<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg030.opp-grc1:14.16-14.20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg030.opp-grc1:14.16-14.20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg030.opp-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="14"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Μετὰ τοῦτο γέγραπται ὅτι
προςῆλθον αὐτοῷ οἱ Φαρι-
<lb n="20"/> σαῖοι περάζοντες αὐτὸν καὶ
λέγοντες· εἰ ἔξεστιν ἀνθρώ-
πῳ ἀπολῦσαι τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν αἰτίαν;
(τὸ ἰσοδυναμοῦν ἀνέγραψε καὶ ὁ
<lb n="25"/> Μᾶρκος) (19, 3 [—12]).</p><p>Οὐκοῦν τῶν προσιόντων καὶ
πυνθανομένων τῷ Ἰησοῦ ἦσάν τινες
οἵ πειράζοντες
ἐπηρώτων αὐτόν·
<lb n="30"/> πειραζομένου δὲ τοῦ τηλικούτου
σωτῆρος ἡμῶν, τίς ἄν τῶν μαθητῶν
<note type="footnote">3f Matth. 9, 9 — 12ff Vgl. Matth. 19, 28 — 25 Marc. 10, 2
5 ἀλλὰ Μ | γὰρ &lt; Η 12ff &lt;πάντα 
ἀφέντες&gt; Κl, vgl. lat. 14 [οἱ] ΚL | 
τῶν &lt;&gt; φαρισαίων &lt;&gt; εἰ ἔξεστν &lt;&gt;
τὴν γυναῖκα &lt;&gt; πᾶσαν αἰ &lt;&gt; 21 ἀν-
θρώπῳ Koe, vgl. lat. und S. 319, 19
ἄνθρωπον ΜΗ 
4 domino sibi L 6 enim est L
12 priora]  propria L 18 Et-eum] 
Accesserunt autem ad ihm scribae 
et L</note>

<pb n="v.10.p.319"/>
αὐτοῦ ἀγανκτοίη, τεταγμένος εἰς
διδασκαλίαν, ἐπὶ τῷ πειράζεσθαι
ὑπό τινων
καὶ πυνθανομένων οὐκ ἐκ φιλομα-
<lb n="5"/> θείας, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ πειράζειν ἐθέ-
λειν; πολλὰ δ’ ἄν ἐπὶ τὸ αὐτὸ
συναγαγὼν εὕροις, ἐν οἷς ἐπεί-
ρασαν τὸν Ἰησοῦν ἡμῶν οἱ <milestone unit="altnumbering" n="637"/>  Φαρι- σαῖοι καὶ ἄλλοι παρὰ τούτους (ὡς
<lb n="10"/> νομικός τις, τάχα δὲ καὶ γραμμα-
τεῖς), ἕν’ ἐπὶ τὸ αὐτὸ τὰ περὶ τῶν
πειραζόντων αὐτὸν συναγαγών, εὕ-
ροις τι [τὰ περὶ τῶν πειραζόντων
αὐτὸν] ἐκ τῆς ἐξετάσεως χρήριμον
<lb n="15"/> εἰς τὸ εἶδος τῶν λόγων τούτων.
πλὴν ὁσωτὴρ καὶ τοῖς πειράζουσιν
ἀποκρίνεται δόγματα &lt;εὐσεβείας&gt;·
οἱ μὲν γὰρ ἔλεγον· εἰ ἔξεστιν
ἀνθρώπῳ ἀπολῦσαι τὴν γυ-
<lb n="20"/> ναῖκα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν
αἰτίαν; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν·
οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ κτίσας ἀπ’
ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίη-
σεν αὐτούς; 
<lb n="25"/> καὶ τὰ ἑξῆς.
<lb n="30"/>
καὶ οἶμαι, ὅτι
<lb n="35"/> κατὰ τοῦτο προέτεινον τὸν λόγον οἱ
Φαρισαὶοι τοῦτον, ὡς ἐπιληψόμενοι
<note type="footnote">36—320, 6 Π 210, 2f
1 ἀγανακτείη Μa 4 φιλομα-
θίας Μ 5 ἀλλὰ πὸ H w. e. sch.
13f [τὰ—αὐτὸν] Ηu: Ditographie aus
Z. 11f 17 &lt;εὐσεβείας&gt; Κl, vgl. lat.
16 et &lt; L 20 non (vgl.
S. 320,26)] num G L</note>

<pb n="v.10.p.320"/>
αὐτοῦ, ὅ τι ποτ’ ἄν εἴπῃ· οἷον εἰ μὲν
εἶπεν· ἔξεστιν, ἐνεκάλεσαν &lt;ἄν&gt; αὐτῷ
ὡς ἐπὶ τοῖς τυχοῦσι κιαλύοντι τοὺς
γάμους· εἰ δέ· οὐκ ἔξεστιν, ὡς καὶ
<lb n="5"/> μετὰ ἁμαρτημάτων ἐπιτρέποντι συν-
οικεῖν ἄνδρα γυναικί.
&lt;οὐχ ἑώρων δὲ τὶνα τρόπον ἀνεπι-
λήπτως καὶ σοφῶς αὐτοῖς ἀποκρι-
<lb n="10"/> νεῖται&gt;, ὡς ἐπὶ τοῦ κήνσου·
εἰ μὲν γὰρ εὶπε διδόναι, ἐνεκόλεσαν
&lt;ἄν&gt; ὡς ὑποτάσσοντι τὸν λαὸν &lt;τοῦ
<lb n="15"/> θεοῦ ἀνθρώποις καὶ προσποιοῦντα
αὐτὸν&gt; τοῖς Ῥωμαίοις καὶ οὐ τῷ
νόμῳ τοῦ θεοῦ, εἰ δὲ μὴ διδόναι, ὡς
πόλεμοον ἐμποιοῦντι καὶ στάσιν καὶ
διεγείροντι τοὺς μὴ δυναμένους στῆ-
<lb n="20"/> ναι πρὸς τηλικαύτην στρατιάν. [οὐχ
ἑώρων δὲ τίνα τρόπον ἀνεπιλήπτως
καὶ σοφῶς αὐτοῖς ἀποκρίνεται]. &lt;ὅρα
δὲ πῶς ἀνεπιλήπτως ἀπεκρίνατο&gt;
πρότερον μὲν ἀποφάσκων τὸ ἀπολύειν
<lb n="25"/> τὴν γυναῖκα κατὰ πᾶσαν αἰ-
τίαν,
<lb n="30"/> δεύτερον δὲ ἀποκρινόμενος πρὸς τὰ
περὶ τοῦ βιβλίου τοῦ κατὰ τὸ ἀποστά-
σιον ***.
<note type="footnote">10 Matth. 22, 17 — 13ff  Vgl. II 251, 5 — 7
2. 14 &lt;ἄν&gt; Κl 8ff &lt;οὐχ—ἀπο-
κρινεῖται&gt; Kl nach lat. und gr.
Z. 20—22 14ff &lt;τοῦ—αὐτὸν&gt; Κl Koe,
vgl. lat. 20—22 [οὐχ—ἀποκρίνεται] 
Κl, nach lat. 22f &lt;ὅρα—ἀπεκρίντο&gt;
Κl nach lat. 32 *** Kl &lt;πρὸς τὴν
σκληροκαρδίαν ὑμῶν&gt; Κoe, vgl. lat.
3 *** Koe, vgl. gr. 9 mani- 
feste] lat. las σαφῶς st. σοφῶς Κoe
10 sicut Kl, vgl. gr. sic et x
14 eum μ eos x 27 fecit + ab
initio B</note>

<pb n="v.10.p.321"/>
ἑώρα γὰρ ὅτι οὐ πᾶσα αἰτία εὐλογως
λύει γάμον, καὶ ὅτι δεῖ τὸν ἄνδρα
συνοικεῖν τῇ γυναικὶ »ὡς ἀσθε-
νεστέρῳ σκεύει ἀπονέμοντα τιμὴν«
<lb n="5"/> καὶ βαστάζοντα αὐτῆς τὰ ἐν ἁμαρ-
τήμασι »βάρη«. καὶ δυσωπεῖ ἐκ
τῶν ἐν τῇ Γενέσει ἐγγεγραμμένων
τοὺς ἐπὶ τοῖς Μωσέως γράμμασιν
αὐτχοῦντας Φαρισαίους λέγων τὸ οὐκ
<lb n="10"/> ἀνέγνωτε ὅτι ὁ κτίσας ἀπ’
ἀρχῆς ἄρρεν καὶ θῆλυ ἐποίη-
σεν αὐτούς; καὶ τὰ ἑξῆς,
καὶ ἐπιφέρων αὐτοῖς διὰ τὸ καὶ
ἔσονται οἰ δύο εἰς σάρκα
<lb n="15"/> μέαν ἀκόλουθον τῷ εἰς σάρκα
μίαν διδασκαλίαν τὴν ὥστε οὐ-
κέτι εἰσὶ δύο ἀλλὰ σὰρξ μέα.
δυσωπητικὸν δὲ πρὸς τὸ μὴ ἀπο-
λῦσαι τὴν γυναῖκα κατὰ πᾶ-
<lb n="20"/> σαν αἰτίαν <milestone unit="altnumbering" n="638"/>  καὶ τὸ ὅ ὁ θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χω-
ριζέτω.</p><p>Παρατηρητέον μέντοιγε ἐν τῇ
ἐκθέσει τῶν ἀπὸ τῆς Γενέσεως ἐν
<lb n="25"/> τῷ εὐγγελίῳ ῥητῶν, ὅτι οὐ τὰ ἐφε-
ξῆς ἀλλήλοις γεγραμμένα εἴρηται.
ἐγὼ δὲ οἶμαι ὅτι οὐδὲ περὶ τῶν
αὐτῶν λέγεται, τῶν κατ’ εἰκόνα
θεοῦ γενομένων καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ
<lb n="30"/> χοὸς τῆς γῆς καὶ μιᾶς τῶν πλευ-
ρῶν τοῦ Ἀδάμ. ὅπου μὲν γὰρ λέ-
λεκται τὸ »ἄρρεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν
αὐτούς«, περὶ τῶν κατ’ εἰκόνα ἐστίν·
ὅπου δὲ καὶ εἶπεν· »ἕνεκα τούτου
<lb n="35"/> καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα
<note type="footnote">3f I. Petr. 3, 7 — 5f Vgl. Gal. 6, 2 — 23—326, 25 Vgl. B I, 184,
22—185, 10 — 32 Gen. 1,27 vgl. Matth. 19,4 — 34 Gen. 2, 24 vgl. Matth.
19, 5
8 μωυσέως Μ 27 τῶν &lt; Η 4 vaso G 6 &lt;et Pharisa&gt;eos
29 γεγενμημένον Η 32 καὶ + τὸ Η Κλ, vgl. gr.</note>

<pb n="v.10.p.322"/>
καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ« καὶ τὰ ἑξῆς,
οὐκ ἔστι περὶ τῶν κατ᾿ εἰκόνα·
ὕστερον γάρ ποτε ἐκείνων »ἔπλασε
κύριος ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν
<lb n="5"/> λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς« καὶ ὀπὸ τῆς
πλευρᾶς αὐτοῦ τὴν βοηθόν. ἅμα δὲ
πρόσχες ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν κατ᾿
εἰκόνα οὐκ ἀνὴρ καὶ γυνὴ εἴρηται,
ἀλλὰ »ἄρρεν καὶ θῆλυ«. τοῦτο δὲ καὶ
<lb n="10"/> ἐν τῷ Ἑβραϊκῷ τετηρήκαμεν· ἀνὴρ
μὲν γὰρ δηλοῦται τῇ ΙΣ φωνῇ,
ἄρρεν δὲ τῇ ΖΑΧΑΡ· καὶ πάλιν
<lb n="15"/> γυνὴ μὲν τῇ ΕΣΣΑ φωνῇ, θῆλυ δὲ
τῇ ΟΥΝΚΗΒΑ· οὐδέ ἀνήρ, ἀλλ᾿
οἱ μὲν διαφέροντες ἄρρεν οἱ δὲ
δεύτεροι θῆλυ. ἀλλὰ καὶ ἐὰν καταλίπῃ
ἄνθρωπος τὸν πατέρα
καὶ τὴν μητέρα, κολλᾶται οὐ τῷ
<lb n="20"/> θήλει ἀλλὰ τῇ γυναικὶ αὑτοῦ
καὶ γίνονται (ἐπεὶ ἓν σαρκὶ ἀνὴρ
καὶ γυνή) εἰς σάρκα μίαν.</p><lb n="25"/><lb n="30"/><lb n="35"/><p>tamen quoniam tetigimus
istum locum ubi et illud dicitur:
»haec vocabitur mulier, quia de
viro suo adsumpta est«, sciendum
quia nihil proprium habet quantum
ad Graecum [vel ad Latinum]
sermonem, ut ideo vocetur
mulier, quia de viro suo adsumpta
est. propterea legentes Hebraica
invenimus originationem istam
convenienter positam in Hebraeo.
habet autem Hebraicum ita:
ΙΣΣΑ (quod intellegitur et mulier
<note type="footnote">3 Gen. 2, 7 — 5 f Vgl. Gen. 2, 20 — 22 — 9 Gen. 1, 27 — 10 — 323, 10 Vgl.
F. Field, Origenis Hexapla I, 1, 10. 15 — 25 Gen. 2, 23
14 OYNKHBA KI ἀνκηβᾶ M H
17 ἂν Η 18 τὴν μρα καὶ τὸν πρα Η
20 θήλυ Η
24 ιλλθδ + scriptum L 28 [vel
ad Latinum] KI 35 ISSA x* Essa ρ</note>

<pb n="v.10.p.323"/>
<lb n="5"/>
<lb n="10"/>
εἶτα διαγράφων
ὂ δεῖ εἶναι ἐν τοῖς ὑπὸ θεοῦ συνεζευγμένοις
ἀξίως τοῦ συνεζεῦχθαι
ὑπὸ θεοῦ, ἐπιφέρει ὁ σωτὴρ τὸ
<lb n="15"/> ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο. καὶ
ὅπου γε ὁμόνοια καὶ συμφωνία καὶ
ἁομονία ἀνδρός ἐστι πρὸς γυναῖκα
&lt;καὶ γυναικὸς πρὸς ἄνδρα&gt;, τοῦ
μὲν ὡς ἄρχοντος, τῆς δὲ &lt;ὡς&gt; πειθομένης
<lb n="20"/> τῷ »αὐτός σου κυριεύσει«,
ἀληθῶς ἔστιν εἰπεῖν ἐπὶ τῶν τοιούτων
τὸ οὐκέτι εἰσὶ δύο.
εἶτ᾿ ἐπεὶ ἔδει τηρεῖσθαι τῷ κολλωμένῳ
<lb n="25"/> κυρίῳ τὸ γενέσθαι αὐτὸν πρὸς
αὐτὸν »ἕν πνεῦμα«, λέλεκται ἐπὶ τῶν
ὑπὸ τοῦ θεοῦ συνεζευγμένων μετὰ
τὸ ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο τὸ
ἀλλὰ σὰρξ μία.
<lb n="30"/> καὶ ὁ θεός ἐστιν ὁ συζεύξας τὰ δύο
εἰς ἕν, <milestone unit="altnumbering"/> ἵνα μηκέτι ὦσι δύο,
<note type="footnote">15—327, 18 Vgl. C v Nr. 21 Or. — 20 Gen. 3, 16 — 23 ff Vgl. I. Kor. 6, 17
16 γε] μὲν C v Nr. 21 enim lat.
18 &lt;καὶ—ἄνδρα&gt; KI, vgl. lat. 19 &lt;ὡς&gt; 
KI mit C v Nr. 21, vgl. lat. 21 ἀλληθῶς
H | εἰπεῖν &lt; Μ 25 κυρίῳ KI
mit C v Nr. 21 θεῷ M H | τὸ KI mit
C v Nr. 21 τῶ M H 28 τὸ1 &lt; Μ
30 καὶ + ἐπειδὴ C v Nr. 21
3.5 ΜΗΙΣ ΚΙ NHEIC B AINEIE
L Eio R G 6 unde + et B 14 addi[di]t Diehl, vgl. gr. 16 &lt;et concentus&gt; 
Diehl KI, vgl. gr.</note>

<pb n="v.10.p.324"/>
&lt;ὅπου&gt; »παρὰ θεοῦ ἁρμόζεται ἀνδρὶ
γυνή«. καὶ ἐπεὶ ὁ θεὸς συνέζευξε,
διὰ τοῦτο χάρισμά ἐστιν ἐν τοῖς ὑπὸ
θεοῦ συνεζευγμένοις· ὅπερ ὁ Παῦλος
<lb n="5"/> ἐπιστάμενος
ἐπίσης τῷ εἶναι
τὴν ἁγνὴν ἀγαμίαν χάρισμά
φησι καὶ τὸν κατὰ λόγον θεοῦ
γάμον εἶναι χάρισμα,
<lb n="10"/> φάσκων· »θέλω δὲ πάντας ἀνθρώπους
εἶναι ὡς ἐμαυτόν, ἀλλ᾿ ἔκαστος
ἴδιον ἔχει χάρισμα ἐκ θεοῦ, ὃς μὲν
οὕτως, ὃς δὲ οὕτως«. οἱ δὲ ὑπὸ θεοῦ
συνεζευγμένοι καὶ φρονοῦσι καὶ
<lb n="15"/> ποιοῦσι
τὸ »οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας,
ὡς καὶ ὁ Χριστὸς τὴν ἐκκληςίαν«.
<lb n="20"/>
ὁ μὲν οὖν σωτὴρ ἐνετείλατο,
ἵν᾿ ὅπερ ὁ θεὸς συνέζευξεν,
ἄνθρωπος μὴ χωρίζῃ· ἄνθρωπος
<lb n="25"/> δὲ χωρίζειν βούλεται ὃ ὁ θεὸς
συνέζευξεν, ὅτε ἀποστὰς »τῆς«
ὑγιοῦς »πίστεως«, προςέχων »πνεύμασι
πλάνης καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων,
ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων,
<lb n="30"/> κεκαυτηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν
κωλυόντων« οὐ πορνεύειν
μόνον ἀλλὰ καὶ »γαμεῖν«, διαλύει καὶ
τοὺς φθάσαντας τῇ προνοίᾳ συνεζεῦχθαι
τοῦ θεοῦ. ταῦτα μὲν οὖν τηρουμένων
<lb n="35"/> τῶν ῥητῶν εἰς τὰ περὶ ἄρρενος
<note type="footnote">1 Vgl. Prov. 19, 11 — 10 I. Kor. 7, 7 — 17 Eph. 5, 25 — 19 Eph. 5,33 —
26 I. Tim. 4, 1—3
1 &lt;ὅπου&gt; παρὰ θεοῦ KI, vgl. lat. παρ᾿
οὖ M H 8 τὸν &lt;Ηa 18 Χριστὸς &lt;ἠγάπησεν&gt;
Koe, vgl. lat. 30 ἰδίαν] οἰκεῖαν Μ
10 &lt;homines&gt; Kl, vgl. gr.
18 et &lt; G L</note>

<pb n="v.10.p.325"/>
καὶ θήλεος, καὶ ἀνδρὸς καὶ γυναικός,
ὡς ἐδίδαξεν ὁ σωτὴρ ἐν τῇ
πρὸς τοὺς Φαρισαίους ἀποκρίσει,
λελέχθω.</p><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Ἐπεὶ δὲ ὁ ἀπόστολος »εἰς
τὸν Χριστὸν« ἐκλαμβάνει »καὶ τὴν
ἐκκλησίαν« τὸ καὶ ἔσονται οἱ δύο
εἰς σάρκα μίαν, λεκτέον ὅτι
οὐκ ἀπέλυσεν ὁ Χριστὸς τὴν προτέραν
<lb n="10"/> (ἵν᾿ οὕτως ὀνομάσω) γυναῖκα
αὐτοῦ (τὴν προτέραν συναγωγὴν)
κατ᾿ ἄλλην αἰτίαν, τηρῶν τὸ ὃ οὗν
ὁ θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος
μὴ χωριζέτω, ἢ ὅτε ἐπόρνευσεν
<lb n="15"/> ἐκείνη ἡ γυνὴ μοιχευθεῖσα ὑπὸ τοῦ
πονηροῦ καὶ μετ᾿ ἐκείνου ἐπιβουλεύσασα
τῷ ἀνδρὶ καὶ ἀποκτείνασα
αὐτὸν ἐν τῷ λέγειν· »αἶρε ἀπὸ τῆς
γῆς τὸν τοιοῦτον« &lt;καὶ&gt;· »σταύρου
<lb n="20"/> σταύρου αὐτόν«. ἐκείνη οὖν ἑαυτὴν
ἀπέστησε μᾶλλον ἢ ὁ ἀνὴρ αὐτὴν
ἀπέστειλεν ἀπολύσας·
διόπερ ὀνειδίζων αὐτῇ ἀποστάσῃ
<lb n="25"/> αὐτοῦ ἐν Ἡσαΐᾳ φησί· »ποῖον τὸ
βιβλίον τοῦ ἀποστασίου  τῆς μητρὸς
ὑμῶν, ᾦ ἀπέστειλα αὐτήν;« καὶ ὁ
κτίσας γε ἀπ᾿ ἀρχῆς τὸν κατ᾿<milestone unit="altnumbering" n="640"/>
εἰκόνα (ὡς »ἐν μορφῇ <milestone unit="altnumbering"/> θεοῦ ὑπάρχων«)
<lb n="30"/> ἄρρεν αὐτὸν ἐποίησε καὶ θῆλυ
τὴν ἐκκληςίαν, ἓν τὸ κατ᾿ εἰκόνα
ἀμφοτέροις χαριςάμενος.</p><note type="footnote">5 ff Vgl. Eph. 5, 31.32 — 18 f Luc. 23, 18 (vgl. Act. 22, 22) 21 —
24 Jes. 50, 1 — 28 f Vgl. Phil. 2, 6
3 ἀποκρίση Η 12 ὃ οὖν ΚΙ,
vgl. lat. οὒς M H 16 ἐπιβουλεύουσα
... ἀποκτείνουσα Μ 19 &lt;καὶ&gt; KI Koe,
vgl. lat. 25 τὸ &lt;Η 27 ἡμῶν Ηa]
29 ὡς KI ὃς M H
10 &lt;ut—dicam&gt; Diehl, vgl. gr.
13 spiritalem] zu streichen? Kl, vgl.
gr. 16 adultera&lt;ta&gt; Kl, vgl. gr.
22 se &lt;L</note><pb n="v.10.p.326"/><p>καὶ καταλέλοιπέ γε διὰ τὴν ἐκκλησίαν
κύριος ὁ ἀνὴρ πρὸς ὃν ἦν πατέρα
ὅτε »ἐν μορφῇ θεοῦ« ὑπῆρχε,
καταλέλοιπε δὲ καὶ τὴν μητέρα,
<lb n="5"/> καὶ αὐτὸς υἱὸς ὢν τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ,
καὶ ἐκολλήθη τῇ ἐνταῦθα καταπεσούσῃ
γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ γεγόνασιν
<lb n="10"/> ἐνθάδε οἱ δύο εἰς σάρκα
μίαν διὰ γὰρ αὐτὴν γέγονε καὶ
αὐτὸς σάρξ, ὅτε »ὁ λόγος σὰρξ
ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν«,
καὶ οὐκέτι γέ εἰσι δύο, ἀλλὰ νῦν
<lb n="15"/> μία γέ ἐστι σάρξ, ἐπεὶ τῇ γυναικὶ
&lt;ἐκκλησίᾳ&gt; λέγεται τὸ »ὑμεῖς δέ
ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ
μέρους«· οὐ γάρ ἐστί τι ἰδίᾳ
σῶμα Χριστοῦ ἔτερον παρὰ τὴν
<lb n="20"/> ἐκκλησίαν οὖσαν »σῶμα« αὐτοῦ »καὶ
μέλη ἐκ μέρους«· καὶ ὁ θεός γε
τούτους
τοὺς μὴ δύο, ἀλλὰ γενομένους
σάρκα μίαν
<lb n="25"/> συνέζευξεν, ἐντελλόμενος ἵνα ἄνθρωπος
μὴ χωρίζῃ τὴν ἐκκλησίαν
ἀπὸ τοῦ κυρίου.
καὶ ὁ προσέχων γε ἑαυτῷ ὡς μὴ
<lb n="30"/> χωρισθῆναι &lt;ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ&gt;,
θαρρεῖ ὡς μὴ χω-ρισθηςόμενος καί
<note type="footnote">1 ff Vgl. Orig. hom. X, 7 in Jer. (III, 77, 12 ff): καταλείπει »τὸν πατέρα
καὶ τὴν μητέρα«, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ κτλ. — 2 Vgl. Joh. 1, 1 — 3 Phil. 2, 6 —
12 Joh. 1, 14 — 16 I. Kor. 12,27 — 31 Röm. 8, 35
2 πρὸς ὃν ἦν πατέρα Kl, vgl. lat. πρα
ὃν ἑώρα M (H) 14 νῦν &lt;H a 16 &lt;ἐκκλησίᾶ&gt;
Koe, vgl. lat. 19 Χριστοῦ
σῶμα H 20 αὐτῆς M 23 μὴ &lt;
27 τοῦ &lt;H 30 &lt;ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ&gt; 
Koe, vgl. lat.
10 &lt;hic&gt; Koe, vgl. gr. 10 f propter
eam Koe, vgl. gr. Propterea x
17 ex membro] lat. las ἐκ μέλους
18 &lt;aliquid&gt; Diehl, vgl. gr. 28 quos]
quod R 31 *** Διεηλ KI, vgl. gr.</note>

<pb n="v.10.p.327"/>
φησι· »τίς ἠμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς
ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;«
<lb n="5"/>
ἐνταῦθα μὲν οὖν γέγραπται πρὸς
<lb n="10"/> τοὺς Φαρισαίους λεγόμενον τὸ ὃ ὁ
θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος
μὴ χωριζέτω· λέγοιτο δ’ ἂν
πρὸς τοὺς Φαρισαίων κρείττονας·
ὃ οὖν ὁ θεὸς συνέζευξεν, μηδὲν
<lb n="15"/> χωριζέτω, μήτε ἀρχή, μήτε ἐξουςία·
ἰσχυρότερος γὰρ ὁ συζεύξας
θεὸς πάντων, ὧν ἂν ὀνομάσαι τις
νοήσας αὐτὰ δυνηθῇ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Μετὰ ταῦτα διαληψόμεθα
<lb n="20"/> τὸν τῶν φαρισαίων λόγον ὃν εἶπον
τῷ Ἰησοῦ· τί οὖν Μωσῆς
ἐνετείλατο δοῦναι βιβλίον
ἀποσταςίου καὶ ἀπολῦσαι; εὐλόγως
δ’ εἰς τοῦτο παραληψόμεθα
<lb n="25"/> τὴν ἀπὸ τοῦ Δευτερονομίου λίξιν
περὶ τοῦ τῆς ἀποσταςίας βιβλίου
ἔχουσαν οὕτως· »ἐὰν δὲ λάβῆ τις
γυναῖκα καὶ συνοικήσῃ αὐτῇ, καὶ
ἔσται ἐὰν μὴ εὕρῃ χάριν ἐναντίον
<lb n="30"/> αὐτοῦ ὅτι εὗρῃ ἐν αὐτῇ ἄσχμον
πρᾶγμα« καὶ τὰ ἑξῆς ἕως τοῦ »καὶ
οὐ μιανεῖτε τὴν γῆν ἣν κύριος ὁ
θεὸς ὐμῶν δίδωσιν ὑμῖν ἐν κλήρῳ«.
ζητῶ δὲ ἐν τοῖς κατὰ τὸν νόμον
<lb n="35"/> τοῦτον, πόερον οὐδὲν πέρα τῆς
<note type="footnote">4 Röm. 8, 38–15 Vgl. Kol. 1, 16–27 Deut. 24, 1–31 Deut. 24, 4
13 κρείττονας + μήτε ἀρχὴ μήτε
ἐξουσία, ἐσχυρότερος γὰρ Ηa 21 Ἰησοῦ
+ ἐν τῷ Η | μωυσῆς Μ</note>

<pb n="v.10.p.328"/>
λέξεως χρὴ ζητεῖν ἐν αὐτῷ (ἐπεὶ
μὴ ὁ θεὸς ἔδωκεν αὐτόν), ἢ πρὸς μὲν
τοὺς Φαρισαίους ἀναγκαίως εἴρηται
(χρησαμένους τῷ Μωςῆς ἐνετείλατο
<lb n="5"/> δοῦναι βιβλίον ἀποσταςίου
καὶ <milestone unit="altnumbering" n="641"/>  ἀπολῦσαι) τὸ ὅτι Μωσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν
ὐμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν
ἀπολῦσαι τὰς γυναῖκας ὑμῶν·
<lb n="10"/> ἀπ’ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν
οὕτως. ἐὰν δέ τις ἐπὶ τὸ εὐαγγέλιον
ἀναβῇ Χριστοῦ Ἰησοῦ, διδάσκον
ὅτι »ὁ νόμος πνευματικός
ἐστι«, καὶ τούτουζητήσει τοῦ νόμου
<lb n="15"/> πνευματικὸν νοῦν. φήσει δὲ καὶ
ταῦτα ὁ θέλων τροπολογεῖον ὅτι,
ὥσπερ τῷ Παύλῳ θαρροῦντι ἐφ’ ᾗ
εἶχε θείᾳ χάριτι λέλεκται τὸ »γυνὴ
δέδεται ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ
<lb n="20"/> αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὀ ἀνήρ,
ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθὴναι,
μόνον ἐν κυρίῳ. μακαριωτέρα δέ
ἐστιν ἐὰν οὕτως μείνῃ, κατὰ τὴν
ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ πνεῦμα
<lb n="25"/> θεοῦ ἔχειν« (ἐν τούτοις γὰρ τῷ
»κατὰ τὴν ἐμῆν γνώμην«, ἵνα μὴ
καταφρονηθῇ ὡς κενὴ πνεύματος
θεοῦ, καλῶς ἐπήγαγε κτὸ »δοκῶ
κἀγὼ πνεῦμα θεοῦ ἔχειν«), οὕτως
<lb n="30"/> καὶ Μωσεῖ διὰ τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ
ἐξουςίαν νομοθετεῖν, ὥστε αὐτὸν
καὶ πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν
τοῦ λαοῦ ἐπιτρέψαι τινά, ἐν οἷς ἦν
καὶ τὸ ἀπολύειν τὰς γυναῖκας,
<lb n="35"/> ἦν ἂν πείθεσθαι, ἐφ’ εἷς κατὰ τὴν
<note type="footnote">13 Röm. 7, 14–18 I. Kor. 7, 39 f
24 δωκῶ Ha 25 τῷ Kl τὸ ΜΗ
30 μωσῆ Μ 35 f τὴν αὐτὴν Μ</note>

<pb n="v.10.p.329"/>
αὐτοῦ γνώμην ἐνομοθέτει, ὡς καὶ
ἐν τούτοις μετὰ πνεύματος θεοῦ
τῆς νομοθεςίας γενομέντης. καὶ ἐρεῖ
ὅτι, εἰ οὖν τὶς μὲν νόμος πνευματικός
<lb n="5"/> ἐστι, τὶς δὲ οὐκ ἔστι τοιοῦτος,
νόμος δέ ἐστι καὶ οὗτος, πνευματικός
ἐστι καὶ οὗτος, καὶ ζητητέον
αὐτοῦ τὸ πνευματικόν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Μεμνημένοι δὲ τῶν ἀνωτέρω
<lb n="10"/> ἡμῖν λελεγμένων εἰς τὸ τοῦ
Ἡσαΐου περὶ τοῦ βιβλίου τῆς ἀποσταςίας
ῥητὸν φήσομεν ὅτι ἑαυτὴν
ἀπέστησεν ἀνδρὸς τοῦ Χριστοῦν ἡ
μήτηρ τοῦ λαοῦ, μὴ λαβοῦσα τὸ τῆς
<lb n="15"/> ἀποσταςίας βιβλίον. ὕστερον δέ, ὅτε
εὑρέθη ἐν αὐτῇ »ἄσχημον πρᾶγμα« καὶ
οὐχ εὗρε »χάριν ἐναντίον αὐτοῦ«, ἐγράφη
αὐτῇ βιβλίον ἀποσταςίου.
<lb n="20"/> ἀπὸ τῶν ἐθνῶν καλοῦσα εἰς τὴν
οἰκίαν τοῦ τὴν προτέραν γυναῖκα
ἀποβεβληκότος, τὸ βιβλίον τοῦ ἀποσταςίου
δέδωκε τῇ προτέρᾳ ἀποστάσῃ
τοῦ ἀνδρὸς νόμου καὶ λόγου.
<lb n="25"/> διὸ καὶ αὐτὸς ἀποστὰς ἔγημεν
(ἵν’ οὕτως ὀνομάσω) ἑτέραν, δοὺς
»εἰς τὰς χεῖρας« τῆς προτέρας τὸ τοῦ
ἀποσταςίου βιβλίον· διὸ μηκέτι
δύνανται πράσσειν τὰ κατὰ τὸν
<lb n="30"/> νόμον αὐτοῖς προστεταγμένα διὰ
τὸ βιβλίον τοῦ ἀποσταςίου. καὶ σημεῖον
τοῦ εἰληφέναι αὐτὴν βιβλίον
ἀποσταςίου τὸ Ἱερουσαλὴμ μὲν
καποσταςίου τὸ Ἱερουσαλὴμ μὲν
καθῃρῆσθαι μετὰ τοῦ κληθέντος ὑπ’
<lb n="35"/> ἐκείνων ἁγιάσματος καὶ τῶν ἐν
αὐτῷ πετιστευμένων <milestone unit="altnumbering" n="642"/>   γεγονέναι σεμ- <note type="footnote">4 Vgl. Röm. 7, 14–9f S. 325, 24ff–16f. 27 Vgl. Deut.24, 1
3 γινομένης Μ 4 οὖν Koe οὐχὶ
ΜΗ 7 οὕτως Ma 35 &lt;καὶ τῶν&gt;
Kl nach Koe</note>

<pb n="v.10.p.330"/>
νῶν καὶ τοῦθυσιαστηρίου τῶν ὀλοκαυτωμάτων
καὶ πάσης τῆς παρ’ αὐτῷ
λατρείας. σημεῖον δὲ τοῦ βιβλίου
τῆς ἀποσταςίς καὶ τὸμήτε ἑορτάζειν
<lb n="5"/> αὐτοὺς δύνασθαι κἂν κατὰ τὸ
γράμμα, τοῦ βουλήματος τοῦ νόμου
προστάξαντος »ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἂν
ἐκλέξηται κύριος ὁ θεὸς« ἑορτάζειν
ἀυτούς. ἀλλὰ καὶ τὸ πᾶσαν τὴν συναγωγὴν
<lb n="10"/> λιθοβολεῖν τοὺς τάδε ἢ τάδε
ἡμαρτηκότας γενέσθαι μὴ δυνάμενον
καὶ ἄλλα δὲ μυρία τῶν
προστεταγμένων, σημεῖόν ἐστι τοῦ
βιβλίου τῆς ἀπολσταςίας, καὶ ὅτι »οὐκ
<lb n="15"/> ἔστιν ἔτι προφήτης«, ἔτι· ἀφεῖλε
γὰρ (φηςὶ) κύριος »ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας
καὶ ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλὴμ
(κατὰ τὸν τοῦ Ἡσαΐου λόγον)
<lb n="20"/> ἰσχύοντα καὶ ἰσχύουσαν, γίγαντα
καὶ ἰσχύοντα« καὶ τὰ λοιπὰ μέχρι
συνετοιῦ ἀκροατοῦ.</p><p>Δύναται δὲ πρὼτον μὲν εἰληφέναι
γυναῖκα τὴν συναγωγὴν καὶ
<lb n="25"/> συνῳκηκέναι αὐτῇ ὁ Χριστός, ὕστερον
δὲ ἐκείνην μὴ εὑρηκέναι »χάριν
ἐναντίον αὐτοῦ«· ἡ δὲ αἰτία τοῦ μὴ
εὑρηκέναι αὐ τὴν» χάριν ἐναντίον αὐτοῦ«
τὸ εὑρεθὴναι »ἐν αὐτῇ ἄσχημον
<lb n="30"/> πρᾶγμα«. τί γὰρ ἀσχημονέστερον
τοῦ (προκειμένου ἀπολῦσαι ἐν τῇ[
ἑορτῇ ἕνα) ἀπολῦσαι μὲν αὐτοὺς
<note type="footnote">7 Deut. 14, 22; 16, 1–9f Vgl. Lev. 24 u. ö. –13ff Vgl. Orig. hom.
IV, 2 in Jer. (III, 24, 27 ff): καὶ ἐπεὶ ἔλαβον τὸ βιβλίον τοῦ ἀποσταςίου, διὰ τοῦτο
ἐγκατελείφθησαν πάντη κτλ. – 14f Ps. 73, 9 – 16 ff Jes. 3, 1–3 – 17 ff Vgl.
Orig. hom. IV, 2 in Jer . – 26 ff Vgl. Deut. 24, 1 – 30 ff Vgl. Matth. 27, 15f
10 &lt;τάδε ἢ&gt; Koe 21 καὶ ἰσχύοντα
Kl κατισχύοντα ΜΗ 23 πρῶτον
(=α) Diehl Koe ὁ ΜΗ 28 &lt;αὐ&gt; τὴν
Kl 32 μὲν &lt;Μ</note>

<pb n="v.10.p.331"/>
ἠξιωκέναι Βαραβᾶν τὸν λῃστήν,
καταδικάσαι δὲ Ἰησοῦν; καὶ τί ἀσχημονένστερον
τοῦ πάντας εἰρηκέναι
ἐπ’ αὐτῷ »σταύρου, σταύρου αὐτόν«
<lb n="5"/> καὶ »αἶρε ἀπὸ τῆς γῆς τὸν τοιοῦτον«;
πῶς δὲ οὐκ ἂν ἄσχημον καὶ τὸ »τὸ
αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ
τέκνα ἠμῶν«; διὸ ἐκδικουμένου αὐτοῦ
ἐκυκλώθη »ὑπὸ στρατοπέδων Ἱερουσαλὴμ«
<lb n="10"/> καὶ ἐπέστη »ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς«,
καὶ ἀφείθη αὐτοῖς »ὁ οἶκος«
αὐτῶν, καὶ ἐγκατελείφθη »ἡ θυγάτηρ
Σιὼν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι,
καὶ ὠς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηλάτῳ,
<lb n="15"/> καὶ ὡς πόλις πολιορκουμένη«.
κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ (οἶμαι) καιρὸν
τῇ μὲν προτέρᾳ γυναικὶ ἔγραψεν ὁ
ἀνὴρ »βιβλίον ἀποσταςίου« καὶ ἔδωκεν
εἰς τὰς χεῖρς αὐτῆς« καὶ
<lb n="20"/> ἐξαπέστειλεν »αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας
αὐτοῦ«, τὴς δὲ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν
ἀπαλήλιπται τὸ χειρόγραφον· περὶ
οὗ φησιν ὁ ἀπόστολος τὸ »ἐξαλείψας
τὸ χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν,
<lb n="25"/> ὃ ἦν ὑπεναντίον ἠμῖν, καὶ
αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου, προσηλώσας
αὐτὸ τῷ στασυρῷ«. καὶ Παῦλος
γὰρ εἰς τὴν ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ***
προςήλυτοι ἐγένοντο τοῦ Ἰσραήλ.
<lb n="30"/> ἐξῆλθε τοίνυν ἡ προτέρα γυνὴ ἡ μὴ
»εὑροῦσα χάριν ἐναντίον« τοῦ ἀνδρὸς
τῷ εὑρῆσθαι »ἐν αὐτῇ ἄσχημον
<note type="footnote">4f Luc. 23, 21. 18 (vgl. Act. 22, 22) – 6 ff Matth. 27, 25 – 9 ff Luc.
21, 20–11 Vgl. Matth. 23, 38 Parr. – 12 Jes. 1, 8 – 18 ff Vgl. Deut. 24, 1 –
23 Kol. 2, 14 – 31 ff Vgl. Deut. 24, 1</note>
<note type="footnote">6 τὸ 1 &lt;Μ 10 ἐρήμωσης Η
11 ἀυτῆς Η 17 ἔγραψεν Μ w. e. sch.
ἔγραφεν Η 27 αὐτῶ Ha 28 ***
Hu καὶ ἕτεροι&gt; ρ 29 ἐγίνοντο Η</note>

<pb n="v.10.p.332"/>
πρᾶγμα«, ἀπὸ »τῆς οἰκίας« τοῦ
ἀνδρός, »καὶ ἀπελθοῦσα« γενένηται
»ἀνδρὶ ἐτέρῳ« ᾦ ἐαυτὴν ἁπέταξεν,
εἴτε Βαραβᾶν τὸν λῃστὴν κρὴ λέγειν
<lb n="5"/> τὸν ἄνδρα (ὄντα τροπικῶς τὸν διάβολον)
<milestone unit="altnumbering" n="643"/>  εἴτε τινὰ δύναμιν πονηράν. καὶ ἐπὶ τινῶν μὲν τῆς συναγωηῆς
ἐκείνης συμβέβηκε τὸ πρότερον ἐν
τῷ νόμῳ γεγραμμένον, ἐφ’ ἐτέρων
<lb n="10"/> δὲ τὸ δεύτερον· ὁ γὰρ ἔσχατος
ἀνὴρ ἐμίσηςεε τὴν γυναῖκα »καὶ
γράψει αὐτῇ« ποτε ἐπὶ τέλει τῶν
πραγμάτων »βι΄λίον ἀποστασίου
(τοῦτο οἰκονομοῦντος τοῦ θεοῦ)
<lb n="15"/> καὶ δύσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς καὶ
ἐξαποστελεὶ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας
αὐτοῦ«· ὡς γὰρ »ἔχθεαν« ὁ ἀγαθὸς
θεὸς ξήσει »ἀνὰ μέσον« τοῦ ὄφεως
καὶ »τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον
<lb n="20"/> τοῦ σπέρματος« αὐτοῦ, »καὶ ἀνὰ
μέσον τοῦ σπέρματος αὐτοῦ, »καὶ ἀνὰ
οίκονομήσει, ἴνα »μισήσῃ αὐτὴσῃ αὐτῆν ὁ
ἀνῆρ ὁ ἔσχατος«.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Εἰσὶ δὲ οἶς συμβέβηκε
<lb n="25"/> συνοικεῖν τὸν ἄνδρα μὴ μισήσαντα
αὐτοὺς τῷ παραμεῖναι ἐν τῷ οἴχῳ
τοῦ ἐσκάτου ἀνδρὸς καὶ λαβάντος
αὐτῶν τὴν συναγὴν ἐαυτῷ γυναῖκα.
ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων ἀποθνᾐσκει
<lb n="30"/> ὁ ἔσχατος ἀνύρ, τάχα ἡνίκα ἄν
»ὁ ἔσκατος ἐκθρὸς Χριστοῦ καταργηθῇ 
θάνατος«. ὁπότερον δὲ τούτων
ἄν γένηται εἴτε τὸ πρότερον εἴτε
τὸ τελευταῖον τῇ γυναικάί, »οὐ δυνήσεται 
<lb n="35"/> (φησὶν) ὁ ἀνὴρ ὀ πρότερος
ὁ ἐξαποστείλας αὐτὴν ἐπαναστρέ-
<note type="footnote">1 ff Vgl. Deut. 24, 2 – 11 ff deut. 24, 3 – 17ff Gen. 3, 15 — 22 Deut.
24, 3–29 Vgl. Deut. 24, 3 — 31 I. Kor. 15, 26 – 34 Deut. 24 4
8 συμβέβηκεν Ηa 12 gr;acei
Kl gr;afei MH 31 καταργῆ Η</note>

<pb n="v.10.p.333"/>
ψας λαβεῖν αὐτὴν τοῦ εῖναι ἑαυτῷ
γυναῖκα μετὰ τὸ μιανθῆναι αὐτήν,
ὅτι βδέλυγμα (φησὶν) ἐστὶν ἐναντίον
κυρίου τοῦ θεοῦ σου«. ἀλλὰ ταῦτα
<lb n="5"/> δόξει μὴ κατάλληλα εἶναι τῷ» ἐὰν ὁ
Ἰσραὴλ σωθήσεται«. ὅρα δὲ εἰ δύναται
καὶ πρὸς τοῦτο λέγεδθαι ὄτι
πάντως, εἰ σωθήσεται, τῷ τὸν
<lb n="10"/> ἄνδρα αὐτῆς τὸν πρότερον ἐπανα
στρέψαντα »λαβεῖν αὐτὴν τοῦ εἶναι
αὐτῷ γυναῖκα μετὰ τὸ μιανθῆναι
αὐτὴν« σωθήσεται. ἱερεὺς μὴν οὖν
»πόρνην «καὶ»ἐκβεβλημένην« »οὐ λήψεται«
<lb n="15"/> ἑαυτῷ γυναῖκα, &lt;ἄλλος&gt; δέ τις
οὐ κωλύεται (ὡς ὑποβεβεβηκὼς τὸν
ἰερέα) ποιῆσαι τὸ τοιοῦτον. ἀλλ’
ἐὰν περὶ τῆς τῶς τῶν ἐθνῶν κλήσεεως τὸ
»πόρνην« ζητῇς, χρήσῃ τῷ »λάβε
<lb n="20"/> σεαυτῷ γυναῖκα πορνείας καὶ τέκνα
πορνείας« καὶ τοῖς ἐξῆς. ὡς γὰρ »οἰ
ἱερεῖς ἐν τῷ ἰερῷ τὸ σάββατον
βεβηλοῦντες ἀναίτιοί εἰσιν«, οὔτως
ἐν καιρῷ λαμβάνων γυναῖκα παονείας
<lb n="25"/> νείας ὁ ἐκβάλλων τὴν προτέραν γυναῖκα
[καὶ] ἀναίτιός ἐστι, πστι, ποιήσας
αὐτὸ κατὰ τὴν πρόσταξιν τοῦ (ὅτ’
ἔδει) εἰπόντος (καὶ ἔως ἐχρῆν) τὸ γυναῖκα
»πόρνην οὐ λήψεται«, καὶ (ὅτε
<lb n="30"/> εὔλογον ἦν) φήσαντος» λάβε σεαυτῷ
γυναῖκα πορνείας«. ὡς γᾶρ «κύριός
ἐστι τοῦ σαββάτου ὁ υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου« καὶ οὐ δοῦλος τοῦ
σαββάτου ὡς ὁ λαός, οὔτως κύριός
<note type="footnote">5 Röm. 11, 25 f – Deut. 24, 4 — 13f Vgl. Lev. 21 14 — 19.30 Hos.
1,2 — 21 Matth. 12, 5 — Vgl. Lev. 21, 14 — 33 Vgl. Matth. 12, 8 Parr.
1 αὐτῶ Μ 1. 11 τοῦ Diehl
Kl τῶ ΜΗ 15 &lt;ἄλλος&gt; Hu 26 [καὶ]
Kl 27 ὅτ’ ἔδει Κl ὄτι δεῖ ΜΗ
30 φήσαντος Κl φησὶ τὸ ΜΗ</note>

<pb n="v.10.p.334"/>
ἐστιν ὁ τὸν νόμον διδοῦς διδόναι μὲν
«ἄχρι καιροῦ διορθώσεως« καὶ ἀλλάσσειν
νόμον, ἐπιστάντος δὲ τοῦ
καιροῦ τῆς διορθώσως καὶ ιδόναι
<lb n="5"/> μετὰ τὴν προτέραν ὁδὸν καὶ μετὰ
τὴν προτέραν καρδδίαν »ὁδὸν ἐτέραν
καὶ καρδίαν ἐτέραν« »καιρῷ <milestone unit="altnumbering"/> δεκτῷ«
»καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας«. καὶ ταῦτα
μὲν κατὰ μέεν διήγησιν λελέχθω εἰς
<lb n="10"/> τὸν περὶ τοῦ βιβλίου τῆς ἀποστασίας
νόμον.</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>