<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg006.1st1K-grc1:14</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg006.1st1K-grc1:14</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg006.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p><milestone unit="ed2page" n="186"/>Ὑπόλοιπον δ’ ἂν εἴη πράττειν αὐτῷ <lb/>μέλλοντι τὰ
						κατὰ τὴν τέχνην, ἐξευρῆσθαί τινα διαγνωστικὴν <lb/>θεωρίαν ἁπασῶν τῶν διαθέσεων, καὶ
						μάλισθ’ ὅσαι περὶ <lb/>τὰ κατὰ βάθος μόρια συνίστανται. οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα τοῦ
						<lb/>τυχόντος ἐστὶν ἐξευρεῖν ἑκάστου τῶν μορίων, ἢ τῶν ἁπλῶν, <pb n="272"/> ἢ τῶν
						ὀργανικῶν, τὴν νοσώδη διάθεσιν, ὅταν ἐν τῷ βάθει <lb/>τύχῃ κείμενον. ἀλλὰ κᾀνταῦθα
						μεθόδῳ τινὶ χρὴ πειρᾶσθαι <lb/>τὸ πεπονθὸς ἐξευρίσκειν ἅμα τῇ περὶ αὐτὸ διαθέσει, περὶ
						<lb/>ἧς εἴρηται καὶ ἡμῖν ἑτέρωθι διὰ πλειόνων. ἀλλ’ ὥσπερ <lb/>τῶν ἄλλων ἁπασῶν μεθόδων
						ἐνταῦθα τὰ κεφάλαια διήλθομεν, <lb/>οὕτω καὶ περὶ τούτων εἰπεῖν ἀναγκαῖόν ἐστι, καὶ
						<lb/>πρῶτόν γε, διὰ τίνος γένους τῶν παρὰ φύσιν ἐλπίζειν χρὴ <lb/>τὴν διάγνωσιν αὐτῶν
						ποιήσασθαι. τρία γάρ ἐστι τὰ σύμπαντα <lb/>γένη τῶν παρὰ φύσιν, ἓν μὲν, αἱ διαθέσεις αἱ
						<lb/>βλάπτουσαι τὴν ἐνέργειαν· ἕτερον δὲ, τὰ τούτων αἴτια· <lb/>καὶ τρίτον, τὰ
						συμπτώματα. τὰ μὲν οὖν αἴτια κυριώτατα <lb/>μὲν, ὅταν ἐνεργῶσι, ταύτης τῆς προσηγορίας
						ἀξιοῦται. <lb/>λέγεται μέντοι γε πολλάκις, εἰ καὶ μηδέπω μηδὲν ἐνεργεῖ, κατ’ <lb/>αὐτὸ
						τὸ δύνασθαι μόνον, οἷον καὶ ἡ ἀπεψία νόσων αἰτία <lb/>λέγεται, κᾂν μηδέπω νοσάζῃ. καλῶ
						δὲ ἀπεψίαν οὐ μόνον <lb/>τῆς ἐν γαστρὶ πέψεως τὴν ἀποτυχίαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς
						<lb/>ἀγγείοις τε καὶ ἥπατι, καὶ κατὰ τὸν ὄγκον σύμπαντα. <pb n="273"/> τῶν δὲ
						συμπτωμάτων τὸ γένος εἰς τρεῖς τέμνεται διαφορὰς, <lb/>τὴν βλάβην τῶν ἐνεργειῶν, τὰ
						συμβεβηκότα τοῖς σώμασι, <lb/>τὰς τῶν ἐκκρινομένων ἀμετρίας. ἁπάντων δὲ τούτων αἰτία
						<lb/>τοῦ σώματός ἐστιν ἡ διάθεσις, ἣν εἴτε νόσον, εἴτε πάθος <lb/>ὀνομάζοι τις, οὐ
						διοίσει. γνωρίζεται δ’ εἰκότως ὑπὸ τῶν <lb/>συμπτωμάτων, αἰτίας γε λόγον ἔχουσα πρὸς
						αὐτά. ἔνια <lb/>μὲν οὖν αὐτῶν ἐξ ἀνάγκης ἕπεται ταῖς διαθέσεσιν, ἔνια <lb/>δ’ οὐκ ἐξ
						ἀνάγκης, ἀλλ’ ἤτοι πλειστάκις, ἢ σπανιάκις, ἢ <lb/>ἀμφιδόξως. ὥσπερ αὖ πάλιν ἕτερα
						συμπτώματα, τὰ μὲν <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἕπεται τῇ διαφορᾷ τῆς διαθέσεως, τὰ δ’ ὡς <lb/>ἐπὶ τὸ
						πολὺ, τὰ δ’ ἀμφιδόξως, τὰ δὲ σπανίως. ὅσα μὲν <lb/>οὖν ἐξ ἀνάγκης ἕπεται τῷ νοσήματι
						συμπτώματα, παθογνωμονικὰ <lb/>προσαγορεύεται, καὶ ταῦθ’ ἡγεῖσθαι χρὴ γνωρίσματα
						<lb/>βέβαια τῶν νοσημάτων ὑπάρχειν. ὅσα δ’ οὐκ ἐξ ἀνάγκης, <lb/>ἤτοι τῆς διαφορᾶς εστι
						τοῦ νοσήματος, ἢ τοῦ ἤθους, ἢ τοῦ <lb/>μεγέθους ἐνδεικτικά. δείξω δ’ ἐπὶ παραδείγματος
						ἑνὸς <lb/>ἑκάστου τῶν εἰρημένων τὴν δύναμιν, ἵν’ ἐντεῦθεν ὁρμώμενος <lb/>ἔχῃς γυμνάζειν
						σεαυτὸν ὁμοίως ἐν ἅπασι κατὰ τὴν <pb n="274"/> αὐτὴν μέθοδον. ὑποκείσθω φλεγμαίνειν ὁ
						τὰς πλευρὰς <lb/>ὑπεζωκὼς ὑμήν. ἐστὶ δὲ δήπου τοῦτο τὸ πάθος ἡ φλεγμονὴ, <lb/>συμπτώματα
						μὲν ἐξ ἀνάγκης ἔχουσα τὸν παρὰ φύσιν ὄγκον, <lb/>ἔρευθος, ὀδύνην, ὧν οὐχ ὑποπίπτει νῦν
						τὰ δύο, λείπεται <lb/>δὲ τὸ ἄλγημα μόνον, ὅ κατὰ τὰς πλευρὰς ἐρείδει νυγματῶδες
						<lb/>γιγνόμενον. ἀλγεῖ μὲν οὖν ὁ ἄνθρωπος, ὅτι φλεγμονὴ <lb/>τὸ πάθος. ἡ δὲ ἰδέα τῆς
						ὀδύνης νυγματώδης, ὅτι <lb/>καὶ ἡ οὐσία τοῦ πεπονθότος ἐστὶν ὑμενώδης. κατὰ δὲ τὴν
						<lb/>πλευρὰν ἐρείδει, διότι ἐν ταύτῃ κεῖται τὸ πεπονθός. καὶ <lb/>μὲν δὴ καὶ μέχρι
						πλείστου διήκει, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ὑπεζωκὼς <lb/>ἐπὶ πλεῖστον ἐκτέταται. πυρετὸς δ’ ἐξ
						ἀνάγκης ἕπεται <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="42"/>διὰ τό τε πάθος καὶ τὴν θέσιν τοῦ πεπονθότος· <lb/>ὧν
						ἐὰν ἀπῇ θάτερον, οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθήσει πυρετός. <lb/>οὐδὲ γὰρ <milestone unit="ed2page" n="187"/>ἐὰν ὁ δάκτυλος φλεγμαίνῃ, πάντως πυρέττουσιν, <lb/>ὅτι πόῤῥω
						τῆς καρδίας. οὐδ’ ὅταν οὖν ὁ ὑπεζωκὼς <lb/>μὲν πάθῃ, τὸ πάθος δ’ ἤτοι σκίῤῥος, ἢ οἴδημα
						τύχῃ. <lb/>καὶ μὴν καὶ ἡ δύσπνοια τῶν ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθησάντων <pb n="275"/> ἔσται τῷ
						πεπονθότι τόπῳ, διότι μέρος ἐστὶν ἀναπνευστικοῦ <lb/>τινος ὀργάνου. τὸ μέντοι τῆς
						δυσπνοίας εἶδος οὐ διὰ τὸ <lb/>μέρος, ἀλλὰ διὰ τὸ πάθος ἔσται. κωλύει γὰρ ἡ ὀδύνη
						<lb/>διεστάλθαι μέχρι πλείστου τὰ τῆς ἀναπνοῆς ὄργανα. προκαταλύει <lb/>τοιγαροῦν τῆς
						ἀναπνοῆς τὴν ἐνέργειαν, οὐδέπω <lb/>τῆς χρείας πεπληρωμένης, ὅθεν ἀναγκάζεται διὰ τάχους
						ἐπὶ <lb/>τὴν δευτέραν ἐνέργειαν ἰέναι, μηκέτ’ ἠρεμοῦντα τοσοῦτον, <lb/>ὅσον ὅτ’ ἐν τῷ
						κατὰ φύσιν ἦν, καὶ οὕτω γίγνεται τὸ <lb/>πνεῦμα μικρὸν καὶ πυκνόν. ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν
						σφυγμῶν <lb/>ἀλλοίωσις ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθεῖ τῇ φλεγμονῇ τοῦ ὑπεζωκότος, <lb/>ἥ τ’
						ἀχώριστος τῶν πυρετῶν, καὶ ἡ κατὰ τὴν <lb/>τοῦ πεπονθότος ἰδέαν. σφύζουσι γὰρ αὐτοῖς αἱ
						ἀρτηρίαι, <lb/>διότι μὲν πυρέττουσι μεῖζον, καὶ θᾶττον, καὶ <lb/>πυκνότερον, ὅτι δὲ
						νευρῶδες τὸ φλεγμαῖνον, ἅμα τάσει τε <lb/>καὶ σκληρότητι. ταῦτα μὲν οὖν ἐξ ἀνάγκης
						ἀκολουθεῖ τὰ <lb/>συμπτώματα τῇ φλεγμονῇ τοῦ ὑπεζωκότος. ἐξ ἀνάγκης δὲ <lb/>κἀκ τῶν
						ἑπομένων ἕν τι, ἤτοι γε ἐπὶ τὴν πεπονθυῖαν <pb n="276"/> πλευρὰν ἡ κατάκλισις ἧττον
						ἐπώδυνός ἐστιν, ἢ ἐπὶ τὴν <lb/>ἀντικειμένην, ἢ ἐπ’ ἀμφοτέρας παραπλησίως. διπλοῦ γὰρ
						<lb/>ὄντος τοῦ ὑπεζωκότος, εἰ μὲν οὗν τὸ περὶ τοῖς ὀστοῖς ἔξωθεν <lb/>αὐτοῦ μέρος
						ἰσχυρότερον φλεγμαίνοι, ῥᾷον ἐπὶ τὸ ἀντικείμενον <lb/>κατακλίνονται, θλίβονται γὰρ ἐπὶ
						τοῦ πεπονθότος· <lb/>εἰ δὲ τὸ ἕτερον τὸ ἔνδον, ὅπερ ὡς τὰ πολλὰ συμβαίνειν <lb/>εἴωθεν,
						ἐπὶ τὸ ἀντικείμενον ὀδυνῶνται μᾶλλον κλινόμενοι· <lb/>κρέμαται γὰρ αὐτοῖς τὸ φλεγμαῖνον·
						εἰ δ’ ἐπὶ τὸ πεπονθὸς, <lb/>ἧττον, οὔτε γὰρ θλίβεται πρὸς τοῖς ὀστοῖς, οὔτε κρέμαται,
						<lb/>ἀλλ’ ἀμφοῖν γε τούτοις ἠλευθέρωται, καὶ κατὰ <lb/>θατέρου τοῦ ἀπαθοῖς ἐστήρικται.
						παθόντων δὲ ἀμφοτέρων <lb/>τῶν μερῶν τοῦ ὑπεζωκότος, ὁμοίως ἐπ’ ἀμφοτέραις ταῖς
						<lb/>πλευραῖς κλίνονται. καὶ μὲν δὴ καὶ τῷ διήκειν τὸ ἄλγημα <lb/>τοῖς μὲν εἰς
						ὑποχόνδριον, ἐνίοις δ’ εἰς κλεῖν, διά τε τὴν <lb/>φύσιν τοῦ πεπονθότος γίνεται μορίου,
						καὶ τὸ τῆς φλεγμονῆς <lb/>σύμπτωμα τὸ ἐκτείνεσθαι τὴν ὀδύνην. ἐπεὶ γὰρ ἄχρι <lb/>τε τῶν
						κλειδῶν ὁ ὑπεζωκὼς ἀνήκει, καὶ κατὰ τοῦ διαφράγματος <pb n="277"/> ἅπαντος, τῶν μὲν ἄνω
						μερῶν αὐτοῦ φλεγμαινόντων, <lb/>ἡ κλεὶς κατασπᾶσθαι δοκεῖ, τῶν κάτω δ’, εἰς ὑποχόνδριον
						<lb/>ἐξήκει τὸ ἄλγημα. μικρὰν οὖν χρὴ πάνυ κατὰ τὰ μέσα <lb/>τῶν πλευρῶν γενέσθαι τὴν
						φλεγμονὴν, ἵν’ εἰς μηδέτερον <lb/>ἐξίκηται, ὡς ἥ γε μεγάλη πρὸς ἄμφω διϊκνεῖται. καὶ μὴν
						<lb/>καὶ τὸ διϊδροῦσθαί τινα καὶ ἀποχεῖσθαι τοῦ φλεγμαίνοντος <lb/>μορίου λεπτὸν ἰχῶρα
						διά τε τὸ νόσημα γενήσεται καὶ τὸ <lb/>μορίον, ὥσπερ καὶ τοῖς ἐν τῷ στόματι
						φλεγμαίνουσιν ἅπασι <lb/>συμπίπτει καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς. ἐξ ἐπιῤῥοῆς τε γὰρ τῶν <lb/>ὑγρῶν
						ἡ φλεγμονὴ, καὶ τὸ μέρος ἀραιὸν, οὐχ ὥσπερ τὸ δέρμα <lb/>πεπιλημένον τε καὶ πυκνόν. ὅταν
						μὲν οὖν πολλή τε ἅμα <lb/>καὶ λεπτὴ κατὰ τὸ φλεγμαῖνον ἡ ὑγρότης ὑπάρχῃ, καὶ τὸ
						<lb/>μόριον ἀραιὸν, πλεῖστον ἀποχεῖται πρὸς τὸ ἐκτός· ὅταν δ’ <lb/>ἔμπαλιν ὀλίγον τε ᾖ
						καὶ παχὺ τὸ ῥεῦμα, καὶ τὸ σῶμα πυκνὸν <lb/>ἐλάχιστον. τουτὶ δ’ ἐλάχιστον ἐρεθίζει μὲν
						εἰς βῆχα, <lb/>πτύουσι δὲ οὐδέν· ὥσπερ γε κᾀπειδὰν πλεῖστον γίνηται, <lb/>βήχουσί τε
						πλεῖστα καὶ ἀναπτύουσιν οὐκ ὀλίγα. καὶ εἴη ἂν <lb/>τὸ μὲν βήττειν ἀχώριστον τοῦ πάθους,
						τὸ δὲ πτύειν ἐπὶ <pb n="278"/> τῷ βήττειν οὐκ ἀχώριστον μὲν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲ
						γιγνόμενον. <lb/>εἰ μέντοι γε ἀναπτύοιεν, ἐξ ἀνάγκης μὲν χρωσθήσεται <lb/>τὸ σίελον, οὐ
						μὴν ἀεί γε ταὐτῷ χρώματι, διότι μηδ’ ἐν <lb/>τῷ φλεγμαίνοντι μέρει τῆς αὐτῆς ἀεὶ φύσεώς
						ἐστι τὸ περιττόν. <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="188"/>ὅταν μὲν οὖν αἱματῶδες ἢ χολῶδες ὑπάρχῃ, τοιοῦτον
						<lb/>δ’ ἐν πλευρίτισι τοὐπίπαν ἐστὶ τὸ τὴν φλεγμονὴν ἐργαζόμενον <lb/>ῥεῦμα, κέχρωσται
						τὸ σίελον αὐτοῦ ὀῤῥῷ ὑπὸ τοῦ <lb/>περιεχομένου χυμοῦ κατὰ τὸ φλεγμαῖνον· ἐρυθρὸν μὲν,
						ὅταν <lb/>αἱματικὸν ὑπάρχῃ τὸ ῥυὲν εἰς τὸν ὑπεζωκότα· ξανθὸν δ’, <lb/>ὅτε πικρόχολόν
						ἐστιν. εἰ μέντοι φλεγματώδης χυμὸς πρῶτον <lb/>σφηνωθείς τε καὶ διασαπεὶς αἴτιος
						καθίσταται τοῦ τὴν <lb/>φλεγμονὴν ἐργασαμένου ῥεύματος, τηνικαῦτα ἀποπτύουσιν
						<lb/>ἀφρώδη. πτύουσι δὲ καὶ μέλανά ποτε, κατοπτηθέντος τοῦ <lb/>ῥεύματος, ἄν θ’
						αἱματικὸν, ἄν τε πικρόχολον ἦ συνενδείξεται <lb/>οὖν τὰ τοιαῦτα πάντα τῇ τε τοῦ
						πεπονθότος μορίου <lb/>διαγνώσει καὶ τῇ τοῦ πάθους τὴν διαφορὰν τοῦ ῥεύματος. <lb/>ὥστ’
						ἐκ τῶν εἰρημένων εὔδηλον, ὡς καὶ τὴν οὐσίαν <pb n="279"/> ἑκάστου τῶν πεπονθότων μορίων
						ἀναγκαῖόν ἐστιν ἐπίστασθαι <lb/>καὶ τὴν πρὸς τὰ παρακείμενα κοινωνίαν εἰς τὴν τῶν
						<lb/>νοσημάτων τε καὶ νοσούντων τόπων εὕρεσιν. ὅτι δ’ οὐδὲν <lb/>διαφέρει λέγειν, ἢ
						θέσιν, ἢ σύνθεσιν, ἢ πρὸς τὰ παρακείμενα <lb/>κοινωνίαν, εὔδηλον εἶναι νομίζω, κᾂν ἐγὼ
						μὴ λέγω. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>