<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg019.opp-grc1:107-110</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg019.opp-grc1:107-110</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg019.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="107"><p>ἐν τούτω τῷ γένει καὶ πρὸς τούς κάμνοντάς εἰσι χάριτες
τοῖς ἰατροῖς· τὸ μὲν γάρ βλαβερὸν αἰτοῦσιν αὐτοῖς οὐκ
ἂν τις συγχωρήσειεν, ὥσπερ οὐδ’ εἰ φύγοιεν τὸ συμφέρον,
<lb n="25"/> τὰ δ’ οὐδέτερα καὶ φεύγουσι καὶ διώκουσι τοῖς
<note type="footnote">2 χοιρέων G 3 ἐδωδῆς] hic desinunt versiones latinae
11 f G 12 οὐδ’ ἂν scripsi: οὐδὲ G 16 αὐτὴν potius quam
αὐτὰ G: sensus hie fere τῶν μὲν πρώτων τε καὶ δι’ αὐτά, &lt;τῶν
δ’ ὧς βλαπτόντων τὰ&gt; αἱρετά 17 &lt;μέσον&gt; addidi coll.
19 an ὑγιεινὸν &lt;ὂν&gt;? cf. § 53 20 &lt;μὴ&gt; scripsi:
φύγομεν G: fort. φεύγωμεν 24 φύγειεν G
</note>

<pb n="34"/>
κάμνουσι συγχωρητέον σκοπὸν ἐν αὐτοῖς οὐ τὴν ὠφέλειαν
ἢ τὴν βλάβην ὥσπερ ἐν τοῖς ὑγιεινοῖς τε καὶ
νοσώδεσιν, ἀλλὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κάμνοντος ποιούμενον.
</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="108"><p>ἔστι δ’ οὐχ ἀπλῶς μία φύσις ἐδεσμάτων ἢ
πομάτων ἢ ὅλως διαιτημάτων ὑγιεινὴ καὶ νοσώδης καὶ <lb n="5"/>
οὐδετέρα, ἀλλ’ ἐν τῷ πρός τι πάντα τὰ τοιαῦτα λέγεται·
ὧν οὑν ἐμνημόνευσα κατ’ ἀρχὰς τοῦδε τοῦ
λόγου νοσημάτων, ὑγιεινὴ μὲν ἡ λεπτύνουσα δίαιτα,
νοσώδης δ’ ἡ παχύνουσα, μέση δ’ ἀμφοῖν ᾗ μηδέτερον
ὑπάρχει σαφῶς, ἀλλ’ ὧς ἂν διακείμενα παραλάβῃ <lb n="10"/>
τὰ ἐν τῷ σώματι, τοιαῦτα φυλάττει.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="109"><p>Καὶ δὴ τούτων οὕτως ἐχόντων αὖθις ἐπὶ τὸ προκείμενον
ἰτέον. ἐν δὲ τῷ καθόλου γνωστέον, ὥσπερ
ἐπὶ θώρακός τε καὶ πνεύμονος οἶ γλυκεῖς τῶν οἴνων
ἄμα τινὶ τῶν λεπτυνόντων φαρμάκων ἐκκαθαίρουσι τοὺς <lb n="15"/>
παχεῖς καὶ γλίσχρους χυμοὺς καὶ φλεγματώδεις, οὕτως
ἐν οἷς ἧπαρ ἢ σπλὴν μέγας ὑπάρχει, μείζονα τὴν ἀπ’
αὐτῶν βλάβην τῆς ὡφελείας γίνεσθαι· ἀθρόα γὰρ ἐπὶ
τῶν σπλάγχνων τούτων ὁλκὴ τῶν εἰς τὴν κοιλίαν καταποθέντων
γίνεται, καὶ ταύτῃ σφηνοῦται ταχέως ἐν τοῖς <lb n="20"/>
πέρασι τῶν ἀγγείων καὶ μᾶλλον καθ’ ἧπαρ, ἔνθα
συνάπτουσιν αἶ ἀπὸ τῶν πυλῶν φλέβες ταῖς ἀπὸ τῆς
 κοίλης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="110"><p>οὔτ’ οὖν φλεγμαίνουσιν οὔτε σκιρρουμένοις
οὔτ’ ἐμπεφραγμένοις τὰ στενὰ στόματα τῶν ἀγγείων
τοῖς σπλάγχνοις οὐδὲν τῶν γλυκέων ἐπιτήδειον, οὐδ’ <lb n="25"/>
οὖν οὐδ’ αὐτὸ τὸ μέλι καίτοι τμητικῆς ὑπάρχον δυνάμεως,
ἀλλὰ καὶ τούτου τὸ σφοδρὸν τῆς γλυκύτητος
<note type="footnote">1 post συγχωρητέον add. αὐτοῖς· G, del. G 1 3 ποιούμενος
G : cf. XV 543, 11s. VI 85, 2 8. 223, 4 s. 10 διακείμενα G1</note>

<pb n="35"/>
ὄξους ἐπιμιξίᾳ κολάζουσι.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>