<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg021.1st1K-grc1:2.1-2.6</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg021.1st1K-grc1:2.1-2.6</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg021.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Β.</head><p>Ἑξῆς δ’ ἂν εἴη λεκτέον ὑπὲρ τοῦ τῆς θηλείας <lb/>σπέρματος, ὅσα κατὰ τὴν ἔμπροσθεν
							διέξοδον εἰπεῖν <lb/>ἀνεβαλλόμεθα. ἀρχὴ δὲ καὶ τούτων τὰ διὰ τῶν ἀνατομῶν <lb/>ἐναργῶς
							φαινόμενα. παράκεινται μὲν οἱ ὄρχεις ταῖς μήτραις, <lb/>εἷς ἑκατέρωθεν, ὁμοίαν ἀγγείων
							ἕλικα δεχόμενοι τοῖς <lb/>ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων. οὐ μὴν εἴς γε τὸν αὐτὸν ἀφικνεῖται τόπον,
							<lb/>ὅτι μηδ’ ἐκτὸς ἐχρῆν, ὥσπερ τὸ ἄῤῥεν, ἀλλ’ εἰς αὐτὰς <lb/>τὰς μήτρας σπερμαίνειν
							τὸ θῆλυ. καὶ τοίνυν αὗται <pb n="594"/> καθάπερ ἀπαντῶσαι τῷ σπερματικῷ πόρῳ προμήκεις
							ἑαυτῶν <lb/>ἀποφύσεις ἐκτείνουσιν εἰς τὰ πλάγια, δι’ ὧν ὑποδέχονται <lb/>τὸ σπέρμα.
							μεστὸν δέ ἐστι μάλιστα τὸ σπερματικὸν <lb/>ἀγγεῖον ἐν τοῖς ὀργῶσι ζώοις, ὥσπερ αὖ
							κενὸν ἐπὶ ταῖς <lb/>προσφάτοις ὀχείαις. ἔχει δ’ ἀμέλει πλῆθος οὐκ ὀλίγον <lb/>ἐνίοτε
							καὶ τοῖς ἐκ πολλοῦ κύουσιν, ἐν οἷς δὴ καὶ προφανῶς <lb/>θεάσῃ κατὰ τῶν προμήκων
							ἀποφύσεων, ἃς δὴ κεραίας ὀνομάζουσιν, <lb/>ὑγρὸν θορῶδες παχύ. πρὸς τοῦτο τὸ χωρίον
							ἐῤῥέθη <lb/>πρόσθεν ὁ ἀλλαντοειδὴς ἀνήκειν ὑμὴν ἥ τε παχεῖα <lb/>γονή. θαυμάσαι δ’
							ἐστὶ κᾀνταῦθα τῶν λεγόντων, ἐκτὸς <lb/>τῆς μήτρας ἀνεστομῶσθαι τὸ σπερματικὸν ἀγγεῖον.
							κινδυνεύσω <lb/>μὲν οὖν, εἰ τὸ παραπίπτον ἑκάστοτε τῷ λόγῳ διερχοίμην <lb/>ἅπαν, εἰς
							τοῦτο τὸ γράμμα μεταθεῖναι τὴν τῶν <lb/>γεννητικῶν μορίων ἀνατομήν· οἶδα δ’ <milestone unit="ed2page" n="212"/>αὖ πάλιν, ὡς, <lb/>εἰ καὶ τὸ ἀληθὲς αὐτὸ διδάσκοιμι μόνον,
							ἀφαιρήσεσθαι <lb/>τῆς τοῦ λόγου πίστεως. ὅπως οὖν μήτε περιττῶς μηκύνοιμι, <lb/>μήτ’
							ἔρημον ἁπάσης πίστεως ἀπολείποιμι τὸ λεγόμενον, <pb n="595"/> ἐξουσίαν δοὺς ἅπαντι τῷ
							βουλομένῳ τῶν ἐξ ἀνατομῆς φαινομένων <lb/>ὅ τι ἂν ἐθελήσῃ κελεῦσαι δειχθῆναι πρὸς
							ἡμῶν, <lb/>αὐτὰ μόνα διηγήσομαι τὰ κατ’ ἀλήθειαν ὄντα. μυρίοις οὖν <lb/>ἤδη σαφῶς
							ἐπέδειξα τὰ καλούμενα διπύρηνα διεμβαλλόμενα <lb/>διὰ τῶν σπερματικῶν ἀγγείων ἔξωθεν
							εἴσω διὰ τῶν κεραιῶν <lb/>ἐπὶ μήτραις αἰγὸς, εἰ δὲ βοῦς, ἢ ὄνος, ἢ ἵππος <lb/>ᾖ τὸ
							ζῶον, οὐ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ τριπλάσια καὶ τετραπλάσια <lb/>τούτων τὸ πάχος, ἢ ξύλα
							πύξινα στρογγύλα τε <lb/>καὶ προμήκη καθιέμενα καὶ διεμβαλλόμενα διὰ τῶν κεραιῶν,
							<lb/>ἢ τὰς καλουμένας σπαθομήλας. δείξουσι δὲ τοῦτο κᾂν <lb/>ἡμεῖς ἀποθάνωμεν οἱ
							ἑταῖροι πάντες. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ χαλεπὴν <lb/>ἔχει τὴν χειρουργίαν, ἀλλ’, εἴπερ τι ἄλλο
							τῶν ἐξ ἀνατομῆς <lb/>φαινομένων, ἑτοίμην τε καὶ ῥᾴστην. ὥσπερ οὖν ἄξιον <lb/>μέμψασθαι
							πολλοῖς τῶν ἰατρῶν, οὕτως ἐπαινέσαι δίκαιον <lb/>Ἱπποκράτην τὸν πρῶτον ἁπάντων ταῦτα
							εὑρόντα. φησὶ <lb/>γοῦν ἀρχόμενος τοῦ περὶ φύσεως παιδίου· Ἢν ἡ γονὴ μένῃ <lb/>ἀπ’
							ἀμφοῖν ἐν τῇσι μήτρῃσι τῆς γυναικὸς, πρῶτον μὲν <pb n="596"/> μίσγεται ὁμοῦ, ἅτε τῆς
							γυναικὸς οὐκ ἀτρεμούσης, καὶ <lb/>ἁθροίζεται καὶ παχύνεται θερμαινομένη. καὶ τὰ ἄλλα
							<lb/>ἐφεξῆς διδάσκει κατὰ λόγον, ὅπως ἐκ συναμφοτέρας τῆς γονῆς <lb/>μιχθείσης ἡ
							γένεσις ἀποτελεῖται τῶν ἐμβρύων. Ἡρόφιλος <lb/>δὲ οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐκτὸς ἐκχεῖσθαί φησι
							τὸ τῶν θηλειῶν <lb/>σπέρμα, καίτοι γε περὶ τῶν ὄρχεων ἀκριβῶς ἔγραψε <lb/>κατὰ αὐτοὺς
							ἐν τῷ τρίτῳ τῆς ἀνατομῆς, ἐν ἀρχῇ μὲν ὧδέ <lb/>πως εἰπών· Ἐπιπεφύκασι δὲ τῇ μήτρᾳ καὶ
							δίδυμοι ἐκ τῶν <lb/>πλαγίων, ἐξ ἑκατέρου μέρους, ἐπ’ ὀλίγον διαφέροντες τῶν <lb/>τοῦ
							ἄῤῥενος. ἔπειτα ἐν τοῖς ἐφεξῆς οὐ μετὰ πάνυ πολλὰ <lb/>κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν· Δίδυμοι
							δὲ ταῖς θηλείαις ἐπιπεφύκασι <lb/>πρὸς ἑκατέρῳ τῷ ὤμῳ τῆς μήτρας, ὁ μὲν ἐκ τοῦ
							<lb/>δεξιοῦ, ὁ δὲ ἐκ τοῦ εὐωνύμου, οὐκ ἐν ἑνὶ ὀσχέῳ ἀμφότεροι, <lb/>ἀλλ’ ἑκάτεροι
							χωρὶς, λεπτῷ τινι καὶ ὑμενοειδεῖ ὑμένι περιεχόμενοι, <lb/>μικροὶ καὶ ὑποπλατεῖς,
							ἀδέσιν ὅμοιοι, κατὰ μὲν <lb/>τὸν ἐν κύκλῳ χιτῶνα νευρώδεις, τῇ δὲ σαρκὶ ἄθρυπτοι,
							<lb/>ὥσπερ καὶ οἱ τῶν ἀῤῥένων. ταῖς δὲ ἵπποις καὶ πάνυ εἰσὶν <lb/>εὐμεγέθεις.
							προσπεφύκασι δὲ ὑμέσιν οὐκ ὀλίγοις πρὸς <pb n="597"/> τὴν μήτραν, καὶ φλεβὶ καὶ
							ἀρτηρίᾳ, τῇ ἀπὸ τῆς μήτρας <lb/>εἰς αὐτοὺς ἐμπεφυκυίᾳ. ἀπὸ γὰρ τῆς φλεβὸς καὶ τῆς
							ἀρτηρίας <lb/>τῆς εἰς ἑκάτερον τῶν διδύμων προσπέφυκε, φλὲψ μὲν <lb/>ἀπὸ τῆς φλεβὸς,
							ἀρτηρία <milestone unit="ed1page" n="239"/>δὲ ἀπὸ τῆς ἀρτηρίας. ὁ δὲ <lb/>σπερματικὸς
							πόρος ἐφ’ ἑκατέρου οὐ λίαν μὲν φαίνεται, <lb/>προσφυὴς δέ ἐστι τῇ μήτρᾳ ἐκ τοῦ ἐκτὸς
							μέρους, ὁ μὲν ἐκ <lb/>τοῦ δεξιοῦ, ὁ δὲ ἐκ τοῦ εὐωνύμου. εἵλικταί τε παραπλησίως
							<lb/>τῷ τοῦ ἄῤῥενος καὶ τὸ πρόσθεν αὐτοῦ μέρος, καὶ τὸ λοιπὸν <lb/>κιρσοειδὲς σχεδὸν
							ἅπαν ἄχρι τοῦ πέρατος. καὶ ἐμπέφυκεν <lb/>ἀφ’ ἑκατέρου τοῦ διδύμου ὁμοίως, ὥσπερ τῷ
							ἄῤῥενι. <lb/>εἰς τὸ σαρκῶδες τοῦ αὐχένος τῆς κύστεως, λεπτός τε ὢν <lb/>καὶ σκολιὸς ἐν
							τῷ ἐμπροσθίῳ μέρει, καθ’ ὃ τὰ τῶν <lb/>ἰσχίων ὀστᾶ ψαύει, ἐν ᾧπερ καὶ ἀπολήγει, ὡς τὸ
							αἰδοῖον <lb/>ἐξ ἑκατέρου τοῦ μέρους εἰς τὸ ἐντὸς διαπεφυκός. παραστάτης <lb/>δὲ ὁ
							κιρσοειδὴς οὐχ ἑώραται ἐν τῷ θήλει. αὕτη μὲν <lb/>ἡ τοῦ Ἡροφίλου ῥῆσις. ὃ δέ μοι
							θαυμάζειν παρίσταται <lb/>μάλιστα, καὶ δὴ φράσω. καὶ θέσιν, καὶ μέγεθος, καὶ φύσιν
							<lb/>ἀκριβῶς γράψας τῶν ἐν τοῖς θήλεσι ζώοις ὄρχεων, οὐ <lb/>παραλιπὼν δὲ οὐδὲ περὶ
							τῆς ἐμβαλλούσης ἑκατέρωθεν ﻿ <pb n="598"/> φλεβὸς καὶ ἀρτηρίας οὐδὲν, ἀλλ’ ἀκριβώσας
							τὴν διήγησιν, <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="213"/>εἶτα ἑξῆς ὑπὲρ τοῦ σπερματικοῦ πόρου τὸ μὲν, ὅτι
							<lb/>προσφυής ἐστι ταῖς μήτραις ἔξωθεν ἑκατέρωθεν, ἀληθῶς <lb/>εἰπὼν, τὸ δ’, ὅτι μὴ
							λίαν φαίνεται, ψευσάμενος, (ἀξιόλογον <lb/>γάρ ἐστι τὸ μέγεθος,) ἑξῆς τούτου πολὺ
							μᾶλλον ἐψεύσατο, <lb/>φάμενος εἰς τὸν αὐχένα τῆς κύστεως ἐμφύεσθαι τῷ <lb/>τοῦ ἄῤῥενος
							ὁμοίως. οὐ μόνον γὰρ εἰς τὸν τῆς κύστεως <lb/>αὐχένα τῶν σπερματικῶν πόρων οὐδέτερος
							ἐμφύεται κατ’ <lb/>οὐδὲν θῆλυ ζῶον, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν τῶν μητρῶν αὐτῶν, καίτοι <lb/>γε
							ἐγγυτέρω πολὺ τοῦ τῆς κύστεως κύτους ἐστὶν, ἀλλ’ ὅμως <lb/>οὐδὲ πρὸς τοῦτον
							ἐξικνοῦνται, παραπεφυκότες δὲ τοῖς πλαγίοις <lb/>μέρεσι τῶν μητρῶν, ὁ μὲν ἔνθεν, ὁ δὲ
							ἔνθεν, ἐπ’ <lb/>ἄκραν ἔρχονται τὴν καθ’ ἑαυτὸν ἑκάτερος κεραίαν, ἐκχέαντες <lb/>εἴσω
							τὸ σπέρμα, ὅπερ ἐν μὲν τῷ κύειν ἀθροίζεται <lb/>κατὰ τοῦτο τὸ χωρίον, ἐν δὲ τοῖς
							ὀνειρωγμοῖς πρῶτον <lb/>μὲν εἰς τὴν μήτραν ἐμπίπτει, μετὰ δὲ ταῦτα εἰς τὸ <lb/>ἐκτὸς
							ἐκκενοῦται. καθάπερ ὤφθη καὶ νῦν ἐπὶ γυναικὸς <pb n="599"/> ὑπὸ νοσημάτων ὑστερικῶν
							ἐνοχλουμένης εἰς τὴν μήτραν μὲν <lb/>πρῶτον, ἐκ ταύτης δὲ ἔξω πλεῖστόν τε καὶ
							παχύτατον ἐκχυθὲν <lb/>σπέρμα· χρόνον δ’ αὐτὴ συχνὸν χηρεύουσα τοσοῦτό <lb/>τε καὶ
							τοιοῦτο ἠθροίκει. ἀλλὰ τότε τάσεις τινὲς αὐτὴν κατέλαβον <lb/>ὀσφύος καὶ χειρῶν καὶ
							ποδῶν, ὡς σπασθῆναι δοκεῖν, <lb/>ἐφ’ αἷς ἐξεκρίθη τὸ σπέρμα, καὶ τὴν ἡδονήν τε
							παραπλησίαν <lb/>ἔλεγεν αὐτῇ γεγονέναι τῇ κατὰ τὰς συνουσίας. <lb/>τοῦτο μὲν οὖν τὸ
							σπέρμα παχύ τε ἦν καὶ πολὺ διὰ τὸ μὴ <lb/>κεκενῶσθαι χρόνῳ πολλῷ. ταῖς δ’ ἄλλαις
							ἔλαττόν τε καὶ <lb/>ὑγρὸν ἐκπίπτον φαίνεται πολλάκις ἔσωθεν ἐξ αὐτῶν τῶν <lb/>ὑστερῶν,
							ἵνα περ οὐρεῖ. δι’ ὃ καὶ Ἀθήναιος ἀπίθανός <lb/>ἐστι φάσκων, ὥσπερ τοῖς ἄῤῥεσι τοὺς
							τιτθοὺς, οὕτω καὶ τοῖς <lb/>θήλεσι τὰ σπερματικὰ διακεῖσθαι μόρια, αὐτῆς μόνης τῆς
							<lb/>ἀναλογίας τῶν μορίων ἐν τῇ πρώτῃ διαπλάσει γενομένης, <lb/>οὐ μὴν τῆς γε
							ἐνεργείας φυλαχθείσης· οὐχ ὁρῶν, ὅτι τοῖς <lb/>μὲν ἄῤῥεσι πλὴν ὀλίγων ἤδη τινῶν οὐκ
							ἔστι τὰ περὶ τοὺς <lb/>τιτθοὺς ἀδενώδη σώματα, ὡς τὰ τοῖς θήλεσιν ὑπάρχοντα <pb n="600"/> μέγιστα, ταῖς δὲ θηλείαις οὐ μόνον τὰ σπερματικὰ τῶν <lb/>ἀγγείων ἐστὶ
							μεστὰ σπέρματος, ἀλλὰ καὶ οἱ ὄρχεις. διὸ καὶ <lb/>τῶν ἀῤῥένων ὀλιγίστοις ἐξαιρομένους
							ἰδεῖν ἔστι τοὺς τιτθοὺς, <lb/>οὐδὲ τούτοις ἀξιολόγους, ἅπασι δὲ τοῖς θήλεσι
							περιεχόμενον <lb/>ἐν τοῖς σπερματικοῖς τὸ σπέρμα. ὥσπερ οὖν, εἰ πᾶσι τοῖς <lb/>ἄῤῥεσιν
							ἑωρᾶτο κατὰ τοὺς μαστοὺς γάλα περιεχόμενον, οὐκ <lb/>ἐχρῆν τῷ λόγῳ σκοπεῖσθαι περὶ τῆς
							ὑπάρξεως αὐτοῦ, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν, οἶμαι, τρόπον οὐδὲ ἐπὶ τῶν θηλειῶν ὁρῶντας
							<lb/>τὸ σπέρμα περιεχόμενον οὐ χρὴ ζητεῖν, εἰ ἀποκρίνουσι <lb/>σπέρμα. μὴ τοίνυν ἔτι
							πρὸς Ἱπποκράτην ζυγομαχείτωσαν <lb/>εἰπόντα κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ περὶ φύσεως παιδίου
							γράμματος· <lb/>Ἤν ἡ γονὴ μείνῃ ἀπ’ ἀμφοῖν ἐν τῇσι μήτρῃσι τῆς <lb/>γυναικός· ἀλλὰ
							ζητείτωσαν, ἥντινα χρείαν παρέχεται. <lb/>δύναται γὰρ, ὡς ἔφαμεν ἐν τῷ πρὸ τούτου
							λόγῳ, τὸν ἀλλαντοειδῆ <lb/>γεννᾷν ἡ φύσις καὶ ἐξ αὐτοῦ, δύναται δὲ καὶ <lb/>τροφὴν
							οἰκείαν καὶ πρώτην αὐτῷ παρεσκευακέναι τὸ τοῦ <lb/>ἄῤῥενος σπέρμα, δύναται δὲ καὶ, ὡς
							Ἱπποκράτης ὑπελάμβανεν, <lb/>ἐξ ἀμφοῖν κεραννυμένων ἓν τέλειον γίγνεσθαι σπέρμα. <pb n="601"/> καὶ τίν’ ἦν δυνατὰ, εἰ μὴ ταῦτα; τὸ γοῦν ἐπεγείρεσθαι τὸ <lb/>θῆλυ πρὸς
							ἀφροδίσια δυνατὸν ἐν τοῖς μάλιστά ἐστι. καὶ <lb/>πολλῷ γε ἦν ἄμεινον, ὅτι μὲν ὑπάρχει
							τὸ τῶν θηλειῶν <lb/>σπέρμα, τοῖς φαινομένοις πιστεύειν, ἥντινα δὲ δύναμιν <lb/>ἔχει,
							τῷ λόγῳ σκοπεῖσθαι. τὰ μὲν οὖν φαινόμενα καὶ <lb/>πρόσθεν εἴρηται καὶ νῦν αὖθις
							εἰρήσεται. πόροι σπερματικοὶ <lb/>μεστοὶ σπέρματος ἐκκρίνουσι τοῦτο χωρὶς τοῦ
							συνελθεῖν <lb/>ἄῤῥενι τὸ θῆλυ, κατά τε τοὺς ὀνειρωγμοὺς αὑτῶν πάσχουσιν <lb/>ὁμοίως
							τοῖς ἄῤῥεσι, <milestone unit="ed2page" n="214"/>καὶ, ὡς εἴρηται πρόσθεν, <lb/>ἐπὶ τῆς
							χηρευούσης γυναικὸς, ἐπί τε τῶν ζώων ἐπὶ τῇ κορυφῇ <lb/>τοῦ ἀλλαντοειδοῦς
							εὑρισκόμενον. ὅπερ καὶ μάλιστα φαινόμενον <lb/>ἐλέγχει καὶ Ἀριστοτέλην μὲν, οὐχ ἥκιστα
							δὲ καὶ <lb/>Ἀθήναιον, ἀλλὰ καὶ τῶν νεωτέρων ἰατρῶν ὅσοι φασὶν, ἐμπεφυκέναι <lb/>ταῖς
							κεραίαις τὰ σπερματικὰ, τετρημένα δὲ τρήμασι <lb/>πλαγίοις τισὶν ἐκχεῖν τὸ σπέρμα κατὰ
							τῶν μητρῶν <lb/>ἔξωθεν. καὶ γὰρ καὶ συγχωρήσειεν ἄν τις αὐτοῖς ἀληθεύειν,
							<lb/>ὀξύτερον μὲν ὁρῶσιν αὐτοῦ τοῦ Λυγκέως ἐν τῷ σμικροτάτῳ <lb/>τρήματι βλέπειν,
							ἀμβλύτερον δὲ τῶν ὑποχεομένων <pb n="602"/> τὸ μὴ βλέπειν τὰ μέγιστα, τοῦ γε μηδ’ ὅλως
							ζητῆσαι, πόθεν <lb/>μὲν ἀθροίζεται τοῦ ἀλλαντοειδοῦς ὃ κατὰ τὴν κορυφήν <lb/>ἐστι. τί
							δ’ ἀναλίσκεται τὸ κατὰ τῆς μήτρας ἐκχεόμενον, <lb/>εἰκότως ἄν τις αὐτοῖς μέμψαιτο.
							δυοῖν γὰρ θάτερον, <lb/>ἢ ὑπειδόμενοι τὴν ἀπορίαν ἑκόντες ἐσιώπησαν, ἢ ὅλως <lb/>οὐδὲ
							ζήτημα οὐδὲν ᾠήθησαν εἶναι. τὸ μὲν δὴ σιωπᾷν <lb/>ἑκόντας οὐκ ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἔργον
							ἐστί· τὸ δὲ μηδ’ ὅλως <lb/>οἰηθῆναι ζητήσεως ἄξιον ὑπάρχει νωθρῶν διάνοιαν ἀνθρώπων.
							<lb/>ἆρ’ οὖν ἐν τούτῳ μόνῳ διαμαρτάνουσιν, ἢ πολὺ <lb/>μᾶλλον ἐν οἷς οὐδὲν αὐτῶν;
							μέμνηνται μὲν γὰρ καταμηνίων, <lb/>ὕλην οἰκείαν θέμενοι τῷ κυουμένῳ, τὸ δὲ σπέρμα
							<lb/>δημιουργὸν αὐτοῦ, ἀνατεινόμενοί τε πολλὰ τῷ λόγῳ πρὸς <lb/>τοὺς ἀφ’ ὅλου τοῦ
							σώματος ἔρχεσθαι τὸ σπέρμα φάσκοντας, <lb/>καὶ δείξαντες, ὡς οὐχ ὁρῶσιν οὗτοι τόν τε
							κοσμήσαντα καὶ <lb/>τάξαντα τὸ παραγινόμενον, αὐτό τε φάμενοι τὴν ἐν τῷ <lb/>σπέρματι
							δύναμιν εἶναι τοῦτο, διαπλάττουσάν τε καὶ μορφοῦσαν <lb/>τὸ κύημα, μικρὸν ὕστερον
							ἐπιλαθόμενοι τούτων ﻿ <pb n="603"/> οὐκ αἰσθάνονται τοσαύτας τῇ ὕλῃ διδόντες δυνάμεις,
							ἃς <lb/>ἔμπροσθεν ἐδίδοσαν τῷ δημιουργῷ. ὅτι μὲν γὰρ τοῦ διαπλάττοντος <lb/>ἔργον
							ἐστὶν, ὅμοιον ἢ ἀνόμοιον ἐργάσασθαι τὸ <lb/>ἔγγονον ὁποτέρῳ τῶν γεννησάντων, οὐδεὶς
							ἀγνοεῖ. τὰ δ’ <lb/>ὁμοιούμενα παιδία τῇ μητρὶ διὰ τὴν τροφὴν ὁμοιοῦσθαί <lb/>φασι,
							κᾄπειτα ἐντεῦθεν ἀποτείνουσι δολιχὸν τοῦ λόγου, <lb/>δεικνύντες, ὅσαι διὰ τροφῆς
							ἀλλοιώσεις ἐγίγνοντο καὶ ζώοις <lb/>καὶ φυτοῖς. εἶτ’ οὐκ αἰσθάνονται μηδεμίαν ὧν
							λέγουσιν <lb/>ἀλλοιώσεων ἐπιδεῖξαι δυνάμενοι τὸ εἶδος ἐξαλλάττουσαν. <lb/>αὐτίκα γὰρ
							τὸ Περσαῖον φυτὸν εἰς Αἴγυπτον μετακομισθὲν <lb/>ἐξηλλάγη τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ χρηστῆς
							ἐπιλαβόμενον <lb/>τροφῆς τὸν καρπὸν ἐδώδιμον ἔσχεν, οὐκ ὂν πρότερον <lb/>τοιοῦτο· οὔτε
							τὰ πρόβατα μεταστάντα ποτὲ εἰς νομὴν ἑτέραν <lb/>ταῖς ἔμπροσθεν αἰξὶν ὡμοιώθη, καθάπερ
							οὐδ’ αἶγες <lb/>προβάτοις ἢ ὄνοις καὶ ἵπποις. ἐν μέντοι ταῖς ἐπιμιξίαις <lb/>τῶν
							ἑτερογενῶν ζώων αὐτὸς Ἀθήναιος ὁμολογεῖ προσγίνεσθαί <lb/>τι τῷ κυουμένῳ <milestone unit="ed1page" n="240"/>παρὰ τῆς μητρὸς, οὐκ εἰς τὴν <pb n="604"/> τῆς χροίας
							ὑπάλλαξιν, ἢ λεπτότητος, ἢ παχύτητος, ἢ εὐφωνίας, <lb/>ἤ τινος ἑτέρου τοιούτου· μικρὰ
							γὰρ ταῦτα, καὶ <lb/>τῆς ὕλης μόνης αὐτοῦ κατὰ τὸ ζῶον εἴδους εἶναι τὰ πάθη. <lb/>τὰ δ’
							ἀπὸ τῆς μητρὸς ὅλον ἐξαλλάττει τὸ εἶδος. εἰ μὲν <lb/>ὄνου σπέρμα ταῖς μήτραις ἵππος
							ὑποδέξηται, τὰ κυήματα οὐ <lb/>τὸ τοῦ πατρὸς εἶδος μόνον ἴσχονται, ἀλλ’ ἐξ ἀμφοτέρων
							τῶν <lb/>γειναμένων μικτόν· εἰ δ’ ἀλώπηξ κυνὸς, κᾀνταῦθα τοῦ <lb/>γεννωμένου μὴ κυνὸς,
							ἀλλὰ μικτοῦ τινος ἐξ ἀμφοῖν γενῶν <lb/>ἀποτελουμένου. καὶ μέν γε καὶ μεῖζον ἔτι τοῦ γε
							κατὰ τὸ <lb/>ἕβδομον βιβλίον, ὅπερ ἐστὶ περὶ σπέρματος, αὐτῷ προσομολογεῖ <lb/>ὁ
							Ἀθήναιος, οὐκ οἶδ’ ὅπως οὐκ αἰσθάνεται. πλέον <lb/>γὰρ ἔχειν φησὶ παρὰ τῆς μητρὸς ἢ
							τοῦ πατρὸς τὸ γεννώμενον, <lb/>οἷον ἀφ’ ἵππου μὲν τὸν ἡμίονον πλέον ἢ τοῦ ὄνου,
							<lb/>ὥσπερ δὲ κᾀπειδὰν ἀλώπηξ κυνὶ μιχθῇ, τὸ γεννηθὲν, εἰ <lb/>μὲν ὁ κύων ἄῤῥην
							ὑπάρχει, τὸ τῆς ἀλώπεκος ἴσχει εἶδος, <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="215"/>εἰ δ’ ἀνάπαλιν εἰς τὴν τοῦ κυνὸς ἰδέαν μεταπίπτει
							<lb/>τὸ ἔγγονον, ὡς γίνεσθαι τὸ μὲν ἐξ ἀλώπεκος ἀλώπεκα κυνοειδῆ, <lb/>τὸ δ’ ἐκ κυνὸς
							ἀλωπεκοειδῆ κύνα. καὶ γὰρ εἰ <pb n="605"/> πρόβατον τράγος ὀχεύσειε, πρόβατον
							γεννᾶσθαί φησι σκληρότριχον· <lb/>εἰ δ’ ἔμπαλιν αἶγα κριὸς μαλακότριχον, ὡς οὐδὲν
							<lb/>ἧττον εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ γινομένου συντελεῖσθαί τι <lb/>παρὰ τῆς μητρὸς, ἀλλὰ καὶ
							πλέον ἢ παρὰ τοῦ πατρός. <lb/>ἐχρῆν δὲ μὴ ὅτι πλέον ἐκ τῆς μητρὸς εἶναι τοῖς ἐγγόνοις,
							<lb/>ἀλλὰ μηδὲ τὸ ἔλαττον. ὅλως γὰρ οὐδὲν ὑπαλλάττει μορφῇ <lb/>τοῦ κατὰ τὸ ζῶον ἢ τὸ
							φυτὸν εἴδους, ἀλλ’ ἐκ τῶν σπερμάτων <lb/>ἔχει πάντα τὴν τοιαύτην ἀρχήν. καὶ τί δεῖ
							μακρολογεῖν; <lb/>ὁμολογοῦσι γὰρ τοῦτό γε καὶ οὗτοι, πρὸς οὓς ὁ λόγος <lb/>ἐστί μοι
							μάλιστα. λέγω δὲ τὸ μὴ μόνον ἐγγίνεσθαι τῇ <lb/>ὕλῃ τὸ εἶδος, ἐξ οὗ γίνεται τὸ μὲν
							ἄνθρωπος, τὸ δὲ δρῦς, <lb/>ἢ πλάτανος, ἢ κιττὸς, ἀλλὰ καὶ τὴν μορφὴν αὐτὴν ὑπὸ
							<lb/>τοῦ σπέρματος τὴν ὕλην διαπλάττοντος ἀποτελεῖσθαι. στοχάζεσθαι <lb/>δ’ αὐτό φασι
							κατὰ τὴν μόρφωσιν οὐ τοῦ σχήματος <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῦ μεγέθους καὶ τῆς θέσεως
							ἑκάστου <lb/>τῶν μορίων, ἔτι τε τῆς πρὸς ἄλληλα συμφύσεως. ἵν’ <lb/>οὖν γνῶσιν, ὅτι
							ἁμαρτάνουσιν, ἐρωτήσομεν αὐτοὺς λόγον ἐξ <pb n="606"/> ὧν αὐτοὶ τίθενται περαινόμενον.
							πότερον ἡ διαπλάττουσα <lb/>τὸ κύημα δύναμις ὀφθαλμὸν μὲν καὶ ῥῖνα καὶ ὀφρὺν,
							<lb/>ἕκαστόν τε τῶν ἄλλων μορίων ἐξεργάζεσθαι πέφυκεν, ἡ δ’ <lb/>ὕλη τήν τε γρυπὴν
							ῥῖνα καὶ σιμὴν, ὀφθαλμόν τε γλαυκὸν <lb/>καὶ μέλανα δημιουργεῖν, ἢ τῆς αὐτῆς ἐστι
							δυνάμεως εἴποι <lb/>τὸ τὴν ῥῖνα διαπλάττειν εὐθὺς, καὶ γρυπὴν αὐτὴν, ἢ σιμὴν, <lb/>ἢ
							εὐθεῖαν ἐργάσασθαι; καθάπερ, οἶμαι, καὶ ὁ Πολύκλειτος, <lb/>ἡνίκα ἔπλαττε τὸν
							δορυφόρον, αὐτὸς μὲν τὴν <lb/>ῥῖνα καὶ τὸν ὀφθαλμὸν ἐδημιούργησε, τῷ πηλῷ δὲ ἐπέτρεψεν
							<lb/>εὐθεῖαν αὐτὴν ἐργάσασθαι. ἀλλὰ γὰρ, ὅπως μηδὲν <lb/>ἐπιδεὲς ᾖ, καθ’ ἑκατέραν
							ἀπόκρισιν ὁ λόγος περαινέσθω. καὶ <lb/>πρῶτον ὑποκείσθωσαν ἡμῖν ἀποκρίνασθαι, τὴν μὲν
							ῥῖνα <lb/>πρὸς τοῦ δημιουργοῦ, τὴν δ’ εὐθεῖαν ῥῖνα πρὸς τῆς ὕλης <lb/>γίνεσθαι. καὶ δὴ
							καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὀφθαλμὸν <lb/>μὲν ὑπὸ τῆς διαπλαττούσης δυνάμεως, ἤτοι δὲ ἢ
							γλαυκὸν, <lb/>ἢ μέλανα, πρὸς τῆς ὕλης. ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, <lb/>αὐτὸ μέντοι
							ἕκαστον ὑπὸ τοῦ σπέρματος γίνεσθαι, <lb/>τοῖον δὲ ἢ τοῖον ὑπὸ τοῦ καταμηνίου. καὶ μὴν
							καὶ εἰ τοῦτο <lb/>θείημεν, ἀκολουθήσει τὸ διὰ παντὸς ὁμοιοῦσθαι τῇ μητρὶ <pb n="607"/>
							τὸ γενόμενον. ἡ γὰρ ὁμοιότης ἐκ τῆς τῶν μορίων γίγνεται <lb/>διαπλάσεως, οὐ κατὰ τὸ
							κοινὸν εἶδος, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐγγινομένας <lb/>αὐτῷ διαφορὰς, ὡς τό γε κοινὸν εἶδος
							ἄνθρωπον <lb/>ποιεῖ, καὶ ἵππον, καὶ βοῦν, ἡ δὲ κατὰ τὰ μόρια διαφορὰ <lb/>σιμὸν καὶ
							γρυπὸν ἐργάζεται, κατὰ τοῦτο δὲ ὅμοιον ἢ ἀνόμοιον <lb/>τοῖς γονεῦσιν. αὖθις οὖν
							ὑποθώμεθα, τὴν τοιαύτην <lb/>διάπλασιν ἐκ τῶν σπερμάτων γίγνεσθαι. ἀλλ’, εἴπερ
							σπερμαίνει <lb/>μόνον τὸ ἄῤῥεν, οὐκ ἄν ποθ’ ὅμοιον γένοιτο τῇ <lb/>μητρὶ τὸ ἔγγονον.
							ὥσθ’ ἑκατέρωθεν ὁ λόγος ἄπορος. εἰ <lb/>μὲν γὰρ ὑπὸ τῆς δυνάμεως, ὅπερ ἐστὶν ὑπὸ τοῦ
							σπέρματος, <lb/>ὁμοιότης ἀποτελεῖται, τοῖς ἄῤῥεσι μόνοις ὁμοιωθήσεται τὰ <lb/>ἔγγονα,
							τῇ μητρὶ δ’ οὐδέποτε οὐδὲν ὅμοιον γενήσεται· εἰ <lb/>δ’ ἐκ τῆς ὕλης, ὅπερ ἐστὶ τοῦ
							καταμηνίου, τοῖς θήλεσι μόνοις, <lb/>οὐδὲν δὲ οὐδέποτε ὅμοιον ἔσται τῷ πατρί· καὶ μὴν
							<lb/>ἑκατέροις ὁμοιούμενα φαίνεται· ὥστε κενεῶς χρῶνται τῶν <lb/>λημμάτων. τὸ μὲν γὰρ
							σχῆμα τοῦ λόγου συλλογιστικὸν οὐδεὶς <lb/>ἀγνοεῖ τῶν γε κᾂν βραχύ τι περὶ ἀποδείξεως
							μεμαθηκότων. <lb/>ὅπως δὲ σαφέστερον ἔτι ᾖ καὶ τοῖς βραχύ τι γεγυμνασμένοις, ﻿ <pb n="608"/> ἐρωτήσω τόν λόγον ἑκάτερον ἰδίᾳ. αἱ ὁμοιότητες <lb/>ἐκ τῶν σπερμάτων, τὸ
							σπέρμα ἐκ μόνου τοῦ ἄῤῥενος· <lb/>οὗτος μὲν ὁ πρότερος λόγος. ὁ δ’ ἕτερος· αἱ
							ὁμοιότητες <lb/>ἐκ τοῦ καταμηνίου, τὸ καταμήνιον ἐκ μόνου τοῦ <lb/>θήλεος. <milestone unit="ed2page" n="216"/>εὔδηλον τοίνυν γέγονεν ἤδη, ἐὰν τὸ πρότερον <lb/>ἀληθὲς
							ὑπόθηται, ψευδὲς ἀκολουθήσει συμπέρασμα οὐδέν. <lb/>καὶ μὴν οὐδ’ ἄλλο γ’ ἂν εὕροις
							τρίτον· ἀλλ’ ἐκ καταμηνίου <lb/>καὶ σπέρματος ἡ τῶν ζώων ἐστὶ γένεσις, ὡς ἐντεῦθεν
							<lb/>μὲν οὐδὲν ἄλλο τρίτον ἡμῖν ζητητέον. ὑπολείπεται δὲ, τῶν <lb/>ὑπολοίπων λημμάτων
							οὐκ ἀληθὲς εἶναι τὸ ἕτερον. ἦν δὲ <lb/>τὸ μὲν ἕτερον αὐτῶν, ἐν ᾧ τὸ καταμήνιον ἐλέγετο
							μόνης <lb/>εἶναι τῆς μητρός· τὸ δ’ ἕτερον, ἐν ᾧ τὸ σπέρμα μόνον <lb/>τοῦ πατρὸς, ὥστ’
							ἐκ τούτων πάντως ἕτερόν ἐστι ψεῦδος. <lb/>ἀλλὰ τὸ τῆς μητρὸς εἶναι μόνης τὸ καταμήνιον
							ἀληθές <lb/>ἐστι καὶ κατ’ αὐτοὺς ἐκείνους. ὥστε ψευδῶς λέγεται τὸ <lb/>μόνου τοῦ
							πατρὸς εἶναι τὸ σπέρμα. πρόδηλον δὲ, ὡς, εἴτε <lb/>σπέρμα λέγοιμεν, εἴτε γόνιμον
							σπέρμα, καθ’ ἑκατέρου λέξιν <lb/>ὁ λόγος περανθήσεται, πρὸς μὲν οὖν τοὺς μηδ’ ὅλως
							ἡγουμένους <pb n="609"/> σπερμαίνειν τὸ θῆλυ μόνον ἁπλῶς ὀνομαζόντων <lb/>ἡμῶν τὸ
							σπέρμα, πρὸς δὲ τοὺς σπερμαίνειν μὲν λέγοντας, <lb/>οὐ μὴν γόνιμόν γε τοῦτο, ἅμα
							λεγόντων ἡμῶν γόνιμον <lb/>σπέρμα. ταυτὶ μὲν ἱκανὰ τὴν δόξαν ἐλέγχειν αὐτῶν. ἔστι
							<lb/>δὲ καὶ χωρὶς ἐλέγχου τὴν ἀπόδειξιν ἐξ εὐθείας ποιεῖσθαι <lb/>διττῶς
							συλλογιζομένοις, ὑποθετικῶς τε καὶ κατηγορικῶς. <lb/>ὑποθετικῶς μέν· εἰ ἑκατέροις τῶν
							γονέων ὁμοιοῦται τὰ <lb/>ἔγγονα, κατὰ κοινὴν αἰτίαν ἀμφοτέροις ὑπάρχουσαν ὁμοιοῦται·
							<lb/>ἀλλὰ μὴν ἑκατέροις τῶν γονέων ὁμοιοῦται τὰ ἔγγονα· <lb/>κατὰ κοινὴν αἰτίαν ἄρα
							ἀμφοτέροις ὑπάρχουσαν ὁμοιοῦται. <lb/>εἶτ’ αὖθις· εἰ κατὰ κοινὴν αἰτίαν ὁμοιοῦται τὰ
							ἔγγονα τοῖς <lb/>γεννήσασιν, ἤτοι γε κατὰ τὴν τοῦ σπέρματος οὐσίαν, ἢ <lb/>κατὰ τὴν
							τῶν καταμηνίων ὁμοιοῦται· ἀλλ’ οὐκ ἔστι τῶν <lb/>καταμηνίων κοινή· κατὰ τὴν τοῦ
							σπέρματος οὐσίαν ἄρα <lb/>ὁμοιοῦται. κατηγορικῶς δὲ οὕτω συλλογισόμεθα· ἐπεὶ τὰ
							<lb/>ἔγγονα ἀμφοτέροις τῶν γονέων ὁμοιοῦται, κοινὴν ἔχει τὴν <lb/>ὁμοιοῦσαν αὐτοῖς
							τοῖς γονεῦσιν ἀρχήν· ἐγγόνοις γὰρ ἡ <pb n="610"/> ὁμοιότης πρὸς τὸ γεννῆσαν κατὰ τὴν
							ἀρχὴν γίνεται. εἶτ’ <lb/>αὖθις ἐπὶ τῷδε τῷ λόγῳ ἐρωτήσομεν ἕτερον ᾧδε· ἢ διὰ
							<lb/>σπέρμα τοῖς ἐγγόνοις ἡ ὁμοιότης πρὸς τὸ γεννῆσάν ἐστι, <lb/>ἢ διὰ τὸ καταμήνιον·
							ἀλλ’ οὐ διὰ καταμήνιον· διὰ σπέρμα <lb/>ἄρα. εἶτα ἐπὶ τούτῳ πάλιν ἕτερον λόγον· εἰ διὰ
							τὸ σπέρμα <lb/>τοῖς ἐγγόνοις εἰσὶν αἱ ὁμοιότητες, ἀναγκαῖον καὶ τὸ <lb/>θῆλυ
							σπερμαίνειν, ὅτι πολλοὶ παιδίων ὁμοιότατοι τῇ μητρὶ <lb/>φαίνονται. ταυτὶ μὲν οὖν
							Ἀθηναίου τε χάριν εἰρήσθω καὶ <lb/>Ἀριστοτέλους, ἐπεὶ χαίρουσί τε καὶ χρῆσθαι
							σπουδάζουσιν <lb/>ἐπιστημονικαῖς ἀποδείξεσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Αὐτοὶ δ’ αὖθις ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν ἴδωμεν, εἴ τίς <lb/>ποτέ ἐστιν αἰτία, δι’ ἣν τὸ εἶδος
							τοῦ ζώου κατὰ τὴν μητέρα <lb/>γίνεται μᾶλλον, ἡ δ’ ὁμοιότης ἄλλοτ’ ἄλλῳ <milestone unit="ed1page" n="241"/>τῶν <lb/>γονέων. εἰ γὰρ καὶ ὅτι μάλιστα σπερμαίνει τὸ θῆλυ
							καὶ <lb/>γόνιμον σπερμαίνει, ἀλλ’ οὔπω γε πλέον ἢ γονιμώτερον τοῦ <lb/>ἄῤῥενος. ἐχρῆν
							οὖν ἀεὶ κρατεῖσθαι μὲν τὸ θηλυκὸν σπέρμα, <lb/>κρατεῖν δ’ αὐτοῦ τὸ ἄῤῥεν, ὥστε καθ’
							ἑαυτὸ καὶ τὴν τοῦ <lb/>εἴδους ἐργάζεσθαι καὶ τὴν τῆς ὁμοιότητος ἐπικράτησιν. <pb n="611"/> ᾗ δή μοι δοκεῖ πρὸς τὴν τούτου λύσιν τοῦ λόγου, ἑξῆς <lb/>δίειμι,
							χρησάμενος πρὸς λύσιν ὑποθέσεων, ὑπ’ Ἀριστοτέλους <lb/>μὲν ἐν τῷ δευτέρῳ περὶ ζώων
							μορίων, ὑφ’ ἡμῶν δὲ ἐν τῷ <lb/>πρώτῳ περὶ χρείας μορίων δεδειγμένων. τοῖς γὰρ τῆς
							ψυχῆς <lb/>ἤθεσί τε καὶ δυνάμεσιν ἡ φύσις ἐπιτήδειον παρασκευάζει τὸ <lb/>σῶμα. τὰ δ’
							ἤθη καὶ τὰς δυνάμεις ἔχει συμφύτους ἐκ τῆς <lb/>κατὰ τὴν οὐσίαν κράσεως, ὅθεν καὶ
							πρώτη γένεσις αὐτῶν, <lb/>ὡς καὶ τοῦθ’ ὑπ’ Ἀριστοτέλους ἀποδέδεικται. συμβαίνει
							<lb/>τοίνυν ἐκ τούτων ὑποκειμένων περαίνεσθαι, ταῖς ὑποβεβλημέναις <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="217"/>οὐσίαις τῇ γενέσει τὰ τῶν ζώων ἀκολουθεῖν
							<lb/>εἴδη, καὶ εἶναι τὸ μὲν ζῶον ἵππον, ἢ βοῦν, ἢ ἄνθρωπον, <lb/>ἢ ὁτιοῦν ἄλλο εἶδος
							κατὰ τὴν οὐσίαν, ὅθεν ἐγένετο, τὴν <lb/>φύσιν δὲ αὐτοῦ δύναμίν τινα τῆς οὐσίας ἐκείνης
							κινητικήν <lb/>τε καὶ διαπλαστικήν. οὐδὲν δὲ διήνεγκεν εἰς τὰ παρόντα <lb/>λέγειν ὕλην
							ἢ οὐσίαν· εὔδηλον γὰρ, ὅτι, τῆς οὐσίας πολλαχῶς <lb/>λεγομένης, ἕν τι νῦν αὐτῆς
							σημαινόμενον τὸ κατὰ τὴν <lb/>ὕλην παραλαμβανόμενον. ἐν δὲ τοῖς ζώοις ἡ μὲν
							ὑποβεβλημένη <pb n="612"/> πρὸς τὴν γένεσιν αὐτῶν οὐσία τὸ καταμήνιόν ἐστι <lb/>μόνον,
							ὡς Ἀριστοτέλης ἔλεγεν· ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς κινήσεως ἐκ <lb/>τοῦ σπέρματος αὐτῇ γίνεται. καὶ
							μὲν δὴ καὶ ὁ Ἀθήναιος <lb/>ὡσαύτως Ἀριστοτέλει τὴν μὲν ὕλην τῆς τοῦ ζώου γενέσεως
							<lb/>ἐν τῷ καταμηνίῳ τίθεται, τὴν κινοῦσαν δὲ αὐτὸ δύναμιν <lb/>ἐν τῷ τοῦ ἄῤῥενος
							σπέρματι. συμβήσεται τοίνυν αὐτοῖς ἐκ <lb/>τῶνδε τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ προβληθέντος
							αὐτάρκως ἐπιλύεσθαι, <lb/>τὸ δ’ ὑπόλοιπον ἥμισυ καταλιπεῖν ἄπορον. οἰκεῖον <lb/>μὲν
							γάρ ἐστι τῷ καταμηνίῳ τὸ εἶδος τοῦ ζώου· κατὰ γὰρ <lb/>τὴν ὕλην, ἐξ ἧς γίνεται, τοῦτο
							ἐδείχθη συνιστάμενον· ἡ <lb/>μορφὴ δὲ ἑκάστου τῶν εἰδῶν, ὡς καὶ πρόσθεν ἐλέγομεν,
							<lb/>ἀεὶ κατὰ τὸ ἄῤῥεν, ὧν τὸ μὲν πρότερον ἀληθὲς μέν πως, <lb/>οὐ μὴν πάντη, τὸ
							δεύτερον δέ ἐστι πάντως ψεῦδος. εἰ μὲν <lb/>γὰρ οἰκεῖον τὸ εἶδος τῇ ὕλῃ τῆς τοῦ ζώου
							γενέσεως, ἀληθὲς <lb/>τὸ πρότερον· εἰ δ’ οὐ ξύμπαν, ἀλλά τι καὶ τοῦ τὴν <lb/>δύναμιν
							παρέχοντος εἴδους ἐπιμίγνυται, τοῦτο ψεῦδος. ἐδείκνυτο <lb/>δ’ ἔμπροσθεν οὐ σύμπαντος
							τοῦ ζώου τὸ εἶδος κατὰ <lb/>τὴν μητέρα τυπούμενον, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μὲν κατ’ ἐκείνην,
							﻿ <pb n="613"/> ἔχον δέ τι καὶ παρὰ τοῦ πατρός. ὥστ’ ἔοικεν ἀδύνατον εἶναι
							<lb/>λυθῆναι τελέως τὸ ζητούμενον ἐπὶ ταῖς Ἀθηναίου καὶ <lb/>Ἀριστοτέλους ὑποθέσεσιν
							ἁπάσαις μενούσαις. ἐπισκεψώμεθα <lb/>οὖν, ἥντινά ποτε κινητέον ἡμῖν ἐστι. τὴν μὲν δὴ
							<lb/>προτέραν ἀκίνητον χρὴ φυλάττεσθαι, δι’ ἐναργῶν ἀποδεδειγμένην <lb/>ἐν τοῖς περὶ
							χρείας μορίων ὑφ’ ἡμῶν τε καὶ Ἀριστοτέλους. <lb/>κινητέον δ’, εἴπερ ἄρα, τὴν τοῦ
							καταμηνίου καὶ <lb/>τὴν τοῦ σπέρματος. οὔτε γὰρ τὸ σπέρμα δύναμις μόνον <lb/>ἐστὶν,
							ἀλλὰ καὶ ὕλη τις, οὕτε τὸ καταμήνιον μόνον ὕλη, <lb/>ἀλλὰ καὶ δύναμις. ὅτι μὲν οὖν τὸ
							σπέρμα καὶ πρὸς τὴν ὑλικὴν <lb/>ἀρχὴν τοῦ ζώου συμβάλλεται τὰ μέγιστα, κατὰ τὸ
							πρότερον <lb/>ἐπιδέδεικται βιβλίον· ὅτι δὲ τὸ καταμήνιον εἰς τὴν δυναμικὴν, <lb/>ἐν
							τῷδε δειχθήσεται, τοσοῦτο μόνον ἡμῶν ἀναμιμνησκόντων <lb/>ἐξ ὧν ἐν τῷ προτέρῳ γράμματι
							περὶ τῆς τοῦ <lb/>σπέρματος ἐδείχθη γενέσεως, ὅτι κατειργασμένον ἐστὶν ἀκριβῶς
							<lb/>αἷμα πρὸς τῶν περιεχόντων ἀγγείων αὐτό. κατὰ γάρ <lb/>τοι τοῦτον τὸν λόγον οὐ
							μόνον ὕλη τοῦ γεννηθησομένου <pb n="614"/> τὸ αἷμα γίνοιτ’ ἂν, ἀλλὰ καὶ σπέρμα
							δυνάμει. φαίνεται δὲ <lb/>καὶ Ἀθήναιος ἐπὶ τοῦτον ἀφικνούμενος ἐξ ἀνάγκης τὸν λόγον
							<lb/>ὕστερον, ἡνίκα ζητεῖ, πῶς ὁμοιοῦται τῇ μητρὶ τὸ ἔγγονον, <lb/>ἀληθὲς μέν τι
							λέγων, οὐ μὴν ἑαυτῷ ὁμολογούμενον, <lb/>ὡς αὖθις δείξω. νῦν δὲ ἐπὶ τὸ προκείμενον
							ἰτέον. ὅτι μὲν <lb/>ἐξ ὕλης τε καὶ δυνάμεως ἕκαστον τῶν ζώων γίνεται, κοινὸν <lb/>ἡμῖν
							ὁμολόγημά ἐστιν. ὅτι δὲ καὶ τὸ σπέρμα καὶ τὸ καταμήνιον <lb/>ἀμφοτέρας ἔχει τὰς ἀρχὰς,
							οὐ μὴν ὡσαύτως ἰσοσθενεῖς, <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν σπέρμα τὴν ποιητικὴν ἰσχυροτάτην, ὀλιγίστῳ
							<lb/>δὲ ὄγκῳ τὴν ὑλικὴν, τὸ δὲ αἷμα τὴν μὲν ὑλικὴν <lb/>πλείστην, ἀσθενεστάτην δὲ τὴν
							δυναμικὴν, ἐκεῖνοι μὲν οὐκ <lb/>οἶδ’ ὅπως ἠγνόησαν, ἡμᾶς δ’ οὐ χρὴ παρελθεῖν
							ἀναμνησθέντας <lb/>ὧν ἀπεδείξαμεν. εἰ μὲν γὰρ τὴν ὑλικὴν ἀρχὴν τοῦ
							<lb/>γεννηθησομένου, καθ’ ἣν ἐδείκνυτο τοῦ ζώου τὸ εἶδος ἀποτελούμενον, <lb/>ἐν τῷ
							καταμηνίῳ μόνον εἶναι συνέβαινεν, ἀκριβῶς <lb/>ἂν ὁμοειδῶς ἐγεννᾶτο τῇ μητρὶ τὸ
							ἔγγονον, ὥσπερ γε <lb/>καὶ, εἰ τὴν ποιητικὴν μόνον ἐν τῷ σπέρματι, διά παντὸς ἂν <pb n="615"/> ὡμοιοῦτο τῷ πατρί. <milestone unit="ed2page" n="218"/>ἐπεὶ δ’ ἀμφοτέρων
							μὲν ἑκάτερον <lb/>αὐτῶν μετείληφεν, ἐπικρατεῖ δὲ ἐν μὲν τῷ καταμηνίῳ <lb/>τὸ πλῆθος
							τῆς ὕλης, ἐν δὲ τῷ σπέρματι τῆς δυνάμεως ἢ <lb/>ῥώμης, δεόντως, οἶμαι, τὸ εἶδος τοῦ
							ζώου κατὰ τὴν μητέρα <lb/>μᾶλλον ἐμφαίνει ἢ κατὰ τὸν πατέρα ὁ ἔγγονος, καίτοι εἰς
							<lb/>τὴν ὑλικὴν ἀρχὴν αὐτοῦ συντελεῖ τὸ σπέρμα· τὸ δὲ τῆς <lb/>ὁμοιότητος αὐτῷ οὐ
							μᾶλλον ἢ κατὰ τὸ ἄῤῥεν, καίτοι γε, <lb/>ὅσον ἐπὶ τῇ ῥώμῃ τοῦ σπέρματος, ἀεὶ ἐχρῆν
							ὁμοιοῦσθαι <lb/>τῷ πατρὶ τὸ ἔγγονον. ἀλλ’ ἡ θήλεια γονὴ συντελοῦσα εἰς <lb/>εὐρωστίαν
							προσέλαβε τὴν ἐκ τοῦ καταμηνίου δύναμιν, ἐννέα <lb/>μησὶν ἐπανιοῦσαν, ὅσον ἠλαττοῦτο
							κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον. <lb/>οἰκεῖον γὰρ ἦν τῷ τῆς θηλείας σπέρματι τὴν αὑτοῦ
							<lb/>μᾶλλον οὐσίαν τε καὶ δύναμιν αὐξάνειν καὶ ῥώννυσθαι, ἤπερ <lb/>τὴν τοῦ ἄῤῥενος.
						</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ περὶ τούτων αὐτάρκως διώρισται, <lb/>καιρὸς ἂν εἴη διασκέψασθαι τὸ
							προβαλλόμενον ὡς <lb/>ἄπορον ὑπό τε τῶν οὐχ ἡγουμένων ὅλως σπερμαίνειν τὸ <pb n="616"/> θῆλυ καὶ τῶν οὐ γόνιμον σπερμαίνειν. εἴπερ γὰρ ἐνεχώρει, <lb/>φασὶ, τὸ θῆλυ μὴ
							μόνον ὕλης, ἀλλὰ καὶ δυνάμεως ἀρχὴν <lb/>εἶναι, περιττὸν τὸ ἄῤῥεν. ἔνιοι δὲ καὶ τῶν
							ὀρνίθων ἐν <lb/>τῷδε μνημονεύουσι τῶν τὰ ὑπηνέμια καὶ ζεφύρια καλούμενα <lb/>τικτόντων
							ὠὰ χωρὶς τῆς πρὸς τὸ ἄῤῥεν μίξεως. ὁ μὲν <lb/>οὖν Ἐμπεδοκλῆς διεσπᾶσθαί φησι τὰ τοῦ
							γεννηθησομένου <lb/>μόρια, καὶ τὰ μὲν ἐν τῷ τοῦ ἄῤῥενος σπέρματι, τὰ δ’ ἐν <lb/>τῷ τῆς
							θηλείας περιέχεσθαι, καὶ αὐτῆς γε τῆς ἀφροδισίου <lb/>συμπλοκῆς ἐντεῦθεν γίνεσθαι τοῖς
							ζώοις τὴν ἐπιθυμίαν, <lb/>ὀρεγομένων ἀλλήλοις ἑνωθῆναι τῶν διεσπασμένων μορίων.
							<lb/>οὗτος ὁ λόγος ἐστὶν ἄτοπος, ὑποτιθέμενος μὲν πρῶτον <lb/>ἑκάστῳ τῶν μορίων ὥσπερ
							ζώῳ σύμφυτον ὄρεξιν ἑνώσεώς <lb/>τε καὶ μίξεως εἰς τὴν συμπλήρωσιν ὅλου τοῦ μορίου,
							εἶτα <lb/>οὐκ αἰσθάνεται μισγάγκειαν ποιῶν ἑκατέρων τῶν σπερμάτων, <lb/>οὐχ ὁμοιομερὲς
							ἀπολεῖπον, οἷόν περ καὶ φαίνεται. <lb/>ἅπαντα γὰρ ἕξει κατ’ αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ τὸ σπέρμα,
							καὶ ἐκ <lb/>πάντων συγκείσεται τῶν τοῦ ζώου μορίων, ἀρτηρίας δηλονότι <lb/>καὶ φλεβὸς,
							καὶ νεύρου, καὶ ὀστοῦ, καὶ συνδέσμου, καὶ <pb n="617"/> σαρκὸς, ἑκάστου τε τῶν ἄλλων,
							ἀτάκτως κειμένων παρ’ ἄλληλα, <lb/>καὶ τοῦ τάξοντος δηλονότι καὶ διακοσμήσοντος
							δεομένων, <lb/>ἵν’ ἐξ αὐτοῦ γένηται τὸ ζῶον. τί ποτ’ οὖν ἔσται <lb/>τοῦτο τὸ τὴν τάξιν
							αὐτοῖς ἐπιθῆσον; οὐ γὰρ δὴ ὥς γέ τινές <lb/>φασιν, ἡ τῶν ὁμοίων φορὰ πρὸς τὰ ὅμοια.
							κατὰ μὲν γὰρ <lb/>τοῦτον τὸν λόγον ἓν μὲν ὀστοῦν ἦν ἂν μέγα κατὰ τὸ <lb/>κυούμενον,
							ἁπάντων ἀφικνουμένων ἐς ταὐτὸ τῶν ὀστωδῶν <lb/>μορίων, εἷς δὲ χόνδρος, ἀρτηρία δὲ μία,
							καὶ νεῦρον ἓν, <lb/>ἕκαστόν τε τῶν ἄλλων. ἄλλου τινὸς ἄρα τρίτου δεήσει τοῖς
							<lb/>διεσπαρμένοις ἐν ἑκατέρῳ τῶν σπερμάτων μέρεσι, <milestone unit="ed1page" n="242"/>τοῦ <lb/>τάξοντος αὐτὰ καὶ διακοσμήσοντος· ὡς ἤτοι τρίτον σπέρμα <lb/>ζητητέον ἡμῖν,
							ᾧ ταύτην ἀναθήσομεν τὴν δύναμιν, ἢ ἐν <lb/>τοῖς πρώτοις σπέρμασιν εὐθὺς περιέχεσθαι
							φατέον. ἔτι δὲ <lb/>ἀτοπώτερον ὁ λόγος ἔχει τοῦ Ἐμπεδοκλέους οὐ συνιέντος, <lb/>ἥτις
							ποτὲ ἡ αὔξησις ἔσται τῷ κυήματι. σμικροτάτων γὰρ <lb/>ἐξ ἀνάγκης οὐσῶν τῶν πρώτων
							ἀρτηριῶν καὶ φλεβῶν, ἔτι <lb/>δ’ ὀστῶν καὶ νεύρων, καὶ χόνδρων, καὶ συνδέσμων, ὑμένων
							<lb/>τε καὶ σαρκῶν, ὅμοιον δήπου χρὴ τὸ προσπλασσόμενον ﻿ <pb n="618"/> αὐτοῖς
							ὑπάρχειν, ἵν’ αὐξηθῇ. πόθεν οὖν ἕξομεν τοῦτο; <lb/>φαίνεται μὲν γὰρ οὐδὲν ἄλλο τοῖς
							κυουμένοις ἐπιῤῥέον <lb/>πλὴν τοῦ καταμηνίου· τοῦτο δὲ αἷμα μόνον ἐστὶν, οὐ δήπου
							<lb/>συγκείμενον ἐκ νεύρων καὶ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν καὶ <lb/>ὀστῶν, ἁπάντων τε τῶν
							ἄλλων μορίων. εἰ δ’ ἀλλοιουμένου <lb/>καὶ μεταβαλλομένου τούτων τῶν μορίων ἕκαστον
							γίνεσθαι <lb/>φήσομεν, <milestone unit="ed2page" n="219"/>ἐν τῷ σπέρματι τὸν ταῦτα
							ἐργασόμενον <lb/>ὑποθέσθαι χρὴ τεχνίτην, ὃν ἐξ ἀρχῆς ἔχοντες ἀτόπως ὑποτιθέμεθα
							<lb/>διεσπασμένα μόρια. πῶς γὰρ δὴ καὶ διέσπασται; <lb/>πότερον τοῦ μὲν τῆς κεφαλῆς
							ὀστοῦ τὸ μέρος ἑκάτερόν <lb/>ἐστιν ἰδίᾳ περιγεγραμμένον ἐν ἑκατέρῳ τῶν σπερμάτων,
							<lb/>πάλιν ἑκάστου τῶν σπονδύλων, εἶτ’ αὖθις ἰδίᾳ βραχιόνων <lb/>τε καὶ πήχεων,
							ἑκάστου τε τῶν ἄλλων, ἢ συμπάντων <lb/>γε ὁμοῦ τῶν ὀστῶν ἀδιάπλαστόν τε καὶ
							συγκεχυμένην <lb/>ἔχει τὴν οὐσίαν ἑκάτερον τῶν σπερμάτων, εἶτ’ ἐξ <lb/>αὐτῆς ἄλλος τις
							τεχνίτης διαπλάττει μὲν τῶν ὀστῶν <lb/>ἕκαστον, εἶτ’ ἄλλος συντίθησιν, ὥσπερ ἐκ τοῦ
							πηλοῦ <lb/>τοὺς πλίνθους διαπλάττει μὲν ὁ πλινθουργὸς, συντίθησι <pb n="619"/> δ’
							ἀλλήλοις ὁ οἰκοδόμος; ἀλλά τοι τὰ πάντα ἐστὶν ἀδύνατα <lb/>καθ’ ἕκαστόν τε τῶν
							ὀργανικῶν μορίων ἐπισκεπτομένῳ <lb/>τι καὶ μάλιστα τῶν γεννητικῶν. ἤτοι γὰρ ἐν ἑκατέρῳ
							τῶν <lb/>σπερμάτων ἑκατέρων ἐστὶ τὰ μόρια τῶν γυναικείων καὶ <lb/>ἀῤῥενικῶν ὀργάνων, ἢ
							τῶν γυναικείων ἐν τῷ τῆς θηλείας, <lb/>τῶν δ’ ἀῤῥενικῶν ἐν τῷ τοῦ ἄῤῥενος. ὁποτέρως δ’
							ἂν ἔχῃ, <lb/>μιχθέντων αὐτῶν ἄμφω διαπλασθήσεται κατὰ τὸ κυούμενον, <lb/>ὡς γίνεσθαι
							πάντα ἡμῶν τὰ ἔγγονα τοιαῦτα τὴν ἰδέαν, <lb/>οἵους οἱ πλάσται πλάττουσι τοὺς
							καλουμένους ἑρμαφροδίτους, <lb/>ἀμφότερα ἔχοντας τέλεα τὰ γεννητικὰ μόρια, καὶ <lb/>τὰ
							τῶν ἀῤῥένων καὶ τὰ τῶν θηλειῶν. εἰ δ’ ἀπόλλυται <lb/>θάτερα, καὶ σκέλος ἀπόλλυσθαι,
							καὶ χεῖρα, καὶ ἄλλο τι <lb/>μέρος ἀναγκαῖον ἔσται. πολυειδῶς οὖν ἄτοπος ἡ Ἐμπεδοκλέους
							<lb/>δόξα, καὶ μένειν ἔτι φαίνεται τὸ ἐξ ἀρχῆς πρόβλημα <lb/>ἄπορον, διὰ τί, εἴπερ
							ὑπάρχει καὶ τῷ θήλει ζώῳ <lb/>σπέρμα, τὸ ἄῤῥεν ἐγένετο· διὰ τί οὐ γεννᾷ τὸ θῆλυ μόνον
							<lb/>αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. </p></div><pb n="620"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Πρὸς ἡμῶν ἤδη λέλεκται δυνάμει τὸ ζήτημα <lb/>διὰ τοῦ προτέρου γράμματος, εἰρήσεται
							δὲ οὐδὲν <lb/>ἧττον καὶ νῦν. οὔτε δὲ Ἀθήναιος, οὔτε Ἀριστοτέλης, οὔτ’ <lb/>ἄλλος
							ἰατρὸς ἢ φιλόσοφος εὐπόρησε τῆς λύσεως αὐτοῦ· <lb/>παραπλήσιον δ’ ἔπαθον οἱ πλεῖστοι
							τοῖς τὴν κίνησιν οὐδ’ <lb/>ὅλως εἶναι φήσασιν, ὅτι μὴ γιγνώσκουσιν, ὅπως γίνεται.
							<lb/>καὶ χρὴ κατά γε τοῦτο τὸν Ἐμπεδοκλέα μᾶλλον ἐπαινεῖν <lb/>Ἀθηναίου καὶ
							Ἀριστοτέλους, ὅτι φυλάξας τὸ φαινόμενον <lb/>ἐζήτει τὴν αἰτίαν. εἰ γὰρ, ἐν οἷς
							ἀποροῦμεν αἰτίας εὐλόγου, <lb/>τὸ πρᾶγμα ἀναιρήσομεν, ὥρα λέγειν ἡμῖν, ὅτι μήθ’ ὁρῶμεν
							<lb/>ὅλως, μήτ’ ἀκούομεν, ἀλλὰ μήτ’ αἰσθανόμεθα, μήτ’ <lb/>ἀναμιμνησκόμεθα, μήτ’
							ὀνείρους ὁρῶμεν, ὡς ἄπορός γε <lb/>καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ἡ αἰτία τῆς γενέσεως. ὅτι μὲν
							οὖν <lb/>ἔχει τὸ θῆλυ ζῶον σπέρμα, ταῖς αἰσθήσεσι πιστευτέον, ὡς <lb/>ἔμπροσθεν
							ἐλέγομεν, οὐκ ἀνατρεπτέον δὲ τῷ λόγῳ τὴν <lb/>ὕπαρξιν τῶν ἐναργῶν. ἥτις δ’ ἐστὶν ἡ
							αἰτία, δι’ ἣν, σπερμαίνοντος <pb n="621"/> καὶ τούτου, ὅμως ἄῤῥεν ἐγένετο τὸ ζῶον,
							ἐπισκεπτέον, <lb/>ἢ διὰ τί γενομένου τοῦ ἄῤῥενος ἐφυλάχθη καὶ τῷ <lb/>θήλει τὸ σπέρμα.
							βέλτιον γὰρ ἦν ἔχειν αὐτὸ περίττωμα <lb/>συντελοῦν εἰς τὴν τοῦ κυουμένου γένεσιν. οἱ
							δὲ περὶ τὸν <lb/>Ἀθήναιον ἔμπαλιν ἐχρήσαντο τῷ λόγῳ· διὰ τοῦτο γὰρ οὐκ <lb/>εἶναί φασι
							τῷ θήλει περίττωμα σπερματικὸν, ὅτι τὸ αἱματικὸν <lb/>ἔχει· δύο δ’ οὐκ ἦν αὐτῷ
							περιττώματα γενέσθαι. <lb/>προστιθέασι δ’ ἐνίοτε τῷ λόγῳ καὶ ὡς οὐχ οἷόν τέ ἐστιν
							<lb/>ἓν ζῶον ἀμφοτέρας ἔχειν ἐν ἑαυτῷ τὰς ἀρχὰς τοῦ γεννηθησομένου, <lb/>τήν τε ὕλην
							καὶ τὴν δύναμιν. <milestone unit="ed2page" n="220"/>ἀλλὰ τοῦτο <lb/>μὲν οὐκ οἶδ’ ὅπως
							οἱ πλανώμενοι πάλιν αὐτοὶ κατὰ τὰ <lb/>φυτὰ μὴ διακεκρίσθαι φασὶ τὰς ἀρχὰς τῆς
							γενέσεως, ἀλλ’ <lb/>ἀμφοτέρας ἐν αὐτοῖς εἶναι, καὶ τὰς ὡς ὕλης καὶ τὰς ὡς
							<lb/>δυνάμεως. Ἀριστοτέλης δ’ ἔτι καὶ μᾶλλον ἐπί τινων ζώων <lb/>ὦφθαί φησιν ἅπαντα τὰ
							κυϊσκόμενα, καὶ μηδὲν ἀποκεκριμένον <lb/>ὑπάρχειν ἐν αὐτοῖς, ἀλλ’ ἡνῶσθαι. καὶ τούτου
							μὲν <lb/>ἕνεκεν οὐκ ἀναμένουσι τὸν ἔξωθεν κατήγορον, ἀλλ’ αὐτοὶ <pb n="622"/>
							καταβάλλουσιν ἑαυτοὺς ὑπὸ τῆς Ἀδραστείας νικώμενοι. <lb/>λέγομεν δ’ ἡμεῖς αὐτὸ, ἐν
							ᾧπερ ἀποροῦσιν, ἐν τῷ πρὸ <lb/>τούτου γράμματι λελύσθαι φθάνειν. πρῶτον μὲν γὰρ οὐδ’
							<lb/>ἂν ὀρεχθείη συνουσίας τὸ θῆλυ χωρὶς τοῦ σχεῖν ὄρχεις τε <lb/>καὶ σπέρμα, καὶ
							τοῦτο οὐκ ἐκ λόγων γε πιθανῶν, οἷς ἐκεῖνοι <lb/>χρῶνται, τοῖς ἐπιστημονικοῖς δὲ καὶ
							ἀποδεικτικοῖς φάσκοντες <lb/>εἶναι πιστούμεθα. μόνον δ’ ἀρκούμεθα διηγήσασθαι <lb/>τὰς
							κατὰ τῶν ὄρχεων ἐκτομὰς, ἃς ἐν πολλοῖς ἔθνεσιν <lb/>ἐπὶ τῶν θηλειῶν ὑῶν ποιοῦνται.
							φαίνονται γὰρ αὗται <lb/>μηκέτι τοῖς κάπροις ἑαυτὰς ὑποβάλλουσαι, καθάπερ ἔμπροσθεν,
							<lb/>ἀλλ’ ἐπιλανθανόμεναι πάσης ἀφροδισίου συμπλοκῆς. <lb/>ἑξῆς δ’ ἄν σοι δηλώσαιμι
							χρείαν ἑτέραν οὐ σμικρὰν τοῦ τῆς <lb/>θηλείας σπέρματος, εἰ βουληθείης ἀνατεμὼν
							θεάσασθαι <lb/>τὸν ἀλλαντοειδῆ καλούμενον ὑμένα τῶν σπερματικῶν ἀγγείων
							<lb/>ἐξημμένον, ὃν ἐκ τοῦ τῆς θηλείας σπέρματος ἐλέγομεν γεννᾶσθαι. <lb/>θεάσῃ δ’
							εὐθέως ἐν ταῖς ἀνατομαῖς, ὡς οὐδὲ δυνατὸν <lb/>ἦν ἅπαντα τῆς μήτρας ὑπαλεῖψαι τὰ μόρια
							τῷ τοῦ <lb/>ἄῤῥενος σπέρματι. κατ’ εὐθὺ γὰρ ἐξακοντιζόμενον φέρεται ﻿ <pb n="623"/>
							διὰ τοῦ τῶν ὑστερῶν αὐχένος ἐπὶ τὸν πυθμένα, καὶ ὅσα <lb/>τούτου πλησίον, ἐπιστραφῆναι
							δὲ εἰς τὰ πλάγια μέχρι τῶν <lb/>κεραιῶν αὐτῷ ἀδύνατον. καὶ ταύτην οὖν οὐ μικρὰν χρείαν
							<lb/>παρέχει τῷ κυηθησομένῳ τὸ τῆς θηλείας σπέρμα, καὶ <lb/>ὥσπερ τις οἰκεία τροφὴ
							γίνεται τῷ τοῦ ἄῤῥενος ὑγρότερόν τε <lb/>καὶ ψυχρότερον ὑπάρχον, παχυτέρῳ γε ὄντι καὶ
							θερμοτέρῳ. <lb/>μὴ τοίνυν ἀδύνατον εἶναι λέγωμεν, ἀμφότερα ἀθροίζειν <lb/>περιττώματα
							τὸ θῆλυ. φαίνεται γὰρ ἀθροίζειν αὐτὰ, καὶ <lb/>δυνατὸν εἶναι φάσκειν τὸ φαινόμενον
							ἐναργῶς ὑπάρχον. οὐ <lb/>γὰρ τοῦτο ἀδύνατον, ὅ γε ὑπάρχει σαφῶς, ἀλλ’ ὁ διαβάλλων
							<lb/>αὐτὸ λόγος ἀπίθανος, ἐναντιούμενος τοῖς ἐναργέσι. μήτε <lb/>οὖν μάτην γεγονέναι
							τὸ τῆς θηλείας λέγωμεν σπέρμα. βέλτιον <lb/>γὰρ ἦν αὐτοῖς ὀλίγον τι παραθραύσασι τοῦ
							λόγου φάσκειν <lb/>ἀδύνατον εἶναι τὸ θῆλυ, τό θ’ αἱματικὸν ἴσχειν περίττωμα, <lb/>καὶ
							τὸ σπέρμα γόνιμον, εἴ γε διὰ μὲν τὸ τῆς <lb/>κράσεως ψυχρὸν ἀθροίζουσιν αἷμα περιττὸν,
							ἰσχυρᾶς δὲ δεῖ <lb/>θερμότητος εἰς γένεσιν ἀκριβῶς κατειργασμένου τοῦ σπέρματος. <pb n="624"/> ὑγρότερον μὲν οὖν τὸ θῆλυ καὶ ψυχρότερον, θερμότερον <lb/>δὲ καὶ ξηρότερον
							τὸ ἄῤῥεν. εὐλόγως ἄρα τὸ μὲν <lb/>ἐνδεῖ τι πρὸς τὴν τοῦ σπέρματος ἀκριβῆ κατεργασίαν,
							τὸ <lb/>δ’ οὐκ ἐγχωρεῖ περίττωμα σχεῖν αἱματικὸν ὑπὸ θερμότητός <lb/>τε καὶ ξηρότητος
							ἅπαν ἐξικμαζούσης. διὰ τοῦτο καὶ ὅσα <lb/>ἐστὶ τῶν ζώων ξηρότερα ταῖς κράσεσιν, ὥσπερ
							ὄρνιθές τε <lb/>πολλαὶ καὶ τῶν ἰχθύων οὐκ ὀλίγοι, τὰ ὠὰ πέφυκε γεννᾷν <lb/>ἄνευ τῆς
							πρὸς τὸ ἄῤῥεν ὁμιλίας. ἐνδεῖ ΄γοῦν ὅμως καὶ <lb/>τούτοις τι πρὸς τὸ τέλειον, εἰ μὴ
							μεταλάβοι τῆς ἐξ ἐκείνου <lb/>θερμότητος. οὐ μὴν ἀδύνατόν γε ἐπινοῆ<milestone unit="ed1page" n="243"/>σαι τοιαύτην <lb/>κρᾶσιν ζώου σώματος, ὡς γεννῆσαι ἀτέλεον
							ζῶον ἄνευ τῆς <lb/>πρὸς ἕτερον ὁμιλίας· ζῶον μέντοι γε τέλεον ἐν αὑτῷ κυῆσαι
							<lb/>χαλεπὸν ὄντως ἐστὶ καὶ ἴσως ἀδύνατον. ἐν πολλῷ γὰρ <lb/>χρόνῳ δεῖ τρέφεσθαι τὸ
							τοιοῦτο κύημα· τοῦτο δ’ οὐκ ἐγχωρεῖ <lb/>γενέσθαι χωρὶς τοῦ περιττωματικὸν εἶναι τὸ
							θῆλυ. <lb/>περιττωματικὸν δ’ οὐκ ἂν εἴη χωρὶς τοῦ ψυχρότερόν τε <lb/>καὶ ὑγρότερον
							ἱκανῶς ὑπάρχειν τῇ κράσει. <milestone unit="ed2page" n="221"/>τοιοῦτο <lb/>δ’ ὂν, οὔτ’
							ἀξιόλογον τῷ πλήθει τὸ σπέρμα γεννᾷν, οὔτε <pb n="625"/> γλίσχρον, οὔτε θερμὸν, οὔτε
							παχὺ δυνατόν ἐστιν, ὥστ’ <lb/>οὐδὲ γόνιμον. ἔδειξε γὰρ ὁ πρόσθεν λόγος, ὡς τοιοῦτο
							<lb/>εἶναι χρὴ τὸ γόνιμον, ὡς εὐθὺς ἅμα τῷ καταβληθῆναι τὸ <lb/>μὲν ὑμενοῦσθαι τῆς
							οὐσίας αὐτοῦ, τὸ δὲ εἰς ἀγγεῖον ἀποτείνεσθαι, <lb/>τὸ δὲ πλάττειν προσήκει. δέδεικται
							τοίνυν ἀναγκαία <lb/>τοῦ θήλεος ἡ ὑγρότης τε καὶ ἡ ψυχρότης, ἐν οἷς <lb/>ζώοις ἡ φύσις
							ὅμοιον τῷ κυοῦντι τὸ κατὰ τὰς μήτρας διαπλάττει <lb/>ζῶον. ὅπερ γὰρ τοῖς φυτοῖς γῆ,
							τοῦτο τοιούτοις ἡ <lb/>μήτηρ ἐστὶ, τροφὴν ἐπαρδεύουσα, μέχρι περ ἂν ὅλον ἐπεργασθῇ
							<lb/>τέλεον τὸ ζῶον. αἰτία δὲ τούτων ἡ τῆς τροφῆς ἐστι <lb/>διαφορά. τοῖς μὲν γὰρ
							φυτοῖς ὁ ἐκ τῆς γῆς χυμὸς ἡ τροφὴ, <lb/>τοῖς ζώοις δὲ καρποὶ, πόαι, καὶ γάλα, καὶ ζώων
							ἑτέρων <lb/>σάρκες, ὥσπερ καὶ τῷ σπέρματι τῷ μὲν τῶν φυτῶν ὁ ἐκ <lb/>τῆς γῆς χυμὸς
							αὐτάρκης, τῷ δὲ τῶν ζώων, ἐπειδὴ μήτε <lb/>ἐσθίειν ἤδη, μήτε πίνειν ἐστὶ τὸ κύημα
							δυνατὸν, ἡ τῆς μητρὸς <lb/>ἐν ταῖς φλεψὶν ὕλη τροφὴ σύμφυτος. ἐχρῆν οὖν αὐτὸ
							συναφθῆναι <lb/>τῇ μητρὶ, καθάπερ τὸ τοῦ φυτοῦ σπέρμα τῇ γῇ. </p></div><pb n="626"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἀπορία δ’ οὐ μικρὰ διαδέχεται αὐτὸν τὸν <lb/>λόγον ὑπὲρ τῆς κατὰ τὰ μόρια τῶν ἐκγόνων
							πρὸς τοὺς γεννήσαντας <lb/>ὁμοιότητος. εἰ γὰρ δὴ κατὰ τὸ κρατοῦν σπέρμα <lb/>συμβαίνει
							γίνεσθαι τὴν ὁμοιότητα, πάντα ὅμοια τὰ μόρια <lb/>γενήσεται θατέρῳ τῶν γονέων, οὗπερ
							ἂν ἐπικρατήσῃ τὸ <lb/>σπέρμα. οὐ μὴν φαίνεταί γε συμβαῖνον οὕτω. καὶ μὴν εἴπερ
							<lb/>ἐγχωρεῖ τινα μὲν τῶν μορίων ὑπὸ τῆς τοῦ ἄῤῥενος ἐπικρατηθῆναι <lb/>κινήσεως, ἔνια
							δ’ ὑπὸ τῆς τοῦ θήλεος, οὐκέτι <lb/>ὁμοιομερὲς εἶναι δόξει τὸ σπέρμα, καίτοι γε δοκεῖ
							παντὸς <lb/>μᾶλλον εἶναι τοιοῦτο. καὶ ἦν ἡμῖν ὁμολόγημα κοινὸν τοῦτο <lb/>πρὸς
							Ἀριστοτέλη καὶ Ἀθήναιον, ἐκ τῆς τοῦ αἵματος πέψεως <lb/>τὴν γένεσιν αὐτῷ τιθεμένους,
							οὐκ ἐκ τῆς ἁπάντων τῶν τοῦ <lb/>ζώου μορίων ἀποτήξεως, εἰ μή τι, κᾂν ὁμοιομερὲς ὑπάρχῃ
							<lb/>καὶ μιγνύηται κατὰ τὴν γαστέρα τὸ θῆλυ σπέρμα τῷ ἄῤῥενι, <lb/>δυνατόν ἐστι κατὰ
							τὰς τῶν ἐμβρύων διαπλάσεις ἐπικρατεῖν <lb/>ἀλλήλων αὐτὰ κατὰ διαφέροντα μόρια, ὅπου γε
							καὶ τῶν <lb/>ὑμένων τῶν περὶ τὸ ἔμβρυον ὁ πρόσθεν λόγος ἐδείκνυεν <pb n="627"/> ἐκ τοῦ
							τῆς θηλείας μόνης σπέρματος γίνεσθαι τὸν ἀλλαντοειδῆ <lb/>χιτῶνα. ἐγχωρεῖ δὲ, κᾂν
							ὁμοιομερὲς ᾖ τὸ σπέρμα <lb/>τοιοῦτο, οἷον ἐξ ἅπαντος ἑαυτοῦ μορίου δημιουργεῖν ἅπαντα
							<lb/>τοῦ ζώου μέρη. ταύτῃ γοῦν οὕτω διαφέρει· τὸ μὲν πρῶτον <lb/>ἐκπεσὸν, ἤτοι
							παχύτερόν ἐστι, τὸ δ’ ἐπ’ αὐτῷ κατὰ τὸν <lb/>δεύτερον ἢ τρίτον ἐξακοντισμὸν, ἤτοι
							λεπτότερον, ἢ ψυχρότερον, <lb/>ἢ ἀσθενέστερον, ἢ τῆς τοῦ συμφύτου πνεύματος
							<lb/>οὐσίας ἐλάττονος μετέχον, ὥσπερ γε τὰ ἐναντία τὸ μὲν <lb/>πρῶτον ἀτονώτερον, ἢ
							ψυχρὸν, ἢ πνευματῶδες ὑπάρχειν, <lb/>ἐναντίον δ’ αὐτῷ τὸ κατὰ τὴν δευτέραν, ἢ τρίτην,
							ἢ τετάρτην <lb/>ἔκπτωσιν, εἷθ’ οὕτως ἐν τῆ μίξει κρατεῖ, ἐν ἄλλοις <lb/>μὲν τισι
							μορίοις τὸ τοῦ ἄῤῥενος, ἐν ἄλλοις δὲ τὸ τῆς θηλείας. <lb/>ὅπου δ’ ἂν κρατήσῃ, τὸ μέρος
							ἐκεῖνο συνεξομοιοῦται <lb/>τῷ κρατοῦντι. συνυπάρχει γὰρ ἐν ἅπαντι μορίῳ τῆς <lb/>ὕλης
							ὁ δημιουργὸς, οὐκ ἀποκέκριται δὲ χωρὶς ἰδίᾳ μὲν τὸ <lb/>κινοῦν, ἰδίᾳ δὲ τὸ κινούμενον,
							ἀλλ’ ἑαυτὸ κινεῖ καὶ ῥυθμίζει <lb/>τὸ σπέρμα, καὶ δὴ καὶ αὐξάνει, καθάπερ ἔμπροσθεν ﻿
								<pb n="628"/> ἐλέγετο, τὴν τροφὴν ἕλκον ἐκ τῆς κυούσης. <milestone unit="ed2page" n="222"/>οὐδὲν οὖν <lb/>θαυμαστὸν ἑκατέρων τῶν γονέων ὁμοιοῦσθαι τὰ ἔγγονα <lb/>κατὰ
							διαφέροντα μέρη. ἆρ’ οὖν οὕτω καὶ περὶ τῶν γεννητικῶν <lb/>μορίων καὶ ταύτην τις
							αἰτίαν θήσεται τοῦ τὸ μὲν <lb/>ἄῤῥεν αὐτῶν γίνεσθαι, τὸ δὲ θῆλυ, καὶ τοῦ τῷ παντὶ
							<lb/>σώματι διαφέρειν τὸ ἄῤῥεν τοῦ θήλεος, οὐκ ἐν ἀνθρώποις <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ
							σύμπαντα τῶν ζώων γένη; καί τις <lb/>ἐξ ἀπόπτου θεασάμενος ταῦρον εὐθὺς γνωρίζει τὸ
							ἄῤῥεν <lb/>ἄνευ τοῦ κατασκέψασθαι τὰ γεννητικὰ μόρια, καὶ λέοντά γε <lb/>ὁμοίως ἐστὶ
							γνωρίζειν τε καὶ διακρίνειν λεαίνης, ἀλεκτρυόνα <lb/>τῆς ἀλεκτορίδος, αἰγός τε θηλείας
							τράγον, καὶ προβάτου <lb/>κριόν. οὕτω δὲ καὶ ἄνδρα διακρίνομεν γυναικὸς οὐκ
							ἀποδύσαντες <lb/>πρότερον, ἵν’ ἐπισκεψώμεθα τὴν διαφορὰν τῶν μορίων, <lb/>ἀλλ’
							ἠμφιεσμένους θεασάμενοι. τό τε γὰρ ὅλον σῶμα <lb/>διαλλάττουσι, καὶ τῶν ὑστέρων
							ὀνομαζομένων μορίων τὰ <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως ἐστὶ τοῖς θήλεσι, τὰ δὲ οὐ τοιαῦτα. γένεια
							<lb/>γοῦν καὶ λόφοι, καὶ πλῆκτρα, καὶ χαυλιόδοντες ἀῤῥένων <pb n="629"/> ζώων μόρια.
							τοῖς δὲ ἐλάφοις καὶ τὰ κέρατα πολλὰ, καὶ <lb/>κατὰ ταῦτα τῶν ἀῤῥένων τὰ θήλεα
							ἀπολείπεται. διαλλάττει <lb/>δὲ καὶ τῷ τὰ μὲν εἶναι ψιλότερα, τὰ δὲ λασιώτερα, καὶ
							<lb/>τὰ μὲν μαλακότριχα καὶ πλατυΐσχια, τὰ δὲ εὐρύστερνα, καὶ <lb/>ἄλλαις πολλαῖς
							διαφοραῖς, ὥστ’ οὐκ ἂν ἄπο τρόπου δόξειεν <lb/>ὁ φυσικὸς Στρατόνικος ὑπειληφέναι, τὸ
							μὲν ἄῤῥεν γίνεσθαι <lb/>ζῶον ἐπικρατείᾳ γονῆς ἄῤῥενος, τὸ δὲ θῆλυ θηλείας. <lb/>οὕτω
							μέν γε καὶ φλεψὶ καὶ ἀρτηρίαις οἴεται διαφέρειν αὐτὰ, <lb/>καθάπερ γε τοῖς γεννητικοῖς
							μορίοις, ἀπείρως ἔχων ἀνατομῆς <lb/>ἀκριβοῦς· οὐ γὰρ ὁ ἀριθμὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἡ
							διάπλασις <lb/>ἡ αὐτὴ καὶ ἡ θέσις ἁπάσαις ταῖς ἀρτηρίαις ἐστὶ καὶ <lb/>ταῖς φλεψὶ καθ’
							ὅλον τὸ σῶμα τῶν ἀῤῥένων τε καὶ θηλέων <lb/>ζώων. ἀλλὰ ταύτῃ μὲν ἥμαρτε πάμπολυ· τὸ δ’
							οἰηθῆναι, <lb/>τὸ μὲν ἄῤῥεν ζῶον, ὅταν ἐπικρατήσῃ τὸ τοῦ ἄῤῥενος σπέρμα, <lb/>τὸ δὲ
							θῆλυ κατὰ τὴν τῆς θηλείας ἐπικράτησιν γίνεσθαι, <lb/>πιθανὸν ἱκανῶς ἐστι. μάχεται δὲ
							αὐτῷ τὸ καὶ τὰ θήλεα <lb/>πολλάκις ὁμοιότατα γίνεσθαι τῷ πατρὶ καὶ τῶν ἀῤῥένων <pb n="630"/> οὐκ ὀλίγα τῇ μητρί. βέλτιον οὖν ἴσως ἐστὶν οὐχ ἁπλῶς <lb/>ἐπικρατείᾳ τῶν
							σπερμάτων γίνεσθαι φάναι τὸ θῆλυ καὶ <lb/>ἄῤῥεν, ἀλλὰ κατὰ τὰ διαφέροντα μόρια.
							μάχεται δὲ, ὡς <lb/>εἴρηται, καὶ τοῦτο, τὸ μὴ μόνον τὰ γεννητικὰ μόρια διαλλάττειν
							<lb/>αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα. δεήσει γὰρ, <lb/>οἶμαι, ζητῆσαι τὴν αἰτίαν, ἥτις
							ποτ’ ἐστὶ, δι’ ἣν ἄῤῥεν μὲν <lb/>ἐνίοτε τὸ παιδίον γίνεται, ὁμοιότατον δὲ τῇ μητρί.
							κατὰ <lb/>μὲν οὖν τὸν ἔμπροσθεν λόγον ὁμοιότητες φαίνονται διτταὶ <lb/>τοῖς ἐγγόνοις
							πρὸς τὰ γεινάμενα. πρώτη μὲν ἡ κατὰ τὸ τῆς <lb/>ὅλης οὐσίας εἶδος, ὅταν ἄνθρωπος ἐξ
							ἀνθρώπου καὶ ἵππος <lb/>ἐξ ἵππου γένηται, καὶ ταύτης τὸ πλέον ἡ μήτηρ φαίνεται
							<lb/>παρέχειν. ἑτέρα δ’ ἡ κατὰ ταῦτα τοῖς εἴδεσι διαφορὰ, ἀνθρώπου <lb/>πρὸς ἄνθρωπον,
							καὶ ἵππου πρὸς ἵππον, ἐν αἷς <lb/>τὸ ἐπικρατῆσαν τῶν σπερμάτων ἐδείκνυτο πλέον. ἄλλη
							δ’ <lb/>εὕρηται νῦν ὁμοιότης τρίτη παρὰ τὰς πρόσθεν, ἢ ὡς <lb/>ἄῤῥενος πρὸς ἄῤῥεν, ἢ
							θήλεος πρὸς θῆλυ, περὶ ἧς πρόκειται <lb/>σκοπεῖν, ὅπως γίνεται. οὔτε γὰρ, ὅταν ἐν τοῖς
								<pb n="631"/> γεννητικοῖς μορίοις ἐπικράτησις γίνηται, διὰ τὸ καὶ παντὶ <lb/>τῷ
							σώματι διαφέρειν ἄῤῥεν θήλεος, οὔτ’ ὅταν πάντη <lb/>κρατήσῃ τὸ ἕτερον σπέρμα, πολλὰ
							γὰρ καὶ τῶν ἀῤῥένων <lb/>ὁμοιοῦται τῇ μητρὶ, καὶ τῶν θηλειῶν τῷ πατρί. τίς <lb/>οὖν
							ἄλλη παρὰ ταύτας ἐστίν; ἐμοὶ μὲν δοκεῖ μία μόνη <lb/>λείπεσθαι τῇ κράσει τῶν δραστικῶν
							ποιοτήτων ἑπομένη, <lb/>καλεῖν δ’ οὕτως εἴωθα θερμότητα καὶ ψυχρότητα. σκεπτέον
							<lb/>οὖν, εἰ κατὰ τὴν τούτων ὑπάλλαξιν ἄῤῥεν καὶ θῆλυ <lb/>γίγνεσθαι δύναται. φαίνεται
							δὲ καὶ αὐτῶν τῶν κυουμένων <lb/>ἔτι <milestone unit="ed1page" n="244"/>τὸ ἄῤῥεν τοῦ
							θήλεος οὐ μόνον θερμότερον, ἀλλὰ <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="223"/>καὶ ξηρότερον εὐθέως ἐξ ἀρχῆς ὑπάρχον. οἷον αὐτίκα
							<lb/>τὸ μὲν ἄῤῥεν ἅπαντες, οἷς τούτων ἐμέλησεν, οὐχ Ἱπποκράτης <lb/>μόνον, ἐλάττονι
							χρόνῳ διαπλάττεσθαι καὶ μορφοῦσθαί <lb/>φασι, τὸ δὲ θῆλυ πλέονι. φαίνεται γὰρ οὕτως ἔν
							τε ταῖς <lb/>ἐκτρώσεσι καὶ ταῖς τῶν κυούντων ζώων ἀνατομαῖς. πότερον <lb/>οὖν αὐτῶν
							ἡγητέον ὑγρότερόν τε εἶναι καὶ ψυχρότερον; ἆρά <lb/>γε τὸ ταχέως μὲν ἑκάστου τῶν
							μορίων ἐμφαῖνον τὴν ἰδέαν, <pb n="632"/> ἰδίᾳ μὲν ὀστοῦ, ἰδίᾳ δὲ νεύρου, ἰδίᾳ δὲ
							ἀρτηρίας καὶ <lb/>φλεβὸς, ἑκάστου τε τῶν ἄλλων; ἢ τὸ μέχρι πλείστου γονοειδές <lb/>τε
							καὶ αἱματῶδες φαινόμενον; ἢ τοῦτό γε πρόδηλον, <lb/>ὡς τῷ θερμῷ καὶ ξηρῷ θᾶττον μὲν
							ὀστοῦν πήγνυται, <lb/>θᾶττον δ’ ἀποτείνεται τὰ νεῦρα, θᾶττον δὲ αἱ φλέβες καὶ
							<lb/>ἀρτηρίαι συριγγοῦνται, καὶ τὰ ἄλλα πάντα διαπλάττεται <lb/>μόρια; καθάπερ γὰρ ὁ
							μὲν ὑγρὸς πηλὸς οὐκ ἐπιδέχεται <lb/>τύπον οὐδὲ διάπλασιν οὐδεμίαν, ὁ δὲ μετρίως
							σκληρὸς ἐπιδέχεται, <lb/>οὕτω καὶ τὸ πρῶτον κύημα. παραπλήσιον οὖν <lb/>ἐστιν ἄρτι
							πηγνυμένῳ γάλακτι, καὶ ὥσπερ τοῦτο διαπλάττειν <lb/>οὐδεὶς ἐπιχειρεῖ τῶν τυροποιῶν,
							πρὶν μετρίως παγῆναι, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον οὐδ’ ἡ φύσις τὸ ζῶον. οὐδὲ γὰρ εἰ
							<lb/>ἐπιχειροῦσι πλέον ἂν αὐτῷ τι γένοιτο, μηδέπω τῇς ὕλης <lb/>ἕδραν ἐχούσης, ἀλλὰ
							ἀστηρίκτου τε καὶ τρομώδους διαῤῥεούσης. <lb/>οὐδὲ γὰρ ὁ πλάστης ἐπιχειρεῖ πηλὸν ἢ
							κηρὸν <lb/>ὑγρὸν διαπλάττειν, πρὶν μετρίαν λαβεῖν πῆξιν. ξηρότερον <lb/>μὲν δὴ διὰ
							ταῦτα τὸ θᾶττον μορφούμενον. εὐρείας δὲ ἀρτηρίας ﻿ <pb n="633"/> καὶ φλέβας καὶ
							θώρακα, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ἁπάσας <lb/>τῶν μορίων τὰς κοιλότητας ἴσχει τὸ διαφυσώμενον,
							ἐπεὶ <lb/>μᾶλλον ἐργάζεσθαί τι τοῦτο πέφυκε πολὺ πνεῦμα θερμόν. <lb/>ταῦτά τοι καὶ
							ἀρτηρίας μείζονάς τε καὶ ἰσχυρότερον ἔχει <lb/>σφυζούσας, καὶ ὅλον τὸ σῶμα σύντονόν τε
							καὶ ἕτοιμον εἰς <lb/>τὰς κινήσεις. τὰ τοιαῦτα οὐκ ἀποκυηθέντων μόνον, ἀλλὰ <lb/>καὶ
							κυομένων ἔτι θερμοῦ κρατοῦντος τὰ ἅπαντά ἐστι γνωρίσματα. <lb/>διὰ ταῦτα κᾀν δεξιᾷ
							μήτρᾳ φαίνεται κυούμενα <lb/>τὰ ἄῤῥενα, καὶ σπανίως ὤφθη ποτὲ θῆλυ κατὰ ταύτην τὴν
							<lb/>μήτραν, ὥσπερ γε καὶ κατὰ τὴν ἀριστερὰν ἄῤῥεν. οὕτω δὲ <lb/>καὶ τῶν ὄρχεων
							εὐτραφέστερος μὲν ὁ δεξιὸς ὑπάρχει, καὶ <lb/>πρῶτος μὲν ἐν τῷ τραγᾷν διαφυσηθεὶς
							ἀῤῥενογόνους ποιεῖ, <lb/>ἀτροφώτερος δὲ καὶ ὕστερον ἀρξάμενος ἐξαίρεσθαι θηλυγόνους.
							<lb/>εἴρηται δ’ ὑπὲρ τούτων ἐπὶ πλέον ἐν τῷ πέμπτῳ τῆς <lb/>Ἱπποκράτους ἀνατομῆς·
							ἐκείνου γάρ ἐστιν εὑρήματα. νῦν <lb/>δ’ ἀρκεῖ τό γε τοσοῦτο ἐξ αὐτῶν λαβεῖν, ὡς, εἴπερ
							ἐστὶ τὰ <lb/>δεξιὰ μόρια θερμότερα τῶν ἀριστερῶν, ὥσπερ ἐστὶν, εἴη ἂν <pb n="634"/>
							τοῦτο γνώρισμα τοῦ θερμότερον εἶναι τὸ ἄῤῥεν τῆς θηλείας. <lb/>ἐδείχθη δὲ καὶ
							ξηρότερον, θερμότερον γάρ ἐστι καὶ <lb/>ξηρότερον. ἀλλ’ ὅτι μέν ἐστι τοιοῦτο, πάντες
							ὁμολογοῦσιν, <lb/>ὅσοι τι περὶ κράσεων ἐπραγματεύσαντο, καὶ ὡς ἕπεταί γε <lb/>τῇ
							τοιαύτῃ κράσει ῥώμη τῶν ἐνεργειῶν, ὡμολόγηται καὶ <lb/>τοῦτο. διότι δὲ τὸ μὲν τοιοῦτο
							τῇ κράσει κύημα τοὺς ὄρχεις <lb/>ἐκτὸς ἔχει κρεμαμένους, καὶ κατ’ αὐτῶν τὸ αἰδοῖον
							<lb/>πρόμηκες, καὶ μήτραν οὐδαμόθεν, τὸ δ’ ὑγρότερόν τε ἅμα <lb/>καὶ ψυχρότερον ἔνδον
							μὲν τοὺς ὄρχεις καὶ τὰς μήτρας, ἔνδον <lb/>δὲ καὶ αὐτὸ σύμπαν τὸ αἰδοῖον, ἐν τῷ
							παρόντι λόγῳ <lb/>προὔκειτο σκοπεῖσθαι. δοκεῖ δέ μοί τι τῶν ἐξ ἀνατομῆς
							<lb/>φαινομένων ὁρμητήριον ἡμῖν γενέσθαι τῆς τῶν ζητουμένων <lb/>εὑρέσεως. ἔστι δὲ
							τοῦτο τῶν γεννητικῶν μορίων ἀναλογία <lb/>κατά τε τὸ ἄῤῥεν ζῶον καὶ κατὰ τὸ θῆλυ.
							διφυῆ γὰρ <lb/>ὑπάρχουσαν τὴν μήτραν τῶν γυναικῶν εἴ τις ἐπινοήσειε <lb/>δύο ταῦτα
							πάσχουσαν, ἅμα τε προπίπτουσαν ἔξω τοῦ <lb/>περιτοναίου καὶ οὕτως ἐκτρεπομένην,
								<milestone unit="ed2page" n="224"/>καὶ ὅσα μέν <pb n="635"/> ἐστιν ἔξωθεν αὐτῆς, νῦν
							ἔνδοθεν γενέσθαι, τὰ δ’ ἔνδον <lb/>ὑπάρχοντα νῦν ἔξωθεν φαίνεσθαι, γεννήσειεν ἂν οὕτω
							τοὺς <lb/>ὄρχεις ἐν ὀσχέῳ, τοῦ μὲν τῆς μήτρας κύτους ὀσχέου γενηθέντος, <lb/>τοῦ
							περιτοναίου δὲ ἐρυθροειδοῦς, αὐτῶν δὲ τῶν <lb/>ὄρχεων οὐκ ἔξωθεν, ὥσπερ νῦν εἰσι, τῶν
							μητρῶν, ἀλλ’ ἔσωθεν <lb/>γενομένων. καὶ γὰρ καὶ ὁ κρεμαστὴρ ὀνομαζόμενος, <lb/>ἔστι δ’
							ἑκατέρωθεν εἶς ἀπὸ τῶν εἰς τοὺς λαγόνας ἀποφυομένων <lb/>μυῶν, ὡσαύτως φαίνεται
							καθήκων εἰς τὴν μήτραν <lb/>κατά γε τὰ τοῦ περιτοναίου τρήματα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
							<lb/>ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων ὁδὸς γινομένη ταῖς μὲν ἀρτηρίαις καὶ <lb/>φλεψὶν ἄνωθεν κάτω,
							τοῖς σπερματικοῖς δ’ ἀγγείοις κάτωθεν <lb/>ἄνω· ταῖς θηλείαις δ’ ἐντὸς τοῦ περιτοναίου
							τοῦτο <lb/>κείμενον ἀπὸ τοῦ μυὸς ἄρτημα πρὸς τὴν μήτραν διαπέμπεται <lb/>καθ’ ἑκάτερον
							μέρος ἀριστερόν τε καὶ δεξιὸν, ὥστε καὶ ταῦτα <lb/>ἀναλόγως εἶναι τοῖς ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων
							κρεμαστῆρσιν. ὁ δὲ <lb/>δὴ τράχηλος τῶν ὑστερῶν ἔνδον καὶ οὗτος κείμενος ἐπὶ τῶν
							<lb/>θηλειῶν ἐκτός ἐστιν ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων αὐτὸ τὸ ἀνδρῶν <lb/>αἰδοῖον ἀπεργασθείς. ἡ δὲ
							τούτων πόσθη τὸ γυναικεῖόν <pb n="636"/> ἐστιν αἰδοῖον ἐπὶ τῶν θηλειῶν. ἐπίπωμα γὰρ
							ὥσπερ τοῦτο <lb/>στομάχου τῶν ὑστερῶν ἐστιν, οὕτως ἡ πόσθη τοῦ τῶν ἀῤῥένων <lb/>ἐστὶν
							αἰδοίου δερματώδης ἐπίφυσις ἔνδον κοίλη, πλὴν <lb/>ὅσα πολλῷ μεῖζόν ἐστιν ἐπὶ τῶν
							θηλειῶν, ἢ ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων. <lb/>ἅπαντα οὖν φαίνεται ἔχειν τὰ γεννητικὰ μόρια ταῦτα
							<lb/>τὸ θῆλύ τε καὶ ἄῤῥεν ζῶον ἤτοι τῇ θέσει διαφέροντα, τῷ <lb/>τὰ μὲν αὐτῶν ἐντὸς
							εἶναι τοῦ περιτοναίου, τὰ δὲ ἐκτὸς, ἢ <lb/>τῷ μεγέθει, καθάπερ ἐπὶ πόσθης τε καὶ
							ὄρχεων ἀρτίως <lb/>ἐλέγετο. καὶ γὰρ καὶ τὰ τρέφοντα τοὺς ὄρχεις ἀγγεῖα τῶν <lb/>αὐτῶν
							ἀφώρμηται φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν, ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ <lb/>κατὰ τὸν καυλὸν καὶ τὸν ὄσχεον
							ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων τοῖς τὸν <lb/>τράχηλόν τε τῶν ὑστερῶν καὶ τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον· οὕτω
							<lb/>δὲ καὶ τῶν τὰς μήτρας τρεφόντων ἀγγείων ἀνάλογον αἱ <lb/>ἀρχαὶ τοῖς τῶν ὄρχεων
							τῶν ἀνδρῶν. οὐ μὴν οὐδὲ τῶν νεύρων <lb/>ἀρχὴ διάφορος ἑκατέροις ἐστὶν, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν
							αὐτῶν <lb/>τοῦ νωτιαίου χωρίων ἐπ’ ἀῤῥένων τε καὶ θηλειῶν ἀφώρμηνται. <lb/>πάντ’ οὖν
							φαίνεται τὰ συνιστῶντα τὴν οὐσίαν τῶν <pb n="637"/> γεννητικῶν μορίων ἑκατέρων τῶν
							ζώων ὑπάρχοντα, καὶ κατὰ <lb/>μηδὲν ὅλως πλεονεκτοῦν, μήτε τὸ θῆλυ τοῦ ἄῤῥενος, μήτε
							<lb/>τὸ ἄῤῥεν τοῦ θήλεος, ἀλλ’ ἑνὶ μόνῳ διαφέροντα, τῷ τὰ <lb/>μὲν ἔνδον εἶναι, τὰ δὲ
							ἐκτός. ὥστε, εἰ νοήσεις ἐν τῇ τοῦ <lb/>κυουμένου ζώου διαπλάσει τὰ γεννητικὰ μόρια τὴν
							μὲν <lb/>πρώτην ὑπογραφὴν καὶ οἷον ὑποτύπωσιν ἐντὸς λαμβάνοντα <lb/>τοῦ περιτοναίου,
							μετὰ ταῦτα δ’ ἐκτὸς ἀνίσχοντα, τὴν ἄῤῥενος <lb/>ζώου γένεσιν οὕτως ἂν μάθοις. ὅτι δ’
							οὐκ ἄλλως ἡ <lb/>φύσις εἴωθε τὰ τοιαῦτα δημιουργεῖν τῶν μορίων, ἐκ πολλῶν
							<lb/>τεκμηρίων ἔνεστί σοι μαθεῖν· ἑνὸς μὲν καὶ πρώτου <lb/>τῶν φαινομένων ἐπὶ τοῖς
							νεογενέσι ζώοις, ὀδόντων μὲν ἐν <lb/>τοῖς φατνίοις ἔτι κατακεκρυμμένων ἐντὸς, ὀφθαλμῶν
							δ’ ἐπὶ <lb/>τῶν πλείστων ἔτι κεκλεισμένων, ἐπ’ ἐνίων δὲ μηδὲ διηρθρωμένων.
							<lb/>ἀκριβῶς δ’ ἕξεις τὴν τούτων θέαν, τὰς ἀμβλώσεις <lb/>παραφυλάττων, ἔτι τε ἐπὶ
							ταῖς τῶν κυούντων ζώων <lb/>ἀνατομαῖς εὕροις ἂν τά τ’ ἄλλα καὶ αὐτὰ τὰ γεννητικὰ
							<lb/>μόρια τοιαύτην ἴσχοντα τὴν γένεσιν. ἀνδρὶ δὲ γεγυμνασμένῳ <lb/>περὶ φύσιν ἀρκεῖ
							καὶ ταῦτα λογίσασθαι μόνα τὰ νῦν ﻿ <pb n="638"/> λεχθησόμενα. χρῆται μὲν ὀργάνοις ἡ
							φύσις εἰς τὴν τῶν <lb/>μορίων δημιουργίαν καὶ μάλιστα τῶν ἐχόντων κοιλίας ἀέρι <lb/>τε
							καὶ πυρί. καὶ γὰρ εὐρῦναι, καὶ διαφυσῆσαι, καὶ παρατεῖναι, <lb/>καὶ ξηρᾶναι, καὶ
							κρατῦναι τὰ σώματα τούτων ἔργον <lb/>ἐστίν· εἰ δ’ ἀναπνεύσειε πρὸς τὸ ἐκτὸς, ἀπολείψει
							τὴν <lb/>ὕλην. ὅσα τοίνυν τῶν <milestone unit="ed1page" n="245"/>εἰρημένων μορίων ἡ
							φύσις <lb/>διαπλάττει τὴν ἐκτὸς ἅπασαν περιγραφὴν οἷον ἕρκος ὀχυρόν. <lb/>ὅταν δ’
							ὑπογράψηται τὸ τῶν δημιουργουμένων εἶδος, <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="225"/>ἀθροωτέρᾳ φορᾷ χρησαμένη τοῦ πνεύματος ἅμα μὲν
							<lb/>ἔξω προωθεῖ τὸ διαπλασθὲν, ἅμα δὲ ῥηγνύει τὸ περιέχον. <lb/>εἰ δ’ ἀῤῥωστήσειέ
							ποτε περὶ τὸ τελευταῖον ἔργον, ἀτελὲς ἐγκαταλείπει <lb/>τὸ γινόμενον, ὥσπερ ἀμέλει
							φαίνεται καθ’ ὅλον <lb/>τὸ τῶν ἀσπαλάκων γένος, οἷς ἀνατετύπωνται μὲν ἔνδον οἱ
							<lb/>ὀφθαλμοὶ, πρὸς τοὐκτὸς δ’ ἀνίσχειν οὐκ ἠδυνήθησαν, ἀῤῥώστου <lb/>κατὰ τοῦτο τῆς
							φύσεως αὐτῶν γενομένης, ὡς μὴ <lb/>συντελέσαι τὸ ἔργον, ὃ προὔθετο. δέδεικται δὲ
							ἱκανῶς Ἀριστοτέλει <lb/>τῶν ζώων τὰ μὲν ἀτελέστερα κατά τε μόρια καὶ <lb/>σύμπαν
							ἐνίοτε τὸ σῶμα. τῶν γοῦν ὀφθαλμῶν, ἐπειδὴ τούτων <pb n="639"/> ἐμνήσθην, ἐπὶ μὲν ἐνίων
							ζώων οὕτως ἐστὶ τέλεος τε καὶ <lb/>δραστήριος ἡ φύσις, ὥστε οὐδὲν αὐτοῖς ἐνδεῖ
							γεννηθεῖσιν, <lb/>ἀλλ’ εὐθὺς ὁμοίως βλέπει τοῖς ἀκμάζουσιν. ἐπ’ ἐνίων δ’
							<lb/>ἀνοίγονται τὰ βλέφαρα, καὶ χρόνου δεῖται μακροτέρου πρὸς <lb/>τὴν τῆς ἐνεργείας
							ἀκρίβειαν. τὰς δὲ κύνας ἤδη που καὶ ἡ <lb/>παροιμία φησὶ τυφλὰ τίκτειν ὑπὸ σπουδῆς.
							ἀλλ’ ἀκριβῶς <lb/>μὲν ἄν τις ὀνομάζων ἀτελῆ μᾶλλον ἢ τυφλὰ καλέσειε τὰ <lb/>νεογενῆ
							κυνίδια, μέλλοντα δι’ ὀλιγίστων ἡμερῶν ὄψεσθαι· <lb/>τοὺς δ’ ἀσπάλακας ὄντως τυφλοὺς
							εἶναί τε καὶ γεννᾶσθαι. <lb/>τούτων δ’ αὐτῶν ἔτι μᾶλλον ὀφθαλμῶν ἐστέρηνται τὰ
							<lb/>πλεῖστα τῶν ὀστρέων γένη. τῶν σκωλήκων δὲ τισὶ μὲν οὐδ’ <lb/>ὅλως ἔνεισιν
							ὀφθαλμοὶ, τισὶ δ’ αὐτὸ μόνον ἴχνος ἀμυδρόν. <lb/>ὥσθ’ οἷον βαθμούς τινας ἡ φύσις
							ἔοικεν ἔχειν, πρῶτον μὲν, <lb/>ἐν ᾧ βραχύ τι τῶν φυτῶν ἀποκεχώρηκε ζῶον ποιήσασα,
							<lb/>μίαν ἔχον αἴσθησιν τὴν ἁφὴν, δεύτερον δὲ, ἐν ᾧ καὶ γεῦσιν <lb/>προστίθησι, καὶ
							τρίτον, ἐν ᾧ καὶ ὄσφρησιν, εἶτα τετάρτῳ <lb/>βαθμῷ τὴν ἀκοὴν, καὶ πέμπτῳ τὴν ὄψιν,
							εἶτ’ αὐτῶν ἃς <pb n="640"/> εἴρηκα διαφοράς. οὐδὲν οὖν θαυμαστόν ἐστιν, ὥσπερ οἱ
							<lb/>ἀσπάλακες ἔχουσι μὲν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔνδον ἀρχομένους <lb/>διαρθροῦσθαι, ἔξω δ’
							αὐτοὺς ἡ φύσις προαγαγεῖν οὐκ <lb/>ἠδυνήθη, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ γεννητικὰ
							τοῖς <lb/>θήλεσι τῶν ζώων ἔνδον μὲν διαπλασθῆναι καὶ πρὸς τοὐκτὸς <lb/>ἀνασχεῖν μὴ
							δυνηθῆναι, διὰ τὸ τὴν φύσιν ὅλην αὐτῶν ἀῤῥωστοτέραν <lb/>τε εἶναι καὶ ἀτελεστέραν,
							ὥσπερ καὶ Ἀριστοτέλης <lb/>ἔλεγεν. ἀλλὰ τοσοῦτόν γε τῆς τῶν ἀσπαλάκων φύσεως <lb/>ἡ
							τῶν θηλέων ζώων ἐστὶ τελεωτέρα, καθ’ ὅσον ἐκεῖνοι μὲν <lb/>οὐδενὸς ἀπολαύουσι χρηστοῦ
							τῆς τυφλότητος, οὐ σμικρὰ δὲ <lb/>εἰς τὴν τοῦ γένους διαδοχὴν συντελεῖ τὸ θῆλυ ζῶον·
							ἅτε <lb/>γὰρ ὑγρότερόν τε καὶ ψυχρότερον γενόμενον, ἔμελλε θρέψειν <lb/>περιττώματα
							πρὸς τροφὴν τοῖς κυουμένοις ἐπιτήδεια. καὶ <lb/>δὴ καὶ κεφαλαίοις ὀλίγοις ἅπασαν αὐτῶν
							ἐπέλθωμεν τὴν <lb/>φύσιν. ὅταν ἡ τοῦ πρώτου κυήματος σύστασις ὑγροτέρα γίνηται
							<lb/>καὶ ψυχροτέρα, τήν τε ἀρχὴν τῆς μορφώσεως ὀψιαίτερον <lb/>ἴσχει καὶ τὴν τελευτὴν
							οὕτω βραδεῖάν τε καὶ <pb n="641"/> ἀῤῥωστον, ὡς μὴ δυνηθῆναι πρὸς τοὐκτὸς ἀνασχεῖν τὰ
							<lb/>μόρια. διὰ ταῦτ’ οὖν αὐτὰ περὶ τὰ τελευταῖα διαπλασθέντα <lb/>κάμνειν συνέβη τὴν
							φύσιν, καὶ ἀσθενεστέραν τῶν ἄλλων <lb/>ἀποτελεῖσθαι. δέδεικται δ’ ἡμῖν ἐν ἑτέροις, ὅ
							τί περ ἂν ᾖ <lb/>περιττὸν εἴτε τροφῆς χρηστῆς εἴτε μὴ χρηστῆς, ὠθούμενον <lb/>ὑπὸ τῶν
							ἰσχυροτέρων μορίων εἰς ἀσθενέστερα. καὶ τοίνυν <lb/>καὶ τὸ θῆλυ ζῶον ὅτι μὲν
							ἀσθενέστερον ἐγένετο, καὶ <lb/>περιττωματικόν ἐστιν, ὅτι δ’ ἁπάντων αὐτοῦ τῶν μορίων
							<lb/>ἀσθενέστερα τὰ γεννητικὰ, διὰ τοῦτο εἰς ταῦτα ἀφικνεῖται <lb/>τὸ περιττὸν αἷμα,
							κάθαρσις μὲν τοῖς θήλεσιν ὑγιεινὴ γινομένη, <lb/>πρὶν κύειν, ὕλη δ’ εἰς τροφὴν
							ἐπιτήδειος τοῖς ἐμβρύοις <lb/>ἐν τῷ τῆς κυήσεως καιρῷ. ταῦτ’ οὖν εἴρηταί μοι <lb/>καὶ
							γέγονε δῆλον, ἐπὶ μὲν τῇ θερμοτέρᾳ τε καὶ ξηροτέρᾳ <lb/>κράσει τοῦ κυήματος <milestone unit="ed2page" n="226"/>ἄῤῥεν ζῶον γενόμενον, ἐπὶ δὲ <lb/>τῇ ψυχροτέρᾳ καὶ ὑγροτέρᾳ
							θῆλυ· τὸ δ’ εἶδος ἢ τὸ γένος <lb/>τοῦ ζώου, καλεῖν γὰρ ἑκάτερον ἐγχωρεῖ, τὸν ἄνθρωπον
							<lb/>καὶ τὸν ἵππον καὶ τὸν βοῦν, τῇ φύσει τῆς ὑποβεβλημένης <lb/>ὕλης εἰς τὴν τοῦ ζώου
							γένεσιν ἀκόλουθεν ὑπάρχειν, ὥσπερ <pb n="642"/> γε καὶ τὴν ὁμοιότητα τῆς μορφῆς
							ἑκατέρῳ τῶν γονέων τῆς <lb/>τε διαπλαστικῆς καὶ μορφωτικῆς γενέσθαι δυνάμεως ἐν τῷ
							<lb/>σπέρματι ἐχομένης· ὥστ’ ἔχειν ἡμᾶς τριῶν ὁμοιοτήτων ἀρχὰς <lb/>τρεῖς, τὴν μὲν τοῦ
							γένους τοῦ ζώου κατὰ τὴν οὐσίαν, ἐξ <lb/>ἧς ἐγένετο, τὴν δὲ τῆς μορφῆς κατὰ τὴν ἐκ τοῦ
							σπέρματος <lb/>κίνησιν, τὴν δ’ ὡς ἄῤῥενος ἢ θήλεος ἐκ τῆς ἀμφοτέρων <lb/>τῶν ἀρχῶν
							κράσεως. ἀρχὰς δ’ ἀμφοτέρας λέγω καταμήνιόν <lb/>τε καὶ σπέρμα. ταῦτα μὲν οὖν ἱκανῶς
							ἔχειν μοι δοκεῖ. καὶ <lb/>γὰρ ὅτι τοῖς προγόνοις ὁμοιοῦταί τινα κατὰ τοὺς σπερματικοὺς
							<lb/>λόγους, οὐ μόνον τοὺς τοῦ πατρὸς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τῆς <lb/>μητρὸς, εὔδηλον ἐκ τῶν
							εἰρημένων ἐστί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Σκεψώμεθα δ’ ἑξῆς περὶ τῶν ἀδενωδῶν <lb/>παραστατῶν, οὓς οἱ μὲν ἄπειροι τῆς
							ἀνατομικῆς θεωρίας <lb/>οὐδὲ γινώσκουσι τὴν ἀρχὴν, οἱ δὲ ἔμπειροι πάντες ὥσπερ
							<lb/>δι’ ἑνὸς στόματος ἀπεφῄναντο περιέχειν σπέρμα. δυσωποῦμαι <lb/>οὖν αὐτῶν τό τε
							πλῆθος καὶ τὴν δόξαν, ὅμως ἅ γε γινώσκω <lb/>ῥητέον κᾀνταῦθα, καθάπερ ἐν τοῖς
							ἔμπροσθεν ὑπὲρ <lb/>τῶν ὄρχεων ἐποιησάμην. τί δήποτ’ οὖν, εἰ σπέρματός εἰσιν ﻿ <pb n="643"/> ἀγγεῖα καὶ οὗτοι, τοῖς ἐκτμηθεῖσι ζώοις τοὺς ὄρχεις ἀπόλλυται
							<lb/>παντάπασιν ἡ τῆς μίξεως ἐπιθυμία; χρὴ γὰρ, εἴπερ <lb/>ἄρα, μίγνυσθαι μὲν, μὴ
							γεννᾷν δὲ, διότι λεπτὸν καὶ ὀῤῥῶδές <lb/>ἐστι τὸ κατ’ αὐτοὺς σπέρμα· φαίνεται δὲ οὐχ
							οὕτως γινόμενον. <lb/>καὶ μὴν οὐκ ἐγχωρεῖ τὰ μὲν ὄργανα τοῦ σπερμαίνειν <lb/>ἔχειν,
							οὐκ ἔχειν δ’ αὐτῶν τὴν χρῆσιν. ἁπάντων γὰρ <lb/>τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος ἡ φύσις τοῖς
							ζώοις ἔδωκε δυνάμεις <lb/>συμφύτους ἀδιδάκτους χρῆσθαι πρὸς τὰς οἰκείας
							<lb/>ἐνεργείας. ἀποδέδεικται δὲ τοῦτο καὶ πρὸς ἡμῶν ἐν τῷ περὶ <lb/>χρείας μορίων, καὶ
							πρὸς Ἀριστοτέλους πρότερον, ἄλλων τε <lb/>πολλῶν ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων. ὥστε οὐδὲν
							δέω κατασκευάζειν <lb/>αὐτὸς πρὸς ἐκείνους τὸν λόγον ποιούμενος, ἀλλ’ <lb/>ὑποκειμένου
							κοινοῦ πᾶσιν ἡμῖν ὁμολογήματος, τοῦ μήτ’ <lb/>ἄχρηστόν τι καὶ περιττὸν ἐργάσασθαι
							μόριον τὴν φύσιν, <lb/>μήτ’ ἄνευ τῆς χρησομένης αὐτῷ δυνάμεως, ἀναλήψομαι <lb/>τὸν
							λόγον. οἱ ἀδενώδεις παραστάται κατὰ τὰς τῶν ὄρχεων <lb/>ἐκτομὰς οὐδὲν πεπονθότες οὐκ
							ἐπεγείρουσι τὸ εὐνουχισθὲν <pb n="644"/> ζῶον εἰς τὴν ἀφροδίσιον ὁμιλίαν·, ὡς ἂν ἄλλο
							τι μᾶλλον <lb/>ὑπάρχοντες, ἢ σπερματικὸν ὄργανον, ἑτέρας τέ τινος ἕνεκα <lb/>χρείας
							γεγονότες. ὥσπερ γὰρ, εἰ, τινὸς ἄλλου μορίου διαφθαρέντος, <lb/>ἀβλαβῶν δ’ ὑπαρχόντων
							τῶν ὀφθαλμῶν, οὐχ ὑπέμεινεν <lb/>ὑμῖν τὸ βλέπειν, οὐκ ἂν ὀφθαλμῶν ἐνέργειαν ἔφαμεν
							<lb/>αὐτὸ, καὶ εἰ, τῶν σκελῶν μηδὲν βεβλαμμένων, ἀπόλοιτο <lb/>ἡ βάδισις, οὐκ ἂν
							τούτων ἐνέργειαν αὐτὴν ἐτιθέμεθα, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν, οἶμαι, τρόπον, εἰ, τῶν
							ἀδενοειδῶν παραστατῶν <lb/>ὑγιεινῶν διαφυλαττομένων, ἀπόλοιτο τοῖς ζώοις ἡ ἀφροδίσιος
							<lb/>ὁμιλία, τῶν γεννητικῶν οὐκ εἰσὶν οὗτοι μορίων. ὡς <lb/>οὖν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
							ἐν τοῖς σπερματικοῖς ἀγγείοις <lb/>ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων ἀναστομοῦσθαι, πιθανῶς
							συνελογίσαντό <lb/>τινος ἕνεκα γεγονέναι χρείας αὐτοὺς, οὕτως ἐπὶ τῶν θηλειῶν
							<lb/>θεασαμένους ἑτέρους τελευτῶντας ἐχρῆν κἀνταῦθα <lb/>συλλογίσασθαι τὸ μὴ τῆς
							αὐτῆς, εἶθ’ ἑξῆς ἀπορήσαντας <lb/>ὑπὲρ τῆς κατὰ τὰς ἀποδείξεις <milestone unit="ed2page" n="227"/>μάχης, ὥσπερ ἡμεῖς <lb/>ἠπορήσαμεν, ἐπισκέψασθαι, πότερον ἐξ
							ἀνάγκης ἀληθές <lb/>ἐστι τὸ τοὺς εἰς ταὐτὸ χωρίον ἀνεστομωμένους ὀχετοὺς ἕνεκα <pb n="645"/> τῆς αὐτῆς δημιουργεῖσθαι χρείας, ἢ τὸ μὲν τοὺς ἕνεκα τῆς <lb/>αὐτῆς χρείας
							γεγονότας εἰς ταὐτὸ ἐμβάλλειν ἀληθὲς, οὐκ <lb/>ἀληθὲς δὲ τὸ τοὺς εἰς <milestone unit="ed1page" n="246"/>ταὐτὸ ἥκοντας ἐξ ἀνάγκης εἰς <lb/>μίαν συντελεῖν. αὐτίκα γέ
							τοι καὶ ὁ τῆς κύστεως πόρος τὸ <lb/>οὖρον ἐξοχετεύων εἰς τὸν αὐτὸν τοῦτον πόρον, ὅνπερ
							καὶ οἱ <lb/>παραστάται πάντες οἱ τέσσαρες ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων ἀνεστόμωνται· <lb/>ὥστ’ οὐ
							χρὴ πρὸς ἕτερον ἀπελθεῖν μόριον, ἀλλ’ ἐξ <lb/>αὐτοῦ τοῦ προκειμένου μαθεῖν, ὡς οὐκ ἂν
							ἦν ἀναγκαῖον <lb/>τοὺς εἰς ταὐτὸ χωρίον ἀνεστομωμένους πόρους εἰς μίαν <lb/>ἐνέργειαν
							συντελεῖν. εἰ δὲ καὶ ἐξ ἑτέρων αὐτὸ πιστώσασθαι <lb/>χρὴ, ἀφθονίᾳ πιστώσεται
							παραδειγμάτων. εἰς μὲν τὴν τοῖ <lb/>στόματος εὐρυχωρίαν ἅπασαν τὴν ἔνδον, ἣν
							ὀνομάζουσι φάρυγγα, <lb/>τά τ’ ἐσθιόμενα καὶ πιόμενα διὰ τοῦ στόματος <lb/>ἐμπίπτει,
							κᾀκ τῆς κατὰ τὰς ῥῖνας συντρήσεως ὅ τ’ <lb/>εἰσπνεόμενος ἀὴρ καὶ ἡ κόρυζα· καλεῖ δ’
							αὐτὴν Ἱπποκράτης <lb/>μὲν ὡς τὰ πολλὰ βλένναν, οἱ δὲ ἄλλοι μύξαν· <lb/>ἔτι τε πρὸς
							τούτοις ἐξ ἐγκεφάλου δι’ ὑπερῴας περίττωμα, <lb/>κᾀκ τῶν παρὰ τῇ ῥίζῃ τῆς γλώσσης
							ἀδένων τὸ σίελον, <pb n="646"/> εἰς ἔντερα δὲ τά τ’ ἐκ τῆς γαστρὸς ἥκει, καὶ τὸ
							χολῶδες <lb/>ὑγρὸν ἐξ ἥπατος, ἐξ ἀδένων τέ τινων ἑτέρων αὖ πάλιν ἐνταῦθα
							<lb/>τεταγμένων ὑγρὸν γλίσχρον ὅμοιον σιέλῳ, περὶ ὧν <lb/>ἀδένων οὐ σμικρὰ ζήτησις
							γέγονε τοῖς ἀνατομικοῖς ἀπὸ Ἡροφίλου <lb/>τε καὶ Εὐδήμου τὴν ἀρχὴν λαβοῦσα. καὶ μοι
							δοκῶ <lb/>τὸν λόγον ἐπιστήσας ἐνταῦθα, διότι κατὰ τύχην δή τινα <lb/>πρῶτον
							ἐμνημόνευσα μορίων, ἃ δὴ αἰσθητῶς οἱ ἀδένες ἐπιτέγγουσι, <lb/>πρὸς τὸν κράτιστον
							Μαρῖνον ἐρεῖν τι, χρησάμενος <lb/>ἀρχαῖς εἰς τὸν λόγον, ἃς αὐτὸς ἐκεῖνος ἐξ ἐναργῶν
							<lb/>ἐπεστήσατο. διττὴν οὖν ἁπάντων χρείαν φησὶν εἶναι τῶν <lb/>ἀδένων, ἤτοι
							στηριζόντων ἀγγεῖα μετέωρα, σχιζόμενα καὶ <lb/>κινδυνεύοντα διασπασθῆναι κατὰ τὰς
							σφοδροτέρας κινήσεις, <lb/>ἢ γενέσεως ὑγρῶν ἕνεκεν, ἐπιτέγγειν δυναμένων μόρια τὰ
							<lb/>χρῄζοντα παρεσπαρμένης φύσει ὑγρότητος γλίσχρου, πρὸς τὸ <lb/>μὴ ῥᾳδίως
							καταξηραινόμενα δυσκίνητα γίνεσθαι. τὸ μὲν δὴ <lb/>τῶν ἑτέρων ἀδένων γένος, ὃ τὰ
							σχιζόμενα τῶν ἀγγείων στηρίζει, <lb/>καταλείπωμεν ἐν τῷ παρόντι, μηδέν γε αὐτοῦ
							δεόμενοι. <pb n="647"/> προχειρισώμεθα δὲ θάτερον τὸ ἐν τῷ λόγῳ τῶν <lb/>γλίσχρων
							ὑγρῶν γεννητικὸν, ὃ καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος <lb/>ἑτέραν ἔχειν φησὶν αὐτὸς ὁ
							Μαρῖνος· ἀραιότερον γὰρ εἶναι <lb/>καὶ σηραγγῶδες, ὑγρότητός τε μεστὸν, ὥσπερ σπογγιὰν
							διάβροχον, <lb/>οὐ μὴν ἐκ πάντων γε αὐτῶν ἐκφύεσθαι πόρους <lb/>αἰσθητούς. εἰς τοῦτό
							γε τὸ γένος τῶν ἀδένων φησὶ καὶ <lb/>ἀρτηρίας καὶ φλέβας ἐκφύεσθαι, καὶ τινα τῶν κατὰ
							μεσεντέριον <lb/>ἀγγείων εἰς τοιούτους ἀδένας τελευτᾷν. διττὸν γὰρ <lb/>καὶ τούτων
							εἶναι τὸ γένος τῶν ἀδένων, ὅτι καὶ τὴν χρείαν <lb/>διττὴν, πυκνοὺς μὲν καὶ ξηροὺς,
							ὅσοι στηρίζουσι τὰ σχιζόμενα <lb/>τῶν ἀγγείων, ἀραιοὺς δὲ καὶ ὑγροὺς, εἰς οὓς ἀγγεῖα
							<lb/>καταφύεται. τούτους φησὶ καὶ τὴν οἷον φλεγματώδη γεννᾷν <lb/>ὑγρότητα τὴν
							ὑπαλείφουσαν τὸν ἔνδον χιτῶνα τῶν ἐντέρων. <lb/>ὅτι δὲ καὶ οἱ τὸ σίελον γεννῶντες
							ἀδένες αἰσθητοῖς ἀγγείοις <lb/>εἰς τὸ στόμα προχέουσιν αὐτὸ, σχεδὸν οὐκέτι οὐδεὶς
							ἀγνοεῖ, <lb/>καὶ μὲν δὴ ὡς τὴν φάρυγγα πᾶσαν ἀδένες ὑγραίνουσι τῆς <lb/>αὐτῆς χρείας
							ἕνεκεν. ἐπιεικῶς γὰρ ἤδη καὶ τοῦτο τοῖς ἀνατομικοῖς ﻿ <pb n="648"/> ὡμολόγηται πᾶσι.
							Μαρῖνος δὲ καὶ ἄλλους ἀδένας <lb/>ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις ἄλλων μορίων ὑγραντικοὺς
							καταλέγει, μὴ <lb/>πάνυ σαφῆ μηδὲ ἐναργῆ τὴν πίστιν ἔχοντας· διὸ παραλείπωμεν
							<lb/>ἐκείνους. ἀρκεῖ δέ μοι τὴν εἰς τὸ προκείμενον πίστιν <lb/>ἀπὸ <milestone unit="ed2page" n="228"/>τῶν ἐναργῶν λαβεῖν. εἰ γὰρ καὶ τὴν τοῦ στόματος
							<lb/>εὐρυχωρίαν ἀδένες ὑγραίνουσι, καὶ τὸν φάρυγγα, καὶ <lb/>τὸν στόμαχον, εἴτε σύμπαν
							τὸ ἔντερον, οὐδὲν δήπου θαυμαστόν <lb/>ἐστι καὶ τῷ τῆς κύστεως αὐχένι παρεσκευάσθαι
							<lb/>τινὰ ὁμοίαν ἐπικουρίαν, ὅπως μὴ καταξηρανθείς ποτε δυσκίνητος <lb/>γένηται. πολὺ
							δὲ δήπου μᾶλλον αὐτῷ τῷ αἰδοίῳ <lb/>τοῦ ἄῤῥενος εἰκός ἐστι τοιαύτην ἐπικουρίαν ὑπὸ τῆς
							φύσεως <lb/>παρεσκευάσθαι. δι’ ὃ καὶ τοῖς ἄῤῥεσιν ἀξιόλογοι τὸ <lb/>μέγεθός εἰσιν
							ἀδένες οὗτοι· κίνδυνος γὰρ ἐπ’ αὐτοῖς, ὡς <lb/>ἂν προμήκους τε καὶ γυμνοῦ τοῦ αἰδοίου
							τεταγμένου, ξηρανθέντος <lb/>ποτὲ διαστραφῆναι καὶ μῦσαι τὸν πόρον αὐτοῦ. <lb/>ἐπὶ δέ
							γε τῶν θηλειῶν ὁ τῆς μήτρας αὐχὴν οὔτε προμήκης <lb/>οὔτε γυμνὸς, ἀλλ’ ἔνδον κείμενος,
							ἔκ τε τῶν περιεχόντων <pb n="649"/> αὐτῶν ἰκμάδα δέχεται παμπόλλην, ἐξ αὐτῶν τε τῶν
							καταμηνίων <lb/>ἐπιτέγγεται. δύναιτο δ’ ἂν ἴσως ἡ φύσις εὐλαβηθεῖσα <lb/>τὴν ἐκ τοῦ
							οὔρου δῆξιν ἄλειμμα τὸ ὑγρὸν τούτῳ τῷ <lb/>πόρῳ τοῦ αἰδοίου παρεσκευακέναι. τάχα δ’ ἄν
							τις εὑρεθείη <lb/>καὶ τρίτη χρεία σκοπουμένοις ἀκριβέστερον· οὕτως γὰρ <lb/>καὶ ἄλλα
							πολλὰ ζητήσεως ἀκριβεστέρας τυχόντα κατὰ πάσας <lb/>τὰς τέχνας ἐξεύρηται. τὸν δ’
							ἀποδεικτικὸν ἄνδρα τὰ μὲν <lb/>τοιαῦτα προβλήματα χρόνῳ προσήκει σκοπεῖσθαι πλείονι,
							<lb/>τῶν ἀποδεδειγμένων δὲ ἔχεσθαι διὰ παντὸς, ὧν ἓν καὶ τόδε <lb/>ἐστίν. εἴπερ ἐν
							τοῖς ἀδενοειδέσιν ἐγεννᾶτο τὸ σπέρμα, τῆς <lb/>ἀποκρίσεως ἂν αὐτοῦ τὰ εὐνουχιζόμενα
							τῶν ζώων ἐγλίχετο· <lb/>φαίνεται δ’ οὐ γλιχόμενα· δῆλον οὖν, ὡς οὐδὲν γεννᾶται.
							<lb/>τοῦτο οὖν ἡμῖν φυλαττέσθω μόνον ἀκίνητον αὐτὸ καθ’ <lb/>ἑαυτὸ, μέχρι περ ἂν
							εὕρωμεν ἐπιστημονικῶς, ἥντινα χρείαν <lb/>τῷ ζώῳ παρέχουσιν οἱ ἀδενοειδεῖς παραστάται·
							τάχα μὲν <lb/>γὰρ ἀληθεῖς εἰσιν, ἃς ἀρτίως εἶπον, ἴσως δ’ ἄν τις εὑρεθείη <lb/>ποτὲ
							ἀληθεστέρα. πιθανὸς γὰρ ὁ τῶν τοιούτων <pb n="650"/> εὑρετικὸς λόγος, οὐκ
							ἀποδεικτικὸς, ὥσπερ ὁ πιστούμενος ἐν <lb/>αὐτοῖς μὴ γεννᾶσθαι σπέρμα. ὥστε καὶ μόνοι
							καὶ πρῶτοι <lb/>τοῦτο λέγοντες ὑπὲρ τῆς χρείας τῶν ἀδενοειδῶν σωμάτων <lb/>οὐκ
							αἰσχυνόμεθα, καθάπερ οὖν ἔμπροσθεν, ἡνίκα τοὺς ὄρχεις <lb/>ἀπεδείκνυμεν ἀλλοιοῦν
							πεφυκέναι τὸ σύμπαν σῶμα, καὶ <lb/>γίγνεσθαι δι’ αὐτοὺς ἄῤῥεν τε καὶ θῆλυ, κατὰ τὴν
							ἑαυτοῦ <lb/>φύσιν οὔτε ἄῤῥεν ὑπάρχειν οὔτε θῆλυ. ταῖς γὰρ ἀποδείξεσιν <lb/>ἕπεσθαι
							μεμαθηκόσι κᾀκεῖνος ὁ λόγος ἀπέδειξεν <lb/>καὶ ὁ νῦν εἰρημένος, ὅτι μήτε περιέχεται
							μήτε γεννᾶται <lb/>σπέρμα κατὰ τοὺς ἀδενοειδεῖς παραστάτας. εἰ δὲ καὶ τὰς
							<lb/>εἰρημένας αὐτῶν ἄρτι δύο χρείας ἀληθῶς τις εὑρῆσθαι νομίζει, <lb/>πάρεστι χρῆσθαι
							καὶ τούτῳ τῷ εὑρήματι πρὸς <lb/>τῷ μὴ κεκωλῦσθαι ζητεῖν ἄλλο τι βέλτιον. ὑπὲρ δὲ
							<lb/>τοῦ μὴ περιέχεσθαι σπέρμα κατ’ αὐτοὺς, ὡς ἱκανῶς <lb/>ἀποδεδειγμένου, πεπεῖσθαι
							χρὴ καὶ συγγινώσκειν τοῖς <lb/>πρὸ ἡμῶν ἐξηπατημένοις ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων εἰς
							<lb/>τὸν αὐτὸν τόπον ἀναστομώσεως τοῖς ὄντως σπερματικοῖς. <pb n="651"/> ἡ γὰρ τοῦ
							χωρίου κοινωνία καὶ τὴν τῆς χρείας αὐτῶν <lb/>κοινωνίαν ἐνεδείξατο πιθανῶς μὲν, οὐκ
							ἀληθῶς δὲ, καθάπερ <lb/>ἡμεῖς ἀρτίως ἐνεδείξαμεν. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>