<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:61-80</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:61-80</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="61"><head>Klagel. Jerem. 2, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.19"><p>Αρον πρὸς αὐτὸν χεῖράς σου διὰ τῆς τῶν καλῶν ἐργασίας. <lb n="10"/> οὐ περὶ τῶν
							τυχόντων ὁ ἀγών, δι' ἀπορίαν τοῦ θείου λόγου τῶν σῶν ἐκλειπόντων νηπίων,<milestone unit="altnumbering" n="340"/> καὶ ἱσταμένων ἐπ' ἀρχῆς πασῶν ἐξόδων, τῶν ἐντολῶν τοῦ
							θεοῦ, καὶ προβῆναι μὴ δυναμένων ἄνευ θεοῦ συνεργείας καὶ τοῦ στηρίζοντος ἅρτου
							καρδίαν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="62"><head>Klagel. Jerem. 2, 20.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.20"><p>Τοῦ προφήτου παραινέσαντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπείσθη καὶ λέγει πρὸς τὸν θεόν· »μὴ
							ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ«, »ἐπίβλεψον ἐπ' ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με«, »μὴ τῷ θυμῷ
							σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύθῃς με«. μείζων ἀνθρωπίνης φύσεως ἡ πληγή. οἶδα
							παραβᾶσα τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐντῦθεν ἐπιτιμίοις <lb n="20"/> ἐν οἶς ἐστι καὶ τὸ »φαγῇ
							τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας σου, κρέα υἱῶν καὶ θυγατέρων σου«. ἐνόμιζον ἓως ἀπειλῆς εἶναι τὰ
							ῥήματα· κύριε, ὅτι »ὁ νόμος σου ἀλήθεια«. ἱερέως δὲ καὶ προφήτου σφαγὴν οὐκ ἐπυθόμην
							ἐν μέσῳ νεώ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="63"><head>Klagel. Jerem. 2, 21.</head><lb n="25"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.21"><p>Ἐπὶ γῆς ἦσαν ἐρριμμένοι πάντες οἱ δι' ἡλικίαν πρὸς τοὺς πόνους ἀδύνατοι, θέαμα λίαν
							ἐλεεινόν, ὡς καὶ νέων σφαγὴ καὶ παρθένων † εἴθε καὶ τούτων σφαγαὶ πρὶν εἰς ζωὴν
							πικροτέραν ἀπάγεσθαι. ἔξοδοι δὲ γῆς τὰ βιωτικὰ πράγματα, ἐν οἶς ἐκοιμήθησαν μὴ <note type="footnote">1 Psal. 84, 9.-2 Eph. 6, 12. — 4 Mark. 13, 35. — 6 Matth. 24, 43. —
								13 Vgl. Psal. 103, 15. — 16 Psal. 26, 9. — Psal. 24, 16. — 17 Psal. 6, 1. — 20 Deut.
								28, 53. — 22 Psal. 118, 142. — 25 Origenes las mit QLuc. u. a.: γῆν τῶν)
								ἐξόδων.</note>
							<note type="footnote">3 πρὸς 3] καἲ ο | 4 μεσονυκτίῳ c Ι 5 άλεκτρυοφωνίας ο | 15 Τοῦ]
								vorher τοῦ αὐτοῦ c Ι ἐπείσθη Vat. gr. 1153/54 ἐπήσθη c* ἐπίσθη c 1 0 | 20 ἔγγονα ο |
								23 ἐμμέσω C Ι ναῶ ο | 26 παρθένων] † αἰχμαλωσία Lietzmann nach LXX | 27 εἴθε] εἴγε?
								Koetschau.</note>
							<pb n="262"/> &gt;γρηγορήσαντες μηδὲ προσευξάμενοι&lt;, κλείσαντες δὲ καὶ ἀφροσύνην
							τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμούς. καὶ τίνες οὗτοι; εἰ μὲν παιδάρια, οὐ θαυμαστὸν ἄγαν. νυνὶ δὲ
							πρὸ τούτων οἱ δοκοῦντες προβεβηκέναι κατ' ἀρετὴν καὶ πᾶς δὲ τὴν ψυχὴν ἀδιάφθορος καὶ
								<lb n="5"/> δυνατὸς ἐν πολέμῳ γέγονεν ἐχθροῖς ὑποχείριος. σὺ σὺ ὡς ἀγαθὸς τὴν
							τοιαύτην αὐτῶν καταπαύεις ζωήν, καὶ κατατέμνεις πᾶσαν αὐτῶν σύστασιν τὴν ἐπὶ κακῷ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="64"><head>Klagel. Jerem. 2, 22.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.22"><p>Οἱ κύκλῳ μου, φησί, τὴν Ἰουδαίαν οἰκοῦντες τὴν εἰς ἐμὲ ἐορτὴν <lb n="10"/> ἐνόμιζον
							καταφυγήν, σωτηρίαν ἐντεῦθεν ἐλπίζοντες· ὡν οὐδεὶς ὑπολέλειπται διὰ τὴν σὴν αὐτοῖς
							ἐπενεχθεῖσαν ὀργήν. δι΄ ὡν γὰρ ἥμαρτον, πολλοὶ καὶ δυνατοὶ γεγόνασιν οἱ ἐχθροί.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="65"><head>Klagel. Jerem. 3, 1.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.1"><p>Δεινὰ συνέβη τῷ προφήτῃ καὶ πρὶν ἁλῶναι τὴν πόλιν καὶ <lb n="15"/> ταύτης ἑαλωκυίας.
							διὸ στοιχειώσεως ἑτέρας κατάρχων, ἐαυτὸν ἀποδύρεται, πτωχείαν ὁρῶν καὶ ἐρημίαν τῆς
							πόλεως διὰ παιδείαν κυρίου. καὶ αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἡττον γέγονεν έν ἐνδείᾳ ἀγαθῶν, ἅμα μὲν
							ἐν περιστάσει γεγονὼς ἡνίκα τούτους ἐξήλεγχεν, ὥστε λέγειν· »διετέλεσα μυκτηριζόμενος
							πᾶσαν τὴν ἡμέραν«, ἅμα δὲ καὶ ταῖς τῶν <lb n="20"/> δεινῶν αὐτῶν κοινωνῶν συμφοραῖς
							καὶ τῇ ἐκ συμπαθείας φησὶ δὲ καὶ κατὰ τὸν Δαβίδ· »σκιὰ θανάτου ἐπεσκίασέ με«. ὅταν γὰρ
							δοκῇ <milestone unit="altnumbering" n="341"/> πρὸς βραχὺ διδόναι τοῖς πόνοις ἀνακωχήν,
							αὐθις παλινδρομεῖ διημνεκῆ τιμωρίαν ποιούμενος.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="66"><head>Klagel. Jerem. 3, 3.</head><lb n="25"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.3"><p>Τὸ ὅλην τὴν ἡμέραν δηλοῖ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ὡς παρὰ τῷ Δαβίδ· »ὅλην τὴν ἡμέραν
							πολεμῶν ἔθλιψέ με«. σημαίνοι δ’ ἂν τὸ ἔστρεψε χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὅτι πάλαι μοι τὰ ἀγαθὰ
							χορηγῶν, νῦν τὰς παιδείας ἐπάγει, καθάπερ ἀλλάξας τὴν χεῖρα.</p></q><note type="footnote">1 Vgl. Matth. 26, 41 Mark. 14, 38. — 19 Jerem. 20, 7. — 21 Vgl.
						Psal. 43, 20?? — 26 Psal. 55, 2. — 28 Vgl. Σ΄ μεταβάλλει) und LXX Luc. ἐπέστρεψε ἥλλαξε)
						vgl. Gen. 48, 14.</note><note type="footnote">1 κλίνσαντες πρὸς ο | 1/2 ἀμαρτίαν καὶ εὐφροσύνην c | 15 ἑαλωκυίας
						Vat. gr. 1153/54 ἀλωκυίας co | 17 ἐν ἐνδία γέγονεν ο | 21 με] μοι ο | 22 δοκῆ c 1 δοκεῖ
						(c *?) ο | ἀνακωψήν Vat. gr. 1153/54 ἀνακοχήν co.</note><pb n="263"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="67"><head>Klagel. Jerem. 3, 4.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.4"><p>Τὴν σαθρότητα τὴν συμβὰσαν ἡμῖν ἐκ τῆς ἁμαρτίας σημαίνει.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="68"><head>Klagel. Jerem. 3, 4.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.4"><p>Συμφορὰ γὰρ ἐπίμονος γεροντικὴν ἀσθένειαν ἐμποιεῖ.</p></q><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="69"><head>Klagel. Jerem. 3, 5. 6.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.5-5.6"><p>Οὐ γὰρ ἀφῆκέ με διαφυγεῖν τὰ δεινὰ πανταχόθεν πολιορκαούμενον. λέγοι δ’ ἂν ἴσως καὶ
							τὸ περιβληθὲν τῇ πόλει τεῖχος πολέ- μιον. τὴν αὐτὴν δὲ τῷ Δαβὶδ ἀφῆκε φωνὴν εἰρηκότι·
							»ἐκάθισάν με έν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος«. τοῦτο τοῦτο διὰ τὰς ἀπὸ τῶν πολεμίων
								<lb n="10"/> εἱρκτάς, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὰς ἐκ θεοῦ συμφοράς· ψυχῆς γὰρ σκότος οἱ
							πειρασμοί. ἰδικὼς δὲ &gt;Ἱερεμίαν καὶ εἰς τὸν ἐνέβαλεν ὁ Πασχώρ&lt;, σκοτεινὸν ὄντα
							καὶ ἀφεγγῆ, ὁποῖον ἦν καὶ Δαβὶδ τὸ σπήλαιον ἐν ᾦ παρὰ Σαοὺλ ἀπεκρύπτετο. δύναιντο δὲ
							καὶ εἰς Χριστὸν οἱ δύο Θρῆνοι λαμβάνεσθαι, οὗ τύπος ἦν Ἱερεμίας <lb n="15"/> τοσαῦτα
							παρὰ Ἰουδαίων πεπονθότος καὶ τέλος τάφῳ παραδοθέντος.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="70"><head>Klagel. Jerem. 3, 7. 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.7-3.8"><p>Ἀφύκτοις με κακοῖς περιβέβληκεν, ἐπιθεὶς τῷ τραχήλῳ μου λαὸν ἀπηνῆ καὶ
							παραπικραίνοντα καὶ μεῖζον ἢ κατ' ἐμὲ φορτίον. οὐκ εἰσηκούσθην δὲ κουφισθῆναι πολλάκις
							εὐξάμενος· εἰσακουσθῆναι <lb n="20"/> γὰρ τοὺς ἁγίους ἔσθ' ὅτε κωλύει τὰ πράγματα.
							λέγοι δ' ἂν ζυγὸν καὶ τοὺς κλοιοὺς τοὺς σιδηροῦς, οὓς ἀντὶ ξυλίνων θεοῦ κε- λεύσει
							περιεβάλετο, φέρεται γὰρ καὶ γραφή· ἐβάρυνε γὰρ τὸν χαλκὸν τοῦ τραχήλου μου. ἀπέφραξε
							γὰρ τὴν προσευχήν μου καὶ λέξας αὐτῷ· μὴ προσεύχου περὶ αὐτῶν· οὐ γὰρ εἰσακούσομαί <lb n="25"/> σου&lt;.</p></q><note type="footnote">6f. Vgl. Olymp. (Gh 111,127): ἐκ δὲ προσώπου τῆς ἀνθρωπείας φύσεως,
						. . . οὕτω περιῳκοδόμησε κατ' ἐμοῦ, ὡς μὴ δύνασθαί με διαφεύγειν. — 8 ff. Vgl. Olymp,
						(a. a. 0.): τοῦτο πρότερος ὁ Δαβὶδ κτλ. — Psal. 142, 3. — 11 Vgl. Jerem. 20, 2. — 13
						Vgl. Ι Sam. 24, 4. — 19 Vgl. Jerem. 35, 13. — 22 Vgl. LXX Luc. — 24 Vgl. Jerem.14, 11.
						12.</note><note type="footnote">2 Τὴν — σημαίνει] nach Nr. LXVIII unter der Überschr. Ὀλυμπιόδ ο | 4
						Συμφορὰ] vorher τοῦ αὐτοῦ c Ι 6 Οὐ] vorher τοῦ αὐτοῦ c Ι 7 λέγει ο | 8 δὲ τῷ] μετὰ c |
						11 καταράκτην ο | 15 παθόντος ο | 19 πολλάκις] x003C; c | 20 δ’ ἂν] δὰν ο δὲ c Ι 22
						περιεβάλλετο ο | 24 περὶ] ὑπὲρ ο.</note><pb n="264"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="71"><head>Klagel. Jerem. 3, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.9"><p>Ορμήσας γὰρ πολλάκις οὐ συνεχωρήθη παραιτήσασθαι τὴν διακονίαν. ἔφασκε γάρ· »ού μὴ
							ὀνομάσω τὸ ὅνομα κυρίου«, καὶ ὥσπερ ὑπὸ πυρὸς συνηλαύνετο. ἐμφράττει δὲ καὶ τὰς ὁδοὺς
							τῶν ἀμαρτωλῶν <lb n="5"/> οὐ συγχωρῶν ἀμαρτεῖν. ἀλλ' οὐ τοιοῦτος ὁ προφήτης , ὅς γέ
							φησιν· »οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου παιζόντων«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="72"><head>Klagel. Jerem. 3, 12.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.12"><p>Πᾶν αὐτοῦ, φησί, βέλος ἐκἐνωσε κατ' ἐμοῦ, τὴν ἐμὴν τιτρώσκων ἐπιθυμίαν καὶ μὴ
							συγχωρῶν μοι πράττειν ὡς βούλομαι.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="73"><head>Klagel. Jerem. 3, 13—15.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.13-3.15"><p>Νεφροὶ δὲ ἐν τῇ γραφῇ τὸ ἐπιθυμητικόν,<milestone unit="altnumbering" n="342"/> ἰοὶ δὲ
							τὰ βέλη. καί με λοιπὸν ὡς ψεύστην διέσυρον ᾠδήν με ποιήσαντες. καὶ φθάσας δὲ ἔλεγε·
							»κατὰ μόνας ἐκαθήμην, ὅτι πικρίας ἐνεπλήσθην‘ καὶ τὰ ἐξῆς· ὁ μὲν γὰρ ἐδεῖτο ὑπὲρ
							αὐτῶν, οἱ οἱ ἐπεβούλευον , καὶ ὅμως <lb n="15"/> τὴν διακονίαν οὐκ ἦν παραιτήσασθαι.
							ἐπικραίνετο τοίνυν καὶ πάσχων ὑπ' αὐτῶν <add>καὶ</add> πάσχουσι συναλγῶν καὶ ἀσεβοῦσιν
							ὑπεραχθόμενος.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="74"><head>Klagel. Jerem. 3, 16—18.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.16-3.18"><p>Ψήφῳ φησὶν ἢ ἀριθμῷ, καθ’ ἔκαστον ὀδόντα παιομένου κατὰ <lb n="20"/> τῆς σιαγόνος, ἢ
							λίθῳ σκληρῷ. καὶ κατὰ τὸν Δαβὶδ δέ φησι· Μὰ σποδοῦ ἄρτον μου ἥσθιον&lt;, τὸ μηδὲ ἄρτον
							σὺν ἡδονῇ λαμβάνειν δηλῶν ὑπὸ θλίψεως. οὐκ ἦν οὖν εἶναι τὴν ψυχὴν ἐν εἰρήνῃ, αὐτὴν
							ταραττομένην καὶ προσέτι βλέπουσαν ἔξωθεν θορύβους, ἔσωθεν μάχας. διὸ μηδὲν ἐλπίσας
							χρηστόν, τὰς Ἰὼβ ἀφῆκα φωνάς· »ἀπείπατό με <lb n="25"/> ἔλεος, καὶ ἡ ἐλπίς μου παρὰ
							κυρίου«. οὐ γὰρ ἡν νικῆσαι τὰ περιεστῶτα δεινά.</p></q><note type="footnote">3 Jerem. 20, 9.—6 Jerem. 15, 17. — 13 Jerem. 15, 17. — 20 Vgl. Psal.
						101, 10. — 23 Vgl. II Kor. 7, 5. — 24 Hiob G, 14.</note><note type="footnote">2 συνεχώρησας c Ι συνηλαύνετο c 1 συνελαύνετο c * (w. e. sch.) ο | 8
						βέλος, φησί ο | 11 δὲ 1] &lt; ο | 16 ὑπ'] ὑπὲρ c Ι ἀσεβούντων ο | 20 σκληρῷ καὶ]
						σκληρῶσε ο | 21 σποδοῦ] + τὸν ο | ἄρτον 2] ἄρτου Ιο | 22 οὐκ ἦν] οὐ κ' εῖον (ειον in
						Ras.) c Ι αὐτὴν] + τε 1.</note><pb n="265"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="75"><head>Klagel. Jerem. 3, 25. 26.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.25-3.26"><p>Πρὸς πάντας γὰρ ὤν ἀγαθὸς τὴν παρ' ἡμῶν ὑπομονὴν ἀπαιτεῖ. τῇ γὰρ ψυχῇ, ἥ ζητήσει
							αὐτόν, ἀγαθὸν τὸ ζητεῖν, ἤτις ὑπομένοι μὴ ταραττομένη, μέχρι τὸ ἔλεος ἀπαντήσειεν,
							μηδὲ μεθισταμένη, <lb n="5"/> μέχρι τὸ σωτήριον ἐπιφανείη κυρίου, εἰς τὸ ἐλπίζειν εἰς
							ἕτερον. ἴσως δὲ καὶ ἡσυχάσει λέγει μὴ πολυπραγμονοῦσα τῆς προνοίας τὰ κρίματα. δεῖ
							τοίνυν, κἂν ἀγνοῶμεν, μὴ ἀφηνιάσαι κυρίου.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="76"><head>Klagel. Jerem. 3, 27. 28.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.27-3.28"><p>Ὁτι &gt;ὁ ζυγὸς αὐτοῦ χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον ἐλαφρόν&lt;. <lb n="10"/> μηδεὶς αὐτῷ
							συναινῇ περί του, δεῖ μὴ συναπάγεσθαι, ἀλλὰ κἂν μονωθῇ πρὸς τοῦτο, τοῖς δεδογμένοις
							ἐγκαρτερεῖν καὶ ἐνιδρὺσθαι βεβαίως. »κύριος« γὰρ »κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ«
							φησὶν ὁ Δαβίδ, καὶ »κατὰ μόνας εἰμὶ ἐγώ, ἕως οὑ παρέλθω«, δηλονότι τοὺς πειρασμοὺς
							φιλανθρωπίας τυχών.</p></q><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="77"><head>Klagel. Jerem. 3, 27. 29. 30.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.27 urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.29 urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.30"><p>Ταπεινώσει γὰρ ἑαυτὸν φάσκων· »ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός«, εἴπερ ὄντως ἐστὶν ἀνήρ,
							καὶ τῆς μὴ καταισχυνούσης ἐλπίδος πεπλήρωται, ὁποῖον καὶ τὸ »ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ φυχή
							μου«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="78"><head>Klagel. Jerem. 3, 31.</head><lb n="20"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.31"><p>Ἁρμόζει τοῦτο καὶ πρὸς τοὺς έν τῇ αἰχμαλωσίᾳ λέγοντας τὰ ἐν τῷ ἑβδομηκοστῷ τρίτῳ Ψαλμῷ·
						»ἱνατί, ὁ θεός, ἀπώσω εἰς τέλος; ὠργίσθη ὁ θυμός σου ἐπὶ πρόβατα νομῆς σου;« σύμφωνον δὲ
						τὸ »οὐκ εἰς τέλος ἀπώσεται κύριος οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ«· ἐρεῖ δὲ τῷ πρὸς ἀξίαν
						μετανοήσαντι· »διαλειπέτω ἡ φωνή σου ἀπὸ <lb n="25"/> κλαυθμοῦ, καὶ οἱ ὀφθαλμοί σου ἀπὸ
						δακρύων«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="79"><head>Klagel. Jerem. 3, 38.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.38"><p>Διὰ τούτων μανθάνομεν μὴ εἰρηκέναι τὸν κύριον μηδὲ αἴτιον εἶναι τοῦ ταπεινωθῆ.ναι
							τοὺς δεσμίους τῆς γῆς ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, <note type="footnote">4 Vgl. Psal. 6, 4. - 9
								Vgl. Matth. 11, 30. — 12 Psal. 67, 7. — 13 Psal. 140, 10. — 16 Vgl. Matth. 18, 4? —
								Gen. 18, 27. — 17 Vgl. Rom. 5, 5. — 18 Psal. 118, 25. — 21 Psal. 73, 1. — 23 Psal.
								102, 9. — 24 Jerem. 38, 16.</note>
							<note type="footnote">3 ἥ ζητήσει] τῆ ζητούση c Ι ὑπομένει c Ι 4 μεθισταμένην c | 10
								τοῦ ABBREV δεῖ μὴ συναπάγεσθαι ο τοῦ δεῖ μὴ συνάπτεσθαι c | 16 αὐτὸν ο | 20 τὰ]
								x003C; ο | 22 τὸ] τῶ ο | 27 Διὰ] hierzu a. R. ὠριγ c 1 | μανθάνωμεν ο | κύριον] +
								καὶ c.</note>
							<pb n="266"/> οὐδὲ τὰ ἀνθρώπινα κρίματα έγκλίνειν κατέναντι τοῦ<milestone unit="altnumbering" n="343"/> θεοῦ. θεοῦ, δίκαιον ἀγαπᾷ καὶ εὐθύ, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ
							ἄξιον γενέσθαι καταδικάσαι ἄνθρωπον· οὐ γὰρ δύναται, φησί, τὰ ἐναντία ἐκ στόματος
							κυρίου ἐξεληλυθέναι, τὰ ἀγαθὰ καὶ τὸ κακόν· οὔτε γὰρ &gt;δίνδρον <lb n="5"/> καρποὺς
							πονηροὺς ποιεῖ, οὔτε δένδρον πονηρὸν καρποὺς ἀγαθούς&lt;. τὸ οὖν ἀδικεῖσθαι ἄνδρας ὑπὸ
							πονηρῶν παρὰ τὴν θείαν κρίσιν ἐστί, γίνεται δὲ ὅμως έν τοῖς περιορωμένοις ὑπὸ θεοῦ,
							καθὰ τοῖς Ἰσραηλίταις ὑπὸ τῶν πολεμίων συνέβη, καὶ ἐν ἐπιστροφῇ θεοῦ λύεται. διὸ χρὴ
							ταύτην ἀναζητεῖν τοὺς ἐπὶ τιμωρίᾳ παραδοθέντας.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="80"><head>Klagel. Jerem. 3, 39. 40.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.39-3.40"><p>Μάτην ἄρα γογγύζοντες ἐπὶ τὸν δημιουργὸν τὴν αἰτίαν ἀνάγομεν· ὅπερ ὁ ζῶν ἄνθρωπος οὐκ
							ἔχει ποιεῖν· νεκρῶν γὰρ ἐν ἁμαρτίαις ἡ τοιαύτη προαίρεσις, εἰ μὴ ἅρα διελέγχει τὸν
							ζῶντα καθ’ ἁμαρτίαν, καὶ θεὸν αἰτιώμενον. ὡς οὖν ἑτέραν αἰτίαν οὐκ <lb n="15"/>
							ἕχοντες ἢ μόνους ἑαυτούς, τὰ παρ' ἑαυτῶν γενόμενα κρίναντες ἐπιστρέψωμεν.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>