<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1:2-19</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1:2-19</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὑγιεινόν ἐστιν ἁπλῶς σῶμα τὸ ἐκ γενετῆς <lb/>εὔκρατον μὲν ὑπάρχον τοῖς ἁπλοῖς
                        καὶ πρώτοις μορίοις· <pb n="310"/> σύμμετρον <milestone unit="ed2page" n="198"/>δὲ τοῖς ἐκ τούτων συγκειμένοις ὀργάνοις. <lb/>ὑγιεινὸν δὲ νῦν
                        ἐστι σῶμα, τὸ κατὰ τὸ παρὸν ὑγιαῖνον. <lb/>ἔστι δὲ δή που καὶ τοῦτο, καθ’ ὃν
                        ὑγιαίνει χρόνον, εὔκρατόν <lb/>τε καὶ σύμμετρον, οὐ τὴν ἀρίστην εὐκρασίαν τε
                        καὶ <lb/>συμμετρίαν, ἀλλὰ τὴν οἰκείαν. αὐτοῦ δὲ τοῦ ἁπλῶς ὑγιεινοῦ
                        <lb/>σώματος, διὰ παντὸς μὲν τοιοῦτόν ἐστι τὸ εὐκρατότατόν τε <lb/>καὶ
                        συμμετρότατον, ὡς τὸ πολὺ δὲ τὸ τῆς ἀρίστης κατασκευῆς <lb/>ἀπολειπόμενον οὐ
                        πολλῷ. νοσῶδες δέ ἐστι ἁπλῶς σῶμα, τὸ <lb/>ἐκ γενετῆς ἤτοι δύσκρατον τοῖς
                        ὁμοιομερέσιν, ἢ ἀσύμμετρον <lb/>τοῖς ὀργανικοῖς, ἢ ἀμφότερα. νοσῶδες δὲ νῦν
                        ἐστι σῶμα τὸ <lb/>νοσοῦν, ἐν ᾧ λέγεται χρόνῳ τοιοῦτον ὑπάρχειν. εὔδηλον δὲ,
                        <lb/>ὡς καὶ τοῦτο, καθ’ ὃν λέγεται χρόνον εἶναι νοσῶδες, ἤτοι <lb/>δύσκρατόν
                        ἐστιν ἐν τοῖς ὁμοιομερέσιν, ἢ ἀσύμμετρον ἐν τοῖς <lb/>ὀργανικοῖς, ἢ
                        ἀμφότερον. καὶ δὴ καὶ διὰ παντὸς νοσῶδές <lb/>ἐστιν, ὅ τι περ ἂν ἐκ γενετῆς,
                        ἤτοι δυσκρατότατον ὑπάρχον <lb/>ἐν ἁπλοῖς καὶ πρώτοις μορίοις ἅπασιν, ἤ
                        τισιν, ἢ τοῖς <lb/>κυριωτάτοις, ἢ καὶ τοῖς ὀργανικοῖς ἀσυμμετρότατον, ὁμοίως
                            <pb n="311"/> καὶ ἐν τούτοις, ἢ πᾶσιν, ἤ τισιν, ἢ τοῖς κυριωτάτοις. ὡς
                        <lb/>τὸ πολὺ δὲ νοσῶδές ἐστι σῶμα. τὸ τοῦ τοιούτου τῆς κακίας
                        <lb/>ἀπολειπόμενον, οὔπω δ’ ἐν τῷ μέσῳ καθεστηκός. ἐπεὶ δὲ <lb/>καὶ τὸ
                        οὐδέτερον σῶμα τριχῶς ἐλέγετο, τὸ μὲν μηδ’ ἑτέρας <lb/>τῶν ἄκρων διαθέσεων
                        μετέχον, τὸ δὲ τῷ ἀμφοτέρων, τὸ δὲ <lb/>τῷ, ποτὲ μὲν τῆσδε, ποτὲ δὲ τῆσδε·
                        κατὰ μὲν τὸ πρῶτον <lb/>σημαινόμενον οὐδέτερον ἔσται σῶμα τὸ μέσον ἀκριβῶς
                        <lb/>ὑπάρχον, τοῦ τε ὑγιεινοτάτου σώματος καὶ τοῦ νοσωδεστάτου. <lb/>καὶ
                        τούτου τὸ μὲν ἁπλῶς τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι περ ἐκ <lb/>γενετῆς τοιοῦτον
                        κατεστήσατο. τὸ δὲ νῦν ὁτιοῦν, κατὰ παρὸν <lb/>τὸ μέσον ὑπάρχον τοῦ τε
                        ὑγιεινοτάτου καὶ τοῦ νοσωδεστάτου. <lb/>αὐτοῦ δὲ τοῦ ἁπλῶς τὸ μὲν διὰ παντὸς
                        τοιοῦτον, <lb/>ὅτι περ ἂν ἐν ἁπάσαις ταῖς ἡλικίαις διαμένῃ τοιοῦτον. <lb/>τὸ
                        δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, τὸ καὶ μεταβολάς τινας λαμβάνον. <lb/>κατὰ δὲ τὸ δεύτερον
                        σημαινόμενον οὐδέτερον ἔσται σῶμα <lb/>τὸ ἐναντίων ἅμα διαθέσεων μετέχον ἐκ
                        γενετῆς, ἤτοι καθ’ <lb/>ἓν μόριον, ἢ κατὰ δύο διαφέροντα. καθ’ ἓν μὲν, εἰ
                        κατὰ <pb n="312"/> τὴν ἑτέραν ἀντίθεσιν εὔκρατον εἴη τῶν δραστικῶν
                        ποιοτήτων, <lb/>ἢ κατ’ ἀμφοτέρας μὲν, ἀλλὰ περὶ τὴν διάπλασιν, ἢ <lb/>τὸ
                        μέγεθος, ἢ τὸν ἀριθμὸν τῶν μορίων, ἢ τὴν θέσιν <lb/>ἐσφαλμένον, ἢ ἔμπαλιν ἐν
                        τούτοις μὲν κατωρθωμένον ἅπασιν, <lb/>ἤ τισιν, ἐν δὲ τῇ κράσει
                        διημαρτημένον. ἐν διαφέρουσι δὲ μορίοις, <lb/>καὶ κατὰ πάσας τὰς ἀντιθέσεις
                        δύναταί τι τῶν ἐναντίων <lb/>ἅμα μετέχειν. καὶ διὰ παντὸς μὲν τοιοῦτον, τὸ
                        κατὰ πάσας <lb/>τὰς ἡλικίας μένον ὅμοιον, ὡς τὸ πολὺ δ’ ἐστὶ, τὸ καὶ
                        <lb/>μεταβάλλον κατά τι. οὕτως δὲ κᾀν τῷ νῦν οὐδέτερον ἔσται <lb/>σῶμα, κατὰ
                        τὸ δεύτερον σημαινόμενον, ἢ τῷ περὶ ἓν μόριον, <lb/>τὰ μὲν ἔχειν ὑγιεινὰ, τὰ
                        δὲ νοσερὰ τῶν ὑπαρχόντων <lb/>αὐτῷ, ἢ τῷ περὶ διαφέροντα μέρη. κατὰ δὲ τὸ
                        τρίτον σημαινόμενον, <lb/>οὐδέτερον ἔσται σῶμα τὸ ποτὲ μὲν ὑγιεινὸν,
                        <lb/>ποτὲ δὲ νοσερὸν ἐν μέρει γινόμενον, ὥσπερ ἐνίοις ὑπῆρξε, <lb/>παισὶ μὲν
                        οὖσιν, ὑγιεινοῖς γενέσθαι, νεανίσκοις δὲ γενομένοις, <lb/>νοσεροῖς, ἢ
                        ἔμπαλιν. ἐν ἑνὶ δὲ χρόνῳ τὸ οὕτως <lb/>οὐδέτερον, ἀκριβῶς μὲν οὐκ ἐγχωρεῖ
                        συστῆναι, κατὰ πλάτος <pb n="313"/> δ’ ἐγχωρεῖ. ἴσμεν δὲ, ὅτι τὸ νῦν διχῶς
                        λέγεται. τὸ <lb/>μὲν οὖν ὑγιεινὸν, καὶ νοσῶδες, καὶ οὐδέτερον σῶμα ποσαχῶς <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="473"/>λέγεται, καὶ ὁποῖον ἕκαστόν ἐστιν,
                        αὐτάρκως <lb/>διώρισται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="199"/>Περὶ δὲ τῶν σημείων ἐφεξῆς ἂν εἴη
                        <lb/>ῥητέον. ἔστι δὲ καὶ τούτων ὑγιεινὰ μὲν, ὅσα τῆς τε παρούσης <lb/>ὑγείας
                        ἐστὶ διαγνωστικὰ, καὶ τῆς μελλούσης ἔσεσθαι <lb/>προγνωστικὰ, καὶ τῆς
                        προγεγενημένης ἀναμνηστικά. νοσώδη <lb/>δὲ τά τε τῆς παρούσης νόσου
                        διαγνωστικὰ, καὶ τῆς προγεγενημένης <lb/>ἀναμνηστικὰ, καὶ τῆς μελλούσης
                        ἔσεσθαι προγνωστικά. <lb/>κατὰ ταῦτα δὲ καὶ τὰ οὐδέτερα, τά τε τῶν
                        <lb/>οὐδετέρων διαθέσεων διαγνωστικὰ, καὶ προγνωστικὰ, καὶ <lb/>ἀναμνηστικὰ,
                        καὶ τὰ μηδὲν ὅλως δηλοῦντα περὶ διαθέσεων, <lb/>ἢ τὰ μηδὲν μᾶλλον ὑγιεινὴν,
                        ἢ νοσερὰν δηλοῦντα διάθεσιν. <lb/>καὶ τὰ κατά τι μὲν ὑγιεινὴν, κατά τι δὲ
                        νοσερὰν δηλοῦντα <lb/>διάθεσιν, καὶ τὰ ποτὲ μὲν ὑγιεινὴν, ποτὲ δὲ νοσώδη.
                        <lb/>καὶ ταῦτα δὲ κατὰ τοὺς τρεῖς χρόνους ὁμοίως τοῖς <pb n="314"/>
                        ὑγιεινοῖς τε καὶ νοσώδεσι. καλεῖται δ’ ἐνίοτε πρὸς τῶν <lb/>παλαιῶν ἰατρῶν
                        ἅπαντα ταῦτα τὰ σημεῖα προγνωστικὰ, κᾂν <lb/>τῶν ἐνεστώτων ἢ προγεγονότων ᾖ
                        δηλωτικά. καὶ ἡ χρεία <lb/>μεγάλη μὲν τῶν διαγνωστικῶν τε καὶ προγνωστικῶν,
                        ἐλάττων <lb/>δὲ τῶν ἀναμνηστικῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ὄντων οὖν σωμάτων ὑγιεινῶν, τῶν μὲν ἁπλῶς, <lb/>τῶν δὲ ἐν τῷ νῦν, ἅπερ δὴ καὶ
                        ὑγιαίνοντα λέγεται, τῶν <lb/>ἁπλῶς ὑγιεινῶν σωμάτων διττὴν ἔφαμεν εἶναι τὴν
                        διαφορὰν, <lb/>τῷ τὰ μὲν διὰ παντὸς ὑπάρχειν τοιαῦτα, τὰ δὲ ὡς <lb/>τὸ πολύ.
                        διὰ παντὸς μὲν, ὅσα τὴν ἀρίστην ἔχει κατασκευήν· <lb/>ὡς τὸ πολὺ δὲ, ὅσα μὴ
                        πολλῷ ταύτης ἀπολείπεται. <lb/>τὰς διαγνώσεις δὲ αὐτῶν ἀπό τε τῶν ὑπαρχόντων
                        κατὰ <lb/>τὸν τῆς οὐσίας αὐτῶν λόγον χρὴ ποιεῖσθαι, καὶ τῶν ἐξ <lb/>ἀνάγκης
                        τούτοις ἑπομένων ἐνεργειῶν τε καὶ συμπτωμάτων, <lb/>ἃ δὴ καὶ συμβεβηκότα
                        καλοῦμεν ἰδίως. ἀπὸ μὲν τῆς οὐσίας <lb/>αὐτῆς, τῶν ἐν ἀρίστῃ κατασκευῇ
                        συμμετρία τῶν ὁμοιομερῶν <pb n="315"/> ἐν θερμότητι, καὶ ψυχρότητι, καὶ
                        ξηρότητι, καὶ <lb/>ὑγρότητι· τῶν δ’ ὀργανικῶν ἐν ποσότητι, καὶ πηλικότητι
                        <lb/>τῶν συντιθέντων αὐτὰ, καὶ προσέτι διαπλάσει τε καὶ θέσει <lb/>τῶν
                        μορίων ἑκάστου καὶ ὅλου τοῦ ὀργάνου. ἀπὸ δὲ τῶν <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἑπομένων
                        τοῖς ὁμοιομερέσιν, ὡς μὲν πρὸς τὴν <lb/>ἁφὴν, ἐν σκληρότητι καὶ μαλακότητι
                        συμμετρία, πρὸς δὲ <lb/>τὴν ὄψιν εὔχροιά τε καὶ ἡ κατὰ λειότητα καὶ δασύτητα
                        <lb/>συμμετρία. κατὰ δὲ τὰς ἐνεργείας ἡ τελειότης, ἣν δὴ καὶ <lb/>ἀρετὴν
                        αὐτῶν ὀνομάζομεν. ἀπὸ δὲ τῶν τοῖς ὀργανικοῖς <lb/>ἑπομένων, ἐν συμμετρίᾳ τε
                        καὶ κάλλει τῶν τοῦ παντὸς σώματος <lb/>ὀργάνοιν, ἔτι τε τῇ τῶν ὑπαρχουσῶν
                        αὐτοῖς ἐνεργειῶν <lb/>ἀρετῇ. τῆς μὲν οὖν ἀρίστης κατασκευῆς τοῦ σώματος τὰ
                        <lb/>διαγνωστικὰ σημεῖα ταῦτά ἐστι. τῶν δ’ ἀπολειπομένων μὲν <lb/>αὐτῆς,
                        ὑγιεινῶν δ’ ἔτι, τὰ μὲν ἐν τῇ τῶν ὁμοιομερῶν <lb/>ἔσφαλται κράσει μικρόν τι
                        σφάλμα, τὰ δὲ ἐν τῇ τῶν ὀργανικῶν <lb/>μικρόν τι κᾀνταῦθα, καὶ ἤτοι πάντων,
                        ἤ τινων, ἢ <lb/>καθ’ ἑκάτερον. τὰ δὲ γένη τῶν σφαλμάτων τὰ αὐτὰ τοῖς <pb n="316"/> μὲν ἀρετὴν αὐτῶν συμπληροῦσι, κρᾶσις μὲν ἐν τοῖς ὁμοιομερέσιν, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="200"/>ἀριθμὸς δὲ, καὶ διάπλασις, καὶ μέγεθος,
                        καὶ <lb/>θέσις ἐν τοῖς ὀργανικοῖς. ἀμφοῖν δὲ κοινὸν ἡ ἕνωσις, ἣν δὴ <lb/>καὶ
                        συνέχειαν αὐτῶν ὀνομάζομεν. ἐν δὲ τοῖς αὐτοῖς τούτοις <lb/>γένεσι καὶ ἡ τῶν
                        νοσωδῶν σωμάτων ἐστὶ κακία, καθ’ <lb/>ἑκάτερον τοῦ νοσώδους τὸ σημαινόμενον.
                        ὅρος δ’ ἀμφοῖν <lb/>ἐστι διακριτικὸς ἡ τῆς ἐνεργείας αἰσθητὴ βλάβη. τὰ δὲ
                        <lb/>τῆς ἀρίστης ἀπολειπόμενα κατασκευῆς σώματα βραχύ τι <lb/>βέβλαπται μὲν
                        δή που καὶ αὐτὰ κατά γε τὴν ἀλήθειαν, <lb/>οὐ μὴν αἰσθητόν γε τοῦτο.
                        διορίζει τοιγαροῦν αὐτὰ τὸ <lb/>μᾶλλόν τε καὶ ἧττον, ἔν τε ταῖς ἐνεργείαις
                        καὶ τῷ τοῖς <lb/>νοσώδεσιν αἰτίοις ἀπομάχεσθαι. τὰ δέ γε ἁπλῶς νοσώδη
                        <lb/>σώματα διώρισται τῷ τε ῥᾳδίως ὑπὸ τῶν νοσωδῶν αἰτίων <lb/>νικᾶσθαι, καὶ
                        τῷ πολύ τι κατὰ τὴν ἀρετὴν τῶν ἐνεργειῶν <lb/>ἀπολείπεσθαι. γίνεται γοῦν
                        ἀμφοῖν ἐν μέσῳ τὰ οὐδέτερά <lb/>τε καὶ ἁπλῶς λεγόμενα, καὶ τὰ σύν τινι
                        πλάτει. καὶ τμηθήσεται <lb/>τὸ τῆς ὅλης ὑγείας πλάτος εἰς τρία μόρια, πλάτος
                            <pb n="317"/> ἔχοντα καὶ αὐτὰ συχνόν. ὧν τὸ μὲν πρῶτον ἔσται τῶν
                        <lb/>ὑγιαινόντων σωμάτων, τὸ δὲ δεύτερον, τῶν οὐδετέρων, τὸ <lb/>δὲ τρίτον,
                        τῶν νοσωδῶν. οἷς ἐφεξῆς ἐστι τὰ ἤδη νοσοῦντα <lb/>σώματα, βλάβαις αἰσθηταῖς
                        ἐνεργειῶν ἀφωρισμένα. τὰ μὲν <lb/>οὖν ὀδυνώδη τε, καὶ ὧν αἱ κινήσεις
                        πλημμελεῖς εἰσιν, ἢ <lb/>ὅλως ἀπολώλασιν, ἐναργεῖς ἔχει τοὺς ὅρους. ὅσα δ’
                        ἀτόνους <lb/>κέκτηται τὰς ἐνεργείας, ἐν μὲν ταῖς μεγίσταις ἀποστάσεσιν
                        <lb/>εὐδιάκριτα, κατὰ δὲ τὰς μικροτέρας ἀμφίβολα, καὶ διὰ <lb/>τοῦτο κατὰ τὸ
                        γένος τοῦτο τῆς βλάβης, ἡ μηδετέρου τῶν <lb/>ἐναντίων ἐνεργειῶν μετέχουσα
                        συνίσταται διάθεσις. ἥν καὶ <lb/>αὐτὴν ἔφαμεν οὐδετέραν ὀνομάζεσθαι, πάντων
                        τούτων αἰσθήσει <lb/>διακρινομένων, οὐκ αὐτῇ τῶν πραγμάτων τῇ φύσει·
                        <lb/>κίνδυνος γὰρ εἰς τὸ τῆς ἀειπαθείας ὑποσυρῆναι δόγμα. καὶ <lb/>τοίνυν
                        καὶ τὰ σημεῖα τῶν ὑγιαινόντων μὲν σωμάτων, ἀλλ’ <lb/>ἤτοι νοσωδῶν, ἢ
                        οὐδετέρων ὑπαρχόντων, τῷ ποσῷ τῆς <lb/>ἀποστάσεως διοίσει, θεμένων ἡμῶν
                        ἄκρους μὲν ὅρους ἐναντίους <lb/>ἀλλήλοις, τήν τε ἀρίστην κατασκευὴν καὶ τὴν
                        ἄρτε <pb n="318"/> γενομένην νόσον, ἐπισκοπουμένων δὲ, ὁποτέρῳ τούτων ἐστὶν
                        <lb/>ἐγγυτέρω τὰ δοκιμαζόμενα σώματα. τὸ μὲν γὰρ ἐγγυτέρω <lb/>τῆς ἀρίστης
                        κατασκευῆς ὑγιεινὸν, τὸ δὲ ταύτης μὲν ποῤῥωτέρω, <lb/>τοῦ δ’ ἤδη νοσοῦντος
                        ἐγγυτέρω, νοσῶδες. τὸ δ’ <lb/>ἀμφοῖν μεταξὺ, καὶ ἴσον ἑκατέρων ἀπέχειν
                        φαινόμενον, οὐδέτερον <lb/>ἔσται τοῦτο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τῆς μὲν οὖν ἀρίστης κατασκευῆς τοῦ σώματος <lb/>εἴρηται τὰ γνωρίσματα. τῶν δ’
                        ἀπολειπομένων αὐτῆς <lb/>ἰσάριθμα μὲν τὰ γένη, ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον
                        τέμνεσθαι <lb/>δυναμένων. ἀφωρισμένων δὲ εἰς τρία μέρη, τὰ σημεῖα <lb/>τοῦ
                        νοσώδους σώματος ἁπλῶς ἐροῦμεν. ἐξ αὐτῶν γὰρ ἔσται <lb/>δῆλα καὶ τὰ λοιπὰ
                        δύο πλάτη. κατὰ γένος μὲν οὖν εἴρηται <lb/>πρόσθεν ἐν τῷ τῆς ἀρίστης
                        κατασκευῆς λόγῳ, κατ’ <lb/>εἶδος δὲ νῦν εἰρήσεται, διελομένων ἡμῶν πρότερον
                        τὰ μόρια. <lb/>τέσσαρες δ’ αὐτῶν εἰσιν αἱ πᾶσαι διαφοραί. τὰ μὲν γὰρ
                        <lb/>ἀρχαί τινές εἰσιν, τὰ δὲ ἀπ’ ἐκείνων ἐκπέφυκε. τὰ δὲ, <lb/>οὔτ’ ἄλλων
                        ἄρχει τῆς διοικήσεως, οὔθ’ ὑπ’ ἄλλων ἄρχεται, <pb n="319"/> συμφύτους ἔχοντα
                        τὰς διοικούσας αὐτὰ δυνάμεις. ἔνια δὲ <lb/>συμφύτους τε ἅμα καὶ ἐπιῤῥύτους
                        ἔχει. ἀρχαὶ μὲν οὖν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="201"/>εἰσιν ἐγκέφαλος, καρδία, ἧπαρ, καὶ
                        ὄρχεις. ἀπ’ <lb/>ἐκείνων δ’ ἐκπέφυκε, κᾀκείνοις ὑπηρετεῖ, νεῦρα μὲν καὶ
                        <lb/>νωτιαῖος μυελὸς ἐγκεφάλῳ, τῇ καρδίᾳ δ’ ἀρτηρίαι, φλέβες <lb/>δ’ ἥπατι,
                        τὰ σπερματικὰ δ’ ἀγγεῖα τοῖς ὄρχεσιν. αὐτὰ δ’ <lb/>αὑτὰ διοικεῖ χόνδρος,
                        ὀστοῦν, σύνδεσμος, ὑμὴν, ἀδὴν, <lb/>πιμελὴ, σὰρξ ἁπλῆ. τὰ δ’ ἄλλα πάντα
                        μόρια κοινὴν τούτοις <lb/>ἔχοντα τὴν ἐξ ἑαυτῶν διοίκησιν, ἀρτηριῶν τε καὶ
                        φλεβῶν, <lb/>καὶ νεύρων προσδεῖται. τριχῶν δὲ καὶ ὀνύχων οὐδὲ <lb/>διοίκησίς
                        τίς ἐστιν, ἀλλὰ γένεσις μόνη. αὗται μὲν οὖν αἱ <lb/>τῶν μορίων διαφοραί.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Σημεῖα δ’ ἑκάστου τῆς κράσεως ἐφεξῆς εἰρήσεται, <lb/>τὴν ἀρχὴν ἀπ’ ἐγκεφάλου
                        ποιησαμένων ἡμῶν. ἔστι <lb/>δὲ πέντε τὰ σύμφυτα γένη τῶν γνωρισμάτων αὐτοῦ.
                        ἓν <lb/>μὲν ἡ τῆς συμπάσης κεφαλῆς διάθεσις, δεύτερον δὲ ἡ τῶν
                        <lb/>αἰσθητικῶν ἐνεργειῶν ἀρετή τε καὶ κακία, καὶ τρίτον ἡ <lb/>τῶν
                        πρακτικῶν, καὶ τέταρτον ἡ τῶν ἡγεμονικῶν, καὶ <pb n="320"/> πέμπτον ἡ τῶν
                        φυσικῶν. ἄλλο δὲ γένος ἐπὶ τούτοις ἅπασιν, <lb/>ἡ ἀπὸ τῶν ἔξωθεν αὐτῷ
                        προσπιπτόντων ἀλλοίωσις. <lb/>ἡ μὲν δὴ τῆς συμπάσης κεφαλῆς διάθεσις ἐκ
                        μεγέθους τε <lb/>καὶ σχήματος αὐτῆς λαμβάνεται καὶ τριχῶν. ἡ μὲν οὖν
                        <lb/>μικρὰ κεφαλὴ <milestone unit="ed1page" n="474"/>μοχθηρᾶς ἐγκεφάλου
                        κατασκευῆς ἴδιον <lb/>σημεῖον. ἡ μεγάλη δὲ οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἀγαθῆς κατασκευῆς
                        <lb/>σημεῖον. ἀλλ’ εἰ μὲν διὰ ῥώμην ἐγένετο τῆς ἐγχωρίου δυνάμεως, <lb/>ὕλην
                        χρηστήν τε καὶ πολλὴν δημιουργούσης, ἀγαθὸν <lb/>σημεῖον· εἰ δὲ διὰ μόνης
                        τῆς ὕλης τὸ πλῆθος, <lb/>οὐκ ἀγαθόν. διοριστέον οὖν ἐστιν αὐτὰ τῷ τε σχήματι
                        <lb/>καὶ τοῖς ἀπ’ αὐτοῦ πεφυκόσι. τῷ σχήματι μὲν, εἰ εὔρυθμος, <lb/>ἀεὶ γὰρ
                        ἀγαθὸν τοῦτο σημεῖον. τοῖς δ’ ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>πεφυκόσιν, εἰ κρατεραύχην τέ
                        ἐστιν καὶ τοῖς ἄλλοις ὀστοῖς <lb/>ἄριστα διάκειται, καὶ εἰ τὸ νευρῶδες αὐτῇ
                        σύμπαν εὐτραφές <lb/>τέ ἐστι καὶ εὔτονον. οἰκεῖον δὲ σχῆμα κεφαλῆς, ὥσπερ
                        <lb/>ἂν εἰ νοήσαις σφαῖραν ἀκριβῆ κηρίνην ἑκατέρωθεν ἀτρέμα
                        <lb/>πεπιλημένην. ἀνάγκη γὰρ τῆς τοιαύτης κυρτότερα μὲν, ἢ <lb/>κατὰ
                        σφαῖραν, γενέσθαι τά τε ὄπισθεν καὶ τὰ ἔμπροσθεν, <pb n="321"/> εὐθύτερα δὲ
                        τὰ ἑκατέρωθεν. εἰ δ’ ἡ κατ’ ἰνίον ἐξοχὴ <lb/>μειωθείη τινὶ, συνεπισκέπτου τά
                        τε νεῦρα καὶ τὸν αὐχένα <lb/>σὺν τοῖς ἄλλοις ὀστοῖς. κατὰ φύσιν μὲν γὰρ
                        ἐχόντων, ἐνδείᾳ <lb/>τῆς ὕλης, οὐ δυνάμεως ἀῤῥωστίᾳ τοιοῦτος ἐγένετο.
                        <lb/>φαυλοτέρων δὲ ὑπαρχόντων, ἀσθενὴς ἡ ἀρχή. τὰ πολλὰ <lb/>δὲ ταῖς κατ’
                        ἰνίον ἐνδείαις ἀσθένεια τῶν εἰρημένων ἕπεται, <lb/>καὶ σπάνιον πάνυ τὸ μὴ
                        τοιοῦτον. καὶ τὴν φοξοτέραν <lb/>δὲ κατ’ ἰνίον ἐπισκέπτου κεφαλὴν, ὡσαύτως
                        τοῖς ἐφ’ ὅλης <lb/>αὐτῆς μεγάλης γενομένης διορισμοῖς. ὡς τὰ πολλὰ δὲ
                        κᾀνταῦθα <lb/>σὺν εὐρύθμῳ τῷ σχήματι γενομένης τῆς παρεγκεφαλίδος,
                        <lb/>ἀγαθὸν σημεῖον, ἣν ἔνιοι τῶν ἰατρῶν ὀπίσθιον <lb/>ἐγκέφαλον
                        ὀνομάζουσιν, ὥσπερ οὖν καὶ ἔστιν ὀπίσθιος, ὁριζόμενος <lb/>τῇ λαμβδοειδεῖ
                        ῥαφῇ. τοῦ νωτιαίου δέ ἐστιν ἀρχὴ <lb/>τὸ μόριον τοῦτο, καὶ δι’ ἐκεῖνον
                        ἁπάντων τῶν καθ’ ὅλον <lb/>τὸ ζῶον νεύρων πρακτικῶν. αὐτὸ δὲ τὸ ὄπισθεν
                        μέρος καθ’ <lb/>αὑτὸ παντάπασιν ὀλίγων αἰσθητικῶν μετέχει, παμπόλλων <lb/>δὲ
                        τῶν πρακτικῶν, ὥσπερ γε καὶ θάτερον τὸ πρόσθιον, <pb n="322"/> αἰσθητικῶν
                        μὲν παμπόλλων, <milestone unit="ed2page" n="202"/>ὀλίγων δὲ τῶν πρακτικῶν.
                        <lb/>ὥστε καὶ καλῶς διακείμενα ῥωμαλέας ἕξει τὰς ἀποφύσεις <lb/>ἑκάτερον τὰς
                        ἰδίας. οἱ αὐτοὶ δὲ κᾀπὶ τῶν ἔμπροσθεν τῆς <lb/>κεφαλῆς τῶν κατὰ τὸ μέτωπον
                        διορισμοὶ τοῖς ὄπισθεν, εἰς <lb/>σμικρότητά τε καὶ μέγεθος αὐτοῦ βλεπόντων,
                        καὶ σχῆμα, <lb/>καὶ τὰς ἐνταῦθα αἰσθήσεις, ὄψιν τε καὶ γεῦσιν καὶ
                        <lb/>ὄσφρησιν. ἀλλήλων γάρ ἐστι γνωρίσματα, καὶ ἀλλήλοις <lb/>μαρτυρεῖ, τά
                        τε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς πεφυκότα, τῇ τῆς ἀρχῆς <lb/>ἀρετῇ τε καὶ κακίᾳ, καὶ ἡ ἀρχὴ
                        τοῖς ἀπ’ αὐτῆς. ἡ μέντοι <lb/>τῶν ἡγεμονικῶν ἐνεργειῶν ἀρετή τε καὶ κακία
                        τῆς ἀρχῆς <lb/>μόνης ἐστὶν αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν γνώρισμα. καλῶ δὲ ἡγεμονικὰς
                        <lb/>ἐνεργείας τὰς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μόνης γινομένας. <lb/>ἀγχίνοια μὲν οὖν
                        λεπτομεροῦς οὐσίας ἐγκεφάλου γνώρισμα, <lb/>βραδυτὴς δὲ διανοίας παχυμεροῦς·
                        εὐμάθεια δ’ εὐτυπώτου, <lb/>καὶ μνήμη μονίμου. οὕτω δὲ καὶ ἡ μὲν δυσμάθεια
                        δυστυπώτου. <lb/>ἡ δ’ ἐπιλησμοσύνη διαῤῥεούσης, καὶ τὸ μὲν εὐμετάβολον
                        <lb/>ἐν δόξαις θερμῆς, τὸ δὲ μόνιμον ψυχρᾶς. ἔτι δέ <pb n="323"/> μοι δοκῶ
                        λείπεσθαι δύο γένη γνωρισμάτων, ὧν ἐξ ἀρχῆς <lb/>ὑπεσχόμην ἐρεῖν, ἓν μὲν τὸ
                        τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν, ἕτερον <lb/>δὲ τὸ τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων· ἔσται δὲ
                        κοινὸς ὑπὲρ <lb/>ἀμφοῖν ὁ λόγος. εἰ μὲν εὔκρατος ὁ ἐγκέφαλος ὑπάρχει κατὰ
                        <lb/>τὰς τέσσαρας ποιότητας, ἁπάντων τῶν εἰρημένων ἕξει μετρίως, <lb/>καὶ
                        τῶν περιττωμάτων, ὅσα δι’ ὑπερώας, ἤ ὤτων, <lb/>ἢ μυκτήρων ἐκκαθαίρεται, καὶ
                        τούτων ἕξει μετρίως, ἥκιστά <lb/>τε βλαβήσεται πρὸς ἁπάντων τῶν ἔξωθεν
                        προσπιπτόντων, <lb/>ὅσα θερμαίνει, καὶ ψύχει, καὶ ξηραίνει, καὶ ὑγραίνει.
                        τοῖς <lb/>τοιούτοις αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς, βρέφεσι μὲν οὖσιν ὑπόπυῤῥοι,
                        <lb/>παισὶ δὲ ὑπόξανθοι, τελειουμένοις δὲ γίνονται ξανθαὶ, <lb/>μεταξύ πως
                        οὖσαι τῶν τε ἀκριβῶς οὔλων καὶ ἁπλῶν, <lb/>οὐ μὴν οὐδὲ φαλακροῦνται ῥᾳδίως.
                        ἀκούειν δὲ χρὴ τῶν εἰρημένων <lb/>τε καὶ ῥηθησομένων γνωρισμάτων ὡς ἐπὶ
                        εὐκράτων <lb/>οἰκήσεων. ὅσα δὲ κατὰ τὰς τρίχας οὐκ ἐπὶ χωρίων <lb/>μόνον,
                        ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν χυμῶν κράσεως, ἀνάλογον ἐχούσης <pb n="324"/> τῇ κράσει τῶν
                        κατὰ τὸν ἐγκέφαλον. εἰ δὲ θερμότερος εἴη <lb/>τοῦ συμμέτρου, κατὰ δὲ τὴν
                        ἑτέραν ἀντίθεσιν εὔκρατος, <lb/>εἰ μὲν ἐπὶ πλέον εἴη θερμότερος, ἰσχυρὰ
                        πάντα τὰ ῥηθησόμενα <lb/>γενήσεται γνωρίσματα, βραχείας δὲ τῆς ὑπερβολῆς
                        <lb/>ὑπαρχούσης, ἀμυδρά. κοινὸς δὲ οὗτος ὁ λόγος ἐπὶ πάντων <lb/>εἰρήσθω μοι
                        τῶν μορίων, τῶν ἐν πάσαις ταῖς κράσεσι μελλόντων <lb/>λέγεσθαι γνωρισμάτων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἑξῆς δ’ οὖν σημεῖα τῆς ἐν ἐγκεφάλῳ θερμότητος, <lb/>ἐπὶ τοῖς ἔμπροσθεν
                        εἰρημένοις, ἐρυθρότερα καὶ <lb/>θερμότερα τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν σύμπαντα, καὶ
                        αἱ ἐν τοῖς <lb/>ὀφθαλμοῖς φλέβες αἰσθηταὶ, αἱ τρίχες τούτοις γεννηθεῖσι,
                        <lb/>ταχέως ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φύονται. πολλῷ μὲν οὖσι θερμοτέροις <lb/>τῶν
                        εὐκράτων, μέλαιναι, καὶ ἰσχυραὶ, καὶ οὖλαι γίνονται· <lb/>μὴ πολλῷ δὲ,
                        ὑπόξανθοι μὲν τὸ πρῶτον, εἶτα <lb/>μελαίνονται· προϊόντων δὲ ταῖς ἡλικίαις
                        φαλακροῦνται, καὶ <lb/>μᾶλλόν γε οἱ ἐπὶ πλέον θερμότεροι. περιττώματα δὲ
                        καθ’ <lb/>ὑπερώαν καὶ μυκτῆρας, ὀφθαλμούς τε καὶ ὦτα, βραχέα <lb/>καὶ πέπονα
                        τούτοις ἐστὶν, ὅταν ἀμέμπτως ὑγιαίνωσι. <pb n="325"/> πεπλησμένης δὲ τῆς
                        κεφαλῆς ἐνίοτε, συνεχῶς γὰρ καὶ μάλιστα <lb/>αὐτοῖς, ὅταν ἀφυλάκτως
                            <milestone unit="ed2page" n="203"/>διαιτῶνται, τὸ τοιοῦτον
                        <lb/>συμβαίνει, πλείω μὲν, ἀλλ’ οὐκ ἄπεπτα τὰ περιττώματα <lb/>γίνεται.
                        πληροῦνται δὲ καὶ βαρύνονται τὴν κεφαλὴν <lb/>ὑπὸ θερμαινόντων ἐδεσμάτων τε
                        καὶ πομάτων, καὶ ὀσμῶν, <lb/>καὶ τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων ἁπάντων, ἐν οἷς
                        ἐστι καὶ <lb/>ὁ περιέχων ἡμᾶς ἀήρ. ἔτι τε μᾶλλον, εἰ μὴ μόνον εἴη <lb/>θερμὰ
                        τὰ τοιαῦτα τὴν φύσιν, ἀλλὰ καὶ ὑγρὰ, βραχέσιν <lb/>ὕπνοις αἱ τοιαῦται
                        κράσεις ἀρκοῦνται, πρὸς τῷ μηδὲ βαθεῖς <lb/>αὐτοὺς γίνεσθαι. ψυχροτέρου δὲ ἤ
                        προσῆκεν ἐγκεφάλου <lb/>γνωρίσματα, περιττώματα πλείω κατὰ τὰς οἰκείας.
                        <lb/>ἐκροὰς, καὶ αἱ τρίχες εὐθεῖαί τε καὶ πυῤῥαὶ, καὶ μόνιμοι, <lb/>καὶ μετὰ
                        πολὺν χρόνον τοῦ γεννηθῆναι φυόμεναι, λεπταὶ <lb/>καὶ ἄτροφοι τὸ πρῶτον, καὶ
                        ῥᾳδίως ὑπὸ τῶν ψυχρῶν αἰτίων <lb/>βλάπτονται, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον τῆς
                        βλάβης <lb/>κατάῤῥοις τε καὶ κορύζαις ἁλίσκονται. οὐ μὴν οὐδ’ ἁπτομένοις
                        <lb/>θερμὰ τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν, οὐδ’ ὁρῶσιν ἐρυθρὰ, <lb/>καὶ τῶν ὀφθαλμῶν αἱ
                        φλέβες ἀόρατοι, καὶ ὑπνωδέστεροί <pb n="326"/> πώς εἰσι. ξηροτέρου δ’
                        ἐγκεφάλου γνωρίσματα, τὸ ἀπέριττον <lb/>ἐν ταῖς ἐκροαῖς, καὶ τὸ τῶν
                        αἰσθήσεων ἀκριβές. ἀγρυπνητικοὶ <lb/>δὲ εἰσι, καὶ τρίχας ἰσχυροτάτας μὲν
                        ἔχουσι, καὶ <lb/>τάχιστα φύουσι γεννηθέντες, οὔλας μᾶλλον ἢ εὐθείας,
                        φαλακροῦνται <lb/>δ’ ἐν τάχει. ὑγροτέρου δὲ τρίχες ἁπλαῖ, καὶ <lb/>οὐδ’ ὅλως
                        φαλακροῦνται, καὶ αἱ αἰσθήσεις ἀχλυώδεις εἰσὶ, <lb/>καὶ περιττωμάτων πλῆθος,
                        ὕπνοι τε πολλοὶ καὶ βαθεῖς. <lb/>αὗται μὲν αἱ ἁπλαῖ δυσκρασίαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Σύνθετοι δὲ, θερμὴ μὲν καὶ ξηρὰ πρώτη, <lb/>καθ’ ἣν ἀπέριττοί τέ εἰσι καὶ
                        ἀκριβεῖς ταῖς αἰσθήσεσι, <lb/>καὶ ἀγρυπνητικώτατοι, καὶ φαλακροῦνται ταχέως.
                        ἡ πρώτη <lb/>μέντοι γένεσις τῶν τριχῶν ταχίστη τέ ἐστι καὶ εὐτραφεστάτη,
                        <lb/>μελανότριχές τε καὶ οὐλότριχές εἰσι, καὶ θερμοὶ, ψαυόντων <lb/>τῆς
                        κεφαλῆς, ἐρυθροί τε μέχρι τῶν τῆς ἀκμῆς χρόνων. εἰ <lb/>δ’ ὑγρότης προσίοι
                        τῇ θερμότητι, βραχὺ μὲν ὑπερβαλλουσῶν <lb/>ἀμφοτέρων τὸ σύμμετρον, εὔχροιά
                        τε καὶ θερμότης, καὶ <lb/>αἱ ἐν τοῖς <milestone unit="ed1page" n="475"/>ὀφθαλμοῖς φλέβες μεγάλαι, καὶ περιττώματα <pb n="327"/> πλείω, μετρίως
                        πέπονα, καὶ αἱ τρίχες εὐθεῖαι καὶ <lb/>ὑπόξανθοι, καὶ οὐ φαλακροῦνται
                        ῥᾳδίως, πληροῦνται δὲ, <lb/>καὶ βαρύνονται τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τῶν θερμαινόντων.
                        εἰ δὲ <lb/>καὶ ὑγραίνοιντο, πολὺ δή που μᾶλλον, ἡνίκα καὶ πλῆθος
                        <lb/>ἴσχουσι περιττωμάτων. ἐὰν δ’ ἐπὶ πλεῖστον ὑγρότητός τε <lb/>καὶ
                        θερμότητος ἥκωσι, νοσώδης τούτοις ἡ κεφαλὴ, καὶ περιττωματικὴ, <lb/>καὶ
                        ῥᾳδίως ὑπὸ τῶν ὑγραινόντων τε καὶ θερμαινόντων <lb/>βλαπτομένη. νότος δ’
                        αὐτοῖς πολέμιος ἀεί. <lb/>ἄριστα δ’ ἐν τοῖς βορείοις διάγουσιν, οὐ μὴν οὐδ’
                        ἐγρηγορέναι <lb/>δύνανται μέχρι πλείονος, ὕπνῳ τ’ ἐπιτρέψαντες ἑαυτοὺς,
                        <lb/>ἅμα τε κωματώδεις εἰσὶ καὶ ἄγρυπνοι, καὶ φαντασιώδεις <lb/>τοῖς
                        ὀνείρασιν, καὶ αἱ ὄψεις ἀχλυώδεις, καὶ αἱ <lb/>αἰσθήσεις οὐκ ἀκριβεῖς. εἰ δὲ
                        πολλῷ μὲν εἴη τοῦ συμμέτρου <lb/>θερμότερος ὁ ἐγκέφαλος, ὀλίγῳ δ’ ὑγρότερος,
                        ἐπικρατήσει <lb/>μὲν τὰ τῆς θερμῆς κράσεως γνωρίσματα, μιχθήσονται <lb/>δ’
                        αὐτοῖς ἀμυδρῶς τὰ τῆς ὑγρότητος, ὥσπερ καὶ, εἰ πολλῷ <lb/>μὲν ὑγρότερος,
                        ὀλίγῳ δὲ θερμότερος, ἐναργῆ μὲν ἔσται καὶ <lb/>σφοδρὰ ὰ τοῦ ὑγρότητος,
                        ἀμυδρὰ δὲ τὰ τῆς θερμότητος <lb/>γνωρίσματα. κοινὸς δ’ οὗτος ὁ λόγος ἐπὶ
                        πασῶν ἐστι τῶν <pb n="328"/> κατὰ συζυγίαν δυσκρασιῶν. αἱ ψυχραὶ δ’ ἅμα καὶ
                        ξηραὶ <lb/>κράσεις ἐγκεφάλου ψυχρὰν καὶ ἄχρουν ἀποτελοῦσι τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>ὅσον ἐφ’ ἑαυταῖς. ἀεὶ γὰρ <milestone unit="ed2page" n="204"/>χρὴ
                        μεμνῆσθαι <lb/>τοῦ κατ’ ἀρχὴν διορισμοῦ, προσεπιλογιζόμενον, ὅσον ἐκ τῆς
                        <lb/>τῶν χυμῶν κράσεως ἀλλοιοῦται τὰ κατ’ αὐτόν. εὐθὺς δ’ <lb/>αἱ τοιαῦται
                        κράσεις ἄφλεβοί τὲ τὰ κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς <lb/>εἰσι, καὶ πρὸς τῶν ψυχρῶν
                        αἰτίων ἑτοίμως βλάπτονται· διὸ <lb/>καὶ ἀνωμάλως ὑγιαίνουσι, ποτὲ μὲν
                        κουφότατοι τὰς κεφαλὰς, <lb/>ἀπέριττοί τε τὰς ἀκροὰς, ἐνίοτε δὲ κατάῤῥοις τε
                        καὶ <lb/>κορύζαις· ἐπὶ σμικροῖς αἰτίοις ἑτοίμως ἁλισκόμενοι. αἱ δ’
                        <lb/>αἰσθήσεις αὐτῶν ἐν νεότητι μὲν ἀκριβεῖς τέ εἰσι καὶ ἄμεμπτοι <lb/>τὰ
                        πάντα, προϊοῦσι δὲ ἀπομαραίνονται ταχέως, καὶ, <lb/>συλλήβδην φάναι,
                        ταχύγηροι τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν ἅπαντές <lb/>εἰσι· διὸ καὶ πολιοῦνται ταχέως.
                        αἱ τρίχες δ’ αὐτοῖς γεννηθεῖσι <lb/>μὲν ἀνέρχονται μόγις, ἄτροφοι καὶ
                        πυῤῥαί· προήκοντι <lb/>δὲ τῷ χρόνῳ, κρατούσης μὲν ἐπὶ πλέον τῆς ψυχρότητος
                        <lb/>ἤπερ τῆς ξηρότητος, οὐ φαλακροῦνται. τοὔμπαλιν δὲ, <pb n="329"/> εἰ
                        συμβαίη τὴν ξηρότητα μὲν πλεῖστον κρατῆσαι τῆς ὑγρότητος, <lb/>τὴν ψυχρότητα
                        δὲ τῆς θερμότητος ὀλίγον, οἱ τοιοῦτοι <lb/>φαλακροῦνται. αἱ δ’ ὑγραὶ καὶ
                        ψυχραὶ κράσεις ἐγκεφάλου <lb/>κωματώδεις ἐργάζονται, καὶ ὑπνηλοὺς, καὶ
                        φαύλους <lb/>ταῖς αἰσθήσεσι, καὶ περιττωματικοὺς, εὐψύκτους τε καὶ
                        <lb/>εὐπληρώτους τὴν κεφαλὴν, εὐαλώτους τε κατάῤῥοις καὶ κορύζαις. <lb/>οὐ
                        μὴν οὐδὲ φαλακροῦνται οἱ τοιοῦτοι. ταυτὶ μὲν <lb/>οὖν ἐστι τὰ σημεῖα τῶν
                        ἐγκεφάλου κράσεων. ἐξ αὐτῶν δ’ <lb/>ὁρμώμενος ἐφ’ ἕκαστον ὄργανον αἰσθήσεως
                        ἴσθι τὰς διαγνώσεις <lb/>μεταφέρων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἀρκέσει δ’ ἐπ’ ὀφθαλμῶν μόνον εἰπεῖν. <lb/>ὅσοι μὲν ἁπτομένοις ἐναργῶς εἰσι
                        θερμοὶ, καὶ κινοῦνται ῥᾳδίως <lb/>τε καὶ πολλάκις, καὶ φλέβας εὐρείας
                        ἔχουσι, θερμοὶ <lb/>σύμπαντές εἰσι. ψυχροὶ δὲ οἱ τούτοις ἐναντίοι, καὶ ὑγροὶ
                        <lb/>μὲν οἱ μαλακοί τε ἅμα καὶ πλήρεις ὑγρότητος, ξηροὶ δὲ <lb/>οἱ αὐχμηροί
                        τε ἅμα καὶ σκληροί. καὶ βλάπτονται μὲν ὑπὸ <lb/>τῶν ὁμοίων αἰτίων τῇ κράσει
                        ῥᾳδίως, ὠφελοῦνται δὲ ὑπὸ <lb/>τῶν ἐναντίων τῇ ἐμμέτρῳ χρήσει. ἀλλὰ τοῦτό γε
                        κοινὸν ἐπὶ <pb n="330"/> πάσῃ διαγνώσει κράσεως ἅπαντος μορίου μεμνῆσθαι
                        προσήκει. <lb/>μέγεθος δ’ ὀφθαλμῶν ἅμα μὲν εὐρυθμίᾳ τε καὶ τῇ <lb/>τῶν
                        ἐνεργειῶν ἀρετῇ πλῆθος οὐσίας εὐκράτου, ἐξ ἧς διεπλάσθησαν,
                        <lb/>ἐνδείκνυται. τὸ δ’ ἄνευ τούτων πολλὴν μὲν <lb/>τὴν οὐσίαν, οὐκ εὔκρατον
                        δὲ δηλοῖ. μικρότης δ’ ὀφθαλμῶν <lb/>ἅμα μὲν εὐρυθμίᾳ τε καὶ τῇ τῶν ἐνεργειῶν
                        ἀρετῇ <lb/>ὀλίγην μὲν, ἀλλ’ εὔκρατον ἐνδείκνυται τὴν οὐσίαν, ἐξ ἧς
                        <lb/>διεπλάσθησαν, ἅμα δ’ ἀῤῥυθμίᾳ τινὶ καὶ κακίᾳ τῶν ἐνεργειῶν <lb/>ὀλίγην
                        τε ἅμα καὶ φαύλην εἶναι σημαίνει τὴν οὐσίαν <lb/>αὐτῶν. τὰ δὲ κατὰ χρόας ᾧδε
                        χρὴ διορίζεσθαι. γλαυκοὶ μὲν <lb/>ὀφθαλμοὶ λάμποντες ὑγρότητι καθαρᾷ τε καὶ
                        οὐ πολλῇ φωτός <lb/>λαμπροῦ γίνονται περιουσίᾳ, μέλανες δ’ ἔμπαλιν. οἱ δ’ αὖ
                        μεταξὺ <lb/>κατὰ τὰς ἀνὰ μέσον αἰτίας. γλαυκὸς μὲν οὖν ὀφθαλμὸς <lb/>ἤτοι
                        διὰ μέγεθος, ἢ λαμπρότητα τοῦ κρυσταλλοειδοῦς, ἤ <lb/>προπετῆ θέσιν, ἢ διὰ
                        τὴν τοῦ λεπτοῦ καὶ ὑδατώδους <lb/>ὑγροῦ τοῦ κατὰ τὴν κόρην ὀλιγότητά τε καὶ
                        καθαρότητα <lb/>γίνεται· πάντων μὲν ἅμα συνελθόντων, ὁ γλαυκότατος· εἰ <pb n="331"/> δὲ τὰ μὲν αὐτῶν παρῇ, τὰ δὲ μὴ, τὸ μᾶλλόν τε καὶ <lb/>ἧττον ἐν
                        γλαυκότητι συνίσταται.· μέλας δ’ ὀφθαλμὸς ἢ <lb/>διὰ τὴν σμικρότητα τοῦ
                        κρυσταλλοειδοῦς, ἢ διὰ τὴν ἐν βάθει <lb/>θέσιν, ἢ ὅτι λαμπρόν τε καὶ
                        αὐγοειδὲς ἀκριβῶς οὐκ <lb/>ἔστιν, ἢ ὅτι τὸ λεπτὸν ὑγρὸν, ἤτοι πλέον, ἢ οὐ
                        καθαρόν <lb/>ἐστιν, ἢ διά τινα τούτων, ἢ διὰ πάντα πέφυκε γίνεσθαι. <lb/>τὸ
                        μᾶλλον δὲ καὶ ἧττον ἐν αὐτοῖς, ὡς <milestone unit="ed2page" n="205"/>ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται. τὸ μὲν οὖν λεπτὸν ὑγρὸν, ὑδατωδέστερόν τε καὶ
                        <lb/>πλέον γενόμενον, ὑγρότερον ἀποφαίνει τὸν ὀφθαλμόν. ὥσπερ <lb/>γε καὶ εἰ
                        παχύτερον, ἢ ἔλαττον γένοιτο ξηρότερον, τὸ δὲ <lb/>κρυσταλλοειδὲς, εἰ μὲν
                        σκληρότερον εἴη, ξηρότερον, εἰ δὲ μαλακώτερον, <lb/>ὑγρότερον. οὕτως δὲ καὶ
                        εἰ μὲν ὑπερβάλλοι τῆς συμμετρίας <lb/>τοῦ λεπτοῦ, ξηρότερον· εἰ δ’
                        ἀπολείποιτο, τοὐναντίον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Περὶ δὲ τῶν τῆς καρδίας κράσεων ἑξῆς λεγέσθω, <lb/>πρότερόν γε τοῦτο
                        ἀναμνησάντων ἡμῶν, ὡς ἕκαστον <lb/>μέρος ἤτοι θερμότερον, ἢ ψυχρότερον, ἢ
                        ξηρότερον, <lb/>ἢ ὑγρότερον ἑαυτοῦ γεγονέναι φαμὲν, οὐ πρὸς ἕτερόν <lb/>τι
                        παραβάλλοντες, ἀλλὰ πρὸς ἑαυτό. ὅπως γὰρ ἂν ἡ <pb n="332"/> καρδία γένηταί
                        τινι φύσει ψυχροτέρα, πολὺ θερμοτέρα τὴν <lb/>κρᾶσίν ἐστιν ἐγκεφάλου τοῦ
                        θερμοτάτου. τῆς μὲν οὖν θερμοτέρας <lb/>ὡς πρὸς τὴν οἰκείαν συμμετρίαν
                        καρδίας σημεῖα, <lb/>τὰ μὲν ἀχώριστά τε καὶ οἰκεῖα, μέγεθος ἀναπνοῆς, καὶ
                        <lb/>σφυγμοῦ τάχος καὶ πυκνότης ἐστὶν, εὐτολμία τε καὶ τὸ <lb/>πρὸς τὰς
                        πράξεις ἄοκνον. εἰ δὲ ἐπὶ πλεῖστον ἥκει θερμότητος, <lb/>ὀξυθυμία τε
                        μανιώδης καὶ θρασύτης. ἔστι δὲ καὶ <lb/>λάσιος αὐτοῖς ὁ θώραξ, καὶ μάλιστα
                        τὰ στέρνα, καὶ τῶν <lb/>καθ’ ὑποχόνδριον ὅσα τούτοις πλησίον. ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
                        <lb/>δὲ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα θερμὸν ἐπὶ θερμῇ τῇ καρδίᾳ γίνεται, <lb/>πλὴν εἰ
                        μὴ μεγάλως ἀντιπράττοι τὸ ἧπαρ. εἰρήσεται <lb/>δ’ ὀλίγον ὕστερον ἅπαντος τοῦ
                        σώματος τὰ γνωρίσματα. <lb/>καὶ μέντοι καὶ ἡ τοῦ θώρακος εὐρύτης θερμότητος
                        γνώρισμα, <lb/>πλὴν εἰ μὴ κᾀνταῦθά ποτε μεγάλως ὁ ἐγκέφαλος
                        <lb/>ἀντιπράξειεν. ἐπειδὴ τὸ μὲν τοῦ νωτιαίου μέγεθος ἀνάλογόν <lb/>ἐστιν
                        ἐκείνῳ τὰ πολλὰ, καὶ τηλικοῦτοι μὲν οἱ σπόνδυλοι <lb/>τὸ μέγεθος, ἡλίκος ὁ
                        νωτιαῖος μυελὸς· ὥστε καὶ ἡ <lb/>ῥάχις ὅλη. συμπήγνυται δὲ ὁ θώραξ ἐπὶ τῷ
                        κατὰ τὸ <pb n="333"/> μετάφρενον αὐτῆς μέρει, καθάπερ ἐπὶ τρόπιδι ναῦς, ὥστ’
                        <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἕξει τὸ μὲν μῆκος ἴσον τῷ μεταφρένῳ, τὸ δ’ <lb/>εὖρος, ὅταν
                        μὲν ἀνάλογον τῷ πάχει τῶν σπονδύλων ἡ σύμπηξις <lb/>αὐτῷ γένηται <milestone unit="ed1page" n="476"/>κατ’ ἐκείνους· ὅταν δὲ ἡ τῆς <lb/>καρδίας
                        θερμότης κρατήσασα διαφυσήσῃ τε καὶ ἀνευρύνῃ <lb/>κατὰ τὴν πρώτην γένεσιν,
                        ἀνάλογον τῇ ταύτης θερμότητι <lb/>διὸ καὶ ὅταν μὲν ἐπὶ σμικρᾷ κεφαλῇ ὁ θώραξ
                        εὐρὺς ᾖ, <lb/>μέγιστον γίνεται γνώρισμα τῆς κατὰ τὴν καρδίαν θερμότητος·
                        <lb/>ὅταν δ’ ἐπὶ μεγάλῃ σμικρὸς, ἰδικώτατον καὶ τοῦτο <lb/>σημεῖόν ἐστι
                        καρδίας ψυχροτέρας. εἰ δ’ ἀνάλογον ἔχει τὴν <lb/>κεφαλὴν, τοῖς ἄλλοις
                        σημείοις διορίζου περὶ τῆς καρδίας, <lb/>ὡς ἐκ θώρακός γε πηλικότητος οὐδὲν
                        ληψόμενος. ἐπὶ δὲ <lb/>ψυχροτέρας καρδίας σφυγμοὶ μικρότεροι τῶν συμμέτρων,
                        οὐ <lb/>μὴν βραδύτεροί γε ἐξ ἀνάγκης. ἢ ἀραιότεροι. ἡ ἀναπνοὴ <lb/>δὲ, εἰ
                        μὲν τοσοῦτον μικρότερος ὁ θώραξ, ὅσον ἡ καρδία <lb/>ψυχροτέρα, τοῖς σφυγμοῖς
                        ἀνάλογον· εἰ δὲ μείζων, ἢ κατὰ <lb/>τὸ ποσὸν τῆς ψύξεως, οὐ σμικροτέρα
                        μόνον, ἀλλὰ καὶ βραδυτέρα <lb/>καὶ ἀραιοτέρα. δειλοὶ τὴν φύσιν οἱ τοιοῦτοι
                        καὶ <pb n="334"/> ἄτολμοί εἰσι καὶ μελληταὶ, καὶ ψιλὸν αὐτοῖς τὸ στέρνον
                        <lb/>τριχῶν ἐστι. περὶ δὲ σμικρότητος αὐτῆς διοριστέον, ὡς ἔμπροσθεν
                        <lb/>εἴρηται. κατὰ ταῦτα δὲ καὶ περὶ τῆς ὅλου τοῦ <lb/>σώματος θερμότητος. ἡ
                        δὲ ξηροτέρα καρδία τοὺς σφυγμοὺς <lb/>ἐργάζεται σκληροτέρους, καὶ τὸν θυμὸν
                        οὐχ ἕτοιμον <lb/>μὲν, ἄγριον δὲ καὶ δύσπαυστον, ὡς τὰ πολλὰ δὲ καὶ ὅλον
                        <lb/>τὸ <milestone unit="ed2page" n="206"/>σῶμα ξηρότερον, εἰ μὴ τὰ καθ’
                        ἧπαρ ἀντιπράττει. <lb/>ὑγροτέρας δὲ καρδίας σημεῖα, σφυγμοὶ μαλακοὶ, καὶ
                        <lb/>ἦθος εὐκίνητον μὲν πρὸς ὀργὴν, εὐκατάπαυστον δὲ, καὶ <lb/>τὸ σύμπαν
                        σῶμα ὑγρότερον, πλὴν εἰ μὴ τὰ καθ’ ἧπαρ <lb/>ἀντιπράττει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Κατὰ δὲ συζυγίαν τῶν πρώτων ποιοτήτων <lb/>αἱ δυσκρασίαι τῆς καρδίας ᾧδε
                        ἔχουσιν. θερμῆς καὶ ξηρᾶς <lb/>καρδίας οἱ σφυγμοὶ σκληροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ
                        ταχεῖς, καὶ <lb/>πυκνοὶ, καὶ αἱ ἀναπνοαὶ μεγάλαι τε καὶ ταχεῖαι, καὶ
                        <lb/>πυκναί. καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον εἰς τάχος ἐπιδιδόασι καὶ πυκνότητα, <lb/>οὐ
                        συναυξηθέντος ἀνάλογον τῇ καρδίᾳ τοῦ θώρακος. <lb/>πάντων οὗτοι λασιώτατοι
                        τὰ κατὰ τὸ στέρνον εἰσὶ <pb n="335"/> καὶ τὸ ὑποχόνδριον. εἰς δὲ τὰς πράξεις
                        ἕτοιμοι καὶ θυμικοὶ <lb/>καὶ ταχεῖς, ἄγριοι, καὶ ἀνήμεροι, καὶ ἰταμοὶ, καὶ
                        ἀναίσχυντοι, <lb/>καὶ τυραννικοὶ τοῖς ἤθεσι, καὶ γὰρ ὀξύθυμοι καὶ
                        <lb/>δύσπαυστοι. περὶ δὲ τῆς ἅπαντος τοῦ σώματος κράσεως, <lb/>ἔτι τε τῆς
                        τοῦ θώρακος εὐρυχωρίας, ἀνάλογον τοῖς ἔμπροσθεν <lb/>εἰρημένοις διοριστέον.
                        εἰ δ’ ὑγρότης ἐπικρατήσειεν <lb/>ἄμα θερμότητι, λάσιοι μὲν ἧττον οἱ τοιοῦτοι
                        τῶν προειρημένων, <lb/>ἕτοιμοι δὲ εἰς τὰς πράξεις οὐδὲν ἧττον· οὐ μὴν
                        <lb/>ἄγριός γε ὁ θυμὸς, ἀλλ’ εἰς ὀργὴν μόνον ἕτοιμοι. οἱ σφυγμοὶ <lb/>δὲ
                        μαλακοί τε καὶ μεγάλοι, καὶ ταχεῖς, καὶ πυκνοί. <lb/>καὶ ἡ ἀναπνοὴ, τοῦ μὲν
                        θώρακος ἀνάλογον ἔχοντος τῇ καρδίᾳ, <lb/>κατὰ τὴν αὐτὴν ἰδέαν τοῖς σφυγμοῖς·
                        μικροτέρου δὲ γενομένου, <lb/>τοσοῦτον θάττων τε καὶ πυκνοτέρα τῶν
                        προειρημένων, <lb/>ὅσον καὶ ὁ θώραξ μικρότερός ἐστιν. πολλῆς δὲ τῆς κατὰ
                        <lb/>τὴν κρᾶσιν ἐκτροπῆς γινομένης, καὶ μάλιστα εἰ κατὰ τὴν <lb/>ὑγρότητα
                        συμπέσῃ τοῦτο, πρὸς τοῖς εἰρημένοις ἔτι καὶ τὰ <lb/>σηπεδονώδη νοσήματα
                        γίνεται, διαφθειρομένων τε καὶ σηπομένων <lb/>αὐτοῖς τῶν χυμῶν συμπεσεῖται,
                        καὶ αἱ ἐκπνοαὶ <pb n="336"/> μείζους τε καὶ θάττους τῶν εἰσπνοῶν, κᾀν τοῖς
                        σφυγμοῖς <lb/>ἡ συστολὴ ταχεῖα. ὑγροτέρας δὲ καὶ ψυχροτέρας καρδίας <lb/>οἱ
                        μὲν σφυγμοὶ μαλακοὶ, τὸ δὲ ἦθος ἄτολμόν τε καὶ δειλὸν, <lb/>καὶ ὀκνηρόν.
                        εἰσὶ δὲ καὶ ψιλοὶ τριχῶν οἱ τοιοῦτοι τὰ <lb/>στέρνα, καὶ ἥκιστα μηνιῶσιν,
                        ὥσπερ καὶ εἰς ὀργὴν οὐχ <lb/>ἕτοιμοι. τὰ δὲ κατὰ θώρακα καὶ τὸ σύμπαν σῶμα
                        τοῖς <lb/>ἔμπροσθεν ὡσαύτως διοριστέον. ἡ ψυχροτέρα δὲ καὶ ξηροτέρα
                        <lb/>καρδία τοὺς μὲν σφυγμοὺς σκληροὺς ἐργάζεται καὶ <lb/>μικρούς· τὴν δὲ
                        ἀναπνοὴν, εἰ μὲν ἀνάλογον τῇ ψυχρότητι <lb/>μικρὸς ὁ θώραξ γένοιτο,
                        σύμμετρον· εἰ δὲ μείζων, ἀραιὰν <lb/>καὶ βραδεῖαν. ἀοργητότατοι πάντων
                        οὗτοι· βιασθέντες <lb/>μέντοι τισὶν ὀργισθῆναι, φυλάττουσι τὴν μῆνιν. εἰσὶ
                        δὲ <lb/>καὶ ἄτριχοι τὰ στέρνα πάντων μάλιστα. περὶ δὲ σμικρότητος <lb/>τοῦ
                        θώρακος, ἔτι τε τῆς τοῦ ὅλου σώματος ψυχρότητος <lb/>ὁμοίως διοριστέον, ἓν
                        κοινὸν ἐπὶ πᾶσι τοῖς εἰρημένοις <lb/>ἐκεῖνο μεμνημένους, ὡς, ὅσα περὶ ἠθῶν ἢ
                        νῦν, ἢ κατ’ <lb/>ἄλλον τινὰ γέγραπται λόγον εἰς διάγνωσιν κράσεως, οὐχ <pb n="337"/> ὑπὲρ τῶν ἐκ φιλοσοφίας ἢ χρηστῶν ἢ μοχθηρῶν ἠθῶν
                        <lb/>ἐγγιγνομένων, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐμφύτων ἑκάστῳ λέλεκται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p><milestone unit="ed2page" n="207"/>Ἥπατος θερμοτέρου γνωρίσματα, <lb/>φλεβῶν
                        εὐρύτης, ἡ ξανθὴ χολὴ πλείων, ἐν δὲ τῷ χρόνῳ <lb/>τῆς ἀκμῆς καὶ ἡ μέλαινα,
                        θερμότερον αὐτοῖς τὸ αἷμα, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο καὶ τὸ σύμπαν σῶμα, πλὴν εἰ μὴ
                        τὰ κατὰ τὴν <lb/>καρδίαν ἀντιπράττει, δασύτης τῶν καθ’ ὑποχόνδρια καὶ
                        γαστέρα. <lb/>ψυχροτέρου δὲ στενότης φλεβῶν, φλέγμα πλεῖον, <lb/>αἷμα
                        ψυχρότερον, καὶ ἡ σύμπασα τοῦ σώματος ἕξις ψυχροτέρα, <lb/>εἰ μή τι πρὸς τῆς
                        καρδίας θερμαίνοιτο, ψιλὰ τριχῶν <lb/>ὑποχόνδριά τε καὶ γαστήρ. ξηροτέρου
                        δὲ, τὸ μὲν αἷμα παχύτερόν <lb/>τε καὶ ξηρότερον καὶ ὀλιγώτερον, αἱ φλέβες δὲ
                        <lb/>σκληρότεραι, καὶ ἡ σύμπασα τοῦ σώματος ἕξις ξηροτέρα. <lb/>ὑγροτέρου
                        δὲ, τὸ μὲν αἷμα πλεῖόν τε καὶ ὑγρότερον, αἱ <lb/>φλέβες δὲ μαλακώτεραι·
                        οὕτως δὲ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα, <lb/>πλὴν εἰ μὴ τὰ κατὰ τὴν καρδίαν
                        ἀντιπράττει. θερμοτέρου <lb/>δὲ ἅμα καὶ ξηροτέρου ἥπατος γνωρίσματα,
                        λασιώτατον <lb/>ὑποχόνδριον, αἷμα παχύτερόν τε ἅμα καὶ ξηρότερον, ἡ ξανθὴ
                        <lb/>χολὴ πλείστη, κατὰ δὲ τὴν ἀκμὴν καὶ ἡ μέλαινα, φλεβῶν <pb n="338"/>
                        εὐρύτης τε καὶ σκληρότης. οὕτως δὲ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα <lb/>θερμότης μὲν γὰρ
                        ἡ ἐκ καρδίας ὁρμωμένη νικῆσαι δύναται <lb/>τὴν ἐξ ἥπατος ὁρμωμένην
                        ψυχρότητα, καθάπερ γε καὶ ἡ <lb/>ψυχρότης τὴν θερμότητα. τὴν ξηρότητα δὲ οὐχ
                        οἷόν τε <lb/>πρὸς τοὐναντίον ὑπὸ τῆς καρδίας ὑγροτέρας γενομένης ἀχθῆναι.
                        <lb/>μεταξὺ δέ ἐστιν ἡ ἀφ’ ἥπατος ὑγρότης τῶν εἰρημένων. <lb/>μᾶλλον μὲν γὰρ
                        τῆς ἐν καρδίᾳ νικᾶται ξηρότητος, ἤπερ ἡ <lb/>ξηρότης ὑπὸ τῆς ὑγρότητος·
                        ἧττον δὲ τῆς θερμότητος, ἔτι <lb/>δὲ μᾶλλον ἧττον ὑπὸ τῆς ψυχρότητος·
                        εὐνικητοτάτη γὰρ <lb/>αὕτη τῶν ἐξ ἥπατος ὁρμωμένων ποιοτήτων. εὔδηλον οὖν,
                        <lb/>ὡς, ἐπειδὰν εἰς ταὐτὸ συνδράμωσιν αἱ τῶν ἀρχῶν ἀμφοτέρων <lb/>κράσεις,
                        ὅλον ἀκριβῶς τὸ σῶμα κατ’ ἐκείνας διατίθεται. <lb/>λεχθήσεται δὲ ὀλίγον
                        ὕστερον αὐτοῦ τὰ γνωρίσματα. τὸ δὲ <lb/>ὑγρότερον ἅμα καὶ θερμότερον ἧπαρ
                        ἧττον μὲν τοῦ θερμοτέρου <lb/>καὶ ξηροτέρου τὰ καθ’ ὑποχόνδριον ἐργάζεται
                        λάσια, <lb/>πλεῖστον δ’ αἷμα, καὶ φλέβας μεγάλας, καὶ τὴν ἕξιν
                        <lb/>ὑγροτέραν καὶ θερμοτέραν, εἰ μὴ τὰ κατὰ τὴν καρδίαν ἀντιπράττει.
                        <lb/>εἰ δὲ ἐπὶ πλέον ἀμφοτέραις ταῖς ποιότησιν ἐκτραπείη <pb n="339"/> τοῦ
                        κατὰ φύσιν, ἑτοίμως ἁλίσκεται τοῖς σηπεδονώδεσι <lb/>καὶ κακοχύμοις
                        νοσήμασιν· ἔτι μᾶλλον, εἰ ἐπὶ πλεῖστον <lb/>μὲν αὐξηθείη τὸ ὑγρὸν, ἐπ’
                        ὀλίγον δὲ τὸ θερμόν. εἰ δ’ <lb/>ἔμπαλιν ἐπ’ ὀλίγον μὲν αὐξηθείη τὸ ὑγρὸν,
                        ἐπὶ πλεῖστον <lb/>δὲ τὸ θερμὸν, ἥκιστα κακόχυμοι γίγνονται. τὸ δ’ αὖ
                        ὑγρότερον <lb/>καὶ ψυχρότερον ἧπαρ ἄτριχον μὲν ἔχει τὸ ὑποχόνδριον,
                        <lb/>αἷμα δ’ ἐργάζεται φλεγματικώτερον ἅμα φλεβῶν <lb/>στενότητι, καὶ τὸ
                        σύμπαν σῶμα παραπλησίως ἔχον, εἰ μὴ <lb/>πρὸς τῆς καρδίας ἐς τἀναντία
                        μετάγοιτο. τὸ δὲ ψυχρότερον <lb/>καὶ ξηρότερον ἧπαρ ὀλίγαιμόν <milestone unit="ed1page" n="477"/>τε καὶ στενόφλεβον <lb/>ἐργάζεται τὸ σῶμα καὶ
                        ψυχρότερον, ὑποχόνδριόν τε ψιλὸν, <lb/>εἰ μὴ κᾀνταῦθα νικήσειεν ἡ καρδία.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Τῆς δὲ τῶν ὄρχεων κράσεως ἡ θερμὴ μὲν <lb/>ἀφροδισιαστική τέ ἐστι, καὶ
                        ἀῤῥενόγονος, καὶ γόνιμος, καὶ <lb/>ταχέως δασύνει <milestone unit="ed2page" n="208"/>τὰ γεννητικὰ μόρια, συνεφάπτεται <lb/>δὲ καὶ τῶν πέριξ, ἡ ψυχρὰ
                        δὲ τἀναντία. καὶ ἡ μὲν ὑγρὰ <lb/>πολύσπερμός τέ ἐστι καὶ ὑγρόσπερμος, ἡ ξηρὰ
                        δὲ ὀλιγόσπερμός <lb/>τε καὶ μετρίως παχύσπερμος. ἡ θερμοτέρα δὲ <pb n="340"/> καὶ ξηροτέρα παχυσπερμοτάτη τέ ἐστι καὶ γονιμωτάτη, <lb/>καὶ τάχιστα πρὸς
                        συνουσίαν ἐπεγείρει τὸ ζῶον εὐθέως ἐξ <lb/>ἀρχῆς. ἀτὰρ οὖν οἱ τοιοῦτοι καὶ
                        δασύνονται τάχιστα τὰ <lb/>γεννητικὰ μόρια καὶ σύμπαντα τὰ πέριξ, ἄνω μὲν
                        ἄχρι <lb/>τῶν κατὰ τὸν ὀμφαλὸν χωρίων, κάτω δὲ μέχρι μέσων μηρῶν.
                        <lb/>ὁρμητικὴ μὲν οὖν ἡ τοιαύτη κρᾶσις ἱκανῶς ἐπ’ ἀφροδίσια, <lb/>τάχιστα δὲ
                        ἐμπιπλαμένη καὶ, εἰ βιάσαιτο, βλαπτομένη. <lb/>συνελθούσης δὲ ὑγρότητος τῇ
                        θερμότητι, λάσιοι μὲν <lb/>ἧττον οἱ τοιοῦτοι, πολύσπερμοι δὲ μᾶλλον, οὐ μὴν
                        ὀρέγονταί <lb/>γε μᾶλλον τῶν ἑτέρων, ἐξαρκοῦσι δ’ ἀβλαβέστερον
                        <lb/>ἀφροδισίοις πλείοσιν. εἰ δ’ ἱκανῶς ἄμφω συναυξηθείη τό <lb/>θ’ ὑγρὸν
                        καὶ θερμὸν, οὐδ’ ἀβλαβῶς ἀπέχονται τῶν ἀφροδισίων. <lb/>εἰ δ’ ὑγρότεροι καὶ
                        ψυχρότεροι τὴν κρᾶσιν οἱ ὄρχεις <lb/>γένοιντο, ψιλὰ τὰ πέριξ τριχῶν, καὶ
                        βραδέως ἀφροδισιάζειν <lb/>ἄρχονται, καὶ οὐδ’ ὁρμητικοὶ πρὸς τὴν ἐνέργειάν
                        <lb/>εἰσιν, ὑδατῶδες δὲ καὶ λεπτὸν αὐτοῖς τὸ σπέρμα καὶ ὀλίγον <lb/>ἐστὶ,
                        καὶ θηλύγονον, καὶ ἄγονον. ἡ ψυχροτέρα δὲ <lb/>καὶ ξηροτέρα κρᾶσις ὁμοία μὲν
                        τἄλλα τῇ προειρημένη <pb n="341"/> κράσει, παχύτερον δ’ αὐτοῖς τὸ σπέρμα,
                        καὶ παντάπασιν <lb/>ὀλίγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Αἱ δ’ ὅλου τοῦ σώματος ἕξεις εἴρηνται <lb/>μέν που καὶ πρόσθεν, ὡς ὁμοιοῦνται
                        καρδίᾳ καὶ ἥπατι· <lb/>κρατεῖ δὲ ἡ ὁμοιότης τοῦ σφοδροτέραν ἔχοντος
                        ἡντιναοῦν <lb/>τῶν πρώτων ποιοτήτων, ἃς δὴ καὶ δραστικὰς ὀνομάζουσιν.
                        <lb/>ὅλου δὲ τοῦ σώματος ἡ ἕξις ἐπ’ ἐκείνων λέγεται μάλιστα <lb/>τῶν μορίων,
                        ὅσα θεωμένοις ὑποπίπτει πρῶτα. μύες δέ <lb/>εἰσιν οὗτοι, πᾶσι τοῖς ὀστοῖς
                        περιβεβλημένοι, σύνθετοί τινες <lb/>σάρκες ἔκ τε τῆς ἁπλῆς τῆς πρώτης
                        σαρκὸς, ἔτι τε <lb/>τῶν ἰνῶν, αἷς αὗται περιπεφύκασιν. ἡ γὰρ οἰκεία τῶν μυῶν
                        <lb/>οὐσία ταῦτ’ ἐστιν ἄμφω. τὰ δ’ εἰς αὐτοὺς ἥκοντα τῶν <lb/>ἀγγείων οἷον
                        ὀχετοί τινές εἰσιν, οὐ συμπληροῦντες αὐτῶν <lb/>τὴν οὐσίαν, ἀλλ’
                        ὑπηρετοῦντες εἰς διαμονήν. εἰρήσεται <lb/>γοῦν καὶ τὰ τῆς τούτων κράσεως
                        γνωρίσματα κατὰ τὴν <lb/>εὔκρατον οἴκησιν. ἐξαλλάττουσι γὰρ αἱ δύσκρατοι τὸ
                        δέρμα, <lb/>καθ’ ἑαυτὰς τυποῦσαι, καὶ διαφθείρουσιν ἔνια τῶν γνωρισμάτων.
                        <lb/>οὕτως δὲ καὶ εἰ κατὰ τὴν εὔκρατον χώραν ὥρᾳ <pb n="342"/> θέρους ἑαυτὸν
                        ἡλίῳ τὶς παραβάλλοι γυμνὸν, ἐξαλλάξει τῶν <lb/>γνωρισμάτων ὅσα κατὰ χρόαν τέ
                        ἐστι καὶ τὴν ἐν μαλακότητι <lb/>καὶ σκληρότητι σύστασιν. εἰ δ’, ὥσπερ
                        εὔκρατόν ἐστι <lb/>τὸ χωρίον, οὕτως καὶ αὐτὸς εὐκράτως διαιτῷτο, μήτ’
                        ἐξοπτώμενος <lb/>ἐν ἡλίῳ· γυμνὸς ἑκάστης ἡμέρας ἐπὶ πλεῖστον, <lb/>ἀλλὰ
                        μήθ’, ὥσπερ ἔνιοι, δίκην παρθένου σκιατραφούμενος, <lb/>ἀκριβῆ τὰ τῆς
                        κράσεως ἐνδείξεται γνωρίσματα. καἰ τοίνυν <lb/>ὡς ἐπὶ τούτων τοῦ λόγου
                        γενησομένου, προσέχωμεν ἤδη τὸν <lb/>νοῦν αὐτῷ. συμμέτρου. κράσεως
                        γνωρίσματα πρὸς ὅλην τοῦ <lb/>ζώου τὴν ἕξιν ἡ χροιὰ μὲν ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ συμμιγής· <lb/>αἱ τρίχες δὲ ξανθαὶ μετρίως καὶ οὖλαι τὰ πολλά·
                        <lb/>συμμετρία δὲ σαρκώσεως ἐν ποσότητί καὶ ποιότητι. μέσον <lb/>γὰρ ἀκριβῶς
                        ἐστι τὸ τοιοῦτον σῶμα πασῶν τῶν ὑπερβολῶν, <lb/>ὡς ἂν καὶ νοουμένων τε καὶ
                        λεγομένων πρὸς αὐτό. καὶ γὰρ <lb/>τὸ παχὺ σῶμα πρὸς τοῦτο λέγεται παχὺ, καὶ
                        τὸ λεπτὸν <lb/>ὡσαύτως πρὸς τοῦτο, πολύσαρκόν τε καὶ ὀλιγόσαρκον, καὶ
                        <lb/>πιμελῶδες, καὶ σκληρὸν, καὶ μαλακὸν, καὶ λάσιον, καὶ <pb n="343"/>
                        ψιλόν. οὐδὲν οὖν τούτων· ἐστὶ τὸ σύμμετρον, <milestone unit="ed2page" n="209"/>ἀλλ’ <lb/>οἷος ὁ Πολυκλείτου κανὼν εἰς ἄκρον ἥκει συμμετρίας
                        ἁπάσης, <lb/>ὡς ψαυόντων μὲν μήτε, μαλακὸν φαίνεσθαι, μήτε <lb/>σκληρὸν,
                        μήτε θερμὸν, μήτε ψυχρὸν, ὁρώντων δὲ μήτε <lb/>λάσιον, μήτε ψιλὸν, μήτε
                        παχὺ, μήτε ἰσχνὸν, ἤ τινα ἑτέραν <lb/>ἔχον ἀμετρίαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ὅσα δὲ τοῦ συμμέτρου θερμότερα μέν ἐστιν, <lb/>οὐ μὴν ὑγρότερά γε, ἢ ξηρότερα
                        κατὰ τὸ σαρκῶδες γένος, <lb/>καὶ ὑπὲρ τούτου γὰρ ὁ ἐνεστηκὼς λόγος, φαίνεται
                        μὲν δήπου <lb/>καὶ ἁπτομένοις θερμότερα τοσοῦτον, ὅσον πέρ ἐστι τῇ
                        <lb/>κράσει θερμότερα. λασιώτερα δὲ τοσοῦτον ἔσται, ὅσον περ <lb/>καὶ
                        θερμότερα, καὶ πιμελῆς ἧττον ἔχοντα, τῇ χροιᾷ δὲ <lb/>ἐξέρυθρα, καὶ
                        μελανότριχα εἶναι. ψυχροτέρας δὲ κράσεως <lb/>σημεῖα τὸ ἄτριχον, τὸ
                        πιμελῶδες, τὸ ψυχρὸν ἁπτομένοις. <lb/>ἡ χροιὰ δ’ αὐτοῖς ἅμα ταῖς θριξὶ
                        πυῤῥοτέρα. πολλῆς δὲ <lb/>τῆς ψύξεως οὔσης, πελιδνή πώς ἔστιν, καὶ καλεῖν
                        ἔθος <lb/>ἐστὶν ἐνίοις τῶν ἰατρῶν τοὺς τοιούτους μολυβδοχρῶτας. ἡ <lb/>δὲ
                        ξηροτέρα κρᾶσις ἰσχνοτέρα τέ ἐστι καὶ σκληροτέρα τῆς <pb n="344"/> εὐκράτου
                        τοσοῦτον, ὅσον περ ἂν ᾖ ξηροτέρα, τὰ δ᾽ ἄλλα <lb/>παραπλήσιος. καὶ ἡ
                        ὑγροτέρα δὲ τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιος, <lb/>εὐσαρκοτέρα δὲ καὶ μαλακωτέρα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Καὶ μὴν καὶ κατὰ συζυγίαν τῶν πρώτων <lb/>ποιοτήτων αἱ δυσκρασίαι γινόμεναι
                        σύνθετον ἔχουσι καὶ <lb/>τὴν τῶν γνωρισμάτων ἰδέαν. ἡ μὲν γὰρ θερμοτέρα καὶ
                        <lb/>ξηροτέρα, λασιωτέρα, καὶ θερμοτέρα, καὶ σκληροτέρα, καὶ <lb/>ἀπίμελός
                        ἐστι, καὶ ἰσχνὴ, καὶ μελανόθριξ. εἰ δὲ ἐπὶ πλέον <lb/>ἥκει θερμότητος, καὶ
                        μελάγχρους. ἡ θερμοτέρα καὶ ὑγροτέρα <lb/>κρᾶσις μαλακωτέρα τε καὶ
                        εὐσαρκοτέρα, καὶ θερμοτέρα <lb/>τῆς ἀρίστης κράσεως εἰς τοσοῦτόν ἐστιν, εἰς
                        ὅσον <lb/>ἀμφοτέραις αὐξηθῇ ταῖς ποιότησιν. ἐπὶ πλεῖστον δὲ αὐξηθεῖσα
                        <lb/>τοῖς σηπεδονώδεσιν ἑτοίμως ἁλίσκεται νοσήμασιν, ὅτι <lb/>καὶ κακόχυμος
                        ἑτοίμως γίγνεται. εἰ δ᾽ ὀλίγῳ μὲν ὑγροτέρα <lb/>εἴη, παμπόλλῳ δὲ θερμοτέρα,
                        καὶ μαλακώτεροι μὲν ὀλίγῳ <lb/>τῶν συμμέτρων οἱ τοιοῦτοι, καὶ σαρκωδέστεροι,
                        λασιώτεροι <lb/>δὲ οὐκ ὀλίγῳ· καὶ μὲν δὴ καὶ ἁπτομένοις οὐκ ὀλίγῳ
                        θερμότεροι. <lb/>μέλαιναι δ᾽ αὐτοῖς αἱ τρίχες, καὶ ἡ σὰρξ ἀπίμελος. <lb/>εἰ
                        δ᾽ ὀλίγῳ μὲν εἴη θερμοτέρα, παμπόλλῳ δὲ <pb n="345"/> ὑγροτέρα, μαλακὴ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ σὰρξ, καὶ πολλὴ, καὶ <lb/>τὸ χρῶμα συμμιγὲς ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ, καὶ ψαυόντων <lb/>ὀλίγῳ θερμότεροι. συλλήβδην δ’ εἰπεῖν ἐπὶ τῶν κατὰ
                        συζυγίαν <lb/>κράσεων, ἀεὶ τῆς ἐπικρατούσης ποιότητος ἐπικρατήσει <lb/>τὰ
                        γνωρίσματα. ἡ ψυχροτέρα δὲ καὶ ὑγροτέρα κρᾶσις, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον μὲν ἀμφοῖν
                        ηὐξημένων, ἄτριχός τέ ἐστι καὶ <lb/>λευκὴ, καὶ μαλακὴ, καὶ παχεῖα, καὶ
                        πιμελώδης. ἐπὶ <lb/>πλεῖον δὲ τὰ μὲν ἄλλα κατὰ ἀναλογίαν τῆς τῶν ποιοτήτων
                        <lb/>αὐξήσεως· ἡ χροιὰ δὲ ἅμα ταῖς θριξὶ πυῤῥὰ, καθάπερ γε <lb/>καὶ εἰ ἐπὶ
                        πλεῖστον ἀμφοῖν ηὐξημένων πελιδνή. εἰ δ’ ἄνισος <lb/>ἡ αὔξησις εἴη τῶν
                        ποιοτήτων, ἐπικρατήσει τὰ τῆς μᾶλλον <lb/>ηὐξημένης ἴδια. εἰ δὲ τὸ ψυχρὸν
                        ἅμα τῷ ξηρῷ κατ’ <lb/>ἴσον αὐξηθείη, φύσει σκληρὸν καὶ ἰσχνὸν ἴσχουσι τὸ
                        σῶμα, <lb/>καὶ ἄτριχον, ἁπτομένοις δὲ ψυχρόν. ἡ πιμελὴ δὲ ὅμως <lb/>αὐτοῖς,
                        καίτοι γε ἰσχνοῖς οὖσι, παρέσπαρται τῇ σαρκί. τὰ <lb/>δὲ τῶν τριχῶν καὶ τῆς
                        χροιᾶς ἀνάλογον τῷ μέτρῳ τῆς <lb/>ψυχρότητος. <milestone unit="ed2page" n="210"/>μεταπεσούσης δὲ τῆς θερμῆς καὶ ξηρᾶς <lb/>κράσεως ἐν τῷ χρόνῳ
                        τῆς παρακμῆς εἰς τὴν ξηράν τε καὶ <pb n="346"/> ψυχρὰν, ἡ ἕξις τῶν τοιούτων
                        ἰσχνὴ καὶ σκληρὰ, μελαγχολικὴ <lb/>δέ ἐστι καὶ διὰ τοῦτο μέλαινά τε ἅμα καὶ
                        δασεῖα. κρατούσης <lb/>δὲ τῆς ἑτέρας τῶν ποιοτήτων παρὰ πολὺ, τῆς δ’
                        <lb/>ἑτέρας ὀλίγον τι τοῦ συμμέτρου παραλλαττούσης, ἐπικρατήσει <lb/>μὲν τὰ
                        τῆς ἐπικρατούσης, ἀμυδρὰ δὲ ἔσται τὰ τῆς ἑτέρας <lb/>γνωρίσματα. <milestone unit="ed1page" n="478"/>ἐπὶ πᾶσι δὲ τοῖς εἰρημένοις τε καὶ <lb/>μέλλουσι
                        λέγεσθαι κοινὸν γνώρισμα κράσεως, εἰ μὲν <lb/>εὔψυκτον εἴη τὸ μόριον, ἤτοι
                        ψυχρότητος, ἢ ἀραιότητος, <lb/>εἰ δὲ δύσψυκτον, ἤτοι θερμότητος, ἢ
                        πυκνότητος, εἰ δ’ <lb/>ὑπὸ τῶν ξηραινόντων βλάπτοιτο, αὐχμηρόν τε, καὶ
                        ξηρὸν, <lb/>καὶ δυσκίνητον γένοιτο, ξηρότητος, ὥσπερ γε καὶ εἰ βαρύνοιτο
                        <lb/>πρὸς τῶν ὑγραινόντων, ὑγρότητος. ἐπιβλέπειν δὲ καὶ <lb/>εἰ ὡσαύτως
                        ἀλλήλοις ἅπαντες οἱ μύες, ἢ οὐχ ὡσαύτως κέκρανται, <lb/>συνεπισκοπούμενον ἐν
                        ἅπασι πηλικότητα τῶν ὑποβεβλημένων <lb/>ὀστῶν. ἐνίοτε γοῦν ἰσχνότερον εἶναι
                        δοκεῖ τὸ <lb/>μέρος, οὐκ ὂν ἰσχνότερον, ὅσον ἐπὶ τοῖς μυσὶ, διὰ δὲ τὴν
                        <lb/>στενότητα τῶν ὀστῶν τοιοῦτον φανταζόμενον. οὕτως δὲ καὶ <lb/>παχύτερον
                        ἐνίοις εἶναι δοκεῖ πολλάκις, οὐ διὰ τὴν εὐρύτητα <pb n="347"/> τῶν ὀστῶν,
                        ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς σαρκὸς πλῆθος, ἥτις αὐξανομένη <lb/>τε καὶ μειουμένη,
                        σκληροτέρα τε καὶ μαλακωτέρα γενομένη, <lb/>ξηρότερον ἢ ὑγρότερον ἀποφαίνει
                        τὸ μόριον. ἡ μὲν <lb/>οὖν ὀλίγη τε καὶ σκληρὰ, τὸ ξηρότερον· ἡ πολλὴ δὲ καὶ
                        <lb/>ἡ μαλακὴ; τὸ ὑγρότερον. οὕτω δὲ καὶ αἱ μεταξὺ χῶραι <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν
                        σωμάτων, ἤτοι πλέον ὑγρὸν ἐν αὐταῖς, <lb/>ἢ ἔλαττον περιέχουσαι, καὶ ἤτοι
                        παχύτερον, ἢ λεπτότερον, <lb/>ἢ ὑγρότερον, ἢ ξηρότερον ἀποφαίνει τὸ μόριον·
                        <lb/>ὑγρότερον μὲν, ἔνθα λεπτοτέρα τε καὶ πλείων ἐστὶν ἡ ὑγρότης,
                        <lb/>ξηρότερον δὲ, ὅπου παχυτέρα τε ἅμα καὶ ἐλάττων. <lb/>αὐτὰ μὲν γὰρ τὰ
                        στερεὰ τοῦ σώματος μόρια, τὰ ὄντως <lb/>στερεὰ καὶ πρῶτα, κατ’ οὐδένα τρόπον
                        οἷόν τέ ἐστιν ὑγρότερα <lb/>ποιεῖν, ἀλλ’ ἱκανὸν, εἰ κωλύει τις αὐτὰ μὴ διὰ
                        ταχέων <lb/>ξηραίνεσθαι, τὰς δὲ διαλαμβανούσας αὐτὰ χώρας <lb/>ἔνεστι
                        πληροῦν ὑγρότητος, ἤτοι τοίας, ἢ τοίας. τοιαύτη <lb/>δέ ἐστιν ἡ οἰκεία τροφὴ
                        τῶν ὁμοιομερῶν ἐκ παραθέσεως; <lb/>οὐ δι’ ἀγγείων ἑλκομένη. κοινὸς δὲ καὶ
                        οὗτος ὁ λόγος <lb/>ἁπάντων ἐστὶ τῶν μορίων, καὶ ῥηθήσεται καὶ αὗθις ἐν <pb n="348"/> τῇ τῶν ὑγιεινῶν καὶ νοσωδῶν αἰτίων διδασκαλίᾳ. νυνὶ <lb/>δὲ
                        τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Γαστρὸς γνωρίσματα, τῆς μὲν φύσει ξηροτέρας, <lb/>εἰ ταχέως διψώδεις
                        γίγνοιντο, καὶ ὀλίγον αὐτοῖς ἀρκοίη <lb/>ποτὸν, καὶ βαρύνοιντο τῷ πλείονι,
                        καὶ κλύδωνας <lb/>ἴσχοιεν, ἢ ἐπιπολάζοι τὸ περιττεῦον αὐτοῖς, ἐδέσμασί τε
                        <lb/>χαίροιεν ξηροτέροις· ὑγροτέρας δὲ, εἰ μήτε διψώδεις γίγνοιντο, <lb/>καὶ
                        τὸ πλεῖον ὑγρὸν ἀλύπως φέροιεν, ἐδέσμασί τε <lb/>χαίροιεν ὑγροτέροις. ἡ δὲ
                        θερμοτέρα φύσει γαστὴρ πέττει <lb/>μὲν ἄμεινον, ἢ ὀρέγεται, καὶ πολὺ μᾶλλον
                        ὅσα σκληρὰ φύσει <lb/>καὶ δυσαλλοίωτα· διαφθείρεται γὰρ ἐν αὐτῇ τὰ
                        εὐαλλοίωτα· <lb/>χαίρουσα δὲ τοῖς θερμοῖς ἐδέσμασί τε καὶ πόμασιν, <lb/>οὐδ’
                        ὑπὸ τῶν ψυχρῶν οὐδὲν βλάπτεται, κατά γε τὴν ἔμμετρον <lb/>χρῆσιν. ἡ δὲ
                        ψυχροτέρα φύσει γαστὴρ, ὀρεχθῆναι μὲν <lb/>ἀγαθὴ, πέψαι δὲ οὐκ ἀγαθὴ, καὶ
                        μάλιστα ὅσα δυσαλλοίωτα <lb/>καὶ ψυχρὰ τῶν ἐδεσμάτων ἐστίν. ὀξύνεται γοῦν
                        <lb/>ἑτοίμως ἐν αὐτῇ. διὰ τοῦτο καὶ ὀξυρεγμιώδης ἐστὶν ἡ <pb n="349"/>
                        τοιαύτη γαστὴρ, καὶ χαίρει μὲν τοῖς ψυχροῖς, βλάπτεται δὲ <lb/>ῥᾳδίως
                        ἀμετρότερον χρησαμένη. οὕτως <milestone unit="ed2page" n="211"/>δὲ καὶ τῶν
                        <lb/>ἔξωθεν αὐτῇ προσπιπτόντων ψυχρῶν οὐ φέρει τὴν πολυχρόνιον <lb/>ὁμιλίαν,
                        ὥσπερ οὐδ’ ἡ θερμὴ τῶν θερμῶν. αἱ <lb/>μέντοι διὰ νόσον ἐν τῇ γαστρὶ
                        δυσκρασίαι ταύτῃ διαφέρουσι <lb/>τῶν ἐμφύτων, ᾗ τῶν ἐναντίων ἐπιθυμοῦσιν, οὐ
                        τῶν <lb/>ὁμοίων, ὥσπερ αἱ σύμφυτοι. αἱ δὲ κατὰ συζυγίαν ἐν τῇ <lb/>γαστρὶ
                        δυσκρασίαι διὰ τῆς τῶν ἁπλῶν γνωρισθήσονται <lb/>συνθέσεως. ἀκριβῶς δὲ χρὴ
                        προσέχειν τὸν νοῦν τοῖς εἰρημένοις, <lb/>διακρίνοντας αὐτὰ τῶν ῥηθησομένων.
                        οὐ μόνον <lb/>γὰρ ἡ κοιλία διψώδεις τε καὶ ἀδίψους ἐργάζεται, καὶ ψυχροῦ
                        <lb/>καὶ θερμοῦ πόματος ὀρεκτικοὺς, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ <lb/>τὸν θώρακα
                        σπλάγχνα, καρδία καὶ πνεύμων. ἀλλ’ οἵ γε <lb/>διὰ τὴν τούτων θερμότητα
                        διψῶντες εἰσπνέουσί τε πλέον, <lb/>ἐκφυσῶσί τε μακρὸν, αἰσθάνονταί τε κατὰ
                        τὸν θώρακα τοῦ <lb/>καύματος, οὐχ ὥσπερ οἱ διὰ τὴν γαστέρα κατὰ τὰ
                        ὑποχόνδρια. <lb/>καὶ μὲν δὴ πίνοντες οὐκ εὐθέως ἡσυχάζουσι, καὶ τὸ
                        <lb/>ψυχρὸν πόμα ἵστησιν αὐτῶν μᾶλλον τὴν δίψαν, ἤπερ τὸ <pb n="350"/> πολὺ
                        θερμόν. ἀναψύχει δὲ αὐτοὺς καὶ ὁ ψυχρὸς ἀὴρ εἰσπνεόμενος, <lb/>οὐδὲν
                        ἐπικουφίζων τοὺς ἐκ γαστρὸς διψώδεις. <lb/>οὕτως δὲ καὶ οἱ ἐναντίως ἔχοντες
                        ὑπὸ τῆς ψυχρᾶς εἰσπνοῆς <lb/>αἰσθητῶς ἀνιῶνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Καὶ μέγιστόν ἐστι τοῦτο γνώρισμα τῆς ἐν <lb/>πνεύμονι ψυχρότητος. ὥσπερ δὲ
                        εἰσπνέοντες ψυχρὸν αἰσθάνονται <lb/>σαφῶς ἀνίας τε καὶ ψύξεως, οὕτως τὸ
                        θερμὸν <lb/>αὐτοῖς ἐστι φίλιον. ἀλλὰ καὶ φλεγματικὰ περιττώματα χρεμπτόμενοι
                        <lb/>ἅμα καὶ μετὰ βηχὸς ἀναπτύουσιν. αἱ ξηρότητες <lb/>δὲ τοῦ πνεύμονος
                        ἀπέριττοί τέ εἰσι καὶ καθαραὶ τῷ φλέγματι, <lb/>καὶ λαμπρὰν ἔχουσι τὴν
                        φωνὴν, καθάπερ αἱ ὑγρότητες <lb/>τὸ ἐναντίον ἀλαμπῆ μὲν ἐργάζονται καὶ
                        βραγχώδη <lb/>τὴν φωνὴν, ἐντρέχει δ’ αὐτοῖς περιττώματα, μεῖζόν τε καὶ
                        <lb/>ὀξύτερον φθέγξασθαι προελομένοις. οὐ μὴν αὐτό γε τὸ τῆς <lb/>φωνῆς
                        μέγεθος ὑπὸ τῆς θερμότητος αὐτῆς, ὥσπερ οὐδ’ ἡ <lb/>σμικρότης ὑπὸ τῆς
                        ψυχρότητος, γίνεται· ἀλλὰ τὸ μὲν εὐρύτητι <lb/>τῆς τραχείας ἀρτηρίας,
                        ἐκφυσήσει τε σφοδροτέρᾳ, σμικρότης <lb/>δὲ τοῖς ἐναντίοις ἀκολουθεῖ. ὥστε
                        οὔτε διὰ παντὸς, οὔτε <lb/>πρώτως, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός τε καὶ μόναις ταῖς
                        συμφύτοις <pb n="351"/> κράσεσι, οὐ ταῖς ἐπικτήτοις, ἕπεται τὸ τῆς φωνῆς
                        μέγεθός <lb/>τε καὶ ἡ σμικρότης. ὅτι μὲν γὰρ τοιάδε τὰ ὄργανα διὰ <lb/>τὴν
                        κρᾶσιν ἐγένετο, τοῖς τοιούτοις δὲ ἕπεται τοιάδε φωνὴ, ἐκ <lb/>φωνῆς διὰ
                        τοῦτο ἔνεστι περὶ τῆς συμφύτου κράσεως συλλογίζεσθαι. <lb/>καὶ γὰρ ἡ λεία
                        φωνὴ λειότητι τῆς ἀρτηρίας <lb/>ἕπεται, καθάπερ ἡ τραχεῖα τραχύτητι. λειότης
                        μὲν οὖν ἀρτηρίας <lb/>συμμετρίᾳ κράσεως ἕπεται, τραχύτης δὲ ξηρότητι.
                        <lb/>τραχύτης μὲν γὰρ ἐπὶ ἀνωμαλίᾳ, κατὰ ξηρὸν σῶμα. τὴν <lb/>δὲ ἀρτηρίαν
                        ἐργάζεται σκληρὰν μὲν ἡ τῶν ὁμοιομερῶν αὐτῆς <lb/>μορίων ξηρότης, ἀνώμαλον
                        δὲ ἡ τῆς παρεσπαρμένης <lb/>τούτοις ὑγρότητος ἔνδεια. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν
                        τρόπον οὔτε <lb/>ἡ ὀξεῖα φύσει φωνὴ χωρὶς στενότητος φάρυγγος, οὔθ’ ἡ
                        <lb/>βαρεῖα χωρὶς εὐρύτητος δύναται γίνεσθαι. στενότης μὲν <lb/>οὗν ἐμφύτου
                        ψυχρότητος ἔκγονός ἐστιν, εὐρύτης δὲ θερμότητος. <lb/>ἀνάλογον δὲ ταῖς
                        φυσικαῖς διαφοραῖς τῶν φωνῶν <lb/>αἱ κατὰ πάθος ἐπιτελοῦνται, γνωρίσματα καὶ
                        αὗται γινόμεναι <lb/>τῶν ἐργαζομένων αἰτίων, ὑπὲρ ὧν αὐτάρκως ἐν τοῖς
                        <lb/>περὶ φωνῆς διώρισται. τὰ δ’ ἄλλα μόρια τοῦ ζώου τὰ <pb n="352"/> ἐντὸς
                        ἀμυδρὰ τῆς κράσεως ἔχει τὰ γνωρίσματα. πειρατέον <lb/>δὲ ὅμως αὐτὰ διά τε
                        τῶν ὠφελούντων καὶ βλαπτόντων <lb/>διαγινώσκειν, ἔτι τε κατὰ τὰς τῶν φυσικῶν
                            <milestone unit="ed2page" n="212"/>δυνάμεων <lb/>ἐνεργείας. εἴρηται δὲ
                        ἐν τῷ τρίτῳ περὶ τῶν ἐν τοῖς <lb/>συμπτώμασιν αἰτίων, ὡς ἥτις ἑκάστης
                        δυνάμεως ἀρετῇ τε <lb/>καὶ κακίᾳ, ἡ προηγουμένη κρᾶσίς ἐστιν. τὰ μὲν οὖν τῶν
                        <lb/>κράσεων γνωρίσματα καὶ ἤδη λέλεκται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Τὰ δὲ περὶ τὸ μέγεθος ἤτοι τὴν διάπλασιν, <lb/>ἢ τὸν ἀριθμὸν, ἢ τὴν θέσιν
                        ἐσφαλμένα, ὅσα μὲν <lb/>ὑποπίπτει ταῖς αἰσθήσεσιν, γνωρισθῆναι ῥᾴδιον. τῶν
                        δ’ <lb/>οὐχ ὑποπιπτόντων τὰ μὲν δύσγνωστα, τὰ δὲ ἄγνωστά ἐστιν. <lb/>τὸ μὲν
                        οὖν τῆς κεφαλῆς μέγεθός τε καὶ σχῆμα, καὶ σὺν <lb/>αὐτῇ τὸ τοῦ ἐγκεφάλου
                        πρόδηλόν τέ ἐστι καὶ πρόσθεν <lb/>εἴρηται. κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ τὸ τοῦ θώρακος·
                        οὕτως δὲ <lb/>καὶ ὅσα κατ’ ὠμοπλάτας, ἢ ὤμους, ἢ βραχίονας, ἢ πήχεις, <lb/>ἢ
                        ἄκρας χεῖρας, ἢ ἰσχίον, ἢ μηρὸν, ἢ κνήμην, ἢ <lb/>πόδας, οὐ χαλεπὸν
                        διαγινώσκειν, ἄν τε κατὰ τὴν διάπλασιν <lb/>ἐσφαλμένον ᾖ τι τῶν τοιούτων, ἄν
                        τε κατὰ τὺ μέγεθος, <pb n="353"/>
                        <milestone unit="ed1page" n="479"/>ἄν τε κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἢ τὴν σύνθεσιν
                        τῶν συντιθέντων <lb/>αὐτά. πρόδηλοι δὲ καὶ αἱ τῆς ἐνεργείας ἐφ’ ἑκάστου
                        <lb/>βλάβαι. τὰ δ’ ἐντὸς τοῦ σώματος οὐ πάντα διαγνωσθῆναι <lb/>δυνατόν.
                        γαστέρα μὲν γάρ τινος οὕτω σμικράν τε καὶ <lb/>στρογγύλην, καὶ προπετῆ κατὰ
                        τὸ ὑποχόνδριον ἐθεασάμην, <lb/>ὡς ἐναργῶς φαίνεσθαι κατὰ περιγραφὴν ἰδίαν
                        ὁρῶσί τε <lb/>καὶ ἁπτομένοις. οὕτω δὲ καὶ κύστιν τινὸς ἐθεασάμην
                        <lb/>ἐγκειμένην τε καὶ σμικρὰν, ὥστ’, εἴ ποτε χρονίσειε περὶ τὴν
                        <lb/>ἔκκρισιν τῶν οὔρων, ὄγκος ἐφαίνετο περιγεγραμμένος ἐναργῶς. <lb/>οὐ μὴν
                        τῶν ἄλλων τι τῶν ἐντὸς ἐναργῆ διάγνωσιν <lb/>παρέσχε μοί ποτε. πειρᾶσθαι
                        μέντοι χρὴ διαγινώσκειν, ὡς <lb/>οἷόν τέ ἐστιν, ἀρετήν τε καὶ κακίαν αὐτῶν,
                        εἰ καὶ μὴ κατ’ <lb/>ἐπιστήμην βεβαίαν, ἀλλ’ οὗν κατὰ στοχασμόν τινα
                        τεχνικὸν, <lb/>οἶον εἰ οὕτως ἔτυχεν ἐπὶ ἥπατος. εἶδον γάρ τινας ἤδη <lb/>καὶ
                        πολλοὺς στενὰς μὲν φλέβας ἔχοντας. ἄχρουν δὲ τὸ <lb/>σύμπαν σῶμα, καὶ εἰ
                        βραχὺ πλείω προσηνέγκαντο τροφῆς, <lb/>καὶ μᾶλλον εἰ φυσώδη, καὶ παχέα, καὶ
                        γλίσχρα, τοὺς μὲν <pb n="354"/> ὥσπερ τινὸς βάρους ἐγκειμένου καὶ
                        κρεμαμένου, κατὰ τὸ <lb/>δεξιὸν ὑποχόνδριον αἰσθανομένους ἐν βάθει, τοὺς δὲ
                        μετὰ <lb/>τάσεως ὀδυνώδους. ἐπὶ τούτων οὖν εἰκός ἐστι καὶ μικρὸν <lb/>εἶναι
                        τὸ ἧπαρ, καὶ στενὸν ταῖς διεξόδοις. ἕτερον δὲ ἐθεασάμην <lb/>φλεγματικὸν μὲν
                        ὅλην τὴν ἕξιν, ἐμοῦντα δὲ ἑκάστης <lb/>ἡμέρας χολὴν ὠχράν. ἔγνων οὖν χρῆναι
                        καὶ τὰ διαχωρήματα <lb/>αὐτοῦ θεάσασθαι, καὶ ὀλιγοστὸν εἶχε χολῆς.
                        ἐτεκμηράμην <lb/>οὖν τούτῳ τὸν τὸ χολῶδες ὑγρὸν ἐξοχετεύοντα πόρον οὐ
                        <lb/>μικρὰν ἑαυτοῦ μοῖραν εἰς τὸν πυλωρὸν τῆς γαστρὸς ἀποπέμπειν, <lb/>ὡς
                        ἐπ’ ἐνίων φαίνεται ζώων. ἐξ ὧν δῆλον, ὡς <lb/>ἐν τοῖς ἀδήλοις τῇ αἰσθήσει
                        μεγάλα συντελεῖ πρὸς διάγνωσιν <lb/>ἥ τε τῶν ἐξ ἀνατομῆς φαινομένων γνῶσις,
                        ἥ τε <lb/>τῶν ἐνεργειῶν τε καὶ τῶν χρειῶν εὕρεσις. ὅστις οὖν διαγνωστικὸς
                        <lb/>εἶναι βούλεται τῶν ὡς εἴρηται νῦν ἐσφαλμένων σωμάτων, <lb/>ἐν ταῖς
                        ἀνατομαῖς αὑτὸν γυμναστέον ἐστὶ, κᾀν ταῖς <lb/>τῶν ἐνεργειῶν τε καὶ χρειῶν
                        εὑρέσεσι. γέγραπται δὲ ὑπὲρ <lb/>πάντων ἰδίᾳ καθ’ ἑτέρας πραγματείας, ὑπὲρ
                        ὧν ἐπὶ τελευτῇ <pb n="355"/> τοῦ λόγου παντὸς εἰρήσεται, χάριν τοῦ γινώσκειν
                        τοὺς <lb/>φιλομαθεῖς ἕκαστον ὧν ἂν ὀρεχθῶσι μαθεῖν, ἐκ ποίας μάλιστα
                        <lb/>πραγματείας ἀναλέγεσθαι χρή. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>