούθησεν αὐτῷ; πάντα γὰρ ταῦτα ἀναγκαῖον <lb/>ἦν συμπίπτειν κατὰ
                        τὸν Ἐρασίστρατον οὕτως, ὅτε μήτε τὰς <lb/>κινήσεις τῶν ἀρτηριῶν ὑπελάμβανε
                        τεταγμένας διαμεῖναι <lb/>δύνασθαι, μηδὲ τὴν τοῦ πνεύματος χορηγίαν ἐν ἅπασι
                        <lb/>τοῖς μορίοις ἀκώλυτον, ὅτι μὴ κενὰ παντελῶς αἵματος ὑπάρχουσιν,
                        <lb/>ἕπεσθαί τε πυρετὸν ἐξ ἀνάγκης, ὅταν εἰς τὸ ἐντὸς <lb/>τῶν βουβώνων καὶ
                        μασχαλῶν ἀρτηρίας αἵματος παρέμπτωσις <lb/>γένηται. καὶ μὴν οὐδὲν τούτων
                        φαίνεται συμπίπτον τῷ ζώῳ. <lb/>πειραθῆναι δὲ ἔστι παντὶ τῷ βουλομένῳ,
                        καθότι καὶ ἡμεῖς <lb/>ἐπειράθημεν πολλάκις τρώσαντες τὴν προειρημένην
                        ἀρτηρίαν. <lb/>οὐ χαλεπῶς δὲ ἐξευρήσεις αὐτὴν καὶ πρὶν γυμνῶσαι <lb/>τὸ
                        δέρμα τῷ σφυγμῷ τεκμαιρόμενος. διασημαίνει γὰρ ἡ <lb/>κίνησις ἐν μὲν τοῖς
                        ἰσχνοῖς ζώοις ἐπιπλέον, ἐν δὲ τοῖς πίοσιν <lb/>πλησίον τοῦ κατ’ ὀλέκρανον
                        ἄρθρου. ταύτῃ τοίνυν, εἴπερ <lb/>ἂν δεήσῃ, τιτρώσεις, ᾒ γραφεῖον ὀρθώσας καὶ
                        καθιεὶς, <pb n="716"/> ἢ βελόνην, ἤ τι τῶν ἰατρικῶν μαχαιρίων τῶν ἰσχνῶν, ἤ
                        τι <lb/>τῶν παραπλησίων ὀργάνων, ὅσα βραχεῖαν δύναται ποιῆσαι <lb/>τὴν
                        διαίρεσιν, ἵνα τά τ’ ἄλλα πάνθ’, ὅσα πρόσθεν εἴρηται, <lb/>κατὰ τὸν τόπον
                        ἀποδείξῃς αὐτῶν, καὶ ὡς οὐδὲν οὔθ’ αἱ <lb/>τῶν ἀρτηριῶν κινήσεις οὔθ’ αἱ τῶν
                        μυῶν παραβλάπτονται. <lb/>μὴ τοίνυν ὅτι μεγάλης ἀρτηρίας τιτρωσκομένης
                        ἀνάγκη <lb/>ταῦτα συμβαίνειν, ἀλλὰ καὶ μικρᾶς τῆς τυχούσης καὶ τοῦ
                        <lb/>δέρματος μόνον. οὐ γὰρ τοῦτο βούλεται πλέγμα τῶν τριῶν <lb/>ἀγγείων
                        ὑπάρχειν, ὥστ’, εἰ καθ’ ὁτιοῦν αὐτῶν μέρος νύξειας <lb/>βελόνῃ λεπτῇ, πάντως
                        τὰ τρία γένη τῶν ἀγγείων τετρώσεται. <lb/>νυττέσθω τοίνυν τὸ κατὰ τὸν
                        βραχίονα δέρμα τὸ ἐπικείμενον <lb/>τῇ κατὰ τὰς μασχάλας ἀρτηρίᾳ, εἶτ’
                        ἐκκενούσθω <lb/>τὸ διὰ τῆς ἀδήλου μὲν πρὸς τὴν ὄψιν διαπνοῆς, ὅπερ
                        <lb/>Ἐρασίστρατος βούλεται γίγνεσθαι, τετρωμένης ἀρτηρίας <lb/>πνεῦμα,
                        συνεκκενούσθω δ’ αὐτῷ καὶ τὸ συνεχὲς τὸ κατὰ <lb/>τὴν ὑποκειμένην ἀρτηρίαν
                        τὴν μεγάλην, τὴν διὰ τῆς μασχάλης. <lb/>πάντη γάρ που τό γε ἐπικείμενον τοῖς
                        μορίοις τοῦ <lb/>σώματος δέρμα πρὸς τῶν ὑποκειμένων ἀρτηριῶν ἀποφύσεις
                        <lb/>τινὰς λαμβάνει· ἀλλ’ εἰ καὶ παρ’ ἄλλων τινῶν, οὐδὲν ἐμοί <pb n="717"/>
                        γ’ οὖν διαφέρει. συνεκκενωθήσονται γὰρ, αἵτινες ἂν <lb/>ὦσι, ταῖς κατὰ τὸ
                        τιτρωσκόμενον δέρμα συνεχέσιν, ἐκείναις <lb/>δὲ αἱ λοιπαὶ πᾶσαι· ταῦτα γὰρ
                        ἐδείχθη μικρῷ πρόσθεν. <lb/>εἶτα πῶς οὐκ ἄτοπον, κᾂν εἰ τῇ λεπτοτάτῃ βελόνῃ
                        <lb/>τρωθείη τὸ δέρμα, εὐθὺς οὕτω πάσας μὲν ἐμπίπλασθαι <lb/>τὰς ἀρτηρίας
                        αἵματος, πυρετὸν δ’ ἐξ ἀνάγκης ἕπεσθαι; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Πρὸς ταῦτ’ ἐγὼ μὲν ᾠόμην αὐτὸς μήτ’ <lb/>ἀντιλέξειν μηδένα, μαθήσεσθαί τε τὰ
                        κακῶς ἐγνωσμένα. <lb/>οὐ μὴν ἐθέλουσί γε, ἀλλ’ ὥσπερ οἱ παντελῶς ἰδιῶται
                        παλαισμάτων, <lb/>οὐ γνωρίζοντες κείμενον ἐπὶ γῆς ἐνίοτε τὸν νῶτον
                        <lb/>αὑτῶν, ἔχονται τραχήλου τῶν καταβαλόντων, οὐδ’ ἐπιτρέποντες
                        <lb/>ἀναστῆναι, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οὗτοι ἀμαθεῖς <lb/>ὄντες τῶν ἐν τοῖς
                        λόγοις πτωμάτων, οὐκ ἐπιτρέπουσιν ἀπαλλάττεσθαι, <lb/>κενάς τινας ἀεὶ
                        στροφὰς στρεφόμενοι καὶ παντοίως <lb/>λογιζόμενοι, μέχρι τοῦ, μισήσαντός
                        τινος τὴν ἀναισχυντίαν <lb/>ἅμα καὶ τὴν ἀμαθίαν αὐτῶν, ἀποδυσπετήσαντας
                        <lb/>χωρισθῆναι. οἵ γε καὶ νῦν οὐκ αἰδοῦνται λέγοντες, ὡς ἐκ ﻿<pb n="718"/>
                        τῶν πλησίων μόνων συναναστομώσεων ἡ μετάληψις ταῖς <lb/>ἀρτηρίαις <milestone unit="ed2page" n="159"/>τοῦ αἵματος γίγνεται, μὴ μεμνημένοι μήθ’
                        <lb/>ὅτι τὰς ἐσχάτας αὐτὸς Ἐρασίστρατος εἴρηκε κενοῦσθαι πρώτας, <lb/>μήθ’
                        ὅτι φαίνεται τοῦτ’ ἐναργῶς, ἐφ’ ὧν αὐτὸς ἐκεῖνος <lb/>ἔγραψεν ἀνατομῶν. ἐν
                        γὰρ τῷ διαιρεῖσθαι τὸ ἐπιγάστριον <lb/>ἅμα τῷ περιτοναίῳ κατὰ τὸ μεσεντέριον
                        ἀρτηρίας <lb/>ἰδεῖν ἔστι σαφῶς, ἐπὶ μὲν τῶν νεοθηλῶν ἐρίφων γάλακτος
                        <lb/>πλήρεις, ἐπὶ δὲ τῶν τελείων ζώων ἀλλοίας, οὐ μὴν πνεῦμά <lb/>γε μόνον
                        ὤφθησαν ἔχουσαι πώποτε, καθάπερ οὐδ’ ἄλλη <lb/>τις ἀρτηρία γυμνωθεῖσα.
                        νομίζω δ’ αὐτοὺς εἰς τοσοῦτο <lb/>ἀμαθεῖς εἶναι τῶν κατὰ τὰς ἀνατομὰς
                        φαινομένων, ὡς <lb/>μηδ’ αὐτοὺς τοῦτο γινώσκειν, ὅτι καλῶς εἴρηκεν ὁ
                        Ἐρασίστρατος <lb/>ἐσχατιὰς τὰς κατὰ τὸ μεσεντέριον ἀρτηρίας, παραβάλλων
                        <lb/>αὐτὰς δηλονότι ταῖς κατ’ ἐπιγάστριον. οἴονται γὰρ <lb/>ἴσως, ὅτι τῇ
                        θέσει πλησίον εἰσὶν, οὕτω καὶ τῇ συνεχείᾳ <lb/>πλησίον ὑπάρχειν αὐτὰς, οὐκ
                        εἰδότες, ὡς ἀπὸ τῆς ἐπὶ τῇ <lb/>ῥάχει μεγάλης ἀρτηρίας ἑκάτεραι πεφύκασιν,
                        αἱ μὲν κατὰ <pb n="719"/> τὸ μεσεντέριον ἅπασαι, τῶν δὲ κατ’ ἐπιγάστριον αἱ
                        πλεῖσται. <lb/>καί <milestone unit="ed1page" n="224"/>τινες καὶ ἀπὸ βουβώνων
                        ἀνιοῦσαι καὶ αἱ ἀπὸ <lb/>τοῦ στέρνου κατιοῦσαι συνεχεῖς εἰσι ταῖς κατὰ τὸ
                        μεσεντέριον <lb/>ἀρτηρίαις διὰ τῆς μεγάλης τῆς κατὰ τὴν ῥάχιν. οὔκουν
                        <lb/>ἐνδέχεται διαδοθῆναι τὸ πάθος ἀπὸ τῶν ἑτέρων ἐπὶ τὰς <lb/>ἑτέρας, οὔτ’
                        οὖν κένωσιν, οὔτ’ ἄλλο οὐδὲν, μὴ διὰ τῆς ἐπὶ <lb/>τῇ ῥάχει πρότερον
                        ὁδοιπορῆσαν. ᾧ γὰρ δὴ ἔοικε μάλιστα, <lb/>καὶ δὴ πειράσομαι φράσαι. νόησόν
                        μοι τὴν μὲν ἀρτηρίαν <lb/>τὴν ἐπὶ τῇ ῥάχει καθάπερ τι δένδρου πρέμνον, τὰς
                        δ’ <lb/>ἀπ’ αὐτῆς φυομένας οἷον κλάδους. ἴσαι δ’ αὗται σχιζόμεναι
                        <lb/>τελευτῶσιν οἷον βλαστήματά τινα καὶ φύλλα. ὡς <lb/>οὖν τὰ φύλλα
                        πολλάκις ἀπὸ διαφερόντων πλησίον μέν ἐστιν <lb/>τῇ θέσει, ποῤῥωτάτω δὲ τῇ
                        πρὸς ἄλληλα συνεχείᾳ, (διὰ <lb/>μέσου γὰρ ἑνοῦται τοῦ πρέμνου,) τὸν αὐτὸν
                        τρόπον καὶ αἳ <lb/>κατ’ ἐπιγάστριον ἀρτηρίαι ταῖς κατὰ μεσεντέριον ἐγγυτάτω
                        <lb/>κείμεναι διὰ μακροτάτου συνάπτονται. εἰς οὖν τὰς ἐσχάτας <lb/>ἀρτηρίας
                        (τοῦτο γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἐλέγετο) μεταχεῖται πρότερον <pb n="720"/> ἢ εἰς τὰς
                        ἄλλας ἁπάσας τὸ αἷμα, καὶ διὰ τοῦτ’ <lb/>ἀναγκαῖον, ἵν’ ἐπὶ τὰς τετρωμένας
                        ἀφίκηται, ἅπαν ἐκκενωθῆναι <lb/>τὸ ζωτικὸν αἷμα. τοῦτο δ’ ὡς ἄτοπόν ἐστιν,
                        ἔμπροσθεν <lb/>ἐδείχθη. τάχ’ οὖν ἤδη τις θαυμάζοι τε καὶ ζητοίη, <lb/>πόθεν
                        ἐπῆλθε συνετοῖς οὕτως ἀνδράσιν ἄτοπον ἐσχάτως προελέσθαι <lb/>δόγμα. οὐ γὰρ
                        δὴ ἀπὸ νοῦ γε καταπεσόντες, ἀλλὰ <lb/>πάντες ὑπό τινων πιθανῶν ἀναπεισθέντες
                        ἐπὶ τοῦθ’ ἧκον. <lb/>ἀφ’ ὧν μὲν οὖν ἐπείσθησαν, αὐτοὶ διὰ τῶν ἰδίων
                        δηλώσουσι <lb/>γραμμάτων. ὅτι δὲ πιθανοῖς μὲν, οὐ μὴν ἀληθέσιν ἠκολούθησαν
                        <lb/>λογισμοῖς, ἐγὼ πειράσομαι δεῖξαι, πρότερόν γε <lb/>τὸ καθόλου περὶ
                        πάντων τοὺς λογισμοὺς σφάλμα διὰ βραχέων <lb/>ὑπομνήσας. ἁπάντων γὰρ τῶν εἰς
                        γνῶσιν ἀνθρωπίνην <lb/>ἡκόντων τὰ μὲν αἰσθήσει, τὰ δὲ λόγῳ φωρᾶται. καὶ
                        τοίνυν <lb/>ὥσπερ τὰς αἰσθήσεις πολλὰ τῶν αἰσθητῶν καταφεύγει <lb/>κατὰ τὰς
                        πολλὰς αἰτίας, οὕτω καὶ τὸν λόγον. ὁ μὲν δὴ <lb/>φιλαλήθης ἀνὴρ οὔτε τῶν
                        ἐναργῶς γιγνωσκομένων ἀφίσταται <lb/>διὰ τὴν τῶν ἀδήλων ἀγνωσίαν, οὔτε τοῖς
                        ἀγνώστοις <pb n="721"/> συγκατατίθεται διὰ τὴν τῶν ἐναργῶν γνῶσιν. ὁ δὲ μὴ
                        <lb/>τοιοῦτος ἢ τοῖς ἀδήλοις συνηπόρησε τὰ γινωσκόμενα, ἢ <lb/>διὰ τοῦτο καὶ
                        τὸ ἄδηλον προσήκατο. πεπόνθασι δὲ τὸ μὲν <lb/>πρότερον οἱ Σκεπτικοὶ, τὸ δὲ
                        δεύτερον οἱ πλεῖστοι τῶν <lb/>Δογματικῶν. πῶς μὲν οὖν ἄν τις μηδὲν τοιοῦτο
                        σφάλλοιτο, <lb/>δι’ ἑτέρων δεδήλωται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p><milestone unit="ed2page" n="160"/>Νυνὶ δὲ τοῖς περὶ τὸν Ἐρασίστρατον
                        <lb/>ἐνδείξασθαι τὸ σφάλμα πειράσομαι. οὐ γὰρ ἐξ οἰκείων <lb/>ἀποδείξεων
                        αἵματος κενὰς τὰς ἀρτηρίας ἀπεφήναντο, ἀλλ’ <lb/>ἐξ ὧν ἠπόρησαν ἐν ἑτέροις,
                        ἀπιστήσαντες τῷ ἐναργῶς, παραπλήσιόν <lb/>τι παθόντες τοῖς τὴν κίνησιν
                        ἀνελοῦσιν, ὅτι τὸν <lb/>κατ’ αὐτῶν λόγον ἠπόρησαν διαλύσασθαι. βέλτιον δ’
                        οἶμαι <lb/>τὴν μὲν κίνησιν ὡς ἐναργὲς πρᾶγμα τιθέναι, τὸν δὲ κατ’
                        <lb/>αὐτοὺς λόγον ἐπὶ σχολῆς πειρᾶσθαι διαλύεσθαι· ὡσαύτως <lb/>δὲ καὶ τὰς
                        ἀρτηρίας, ὅτι μὲν αἷμα περιέχουσιν, ἐκ τοῦ, <lb/>κᾂν λεπτοτάτῃ τρωθεῖεν
                        βελόνῃ, παραχρῆμα φαίνεσθαι προχεόμενον <pb n="722"/> αὐτὸ συγχωρεῖν, διὰ τί
                        δὲ μηδὲν ἡ φύσις εἰκῆ <lb/>ποιοῦσα διττὸν τῶν ἀγγείων γένος ἐδημιούργησεν
                        μιᾶς ὕλης <lb/>περιεκτικὸν, ἰδίᾳ ζητεῖν· οὕτω δὴ καὶ τὸ, πῶς εἰς ἅπαν τὸ
                        <lb/>σῶμα κομισθήσεται τὸ διὰ τῆς εἰσπνοῆς ἑλκόμενον πνεῦμα, <lb/>τῶν
                        ἀρτηριῶν αἷμα περιεχουσῶν, ἢ μὴ κομιζομένων, πῶς <lb/>αἱ κατὰ προαίρεσιν
                        κινήσεις ἔσονται, ἢ πῶς ἡ κατ’ αὐτὰς <lb/>τὰς ἀρτηρίας κίνησις ἀπαραπόδιστος
                        μένει, μὴ δυναμένη <lb/>συνοικεῖν ἀμάχως πνεύματι ὑγρῷ. τὰ γὰρ τοιαῦτα
                        προβλήματα <lb/>μέν ἐστιν ἴδιά τε καὶ καθ’ ἑαυτὰ προβάλλεσθαί τε <lb/>καὶ
                        ζητεῖσθαι δίκαια, καὶ τάχ’ ἂν τῶν καὶ ἄπειρα νομισθέντι, <lb/>οὐ μὴν ἱκανά
                        γε τὸ ἐναργὲς ἀνατρέπειν. αὐτίκα <lb/>γέ τοι τὸ πρῶτον αὐτῶν εἰρημένον
                        ὁμοιότατόν ἐστιν, ὡς <lb/>εἰ καὶ τοῖς μηρυκάζουσι ζώοις θεασάμενος πλέονας
                        κοιλίας, <lb/>τὴν μὲν τῆς τροφῆς ὑποδεκτικὴν εἶναι λέγοι, τὴν δὲ τοῦ
                        <lb/>πόματος, τὴν δὲ τοῦ πνεύματος, οὐ γὰρ τὴν μηδὲν εἰκῆ <lb/>ποιοῦσαν
                        φύσιν ὑποδοχῆς ἕνεκα μιᾶς ὕλης πολλὰς ἐργάσασθαι <lb/>τὰς γαστέρας. ὡς γὰρ
                        κᾀνταῦθα χρεία τίς ἐστιν ﻿<pb n="723"/> ἑτέρα, δι’ ἣν αἱ πολλαὶ γεγόνασι,
                        καίτοι γε τὴν αὐτὴν <lb/>ὕλην ὑποδεχόμεναι, οὕτως ἔχει καὶ περὶ τῶν ἀρτηριῶν
                        καὶ <lb/>τῶν φλεβῶν. αἷμα γὰρ ἀμφότεραι περιέχουσιν, ὡς ὁ πρόσθεν <lb/>λόγος
                        ἀπέδειξε. διάφοροι δὲ τῇ κατασκευῇ γεγόνασι <lb/>χρείας τινὸς ἕνεκεν, ἣν ἐν
                        ἑτέροις ὑπομνήμασιν διέξιμεν. <lb/>αἱ κατὰ προαίρεσιν ἔσονται κινήσεις, ἢ
                        πῶς αἱ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>τεταγμέναι φυλαχθήσονται, καὶ πῶς ἀμαχεὶ δύναται
                        <lb/>συνεῖναι τὸ αἷμα τῷ πνεύματι. ὥσπερ γὰρ ὁμολογούμενον <lb/>λαμβάνοντες,
                        τὸ δεῖν ἀπὸ τῆς καρδίας αὐταῖς ἐπιπέμπεσθαι <lb/>τὸ πνεῦμα, τὰ λοιπὰ
                        συμπεραίνουσιν, οὐκ εἰδότες, <lb/>ὡς καὶ τοῦτ’ αὐτὸ μοχθηρόν ἐστιν, καὶ
                        ῥᾳδίως ὅπη παρακρούεται <lb/>φωραθῆναι δύναται. γυμνοῦντες οὖν ἡμεῖς
                        ἑκάστοτε <lb/>μεγάλας ἀρτηρίας, ἃς ἐνδέχεται, μάλιστα δ’ ἐνδέχεται <lb/>τὰς
                        κατὰ κῶλα, τοὺς Ἐρασιστρατείους ἐρωτῶμεν, εἰ <lb/>κᾂν νῦν γοῦν, ὁπότε
                        γεγύμνωνται, δοκοῦσιν ἐν αὐταῖς ἔχειν <lb/>αἷμα. οἱ δ’ ἐξ ἀνάγκης
                        ὁμολογοῦσιν, ἅμα μὲν ὅτι καὶ <pb n="724"/> αὐτὸς Ἐρασίστρατος αὐτὰς ἐν τῷ
                        διαιρεῖσθαι τὸ δέρμα <lb/>παρέμπτωσιν αἵματος ἐκ τῆς ἀρτηρίας γίγνεσθαί
                        φησιν, ἅμα <lb/>δ’ ὅτι καὶ τὸ φαινόμενον οὕτως ἔχει. βρόχῳ γὰρ ἡμεῖς
                        <lb/>ἑκατέρωθεν τὰς γεγυμνωμένας ἀρτηρίας διαλαμβάνοντες, <lb/>εἶτ’
                        ἐκτέμνοντες τοὐν μέσῳ, δείκνυμεν αἵματος μεστάς. ἀλλὰ <lb/>πῶς, φασὶν, εἰς
                        ὅλον τὸ σῶμα κομισθήσεται τὸ διὰ τῆς <lb/>ἀναπνοῆς ἑλκόμενον πνεῦμα τῶν
                        ἀρτηριῶν αἷμα περιεχουσῶν; <lb/>τίς δ’ ἀνάγκη τοῦτο γίγνεσθαι; δύναται γὰρ
                        ἅπαν <lb/>ἀντεκπνεῖσθαι, καθάπερ τοῖς πλείστοις <milestone unit="ed2page" n="161"/>τε καὶ ἀκριβεστάτοις <lb/>ἔδοξεν ἰατροῖς τε ἅμα καὶ φιλοσόφοις,
                        οἳ μὴ τῆς <lb/>οὐσίας, ἀλλὰ τῆς ποιότητος αὐτοῦ δεῖσθαί φασι τὴν καρδίαν
                        <lb/>ἐμψύχεσθαι ποθοῦσαν, καὶ ταύτην εἶναι χρείαν τῆς <lb/>ἀναπνοῆς.
                        λαμβάνουσιν οὖν οἱ περὶ τὸν Ἐρασίστρατον <lb/>κᾀνταῦθα τὸ ζητούμενον αὐτὸ,
                        πρὶν ἀποδεῖξαι, δέον αὐτὸ <lb/>τοῦτο πάλιν ἰδίᾳ ζητεῖν, ὥσπερ ἡμεῖς
                        πεποιήκαμεν, καὶ <lb/>πάντες ὅσοι τάξει περὶ τῶν πραγμάτων σκοπούμενοι, καὶ
                        <lb/>πάντες ὁμοῦ ζητοῦντές τε καὶ πράττοντες. ἀποδέδεικται δ’ <pb n="725"/>
                        ἡμῖν ἐν τῷ περὶ χρείας ἀναπνοῆς, ὡς ἤτοι παντελῶς ὀλίγον, <lb/>ἢ οὐδὲν ὅλως
                        τῆς τοῦ πνεύματος οὐσίας εἰς τὴν καρδίαν <lb/>μεταλαμβάνεται. τὰ δ’ αὐτὰ
                        διαμαρτάνουσιν κᾀν τῷ <lb/>προβάλλειν, ὅπως αἱ κατὰ προαίρεσιν γεγυμνωμέναι
                        περιέχουσιν <lb/>αἷμα. δείκνυμι ἐφεξῆς κινουμένας αὐτὰς ἀπαραποδίστως
                        <lb/>οὐ πρὸς τὴν ἁφὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν <lb/>ὄψιν. εἶτα ἐπερωτῶμεν
                        λόγον, οὗ τὰ λήμματα καὶ πρὸς <lb/>αὐτῶν ἐκείνων ὡμολόγηται. φασὶ γὰρ ἀληθὲς
                        ὑπάρχειν <lb/>τουτὶ τὸ συνημμένον. εἰ δὲ καὶ αἷμα περιέχουσιν αἱ ἀρτηρίαι,
                        <lb/>καὶ παρὰ καρδίας πληροῦνται πνεύματος, διαφθαρήσεται <lb/>τῶν ἐν αὐτοῖς
                        κινήσεων ἡ τάξις. αὐτὸ μὲν γὰρ <lb/>καθ’ ἑαυτὸ τὸ τοιοῦτο συνημμένον, εἰ
                        αἷμα περιέχουσιν αἱ <lb/>ἀρτηρίαι, διαφθαρήσεται τῶν ἐν αὐταῖς κινήσεων ἡ
                        τάξις, <lb/>οὔτ’ ἐκεῖνοι τολμῶσιν ἀληθὲς εἶναι λέγειν, οὔτ’ ἄλλος τις
                        <lb/>νοῦν ἔχων, δυναμένων γε δὴ τῶν ἀρτηριῶν οὐ διὰ τὸ <lb/>πληροῦσθαι παρὰ
                        τῆς καρδίας διαστέλλεσθαι, ἀλλ’, ὅτι <pb n="726"/> διαστέλλονται, διὰ τοῦτο
                        πληροῦσθαι. χρὴ τοίνυν προομολογεῖσθαι <lb/>τὸ παρὰ <milestone unit="ed1page" n="225"/>τῆς καρδίας αὐτὰς πληροῦσθαι <lb/>πνεύματος, εἰ
                        μέλλει τὸ συνημμένον ἀληθὲς ἔσεσθαι. <lb/>ἀμφοτέρων γὰρ τεθέντων, τοῦ τε
                        περιέχειν αἷμα, καὶ τοῦ <lb/>παρὰ τῆς καρδίας πληρουμένας διαστέλλεσθαι, τῷ
                        διαφθείρεσθαι <lb/>τῶν κατὰ φύσιν ἐν αὐταῖς κινήσεων τὴν τάξιν, <lb/>ἐξ
                        ἀνάγκης ἕπεται, θατέρῳ μόνῳ κατ’ οὐδεμίαν ἀνάγκην <lb/>ἑπομένην. ἐρωτάσθω
                        τοίνυν ὁ λόγος ἐπὶ τῶν γεγυμνωμένων <lb/>ἀρτηριῶν ᾧδέ πως. εἰ αἱ ἀρτηρίαι
                        καὶ αἷμα περιέχουσι, <lb/>καὶ παρὰ καρδίας πληρούμεναι διαστέλλονται,
                        διαφθαρήσεται <lb/>τῶν ἐν αὐταῖς κινήσεων ἡ τάξις· ἀλλὰ μὴν οὐ διαφθείρεται·
                        <lb/>φαίνεται γὰρ καὶ τοῦτο· οὐκ ἄρα καὶ αἷμα <lb/>περιέχουσι, καὶ παρὰ
                        καρδίας πληρούμεναι διαστέλλονται. <lb/>οἱ δέ γε περὶ τὸν Ἐρασίστρατον, καὶ
                        τὰ δύο λήμματα, καὶ <lb/>τὸ συνημμένον καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦ λήμματος ἐν
                        αὐτῷ <lb/>προσιέμενοι, οὐκ οἶδ’ ὅπως οὐκέτι προσίενται τὸ συμπέρασμα,
                        <lb/>τυχὸν ἴσως ἀγνοοῦντες, ἅπερ οὐδὲ τοὺς ἐπιτυχόντας <lb/>λέληθεν, ὡς ἐκ
                        συνημμένου καὶ τοῦ ἀντικειμένου <lb/>οὕτως εἰς ὃ λήγει τὸ ἀντικείμενον τοῦ
                        ἡγουμένου <pb n="727"/> περαίνεται. ἡγουμένου δὴ κατὰ τὸν λόγον ὄντος, οὐ
                        μόνον <lb/>τοῦ περιέχειν αἷμα τὰς ἀρτηρίας, ἀλλ’, ὡς ἐδείχθη μικρῷ
                        <lb/>πρόσθεν, καὶ τοῦ παρὰ καρδίας πληρουμένας διαστέλλεσθαι, <lb/>τὸ
                        συμπέρασμα γενήσεται τῆς τούτου συμπλοκῆς <lb/>ἀποφαντικόν. ὅπερ γὰρ ἐν
                        συνημμένῳ τῷ ὅλῳ ἀξιώματι, <lb/>τὸ μὲν ἡγούμενον ᾖ, τὸ συμπεπλεγμένον, τὸ δὲ
                        λῆγον, τὸ <lb/>ἁπλοῦν, εἶτα προσληφθέντος τοῦ λήγοντος, τὸ ἀντικείμενον
                        <lb/>ἐξ ἀνάγκης περαίνεται τοῦ συμπεπλεγμένου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="162"/>Πρὸς ταῦτ’ οὖν οὐδὲν ἔχοντες λέγειν,
                        <lb/>ὥσπερ ἐπί τινα βωμὸν ἐλέους καταφεύγουσι τὴν Πυῤῥωνείαν <lb/>ἀγροικίαν,
                        οὐκ ὀρθῶς ἔχειν φάσκοντες, ὑποβάλλεσθαι διαλεκτικαῖς <lb/>περιεργίαις
                        ἰατρικὴν θεωρίαν. εἶθ’ ἡμῶν ἐρωτώντων <lb/>αὖθις αὐτοὺς, εἰ τοῖς
                        ὁμολογουμένοις λήμμασιν ἐπιφέρειν <lb/>ὁτιοῦν ἔξεστιν, ἢ μέθοδός τίς ἐστι
                        καὶ τέχνη ἡ διδάσκουσα, <lb/>τίνων ὁμολογηθέντων τί περαίνεται, πρὸς μὲν
                        <lb/>ταῦτα οὐδὲν ἀποκρίνονται, μάχης δ’ ὑπαρχούσης, τί γὰρ ﻿<pb n="728"/> δὴ
                        καὶ ἔχουσιν ἀποκρίνασθαι; νοῦν ἔχειν ἐναργῶς οὐκ ἔστιν <lb/>οὐδεμία μέθοδος,
                        ἀλλ’ ἔξεστιν ἁπλῶς ἐπιφέρειν ὁτιοῦν τοῖς <lb/>δοθεῖσι λήμμασιν, ὡς ἔστι μὲν,
                        οὐ χρηστέον δ’ αὐτῷ <lb/>πρὸς τὰς ἀποδείξεις. ἀλλ’ ἀμφότερα δεινῶς ἄτοπα. τὸ
                        μὲν <lb/>γὰρ πρότερον εἰ φαῖεν, ὥσπερ οὖν ἤδη τις ἀναισχυντήσας
                        <lb/>ἀπετόλμησεν εἰπεῖν, ἑξῆς γε ἀκούσονται παρ’ ἡμῶν τοιούτους <lb/>λόγους,
                        οἵουσπερ κᾀκεῖνος ἤκουσεν. αἱ ἀρτηρίαι διχίτωνές <lb/>εἰσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ
                        αἷμα ξανθόν ἐστιν, οὐκ ἄρα <lb/>πνεῦμα μόνον, ἀλλὰ καὶ αἷμα περιέχουσιν αἱ
                        ἀρτηρίαι. <lb/>καὶ γελασάντων γε αὐτῶν, συνείροντες ἡμεῖς ἕτερον ἐπηνέγκαμεν
                        <lb/>λόγον τοιοῦτον· οἱ κόρακες μέλανές εἰσιν, ἀλλὰ <lb/>καὶ οἱ κύκνοι
                        λευκοί· οὐκ ἄρα πνεῦμα μόνον ἐν ταῖς ἀρτηρίαις <lb/>περιέχεται. καὶ πάλιν
                        γελῶντες τρίτον γε τοιοῦτον· <lb/>τὸ πῦρ θερμόν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ ἡ χιὼν
                        ψυχρὰ, καὶ σὺ <lb/>μωρός· οὐκ ἄρα ἐνδέχεται πνεῦμα μόνον ἐν ταῖς ἀρτηρίαις
                        <lb/>περιέχεσθαι. ἂν γὰρ ὅλον ἐξῇ τοῖς δοθεῖσι λήμμασιν <lb/>ὁτιοῦν
                        ἐπιφέρειν, καὶ μηδεμία μέθοδος ᾖ τῆς τοῦ <lb/>συμπεράσματος εὑρέσεως, τί
                        κωλύει τοιούτους ἐρωτᾶσθαι <lb/>λόγους; ἐὰν δ’ ᾖ τις τέχνη καὶ μέθοδος,
                        αἷσπερ <pb n="729"/> ὁτιοῦν διαγινώσκεται, τίνων ὁμολογηθέντων τί
                        περαίνεται, <lb/>πότερον ὁ μὴ γιγνώσκων αὐτὴν, ἢ ὁ γινώσκων μὲν, μὴ
                        <lb/>χρώμενος δὲ δοκεῖ σοι σωφρονεῖν μᾶλλον, ἢ ὅστις γινώσκει <lb/>καὶ
                        κέχρηται; θαυμάζω δ’ ὑμῶν, ὦ Ἐρασιστράτειοι, πῶς <lb/>ὑμνοῦντες ἑκάστοτε τὸν
                        Ἐρασίστρατον τά τ’ ἄλλα καὶ ὡς Θεοφράστῳ <lb/>συνεγένετο, φεύγειν τολμᾶτε
                        τὰς λογικὰς μεθόδους, <lb/>ὧν χωρὶς οὔτε Θεόφραστος οὔτε Ἀριστοτέλης
                        ἐνεχείρουν τι <lb/>γράφειν. ταῦτά τινες αὐτῶν μόγις αἰδεσθέντες, ὥσπερ ἐξ
                        <lb/>ὕπνου βαθέος ἐγερθέντες, οὐκ ἔτ’ ἀγροίκως τε καὶ ἀγρίως, <lb/>ἀλλ’ ἤδη
                        λογικῶς τε καὶ ἀνθρωπίνως ἐπιγραφέντες ἐπεχείρουν <lb/>διαλέγεσθαι, καὶ τί,
                        φασὶν, πλέον ἂν περαίνοιτο <lb/>πρὸς τοῦ λόγου τοῦ, οὐχὶ καὶ αἷμα ἔχουσιν αἱ
                        ἀρτηρίαι καὶ <lb/>παρὰ καρδίας πληροῦνται πνεύματος, καὶ ἡμεῖς ἤδη μὲν
                        <lb/>ἔφαμεν αὐτὸ τοῦτο κακῶς ὑμᾶς ἐπιφέρειν· οὐκ ἄρα αἱ ἀρτηρίαι <lb/>αἷμα
                        περιέχουσιν. μὴ γὰρ τοῦτ’ εἶναι τὸ περαινόμενον, <lb/>ἀλλὰ τὸ μὴ δύνασθαι
                        συνδραμεῖν εἰς ταὐτὸ, αἷμά <pb n="730"/> τε περιέχεσθαι ταύτας, καὶ παρὰ
                        καρδίας πληροῦσθαι πνεύματος. <lb/>ἐφεξῆς δέ τοι πάλιν ἐκ τούτου ποτὲ καὶ τὸ
                        περιέχειν <lb/>αὐτὰς αἷμα συνάγομεν. ἔσται γὰρ ὁ λόγος τοιοῦτος. <lb/>εἰ
                        αἷμα περιέχουσιν αἱ ἀρτηρίαι, οὐ παρὰ καρδίας πληροῦνται <lb/>πνεύματος·
                        ἀλλὰ μὴν αἷμα περιέχουσιν αἱ ἀρτηρίαι· <lb/>οὐκ ἄρα παρὰ καρδίας πληροῦνται
                        πνεύματος. ἐφ’ <lb/>ᾧ πάλιν εἰ βουληθείημεν, τῶν ἔμπροσθεν ἀναμνήσαντες,
                        <lb/>αὖθις ἐρωτήσομεν ᾧδε· εἰ αἱ ἀρτηρίαι πλήρεις αἵματος <lb/>ὑπάρχουσιν,
                        καὶ αὗται σφύζουσι τεταγμένως, καὶ ταῖς ἀπ’ <lb/>αὐτῶν πεφυκυίαις οὐ
                        κωλύουσιν ὡσαύτως κινεῖσθαι, ἢ διὰ <lb/>τὸ πληροῦσθαι παρὰ τῆς καρδίας
                        πνεύματος σφύζουσιν, ἢ <lb/>δι’ ἄλλην αἰτίαν· ἀλλὰ μὴν οὐ τὸ πρῶτον· ἄρα τὸ
                        δεύτερον. <lb/>ἐφεξῆς δ’ αὖθις ἐρωτήσομεν ᾡδί· ἢ διὰ <milestone unit="ed2page" n="163"/>τὸ <lb/>πληροῦσθαι τοῦ παρὰ καρδίας πνεύματος αἱ
                        ἀρτηρίαι διαστέλλονται, <lb/>ἢ ὅτι διαστέλλονται, πληροῦνται· ἀλλὰ μὴν
                        <lb/>οὐ τὸ πρῶτον· ἄρα τὸ δεύτερον, τῷ εἶναί τινα δύναμιν ἐν <lb/>τοῖς
                        χιτῶσιν αὐτῶν, ὑφ’ ἧς διαστέλλονται, πᾶν ἕλκεται τὸ <lb/>συνεχὲς ἐκ παντὸς
                        μέρους αὐτῶν, ὅθεν ἂν ἐγχωρῇ. νοήσαις <pb n="731"/> δ’ ἂν ἔτι μᾶλλον ἐπὶ
                        παραδειγμάτων τὴν διαφορὰν πληρουμένου <lb/>διαστέλλεσθαι, καὶ
                        διαστελλομένου πληροῦσθαι. <lb/>οἱ μὲν γὰρ ἀσκοὶ καὶ οἱ θύλακοι πληρούμενοι
                        διαστέλλονται· <lb/>αἱ φύσαι δὲ τῶν χαλκέων διαστελλόμεναι πληροῦνται.
                        <lb/>τὰς τοίνυν ἀρτηρίας ὅτι μὲν ἢ κατὰ τὸν πρότερον ἢ <lb/>κατὰ τὸν
                        δεύτερον τρόπον ἀναγκαῖον πληροῦσθαι, παντὶ <lb/>δῆλον. ὅπως δ’ ἔχει
                        τἀληθὲς, ἐπιδέδεικται ἡμῖν καὶ δι’ <lb/>ἄλλων ὑπομνημάτων αὐτάρκως, ἀτὰρ οὐχ
                        ἥκιστα καὶ νῦν <lb/>πέφανται τὸ διαστελλομένας αὐτὰς ἕλκειν ἐκ παντὸς τοῦ
                        <lb/>πλησιάζοντος διὰ τῶν περάτων τε καὶ τρημάτων ὅ τι περ <lb/>ἂν
                        ἑτοιμότατα δύνηται πληρῶσαι τὴν διαστολὴν αὐτῶν. <lb/>ἢ γὰρ τοῦτο πάντως, ἢ
                        θάτερον· ἐδείχθη δὲ ψεῦδος ἐκεῖνο· <lb/>δῆλον ὡς τοῦτ’ ἀληθές. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ὥσθ’, ὅταν ἀπορῶσι, πῶς εἰς ὅλον τὸ σῶμα <lb/>παρὰ τῆς καρδίας κομισθήσεται
                        τὸ πνεῦμα πεπληρωμένων <lb/>αἵματος τῶν ἀρτηριῶν, οὐ χαλεπὸν ἐπιλύσασθαι τὴν
                        ἀπορίαν <lb/>αὐτῶν, μὴ πέμπεσθαι φάντας, ἀλλ’ ἕλκεσθαι, μήτ’ <lb/>ἐκ καρδίας
                        μόνης, ἀλλὰ πανταχόθεν, ὡς Ἡροφίλῳ τε καὶ <pb n="732"/> πρὸ τούτου
                        Πραξαγόρᾳ, καὶ Φιλοτίμῳ, καὶ Διοκλεῖ, καὶ <lb/>Πλειστονίκῳ, καὶ Ἱπποκράτει,
                        καὶ μυρίοις ἑτέροις ἀρέσκει. <lb/>ὅτι μέντοι τῆς διαστελλούσης τὰς ἀρτηρίας
                        δυνάμεως οἷον <lb/>πηγή τίς ἐστιν ἡ καρδία, καὶ τοῦθ’ ἑτέρωθι πρὸς ἡμῶν
                        <lb/>ἐπιδέδεικται, καὶ τοῖς προειρημένοις ἅπασιν ἀνδράσιν ὡμολόγηται,
                        <lb/>καὶ πολλῷ φυσικώτερόν ἐστιν οὕτω δοξάζειν, ἢ ὡς <lb/>διά τινων ἀψύχων
                        σωμάτων ἡγεῖσθαι φέρεσθαι δι’ αὐτῶν <lb/>τὸ πνεῦμα. δυνάμεως γὰρ μεταλήψει
                        τὸ ζῶον τοῦ μὴ <lb/>ζῶντος, οὐκ οὐσίας περιοχῇ διαφέρει. ἀλλ’ οὐ νῦν περί γε
                        <lb/>τούτου πρόκειται λέγειν, οὐδ’ ἵν’ ἐπεξέλθοιμι τελέως τὸν <lb/>λόγον,
                        ὑπηρξάμην αὐτοῦ. δέδεικται γὰρ ἐν ἑτέροις ἱκανῶς <lb/>περὶ τούτων, καὶ
                        μάλιστ’ ἐν τοῖς περὶ τῶν Ἱπποκράτους καὶ <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="226"/>Πλάτωνος δογμάτων ὑπομνήμασιν, ἀλλ’ ὑπὲρ
                        τοῦ <lb/>δεῖξαι, τίσιν ἀπατηθέντες οἱ περὶ τὸν Ἐρασίστρατον οὕτως
                        <lb/>ἄτοπον δόξαν προσήκαντο, καὶ τούτων τῶν δογμάτων ἠναγκάσθην
                        <lb/>μνημονεῦσαι. καὶ νῦν ἔτι προσθεὶς αὐτοῖς ἕν τι <lb/>τῶν ἐξ ἀνατομῆς
                        φαινομένων, ἐνταῦθά που καταπαύσω τὸν ﻿<pb n="733"/> λόγον. ἔστι δὲ τὸ
                        φαινόμενον τόδε. τῶν προφανῶν τε ἅμα <lb/>καὶ μεγάλων ἀρτηριῶν εἰ ἐθελήσεις
                        ἡντιναοῦν γυμνῶσαι, <lb/>πρῶτον μὲν τοῦ δέρματος, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν
                        ὑποκειμένων <lb/>τε καὶ παρακειμένων σωμάτων, ὡς περιβάλλειν αὐτῇ δύνασθαι
                        <lb/>βρόχον, καὶ μετὰ ταῦτα κατὰ μῆκος χαλάσας κοῖλον <lb/>ἐνθεῖναι κάλαμον
                        ἤ τινα χαλκοῦν αὐλίσκον εἴσω τῆς ἀρτηρίας <lb/>διὰ τοῦ χαλάσματος, ὡς
                        ἐπιφράττεσθαι πρὸς αὐτοῦ τό <lb/>τραῦμα καὶ κωλύεσθαι τὴν αἱμοῤῥαγίαν, ἄχρι
                        μὲν ἂν οὕτως <lb/>ἔχουσαν ἐπισκέπτῃς, θεάσῃ σφύζουσαν ὅλην, ἐπειδὰν <lb/>δὲ
                        βρόχον περιβαλὼν σφίγξῃς τὸν χιτῶνα τῆς ἀρτηρίας πρὸς <lb/>τὸν κάλαμον, οὐκ
                        ἔτ’ ὄψει τὰ μετὰ τὸν βρόχον ἐπισφύζοντα, <lb/>καίτοι ἡ τοῦ αἵματος τε καὶ
                        τοῦ <milestone unit="ed2page" n="164"/>πνεύματος <lb/>φορὰ διὰ τῆς τοῦ
                        καλάμου κοιλότητος ἐπὶ τὰ πέρατα τῆς <lb/>ἀρτηρίας ὡσαύτως ἐπιγίγνεται. καὶ
                        εἴπερ οὕτως εἶχον ἀρτηρίαι <lb/>τὸ σφύζειν, ἔσφυζον ἂν καὶ νυνὶ τὰ πρὸς τοῖς
                        πέρασιν <lb/>αὐτοῖς μόρια τὰ μετὰ τὸν βρόχον· οὐ μὴν γίγνεται· <lb/>δῆλον
                        οὖν, ὡς εἰ μὲν δύναμις ἀτρεμοίη, οὐ κινεῖσθαι παρὰ <pb n="734"/> τῆς καρδίας
                        αὐτὰς, διὰ δὲ τῶν χιτώνων αὐτὴν ἐπιπέμπεσθαι. <lb/>τὰ δὲ ὑπὸ Ἐρασιστράτου
                        περὶ κινήσεως τῶν ἀρτηριῶν εἰρημένα <lb/>ψευδῆ παντελῶς ἐστιν. πρὸ γὰρ τοῦ
                        παύσασθαι <lb/>τῆς γεγυμνωμένης ἀρτηρίας τὴν κίνησιν ἐν τοῖς μετὰ τὸν
                        <lb/>βρόχον μέρεσιν, ὅπερ οὐκ ἐχρῆν γίγνεσθαι πρὸ τοῦ βρόχον <lb/>αὐτῇ
                        περιβαλεῖν, ἔνεστι θεάσασθαι πᾶσαν ἑνὶ χρόνῳ κινουμένην, <lb/>οὐ τὸ μὲν
                        αὐτῶν πρότερον μόριον, τὸ δ’ ὕστερον, <lb/>ὅπερ Ἐρασίστρατος βούλεται.
                        καίτοι καὶ ταῦτ’ αὐτῷ δεινῶς <lb/>ἄτοπα. πρὶν μὲν γὰρ αἷμα περιέχειν αὐτὴν,
                        ἴσως ἄν τις <lb/>οὕτως ὠκεῖαν εἶναι τὴν τοῦ πνεύματος φορὰν συνεχώρησεν,
                        <lb/>ὡς λανθάνειν τὴν αἴσθησιν, ποῖά ποτ’ ἐστὶ μόρια τῆς ἀρτηρίας <lb/>τὰ
                        διαστελλόμενα πρότερα· πεπληρωμένης δὲ αἵματος, <lb/>οὐκ ἐγχωρεῖ τὸ πνεῦμα
                        τάχα οὕτως ὡς πρόσθεν ἀπὸ τῆς <lb/>καρδίας ἐπὶ τὰ πέρατα τῆς ἀρτηρίας
                        διεξέρχεσθαι. ἀλλ’ εἰ <lb/>καὶ τοῦτο οὕτως ἔφην, ἴσως οὐ συγχωρήσειεν ἥ γε
                        μετὰ τὸ <lb/>καταστῆναι τὸν κοῖλον κάλαμον εἰς τὴν ἀρτηρίαν τῶν κάτω
                        <lb/>μερῶν αὐτῆς κίνησις, πρὶν περιβληθῆναι τὸν βρόχον. ἀκινησία <lb/>δὲ,
                        περιβληθέντων, ἐναργῶς ἐνδείκνυται δύναμιν ἀπὸ <pb n="735"/> καρδίας
                        ἐπιπέμπεσθαι τοῖς χιτῶσι τῶν ἀρτηριῶν τὴν διαστέλλουσαν <lb/>αὐτὰς, οὐχ ὕλην
                        διὰ τῆς κοιλότητος. ὡς γὰρ <lb/>καὶ τὸν τοῦ ποδὸς δάκτυλον κινῆσαι
                        προελόμενοι παραχρῆμα <lb/>κινοῦμεν αὐτὸν, οὐ τὸν λογισμὸν ἔχοντες ἐν αὐτῷ
                        <lb/>τῷ μορίῳ, διαδοθείσης δέ τινος ἐπ’ αὐτὸν ἐν ἀκαρεῖ χρόνῳ <lb/>δυνάμεως,
                        οὕτω κᾀπὶ τῆς καρδίας καὶ τῶν ἀρτηριῶν γίγνεται. <lb/>ταῖς μὲν γὰρ δυνάμεσι
                        τὸ τάχος τῆς κινήσεως ὁμολογεῖ, <lb/>ταῖς δ’ ὕλαις ἀντιμαρτυρεῖ. ταῦτ’ εἴ
                        τις φυλάττοιτο <lb/>θέσιν, ὡς Ἀριστοτέλης εἴωθε λέγειν, οἶδ’ ὅτι βεβαίως
                        ἀποδεικνύναι <lb/>τὸ προκείμενον αὐτοῦ δόξει, μὴ φυλάττοντι δὲ
                        <lb/>φιλονίκως ἅπερ ἔθετο, μήθ’ ὑπὸ τούτου πείθεσθαι μήθ’ <lb/>ὑφ’ ἑτέρας
                        ἀποδείξεως ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἀλλὰ πρὸς τοῖς <lb/>φαινομένοις ἐξ ἀνατομῶν
                        καταψεύδεσθαι. καὶ γράφουσι μὲν <lb/>πολλοὶ τρόπους τινὰς ἀνατομῶν, ὡς
                        δείξειν ἐπαγγέλλονται <lb/>κενὰς αἵματος εἶναι τὰς ἀρτηρίας, εἶτ’ οὐδεὶς ἐξ
                        αὐτῶν <lb/>ἀληθής ἐστιν. εἴρηται γὰρ δή που καὶ πρὸς Ἐρασιστράτου <pb n="736"/> πολὺ μείζονα. τούτων τοίνυν ἀναισχύντως ψευδόμενος ἐν
                        <lb/>ταῖς ἀνατομαῖς, ἐξ ὧν πεπορισμένος, ἀλλ’ οὐκ ἦν εἰς τοσοῦτο
                        <lb/>Ἐρασίστρατος ἀναίσχυντος, ὡς γράφειν ἐπιχειρεῖν, ἃ <lb/>δὴ ἰδεῖν ἦν
                        ἀδύνατον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>