<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1:16-17</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1:16-17</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Καὶ μὴν καὶ κατὰ συζυγίαν τῶν πρώτων <lb/>ποιοτήτων αἱ δυσκρασίαι γινόμεναι
                        σύνθετον ἔχουσι καὶ <lb/>τὴν τῶν γνωρισμάτων ἰδέαν. ἡ μὲν γὰρ θερμοτέρα καὶ
                        <lb/>ξηροτέρα, λασιωτέρα, καὶ θερμοτέρα, καὶ σκληροτέρα, καὶ <lb/>ἀπίμελός
                        ἐστι, καὶ ἰσχνὴ, καὶ μελανόθριξ. εἰ δὲ ἐπὶ πλέον <lb/>ἥκει θερμότητος, καὶ
                        μελάγχρους. ἡ θερμοτέρα καὶ ὑγροτέρα <lb/>κρᾶσις μαλακωτέρα τε καὶ
                        εὐσαρκοτέρα, καὶ θερμοτέρα <lb/>τῆς ἀρίστης κράσεως εἰς τοσοῦτόν ἐστιν, εἰς
                        ὅσον <lb/>ἀμφοτέραις αὐξηθῇ ταῖς ποιότησιν. ἐπὶ πλεῖστον δὲ αὐξηθεῖσα
                        <lb/>τοῖς σηπεδονώδεσιν ἑτοίμως ἁλίσκεται νοσήμασιν, ὅτι <lb/>καὶ κακόχυμος
                        ἑτοίμως γίγνεται. εἰ δ᾽ ὀλίγῳ μὲν ὑγροτέρα <lb/>εἴη, παμπόλλῳ δὲ θερμοτέρα,
                        καὶ μαλακώτεροι μὲν ὀλίγῳ <lb/>τῶν συμμέτρων οἱ τοιοῦτοι, καὶ σαρκωδέστεροι,
                        λασιώτεροι <lb/>δὲ οὐκ ὀλίγῳ· καὶ μὲν δὴ καὶ ἁπτομένοις οὐκ ὀλίγῳ
                        θερμότεροι. <lb/>μέλαιναι δ᾽ αὐτοῖς αἱ τρίχες, καὶ ἡ σὰρξ ἀπίμελος. <lb/>εἰ
                        δ᾽ ὀλίγῳ μὲν εἴη θερμοτέρα, παμπόλλῳ δὲ <pb n="345"/> ὑγροτέρα, μαλακὴ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ σὰρξ, καὶ πολλὴ, καὶ <lb/>τὸ χρῶμα συμμιγὲς ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ, καὶ ψαυόντων <lb/>ὀλίγῳ θερμότεροι. συλλήβδην δ’ εἰπεῖν ἐπὶ τῶν κατὰ
                        συζυγίαν <lb/>κράσεων, ἀεὶ τῆς ἐπικρατούσης ποιότητος ἐπικρατήσει <lb/>τὰ
                        γνωρίσματα. ἡ ψυχροτέρα δὲ καὶ ὑγροτέρα κρᾶσις, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον μὲν ἀμφοῖν
                        ηὐξημένων, ἄτριχός τέ ἐστι καὶ <lb/>λευκὴ, καὶ μαλακὴ, καὶ παχεῖα, καὶ
                        πιμελώδης. ἐπὶ <lb/>πλεῖον δὲ τὰ μὲν ἄλλα κατὰ ἀναλογίαν τῆς τῶν ποιοτήτων
                        <lb/>αὐξήσεως· ἡ χροιὰ δὲ ἅμα ταῖς θριξὶ πυῤῥὰ, καθάπερ γε <lb/>καὶ εἰ ἐπὶ
                        πλεῖστον ἀμφοῖν ηὐξημένων πελιδνή. εἰ δ’ ἄνισος <lb/>ἡ αὔξησις εἴη τῶν
                        ποιοτήτων, ἐπικρατήσει τὰ τῆς μᾶλλον <lb/>ηὐξημένης ἴδια. εἰ δὲ τὸ ψυχρὸν
                        ἅμα τῷ ξηρῷ κατ’ <lb/>ἴσον αὐξηθείη, φύσει σκληρὸν καὶ ἰσχνὸν ἴσχουσι τὸ
                        σῶμα, <lb/>καὶ ἄτριχον, ἁπτομένοις δὲ ψυχρόν. ἡ πιμελὴ δὲ ὅμως <lb/>αὐτοῖς,
                        καίτοι γε ἰσχνοῖς οὖσι, παρέσπαρται τῇ σαρκί. τὰ <lb/>δὲ τῶν τριχῶν καὶ τῆς
                        χροιᾶς ἀνάλογον τῷ μέτρῳ τῆς <lb/>ψυχρότητος. <milestone unit="ed2page" n="210"/>μεταπεσούσης δὲ τῆς θερμῆς καὶ ξηρᾶς <lb/>κράσεως ἐν τῷ χρόνῳ
                        τῆς παρακμῆς εἰς τὴν ξηράν τε καὶ <pb n="346"/> ψυχρὰν, ἡ ἕξις τῶν τοιούτων
                        ἰσχνὴ καὶ σκληρὰ, μελαγχολικὴ <lb/>δέ ἐστι καὶ διὰ τοῦτο μέλαινά τε ἅμα καὶ
                        δασεῖα. κρατούσης <lb/>δὲ τῆς ἑτέρας τῶν ποιοτήτων παρὰ πολὺ, τῆς δ’
                        <lb/>ἑτέρας ὀλίγον τι τοῦ συμμέτρου παραλλαττούσης, ἐπικρατήσει <lb/>μὲν τὰ
                        τῆς ἐπικρατούσης, ἀμυδρὰ δὲ ἔσται τὰ τῆς ἑτέρας <lb/>γνωρίσματα. <milestone unit="ed1page" n="478"/>ἐπὶ πᾶσι δὲ τοῖς εἰρημένοις τε καὶ <lb/>μέλλουσι
                        λέγεσθαι κοινὸν γνώρισμα κράσεως, εἰ μὲν <lb/>εὔψυκτον εἴη τὸ μόριον, ἤτοι
                        ψυχρότητος, ἢ ἀραιότητος, <lb/>εἰ δὲ δύσψυκτον, ἤτοι θερμότητος, ἢ
                        πυκνότητος, εἰ δ’ <lb/>ὑπὸ τῶν ξηραινόντων βλάπτοιτο, αὐχμηρόν τε, καὶ
                        ξηρὸν, <lb/>καὶ δυσκίνητον γένοιτο, ξηρότητος, ὥσπερ γε καὶ εἰ βαρύνοιτο
                        <lb/>πρὸς τῶν ὑγραινόντων, ὑγρότητος. ἐπιβλέπειν δὲ καὶ <lb/>εἰ ὡσαύτως
                        ἀλλήλοις ἅπαντες οἱ μύες, ἢ οὐχ ὡσαύτως κέκρανται, <lb/>συνεπισκοπούμενον ἐν
                        ἅπασι πηλικότητα τῶν ὑποβεβλημένων <lb/>ὀστῶν. ἐνίοτε γοῦν ἰσχνότερον εἶναι
                        δοκεῖ τὸ <lb/>μέρος, οὐκ ὂν ἰσχνότερον, ὅσον ἐπὶ τοῖς μυσὶ, διὰ δὲ τὴν
                        <lb/>στενότητα τῶν ὀστῶν τοιοῦτον φανταζόμενον. οὕτως δὲ καὶ <lb/>παχύτερον
                        ἐνίοις εἶναι δοκεῖ πολλάκις, οὐ διὰ τὴν εὐρύτητα <pb n="347"/> τῶν ὀστῶν,
                        ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς σαρκὸς πλῆθος, ἥτις αὐξανομένη <lb/>τε καὶ μειουμένη,
                        σκληροτέρα τε καὶ μαλακωτέρα γενομένη, <lb/>ξηρότερον ἢ ὑγρότερον ἀποφαίνει
                        τὸ μόριον. ἡ μὲν <lb/>οὖν ὀλίγη τε καὶ σκληρὰ, τὸ ξηρότερον· ἡ πολλὴ δὲ καὶ
                        <lb/>ἡ μαλακὴ; τὸ ὑγρότερον. οὕτω δὲ καὶ αἱ μεταξὺ χῶραι <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν
                        σωμάτων, ἤτοι πλέον ὑγρὸν ἐν αὐταῖς, <lb/>ἢ ἔλαττον περιέχουσαι, καὶ ἤτοι
                        παχύτερον, ἢ λεπτότερον, <lb/>ἢ ὑγρότερον, ἢ ξηρότερον ἀποφαίνει τὸ μόριον·
                        <lb/>ὑγρότερον μὲν, ἔνθα λεπτοτέρα τε καὶ πλείων ἐστὶν ἡ ὑγρότης,
                        <lb/>ξηρότερον δὲ, ὅπου παχυτέρα τε ἅμα καὶ ἐλάττων. <lb/>αὐτὰ μὲν γὰρ τὰ
                        στερεὰ τοῦ σώματος μόρια, τὰ ὄντως <lb/>στερεὰ καὶ πρῶτα, κατ’ οὐδένα τρόπον
                        οἷόν τέ ἐστιν ὑγρότερα <lb/>ποιεῖν, ἀλλ’ ἱκανὸν, εἰ κωλύει τις αὐτὰ μὴ διὰ
                        ταχέων <lb/>ξηραίνεσθαι, τὰς δὲ διαλαμβανούσας αὐτὰ χώρας <lb/>ἔνεστι
                        πληροῦν ὑγρότητος, ἤτοι τοίας, ἢ τοίας. τοιαύτη <lb/>δέ ἐστιν ἡ οἰκεία τροφὴ
                        τῶν ὁμοιομερῶν ἐκ παραθέσεως; <lb/>οὐ δι’ ἀγγείων ἑλκομένη. κοινὸς δὲ καὶ
                        οὗτος ὁ λόγος <lb/>ἁπάντων ἐστὶ τῶν μορίων, καὶ ῥηθήσεται καὶ αὗθις ἐν <pb n="348"/> τῇ τῶν ὑγιεινῶν καὶ νοσωδῶν αἰτίων διδασκαλίᾳ. νυνὶ <lb/>δὲ
                        τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Γαστρὸς γνωρίσματα, τῆς μὲν φύσει ξηροτέρας, <lb/>εἰ ταχέως διψώδεις
                        γίγνοιντο, καὶ ὀλίγον αὐτοῖς ἀρκοίη <lb/>ποτὸν, καὶ βαρύνοιντο τῷ πλείονι,
                        καὶ κλύδωνας <lb/>ἴσχοιεν, ἢ ἐπιπολάζοι τὸ περιττεῦον αὐτοῖς, ἐδέσμασί τε
                        <lb/>χαίροιεν ξηροτέροις· ὑγροτέρας δὲ, εἰ μήτε διψώδεις γίγνοιντο, <lb/>καὶ
                        τὸ πλεῖον ὑγρὸν ἀλύπως φέροιεν, ἐδέσμασί τε <lb/>χαίροιεν ὑγροτέροις. ἡ δὲ
                        θερμοτέρα φύσει γαστὴρ πέττει <lb/>μὲν ἄμεινον, ἢ ὀρέγεται, καὶ πολὺ μᾶλλον
                        ὅσα σκληρὰ φύσει <lb/>καὶ δυσαλλοίωτα· διαφθείρεται γὰρ ἐν αὐτῇ τὰ
                        εὐαλλοίωτα· <lb/>χαίρουσα δὲ τοῖς θερμοῖς ἐδέσμασί τε καὶ πόμασιν, <lb/>οὐδ’
                        ὑπὸ τῶν ψυχρῶν οὐδὲν βλάπτεται, κατά γε τὴν ἔμμετρον <lb/>χρῆσιν. ἡ δὲ
                        ψυχροτέρα φύσει γαστὴρ, ὀρεχθῆναι μὲν <lb/>ἀγαθὴ, πέψαι δὲ οὐκ ἀγαθὴ, καὶ
                        μάλιστα ὅσα δυσαλλοίωτα <lb/>καὶ ψυχρὰ τῶν ἐδεσμάτων ἐστίν. ὀξύνεται γοῦν
                        <lb/>ἑτοίμως ἐν αὐτῇ. διὰ τοῦτο καὶ ὀξυρεγμιώδης ἐστὶν ἡ <pb n="349"/>
                        τοιαύτη γαστὴρ, καὶ χαίρει μὲν τοῖς ψυχροῖς, βλάπτεται δὲ <lb/>ῥᾳδίως
                        ἀμετρότερον χρησαμένη. οὕτως <milestone unit="ed2page" n="211"/>δὲ καὶ τῶν
                        <lb/>ἔξωθεν αὐτῇ προσπιπτόντων ψυχρῶν οὐ φέρει τὴν πολυχρόνιον <lb/>ὁμιλίαν,
                        ὥσπερ οὐδ’ ἡ θερμὴ τῶν θερμῶν. αἱ <lb/>μέντοι διὰ νόσον ἐν τῇ γαστρὶ
                        δυσκρασίαι ταύτῃ διαφέρουσι <lb/>τῶν ἐμφύτων, ᾗ τῶν ἐναντίων ἐπιθυμοῦσιν, οὐ
                        τῶν <lb/>ὁμοίων, ὥσπερ αἱ σύμφυτοι. αἱ δὲ κατὰ συζυγίαν ἐν τῇ <lb/>γαστρὶ
                        δυσκρασίαι διὰ τῆς τῶν ἁπλῶν γνωρισθήσονται <lb/>συνθέσεως. ἀκριβῶς δὲ χρὴ
                        προσέχειν τὸν νοῦν τοῖς εἰρημένοις, <lb/>διακρίνοντας αὐτὰ τῶν ῥηθησομένων.
                        οὐ μόνον <lb/>γὰρ ἡ κοιλία διψώδεις τε καὶ ἀδίψους ἐργάζεται, καὶ ψυχροῦ
                        <lb/>καὶ θερμοῦ πόματος ὀρεκτικοὺς, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ <lb/>τὸν θώρακα
                        σπλάγχνα, καρδία καὶ πνεύμων. ἀλλ’ οἵ γε <lb/>διὰ τὴν τούτων θερμότητα
                        διψῶντες εἰσπνέουσί τε πλέον, <lb/>ἐκφυσῶσί τε μακρὸν, αἰσθάνονταί τε κατὰ
                        τὸν θώρακα τοῦ <lb/>καύματος, οὐχ ὥσπερ οἱ διὰ τὴν γαστέρα κατὰ τὰ
                        ὑποχόνδρια. <lb/>καὶ μὲν δὴ πίνοντες οὐκ εὐθέως ἡσυχάζουσι, καὶ τὸ
                        <lb/>ψυχρὸν πόμα ἵστησιν αὐτῶν μᾶλλον τὴν δίψαν, ἤπερ τὸ <pb n="350"/> πολὺ
                        θερμόν. ἀναψύχει δὲ αὐτοὺς καὶ ὁ ψυχρὸς ἀὴρ εἰσπνεόμενος, <lb/>οὐδὲν
                        ἐπικουφίζων τοὺς ἐκ γαστρὸς διψώδεις. <lb/>οὕτως δὲ καὶ οἱ ἐναντίως ἔχοντες
                        ὑπὸ τῆς ψυχρᾶς εἰσπνοῆς <lb/>αἰσθητῶς ἀνιῶνται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>