<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg012.1st1K-grc1:prooemium-19</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg012.1st1K-grc1:prooemium-19</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg012.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="prooemium"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΟΣΤΩΝ ΤΟΙΣ <lb/>ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΟΙΣ.</head><head>ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ.</head><p>Τῶν ὀστῶν ἕκαστον οἷόν τέ ἐστιν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ <lb/>ὡς ἔχει τῆς πρὸς
                        ἄλληλα συντάξεως, ἐπίστασθαί φημι χρῆναι <lb/>τὸν ἰατρὸν, εἴπερ γε ὀρθῶς
                        μέλλει τά τε κατάγματα <lb/>αὐτῶν καὶ τὰ ἐξαρθρήματα ἰᾶσθαι. δῆλον γὰρ δὴ,
                        ὡς <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς ἐν ἰατρικῇ σκοπὸν ἔχειν δεῖ τὸ κατὰ φύσιν. <lb/>ὅστις
                        δὲ τοῦτο ἀγνοεῖ, οὔτε ὅπη τὰ πεπονθότα τῆς φύσεως <lb/>ἐξίσταται, οὔτε ὡς
                        χρὴ αὐτὰ ἐπανάγειν εἰς τὸ κατὰ φύσιν, <pb n="733"/> εἴσεται· ὥστε οὐδὲ
                        γνωρίζειν τὰς νόσους, οὐδ’ ἰᾶσθαι ὀρθῶς <lb/>δυνήσεται. ἔστι μὲν δὴ τὰ ὀστᾶ
                        σκληρότατά τε καὶ <lb/>ξηρότατα τοῦ ζώου μόρια, καὶ, ὡς ἂν εἴποι τις,
                        γεωδέστατα. <lb/>ὑποβέβληται δὲ καὶ οἷον ὑπερήρεισται τῇ λοιπῇ τοῦ σώματος
                        <lb/>οὐσίᾳ, καθάπερ τινὰ θεμέλια· πάντα γὰρ ἐπὶ τοῖς <lb/>ὀστοῖς πέφυκέ τε
                        καὶ ἐστήρικται. εἰσὶ δὲ ἐν αὐτοῖς τὰ μὲν <lb/>μεγάλα, κοιλίας μεγάλας
                        ἔχοντα, μυελοῦ πλήρη· τὰ δὲ <lb/>σμικρά τε καὶ στερεά ἐστι, καὶ ἀμύελα, καὶ
                        οὐδεμίαν αἰσθητὴν <lb/>ἔχει κοιλότητα. τῶν δὲ μεγάλων τοῖς πλείστοις
                        <lb/>ἐπιφύσεις εἰσὶ κατὰ τὸ πέρας ἑτέρων ὀστῶν, οἷον βραχίονι <lb/>μὲν ἄνω,
                        πήχει δὲ κάτω, κερκίδι δὲ καὶ μηρῷ, καὶ κνήμῃ, <lb/>καὶ περόνῃ κατ’ ἄμφω.
                        γένυς δὲ ἡ κάτω μυελὸν μὲν ἔχει, <lb/>ἐπίφυσιν δὲ οὐκ ἔχει, ἀλλὰ τῶν περάτων
                        αὐτῆς τὸ μὲν <lb/>κάτω κατὰ σύμφυσιν ἥνωται, τὸ δὲ ἄνω δύο ἀποφύσεις
                        <lb/>ἔχει, τὴν μὲν κορώνην, τὴν δὲ αὐχένα μόνον. διαφέρει γὰρ <lb/>ἀπόφυσις
                        ἐπιφύσεως, ὅτι ἡ μὲν ἐπίφυσις ἑτέρου πρὸς ἕτερόν <lb/>ἐστιν ἕνωσις, ἡ δὲ
                        ἀπόφυσίς ἐστι τοῦ σύμπαντος ὀστοῦ <pb n="734"/> μέρος. χρὴ δὲ ἴσως καὶ περὶ
                        τῶν ἄλλων ὀνομάτων, οἷς <lb/>χρησόμεθα κατὰ τὸν λόγον, ἤδη διελθεῖν, ὅπως μὴ
                        μεταξὺ <lb/>τῆς διηγήσεως χρωμένων αὐτοῖς ἢ ἀσαφὲς γένηται τὸ
                        <lb/>λεγόμενον, ἢ τὸ συνεχὲς τῆς διδασκαλίας διακόπτηται, τὸ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="10"/>παραπίπτον ἀεὶ σαφηνίζειν προαιρουμένων
                        ἡμῶν. ἄριστον <lb/>δέ μοι δοκεῖ, ἐνθένδε ποθὲν ἄρξασθαι. τῶν ἐν τοῖς
                        ἀνθρώποις <lb/>ὀστῶν ἁπάντων συνημμένων ἀλλήλοις ἡ μὲν ὅλη <lb/>σύνταξις
                        ὀνομάζεται σκελετός· ὥστε τινὲς ἤδη καὶ τὰς βίβλους <lb/>αὑτῶν, ἐν αἷς περὶ
                        ὀστῶν διελέχθησαν, οὕτως ἐπέγραψαν <lb/>Περὶ σκελετοῦ. ἔστι δὲ ὁ τρόπος τῆς
                        συνθέσεως αὐτῶν <lb/>διττὸς κατὰ γένος, ὁ μὲν ἕτερος κατὰ ἄρθρον, ὁ δὲ
                        ἕτερος <lb/>κατὰ σύμφυσιν. εἴδη δὲ ἑκατέρου καὶ διαφοραὶ πλείους εἰσί.
                        <lb/>τὸ μὲν οὖν ἄρθρον ἐστὶ σύνταξις ὀστῶν φυσική· ἡ δὲ σύμφυσις <lb/>ἕνωσις
                        ὀστῶν φυσική. πρόσκειται δὲ ἑκατέρῳ τῶν ὅρων τὸ <lb/>φυσικὴ, ὅτι καὶ τὰ
                        παραρθρήσαντα ἢ ἐξαρθρήσαντα παράκειται <lb/>μὲν ἀλλήλοις. ἀλλ’ οὐ φύσει,
                        καὶ ὅσα κατεαγέντα συνέφυσε <lb/>πῶρον, ἑνοῦται μὲν, ἀλλ’ οὐ φύσει.
                        Ἱπποκράτης δὲ καὶ <pb n="735"/> θατέρου τῶν συνταττομένων ὀστῶν τὸ πέρας
                        ἄρθρον ὀνομάζει <lb/>πολλάκις, οὐ μὴν ὁπότερόν γε ἔτυχεν, ἀλλὰ τὸ
                        <lb/>περιφερές τε καὶ τῇ κοιλότητι τοῦ πλησιάζοντος ἐμβεβηκός. <lb/>διαφοραὶ
                        δὲ τοῦ μὲν ἄρθρου δύο εἰσὶ, διάρθρωσίς τε καὶ <lb/>συνάρθρωσις· ἀλλήλων δὲ
                        διαλλάττουσι τῷ τῆς κινήσεως <lb/>ποσῷ. ἡ μὲν γὰρ διάρθρωσις ὀστῶν ἐστι
                        σύνταξις ἐναργῆ <lb/>τὴν πρὸς ἄλληλα κίνησιν ἐχόντων, ἡ δὲ συνάρθρωσις
                        <lb/>ὀστῶν μὲν καὶ αὐτὴ σύνθεσίς ἐστιν, οὐ μὴν ἐναργῆ γε τὴν <lb/>κίνησιν
                        οὐδὲ μεγάλην, ἀλλ’ ἀμυδράν τε καὶ δυσφώρατον <lb/>ἐχόντων. ὅτι δὲ οὐδὲν
                        διαφέρει, σύνταξιν ὀστῶν, ἢ σύνθεσιν, <lb/>ἢ ὁμιλίαν εἰπεῖν, ἄντικρυς δῆλον.
                        εἴδη δέ ἐστι <lb/>τῆς μὲν διαρθρώσεως τρία· καλεῖται δὲ ὑπὸ τῶν νεωτέρων
                        <lb/>ἰατρῶν τὸ μὲν ἐνάρθρωσις, τὸ δὲ ἀρθρωδία, τὸ δὲ γίγγλυμος. <lb/>ταῦτα
                        μὲν οὖν τὰ εἰρημένα ὀνόματα τοῖς παλαιοῖς ἰατροῖς οὐ <lb/>πάνυ τι συνήθη· τὸ
                        δὲ ἐνηρθρῶσθαι, καὶ τὸ ἀρθρωδῶς, <lb/>καὶ τὸ γιγγλυμοειδῶς ἀλλήλοις
                        συμβάλλειν, ἔτι τε πρὸς τούτοις <lb/>καὶ τὸ ἀρθρῶδες, καὶ τὸ γιγγλυμοειδὲς
                        εὑρεῖν ἐστι καὶ <pb n="736"/> παρ’ ἐκείνοις γεγραμμένα. καὶ οὐδὲν ἴσως
                        ἄτοπον ὀνοματοποιεῖν <lb/>ἕνεκα σαφοῦς διδασκαλίας, ἀπὸ τῶν ἤδη κειμένων
                        <lb/>παράγοντας. ἐνάρθρωσις μὲν οὖν ἐστιν, ὅταν ἡ ὑποδεχομένη <lb/>κοιλότης
                        βάθος ἱκανὸν ἔχῃ, καὶ ἡ ἐγκαταβαίνουσα <lb/>κεφαλὴ προμήκης ὑπάρχῃ. ἀρθρωδία
                        δέ ἐστιν, ὅταν ἥ τε <lb/>κοιλότης ἐπιπόλαιος ᾖ, καὶ ἡ κεφαλὴ ταπεινή. καλῶ
                        δὲ <lb/>προμήκη καὶ ταπεινὴν κεφαλὴν ἐπὶ τοὺς αὐχένας ἀναφέρων
                        <lb/>ἑκατέραν, ἐφ’ οἷς πεφύκασιν. οἱ δὲ αὐχένες ἀποφύσεις <lb/>εἰσὶ τῶν
                        ὀστῶν ἰσχναὶ, τελευτῶσι δὲ εἰς παχύτερόν τε καὶ <lb/>περιφερὲς πέρας, ὃ δὴ
                        καλεῖται κεφαλή. ὅταν δὲ εἰς ὀξὺ <lb/>τελευτήσῃ πέρας ἡ ἀπόφυσις, οὐκέτι
                        αὐχὴν, ἀλλὰ κορώνη <lb/>καλεῖται· διαφέρει δὲ οὐδὲν, οὐδ’ εἰ κορωνὸν εἴποις.
                        καὶ <lb/>τῶν ὑποδεχομένων δὲ τὰς κεφαλὰς κοιλοτήτων ἡ μὲν βαθυτέρα
                        <lb/>κοτύλη καλεῖται, καὶ σύνηθες ἅπασι τοῖς ἰατροῖς <lb/>τοὔνομα, ἡ δὲ
                        ἐπιπολῆς ὑπ’ ἐνίων ὠνόμασται γλήνη. <lb/>τὸ δὲ τρίτον εἶδος τῆς διαρθρώσεως,
                        ὃ δὴ γίγγλυμον <lb/>ἔφαμεν ὀνομάζεσθαι, τῶν συνταττομένων ἀλλήλοις ὀστῶν
                            ﻿<pb n="737"/> ἀντεμβαινόντων γίνεται, καθάπερ ἐπὶ τῶν σπονδύλων ἔχει,
                        <lb/>καὶ τῆς τοῦ πήχεως πρὸς τὸν βραχίονα διαρθρώσεως. διαφορά <lb/>τίς ἐστι
                        καὶ ἐν τούτοις, ἐπὶ μὲν τῶν σπονδύλων τοῦ <lb/>μέσου τὴν ἀντέμβασιν ἑκατέρῳ
                        τῶν πέριξ, ἐπὶ δὲ βραχίονός <lb/>τε καὶ πήχεως εἰς ἀλλήλους ποιουμένων. τῆς
                        δὲ συναρθρώσεως <lb/>καὶ αὐτῆς ἐστιν εἴδη τρία, ῥαφὴ, καὶ γόμφωσις, <lb/>καὶ
                        ἁρμονία. ῥαφὴ μὲν ἡ ὁμοία τοῖς ἐῤῥαμμένοις σύνθεσις, <lb/>ὡς ἐπὶ τῆς κεφαλῆς
                        ὀστῶν ἔχει. σαφηνίζειν δὲ αὐτὴν <lb/>βουληθέντες, οἱ μὲν πριονοειδῆ
                            <milestone unit="ed2page" n="11"/>σύνταξιν ἀφορίζονται, <lb/>οἱ δὲ εἰς
                        ὄνυχα σύμπηξιν· δηλοῦντες, οἶμαι, καὶ ἀναμιμνήσκοντες <lb/>ἡμᾶς, οἱ μὲν τῆς
                        τῶν πριόνων εἰς ἀλλήλους ἀντεμβάσεως, <lb/>ὅταν ἐκ θατέρου κυρτότητες εἰς
                        τὰς τοῦ πλησιάζοντος <lb/>ἀντεμβαίνωσι κοιλότητας, οἱ δὲ τῆς τῶν λεγομένων
                        <lb/>εἰς ὄνυχα συμπήγνυσθαι· γίνεται δὲ αὕτη, τῶν κυρτοτήτων, <lb/>ὄνυχι τὸ
                        σχῆμα παραπλησίων, εἰς ἐπιτηδείους ὑποδέξασθαι <lb/>κοιλότητας ἐμβαινουσῶν.
                        ἡ δὲ ἁρμονία συνάρθρωσίς ἐστι <lb/>κατὰ γραμμὴν ἁπλῆν. ἔχει δὲ οὕτω πρὸς
                        ἄλληλα καὶ τῶν <lb/>τῆς ἄνω γένυος ὀστῶν ἔνια, καὶ τῶν τῆς κεφαλῆς πρὸς <pb n="738"/> ταῦτα. ἡ δὲ γόμφωσις συνάρθρωσίς ἐστι κατ’ ἔμπηξιν.
                        <lb/>ἐπαμφοτερίζει δέ πως ἤδη τοῦτο καὶ πλησίον ἐστὶ τῆς συμφύσεως,
                        <lb/>ὥσθ’, ὅταν ἀκριβῶς ἐγγομφωθῇ τι, μηδὲ βραχυτάτην <lb/>αὐτῷ κίνησιν
                        ἀπολείπεσθαι, καθάπερ ἐπὶ τῶν ὀδόντων <lb/>ἔχει. ἀλλ’ ὅτι γε οὐ συμπεφύκασιν
                        οὗτοι τοῖς φατνίοις, οἱ <lb/>ἐξαιρούμενοί τε καὶ αὐτομάτως ἐκπίπτοντες
                        δηλοῦσιν. ἐπεὶ <lb/>δὲ περί τε τῶν διαφορῶν καὶ τῶν εἰδῶν ἁπάντων τῶν κατὰ
                        <lb/>τὸ ἄρθρον εἴπομεν, ἐφεξῆς ἂν εἴη καιρὸς περὶ τῆς συμφύσεως <lb/>εἰπεῖν.
                        εἰσὶ δὲ καὶ ταύτης δύο μὲν αἱ πρῶται διαφοραί. <lb/>τὰ μὲν γὰρ ἀλλήλοις, τὰ
                        δὲ δι’ ἄλλων συμφύεται· <lb/>ἀλλήλοις μὲν τὰ χαυνότερά τε καὶ μαλακώτερα,
                        δι’ ἄλλων <lb/>δὲ τὰ ξηρότερά τε καὶ πυκνότερα. ταύτης δ’ αὐτῆς τῆς <lb/>δι’
                        ἄλλων συμφύσεως τρεῖς εἰσιν αἱ πᾶσαι διαφοραί. ὀνόματα <lb/>δ’ αὐτῶν οὐκ
                        ἔστι παλαιά. τῷ μέντοι βουλομένῳ <lb/>τοῖς νεωτέρων χρήσασθαι καλεῖν ἔξεστι
                        συγχόνδρωσιν μὲν <lb/>τὴν διὰ χόνδρου σύμφυσιν, συννεύρωσιν δὲ τὴν διὰ
                        νεύρου, <lb/>συσσάρκωσιν δὲ τὴν διὰ σαρκός. ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ τῶν <pb n="739"/> νεύρων ὀνόματος ἐμνημονεύσαμεν, καλῶς ἂν ἔχοι καὶ περὶ. <lb/>τούτων
                        διορίζεσθαι. τρία τοίνυν εἶναι τῶν νεύρων ἔφασαν <lb/>γένη· κωλύει δὲ οὐδὲν
                        ἢ διαφορὰς ἢ εἴδη προσαγορεύειν <lb/>αὐτά. καλοῦσι δὲ τὰ μέν τινα
                        προαιρετικὰ, τὰ ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>καὶ νωτιαίου πεφυκότα· τὰ δέ τινα
                        συνδετικά· <lb/>τούτων δὲ ἡ γένεσις ἐκ τῶν ὀστῶν. ἡ τρίτη δὲ αὐτῶν διαφορὰ
                        <lb/>καλεῖται μὲν τένων, ἐκφύεται δὲ ἐκ μυός. ἵνα δὲ οὖν <lb/>μηδ’ ἐνταῦθά
                        τις ἀσάφεια γένηται διὰ τὴν ὁμωνυμίαν, ὅσα <lb/>μὲν ἐξ ἐγκεφάλου καὶ
                        νωτιαίου φύεται, νεῦρα ταῦτα προσαγορεύομεν <lb/>προαιρετικά· ὅσα δὲ ἐκ
                        μυῶν, τένοντας· ὅσα δὲ <lb/>ἐξ ὀστῶν, συνδέσμους. ἐπὶ ταύτῃ τῶν ὀνομάτων τῇ
                        συνθήκῃ <lb/>καιρὸς ἂν εἴη λέγειν ἤδη περὶ τῶν ὀστῶν ἰδίᾳ καθ’ <lb/>ἕκαστον,
                        ἀρξαμένους ἀπὸ τοῦ κρανίου. καλοῦσι γὰρ οὕτω <lb/>τὸ τῇς κεφαλῆς ὀστοῦν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><p>Εἴρηται μὲν ἤδη καὶ πρόσθεν, ὅτι τε <lb/>κράνιον ὀνομάζεται τὸ τῆς κεφαλῆς
                        ὀστοῦν, ὅτι τε ῥαφαί <lb/>τινες ὑπάρχουσι κατ’ αὐτό. πόσαι δέ εἰσιν αὗται
                        καὶ τίνες, <lb/>ὁποῖόν τε τὸ εἶδος ἑκάστης αὐτῶν, οὐδέπω μὲν εἴρηται <pb n="740"/> πρόσθεν, εἰρήσεται δὲ ἐν τῷδε. καὶ πρῶτόν γε, ὅτι παρὰ <lb/>τὸ
                        σχῆμα τῆς κεφαλῆς ἥ τε θέσις αὐτῶν ὑπαλλάττεται <lb/>καὶ τὸ πλῆθος. ἔστι γὰρ
                        τὸ μὲν κατὰ φύσιν αὐτῆς σχῆμα <lb/>προμήκει μάλιστα σφαίρᾳ προσεοικός·
                        ἕτερον δὲ τὸ καλούμενον <lb/>φοξόν. τὸ μὲν οὖν κατὰ φύσιν, εἴς τε τὸ πρόσω
                        <lb/>καὶ εἰς τοὐπίσω προπετέστερον ὑπάρχον, τρεῖς ἔχει τὰς πάσας <lb/>ἐν
                        αὑτῷ ῥαφάς· δύο μὲν γὰρ ἐγκαρσίας, <milestone unit="ed2page" n="12"/>ὧν ἡ
                        <lb/>μὲν ἑτέρα τέτακται κατ’ ἰνίον, ἡ δὲ ἑτέρα κατὰ τὸ βρέγμα· <lb/>τρίτην
                        δ’ ἄλλην ἐπ’ αὐταῖς κατὰ τὸ μῆκος τῆς κεφαλῆς <lb/>ἀπὸ μέσης τῆς ὄπισθεν ἐπὶ
                        μέσην τὴν ἐμπροσθὲν ἐκτεταμένην. <lb/>ὀνομάζουσι δὲ τὴν μὲν ἐν τοῖς πρόσω
                        στεφανιαίαν, <lb/>ἐπειδὴ κατὰ τοῦτο μάλιστα τὸ μέρος τῆς κεφαλῆς <lb/>οἱ
                        στέφανοι περιτίθενται, τὴν δὲ ὄπισθεν λαμβδοειδῆ, <lb/>διότι τὸ σύμπαν αὐτῆς
                        σχῆμα τῷ Λ γράμματι προσέοικεν. <lb/>αὐτὸ δὲ τὸ τῶν ῥαφῶν σχῆμα τῷ Η μάλιστα
                        ὡμοίωται γράμματι. <lb/>αἱ μὲν δὴ τοῦ κατὰ φύσιν σχηματισμοῦ τοῦ κρανίου
                        <lb/>ῥαφαὶ τὸν εἰρημένον ἔχουσι τρόπον· αἱ δὲ τοῦ φοξοῦ κατὰ <lb/>ταῦτα
                        διάκεινται. τῆς μὲν ὄπισθεν ἀπολλυμένης ἐξοχῆς, <pb n="741"/> καὶ ἡ
                        λαμβδοειδὴς ῥαφὴ συναπόλλυται· τῆς δ’ ἔμπροσθεν, <lb/>ἡ στεφανιαία. καὶ
                        γίγνεται καθ’ ἑκάτερον αὐτῶν τὸ τῶν <lb/>σωζομένων ῥαφῶν σχῆμα τῷ Τ γράμματι
                        παραπλήσιον. <lb/>ἀμφοτέρων δ’ ἀπολλυμένων τῶν ἐξοχῶν, αἱ σωζόμεναι δύο
                        <lb/>ῥαφαὶ πρὸς ὀρθὰς γωνίας ἀλλήλας τέμνουσιν εἰς ὁμοιότητα <lb/>τῷ Χ
                        γράμματι. τέτακται δὲ ἡ μὲν ἐγκαρσία κατὰ <lb/>μέσην μάλιστα τὴν κεφαλὴν, ἡ
                        δ’ ἑτέρα κατὰ τὸ μῆκος, <lb/>ὄπισθεν πρόσω φερομένη, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων
                        <lb/>ἁπάντων κρανίων. ἀεὶ μὲν γὰρ αὐτὴ διαφυλάττεται· μεταπίπτουσι <lb/>δὲ
                        αἱ λοιπαὶ, τῷ τῆς ὅλης κεφαλῆς σχήματι <lb/>συναλλοιούμεναι. καὶ μὲν δὴ καὶ
                        δύο ἕτεραι τῇδε παράλληλοι <lb/>γραμμαὶ κατὰ τὸ μῆκός εἰσι τῆς κεφαλῆς,
                        ὄπισθεν <lb/>πρόσω φερόμεναι τῶν ὤτων ὑπεράνω. γεννῶνται δὲ καὶ <lb/>αἵδε,
                        δυοῖν ἀλλήλοις ὁμιλούντων, οὐ κατὰ ῥαφὴν, <lb/>ὥσπερ τὰ πρόσθεν εἰρημένα.
                        κατὰ βραχὺ γὰρ ἀπολεπτυνόμενον <lb/>εἰς λεπίδα τὸ κατιὸν ἀπὸ τοῦ βρέγματος
                        ὀστοῦν <lb/>ὑποβέβληται τῷ κάτωθεν ἀπὸ τῶν ὤτων ἀνιόντι. καὶ διὰ <lb/>τοῦτό
                        τινες οὐδὲ ῥαφὰς ὠνόμασαν ἁπλῶς αὐτὰς, ἀλλ’ ἤτοι ﻿<pb n="742"/> λεπιδοειδεῖς
                        ῥαφὰς, ἢ λεπιδοειδῆ προσκολλήματα. καὶ ἡμῖν <lb/>δὲ σαφοῦς ἕνεκα διδασκαλίας
                        αἱ κατὰ τὰ ὦτα λεπιδοειδεῖς <lb/>καλείσθωσαν ῥαφαί. ὡς εἶναι πέντε μὲν ἰδίας
                        ῥαφὰς <lb/>τῆς κεφαλῆς, τὴν λαμβδοειδῆ, τὴν στεφανιαίαν, τὴν κατὰ <lb/>τὸ
                        μῆκος εὐθεῖαν, τὰς παραλλήλους αὐτῇ δύο, τὰς ἐν τοῖς <lb/>λεπιδοειδέσιν·
                        ἄλλας δὲ κοινὰς δύο, πρός τε τὴν ἄνω γένυν <lb/>καὶ πρὸς τὸ μέσον ἀμφοτέρων
                        ὀστοῦν, ὃ τινὲς μὲν τῇ <lb/>κεφαλῇ προσνέμουσι, τινὲς δὲ τῆς ἄνω γένυος
                        εἶναί φασιν. <lb/>ὁποῖον δέ τι τὴν ἰδέαν ἐστὶ τοῦτο, καὶ τὸ μέγεθος πηλίκον,
                        <lb/>ἐν τίνι τε μάλιστα τόπῳ κείμενον, ἤδη σοι δίειμι. <lb/>τῶν πλευρῶν τῆς
                        λαμβδοειδοῦς ῥαφῆς τὰ κάτω πέρατα <lb/>προσεπεκτείνεται μέχρι τῆς βάσεως τῆς
                        κεφαλῆς, μεταξὺ τῶν <lb/>τε λιθοειδῶν ὀστῶν κατιόντα καὶ τῆς πρὸς τὸν πρῶτον
                        <lb/>σπόνδυλον διαρθρώσεως. ἐνταῦθα δὲ ἐπιζεύγνυσιν αὐτὰ <lb/>γραμμή τις
                        βραχεῖα, θέσιν ἐγκαρσίαν ἔχουσα. ταύτην μοι <lb/>πρῶτον νόει κοινὴν τῆς τε
                        κεφαλῆς καὶ τοῦ προκειμένου <lb/>κατὰ τὴν διήγησιν ὀστοῦ. ἀναφερομένη γὰρ
                        ἑκατέρωθεν <lb/>ἐπὶ τὰς κατὰ τοὺς κροτάφους κοιλότητας εἰς ταὐτὸ ἀφικνεῖται
                            <pb n="743"/> τοῖς καθήκουσιν ἐνταῦθα πέρασι τῆς στεφανιαίας <lb/>ῥαφῆς.
                        εἶτ’ ἐντεῦθεν αὖθις ἐπιστραφεῖσα πρὸς τὸ κάτω <lb/>καὶ παρενεχθεῖσα εἰς τοὺς
                        ἐσχάτους ὀδόντας ἀφικνεῖται <lb/>πρὸς τὰ τῆς ὑπερώας, ἔνδον ἑαυτῆς
                        συνάπτουσα τὸ περιοριζόμενον <lb/>ὑπὸ τῆς προειρημένης ῥαφῆς ὀστοῦν, ὃ ὥσπερ
                        τις <lb/>σφὴν ἔγκειται μεταξὺ τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς ἄνω γένυος. <lb/>ὅσον μὲν
                        οὖν αὐτῆς ἐπὶ τὰ πέρατα τῆς στεφανιαίας ἀναφέρεται, <lb/>κοινὸν τοῦτο πρὸς
                        τὴν κεφαλήν ἐστιν· ὅσον δ’ ἑκατέρωσε <lb/>κατέρχεται πρὸς τὴν ὑπερώαν, ὁ
                        πρὸς τὴν ἄνω γένυν <lb/>ὅρος ὑπάρχει τοῦ σφηνοειδοῦς ὀστοῦ· καλείσθω γὰρ
                        οὕτω <lb/>σαφοῦς διδασκαλίας ἕνεκεν. κατὰ τοῦτο τὸ ὀστοῦν αἱ πτερυγώδεις
                        <lb/>εἰσὶν ἀποφύσεις ἅμα ταῖς ἑκατέρωθεν αὐτῶν κοιλότησιν. <lb/>ἡ δ’ ἑτέρα
                        ῥαφὴ τῆς κεφαλῆς, <milestone unit="ed2page" n="13"/>ἡ πρὸς τὴν <lb/>ἄνω
                        γένυν αὐτὴν ὁρίζουσα, τὴν ἀρχὴν μὲν ἐκ τῶν κατὰ τοὺς <lb/>κροτάφους ἔχει
                        κοιλοτήτων, ἵνα περ εἰς ταὐτὸ ἥκειν ἐλέχθη <lb/>τοῖς τῆς στεφανιαίας πέρασιν
                        ἡ κοινὴ κεφαλῆς καὶ τοῦ <lb/>σφηνοειδοῦς ὀστοῦ ῥαφή. προέρχεται δ’ ἐντεῦθεν
                        ἐπὶ τὰς <lb/>χώρας τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ διὰ μέσων αὐτῶν ἐνεχθεῖσα <pb n="744"/>
                        κατὰ τὸ μεσόφρυον ἑαυτῇ συνάπτει. καὶ δὴ καὶ τούτων <lb/>οὕτως ἐχόντων, ἓξ
                        ὀστᾶ γίγνεται τῆς ὅλης κεφαλῆς τὰ <lb/>πάντα χωρὶς τοῦ σφηνοειδοῦς· δύο μὲν
                        κατὰ τὸ βρέγμα, <lb/>κοινὴν ἔχοντα ῥαφὴν, τὴν κατὰ τὸ μῆκος εὐθεῖαν· ἄλλα
                        <lb/>δὲ δύο τούτων κάτωθεν, ἓν καθ’ ἑκάτερον οὖς· καὶ πέμπτον <lb/>ἐπὶ
                        τούτοις, τὸ κατ’ ἰνίον· καὶ ἕκτον, τὸ κατὰ μέτωπον. <lb/>ὁρίζουσι δὲ τὰ μὲν
                        τοῦ βρέγματος ὄπισθεν μὲν <lb/>αἱ πλευραὶ τῆς λαμβδοειδοῦς ῥαφῆς, ἔμπροσθεν
                        δὲ ἡ στεφανιαία, <lb/>κάτωθεν δὲ αἱ λεπιδοειδεῖς, ἄνωθεν δὲ ἡ κατὰ <lb/>τὸ
                        μῆκος εὐθεῖα· τὰ δ’ ἐφεξῆς τῶνδε καθ’ ἑκάτερον οὖς <lb/>ἄνωθεν μὲν αἱ
                        λεπιδοειδεῖς ἀφορίζουσιν, ὄπισθεν δὲ αἱ <lb/>προσαυξήσεις τῶν πλευρῶν τῆς
                        λαμβδοειδοῦς, ἔμπροσθεν δὲ <lb/>ἡ κοινὴ τῆς τε κεφαλῆς καὶ τοῦ σφηνοειδοῦς.
                        ἔστι δὲ τὰ <lb/>μὲν τοῦ βρέγματος ὀστᾶ τετράπλευρα, ταυτὶ δὲ τὰ νῦν εἰρημένα
                        <lb/>τρίπλευρα. τὸ δὲ πέμπτον ὀστοῦν τῆς κεφαλῆς, τὸ <lb/>κατ’ ἰνίον,
                        ὁρίζεται μὲν ὑπὸ τῆς λαμβδοειδοῦς ῥαφῆς ἅμα <lb/>ταῖς προσαυξήσεσι καὶ τῆς
                        ῥηθείσης ἐπιζευγνύναι ταύτας <lb/>ῥαφῆς· περιέχει δὲ ἐν ἑαυτῷ τὸ μέγιστον
                        τῶν τῆς κεφαλῆς <pb n="745"/> τρημάτων, τὸ κατὰ τὸν πρῶτον σπόνδυλον. λοιπὸν
                        δὲ τὸ <lb/>κατὰ τὸ μέτωπον ὀστοῦν ἥ τε στεφανιαία περιορίζει ῥαφὴ <lb/>καὶ ἡ
                        κοινὴ τῆς κεφαλῆς πρὸς τὴν ἄνω γένυν. καὶ δὴ καὶ <lb/>τῶν εἰρημένων ἓξ ὀστῶν
                        τὰ μὲν τοῦ βρέγματος χαυνότατά <lb/>τε καὶ ἀσθενέστατα τετύχηκεν ὄντα,
                        πυκνότατον δὲ καὶ <lb/>ἰσχυρότατον τὸ κατ’ ἰνίον, μέσον δὲ ἀμφοῖν τὸ κατὰ
                        μέτωπον. <lb/>ἑκάτερον δὲ τῶν λοιπῶν τῶν κατὰ τὰ ὦτα πολυειδὲς <lb/>ὑπάρχει.
                        τὸ μὲν γάρ τι μέρος αὐτῶν ὀνομάζεται λιθοειδὲς, <lb/>ὥσπερ οὖν καὶ ἔστιν·
                        ὁρίζεται δὲ τοῦτο τοῖς ἐπεκτεινομένοις <lb/>πέρασι τῆς λαμβδοειδοῦς ῥαφῆς.
                        ἐν τούτῳ καὶ <lb/>ἡ στυλοειδὴς ἀπόφυσίς ἐστιν, ἣν ἐγὼ βελονοειδῆ τε καὶ
                        <lb/>γραφοειδῆ καλῶ, καὶ ἡ τὸν ἀκουστικὸν περιέχουσα πόρον. <lb/>ἕτερον δὲ
                        μέρος ἐφεξῆς τοῦδε τὸ κατὰ τὰς ἐκφύσεις ἐστὶ, <lb/>τήν τε μαστοειδῆ
                        καλουμένην καὶ προσέτι τὴν τοῦ ζυγώματος. <lb/>καὶ τρίτον ἐπὶ τῷδε τὸ κατὰ
                        τὸν κρόταφον. περὶ <lb/>δὲ τῶν τρημάτων τῆς κεφαλῆς ἐν ταῖς τῶν ἀγγείων καὶ
                        <lb/>νεύρων ἀνατομαῖς εἰρήσεται. καὶ γὰρ γέγονεν ἐκείνων ἕνεκα, <pb n="746"/> καὶ διέρχεται καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ἢ ἀρτηρία τις, ἢ φλὲψ, <lb/>ἢ νεῦρον, ἤ
                        τινα τούτων, ἢ πάντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τοῦ κροταφίτου μυὸς ὀστοῦν προβέβληται, <lb/>λοξὴν κατὰ μέσον ἑαυτοῦ περιέχον
                        ῥαφὴν, ὥστ’ εἶναι συνεχῆ <lb/>τὴν μὲν ὄπισθεν ἅπασαν μοῖραν αὐτοῦ τῷ κατὰ τὸ
                        <lb/>οὖς ὀστῷ τῆς κεφαλῆς, τὴν δὲ ἔμπροσθεν τῷ κατὰ τὸν <lb/>μικρὸν κανθὸν
                        πέρατι τῆς ὀφρύος. ὀνομάζεται δὲ ὅλον τὸ <lb/>ὀστοῦν τοῦτο ζύγωμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἀφοριζουσῶν ῥαφῶν τὴν <lb/>ἄνω γένυν ἀπό τε τῆς κεφαλῆς καὶ
                        τοῦ σφηνοειδοῦς ὀστοῦ <lb/>προείρηται· <milestone unit="ed2page" n="14"/>περὶ δὲ τῶν κατ’ αὐτὴν τὴν γένυν ἐν τῷδε <lb/>λεχθήσεται. πρότερον ἴσως
                        ἄμεινόν ἐστι διηγήσασθαι τὸ <lb/>τῆς ῥαφῆς ὄνομα, πῶς ἅπασι λέλεκται τοῖς
                        νεωτέροις ἀνατομικοῖς. <lb/>εἰώθασι γὰρ καὶ τὰς καθ’ ἁρμονίαν συνθέσεις
                        ὀνομάζειν <lb/>ῥαφὰς, καὶ τοῦτ’ εἰκότως πεπόνθασιν. οὐ γάρ ἐστιν <lb/>εὑρεῖν
                        ἐπὶ πάντων ὁμοίως τῶν κρανίων τὴν πριονοειδῆ σύνθεσιν <lb/>ἠκριβωμένην ἐν
                        ἁπάσαις ταῖς ῥαφαῖς, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ﻿<pb n="747"/> αὐτῆς ἐνίοτε συντάξεως τῶν
                        ὀστῶν ἐν ἑτέρῳ μὲν κρανίῳ <lb/>ῥαφήν ἐστιν ἰδεῖν, ἐν ἑτέρῳ δ’ ἁρμονίαν.
                        ἡμεῖς μέντοι <lb/>πολλάκις ἐκκόψαντες ἔνια τῶν τοιούτων ὀστῶν ἀντεμβαίνοντα
                        <lb/>κατὰ τὸ βάθος ἀλλήλοις εὕρομεν, ὡς εἶναι ῥαφῇ <lb/>μᾶλλον, οὐχ ἁρμονίᾳ
                        τὴν σύνθεσιν αὐτῶν ὁμοίαν. ὥστε <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ῥαφὰς ὀνομάζειν οὐκ ἄν
                        τις ὀκνήσειεν ἁπάσας <lb/>αὐτάς. ἔστι δὲ πρώτη μὲν ἡ τῆς τοῦ ζυγώματος
                        ἐκφύσεως <lb/>ὑποκάτω. τελευτᾷ δ’ αὐτῆς τὸ μὲν ἕτερον μέρος <lb/>ὀπίσω
                        φερόμενον εἰς τὴν ὑπ’ αὐτῷ τῷ ζυγώματι κοιλότητα, <lb/>συνάπτον ἐνταῦθα τῇ
                        κοινῇ πρὸς τὸ σφηνοειδὲς ὀστοῦν ῥαφῇ· <lb/>τὸ δὲ ἕτερον, ὄρθιον ἅμα καὶ
                        λοξὸν ἀναφερόμενον ἐπὶ τὰς χώρας <lb/>τῶν ὀφθαλμῶν, εἰς μέσην ἔρχεται τὴν
                        κάτωθεν ἴτυν αὐτῶν, <lb/>κᾄπειτ’ ἐνταῦθα τριχῇ σχισθὲν, ἑνὶ μὲν τῶν μερῶν
                        παρὰ τὸν <lb/>μέγαν κανθὸν ἔξωθεν ἐπὶ τὸ μεσόφρυον ἀνέρχεται, ἑτέρῳ <lb/>δ’,
                        ἐφεξῆς αὐτοῦ κειμένῳ, διὰ τῆς κοιλότητος ὑπὸ τὸν αὐτὸν <lb/>κανθὸν ἐπὶ τὴν
                        κοινὴν ἀφικνεῖται ῥαφὴν τῆς κεφαλῆς· <lb/>ὥστε περιλαμβάνεσθαι καὶ τὸν
                        κανθὸν μὲν αὐτὸν, καὶ τὸ <lb/>φυσικὸν δὲ τρῆμα τὸ ὑποκείμενον αὐτῷ, μέγιστον
                        ὑπάρχον <pb n="748"/> ἁπάντων τῶν τῇδε τρημάτων, ὑπὸ τῶν εἰρημένων δύο
                        ῥαφῶν. <lb/>ἡ δὲ τρίτη μοῖρα τῆς εἰρημένης σχίσεως, ὑπερβαίνουσα <lb/>τὸν
                        κάτωθεν ἄμβωνα τῆς χώρας τοῦ ὀφθαλμοῦ, πρὸς <lb/>τὸ βάθος ἔσω φέρεται,
                        κᾀνταῦθα συνάπτει τῇ κοινῇ ῥαφῇ <lb/>τῆς κεφαλῆς. ὡς γίγνεσθαι τρία καθ’
                        ἑκάτερον μέρος ἐξ <lb/>ἀριστερῶν τε καὶ δεξιῶν ὀστᾶ τῆς ἄνω γένυος οἷς
                        συντέτακται <lb/>τῇ κεφαλῇ. μέγιστον μὲν οὖν αὐτῶν ἐστι τὸ κατὰ <lb/>τὸ
                        ζύγωμα· καὶ γὰρ καὶ τοῦ κροτάφου τι συνεπιλαμβάνει, <lb/>καὶ τῆς ὀφρύος, καὶ
                        τῆς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ τὸν <lb/>μικρὸν κανθὸν ὅλον ἐν ἑαυτῷ
                        περιλαμβάνει, μέχρι τοῦ καλουμένου <lb/>μήλου καθῆκον. ἑξῆς δ’ αὐτῷ καὶ
                        θέσει καὶ <lb/>μεγέθει τὸ κατ’ αὐτόν ἐστι τὸν ὀφθαλμὸν, ἐν ᾧ περιέχεται
                        <lb/>τὰ πρὸς τὴν ἄνω γένυν ἀφικνούμενα νεῦρα. σμικρότατον <lb/>δ’ ἁπάντων
                        ὑπάρχει τὸ περὶ τὸν μέγαν κανθόν. ἔνιοι <lb/>δὲ τῶν ἀνατομικῶν ἓν εἶναι
                        γράφουσι τὰ τρία ταῦτα, τὰς <lb/>εἰς τὴν ῥίζαν τῶν ὀφθαλμῶν ἀποσχιζομένας
                        δύο ῥαφὰς ἢ <lb/>μηδόλως εἰδότες, ἢ παραλείποντες ἑκόντες, ὡς μικρά. ὑπὸ
                        <lb/>δὲ τούτοις ἅπασι καθ’ ἑκάτερον μέρος ἓν ὀστοῦν ἐστι, τοῖς <pb n="749"/>
                        εἰρημένοις τρισὶν ὑποτεταγμένον, ἀξιόλογον τῷ μεγέθει. <lb/>καὶ γὰρ καὶ τὸ
                        μῆλον ὀνομαζόμενον τούτου μόριόν ἐστι, <lb/>καὶ τὰ τῶν ὀδόντων ἁπάντων
                        φάτνια πλὴν τῶν τομέων. <lb/>ὁρίζουσι δ’ αὐτὰ ῥαφαὶ τέσσαρες· ἄνωθεν μὲν, ἣν
                        ὀλίγον <lb/>ἔμπροσθεν εἴπομεν ἀπὸ τοῦ ζυγώματος ἐπὶ τὸ μεσόφρυον
                        <lb/>ἀναφέρεσθαι· κάτωθεν δὲ ἡ κατὰ μέσον τὸν οὐρανίσκον <lb/>εὐθεῖα· δύο δὲ
                        λοιπαὶ ταύτας ἐπιζευγνύουσιν, ἥ τε ἀπὸ τοῦ <lb/>μεσοφρύου μὲν ἀρχομένη, παρὰ
                        δὲ τὴν ῥῖνα φερομένη καὶ <lb/>μεταξὺ τοῦ τε κυνόδοντος ὀνομαζομένου καὶ τῶν
                        τομέων <lb/>διεκπίπτουσα, καὶ ἄλλη, μέρος μέν τι αὐτῶν ἔχουσα τῇ <lb/>κοινῇ
                        τοῦ σφηνοειδοῦς, ὅσον ἐν κύκλῳ περιθεῖ τὸν ἔσχατον <lb/>ὀδόντα, τὸ λοιπὸν δὲ
                        ἴδιον, ἄχρι τοῦ συνάψαι τῇ κατὰ <lb/>τὸν οὐρανίσκον εὐθείᾳ ῥαφῇ. τούτοις δὲ
                        τοῖς ὀστοῖς, μεγίστοις <lb/>οὖσιν, ὡς εἴρηται, δύο ἕτερα παράκειται μικρὰ,
                        <lb/>καθ’ ἃ καὶ συντέτρηται πρὸς ὑπερῴαν ἡ ῥίς. <milestone unit="ed2page" n="15"/>ὅροι δ’ <lb/>αὐτῶν εἰσι ἥ τ’ ἰδία μοῖρα τῆς προειρημένης ῥαφῆς,
                        ἥ <lb/>τ’ ἐγκαρσία τοῦ σφηνοειδοῦς ὀστοῦ, ἡ μεταξὺ τῶν ἐσχάτων <lb/>ὀδόντων.
                        αὗται μὲν οὖν τῶν περιεχόντων αὐτὰ χωρίζουσιν, <pb n="750"/> ἀλλήλων δὲ κατὰ
                        τὴν εὐθεῖαν τὴν ἐν οὐρανίσκῳ ῥαφὴν <lb/>διώρισται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Καὶ μὴν καὶ τὰ τῆς ῥινὸς ὀστᾶ δύο ἐστὶν, <lb/>ἀφοριζόμενα ταῖς ἀπὸ τοῦ
                        μεσοφρύου καθηκούσαις ῥαφαῖς, <lb/>ἃς ἄρτι τριττὰς τὰς πάσας ἠρίθμησα κατὰ
                        τὴν τῶν μεγίστων <lb/>ὀστῶν διήγησιν. ἔστι δὲ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ῥῖνα
                        <lb/>τρίτη τις ἄλλη παρ’ αὐτὰς ῥαφὴ, κοινὴ τῶν ἰδίων αὐτῆς <lb/>ὀστῶν, ἀπὸ
                        τοῦ μεσοφρύου μὲν ἀρχομένη, φερομένη δ’ εὐθεῖα <lb/>δι’ ὅλης αὐτῆς. τὸ κάτω
                        δὲ τῶν ὀστῶν τούτων πέρας <lb/>ἐπίφυσιν ἔχει χονδρωδῶν σωμάτων λεπτῶν, ἃ
                        καλεῖται πτερύγια. <lb/>λοιπὸν δ’ ἐστὶν ἓν ὀστοῦν ἐπὶ τῷ πέρατι τῆς γένυος,
                        <lb/>ἐν ᾧ τῶν τομέων ὀδόντων αἱ ῥίζαι τε καὶ τὰ φάτνια <lb/>περιέχονται.
                        φαίνεται δὲ ὡς τὰ πολλὰ μὲν ἁπλοῦν τοῦτο <lb/>δι’ ἀκρίβειαν ἁρμονίας τῶν
                        συντιθέντων αὐτό. ποτὲ μὲν <lb/>δὴ καὶ σαφῶς ἐν τοῖς ἐπιπλεῖον ἐξηρασμένοις
                        σκελετοῖς ἡ <lb/>ῥαφὴ φαίνεται, κατ’ εὐθεῖαν τεταμένη τῇ δι’ ὅλου τοῦ
                        <lb/>οὐρανίσκου φερομένῃ. δῆλον οὖν ἤδη γέγονεν, ὡς εὐλόγως <pb n="751"/>
                        διαπεφώνηται τὸ πλῆθος τῶν ὀστῶν τῆς ἄνω γένυος. ἔνιοι <lb/>μὲν γὰρ οὐχ ἓξ,
                        ἀλλὰ δύο τὰ πρῶτα πάντων ἀριθμοῦσι, <lb/>τὰ κατ’ αὐτοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς
                        ἔνδον, τὰ σμικρὰ παραλιπόντες. <lb/>ἔνιοι δὲ καὶ τὰς κάτω συντρήσεις τῆς
                        ῥινὸς τοῖς <lb/>μεγάλοις προσνέμουσιν. εἰσὶ δὲ καὶ οἳ χωρίζουσι μὲν ἐκείνων,
                        <lb/>ἓν δὲ ἄμφω ποιοῦσιν αὐτά. καὶ δὴ καὶ τὸ κατ’ <lb/>ἄκραν τὴν γένυν, ὡς
                        εἴρηται, τινὲς μὲν ἁπλοῦν εἶναί φασιν, <lb/>ἔνιοι δὲ ἐκ δυοῖν συγκεῖσθαι.
                        καὶ πρὸ τούτων ἁπάντων τὸ <lb/>σφηνοειδὲς οἱ πλεῖστοι συναριθμοῦσι τοῖς τῆς
                        ἄνω γένυος <lb/>ὀστοῖς. ὥστε, εἰ μὲν τὰ πλεῖστά τις ἀποφαίνεσθαι βούλοιτο,
                        <lb/>πέντε καὶ δέκα καθ’ ὅλην εἶναι τὴν ἄνω γένυν, εἰ δὲ εἰς <lb/>ἐλάχιστον
                        ἀριθμὸν συστέλλοι, μὴ πλείω τῶν ὀκτώ. καὶ δὴ <lb/>καταλέξω πάντα ἐφεξῆς, ἀπὸ
                        προτέρας ἀρξάμενος τῆς εἰς τὰ <lb/>πέντε καὶ δέκα διαιρέσεως. ἓξ μὲν ἔσται
                        τὰ πρῶτα ῥηθέντα, <lb/>περιεχόμενα δὲ ὑπὸ τῆς κοινῆς τῇ κεφαλῇ ῥαφῆς,
                        <lb/>καὶ τῆς μὲν ἀπὸ τῶν κροτάφων ὑπὸ τὸ ζύγωμα καὶ τὰ <lb/>κάτω βλέφαρα τῶν
                        ὀφθαλμῶν ἐπὶ τὸ μεσόφρυον ἀναφερομένης. <lb/>δύο δ’ ἐφεξῆς αὐτῶν τὰ μεγάλα,
                        καθ’ ἃ καὶ τὰ μῆλα ﻿<pb n="752"/> καὶ τοὺς ὀδόντας ὀλίγου δεῖν ἅπαντας
                        ἔφαμεν ἐγκεῖσθαι. <lb/>καὶ δύο ἄλλα, τὰ κατὰ τὰς τῆς ῥινὸς συντρήσεις. εἶτα
                        <lb/>πρὸς τούτοις ἄλλα δύο, τὰ τῆς ῥινὸς αὐτῆς. εἶτ’ ἐπ’ αὐτοῖς <lb/>ἄλλα
                        δύο κατ’ ἄκραν τὴν γένυν, ἐν οἷς οἱ τομεῖς ὀδόντες. <lb/>καὶ πρὸ τούτων
                        ἁπάντων τὸ σφηνοειδὲς, ἀζυγὲς ὂν ἐν ἅπασι <lb/>μόνον. ἡ δ’ εἰς ὀκτὼ τὰ πάντα
                        τῆς ἄνω γένυος ὀστᾶ <lb/>διαίρεσις ᾧδε ἔχει. τὰ μὲν ἕξ τὰ πρῶτα δύο
                        ἀριθμεῖται· <lb/>τὸ δὲ κατ’ ἄκραν τὴν γένυν ἓν, ὥσπερ καὶ τὸ κατὰ τὰς
                        <lb/>συντρήσεις τῆς ῥινός· αὐτῆς δὲ τῆς ῥινὸς ἴδια δύο· καὶ <lb/>λοιπὰ δύο
                        τὰ μέγιστα τῶν ἐν ὅλῃ τῇ γένυϊ, τὰ κατὰ τὰ <lb/>μῆλά τε καὶ τοὺς ὀδόντας,
                        ὀλίγου δεῖν, ἅπαντας, ὡς ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται· καὶ τὸ σφηνοειδὲς, ἀζυγὲς
                        ὂν ἐν ἅπασι <lb/>μόνον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἐν τοῖς ὀστοῖς ἀριθμητέον ἐστὶ καὶ τοὺς <lb/>ὀδόντας, εἰ καί τισι τῶν
                        σοφιστῶν οὐ δοκεῖ. καίτοιγε δίκαιοι <lb/>ἦσαν, εἰ μὴ τοῦτο καλεῖν <milestone unit="ed2page" n="16"/>αὐτοὺς ἐπιτρέπουσιν <lb/>ἡμῖν, ἑτέραν δοῦναι
                        προσηγορίαν αὐτοῖς. ὅτι μὲν γὰρ <lb/>οὔτε χόνδρους, οὔτε ἀρτηρίας, οὔτε
                        φλέβας, οὔτε νεῦρα <pb n="753"/> προσῆκεν ὀνομάζειν αὐτοὺς, ἄντικρυς δῆλον·
                        πολὺ δὲ δὴ <lb/>μᾶλλον, οὔτε πιμελὰς, ἢ τρίχας, ἢ σάρκας, ἢ ἀδένας,
                        <lb/>οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν ἁπλῶς τῶν κατὰ τὸ σῶμα μορίων. εἴπερ <lb/>οὖν μήτ’ ἐν
                        τῇ τῶν φλεβῶν ἀνατομῇ, μήτ’ ἐν τῇ τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>μήτ’ ἐν τῇ τῶν νεύρων,
                        ἢ μυῶν, ἢ σπλάγχνων <lb/>ἐροῦμεν ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ μηδὲ ἐν τῇ νῦν ἐνεστώσῃ τῇ
                        <lb/>περὶ ὀστῶν, οὐδ’ ὅλως ἐροῦμεν οὐδέποτε περὶ αὐτῶν. τοῖς <lb/>μὲν δὴ
                        σοφισταῖς μακρὰν χαίρειν ῥητέον. ὀδόντες δ’ ἑκκαίδεκα <lb/>ὑπάρχουσι καθ’
                        ἑκατέραν τὴν γένυν, ἔμπροσθεν μὲν <lb/>τέσσαρες, οἱ τομεῖς ὀνομαζόμενοι,
                        μονόῤῥιζοι πάντες· ἐφεξῆς <lb/>δὲ αὐτῶν ἑκατέρωθέν εἰσιν οἱ κυνόδοντες,
                        μονόῤῥιζοι <lb/>καὶ αὐτοί· εἶθ’ οἱ γόμφιοι τούτων ἑξῆς ἑκατέρωθεν πέντε,
                        <lb/>τρίῤῥιζοι μὲν οἱ ἐν τῇ ἄνω γένυϊ, δυοῖν δὲ ῥιζῶν οἱ ἐν τῇ <lb/>κάτω.
                        πλὴν πολλάκις εὑρίσκονται τετράῤῥιζοι μέν τινες <lb/>τῶν ἄνω, τρίῤῥιζοι δὲ
                        τῶν κάτω, καὶ μάλιστα οἱ πρῶτοι <lb/>πάντων ἔσωθεν δύο, σπανιώτερον δὲ ὁ
                        τρίτος. τισὶ δὲ οὐ <lb/>πέντε καθ’ ἑκάτερον, ἀλλὰ τέσσαρες ἢ ἓξ ἔφυσαν οἱ
                        γόμφιοι. <lb/>καλοῦνται δὲ οὐχ οὕτω μόνον, ἀλλὰ καὶ μύλαι θηλυκῶς, <pb n="754"/> ἐκ μεταφορᾶς, οἶμαι, τοὔνομα λαβόντες, ὅτι τρίβομεν <lb/>ἐν
                        αὐτοῖς καὶ λειοῦμεν τὰ σιτία, καθάπερ ταῖς μύλαις <lb/>τοὺς Δημητρίους
                        καρπούς. ἀλλὰ καὶ οἱ κυνόδοντες, <lb/>ὁμοιότατοι τοῖς τῶν κυνῶν ὑπάρχοντες,
                        ἀπ’ ἐκείνων ὠνομάσθησαν. <lb/>οἱ δὲ τομεῖς ἀπὸ τοῦ τέμνειν αὐτοὺς, ὥσπερ
                        <lb/>σμίλῃ, ὅσα δύναται τέμνεσθαι σιτία. δύναται δὲ δηλονότι <lb/>τὰ μαλακὰ,
                        πρὸς ἃ δὴ γεγόνασιν ὑπὸ τῆς φύσεως, ὥσπερ <lb/>καὶ πρὸς τὰ σκληρὰ τοὺς
                        κυνόδοντας ἐποίησεν, οὐ τέμνειν, <lb/>ἀλλὰ θλᾷν ἱκανῶς. γεγόμφωνται δ’
                        ἅπαντες ἐν τοῖς τῶν <lb/>φατνίων βοθρίοις. φάτνια μὲν γὰρ αὐτὰ τὰ περιέχοντα
                        αὐτοὺς <lb/>ὀστᾶ, βόθρια δὲ αἱ κοιλότητες, ἐν αἷς ἐμπεπήγασιν,
                        <lb/>ὀνομάζονται. μετειλήφασι δὲ τῶν ἀπὸ ἐγκεφάλου νεύρων <lb/>τῶν μαλακῶν
                        ὀδόντες μόνοι τῶν ἄλλων ὀστῶν, ὅθεν περ <lb/>καὶ σαφῶς αἰσθάνονται μόνοι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Οὐδὲ τὸ τῆς κάτω γένυος ὀστοῦν ἐστιν <lb/>ἁπλοῦν, ὡς ἄν τῳ δόξειεν. ἑψόμενον
                        γὰρ καὶ τοῦτο διαλύεται <lb/>κατ’ ἄκρον τὸ γένειον, ὡς φαίνεσθαι σαφῶς, ὅτι
                        <lb/>συνεπεφύκει. τὸ δὲ ἀντεινόμενον ὡς ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ <pb n="755"/>
                        μέρος εἰς δύο τελευτᾷ πέρατα. καὶ τούτων τῶν περάτων <lb/>τῷ μὲν ὀξέϊ τὸν ἐκ
                        τοῦ κροταφίτου μυὸς καθήκοντα δέχεται <lb/>τένοντα· τῷ δὲ ἑτέρῳ διαρθροῦται
                        πρὸς τὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>ὀστοῦν ὑπὸ τὴν ἀπόφυσιν τὴν μαστοειδῆ, κονδυλώδει
                        τινὶ <lb/>περιφερείᾳ κατὰ τῆς ἐνταῦθα γληνοειδοῦς κοιλότητος
                        <lb/>ἐπιβεβηκός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τῆς ὅλης ῥάχεως οἱ σπόνδυλοι τέσσαρες <lb/>ἐπὶ τοῖς εἴκοσιν ὑπάρχουσι. παρὰ
                        φύσιν γὰρ ἤδη τὸ πλέον <lb/>καὶ τοὔλαττον, ὥσπερ καὶ αἱ φοξαὶ κεφαλαί.
                        διαιρεῖται δὲ <lb/>ἡ σύμπασα σύνταξις αὐτῶν εἰς τράχηλόν τε καὶ νῶτον, καὶ
                        <lb/>ὀσφὺν, καὶ ἱερὸν ὀστοῦν. ὁ μὲν οὖν τράχηλος ἔζευκται τῇ <lb/>κεφαλῇ· ὁ
                        δὲ νῶτος ἐφεξῆς τούτῳ τέτακται, τηλικοῦτος <lb/>ὑπάρχων τὸ μῆκος, ἡλίκος περ
                            <milestone unit="ed2page" n="17"/>ἂν ᾖ καὶ ὁ θώραξ. <lb/>ὅσον δὲ
                        ὑπόλοιπον κάτω, τοῦτο ὀσφὺς ὀνομάζεται. κατὰ <lb/>δὲ τὸ πέρας αὑτοῦ τὸ
                        καλούμενον ἱερὸν ὀστοῦν ἔχει· ἔνιοι <lb/>δὲ πλατὺ προσαγορεύουσιν αὐτό.
                        σπόνδυλοι δὲ κατὰ μὲν <lb/>τὸν τράχηλον ἑπτὰ τὸν ἀριθμὸν ὑπάρχουσι, κατὰ δὲ
                        τὸν <lb/>νῶτον δώδεκα, κατὰ δὲ τὸν ὀσφὺν πέντε. περὶ πρώτων <pb n="756"/>
                        οὖν εἰρήσεται τῶν κατὰ τὸν αὐχένα. διαφέρει γὰρ οὐδὲν, <lb/>ἢ τράχηλον, ἢ
                        αὐχένα προσαγορεύειν αὐτόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Τῶν κατὰ τὸν αὐχένα σπονδύλων οἱ πρῶτοι <lb/>μὲν δύο διήρθρωνται πάντῃ· τῶν
                        δὲ ἄλλων τῶν πέντε <lb/>τὸ πρόσω μέρος ἰσχυρὸς συμφύει δεσμός. οὐ γὰρ δὴ διὰ
                        <lb/>χόνδρου γε συμφύονται, καθάπερ οἴονταί τινες· ἀλλ’ ὁ τὰς <lb/>τοῦ
                        νωτιαίου δύο μήνιγγας ἔξωθεν περιλαμβάνων χιτὼν, <lb/>εἰς τὴν μεταξὺ χώραν
                        αὐτῶν παρεμπίπτων, κοινὸς ἀμφοτέρων <lb/>γίνεται δεσμός. οὕτω δὲ καὶ κατὰ
                        πάντας ἔχει τοὺς <lb/>σπονδύλους πλὴν τῶν πρώτων δυοῖν, ὡς εἰρήσεται. διττῶν
                        <lb/>δὲ οὐσῶν κινήσεων τῆς κεφαλῆς, τῆς μὲν ἐπινευόντων τε καὶ
                        <lb/>ἀνανευόντων, τῆς δὲ ἐν τῷ περιάγειν ἐφ’ ἑκάτερα, τὴν μὲν <lb/>προτέραν
                        ἡ τοῦ δευτέρου σπονδύλου πυρηνοειδὴς ἀπόφυσις <lb/>ἐργάζεται μάλιστα, τὴν δὲ
                        ἑτέραν ἡ τοῦ πρώτου πρὸς τὰ <lb/>κορωνὰ τῆς κεφαλῆς διάρθρωσις. ἀλλ’ αὗται
                        μὲν διὰ τῶν <lb/>πλαγίων γίγνονται μερῶν τοῦ τε πρώτου σπονδύλου καὶ
                        <lb/>αὐτῆς τῆς κεφαλῆς· ἡ δὲ πυρηνοειδὴς ἀπόφυσις ἀνάντης ﻿<pb n="757"/> μέν
                        ἐστιν, ἀπὸ δὲ τῶν προσθίων ἀρχομένη μερῶν τοῦ δευτέρου <lb/>σπονδύλου
                        συνδεῖται τῇ κεφαλῇ διά τινος εὐρώστου <lb/>τε ἅμα καὶ στρογγύλου συνδέσμου.
                        καὶ δὴ καὶ χώραν ἐπιτήδειον <lb/>ὁ πρῶτος σπόνδυλος αὐτῇ παρέχει, καθ’ ἣν
                        ἀσφαλῶς <lb/>στηρίζεται, καί τις ἕτερος ἐγκάρσιος δεσμὸς, ἐν αὐτῷ <lb/>τῷ
                        πρώτῳ σπονδύλῳ γενόμενος, ἔσωθεν ἐπιβέβληται κατ’ <lb/>αὐτῆς. ἔνιοι μὲν
                        ταύτην ὀδοντοειδῆ καλοῦσιν ἀπόφυσιν· <lb/>Ἱπποκράτης δὲ καὶ ὅλον τὸν
                        δεύτερον σπόνδυλον ὀδόντα <lb/>προσηγόρευσεν ἀπ’ αὐτῆς. ἔχει δὲ καὶ ἄλλας ὁ
                        πρῶτος <lb/>σπόνδυλος δύο κοιλότητας ἐπιπολαίας γληνοειδεῖς ἐν τοῖς
                        <lb/>κάτω μέρεσιν αὑτοῦ, παραπλησίας ταῖς ἄνωθεν. εἰσὶ δὲ εἰκότως <lb/>αἱ
                        μὲν ἄνωθεν μείζους, ὡς ἂν τῇ κεφαλῇ διαρθρούμεναι, <lb/>μικρότεραι δὲ αἱ
                        κάτωθεν, αἷς περιβέβληκε τὸν δεύτερον <lb/>σπόνδυλον. ἔστι δὲ ὁ μὲν πρῶτος
                        εὐρύτατός τε ἅμα καὶ <lb/>ἰσχνότατος, ὁ δὲ ἐφεξῆς αὐτοῦ στενώτερος μὲν, ἀλλ’
                        ὅμως <lb/>εὐρωστότερος. οὕτω δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες οἱ μετ’ αὐτόν. <lb/>ἐφ’
                        ὅσον γὰρ ὁ νωτιαῖος, εἰς τὰς τῶν νεύρων ἀποφύσεις καταναλισκόμενος,
                        <lb/>ἰσχνότερος ἑαυτοῦ γίνεται, ἐπὶ τοσοῦτο καὶ <pb n="758"/> αἱ τῶν
                        κατωτέρω σπονδύλων εὐρύτητες ἐλαττοῦνται· ἑκάστη <lb/>γὰρ ἴση τῷ πάχει τοῦ
                        περιεχομένου καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρχει <lb/>νωτιαίου. τουτὶ μὲν οὖν κοινὸν ἅπασι
                        τοῖς σπονδύλοις <lb/>ἐστὶν, ὥσπερ γε καὶ αἱ εἰς τὸ πλάγιον ἀποφύσεις, ἔτι τε
                        <lb/>πρὸς ταύταις ἀνάντεις τε καὶ κατάντεις ἀποφύσεις, καθ’ <lb/>ἃς πρὸς
                        ἀλλήλους διαρθροῦνται· τῶν δὲ ἄλλων τὰ μὲν <lb/>πλεῖστα κοινὰ, διαφέροντα δὲ
                        ὀλίγα, περὶ ὧν ἐφεξῆς ἐρῶ. <lb/>τὴν ὀπίσθιον ἀπόφυσιν, ἣν ἄκανθαν
                        ὀνομάζουσιν, ἅπαντες <lb/>ἔχουσι πλὴν τοῦ πρώτου σπονδύλου· τούτῳ δὲ ἐν τοῖς
                        <lb/>ἔμπροσθέν ἐστιν ἀπόφυσις μικρὰ μόνῳ. τῶν δὲ ἄλλων <lb/>ἁπάντων τὰς
                        πλαγίας ἀποφύσεις ἀεὶ διατετρημένας ἔχουσιν <lb/>οἱ κατὰ τὸν τράχηλον μόνοι
                        πλὴν τοῦ ἑβδόμου, ὅσπερ δὴ <lb/>καὶ ἔσχατος αὐτῶν ὑπάρχει· σπανίως δ’ ἄν
                        ποθ’ εὕροις <lb/>καὶ τούτῳ διατετρημένας. τὰς δὲ αὐτὰς ἀποφύσεις ἀτρέμα
                        <lb/>πως δι<milestone unit="ed2page" n="18"/>σχιδεῖς οἱ κατὰ τὸν τράχηλον
                        ἔχουσι μόνοι πλὴν <lb/>τῶν πρώτων δυοῖν· ἁπλαῖ γὰρ τούτοις εἰσί. τῷ δὲ ἕκτῳ
                        <lb/>διτταὶ σαφῶς εἰσι καὶ μέγισται τῶν ἄλλων ἁπασῶν, ὥσπερ <lb/>γε καὶ
                        αὐτός ἐστι μέγιστος· καὶ ἡ ἑτέρα δὲ αὐτῶν ἡ ἔνδον <pb n="759"/> ἱκανῶς
                        πλατεῖα. πρόμηκες δὲ ἑκάστου τὸ πρόσθιον μέρος, <lb/>ᾧ καὶ συμφύονται πρὸς
                        ἀλλήλους, τοῖς ἐν τῷ τραχήλῳ μάλιστά <lb/>ἐστι πλὴν τοῦ πρώτου. τοῖς δὲ
                        ἐκφυομένοις τοῦ <lb/>νωτιαίου νεύροις καὶ κατὰ τὰς συμβολὰς τῶν σπονδύλων
                        <lb/>διεκπίπτουσιν ἑκάτερος τῶν τοῦ τραχήλου σπονδύλων ἴσον <lb/>πως
                        συντελεῖ τῷ πρώτῳ· τῶν δὲ ἄλλων ἁπάντων ὁ ὑπερκείμενος <lb/>ἤτοι τὸ
                        πλεῖστον, ἢ τὸ σύμπαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ὅτι μὲν δώδεκα τὸν ἀριθμόν εἰσι τοῦ <lb/>θώρακος σπόνδυλοι, πρόσθεν εἴρηται,
                        πλὴν εἰ σπάνιόν <lb/>τινι λείπων εἷς ἢ περιττεύων εὑρεθήσεται. καὶ τούτων δὲ
                        <lb/>αὐτῶν τὸ περιττεύειν τοῦ λείπειν σπανιώτερον, ἅπασι δ’ <lb/>αὐτοῖς αἱ
                        τῆς ἀκάνθης ἀποφύσεις μέγισται τυγχάνουσιν οὖσαι <lb/>μέχρι τοῦ δεκάτου.
                        μεγάλαι δὲ οὐχ ἥκιστά εἰσι καὶ <lb/>αἱ κατὰ τὸ πλάγιον, αἷς διαρθροῦνται
                        πρὸς τὰς πλευράς. <lb/>αὐτὸ δὲ αὐτῶν τὸ σῶμα κατὰ μὲν τὸν πρῶτον ἀτρέμα
                        <lb/>πως ὑπάρχει πρόμηκες εἰς τὰ κάτω, παύεται δὲ ἐν τοῖς <lb/>ἐφεξῆς κατὰ
                        βραχύ. καὶ μὲν δὴ καὶ τὴν ἄκανθαν ἄχρι μὲν <lb/>τοῦ δεκάτου σπονδύλου τοῖς
                        κατὰ τὸν τράχηλον ὁμοίως <pb n="760"/> ἔχουσιν ἄνωθεν κάτω φερομένην.
                        ἔμπαλιν δὲ ἀπὸ τοῦ <lb/>δεκάτου κάτωθεν ἄνω φέρεται ῥέπουσα, κατὰ μὲν τοὺς
                        δύο <lb/>τοὺς ἐφεξῆς αὐτοῦ ἀμυδρῶς, κατὰ δὲ τοὺς ἄλλους σαφῶς. <lb/>ταὐτὸ δὲ
                        τοῦτο πεπόνθασι καὶ αἱ κατὰ τὸ πλάγιον ἀποφύσεις, <lb/>κάτω μὲν τῶν ὑπὲρ τὸν
                        δέκατον, ἄνω δὲ τῶν μετ’ <lb/>αὐτὸν ῥέπουσαι. μόναι γὰρ αἱ κατὰ τὸν δέκατον
                        ἀῤῥεπεῖς <lb/>εἰσι. καὶ γὰρ μόνος οὗτος ὁ σπόνδυλος οὐ τὰς ἀνάντεις
                        <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς κατάντεις ἀποφύσεις εἰς κονδυλώδη <lb/>πέρατα
                        τελευτώσας ἔχει, καθάπερ ὁ πρῶτος τῶν κατὰ τὸν <lb/>τράχηλον ἑκατέρας
                        γληνοειδεῖς. τῶν δὲ ἄλλων τοῖς μὲν <lb/>ὑπερκειμένοις τοῦ δεκάτου
                        κονδυλώδεις μέν εἰσιν αἱ ἀνάντεις, <lb/>γληνοειδεῖς δὲ αἱ κατάντεις, τοῖς δὲ
                        ὑποτεταγμένοις <lb/>ἀνάπαλιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Περὶ τῶν κατὰ τὸν ὀσφὺν σπονδύλων τὰ <lb/>μὲν ἄλλα σχεδὸν ἤδη προείρηται. καὶ
                        γὰρ ὅτι πέντε, καὶ <lb/>ὅτι μέγιστοι μὲν οὗτοι τῶν ἄλλων εἰσὶ καὶ παχύτατοι,
                        τὸ <lb/>δὲ ἔνδον ἑκάστου τρῆμα στενὸν, ὥσπερ γε καὶ ὁ κατ’ αὐτοὺς
                        <lb/>νωτιαῖος ἰσχνός· ἀλλὰ καὶ ὅτι τὰς ἀποφύσεις ἄνω <pb n="761"/> νευούσας
                        ἔχουσι, καὶ ὅτι διὰ μόνου τοῦ προτεταγμένου τὸ <lb/>νεῦρον διεκπίπτει, καὶ
                        ὅτι τῶν ἀνάντων τε καὶ κατάντων <lb/>ἀποφύσεων, ἐν αἷς πρὸς ἀλλήλους
                        διαρθροῦνται, κονδυλώδη <lb/>μέν ἐστι τὰ τῶν ὑπερκειμένων πέρατα, γληνοειδῆ
                        δὲ <lb/>τὰ τῶν ὑποκειμένων, εἴρηται πρόσθεν. εἰ δέ τι πρόσεστιν <lb/>αὐτοῖς
                        ἴδιον ἐξαίρετον ὑπὲρ τοὺς ἄλλους, ἐν τῷδε <lb/>λεχθήσεται. τρήματα τοίνυν
                        ἄτακτα κατὰ τὸ ἔνδον μέρος <lb/>ἐν ἑκάστῳ τῶν κατὰ τὸν ὀσφὺν σπονδύλων
                        εἰσὶν, εἰς ἃ καταφύονται <lb/>φλέβες, ἅπερ ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις ἢ οὐδ’ ὅλως,
                        <lb/>ἢ παντάπασιν ἂν ἴδοις μικρὰ, κατὰ δὲ τούτους καὶ σαφῆ <lb/>καὶ πολλὰ
                        φαίνεται. καὶ μὲν δὴ καὶ ἄλλη τίς ἐστι κατάντης <lb/>ἀπόφυσις ἐν αὐτοῖς ἐκ
                            <milestone unit="ed2page" n="19"/>περιττοῦ, παρὰ τὴν ἔκφυσιν <lb/>τοῦ
                        νεύρου τεταγμένη. καὶ αὕτη ποτὲ μὲν ἐν ἅπασίν <lb/>ἐστι, ποτὲ δὲ ἐν τοῖς
                        ὑστάτοις ἢ σμικρὰ παντάπασιν ἢ <lb/>οὐδ’ ὅλως ἐστίν. οἱ δὲ ὑπερκείμενοι διὰ
                        παντὸς ἔχουσιν <lb/>αὐτὴν, ὥσπερ καὶ οἱ ἔσχατοι τοῦ νώτου δύο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>[Περὶ τοῦ ἱεροῦ ὀστοῦ.] Καὶ τοῦτο τοῖς σπονδύλοις <lb/>ἀνάλογον ἔχει κατά γε
                        τὴν πρὸς τὸν ὑπερκείμενον διάρθρωσιν. ﻿<pb n="762"/> ὑποδέχεται γὰρ αὐτοῦ
                        τὰς κατάντεις ἀποφύσεις, ὡς <lb/>ἐκεῖνος τὰς πρὸ αὑτοῦ. καὶ μέν γε καὶ τὴν
                        ἄκανθαν ὁμοίαν ἔχει <lb/>τοῖς ἄλλοις. αἱ δὲ εἰς τὸ πλάγιον ἀποφύσεις αὐτοῦ
                        μεγάλαι <lb/>τέ εἰσι καὶ πλατεῖαι, κᾂν τῶν ἐκτὸς μερῶν ἔχῃ τινὰ κοιλότητα
                        <lb/>γληνοειδῆ, καθ’ ἧς ἐπιβέβηκε τὰ τῶν λαγόνων ὀστᾶ. <lb/>σύγκειται δὲ ἐκ
                        τριῶν μορίων, ὥσπερ τινῶν ἰδίων σπονδύλων, <lb/>οἷς τέταρτον ἐπίκειται κατὰ
                        τὸ πέρας ὀστοῦν ἕτερον, <lb/>ὃ καλοῦσι κόκκυγα. διαλυθέντων δ’ ὑφ’ ἑψήσεως
                        ἁπάντων, <lb/>ἡ σύνταξις ὁμοία φαίνεται ταῖς κατὰ τοὺς σπονδύλους. τὰ
                        <lb/>δὲ ἀπὸ τοῦ νωτιαίου διὰ τῶν τρημάτων αὐτοῦ διεκπίπτοντα <lb/>νεῦρα κατὰ
                        μὲν τὰς συντάξεις τῶν οἷον σπονδύλων ἐν <lb/>αὐτῷ διεξέρχεται, καθάπερ καὶ
                        καθ’ ὅλην τὴν ῥάχιν· οὐ <lb/>μὴν ἐκ τῶν πλαγίων γε μερῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἔνδον
                        τε καὶ <lb/>ἔξωθεν. εἰσὶ δ’ ἅπασαι τρεῖς αὐτῶν συζυγίαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ἐπὶ τῷ πέρατι τοῦ πλατέος ἕτερον ὀστοῦν <lb/>ἐστι τὸ καλούμενον κόκκυξ, ἐκ
                        τριῶν καὶ τοῦτο συγκείμενον <lb/>ἰδίων μορίων χονδρωδεστέρων, ἢ κατὰ τὸ
                        πλατὺ, καὶ μάλιστα <pb n="763"/> τὸ κατὰ τὸ πέρας ὑποκείμενον. διεξέρχεται
                        δὲ καὶ κατὰ <lb/>τὰς τούτων συντάξεις ἐκ τῶν ὀπίσω καὶ πρόσω μερῶν
                        <lb/>νεῦρα. πρώτη μὲν συζυγία, καθ’ ἃ μέρη ψαύει τοῦ πλατέος <lb/>ὀστοῦ,
                        δευτέρα δὲ κατὰ τὴν τοῦ πρώτου τῶν ἐν <lb/>ἑαυτῷ πρὸς τὸ δεύτερον σύνταξιν,
                        καὶ τρίτη κατὰ τὴν <lb/>τοῦ δευτέρου πρὸς τὸ τρίτον. ὅσον δὲ ὑπόλοιπον τοῦ
                        νωτιαίου <lb/>κατὰ τὸ πέρας αὐτοῦ τοῦ τρίτου διεξέρχεται μόνον <lb/>ἀζυγές.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Στέρνον καὶ πλευραὶ καὶ τῆς ῥάχεως οἳ <lb/>κατὰ τὸν νῶτον σπόνδυλοι τὰ τοῦ
                        θώρακός ἐστιν ὀστᾶ, <lb/>δώδεκα μὲν ἑκατέρωθεν αἱ πλευραὶ, καθάπερ καὶ οἱ
                        σπόνδυλοι. <lb/>διήρθρωται γὰρ ἑκάστη πρὸς ἕνα, τὰ δὲ τοῦ στέρνου
                        <lb/>συνήρθρωται μὲν ἀλλήλοις, ἑπτὰ δ’ ἐστὶ τὸν ἀριθμὸν, <lb/>ὅσαι περ καὶ
                        αἱ πρὸς αὐτὸ διαρθρούμεναι πλευραί. τῷ <lb/>κάτῳ δ’ αὐτοῦ πέρατι τρίγωνος
                        ἐπιπέφυκε χόνδρος. ἡ μὲν <lb/>δὴ πρὸς τοὺς σπονδύλους ἑκάστης τῶν πλευρῶν
                        διάρθρωσις <lb/>ᾧδε ἔχει. τῇ ῥίζῃ τῆς πλαγίας αὐτῶν ἀποφύσεως ἐπιβέβηκεν
                        <lb/>ἡ τῆς πλευρᾶς ἀρχὴ διά τινος κονδυλώδους ἐξοχῆς. <pb n="764"/> ἡ δὲ
                        ὑποδεχομένη κοιλότης ταύτην ἐπιπολῆς τέ ἐστι καὶ <lb/>μικρὰ, καὶ ῥέπουσιν
                        ἄνω μᾶλλον αἱ ἀμφότεραι, καὶ ἡ κοιλότης <lb/>καὶ ἡ τῆς πλευρᾶς ἀρχή. τὸ δὲ
                        ἀπὸ τοῦδε καθ’ <lb/>ὅλης ἐπιχεῖται τῆς πλαγίας ἀποφύσεως ἡ πλευρὰ, κᾀπειδὰν
                        <lb/>ἤδη ᾖ κατὰ τὸ πέρας αὐτῆς ἡ διάρθρωσις, ἑτέραν ἐργάζεται <lb/>ῥέπουσαν
                        κάτω, ὡς γίνεσθαι διττὴν διάρθρωσιν <lb/>τῇ πλευρᾷ πρὸς τὸν σπόνδυλον.
                            <milestone unit="ed2page" n="20"/>ἡ δ’ αὖ πρὸς τὸ <lb/>στέρνον αὐτῶν
                        διάρθρωσις ἀσαφεστέρα μέν ἐστιν· οὐ μὴν <lb/>ἄδηλός γε οὐδ’ αὐτὴ τοὺς
                        περικειμένους συνδέσμους ἀφελόντι. <lb/>διαρθροῦται γὰρ ἑκάστης ἐνταῦθα τὸ
                        χονδρῶδες μέρος <lb/>εἰς κονδυλώδη τελευτώσης κεφαλὴν ἑκάστῳ τῶν κατὰ
                        <lb/>τὸ στέρνον ὀστέων, ἐπιπόλαιόν τινα κοιλότητα κεκτημένων. <lb/>βραχεῖα
                        δὲ οὕτως ἡ κίνησις αὐτῶν ἐστιν, ὡς δύνασθαι καὶ <lb/>συνάρθρωσιν
                        ὀνομάζεσθαι. πολλαχόθι δὲ καὶ ἀλλαχόθι τοῦ <lb/>σώματος ἐπαμφοτερίζουσιν αἱ
                        συνθέσεις τῶν ὀστῶν, ὡς <lb/>ἀπορεῖν, εἴτε διαρθροῦσθαι πρὸς ἀλλήλας λεκτέον
                        αὐτάς <lb/>ἐστιν, εἴτε συναρθροῦσθαι. τὸ δὲ σύμπαν σχῆμα τοῦ <lb/>μὲν
                        στέρνου ξίφει παραπλήσιον ὑπάρχει. διὸ καὶ ξιφοειδὲς <pb n="765"/> ἔνιοι
                        προσαγορεύουσιν αὐτό· τινὲς δὲ οὐχ ὅλον, ἀλλὰ τὸν <lb/>ἐπὶ πέρατι μόνον
                        αὐτοῦ χόνδρον οὕτως ὀνομάζουσι. τῶν <lb/>δὲ πλευρῶν οὐχ ἓν οὐδὲ ἁπλοῦν τὸ
                        σχῆμα. μετὰ γὰρ τὴν <lb/>πρὸς τοὺς σπονδύλους διάρθρωσιν ἐπὶ τὰ πρόσω τε ἅμα
                        <lb/>καὶ κάτω φερόμεναι καὶ μέχρι πολλοῦ τοῦτο πάσχουσαι <lb/>πάλιν
                        ἀνανεύουσιν ἄνω πρὸς τὸ στέρνον, ἀθρόην τινὰ ποιούμεναι <lb/>καμπήν. ὅθεν
                        περ ἤδη τὸ πρὸς τὸ στέρνον αὐτῶν <lb/>ἅπαν οὐκ ὀστοῦν ἐστιν, ἀλλὰ χόνδρος.
                        αἱ δὲ ὑπόλοιποι <lb/>πέντε καλοῦνται μὲν νόθαι, συμφύονται δὲ τῷ τε
                        διαφράγματι <lb/>καὶ ἀλλήλαις, εἰς ἀκριβῆ τελευτῶσαι χόνδρον. <lb/>ἡ δὲ
                        ὑστάτη μόνη κεχώρισται κατὰ τὸ πέρας αὐτῶν, καὶ <lb/>ὄντως ἐστὶ νόθη. τὸ
                        μῆκος δὲ οὐδὲ ταύταις οὔτε ταῖς <lb/>ἄλλαις πλευραῖς ἴσον ἁπάσαις ἐστὶν,
                        ἀλλ’ αἱ μὲν ἄνωθέν <lb/>τε καὶ κάτωθεν βραχύτεραι τυγχάνουσιν οὖσαι,
                        μακρότεραι <lb/>δὲ αἱ μέσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Αἱ ὠμοπλάται κεῖνται μὲν ὄπισθεν τοῦ <lb/>θώρακος· συμφύονται δὲ διὰ μυῶν τῷ
                        τε κατ’ ἰνίον ὀστῷ <lb/>τῆς κεφαλῆς, καὶ τῇ τῆς ῥάχεως ἀκάνθῃ, καὶ ταῖς τοῦ
                            <pb n="766"/> θώρακος πλευραῖς, καὶ τῷ προτεταγμένῳ τοῦ λάρυγγος
                        <lb/>ὀστῷ. ἀνώμαλοι δέ εἰσιν ἱκανῶς καὶ πᾶσι τοῖς μέρεσιν <lb/>ἀνόμοιαι·
                        κυρταὶ μὲν γὰρ ἔξωθεν, ἔσωθεν δὲ σιμαὶ, καὶ <lb/>λεπτὴ μὲν ἡ κάτω βάσις
                        αὐτῶν καὶ προμήκης, τὸ δὲ ἄνω <lb/>πέρας παχύ τε καὶ μικρόν. ἐπαλείφει δὲ
                        αὐτὰς πολλαχόθι <lb/>χόνδρος, καὶ πλεῖστος τὴν βάσιν. ἀφ’ ἧς ἀρχομένη τῆς
                        <lb/>ῥάχεως ταπεινὴ κατὰ μικρὸν προσαυξάνεται, μέχρι τῶν κατὰ <lb/>τὸ
                        ἀκρώμιον ἀνιοῦσα χωρίων. συναρθροῦται δ’ αὐτῇ κατὰ <lb/>τοῦτο ἡ κλείς. καί
                        τινες μὲν τῶν ἀνατομικῶν αὐτὴν τὴν <lb/>σύνταξιν αὐτῶν ὀνομάζουσιν ἀκρώμιον
                        ἁρμονίαν· ἔνιοι δὲ <lb/>τρίτον ἕτερον παρ’ ἀμφότερα τὰ συζευγνύμενά φασιν
                        ὀστοῦν <lb/>ὑπάρχειν, ἐν ἀνθρώποις μόνοις εὑρισκόμενον, ὃ κατακλεῖδά <lb/>τε
                        καὶ ἀκρώμιον προσαγορεύουσιν. ὑπὸ δὲ τοῦτο τὸ χωρίον <lb/>ἀπόφυσίς τις
                        ὑπόκειται τῇ ὠμοπλάτῃ· ὀνομάζεται <lb/>δὲ αὐχὴν ὠμοπλάτης, ᾧ κατὰ τὸ πέρας
                        εἰς κοτύλην <lb/>τινὰ τελευτῶντι τοῦ βραχίονος ἡ κεφαλὴ διαρθροῦται.
                        <lb/>ἔστι δὲ καὶ ἄλλη ταύτῃ ἔσωθεν ἀπόφυσις ὀξεῖα καὶ σμικρά. <lb/>καλοῦσι
                        δ’ αὐτὴν οἱ μὲν ἀγκυροειδῆ, οἱ δὲ κορακοειδῆ, ﻿<pb n="767"/> διότι τὸ πέρας
                        αὐτῆς ἐκτὸς ἐπινένευκεν, ὥσπερ <lb/>κορώνη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Τοῦ στέρνου τῷ ἄνω πέρατι τῶν κλειδῶν <lb/>ἑκατέρα διαρθροῦται, σηραγγώδης τε
                        οὖσα καὶ ἀνώμαλος <lb/>τό τε σχῆμα καὶ τὸ πάχος. τὸ κάτω μὲν γὰρ αὐτῶν, ὃ
                        <lb/>καὶ διαρθροῦται πρὸς τὸ στέρνον, <milestone unit="ed2page" n="21"/>παχύτερόν τε τῶν <lb/>ἄλλων ἐστὶ καὶ στρογγυλώτερον· ὅσον δὲ ἑξῆς τούτῳ,
                        <lb/>πολὺ μὲν ἰσχνότερον, ἔστι δὲ στρογγύλον· ἀνώμαλον δὲ τὸ <lb/>ἐπὶ τούτῳ
                        σύμπαν ἄχρι τῆς πρὸς τὴν ὠμοπλάτην συντάξεως, <lb/>ἔνθα καὶ πλατύνεταί πως
                        ἀτρέμα. συμπάσης δ’ αὐτῆς <lb/>τὰ μέσα μέρη κυρτὰ πρὸς τὸ ἐκτός ἐστι; καὶ
                        μᾶλλον <lb/>ἐν αὐτοῖς, ὅσα πρὸς τὴν ὠμοπλάτην ῥέπει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Τὸ τοῦ βραχίονος ὀστοῦν, ἁπάντων ὀστῶν <lb/>μέγιστον ὑπάρχον πλὴν τοῦ μηροῦ,
                        διαρθροῦται κατ’ ἄμφω <lb/>τὰ πέρατα, ἄνω καὶ κάτω. κατὰ μὲν δὴ τὸν ὦμον
                        ἐπίφυσιν <lb/>ἔχει κεφαλῆς εὐμεγέθους ἐπ’ αὐχένι σμικρῷ. καί τις <lb/>ἐν
                        αὐτῷ κοιλότης ἐστὶν ὥσπερ τομὴ πλατεῖα κατὰ τὰ <lb/>πρόσω μέρη, διαιροῦσα
                        τὴν ὅλην κεφαλὴν εἰς δύο μοίρας <pb n="768"/> ὁμοίας κονδύλοις. τὸ κάτωθεν
                        δὲ πέρας εἰς κονδύλους <lb/>ἀνίσους τελευτᾷ. καὶ πρὸς μὲν τὸν ἔξωθεν αὐτῶν ἡ
                        τῆς <lb/>κερκίδος κεφαλὴ διαρθροῦται, πρὸς δὲ τὸν ἔνδον οὐδὲν <lb/>ὅλως
                        ὀστοῦν συντέτακται. καὶ διὰ τοῦτο πολὺ μείζων οὗτος <lb/>φαίνεται τοῦ ἔξω,
                        καί τοι βραχὺ μείζων ὑπάρχων. κοιλότης <lb/>δὲ ἐν τῷ κάτω πέρατι τοῦ
                        βραχίονός ἐστι, ταῖς κατὰ <lb/>τὰς τροχηλίας ἐοικυῖα, περὶ ἣν ὁ πῆχυς
                        κινεῖται. ἔνθα δ’ <lb/>ἡ κοιλότης αὕτη τελευτᾷ, κατ’ ἄμφω τὰ μέρη κοιλότης
                        <lb/>ἐστὶν ἑτέρα καθ’ ἕτερον πέρας, ἡ πρόσω τῆς ὄπισθεν ἐλάττων.
                        <lb/>ὑποδέχονται δὲ αὗται τὰς κορώνας τοῦ πήχεως, ἐν μὲν <lb/>ταῖς ἐσχάταις
                        κάμψεσιν ἡ πρόσω τὴν πρόσω, κατὰ δὲ <lb/>τὰς ἐκτάσεις ἡ ὀπίσω τὴν ὄπισθεν.
                        τὰ δὲ ἄλλα μέρη <lb/>περιφερής ἐστιν ὁ βραχίων, οὐ μὴν εὐθὺς, οὐδ’ ὅμοιος
                        <lb/>πάντῃ· κυρτὸς μὲν γὰρ εἴς τε τὸ πρόσω καὶ τὸ ἔξω, σιμὸς <lb/>δὲ ὄπισθέν
                        τε καὶ ἔνδον ἐστί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Πῆχυς καλεῖται μὲν καὶ ὅλον τὸ μεταξὺ <lb/>βραχίονος καὶ καρποῦ, καλεῖται δὲ
                        καὶ τὸ ἕτερον ὀστοῦν <lb/>τῶν ἐν αὐτῷ τὸ μεῖζον, ὕπερ ὑποτέτακται θατέρῳ, τῇ
                            <pb n="769"/> κερκίδι προσαγορευομένῃ. αὕτη μὲν οὖν κατὰ τὸ πέρας
                        <lb/>αὑτῆς τὸ ἄνω περιλαμβάνει τὸν ἔξω τοῦ βραχίονος κόνδυλον <lb/>ἐπιπολαίῳ
                        κοιλότητι. καὶ ἔστι τῆς διαρθρώσεως ταύτης <lb/>ἔργον ἐπὶ τὸ πρηνές τε καὶ
                        ὕπτιον ὅλην τὴν χεῖρα περιάγειν. <lb/>ὁ δὲ πῆχυς δύο ἀποφύσεις ἔχει δυοῖν
                        κορωνῶν, <lb/>ἐλάττονος μὲν τοῦ πρόσω, μείζονος δὲ θατέρου. τὴν κοιλότητα
                        <lb/>δὲ αὗται περιλαμβάνουσι τοῦ πήχεως τὴν σιγματοειδῆ, <lb/>καθ’ ᾗς
                        ἐπιβέβηκεν ἡ τροχιλώδης περιφέρεια τοῦ <lb/>βραχίονος, ἡ μεταξὺ τῶν κονδύλων
                        αὐτοῦ, καὶ ἔστι ταύτης <lb/>τῆς διαρθρώσεως ἔργον ἐκτείνειν τε καὶ κάμπτειν
                        ὅλην τὴν <lb/>χεῖρα. συνδεῖται δὲ καθ’ ἑκάτερον τῶν περάτων ὁ πῆχυς <lb/>τῇ
                        κερκίδι συνδέσμοις ἰσχυροῖς ἴσως· τοὐν μέσῳ δὲ πάντῃ <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων
                        διεστήκασιν. ἔχει δὲ ἐπίφυσιν ἑκάτερον αὐτῶν <lb/>κατὰ τὰ πρὸς τῷ καρπῷ
                        μέρη, κυρτὴν μὲν ἔξωθεν, ἔσωθεν <lb/>δὲ κοίλην· πῆχυς μὲν κατὰ τὸν μικρὸν
                        δάκτυλον, <lb/>κερκὶς δὲ κατὰ τὸν μέγιστον. ἐμβαίνει δὲ τῇ κοιλότητι
                        <lb/>ταύτῃ καὶ διαρθροῦται πρὸς αὐτὴν ὁ καρπός. ἐκ περιττοῦ <lb/>δὲ τῷ πήχει
                        ὑπάρχει καὶ ἡ καλουμένη στυλοειδὴς ἀπόφυσις, <pb n="770"/> διαρθρουμένη καὶ
                        αὐτὴ πρὸς τὸν καρπόν. ἀλλὰ <lb/>ταύτης μὲν ἔργον ἡ εἰς τὰ πλάγια περιφορὰ
                        τοῦ καρποῦ, <lb/>τῆς δὲ ἑτέρας αἱ κατ’ εὐθὺ, καθ’ ἃς ἐκτείνομέν τε καὶ
                        <lb/>κάμπτομεν τὴν ἄκραν χεῖρα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p><milestone unit="ed2page" n="22"/>Ὀκτὼ συντίθησιν ὀστᾶ τὸν καρπὸν, <lb/>ἐπὶ
                        δύο στίχους συγκείμενα, σκληρὰ πάντα, καὶ σμικρὰ, καὶ <lb/>ἀμύελα, καὶ
                        πολυειδῆ τὸ σχῆμα. πῇ μὲν γάρ ἐστι κυρτὰ, πῇ <lb/>δὲ σιμὰ, καὶ πῇ μὲν εὐθέα,
                        πῇ δὲ περιφερῆ. συνδεῖται δὲ <lb/>πάντα δεσμοῖς νευροχονδρώδεσι,
                        συνηρθρωμένα πρὸς ἄλληλα, <lb/>καὶ οὐχ, ὥς τινες οἴονται, συμπεφυκότα, κυρτὰ
                        μὲν <lb/>ἀτρέμα τὴν ἔξωθεν ἐπιφάνειαν ὄντα, κοῖλα δὲ τὴν ἔνδον. <lb/>ἡ μὲν
                        οὖν ἄνωθεν μοῖρα τοῦ καρποῦ, ἐκ τριῶν ὀστῶν οὖσα, <lb/>περιφερής πως
                        γινομένη διαρθροῦται πρὸς πῆχύν τε καὶ <lb/>κερκίδα καὶ τὴν στυλοειδῆ
                        ἀπόφυσιν, πλὴν ὅτι γληνοειδεῖ <lb/>κοιλότητι βραχείᾳ τὴν στυλοειδῆ. τοῦ
                        πήχεως ἀπόφυσιν <lb/>περιλαμβάνει τοῦ καρποῦ τὸ κατὰ τὸν μικρὸν δάκτυλον
                        <lb/>ὀστοῦν. τὸ δὲ μέσον ἐν αὐτοῖς ἐκείνην μάλιστα κατείληφε <lb/>τὴν χώραν,
                        ἵνα συμβάλλουσιν ἀλλήλοις ὅ τε πῆχυς καὶ ἡ <pb n="771"/> κερκίς. τὸ δὲ
                        τρίτον ὑπὸ τῆς κερκίδος περιλαμβάνεται, διφυὲς <lb/>ὑπάρχον. ἡ δὲ κάτωθεν
                        μοῖρα τοῦ καρποῦ τοῖς τέσσαρσι <lb/>μὲν ἑαυτῆς ὀστοῖς συνήρθρωται τῷ
                        μετακαρπίῳ, τὸ <lb/>πέμπτον δὲ ἐποχούμενον ἔχει τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις τοῦ
                        καρποῦ, <lb/>καθ’ ἃ μάλιστά ἐστιν ἡ στυλοειδὴς τοῦ πήχεως <lb/>ἀπόφυσις.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Τὸ μεταξὺ καρποῦ τε καὶ δακτύλων μετακάρπιον <lb/>ὀνομάζεται, συναρθρούμενον
                        μὲν πρὸς τὸν καρπὸν, <lb/>διαρθρούμενον δὲ πρὸς τὰς πρώτας τῶν· δακτύλων
                        <lb/>φάλαγγας, (οὕτω γὰρ καλεῖται τὰ τῶν δακτύλων ὀστᾶ, <lb/>ἔνιοι δὲ
                        σκυταλίδας ὀνομάζουσιν αὐτὰ,) μόνου τοῦ μεγάλου <lb/>δακτύλου τῆς πρώτης
                        φάλαγγος αὐτῷ τῷ μετακαρπίῳ διηρθρωμένης <lb/>ἐκ πλαγίων. ὥσθ’ ἕκαστον τῶν
                        δακτύλων ἐκ <lb/>τριῶν ὀστῶν συγκεῖσθαι, τῆς προτέρας ἀεὶ φάλαγγος
                        ἐπιβαινούσης <lb/>τῇ κοιλότητι τῇ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἑπομένης τεταγμένῃ.
                        <lb/>εὔλογον γὰρ καὶ τὸν μέγαν δάκτυλον ἐκ τριῶν <lb/>ὀστῶν συγκεῖσθαι
                        λέγειν, καὶ μὴ προσνέμειν τῷ μετακαρπίῳ <lb/>τὴν πρώτην αὐτοῦ φάλαγγα, κατ’
                        ἄμφω γε τὰ μέρη ﻿<pb n="772"/> διηρθρωμένην, ὃ τοῖς μὲν πρώτοις τῶν δακτύλων
                        ὀστοῖς <lb/>συμβέβηκεν, οὐ μὴν τοῖς τοῦ μετακαρπίου. ὅθεν καὶ τέτταρα
                        <lb/>μὲν εὐλόγως μόνον ἄν τις φήσειε τὰ τοῦ μετακαρπίου, <lb/>πεντεκαίδεκα
                        δὲ τῶν πέντε δακτύλων. ὅσοι δὲ τὸ τρίτον <lb/>ὀστοῦν τοῦ μεγάλου δακτύλου τῷ
                        μετακαρπίῳ προσνέμουσι, <lb/>τεσσαρακαίδεκα μὲν εἶναί φασι τὰ τῶν δακτύλων,
                        πέντε δὲ <lb/>τὰ τοῦ μετακαρπίου. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>