Christus Patiens [Dub.] (Fort. Auctore Constantino Manasse)

Gregorius Nazianzenus

Gregorius Nazianzenus, Christus Patiens [Dub.] (Fort. Auctore Constantino Manasse), Brambs, Teubner, 1885

  1. Ὡς δ’ οὐδὲν ἐπράσαμεν, ἡ σφραγὶς τάφου
  2. ἔδειξε σαφῶς, καὶ πρόφασιν οὐκ ἔχεις·
  3. τηρουμένης γὰρ κειμένου τε τοῦ λίθου,
  4. ὢ θαῦμα φρικτὸν, ἐξανέστη τοῦ τάφου.
[*](2266 Bacch. 764. 2268 sq. Bacch. 784 sq. 2271 sq. Act. Pil. B 13, 3, cf Matth 28, 13. 2277—80 Bacch. 2282 cf. Ιο. 15,22. 2283 Matth. 28,4. 2284 Act, Pil. B 13, 1.2.)[*](2266 καλλόν Μ. 2268 αὐτὸν VB. 2270 Συναγωγή ἀρχιερέων hic V, semper Β pro Ἀρχιερεῖς, Α inde 3, ν. 2285 et V 3, ν. 2297 Συναγωγή. καλεῖς Β. 2271 τὸνέχυν Μ superscr. ν. 2272 τύρανον V. 2273 ὅδ’ Μ. 2274 σὺ pro νῦν VBb. λάβοις VA. 2275 ἢ CMV, sine acc. Α, ἢ, deinde ἦ Β, ἦ de. Sensus est: „Alioqui dicemus vos vendidisse“, idem atque in sequenti versu. ἐπράσσατε V. 2277 ἡ κουστ. Β, περσοναμ οm. V. πείθει Β. 2279 οὔ φημι V. 2280 οὐ θεὸς ἀνέξεται CM. 2281 τάφου CM, μόνη ceteri et de. 2284 ὢ CA, ὦ MVB. καινὸν VBb.)
155
Ἀρχιερεῖς.
  1. Εα τὰ πολλὰ καὶ δέχου τὰς δωτίνας.
Κουστωδία.
  1. Ἐπείπερ οὐ πείθῃ σὺ τοῖς ἐμοῖς λόγοις,
  2. ἔγωγε τοῖς σοῖς, ὡς λέγεις, πεισθήσομαι.
  3. Σὺ δὲ σκόπει τὸ πῶς με τυράννου ῥύσῃ.
Ἀρχιερεῖς.
  1. Μή σοι μέλησις τοῦδέ τις ἔστω πέρι·
  2. πείσω γὰρ αὐτὸν νῦν φρονεῖν ἀδελφά σοι,
  3. ὡς ἐγγενῆ σοι καὶ χθονὸς τῶν Αὐσόνων.
  4. Ἀλλ’ ἀπίωμεν τάχιον· μή σοι δέος.
  5. Ἐρεῖς δέ · Μύσται τοῦδε νυκτέρῳ ποδὶ ,
  6. λαθόντες ὄμμα τοὐμὸν, ἦραν τὸν νέκυν.
Κουστωδία.
  1. Ἰώ μοι· ἰὼ, αἴ αἴ·
Πιλάτος.
  1. Τίς ἐστιν, ὃς θρηνῶν γοῶν τ’ ἔξω στένει;
Ἀρχιερεῖς.
  1. Φάλαγξ φυλάκων τοῦ κατακρίτου νεκροῦ,
  2. ἄναξ, πάρεστι καὶ φόβῳ πολλῷ στένει.
Πιλάτος.
  1. Εἰς καιρὸν ἥκει, καίπερ ἐμφαίνουσα τι·
  2. τί γὰρ, τί θρηνοῦσ’ ἀλαλάζει καὶ στένει;