Christus Patiens [Dub.] (Fort. Auctore Constantino Manasse)

Gregorius Nazianzenus

Gregorius Nazianzenus, Christus Patiens [Dub.] (Fort. Auctore Constantino Manasse), Brambs, Teubner, 1885

  1. σπουδῇ σκυθρωπὸν ἐνθάδ᾿ ἐφωρμημένον·
  2. δοκεῖ δὲ καινῶν ἄγγελος μηνυμάτων.
ΑΓΓΕΛΟΣ.
  1. Πη πη μολὼν εὕροιμ’ Ἰησοῦ μητέρα;
  2. εἴπατέ μοι, γυναῖκες, εἴπερ ἴστε, μοι
  3. σημήνατ᾿ · ἆρα τῶνδε δωμάτων ἔσω;
ΧΟΡΟΣ.
  1. Ἥδ᾿ ἐντὸς, ἀθρεῖς, τῶνδε δωμάτων μένει.
ΑΓΓΕΛΟΣ.
  1. Δέσποινα μῆτερ Μυσταγωγοῦ μοι φίλου,
  2. καὶ νῦν μερίμνης ἄξιον φέρω λόγον
  3. σοὶ καὶ μαθηταῖς καὶ γυναιξὶ σοὶ φίλαις.
[*](1855 Rhes. 521. 1857 Luc. 23, 56. 1860 sq. Hipp. 1140 sq. 1862 Med. 271, cui par Troad. 710, cf. Theod. Theod. Prodromi Rhod. et Dos. 2, 388. 1863 Hipp. 1142 sq. 1864 —66 Hipp. 1143—45. 1868 sq. Hipp. 1146 sq.)[*](1855 μέλετε VB. 1856 σοαιὸν ὡς Μ. 1857 ἐντολὴν Β. που VAB. 1860 Χορός om. CM. ὀπ. V. νῦν, quod codices ignorant, excepi respiciens νν. 98, 637. „Fort. εἰσορᾶν τινὰ“ d in notis, quod recepit e, τινα Β. 1861 ἐφώρμενον Α. 1862 τὲ Α. 1863 πῆ πη CMA et int. vers. Β, πῆ νῦν VBb. μολὼν V. 1865 ἆρα CM. ἄρα VAB et Eur. unus Α, cuius ceteri ἆρα. 1866 ἥδ᾿ ἐντὸς ἀθρεῖς δωμ. ἐντὸς μ. Α, ἥδ’, αὐτὸς ἀθρεῖς, δ. ἐντὸς μ. VBb, ὅδ᾿ αὐτὸς Eur. 1868 λόγον φέρω Α. 1869 σαῖς φίλαις VABde.)
132
ΘΕΟΤΟΚΟΣ.
  1. Εἰς καιρὸν ἥκεις, καίπερ ἀγγέλων φόβον.
  2. Τί δ’ ἐστί; μῶν τις συμφορὰ νεωτέρα;
ΑΓΓΕΛΟΣ.
  1. Πολλὴ φάλαγξ ἔνοπλος εἰς τάφον μολεῖ,
  2. τίνος δ’ ἕκητι, συμβαλεῖν σάφ’ οὐκ ἔχω,
  3. ἥκω δ’ ἀκούσας οὐ τορῶς, φήμη δέ τις
  4. λαοῖσιν ἐμπέπτωκεν, ὡς κατάσκοποι
  5. ἥκουσι τάφου· χὠ μὲν οὐκ ἰδὼν λέγει,
  6. ὅδ’ εἰσιδὼν μολοῦντας οὐκ ἔχει λέγειν,
  7. ὃς δ’ εἰδέναι λέγων τι φράζειν οὐ θέλει.
  8. Πλὴν εἱς τις εἰπε γραμματεῖς προσιέναι
  9. καὶ ταῦτα πεῖσαι κοίρανον τῆσδε χθονὸς