<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg008.1st1K-grc1:2.1-2.5</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg008.1st1K-grc1:2.1-2.5</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg008.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ’ ῾ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΝ <lb/>ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΟΓΟΣ
                            ΔΕΥΤΕΡΟΣ.</head><p>Ἐπὶ δὲ τὸν δεύτερον λόγον ἤδη μοι ἰέναι <lb/>καιρός. ἀποδείξας γὰρ ὁ
                            Ἱπποκράτης. ἁπάντων τῶν ὄντων <lb/>κοινὰ στοιχεῖα τὸ θερμὸν, καὶ τὸ
                            ψυχρὸν, καὶ τὸ ξηρὸν, <lb/>καὶ τὸ ὑγρὸν, ἐφεξῆς ἐπὶ γένος ἕτερον
                            στοιχείων μέτεισιν, <lb/>οὐκέτι πρῶτον οὐδὲ κοινὸν, ἀλλὰ τῶν ἐναίμων
                            ζώων ἴδιον. <lb/>αἷμα γὰρ, καὶ φλέγμα, καὶ χολὴ ξανθή τε καὶ μέλαινα
                            <lb/>στοιχεῖα τῆς ἁπάντων γενέσεώς ἐστι τῶν ἐναίμων ζώων, οὐκ
                            <lb/>ἀνθρώπου μόνον. ἀνθρώπου δέ γε ἴδια μόρια τὰ ἐλάχιστά <pb n="493"/>
                            τε καὶ ὁμοιομερῆ προσαγορευόμενα. κοινωνία δέ ἐστι <lb/>καὶ τούτων αὐτῶν
                            πρὸς ἔνια τῶν ἐναίμων ζώων, οἷον ἵππον, <lb/>καὶ βοῦν, καὶ κύνα, καὶ
                            τἄλλα, ὅσα τοιαῦτα. πάντα γὰρ <lb/>ταῦτα καὶ ἀρτηρίας ἔχει, καὶ φλέβας,
                            καὶ νεῦρα, καὶ <lb/>συνδέσμους, καὶ ὑμένας, καὶ σάρκας, οὐ μὴν ἀκριβῶς
                            γε <lb/>πάντη τοῖς ἀνθρώποις ὅμοια. τινὰ δὲ καὶ κατὰ γένος <lb/>ἕτερα,
                            καθάπερ ὁπλὰς, καὶ κέρατα, καὶ πλῆκτρα, καὶ <lb/>ῥάμφη, καὶ φολίδας, καὶ
                            λεπίδας. ὥσπερ οὖν τὸ θερμὸν, <lb/>καὶ τὸ ψυχρὸν, καὶ τὸ ξηρὸν, καὶ τὸ
                            ὑγρὸν ἁπάντων. ἦν <lb/>κοινὰ στοιχεῖα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἴδια πάλιν
                            ἑκάστου <lb/>τῶν ζώων ἐστὶ τὰ πρῶτα πρὸς αἴσθησιν μόρια, περὶ ὧν <lb/>ἐν
                            ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσι λέξεται. μεταξὺ δὲ τούτων <lb/>τε κᾀκείνων
                            ἡμῖν μὲν οἱ τέσσαρες χυμοὶ, τῶν δ’ ἄλλων <lb/>ζώων ἑκάστῳ τοῦθ’, ὅπερ ἂν
                            ὕλη τῆς γενέσεως αὐτῶν ᾖ <lb/>προσεχής. οὕτω γὰρ εἰώθασιν ὀνομάζειν,
                                <milestone unit="ed2page" n="27"/>ἐξ ἧς πρώτης <lb/>τι γίνεται,
                            μηδεμιᾶς ἐν μέσῳ δεομένης ἑτέρας μεταβολῆς. </p></div><pb n="494"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὅτι μὲν οὖν ἐκ τοῦ τῆς μητρὸς αἵματος <lb/>ἅπαντα γέγονε τὰ τῶν ἐναίμων
                            ζώων μόρια, πρόδηλον <lb/>παντί. μετέχοντος δὲ τούτου φλέγματός τε καὶ
                            διττῶν χολῶν, <lb/>εὐλόγως ἐνταῦθα διέστησαν, οἱ μὲν ἐξ αἵματος μόνου
                            <lb/>τὴν γένεσιν ὑπάρχειν ἡμῖν, οἱ δὲ ἐκ τῶν τεττάρων χυμῶν
                            <lb/>φάσκοντες. ἔστι μὲν οὖν οὐχ ὁμοίως ἀποδεῖξαι τἀληθὲς <lb/>ἐνταῦθα
                            δυνατὸν, ὡς ἐπὶ τῶν πρώτων στοιχείων· ἑκάτερος <lb/>γὰρ ὁ λόγος ἔχει τι
                            πιθανόν. ἐξ ὦν δ’ οὑν ὁ Ἱπποκράτης <lb/>κινηθεὶς, ἀληθέστερον εἶναι
                            νομίζει, τοὺς τέσσαρας χυμοὺς <lb/>ὕλην εἶναι τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως,
                            ἐπιδεῖξαι πειράσομαι, <lb/>τὴν ἀρχὴν ἐνθένδε ποιησάμενος. ὁμοιομερὲς μὲν
                            οὖν <lb/>ἐστι καὶ σὰρξ, καὶ νεῦρον. ἀλλ’ ἡ μὲν σὰρξ ἔναιμός τε <lb/>καὶ
                            μαλακὴ καὶ θερμή· τοὐναντίον δὲ τὸ νεῦρον ἄναιμόν <lb/>τε καὶ σκληρὸν
                            καὶ ψυχρόν. οὐ μὴν οὔτ’ ἐκείνη μαλακὴ <lb/>καὶ θερμὴ τελέως ἐστὶν, οὔτε
                            τὸ νεῦρον σκληρὸν καὶ ψυχρόν. <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν αἷμα τῆς σαρκὸς
                            μαλακώτερόν τε καὶ <pb n="495"/> θερμότερόν ἐστι· τὸ δὲ ὀστοῦν τοῦ
                            νεύρου σκληρότερον <lb/>καὶ ψυχρότερον. οὕτω δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον
                            μορίων <lb/>ἕτερον ἑτέρου, τὸ μὲν ψυχρότερόν ἐστι, τὸ δὲ θερμότερον,
                            <lb/>καὶ τὸ μὲν μαλακώτερον, τὸ δὲ σκληρότερον. ἆρ’ <lb/>οὖν ἐκ τῆς
                            αὐτῆς οὐσίας τὰ πάντα γέγονεν, ἢ μᾶλλον <lb/>ἀγαθός τις οὖσα δημιουργὸς
                            ἡ φύσις, ἡνίκα τὸ πρῶτον <lb/>ἐκ τοῦ παρὰ τῆς μητρὸς αἵματος, εἰς τὴν
                            μήτραν ἰόντος, <lb/>ἐγέννα τε καὶ διέπλαττε τὸ ἔμβρυον, εἰς μὲν τὴν τῶν
                            <lb/>σκληροτέρων σωμάτων πῆξιν εἷλκεν ἐξ αὐτοῦ τὸ παχύτερον, <lb/>εἰς δὲ
                            τὴν τῶν μαλακωτέρων τὸ ὑγρότερον; οὕτω <lb/>δὲ καὶ τὸ μὲν θερμότερον εἰς
                            τὴν τῶν θερμοτέρων, <lb/>τὸ δὲ ψυχρότερον εἰς τὴν τῶν ψυχροτέρων; ἐμοὶ
                            μὲν <lb/>οὖν οὕτω δοκεῖ μακρῷ φυσικώτερον εἶναι, καὶ κατὰ <lb/>τὴν
                            πρώτην ἀρχὴν εὐθέως διαπεπλάσθαι τὸ κύημα, κᾀν <lb/>τῷ μετὰ ταῦτα χρόνῳ
                            παντὶ τὴν τροφὴν καὶ τὴν αὔξησιν <lb/>ἕκαστον τῶν μορίων ἔχειν ἐκ τῆς
                            οἰκείας ὕλης. ἕν μὲν <lb/>γάρ τι φαίνεται τὸ αἷμα, καθάπερ καὶ τὸ γάλα.
                            διδάσκει <lb/>δ’ ὁ λόγος, οὐχ ἓν ὑπάρχειν αὐτὸ, καθότι μηδὲ τὸ γάλα. <pb n="496"/> τὸ μὲν γάρ ἐστιν ἄκρως ὀῤῥῶδες καὶ λεπτὸν ἐν τῷ γάλακτι,
                            <lb/>τὸ δὲ ἄκρως τυρῶδες καὶ παχύ. ταῦτα δὲ, ἕως μὲν ἐκέκρατο <lb/>πρὸς
                            ἄλληλα, μέσον ἀπειργάζετο τὸ γάλα τυροῦ καὶ <lb/>ὀῤῥοῦ· διακριθέντα δὲ,
                            τὴν οἰκείαν ἰδέαν ἐνεδείξατο, καὶ <lb/>τὴν τοῦ γάλακτος ἐδίδαξε φύσιν,
                            ὡς οὐκ ἄρα ἓν ἦν ἀκριβῶς, <lb/>ἀλλ’ ἐξ ἐναντίων τε καὶ διαφερόντων
                            συγκείμενον. ὡς <lb/>οὖν ἐν τῷ γάλακτι τὸ μέν ἐστιν ὀῤῥὸς, τὸ δὲ τυρὸς,
                            οὕτω <lb/>καὶ ἐν τῷ αἵματι τὸ μὲν οἷον ἰχὼρ αἵματος ἀνάλογον ὀῤῥῷ
                            <lb/>γάλακτος, τὸ δὲ οἶον ἰλύς τις καὶ τρὺξ ἀνάλογον τῷ <lb/>τυρῷ. καὶ
                            μὲν δὴ καὶ ἶνας ἐμφερομένας τῷ αἵματι σαφῶς <lb/>ἐστι θεάσασθαι, καὶ
                            τούτων ἐξαιρεθεισῶν, οὐ πήγνυται τὸ <lb/>αἷμα, καὶ χωρισθὲν τῶν ἰνῶν τὸ
                            αἷμα καὶ χροιᾷ καὶ συστάσει <lb/>διαφέρει. τὸ μὲν γὰρ ἐρυθρὸν ἀκριβῶς
                            φαίνεται, τὸ δὲ <lb/>ξανθότερον τούτου, τὸ δὲ μελάντερον. ἔστιν ὅτε δὲ
                            καὶ <lb/>σαφῶς ἐπανθεῖ τι λευκὸν αὐτῷ, καί ποτε πελιδνὸν ἅπαν ﻿<pb n="497"/> ἐφάνη, <milestone unit="ed2page" n="28"/>καὶ νὴ Δία γε
                            πολλάκις ἐγγὺς τῷ μέλανι, καθάπερ <lb/>τις πορφύρα κατακορής· ὥστ’ οὐχ
                            ἓν ἀκριβῶς τὸ <lb/>αἷμα. πάντων γὰρ ἂν, οἶμαι, καὶ ζώων καὶ ἀνθρώπων
                            <lb/>ὅμοιον ὑπῆρχε διὰ παντὸς, εἴπερ ἦν ὄντως ἓν. ἀλλά ποτε <lb/>ἐν αὐτῷ
                            πλεονεκτεῖ τὸ παχὺ καὶ μέλαν, ὡς καὶ τὴν χρόαν <lb/>ἅπαντος τοῦ σώματος
                            μελαντέραν φαίνεσθαι, καὶ τὰς οὐλὰς <lb/>μελαίνεσθαι, καὶ κιρσοῦσθαι τὰς
                            ἐν τοῖς σκέλεσι φλέβας, <lb/>ἅμα τινὶ πελιδνῷ χρώματι· ποτὲ δὲ τὸ
                            ξανθὸν, ὡς καὶ <lb/>τοῦτ’ ἔκ τε τῶν τριχῶν ἐστιν ἰδεῖν, κᾀκ τῆς συμπάσης
                            τοῦ <lb/>σώματος χρόας, ἐμέτων τε καὶ διαχωρημάτων· ἔστι δ’ ὅτε <lb/>τὸ
                            ἐρυθρὸν ἢ λευκὸν, ὡς καὶ ταῦτα ἔκ τε τῶν τοῦ ὅλου σώματος <lb/>χρωμάτων
                            καὶ τριχῶν καὶ διαχωρημάτων φαίνεσθαι. καὶ <lb/>μὲν δὴ κᾂν εἰ τὰς φλέβας
                            ἐκτέμοις ὑγιαινόντων ἔτι τῶν ἀνθρώπων, <lb/>τοῦ μέν τινος αὐτῶν ξανθὸν
                            ῥυήσεται τὸ αἷμα, τοῦ <lb/>δ’ ἐρυθρὸν, τοῦ δὲ λευκότερον, τοῦ δὲ
                            μελάντερον. κᾂν εἰ <lb/>δοῦναι δὲ φάρμακον ἐθέλοις ἐκκαθαῖρον τὸ σῶμα,
                            τοιοῦτον <pb n="498"/> ἐκκενώσει χυμὸν, ὁποῖον ἕλκειν πέφυκεν, ἀλλ’ οὐκ
                            ἴσον ἐν <lb/>πάσῃ φύσει σώματος, οὔθ’ ὑγιαινόντων, οὔτ’ ἀῤῥωστούντων.
                            <lb/>ἵνα γὰρ ἀπὸ τῶν ἀῤῥωστούντων <milestone unit="ed1page" n="58"/>ἄρξωμαι, χολῆς <lb/>τῆς ὠχρᾶς τε καὶ ξανθῆς ὀνομαζομένης εἰ δοίης τοῖς
                            <lb/>ἰκτεριῶσιν ἀγωγὸν φάρμακον, ἄξει σοι παμπόλλην χολήν. <lb/>εἰ δέ γε
                            τοῖς τὸν καλούμενον ὕδερον λευκοφλεγματίαν νοσοῦσι <lb/>ταὐτὸ τοῦτο
                            δοίης φάρμακον, ἐλαχίστην μὲν ἐκκενώσει <lb/>χολήν. εἰ δ’ αὖ πάλιν
                            ἕτερον δοίης φάρμακον, ὑφ’ οὗ <lb/>φλέγμα κενοῦσθαι πέφυκεν, ἥκιστα μὲν
                            ἐν τοῖς ἰκτεριῶσι <lb/>κενώσει φλέγμα, καὶ σὺν μεγάλῃ τῇ βλάβῃ· πάμπολυ
                            δὲ <lb/>τοῖς προειρημένοις ὑδέροις, καὶ χωρὶς τοῦ βλάψαι. καὶ
                            <lb/>μέντοι καὶ τοῖς ἐλεφαντιῶσι πολλάκις ἐδώκαμεν, ὅ τι χολὴν
                            <lb/>ἐκκαθαίρει μέλαιναν· ὑφ’ οὗ καὶ ῥᾴστην καὶ πλείστην <lb/>σὺν
                            ὠφελείᾳ μεγάλῃ τὴν κένωσιν εἴδομεν <lb/>ἀπαντῶσαν. </p></div><pb n="499"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἀσκληπιάδης δὲ, πάντα τὰ καλὰ τῆς <lb/>τέχνης ἐπιχειρῶν ἀνατρέπειν τῷ
                            λόγῳ διὰ τοὺς θαυμαστοὺς <lb/>ὄγκους καὶ πόρους, πειρᾶται μεταπείθειν
                            ἡμᾶς, ὡς οὐχ ἕλκει <lb/>τὸ οἰκεῖον ἕκαστον τῶν φαρμάκων, ἀλλὰ
                            μεταβάλλει. καὶ <lb/>τρέπει, καὶ ἀλλοιοῖ, διαφθεῖρον εἰς τὴν ἑαυτοῦ
                            φύσιν, <lb/>ὁποῖον ἂν ᾖ τὸ ἑλχθέν. εἶτα τὴν ἀκολουθοῦσαν ὠφέλειαν,
                            <lb/>οὐ τῇ τοῦ λυποῦντος καθάρσει γίνεσθαί φησιν, ἀλλὰ τῷ <lb/>κοινῷ
                            λόγῳ τῆς κενώσεως. ὁ μὲν οὖν Ἀσκληπιάδους λόγος <lb/>οὕτως ἀναισχυντεῖ
                            κατὰ τοῦ φαινομένου. τὸ φαινόμενον δέ <lb/>γ’, ὡς Ἱπποκράτης τε καὶ οἱ
                            λοιποὶ πάντες ἰατροὶ, τῇ <lb/>πείρᾳ βασανίζοντες, ἔμαθον, ὡς εἴρηται
                            πρόσθεν, ἔχει. εἰ <lb/>γὰρ ἐπιχειρήσεις ἀνθρώπῳ χολῶντι φλέγματος ἀγωγὸν
                            δοῦναι <lb/>φάρμακον, οὐ μετὰ μικρᾶς, εὖ οἶδ’ ὅτι, ζημίας πειράσῃ
                            <lb/>τοῦ ἐγχειρήματος. εἰ δέ γ’ ὡς κενοῦντα μόνον ὠφελεῖ τὰ
                            <lb/>καθαίροντα, τί οὐ φλέβας τέμνομεν ἁπάντων, εἴτ’ ἰσχνοὶ <pb n="500"/> τύχοιεν ὄντες, εἴτε παχεῖς, εἴτ’ ἰκτεριῶντες, εἴτε μελαγχολῶντες; <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="29"/>ἀλλὰ πολλοῖς μὲν τῶν τοιούτων, ἰσχνοῖς
                            οὖσιν <lb/>ἱκανῶς, οὐ σμικρὰν ἤνεγκεν ὠφέλειαν ἡ τοῦ λυποῦντος
                            <lb/>χυμοῦ κένωσις. εἰ δ’ αἵματος αὐτῶν ἀφελεῖν ἐτόλμησέ τις, <lb/>εὐθὺς
                            ἂν ἀπέκτεινεν. ἀλλὰ ταῦτα λέγειν ἀναγκάζουσιν <lb/>Ἀσκληπιάδην οἱ ὄγκοι
                            καὶ πόροι καὶ τὰ ἄναρμα στοιχεῖα. <lb/>τούτοις γὰρ ἕπεται τὸ μηδεμίαν
                            εἶναι τῆς φύσεως <lb/>ἡμῶν ἀλλοτρίαν ποιότητα, μηδὲ τὴν τῶν ὁσημέραι διὰ
                            τῆς <lb/>γαστρὸς ἡμῶν ἐκκενουμένων περιττωμάτων· ἀλλ’ ὅταν ἐπισχεθῇ
                            <lb/>ἡ γαστὴρ, τῷ λόγῳ τοῦ πλήθους ἡμᾶς βλάπτεσθαι, <lb/>καὶ εἶναι τὴν
                            ἴασιν ὀλιγοσιτίαν ἢ ἀσιτίαν παντελῆ. πλῆθος <lb/>γάρ τοι τοιούτων λόγων
                            ἀποτετόλμηται πρὸς Ἀσκληπιάδου, <lb/>τοῖς ἐναργέσι μαχομένων, οἳ τοὺς
                            μὲν ἀγνοοῦντας <lb/>τὸ φαινόμενον ἀπορεῖν ἀναγκάζουσι, τοὺς δὲ
                            γινώσκοντας <lb/>ἐκπλήττεσθαί τε καὶ θαυμάζειν τὴν ἀναισχυντίαν τοῦ
                            ἀνθρώπου. <lb/>ἀλλὰ πρὸς μὲν τὴν Ἀσκληπιάδειον τόλμαν ἐν <lb/>ἑτέροις
                            ἐπὶ πλέον εἰρήσεται. τὰ φαινόμενα δ’ ἐναργῶς πάλιν <pb n="501"/>
                            ἀναλάβωμεν, ἑπόμενοι ταῖς Ἱπποκράτους ῥήσεσιν, ὡς οὐ <lb/>μαντευσαμένου
                            δήπουθεν, ὡς ἰατρός τις ἄπειρος ἢ ἀναίσχυντος <lb/>ἐς τοσοῦτον ἔσοιτο,
                            καθάπερ Ἀσκληπιάδης, ὡς ἤτοι <lb/>παντάπασιν ἀγνοῆσαι τὰ οὕτω σμικρὰ τῆς
                            τέχνης, ἢ γνοὺς <lb/>ἀρνήσηται μὴ γινώσκειν. ὅθεν, οἶμαι, καὶ ὁ λόγος
                            ἡμῖν <lb/>μὲν μακρότερος γίνεται διὰ τὰς πρὸς τοὺς ἀναισχυντήσαντας
                            <lb/>ἀντιλογίας· Ἱπποκράτει δὲ βραχὺς καὶ σύντομος, <lb/>αὐτὸ τὸ
                            φαινόμενον ἐναργῶς γράφοντι, χωρὶς ἁπάσης κατασκευῆς, <lb/>τῷ μηδ’
                            ὑπονοῆσαι μηδένα, μήτ’ ἀγνοῆσαι τὰ τοιαῦτα, <lb/>μήτ’ ἀρνήσασθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Πρὸς μὲν τοὺς λέγοντας, αἷμα μόνον εἶναι <lb/>τὸν ἄνθρωπον, ἢ ἓν ὁτιοῦν
                            ἄλλο, τοσοῦτον εἰπὼν ἠρκέσθη, <lb/>δεικνύειν ἀξιώσας αὐτοὺς, μὴ
                            μεταλλάσσοντα τὴν ἰδέαν τὸν <lb/>ἄνθρωπον, μήτε γινόμενον παντοῖον, ἀλλ’
                            ἢ ὥρην τινὰ τοῦ <lb/>ἐνιαυτοῦ, ἢ τῆς ἡλικίας τοῦ ἀνθρώπου, ἐν ᾗ αἷμα ἓν
                            ἐὸν <lb/>φαίνεται μοῦνον. εἰκὸς γάρ ἐστιν εἶναί φησι μίαν γέ τινα
                            <lb/>ὥρην, ἐν ᾗ φαίνεται αὐτὸ ἐν ἑωυτέῳ ἓν ἐὸν, ὅ τί ἐστι. ﻿<pb n="502"/> πρὸς δὲ τῷ διττὰς μὲν χολὰς ἀναμεμίχθαι τῷ αἵματι διὰ <lb/>παντὸς,
                            ὠχρὰν καὶ μέλαιναν, ἐπ’ αὐταῖς δὲ τρίτον τὸ <lb/>φλέγμα, τὰ κατὰ φύσιν
                            ἐν ταῖς ἡλικίαις τε καὶ ὥραις φαινόμενα <lb/>διῆλθεν. ἢν γάρ τοι δῴης,
                            φησὶν, ἀνθρώπῳ φάρμακον, <lb/>ὅ τι φλέγμα ἄγει, ἐμεῖταί σοι φλέγμα. καὶ
                            ἢν δῴης <lb/>φάρμακον, ὅ τι χολὴν ἄγει, ἐμεῖταί σοι χολή. καὶ ἢν
                            <lb/>τρώσῃς αὐτοῦ, φησὶ, τὶ τοῦ σώματος, ὥστε ἕλκος γενέσθαι,
                            <lb/>ῥυήσεται αἷμα. καὶ ταῦτα ποιήσει σοι, φησὶ, πάντα <lb/>πάσῃ ἡμέρῃ
                            καὶ νυκτὶ; καὶ χειμῶνος καὶ θέρεος. πρὸς δὲ <lb/>τῷ ταῦτα εἶναι τὴν
                            φύσιν αὐτοῦ, τουτέστιν ἐκ τούτων <lb/>ἅπαντα τὰ μόρια καὶ γεγονέναι καὶ
                            τρέφεσθαι, τάδε φησί. <lb/>πρῶτον μὲν φανερός ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ἔχων ἐν
                            ἑαυτῷ <lb/>ταῦτα πάντα, ἕως ἂν ζῇ. ἔπειτα δὲ γέγονεν ἐξ ἀνθρώπου
                            <lb/>ταῦτα πάντα ἔχοντος, τέθραπταί τε ἐν ἀνθρώπῳ ταῦτα <lb/>πάντα
                            ἔχοντι, ὁπόσα φημί τε καὶ ἀποδείκνυμι. ταῦτα <lb/>πάντα, ἐάν τις ἐκποδὼν
                            ποιήσηται τὴν Ἀσκληπιάδειον ἀναισχυντίαν, <pb n="503"/> ἱκανῶς
                            ἀποδείκνυσι τὸ προκείμενον. εἰ γὰρ ἕκαστον <lb/>τῶν καθαιρόντων φαρμάκων
                            ἕλκει τινὰ χυμὸν, καὶ <lb/>χρόνος οὐδείς ἐστιν, <milestone unit="ed2page" n="30"/>ἐν ᾧ διδοὺς ὁτιοῦν αὐτῶν ἀπορήσεις
                            <lb/>ἐκκενῶσαι τὸν οἰκεῖον χυμὸν, εὔδηλον, ὡς οὐδεὶς <lb/>χρόνος ἐστὶν,
                            ἐν ᾧ μὴ μετέχει τῶν τεσσάρων χυμῶν ὁ ἄνθρωπος. <lb/>ἀλλὰ καὶ ἡ γένεσις
                            ἐξ αἵματος ἦν αὐτῷ, τοῦ τῆς <lb/>μητρὸς, οὐ καθαροῦ δήπουθεν ὄντος, ἀλλ’
                            ἐπιμεμιγμένου <lb/>φλέγματί τε καὶ διτταῖς χολαῖς. ἐδείχθη γὰρ ὁ ἅπας
                            ἄνθρωπος <lb/>ἐν παντὶ καιρῷ ταῦτα ἔχειν ἐν ἑαυτῷ. εἰ τοίνυν <lb/>καὶ
                            γέγονεν ἐκ τούτων ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν αὔξησιν καὶ <lb/>τὴν τροφὴν ἐκ
                            τούτων ἔχει, ταῦτά ἐστιν ἡ φύσις αὐτῷ. τὰ <lb/>μὲν κεφάλαια τοῦ λόγου
                            ταῦτα. τῶν δὲ κατὰ μέρος εἰρημένων <lb/>ἐν τῷ βιβλίῳ τινὰ μὲν περὶ τῆς
                            κατά τε τὰς ἡλικίας <lb/>καὶ τὰς ὥρας μεταβολῆς διδάσκει· τινὰ δὲ πίστιν
                            <lb/>οὐ σμικρὰν φέρει τοῦ τὸν οἰκεῖον χυμὸν ἕκαστον τῶν καθαιρόντων
                            <lb/>ἕλκειν καὶ τοῦ τὸν ἄνθρωπον ἁπάντων δεῖσθαι <lb/>τῶν εἰρημένων
                            χυμῶν. αὐτίκα γέ τοι τὰ κατὰ τὰς ὑπερκαθάρσεις <pb n="504"/> γινόμενα
                            μάλιστα τὸν οἰκεῖον ἐνδείκνυται χυμὸν <lb/>ἕκαστον τῶν φαρμάκων ἕλκειν.
                            ὁπόταν γὰρ πίῃ τις φάρμακον, <lb/>ὅ τι χολὴν ἄγει, πρῶτον μὲν χολὴν
                            ἐμέει, ἔπειτα δὲ φλέγμα, <lb/>ἔπειτα δὲ ἐπὶ τούτοις χολὴν ἐμέουσι
                            μέλαιναν, τελευτῶντες δὲ <lb/>αἷμα καθαρόν. τὰ αὐτὰ δὲ πάσχουσι, φησὶ,
                            καὶ ὑπὸ τῶν <lb/>φαρμάκων τῶν φλέγμα ἀγόντων· πρῶτον μὲν γὰρ φλέγμα
                            ἐμέουσιν, <lb/>ἔπειτα χολὴν ξανθὴν, ἔπειτα μέλαιναν, τελευτῶντες <lb/>δὲ
                            αἷμα καθαρὸν, καὶ ἐν τῷδε ἀποθνήσκουσιν. ἡ μὲν οὖν <lb/>ῥῆσις αὕτη.
                            πρόδηλον δ’ ἐξ αὐτῆς συλλογίσασθαι, διότι <lb/>τὸν οἰκεῖον χυμὸν ἕκαστον
                            ἐπισπᾶται τῶν καθαιρόντων φαρμάκων. <lb/>ὁπόταν γὰρ ἀσθενέστερον ἑαυτοῦ
                            τὸ ζῶον ὑπάρχῃ, <lb/>νενικημένον ὑπὸ φαρμάκου, ὡς πλησίον ἥκειν θανάτου,
                            τότ’ <lb/>ἀφίσταται μὲν ἡ τοῦ προτέρου χυμοῦ κένωσις, διαδέχεται <lb/>δ’
                            αὐτὴν ἑτέρα. καίτοι δυοῖν θάτερον κατὰ τὸν Ἀσκληπιάδην <lb/>ἐχρῆν ἢ μηδ’
                            ὅλως ἐκκενοῦσθαι μηδένα χυμὸν, ἢ <lb/>φέρεσθαι τὸν ἐξ ἀρχῆς διὰ παντός.
                            ἀῤῥωστοῦντος μὲν οὖν <pb n="505"/> ἤδη τοῦ δοθέντος φαρμάκου, μηδένα
                            δρῶντος δὲ, ὃ πέφυκε <lb/>δρᾷν, ἐκεῖνον μόνον ἐχρῆν φέρεσθαι διὰ παντὸς,
                            ὃν ἐξ ἀρχῆς <lb/>ἐκένου. οὐ γὰρ δή που πρότερον μὲν, ὅτε ἰσχυρὸν ἦν
                            <lb/>ἔτι τὸ σῶμα, καὶ συντήκειν αὐτὸ, καὶ μεταβάλλειν εἰς ὅπερ
                            <lb/>ἐπεφύκει, τὸ φάρμακον ἱκανὸν ἦν· ἐπεὶ δ’ ἀσθενὲς ἐγένετο, <lb/>νῦν
                            οὐκέτι ταὐτὰ δρᾶσαι δυνήσεται. καὶ μὴν, ὅτι γε δρᾷ, πρόδηλον.
                            <lb/>ἐκκενοῦται γὰρ οὐδὲν ἧττον ἐν τῷδε καὶ διαλύεται <lb/>καὶ φθείρεται
                            τὸ <milestone unit="ed1page" n="59"/>σῶμα. πῶς οὖν οὐκέθ’ ὅμοιος τῷ
                            <lb/>πρόσθεν ὁ κενούμενος χυμὸς φαίνεται; οὐκ ἄλλως πάντως, <lb/>ἢ ὅτι
                            πᾶς ἐκεῖνος ὀλίγου δεῖν ἐκκεκένωται τοῦ σώματος. <lb/>ὥστ’ οὐδὲ ζῇν ἔτι
                            δυνατὸν ἔσται τῷ ζώῳ, τῶν στοιχείων <lb/>τινὸς αὐτοῦ παντάπασιν
                            ἀπολλυμένου, ἀλλὰ διαλύεσθαί τε <lb/>καὶ φθείρεσθαι καὶ ῥεῖν ἐφεξῆς,
                            ὅστις ἂν ἔτι τῶν ὑπολοίπων <lb/>χυμῶν ἑτοιμότερος ᾖ κενοῦσθαι. διὰ τοῦτ’
                            οὖν, <lb/>εἴτε χολῆς μελαίνης, εἴτε φλέγματος ἀγωγὸν εἴη τὸ φάρμακον,
                                <pb n="506"/> ἐν ταῖς ὑπερκαθάρσεσιν ὁ τῆς ξανθῆς χολῆς ἕπεται
                            <lb/>χυμὸς, ὡς ἂν θερμότατός τε καὶ λεπτότατος ὑπάρχων. εἰ <lb/>δ’ αὖ
                            τῆς ξανθῆς χολῆς εἴη τὸ φάρμακον ἀγωγὸν, ἐφεξῆς <lb/>μὲν τὸ φλέγμα κατὰ
                            τὰς ὑπερκαθάρσεις, ἔπειθ’ ἡ μέλαινα <lb/>κενοῦται· βαρυτάτη γὰρ αὕτη,
                            καὶ παχεῖα, καὶ δυσκίνητος. <lb/>ὕστατον δὲ πάντων τὸ αἷμα, τῷ μάλιστα
                            οἰκεῖον εἶναι τῇ <lb/>φύσει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="31"/>Διὸ καὶ ὅσοι τῶν ἰατρῶν τε καὶ φυσικῶν
                            <lb/>ἐξ αἵματος μόνου γίνεσθαι καὶ τρέφεσθαι τὸ ζῶον <lb/>ἀπεφῄναντο,
                            χρὴ καὶ τούτων ἐπαινεῖν τὴν γνώμην, ὡς εἰκότα <lb/>γινωσκόντων. ἀλλ’
                            Ἱπποκράτης φυσικώτερον ἔτι καὶ <lb/>τούτων ἐκ τῶν τεττάρων χυμῶν καὶ τὴν
                            γένεσιν, καὶ τὴν <lb/>αὔξησιν, καὶ τὴν θρέψιν εἷναί φησι τοῖς σώμασιν
                            ἡμῶν, <lb/>ἅμα μὲν, ὡς καὶ πρόσθεν εἴρηται, παμπόλλην ὁρῶν ἐκ <lb/>τοῖς
                            ὑγιαίνουσιν ποικιλίαν τῆς τῶν σωμάτων ἰδέας οὐκ ἂν <lb/>γιγνομένην,
                            εἴπερ εἶς ἦν ὁ στοιχειώδης χυμός· ἔπειτα δὲ <lb/>καὶ τὰς τῶν μορίων
                            φύσεις, οὕτω πάμπολυ διαφερούσας, ﻿ <pb n="507"/> οὐκ εἰκὸς, οὔτ’ ἐκ
                            μιᾶς οὐσίας γεγονέναι κατ’ ἀρχὰς εὐθὺς, <lb/>οὔτε μιᾶς ἔδει κεχρῆσθαι
                            τροφῆς. ἅπαντα δὲ ταῦτά <lb/>τὰ νῦν ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα διὰ βραχυτάτης
                            ἐνεδείξατο ῥήσεως <lb/>ὁ Ἱπποκράτης, ὡδί πως εἰπών· ὡς γὰρ τὰ σπειρόμενά
                            <lb/>τε καὶ φυόμενα, ὅταν εἰς τὴν γῆν εἰσέλθῃ, ἕλκει ἕκαστον <lb/>τὸ
                            κατὰ φύσιν ἑωυτοῦ ἐὸν ἐν τῇ γῇ, ἔνι δὲ καὶ ὀξὺ, καὶ <lb/>γλυκὺ, καὶ
                            πικρὸν, καὶ ἁλμυρὸν, καὶ παντοῖον· πρῶτον <lb/>μὲν οὖν καὶ πλεῖστον
                            τούτου εἵλκυσεν εἰς ἑαυτὰ, ὅ τι ἂν ᾖ <lb/>αὐτῷ κατὰ φύσιν μάλιστα,
                            ἔπειτα δὲ ἕλκει καὶ τὰ ἄλλα <lb/>τοιοῦτο δή τι καὶ τὰ φάρμακα ποιέει ἐν
                            τῷ σώματι. διὰ <lb/>τούτου τοῦ λόγου καὶ περὶ θρέψεως καὶ κενώσεως τῆς
                            ἐν <lb/>ταῖς καθάρσεσιν ἀκριβῶς ἡμᾶς ἐδίδαξεν· ὅπερ ἐπὶ πλεῖστον
                            <lb/>μὲν ἐν τοῖς περὶ φυσικῶν δυνάμεων ὑπομνήμασιν ἀναγκαῖον <lb/>ἔσται
                            μοι διελθεῖν· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ νῦν ἤδη τὸ <lb/>κεφάλαιον ὁρᾷν ὑπάρχει.
                            φυσικὴ γάρ τίς ἐστι δύναμις <lb/>ἑλκτικὴ τῶν οἰκείων ἑκάστῳ τῶν ὄντων·
                            ὥσπερ ἐν τῇ λίθῳ <pb n="508"/> τῆ ἡρακλείᾳ τοῦ σιδήρου. ταύτῃ τε οὖν καὶ
                            τοιαύτῃ τῇ <lb/>δυνάμει καὶ τὰ τῶν θρέψεων καὶ τὰ τῶν καθάρσεων
                            <lb/>ἐπιτελεῖται, ἑλκούσῃ μὲν ἀεὶ τὸ οἰκεῖον, ὅταν ᾖ δαψιλὲς, <lb/>ἅμα
                            δ’ αὐτῷ πολλάκις ἐπισπωμένῃ καὶ τὸ μὴ τοιοῦτο, <lb/>οἷόν τι κᾀν τοῖς
                            καθαίρουσιν ὑπάρχει φαρμάκοις. ὁπότ’ ἂν <lb/>γὰρ ἅπαν ἐκκενώσῃ τὸ
                            ἐπιπολάζον ἢ χολῆς ἢ φλέγματος, <lb/>(οὕτω δὲ καλῶ τὸ περιεχόμενον ἐν
                            ταῖς φλεψὶν) ἐξ αὐτῶν <lb/>ἕλκει λοιπὸν τῶν στερεῶν σωμάτων τὴν οἰκείαν
                            ἰκμάδα <lb/>βίᾳ καὶ μόγις, ἀναλύοντά τε καὶ οἷον ἀναστοιχειοῦντα καὶ
                            <lb/>φθείροντα τὸ ζῶον. ἐν δὲ τῷ σφοδρῷ τῆς ὁλκῆς συνέπεταί <lb/>τις τῶν
                            ἄλλων χυμῶν, ὃς ἂν ἐφεξῆς ὑπάρχῃ τῇ φύσει <lb/>τῷ βιαίως ἑλκομένῳ. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>