<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg014.1st1K-grc1:1-17</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg014.1st1K-grc1:1-17</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΝΕΥΡΩΝ ΑΝΑΤΟΜΗΣ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Ὅτι μὲν οὐδὲν τῶν τοῦ ζώου μορίων οὔτε <lb/>κίνησιν, ἣν προαιρετικὴν
                        ὀνομάζομεν, οὔτε αἴσθησιν ἔχει <lb/>χωρὶς νεύρου, καὶ ὡς, εἰ τμηθείη τὸ
                        νεῦρον, ἀκίνητόν τε <lb/>καὶ ἀναίσθητον εὐθέως γίνεται τὸ μόριον, ὡμολόγηται
                        πᾶσι <lb/>τοῖς ἰατροῖς. ὅτι δὲ καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν νεύρων ἐστὶν ὁ ἐγκέφαλος,
                        <lb/>ὥσπερ καὶ τοῦ νωτιαίου μυελοῦ, καὶ ὅτι τὰ μὲν <lb/>ἐξ αὐτοῦ τοῦ
                        ἐγκεφάλου, τὰ δὲ ἐκ τοῦ νωτιαίου πέφυκεν, <lb/>οὐ πᾶσιν ἐγνώσθη, καίτοι τό
                        γε κατὰ τὰς ἀνατομὰς φαινόμενον <lb/>τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. </p></div><pb n="832"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Αὐταὶ μὲν αἱ ἐμπρόσθιαι κοιλίαι αἱ κατὰ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον εἰς τὸ πρόσω
                        φερόμεναι στενοῦνται κατὰ βραχὺ <lb/>κώνου σχήματι παραπλησίως, ἄχρι περ ἂν
                        ἐπὶ τὴν ἀρχὴν <lb/>ἀφίκωνται τῆς ῥινὸς, ἀλλήλαις παρακείμεναί τε καὶ
                        ψαύουσαι <lb/>διὰ παντὸς, ὡς μηδὲν εἶναι μέσον αὐτῶν, ὅτι μὴ τὴν <lb/>λεπτὴν
                        μήνιγγα. τούτων δὲ ἑκατέρωθεν ἓν μὲν ἐν τοῖς <lb/>δεξιοῖς μέρεσιν, ἓν δὲ ἐν
                        τοῖς ἀριστεροῖς ἐστι νεῦρον ἀξιόλογον <lb/>τῷ πάχει, καὶ σχεδὸν ἁπάντων τῶν
                        ἄλλων νεύρων <lb/>μαλακώτατον, ἐκφυόμενον μὲν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου,
                        <lb/>προερχόμενον δὲ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔξω τοῦ κρανίου διὰ <lb/>τρήματος
                        ἴσον ἔχοντος εὖρος ἀκριβῶς τῷ πάχει τοῦ νεύρου. <lb/>τέτακται δὲ τὸ τρῆμα
                        τοῦτο, καθ’ ἃ πρῶτον ἡ χώρα τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν ἄρχεται γεννᾶσθαι, καὶ δόξουσί
                        σοι θεασαμένῳ <lb/>καθάπερ τινὲς ῥίζαι τὰ νεῦρα ταῦτα εἶναι τῶν ὀφθαλμῶν.
                        <lb/>διαλύεταί γε μὴν οὐκ εἰς πολλὰς ἶνας, ὥσπερ τὰ ἄλλα <lb/>σύμπαντα νεῦρα
                            <milestone unit="ed1page" n="205"/>τὰ διανεμόμενα τοῖς ὑποδεχομένοις
                        <lb/>ὀργάνοις αὐτὰ, θαυμαστὸν δέ τινα τρόπον ἕτερον, ὃν οὔτε <lb/>ῥᾴδιον
                        εἰπεῖν, οὔτε ἀκούσας ἴσως πιστεύσεις, πρὶν αὐτόπτης <pb n="833"/> γενέσθαι
                        τοῦ θεάματος. εἰς γὰρ τὸν κατ’ εὐθὺ κείμενον <lb/>ὀφθαλμὸν ἑκάτερον εἴσω
                        δυόμενον εἰς πλάτος ἐκτείνεται, <lb/>περιφερόμενον ἐν κύκλῳ σφαιροειδῶς τῷ
                        κατ’ αὐτὸν ὑγρῷ <lb/>καλουμένῳ ὑελοειδεῖ, μηδέν τι παραλλάττον ἐνταῦθα τῆς
                        ἐγκεφάλου <lb/>φύσεως. ἀλλὰ καὶ μόνοις τούτοις τοῖς νεύροις, πρὶν εἰς
                        <lb/>τὸν ὀφθαλμὸν ἐμφύεσθαι, σαφῶς ἔνδον ἐστὶν αἰσθητός τις <lb/>πόρος, ὅθεν
                        αὐτὰ καὶ πόρους ἔνιοι τῶν ἀνατομικῶν ἐκάλεσαν, <lb/>οὐ νεῦρα, <milestone unit="ed2page" n="242"/>τινὲς δὲ ὀπτικὰ νεῦρα προσαγορεύουσιν, ἀπὸ
                        <lb/>τῆς ἐνεργείας τοὔνομα θέμενοι. καὶ πρώτην γε ταύτην συζυγίαν
                        <lb/>ἀριθμοῦσιν τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου νεύρων, ἁπασῶν τῶν <lb/>ἄλλων οὖσαν
                        μαλακωτάτην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἑτέρα δ’ ἐφεξῆς ἐστι συζυγία τοῖς κινοῦσι <lb/>τοὺς ὀφθαλμοὺς μυσὶ
                        διανεμομένη, σκληροτέρα τε καὶ μικροτέρα <lb/>πολλῷ τῆς προειρημένης, καὶ
                        διεκπίπτει γε τοῦ <lb/>κρανίου παραπλήσιον ἐκείνοις, ὀστῷ λεπτοτάτῳ
                        <lb/>διοριζομένη. </p></div><pb n="834"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Παράκειταί δὲ αὐτῇ κατὰ τὴν τοῦ κρανίου <lb/>φορὰν, οὐ μὴν κατὰ τὴν πρώτην
                        ἔκφυσιν, τρίτη τῶν νεύρων <lb/>συζυγία. καλοῦσι δ’ αὐτὰ μαλακὰ, πάμπολλα
                        φαινόμενα <lb/>κατὰ τὴν πρώτην ῥίζαν εὐθὺς, εἰ προσέχεις τὸν νοῦν
                        <lb/>αὐτοῖς ἀκριβῶς, ὡς ἀμελέστερόν γε θεωμένῳ πάντα ἕν σοι <lb/>δόξει.
                        μαλακώτερα μὲν ὄντως ἐστὶ ταῦτα τὰ νεῦρα καὶ τῶν <lb/>ἐν τῇ προειρημένῃ
                        δευτέρᾳ, καὶ τῶν ἐν τῇ δ΄, καὶ <lb/>τῶν ἄλλων τῶν ἐφεξῆς. ἔτι δὲ μᾶλλον
                        φαίνεται τοιαῦτα, <lb/>διότι πλείονα τὸν ἀριθμὸν ὄντα καὶ θριξὶν ὁμοίως
                        λεπτὰ <lb/>κατ’ ἀλλήλων ἐπίκεινται χωρὶς τοῦ πεπιλῆσθαί τε καὶ
                        <lb/>καταπεπλέχθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Βραχὺ δὲ αὐτῶν οὖσα σκληροτέρα τῶν ἀπ’ <lb/>ἐγκεφάλου νεύρων ἡ τετάρτη
                        συζυγία μετὰ τὴν ἔκφυσιν <lb/>εὐθέως ἀναμίγνυται τῇ τρίτῃ, καὶ
                        συνδιεξέρχεται πρώτην <lb/>μὲν τὴν παχεῖαν μήνιγγα, μετὰ ταῦτα δὲ ἤδη καὶ τὸ
                        κατὰ <lb/>τὴν κεφαλὴν ὀστοῦν εἶτ’ αὖθις ἀποχωρίζεται πρὸς τὴν <lb/>ὑπερῴαν
                        τοῦ στόματος. ἥ γε μὴν τρίτη συζυγία, καθάπερ <pb n="835"/> ἐκ πολλῶν
                        φαίνεται τῶν πρώτων συγκειμένη ῥιζῶν, οὕτω καὶ <lb/>κατασχίζεται πολυειδῶς.
                        οὐδὲν γὰρ διαφέρει λύεσθαι λέγειν <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων τὸ προειρημένον ἄθροισμα
                        τῶν νεύρων, ἢ κατασχίζεσθαι <lb/>τὸ σύμπαν, ἀποσχιζομένων τῶν μερῶν. οὕτω δὲ
                        <lb/>εἰ καὶ διακρίνεσθαί τις ἀπ’ ἀλλήλων αὐτὰ λέγει, ἢ τοῦ <lb/>παντὸς
                        ἀθροίσματος φύεσθαι τῶν μερῶν ἕκαστον, οὐ διοίσει. <lb/>πρῶτον μὲν οὖν
                        ἕκαστον αὐτῶν ἀποχωρεῖ μόριον εἰς <lb/>τὸ κάτω τῆς κεφαλῆς φερόμενον,
                        ἀγνοηθὲν τοῖς ἀνατομικοῖς. <lb/>κοινὸν δ’ ἐστὶ τὸ τρῆμα τοῦ κρανίου, δι’ οὗ
                        τοῦτο <lb/>φέρεται κάτω, καὶ τῆς καρωτίδος ἀρτηρίας τὸ λείψανον
                        <lb/>ἀναφέρεταί τε πρὸς τὸν ἐγκέφαλον, ἓν καθ’ ἑκάτερον μέρος. <lb/>εἰ δὲ
                        καὶ μὴ λέγοιτό ποτε τοῦτο, προσυπακούειν αὐτὸ χρὴ <lb/>διὰ παντὸς ἅπαξ
                        ἀκηκοότας ἄρτι· μηδὲν μήτε τῶν ἐξ <lb/>ἐγκεφάλου, μήτε τῶν ἐκ νωτιαίου
                        νεύρων ἀζυγὲς ὑπάρχειν, <lb/>ἀλλ’ ἀεὶ τὸ μὲν ἐν τοῖς δεξιοῖς, τὸ δὲ ἐν τοῖς
                        <lb/>ἀριστεροῖς μέρεσιν, ἀκριβῶς. ἀλλήλοις ἴσα τὸ μέγεθος. <pb n="836"/>
                        ὅπως μὲν οὖν ταῦτα τὰ νεῦρα φέρεται διά τε τοῦ τραχήλου <lb/>καὶ τοῦ θώρακος
                        εἰς τὰ κάτω τῶν φρενῶν χωρία, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="243"/>καὶ τίς αὐτῶν ἡ νομὴ, προϊὼν ὁ λόγος
                        ἐξηγήσεται· <lb/>νῦν δὲ ἐπὶ τὰ λοιπὰ μόρια τῆς τρίτης συζυγίας ἀνέλθωμεν.
                        <lb/>ἐκπίπτουσα γὰρ τοῦ κρανίου ψαύει μὲν τῆς δευτέρας, οὐ <lb/>μὴν
                        ἀναμίγνυται ταύτῃ, καθάπερ ἄλλαι τινὲς μίγνυνται, <lb/>σχίζεται δὲ
                        πολυειδῶς, ὡς ἔφην. αὐτίκα γοῦν ἐκπίπτει τι <lb/>μόριον αὐτῆς παρὰ τὴν
                        διάρθρωσιν τῆς γένυος εἰς τὰ <lb/>πρόσω τῶν ὤτων, ὅσοις ἀπὸ τῆς πέμπτης
                        συζυγίας ἥκουσιν <lb/>ὅπως ἀναμίγνυται, μικρὸν ὕστερον ἀκούσεις. τοῦτο μὲν
                        <lb/>οὖν μικρόν τι μόριόν ἐστιν αὐτῆς. τὸ δὲ οἷον πρέμνον <lb/>ἁπάντων τῶν
                        ἀπ’ αὐτοῦ πεφυκότων μερῶν ἐν λόγῳ κλάδων <lb/>τε καὶ ἀκρεμόνων δίχα μὲν
                        σχίζεται τὸ πρῶτον, ἑκάτερον <lb/>δ’ αὖθις ἐκείνων εἰς πολλὰ μόρια, τὸ μὲν
                        ἕτερον εἴς τε <lb/>τοὺς κροταφίτας μῦς καὶ τοὺς μασσητῆρας ὀνομαζομένους,
                        <lb/>ὅσοι τε ἄλλοι τῆς ἄνω γένυος ἐκπεφύκασιν, διανεμόμενον· <lb/>ἔστι δὲ
                        καὶ τοῖς οὔλοις ὀνομαζομένοις καὶ τοῖς ὀδοῦσι καὶ <pb n="837"/> τῷ δέρματι
                        τῷ περὶ τὸ πρόσωπον ἐκ τούτων τῶν νεύρων· <lb/>τὸ δὲ ἕτερον εἴς τε τὰς ῥίζας
                        τῶν κατὰ τὴν κάτω γένυν <lb/>ὀδόντων σχίζεται, καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν,
                        ἥν ἐσχίσθη <lb/>τὸ πρότερον εἰς τοὺς ἄνω, καὶ τοῖς οὔλοις δ’ ἀπονεμήσεις
                        <lb/>ὁμοίως πέμπει, καὶ τοῖς κάτω χείλεσιν, ὥσπερ ἐκεῖνο <lb/>τοῖς ἄνω. τὸ
                        πλεῖστον δ’ αὐτοῦ μέρος εἰς τὸν τῆς γλώττης <lb/>διανέμεται χιτῶνα, καὶ
                        καλοῦσί τινες τὸ ζεῦγος τοῦτο <lb/>τῶν νεύρων γευστικὸν, ἐπειδὴ δι’ αὐτῶν ἡ
                        τῆς γεύσεως αἴσθησις <lb/>γίγνεται. τοιαύτη μέν τις καὶ ἡ τῆς γ΄ συζυγίας.
                        <lb/>τομή. λέλεκται δὲ καὶ περὶ τῆς δ΄, ἣν ὀρθῶς ὁ Μαρῖνος <lb/>εὗρεν
                        ἀποχωριζομένην τῆς τρίτης, ἐπί τε τὴν ὑπερῴαν <lb/>ἀφικνουμένην, ἣν ἐν ταῖς
                        ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν <lb/>λέγομεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἔστι δὲ καὶ ἄλλη συζυγία νεύρων, ἥν <lb/>Μαρῖνος ὀνομάζει πέμπτην, καίτοι γε
                        οὐκ ἐκ μιᾶς ἀκριβῶς <lb/>ῥίζης ἀνίσχουσαν, ἀλλ’ εἰσὶ μὲν πλησίον ἀλλήλων,
                        <lb/>ἕτερον δ’ ἐξ ἑτέρας ἐκφύεται νεῦρον· ἐν μὲν τοῖς πρόσω <pb n="838"/>
                        μᾶλλον ὃ καλοῦσιν ἀκουστικὸν, εἰς τὸ τρῆμα τῆς ἀκοῆς <lb/>ἐκπίπτον ἅμα τῇ
                        συνεκφυομένῃ μήνιγγι τῇ σκληρᾷ, μεθ’ <lb/>ἧς πλατυνθὲν ὑπαλείφει τὸν πόρον,
                        ἐκ δὲ τῶν ὀπίσω θάτερον <lb/>εἰς ἕτερόν τι τρῆμα τοῦ λιθοειδοῦς ἐκπίπτον
                        ὀστοῦ <lb/>τὸ καλούμενον τυφλόν· ὠνόμασαν γὰρ οὕτως οἱ παλαιοὶ <lb/>τῶν
                        ἀνατομικῶν αὐτὸ, μὴ δυνηθέντες ἀκριβῶς ἀνατρῆσαι <lb/>τὴν ἕλικα, δι’ ἧς
                        ἐκπίπτει τὸ νεῦρον πρὸς τὸ ἐκτὸς ὀπίσω <lb/>τῶν ὤτων. ἐπιμίγνυται δ’ αὐτίκα
                        καὶ τοῦτο τῷ κατὰ τὴν <lb/>γ΄ συζυγίαν εἰρημένῳ διεκπίπτειν ἔξω παρὰ τὴν
                        διάρθρωσιν <lb/>τῆς γένυος, οὐκ ἐκείνου πρὸς τοῦτο ἀφικνουμένου,
                        περιμένοντος <lb/>δὲ τοῦτο πρὸς ἑαυτὸ παραγιγνόμενον. ἐξ ἀμφοτέρων <lb/>δὲ
                        αὐτῶν μιχθέντων τὸ πλεῖστον μέρος, ἄμεινον δ’ <lb/>εἰπεῖν, ὀλίγου δεῖν ἅπαν
                        εἰς τὸν πλατὺν μῦν κατασχίζεται, <lb/>τὸν ὑποπεφυκότα τῷ δέρματι, τὸν τὴν
                        γνάθον κινοῦντα <lb/>χωρὶς τῆς γένυος, ὃν ἡμεῖς εὕρομεν δῆλον, καὶ
                        <lb/>τοῦτον ἑκατέρωθεν ὄντα. μεμνῆσθαι γὰρ χρὴ τοῦ πάντων <lb/>ἀκούειν κατὰ
                        συζυγίαν, εἰ καὶ παραλείποιτό ποτε κατὰ <pb n="839"/> τὴν λέξιν. τοιαύτη μὲν
                        οὖν καὶ ἡ τῆς πέμπτης συζυγίας <lb/>νομή. κείσθω γὰρ εἶναι μία διὰ Μαρῖνον,
                        εἰ καὶ διττὴ <lb/>φανερῶς ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="244"/>Ἡ δὲ ἕκτη συζυγία τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου
                        <lb/>νεύρων κέχρηται τρήματι τῷ κατὰ τὸ κάτω πέρας τῆς λαμβδοειδοῦς
                        <lb/>ῥαφῆς. ἀρχὰς δ’ εὐθὺς ἐξ ἐγκεφάλου τριῶν ἔχει <lb/>νεύρων, ἐκπεσόντα δ’
                        ἔξω τοῦ κρανίου ταῦτα πολυειδῶς <lb/>ἀλλήλοις τε καὶ τοῖς παρακειμένοις, ἃ
                        μικρὸν ὕστερον ἐρῶ, <lb/>μίγνυται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Λοιπὴ δ’ ἐστὶν ἡ ἑβδόμη συζυγία τῶν ἀπ’ <lb/>ἐγκεφάλου νεύρων, τῷ πλείστῳ
                        μέρει σφῶν αὐτῶν εἰς τοὺς <lb/>τῆς γλώττης μῦς διανεμομένη. μικρὸν γάρ τι
                        μόριον αὐτῶν <lb/>ἀεὶ μὲν εἰς τοὺς κοινοὺς μῦς ἀφικνεῖται τοῦ τε θυροειδοῦς
                        <lb/>χόνδρου τοῦ λάρυγγος καὶ τῶν ταπεινῶν πλευρῶν τοῦ <lb/>λαμβδοειδοῦς,
                        οὐκ ἀεὶ δὲ καὶ εἰς ἄλλους τινάς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἐπιμίγνυται δ’, ὡς ἔφην, ἀλλήλοις τὰ <lb/>κάτω τῆς κεφαλῆς φερόμενα νεῦρα, τό
                        τε ἀπὸ τῆς γ΄ συζυγίας <pb n="840"/> καὶ τῶν νῦν εἰρημένων ἐσχάτων δυοῖν.
                        καὶ μέντοι <lb/>καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου νεύρων ἥ τε πρώτη καὶ ἡ δευτέρα
                        <lb/>συζυγία πολλὴν ἐπιμιξίαν ποιεῖται πρὸς ταῦτα τὰ νεῦρα. <lb/>καὶ
                        πολλάκις μέν σοι δόξει τὸ διῆκον ἐκ τοῦ ἑτέρου <lb/>πρὸς <milestone unit="ed1page" n="206"/>τὸ ἕτερον οἷον δεσμός τις εἶναι μόνον ἀμφοῖν
                        <lb/>κοινός· ἐνίοτε δὲ τὸ μὲν ἕτερον τῶν νεύρων αὐξάνει, ὡς <lb/>προστιθὲν
                        ἀναμιγνύμενον, ἔλαττον δὲ ἐργάζεται θάτερον, ὡς <lb/>ἂν ἀποχωρισθὲν αὐτοῦ.
                        διὸ καὶ τεταραγμένοι τε πάντες <lb/>εἰσὶν οἱ ἀνατομικοὶ περὶ τὴν τούτων τῶν
                        νεύρων γνῶσιν, <lb/>ἀλλήλοις τε διαπεφωνήκασιν ἐπὶ πλεῖστον, ἠγνοήκασι δὲ τὸ
                        <lb/>πλεῖστον ἐν ἑκάστῳ. τινὰ μὲν γὰρ, οὐδὲ διὰ παντὸς οὐ <lb/>μόνον ἐπὶ
                        πάντων φερόμενα τῶν ζώων, ἀλλ’ οὐδὲ ἐπὶ μόνων <lb/>τῶν πιθήκων, ὡς μηδέποτε
                        ἄλλως ἔχοντα γεγράφασιν· <lb/>ἔνια δ’ οὐ μόνον ἐπὶ τῶν πιθήκων, ἀλλὰ καὶ τῶν
                        ἄλλων <lb/>ζώων, ὧν ἓξ ὑπάρχειν γένη δείκνυμι κατὰ τὰς ἀνατομικὰς
                        <lb/>ἐγχειρήσεις, ὡσαύτως ἔχειν διαπαντὸς, ἠγνόηται τελέως <pb n="841"/>
                        αὐτοῖς. αὐτίκα γέ τοι, ὅπως τοῖς ἰδίοις τοῦ λάρυγγος μυσὶ <lb/>ἐκ τῆς ἕκτης
                        συζυγίας ἀπονενέμηται νεῦρα κατὰ τρεῖς ἐκφύσεις <lb/>ἑκατέρωθεν, ὡς εἶναι
                        τὰς πάσας ἓξ. ἔγνωσαν δ’ <lb/>ἔνιοι μὲν τὰς δύο μόνας αὐτῶν, ἔνιοι δ’ οὐδὲ
                        ταύτας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Οἵ γε μὴν κοινοὶ πρὸς ἄλλα μόρια τοῦ <lb/>λάρυγγος μύες οὐ διὰ παντὸς ἀπὸ τῆς
                        ς΄ συζυγίας λαμβάνουσι <lb/>νεῦρα, καθάπερ οὐδὲ οἱ τὸ λαμβδοειδές τε καὶ
                        <lb/>ὑοειδὲς ὀστοῦν ὀνομαζόμενον τῷ στέρνῳ συνάπτοντες· ὑπὲρ <lb/>ὧν
                        ἀκριβοῦται μὲν ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν, ἐν αἷς <lb/>καὶ περὶ τῶν
                        τριῶν λέγεται νεύρων τῆς νομῆς, τῶν διὰ τοῦ <lb/>τρήματος, ὃ κατὰ τὸ τέλος
                        ἐστὶ τῆς λαμβδοειδοῦς ῥαφῆς, <lb/>εἰρημένων ἐκφύεσθαι, <milestone unit="ed2page" n="245"/>καίτοι γε ἑκάτερον ὀλίγου δεῖν <lb/>ἅπαντες ἓν
                        εἶναι νομίζουσιν, ὃ παραπεφυκὸς ταῖς καρωτίσιν <lb/>ἀρτηρίαις εἰ βρόχῳ
                        διαλαμβάνομεν, τὸ ζῶον αὐτίκα <lb/>ἄφωνον γίνεται. παρὰ τούτων μὲν οὖν καὶ
                        οἱ τοῦ λάρυγγος <lb/>μύες ἀποβλαστήματα λαμβάνουσιν. τῶν δὲ ἄλλων δυοῖν
                        <lb/>τὸ μὲν εἰς ἑκατέρους τοῦ φάρυγγος μῦς καὶ τῆς γλώττης <pb n="842"/> τὴν
                        ῥίζαν ἀφικνεῖται, τὸ δὲ ἐπί τε τὸν τῆς ὠμοπλάτης <lb/>μῦν καὶ τὸν πλατὺν καί
                        τινας ἄλλους τῶν τῇδε. λελήθασι <lb/>δ’ αὐτοὺς καὶ τῶν παραφυομένων ταῖς
                        ἀρτηρίαις οὐκ ὀλίγαι <lb/>τῶν ἀποφύσεων, ἃς διά τε τοῦ τραχήλου καὶ τοῦ
                        θώρακος <lb/>φερόμενα ποιεῖται, πρὶν ἐμπίπτειν τῷ σώματι τῆς γαστρὸς,
                        <lb/>εἰς ὅπερ ἡ πλείστη μοῖρα καταφύεταί τε καὶ διασπείρεται <lb/>τῶν νεύρων
                        τούτων. ἀλλ’ ἐκεῖνο θαυμαστὸν, ὅτι <lb/>ταῖς μὲν φρεσὶν ἐξ αὐτῶν τινα
                        λέγουσιν ἀπονέμεσθαι μόρια, <lb/>μηδ’ ὅλως λαμβανουσῶν τῶν φρενῶν ἐκ ταύτης
                        τῆς συζυγίας <lb/>μηδὲ τὸ σμικρότατον· ὅτι δ’ ἐκ μέσου τοῦ θώρακος
                        <lb/>ἀνάπαλιν ἥκει τινὰ μόρια ἐκ τούτων τῶν νεύρων ἐπί τινας <lb/>τοῦ
                        λάρυγγος μῦς, οὐκ ἔτι λέγουσιν, οὐδ’ ἥντινα δύναμιν <lb/>ἔχουσιν ταῦτα. καί
                        τοι τοιαῦτα τῆς ἀφωνίας ἐστὶν αἴτια <lb/>τοῖς ζώοις βλαβέντα, καὶ ἡ μεγάλη
                        συζυγία τῶν παρὰ τῆς <lb/>ἀρτηρίας νεύρων, ὅτι ταῦτά ἐστιν αὐτῶν μόρια, τὴν
                        φωνὴν <lb/>ἀναιρεῖν πέφυκεν, εἰ βλαβείη. ποικίλη δὲ καὶ ἡ μετὰ τὰς <pb n="843"/> φρένας νομὴ τῶν νεύρων τούτων. καὶ γὰρ παρὰ τοῦ κατὰ
                        <lb/>τοῦτο τὸ μέρος νωτιαίου λαμβάνει τινὰ μόρια, καὶ διασπείρει <lb/>πρὸς
                        τὰ ταύτης σπλάγχνα, καὶ τοῖς εἰρημένοις ἔμπροσθεν <lb/>ἀπὸ τῆς τρίτης
                        συζυγίας καταφέρεσθαι διά τε τοῦ <lb/>τραχήλου καὶ τοῦ θώρακος ἀναμίγνυται.
                        καίτοι γε ἅπαντες <lb/>αὐτὰ πάλιν ταῦτα τὰ παρὰ τὰς ῥίζας τῶν πλευρῶν
                        καταφερόμενα <lb/>τῆς ἕκτης συζυγίας ἀποβλαστήματα εἶναι δοκοῦσιν.
                        <lb/>ποικίλη δὲ καὶ ἡ τούτων ἐπιμιξία πρός τε τὰ τῶν <lb/>μεσοπλευρίων νεῦρα
                        καὶ τὰ κατ’ ὀσφὺν σχεδὸν ἅπαντα τὰ <lb/>σμικρὰ καὶ τὸ λείψανον τῶν ἐπὶ τὸ
                        στόμα τῆς κοιλίας <lb/>ἐλθόντων. ποικίλη δὲ νομὴ καὶ κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ
                        <lb/>περιτοναίου χώραν, ἣν οὐ πρόκειται νῦν εἰς ἐσχάτην ἀκρίβειαν
                        <lb/>ἐξηγήσασθαι. ἀλλὰ μὴν ἱκανῶς ἐστιν οὐκ ἀγνοεῖν, <lb/>ὅτι εἰς τὸ ἧπάρ τε
                        καὶ τὸν σπλῆνα καὶ τοὺς νεφροὺς, ἔτι <lb/>δὲ πρὸ τούτων εἰς ὅλην τὴν γαστέρα
                        καὶ πάντα τὰ <lb/>σπλάγχνα τὰ ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρα ταύτῃ μὲν ἀπὸ τῆς τρίτης,
                        <lb/>ὡς εἴρηται, συζυγίας, ταύτῃ δὲ τῆς ἕκτης ἀφικνούμενα <pb n="844"/>
                        φαίνεται. ὅτι δὲ καὶ ὁ πνεύμων τε καὶ ἡ καρδία ἀπὸ τῆς <lb/>ἕκτης συζυγίας
                        τινὰ τῶν νεύρων μοῖραν ἐν τῷ τραχήλῳ <lb/>λαμβάνουσιν, ἅπαντες μὲν δὴ
                        ἐγνώρισαν. ἀλλὰ μὴν περὶ <lb/>νεύρων τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου ἐπιφυομένων ταῦτα
                        τοῖς εἰσαγομένοις <lb/>ἐξαρκεῖ. περὶ δὲ τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου ἀφικνουμένων
                        <lb/>ἐφεξῆς λεκτέον, ἐν οἷς οἱ πάντες ἀνατομικοὶ ἥμαρτον. <lb/>τὰς δὲ τῶν
                        σφαλμάτων αἰτίας νῦν μὴ καιρός ἐστι <lb/>διεξέρχεσθαι, ἐπειδὴ αὐτὰς ἤδη ἐν
                        ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν <lb/>ἐξηγησάμην. ἀλλ’ ὅμως τῶν παλαιῶν
                        μεμνῆσθαι <lb/>διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι, ὅτι γ’ ἐκείνοις τοῖς αὐτῶν βιβλία
                        <lb/>μὲν ἀναγιγνώσκουσιν, ἀλλὰ μὴ μετ’ ἐμοῦ τὰ διὰ τῶν ἀνατομῶν
                        <lb/>φαινόμενα εἰσορῶσιν ἄδηλον εἶναι δόξει, πότερον <lb/>ἅπαντες ἐκεῖνοι ἢ
                        μόνος ἐγὼ ἥμαρτον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p><milestone unit="ed2page" n="246"/>Πρώτη μὲν οὖν συζυγία τῶν ἀπὸ τοῦ
                        <lb/>νωτιαίου νεύρων ἐκφύεται διατετρημένου τοῦ πρώτου σπονδύλου
                        <lb/>τρήμασι τούτων τῶν τοῖς πρώτοις ς΄ σπονδύλοις κοινῶν <lb/>ὑπαρχόντων
                        διαφερομένοις. τὰ μὲν γὰρ ἐν ταῖς ἐγκαρσίαις <lb/>ἀποφύσεσίν ἐστι καὶ
                        οὐδαμῶς τοῦ μυελοῦ ἅπτονται· τὰ δὲ <pb n="845"/> ἁπτόμενα δύο ἐστὸν ἑτέρω,
                        δι’ ὧν ἡ πρώτη νεύρων ἐκπίπτει <lb/>συζυγία, μίαν μὲν ἔχουσα κατ’ αὐτὸν τὸν
                        νωτιαῖον <lb/>ῥίζαν, εὐθὺς δὲ δίχα σχισθεῖσα, τῷ μὲν ἑτέρῳ τῶν μορίων
                        <lb/>ὀπίσω φέρεται, τῷ δὲ θατέρῳ πρὸς τὰ πλάγια. αὕτη μὲν <lb/>οὖν μικρά
                        ἐστιν ἡ τῶν νεύρων συζυγία ἐν τούτοις τοῖς ζώοις, <lb/>ἐν οἷς οἱ πρῶτοι
                        σπόνδυλοι μικροί εἰσιν, ὥσπερ ἐν τοῖς πιθήκοις, <lb/>μεγάλη δὲ, ἐν οἷς
                        μεγάλοι, ὥσπερ ἐν τοῖς καρχαρόδουσί <lb/>τε καὶ κερασφόροις. ἐν τούτοις οὖν
                        διὰ μὲν αὐτὸ τὸ <lb/>μέγεθος ἡ νεύρων ἔκφυσις ἡ πρὸς τὰ πλάγια ἀφικνουμένη
                        <lb/>εἰς πλείστους μῦς διασπείρεται, τοὺς ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν
                        <lb/>εἰρημένους. ἐν πιθήκοις δὲ τοῖς τῷ ἀνθρώπῳ ἐν <lb/>ἄλλοις τε πλείστοις
                        μέρεσι καὶ μάλιστα ἐν τραχήλῳ ὁμοιοτάτοις <lb/>εἰς μόνους τοὺς περὶ τὴν
                        διάρθρωσιν τῆς κεφαλῆς <lb/>μῦς ἡ πρώτη νενέμηται συζυγία, καὶ αὐτοὺς οὐκ
                        ἀκριβῶς <lb/>ὑπὸ τῶν ἀνατομικῶν ἐγνωσμένους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ἡ δὲ δευτέρα τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου συζυγία <lb/>νεύρων ἐκ τῶν ὀπίσω μὲν
                        ἀνίσχει καὶ αὐτὴ μερῶν, οὐ <pb n="846"/> μὴν διὰ τρημάτων γέ τινων, καθάπερ
                        ἡ πρώτη. χώρα γάρ <lb/>τίς ἐστι καθ’ ἑκάτερον μέρος τῆς ἀκάνθης γυμνὴ τῶν
                        κατὰ <lb/>τοὺς σπονδύλους ὀστῶν ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ τε πρώτου καὶ <lb/>τοῦ
                        δευτέρου, καθ’ ἣν ἐκφύεται τὰ νεῦρα, μέρει μέν τινι <lb/>καὶ ταῦτα διὰ τῶν
                        πλαγίων ἐπὶ τὰ πρόσω φερόμενα, συμπλεκόμενά <lb/>τε τοῖς κατὰ τὴν πρώτην καὶ
                        τρίτην συζυγίαν <lb/>νεύροις, ὥσπερ καὶ ἡ τρίτη τοῖς ἀπ’ ἐγκεφάλου
                        ἐκφυομένοις· <lb/>ἡ πλείστη δ’ αὐτῶν μοῖρα τοῖς ὀπίσω τοῦ τραχήλου
                        <lb/>διανέμεται μυσὶν, ἀφ’ ὧν αἱ τῶν πρώτων σπονδύλων πρὸς <lb/>ἀλλήλους τε
                        καὶ τὴν κεφαλὴν γίγνονται κινήσεις, μετὰ τοῦ <lb/>καὶ διδόναι τι τοῖς
                        πλατέσι μυσὶ τοῖς κινοῦσι τὰς γνάθους. <lb/>ὅσον δ’ ὑπόλοιπον αὐτῶν ἐστιν,
                        ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἀναφέρεται <lb/>τοῦτο, τὴν ὀπίσω χώραν αὐτῆς ἅπασαν
                        διαπλέκον, <lb/>τά τε περὶ τὰ ὦτα μόρια, καὶ τὰ μέχρι τῆς κορυφῆς τε καὶ
                        <lb/>τῆς ἀρχῆς τοῦ βρέγματος. οὕτως μὲν καὶ τὸ εἰς πρόσω φερόμενον
                        <lb/>σχεδὸν καὶ αὐτὸ εἰς ἅπαν τὸ πρόσω τῆς κεφαλῆς <lb/>μέρος διασπείρεται.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ἡ δὲ τρίτη συζυγία τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου <pb n="847"/> νεύρων ἐκ μὲν τῶν
                        πλαγίων μερῶν φύεται, καθ’ ὃ συμβάλλοντες <lb/>ἀλλήλοις ὁ δεύτερός τε καὶ
                        τρίτος σπόνδυλος <lb/>ἐργάζονται τρῆμα κοινὸν στρογγύλον, ἴσον εὖρος τῷ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="247"/>πάχει τοῦ νεύρου. σχιζομένη δ’ αὐτίκα τῷ
                        μὲν ἑτέρῳ <lb/>τῶν μερῶν ὀπίσω φέρεται διὰ βάθους τῶν ἐνταῦθα μυῶν,
                        <lb/>ἀπονεμήσεις αὐτοῖς διδοῦσά τινας· ἔπειτα ἀνίσχει παρ’ αὐτὴν <lb/>τὴν
                        ἄκανθαν τῆς ῥάχεως. ἐντεῦθέν τε πάλιν ἐπὶ τὰ πρόσω <lb/>φέρεται τὸ νεῦρον
                        τοῦτο λοξὸν, εἰς τοὺς ὀπίσω τοῦ ὠτὸς <lb/>μῦς διασπειρόμενον, ἓν ἑκατέρωθεν·
                        τοῦτο γὰρ ἀεὶ, κᾂν <lb/>μὴ λέγω, ὑπό σου ἐνθυμούμενον βούλομαι. τῷ δὲ ἑτέρῳ
                        <lb/>τῶν μερῶν πρόσω φερομένῳ αὐτὴ τρίτη ἡ συζυγία, καθ’. <lb/>ἣν ὁ λόγος
                        ἐστὶ, προσχώροις ἐκφύσεσιν ἐπιμίγνυται, ἀπονεμήσεις <lb/>τέ τινας ἄλλοις τε
                        τοῖς ἐκεῖ οὖσι σώμασι, καὶ τοῖς <lb/>πλατέσι μυσὶ, τοῖς δὲ καὶ τούτοις πρόσω
                        τοῦ ὠτὸς πέμπει, <lb/>καὶ τοῖς τὰς γνάθους κινοῦσι, καὶ τοῖς ἀνανεύουσιν
                        ὅλον <lb/>τὸν τράχηλον ὀπίσω κατὰ τῆς συμπάσης κεφαλῆς διανέμεται.
                        <lb/>ἐπιμίγνυται δ’ αὐταῖς τὸ πρόσω φερόμενον ἀμφοτέραις ταῖς <pb n="848"/>
                        συζυγίαις, τῇ τε πρόσθεν εἰρημένῃ τῇ δευτέρᾳ καὶ τῇ <lb/>μετὰ ταῦτα
                        ῥηθησομένῃ τῇ τετάρτῃ. καὶ τήν γ’ ἀκριβῆ <lb/>νομὴν, ἣν ἐν τοῖς πρόσω τοῦ
                        τραχήλου μέρεσιν ἡ σύζευξις <lb/>αὐτῶν ἴσχει, καθ’ ἕτερον εἰρήσεται λόγον.
                        ἐν δὲ τῷ παρόντι <lb/>χρὴ γινώσκειν τοσοῦτον, ὡς ἡ τρίτη καὶ τετάρτη συζυγία
                        <lb/>τοῖς τε κοινοῖς τοῦ τραχήλου καὶ τῆς κεφαλῆς μυσὶν <lb/>αὐτὴ χορηγεῖ τὰ
                        νεῦρα, καὶ τοῖς τὰς γνάθους κινοῦσιν, ὥσπερ <lb/>γε καὶ τοῖς ὀπίσω τῶν ὤτων
                        ἅπασι μέρεσι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Αἱ δ’ ἐφεξῆς συζυγίαι κοινὸν μὲν ἔχουσιν <lb/>ἅπασαι τὸ διάτρημα, δι’ οὗ
                        ἐκπίπτει τὰ νεῦρα, κοινὸν δ’ <lb/>ἐπὶ τούτων καὶ τὸ σχίζεσθαι κατὰ μὲν τὴν
                        ἔκφυσιν αὐτίκα, <lb/>φέρεσθαί τε τῷ μὲν ἑτέρῳ τῷ ἐλάττονι εἰς τὰ πρόσω, τῷ
                        <lb/>δὲ ἑτέρῳ τῷ μείζονι διὰ βάθους· καὶ πρῶτον μὲν ὡς ἐπὶ <lb/>τὴν ἄκανθαν,
                        ἐντεῦθεν δὲ πάλιν εἰς τὰ πρόσω τοῦ πλατέος <lb/>μυὸς τοῦ τὴν γνάθον
                        ἀπάγοντος ἐπὶ τὰ πλάγια μέρη <lb/>σὺν τοῖς χείλεσι, χωρὶς τοῦ κινῆσαι τὸ τῆς
                        γένυος τῆς κάτω <lb/>ὀστοῦν, ὃν μηδ’ αὐτὸν ἐγίνωσκον οἱ ἀνατομικοὶ, καίτοι
                            <pb n="849"/> σαφεστάτης τῆς ἐνεργείας ἐχόμενον. Ἔτι δὲ καὶ τοῦτο κοινὸν
                        <lb/>ἁπάσαις ταῖς ἐφεξῆς συζυγίαις ἐστὶν, ὡς αὐτίκα μετὰ <lb/>τὴν πρώτην
                        ἔκφυσιν ἀπονέμησίν τινα βραχεῖαν αὐτῶν εἰς <lb/>τοὺς ῥαχίτας νέμεσθαι μῦς.
                        Καὶ μέντοι κᾀν τῷ φέρεσθαι <lb/>πρὸς τὴν ῥάχιν ὀπίσω πᾶσιν ὑπάρχει τοῖς
                        νεύροις τούτοις <lb/>κοινὸν, ἀποφύσεις τινὰς διδόναι τοῖς κοινοῖς τραχήλου
                        τε <lb/>καὶ κεφαλῆς μυσί. πάντες γὰρ οἵ τε ἐν τοῖς πρόσω τοῦ <lb/>τραχήλου
                        μύες, οἵ τ’ ἐν τοῖς πλαγίοις, ἀπὸ τούτων τῶν συζυγιῶν <lb/>λαμβάνουσι νεῦρα,
                        χωρὶς ἐκείνων, οὓς προεῖπον ἐκ <lb/>τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου συζυγιῶν ἀπονέμεσθαί
                        τι. ταῦτα μὲν <lb/>οὖν ἁπάντων κοινὰ τῶν καθ’ ὅλον τὸν τράχηλον, τὸν
                        <lb/>μὲν τράχηλον (ἐν πᾶσιν αὐτοῖς ζώοις τοῖς μὴ πάνυ ἀνομοίας <lb/>τῇ
                        ἀνθρωπίνῃ φύσεως ἐχομένοις) ἑπτὰ σπονδύλων <lb/>ὄντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p><milestone unit="ed2page" n="248"/>Ὅσα δὲ καθ’ ἑκάστην εἰσὶν ἴδια,
                        <lb/>ταῦτα μὲν ἀκριβῶς καὶ ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσι <lb/>προείρηται,
                        νῦν δὲ καὶ κεφαλαιωδῶς ἐμὲ λέγειν, ὡς κατὰ <lb/>δύναμιν μικροτάτῳ τῷ λόγῳ
                        συλλαμβάνοντα, ἀναγκαῖόν <pb n="850"/> ἐστιν. Οἱ μὲν πάντες ἐν τοῖς
                        ἐμπροσθίοις τε καὶ πλαγίοις <lb/>τοῦ τραχήλου μέρεσιν ὑπάρχουσι μύες, οἳ ἀπ’
                        αὐτῶν συζυγιῶν <lb/>τὰ νεῦρα λαμβάνουσι, πλὴν τούτων μυῶν, εἰς οὓς <lb/>ἀπὸ
                        συζυγιῶν ἐξ ἐγκεφάλου ἐκφυομένων τι διανέμεσθαι <lb/>προειρήκαμεν. Καὶ
                        προεγνωσμένων τούτων, εὔδηλον ἤδη <lb/>τὸ καθ’ ἑκάστην τῶν ἐφεξῆς συζυγιῶν
                        ἴδιον, ᾧ πρόσεχε τὸν <lb/>νοῦν. Ἀπὸ μὲν τῆς τετάρτης, ἥτις ἐκφύεται μεταξὺ
                        τοῦ τρίτου <lb/>καὶ τετάρτου σπονδύλου, βραχὺ πάντη νεύριον ἐν πιθήκοις
                        <lb/>ἐπὶ τὴν ἑξῆς ἀφικνεῖται συζυγίαν, ἀναμιγνύμενον αὐτῇ, <lb/>καθ’ ὃ
                        πρῶτον ἀνίσχει ἐν τοῖς δ’ ἄλλοις ζώοις μὴ πολλάκις <lb/>δὴ ταύτην ἀνάμιξιν
                        γίνεσθαι συνορῶμεν. ἀπὸ δὲ ταύτης <lb/>ἐφεξῆς ἡ πέμπτη συζυγία μετὰ τὸν
                        τέταρτον σπόνδυλον <lb/>ἐκφύεται· καὶ αὐτῆς ἓν μέν τι μόριον σμικρὸν εἰς τὸ
                        <lb/>κάταντες φέρεται, μελλῆσον, εἰ προσλάβοι τινὰ παρὰ τῶν <lb/>ἑξῆς μόρια
                        σμικρὰ, τὸ τοῦ διαφράγματος ἔσεσθαι νεῦρον. <lb/>ἐκ μὲν γὰρ τῆς τετάρτης
                        συζυγίας ἀραχνοειδῆ τινα μοῖραν <lb/>τῷ διαφράγματι κατέπεμψεν ἡ φύσις· ἐκ
                        δὲ τῆς πέμπτης <pb n="851"/> ἀξιόλογον· εἶτα ἐκ τῆς ς΄ ἑτέραν, ἐλάττω μὲν
                        ταύτης, μείζω <lb/>δὲ τῆς πρώτης. ἕτερον δὲ μεῖζον τούτου ἐπὶ τὸ τῆς
                        <lb/>ὠμοπλάτης ὑψηλὸν ἀναφέρεται, τὸ δὲ λοιπὸν ἅπαν ἐν τῷ <lb/>κοινῷ λόγῳ
                        τῆς κατασχίσεως εἴρηται. τῶν δ’ ἐφεξῆς συζυγιῶν <lb/>ἡ μὲν ἕκτη μετὰ τὸν
                        πέμπτον, ἡ δὲ ἑβδόμη μετὰ <lb/>τὸν ἕκτον, ἡ δὲ ὀγδόη μετὰ τὸν ἕβδομον
                        ἀνίσχει σπόνδυλον, <lb/>ἐκ τῶν κοινῶν, ὡς εἴρηται, τρημάτων, ἐπιμιγνύμεναι
                        δ’ ἀλλήλαις <lb/>ἐπί τε τὰ σιμὰ τῶν ὠμοπλατῶν φέρονται καὶ τὸν <lb/>βραχίονα
                        διὰ τῆς μασχάλης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ἄλλη δ’ ἐφεξῆς συζυγία αὐτῆς προειρημέναις <lb/>ταῖς συζυγίαις ἐπιμίγνυται τὸ
                        πλεῖστον μέρος ἐκ τῶν <lb/>τοῦ θώρακος ἤδη σπονδύλων ἐκφυομένη μεταξὺ τοῦ
                        πρώτου <lb/>καὶ δευτέρου κατ’ αὐτόν. μέρος μὲν οὖν τι σμικρὸν αὐτῆς <lb/>εἴς
                        τε τὸ πρῶτον κατασχίζεται μεσοπλεύριον καὶ εἰς τοὺς <lb/>ῥαχίτας ὀπίσω μῦς
                        ἀφικνεῖται· τὸ δ’ ἄλλο πᾶν ὑπὲρ τὴν <lb/>πρώτην ἀνατεινόμενον πλευρὰν
                        συνάπτεται τῷ μετὰ τὸν <lb/>ἕβδομον σπόνδυλον νεύρῳ. κᾄπειτα οὕτως ἄμφω τε
                        ταῦτα <lb/>καὶ τὰ ἄλλα τὰ προειρημένα διὰ τῆς μασχάλης ἐπί τε τὰ <pb n="852"/> σιμὰ τῶν ὠμοπλατῶν καὶ τὸν βραχίονα φέρεται, μιγνύμενά <lb/>πως πρὸς
                        ἄλληλα καὶ ἀντεμπλεκόμενα. διανέμεται δὲ πολὺ <lb/>μὲν αὐτῶν εἴς τε τοὺς
                        βραχίονος μῦς καὶ τοὺς τοῦ πήχεως· <lb/>ὅσον δὲ ὑπόλοιπον, εἰς ἄκραν χεῖρα
                        διασπείρεται. <lb/>κατ’ εὐθὺ δὲ μάλιστά ἐστι τῇ μὲν ἐσχάτῃ τῶν
                            εἰρημέ<milestone unit="ed2page" n="249"/>νων <lb/>ἐκφύσεων, ὅσα πρὸς
                        ἄκραν χεῖρα παραγίνεται <lb/>νεῦρα· τῇ δ’ ὑπὲρ αὐτῆς τὰ κατὰ τὸν πῆχυν· ὅσα
                        δὲ <lb/>κατὰ τὸν βραχίονα, καὶ ὅσα τούτων ἔθ’ ὑψηλότερα, καὶ <lb/>πρὸς τὴν
                        μὲν ὠμοπλάτην ἀφικνεῖται νεῦρα, ταῖς ἀνωτέραις <lb/>συζυγίαις ἐστὶ κατ’
                        εὐθύ. οἵαν δὲ ὁδὸν διὰ τῆς ὅλης <lb/>χειρὸς ποιεῖται, καὶ πῶς εἰς μυῶν
                        ἕκαστον διανέμεται, ἐν <lb/>ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν ἤδη εἴρηται. κατὰ
                        δὲ τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον ἐξ ἁπάντων τοῦ θώρακος τῶν σπονδύλων ἐκφύεται
                        <lb/>νεῦρα, παραπλησίαν ἔχοντα τὴν νομὴν πάντα, <lb/>πλὴν τοῦ κατὰ τὸ
                        δεύτερον μεσοπλεύριον. ἐντεῦθεν γάρ <lb/>ἐκπίπτει σαφὲς νεῦρον ἐπὶ τὸ δέρμα
                        τοῦ βραχίονος παραγινόμενον. <lb/>αἱ δ’ ἄλλαι πᾶσαι συζυγίαι κατὰ μὲν τὴν
                            <pb n="853"/> ἔκφυσιν αὐτίκα μέρος τι τοῖς ῥαχίταις μυσὶ διδόασι καὶ
                        <lb/>τοῖς ἄλλοις τοῖς κατὰ τὸ μετάφρενον, οἷον τοῖς τε τὰς <lb/>ὠμοπλάτας
                        κινοῦσι καὶ τοῖς ἄνω φερομένοις ἐπὶ τὴν κατ’ <lb/>ὦμον διάρθρωσιν. ὅλως δὲ
                        τῷ λοιπῷ καὶ πλείστῳ μέρει <lb/>σφῶν αὐτῶν διὰ τῶν μεσοπλευρίων προερχόμεναι
                        μέχρι τοῦ <lb/>κατὰ τὸ στέρνον ὀστοῦ τούς τ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς μεσοπλευρίοις
                        <lb/>μῦς διαπλέκουσι καὶ τοὺς ἔξωθεν ἐπικειμένους τῷ <lb/>θώρακι,
                        διεκβάλλουσαι μόρια σφῶν αὐτῶν, περὶ ὧν ἑκάστου <lb/>κατὰ μέρη ἐν ταῖς
                        ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν εἴρηται. αἵ <lb/>γε μὴν κατὰ τὰς νόθας πλευρὰς
                        συζυγίαι τῶν ἀπὸ τοῦ <lb/>νωτιαίου νεύρων, ἐπειδὴ πρὸς τὸ στέρνον οὐκ
                        ἐξήκουσιν <lb/>αἱ νόθαι, βραχὺ μέν τι τῷ καθ’ ἑαυτὴν ἑκάστη μεσοπλευρίῳ
                        <lb/>διανέμει· τῷ δὲ ἄλλῳ παντὶ ἐκπίπτει πρὸς ὑποχόνδριον, <lb/>εἴς τε τοὺς
                        πρώτους ἐπιβεβλημένους ἔξωθεν <lb/>μῦς τοὺς λοξοὺς τοὺς ἄνωθεν ἐκ τοῦ
                        θώρακος καταφερομένους <lb/>καὶ τοὺς κατάντεις τοὺς σαρκώδεις διανεμομένη.
                    </p></div><pb n="854"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Μετὰ δὲ ταύτας εἰσὶν αἱ κατὰ τὴν ὀσφὺν <lb/>ἐκφύσεις τῶν νεύρων, οὐκ ἐκ
                        κοινοῦ τρήματος, ὥσπερ αἱ <lb/>κατὰ τὸν τράχηλον. ὁ γὰρ ὑπερκείμενος
                        σπόνδυλος ἐνταῦθα <lb/>μόνος διατετρημένος ἔξοδον ἐπιτήδειον παρέχει τῷ
                        <lb/>νεύρῳ κοινῷ ἐκείνῳ τρήματι τῷ ἐν τραχήλῳ ἐκ τοῖν ἀμφοῖν <lb/>σπονδύλοιν
                        γινομένῳ κατὰ μικρὸν εἰς ὑπερκείμενον <lb/>μετατιθεμένῳ· ὡς πρῶτον μὲν
                        ἐκείνου διαγλύφηται πολὺ <lb/>ἐν αὐτῇ, εἶτα δὲ τὸ πᾶν, ἔπειτα καὶ ἀναφέρηται
                        ἀπὸ τοῦ <lb/>πέρατος τοῦ σπονδύλου, καὶ ἔκφυσις αὐτὴ γένηται ὑπὲρ <lb/>τὸ
                        πέρας. κοινὸν δὲ καὶ τούτοις ἅπασι τοῖς νεύροις, εἴς <lb/>τε τοὺς ῥαχίτας
                        ἰέναι μῦς καὶ τοὺς κατ’ ἐπιγάστριον ἐπί <lb/>τε τὰς ψόας. ἐκ δὲ τῶν πρώτων
                        κατὰ τὸ διάφραγμα <lb/>σπονδύλων καὶ τοῖς ἄνωθεν καταφερομένοις ἐξ ἐγκεφάλου
                        <lb/>νεῦρον ἐπιμίγνυται τὸ μικρὸν ἀφ’ ἑκάστου, κατὰ δὲ τοὺς <lb/>τελευταίους
                        τῆς ὀσφύος σπονδύλους δύο ἐκφύσεις μέγισται <lb/>γίγνονται νεύρων ἐπὶ τὰ
                        σκέλη φερομένων· ἀναμίγνυνται <lb/>δ’ αὐταῖς ἄλλαι μικραὶ, μία μὲν
                        ὑπερκειμένη, μία δὲ ἄλλη <pb n="855"/> κατωτέρω τοῦ πρώτου κατὰ τὸ πλατὺ
                        καλούμενον ὀστοῦν <lb/>τρήματος ἐκφυομένη. αὗται μὲν οὖν εὐθὺς
                        ἀποχωρισθεῖσαι <lb/>τοῖς πρώτοις μυσὶ τοῖς κινοῦσι τὴν κατ’ ἰσχίον
                        διάρθρωσιν <lb/>ἐκφύονται· τὸ δ’ ἄλλο <milestone unit="ed2page" n="250"/>πᾶν
                        εἰς τὰ σκέλη <lb/>καταφέρεται, διασχιζόμενον ἄχρι τοῦ πέρατος ἐν αὐτοῖς
                        <lb/>εἰς ἕκαστον μῦν, ἀνάλογον τοῖς ἐν χερσὶν, ὥσπερ ἐν ταῖς
                        <lb/>ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν ἤδη εἴρηται. νῦν γὰρ καθάπερ <lb/>τινὰ
                        ὑποτύπωσίν τε καὶ σύνοψιν τούτων τῶν ἀκριβῶς ἐν <lb/>ἐκείνοις τοῖς βιβλίοις
                        γεγραμμένων χρήσιμον τοῖς εἰσαγομένοις <lb/>ἐσομένην πεποιήμεθα. οὕτω δὴ καὶ
                        ὅσα τὰ διὰ <lb/>λοιπῶν ὀστοῦ πλατέος τρημάτων ἔκφυσιν νεῦρα καὶ εἰς
                        <lb/>τοὺς ἐνταῦθα ὑπάρχοντας μῦς διασπείρονται, ἐν ἑκάστῃ <lb/>πραγματείᾳ
                        ἀκριβῶς διηγήμεθα. νῦν τοῦτο μόνον εἰρῆσθαι <lb/>ἱκανῶς ἐστι, τοῖς τῆς ἕδρας
                        τε καὶ τοῦ αἰδοίου καὶ <lb/>τῆς κύστεως μυσὶν αὐτῷ τῷ αἰδοίῳ, ἔτι καὶ μυσὶ
                        τοῖς ἀπὸ <lb/>τοῦ πλατέος ὀστοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ ἔνδον μέρους τοῦ τῆς <lb/>ἥβης
                        ὀστοῦ ἐκφυομένοις, καὶ πᾶσι σώμασι τοῖς ἔξωθεν κατ’ <lb/>αὐτὸ ὀστοῦν πλατὺ
                        καὶ ἱερὸν καλούμενον ἐγκειμένοις, ἐκ <pb n="856"/> τούτων ἔνδοθεν καὶ ἔσωθεν
                        αὐτοῦ τοῦ ὀστοῦ ἱεροῦ τρημάτων <lb/>τὰς νεύρων ἐκφύσεις ἀπὸ νωτιαίου
                        γεννᾶσθαι εἰς τὸ <lb/>κόκκυγος ὀστοῦν καλούμενον τελευτώσας. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>