<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:41-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:41-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="41"><head>Klagel. Jerem. 1, 20.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:1.20"><p>Ἐν μὲν οὖν τῇ προφητείᾳ ἀλγεῖ τὴν ψυχὴν ὡς πεισόμενος δει- νότατα· ἐν δὲ τῷ παρόντι
							Θρήνῳ, ὡς ἤδη τούτων συμβεβηκότων, ἄχθεταί τε καὶ δι' ἁμαρτίας ὁμολογεῖ τὴν χρηστότητα
							τοῦ θεοῦ <lb n="5"/> πικροτάτην ἑαυτὴν καταστῆσαι, ὡς καὶ ἀτεκνωθῆναι τὴν πολύ-
							τεκνον, καὶ τὸ δεινότατον, πολεμίᾳ χειρί. προσωποποιίας δὲ οὔσης, οὐ δεῖ ζητεῖν πόλεως
							κοιλίαν τεκοῦσαν καὶ καρδίαν λελυμένην.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="42"><head>Klagel. Jerem. 1, 21.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:1.21"><p>Μερίζει τὸν λόγον Ἱερουσαλὴμ πρὸς τοὺς ἐχθρούς, οὒς ἀκοῦσαι <lb n="10"/> βούλεται,
							καὶ πρὸς τὸν θεόν. ἀλλὰ τί παρακαλεῖ πρὸς ἀκοὴν τοὺς ἐχθρούς; τί δέ φησι τῷ θεῷ περὶ
							αὐτῶν ὡς ἐχάρησαν; μήποτε τοίνυν ἐπεὶ τῷ αὐτῆς καὶ Ἰσραὴλ παραπτώματι γέγονεν ἡ
							σωτηρία τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ παραζηλῶσαι αὐτούς&lt;, καὶ ὂταν τὸ <milestone unit="altnumbering" n="335"/> πλή- τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, τότε πᾶς Ἱσραὴλ σωθήσεται&lt;)
							πρὸς <lb n="15"/> ἀπὸ τῶν ἐθνῶν τὰ πρῶτα λέγει προφητικῶς, πρὸς τὸν θεὸν δὲ τὰ
							δεύτερα. ἐγκατελείφθην παθεῖν ἵνα χώραν λάβητε, καὶ γέγονα δι ὑμᾶς ἐχθρὰ τοῦ θεοῦ,
							καίπερ κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἀγαπητὴ διὰ τοὺς πατέρας ὑπάρχουσα. διὸ τὸν ἐμὸν ἀκούσαντες
							στεναγμόν, , καὶ τὴν αἰτίαν τούτου νοήσατε· τέλεον γὰρ ἐφ΄ ὑμετέρᾳ σωτηρίᾳ
							ἐγκαταλέλειμμαι, <lb n="20"/> μὴ ἕχουσα τὸν ἀεί με παραμυθούμενον μετὰ πεῖραν κακῶν.
							νῦν γὰρ ἐξέλιπεν ἄρχων ἐξ Ἰούδα, καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν · ἦλθε γὰρ ᾠ ἠν τὰ
							ἀποκείμενα x003C;, ἡ προσδοκία τῶν x003C;, οὑπερ ἐκδικουμένου τοῦ αἴματος, οὐδεὶς ὁ
							παρακαλῶν ἔτι τὴν Ἱερουσαλήμ.</p></q><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="43"><head>Klagel. Jerem. 1, 22.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:1.22"><p>Τουτέστι· μὴ ἐπὶ πλέον ἀφεθῇ χρῆσθαι αὐτῶν ἡ κακία, γέ- νοιτο δέ σου ἐν ἐπισκοπῇ, ὡς
							εἴ τις εὔξαιτο τραύματα εἰς ὄφιν ἐλθεῖν ἰατροῦ πρὸς τὸ τυχεῖν τελείας ἰάσεως· τοῦτο
							γὰρ τὸ πᾶσα· μακάριον γὰρ μάλιστα μὲν τὸ μὴ ἁμαρτεῖν, δεύτρον δὲ τὸ πᾶσαν <lb n="30"/>
							ἡμῶν ἐπισκοπεῖσθαι παρὰ θεοῦ τὴν κακίαν.</p></q><note type="footnote">2 Vgl. Jerem. 15, 10 und in Jer. Hom. 15, 4 (S. 128, 20). — 12 Vgl.
						Rom. 11, 11. — 13 Vgl. Rom. 11, 25. — 21 f. Vgl. Gen. 49, 10. — 29 ff. Vgl. Philo de
						poen. II, 405 Μ : τὸ μετανοεῖν οὐκ ἐν τῇ πρώτῃ καὶ ἀνωτάτω τεταγμένον τάξει τῶν ἀγαθῶν,
						ἀλλ’ ἐν τῇ μετὰ ταύτην φερόμενον δευτερεῖα. τὸ μὲν γὰρ μηδὲν συνόλως ἁμαρτεῖν ἴδιον
						θεοῦ, τάχα δὲ καὶ θείου ἀνδρός, τὸ δ’ ἀμαρτόντα μεταβαλεῖν πρὸς ἀνυπαίτιον ζωήν,
						φρονίμου κτλ.</note><note type="footnote">2 πεισομένην c ει in Ras.) | 5 ἑαυτῆ ο | 10 ἀκοὴν] ἀκούειν ο 12
						ἐπεὶ] ἐπὶ clo 18 ὑπάρχουσα Ic* τυγχάνουσα C 1 τυγχάνουσα τυγχάνουσα ο | 21 ἐξἐλιπεν 1
						ἐξέλειπεν co | 23 ἔτι] ἐπι c | 26 γένοιντο ο | 29 μακάριον μὲν γὰρ μάλιστα c.</note><pb n="255"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="44"><head>Klagel. Jerem. 1, 22.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:1.22"><p>Ἐπιφυλλίσαι δὲ τὸ μετὰ τρυγητὸν τὰ βραχέα τῶν καταλειφθέντων ἐπιτρυγᾶν, ὃπερ ποιοῦσιν
							οἱ πένητες. ὥσπερ οὖν ὃτε μὲν ἐπεσκόπεις ἐπιμελῶς, ἐκάθαιρες τὰ κλήματά μου, πάντα τὰ
							χείρονα <lb n="5"/> μέχρι τῶν σμικροτάτων περιαιρῶν &gt;τῆς σταφυλῆς τῆς καὶ τοῦ
							βότρυος τῆς πικρίας&lt;, οὕτω τοὺς ἐμοὺς ἐχθροὺς τοῦτο γάρ μοι λυσιτελές, εἴγε μετ'
							αὐτοὺς τελείως σωθέντας κἀγὼ κατὰ τὴν σήν, ὦ κύριε, κρίσιν τεύξομαι σωτηρίας· οὒς
							ὁρὼσα λελύπημαί τε σφόδρα καὶ κατέγνων ἐμαυτῆς, τῆς ἐπισκοπῆς τῆς <lb n="10"/> παρὰ
							σοῦ δεομένη.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="45"><head>Klagel. Jerem. 2, 3.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.3"><p>Ομοιον παρὰ Δαβὶδ τὸ πάντα τὰ κέρατα τῶν ἁμαρτωλῶν συνθλάσει«. λέγει δὲ νῦν τοὺς
							ἄρχοντας, ἐν οἶς ἡ τοῦ ἔθνους ἰσχὺς καθάπερ ἐν τοῖς κερασφόροις τῶν ζώων, καὶ διότι
							τοῦ σώματος <lb n="15"/> ἐξέχει καθὰ τῶν ὑπηκόων οἱ ἄρχοντες. καὶ Δανιὴλ δὲ τὰς
							βασιλείας ἀπείκασε κέρασιν. δηλοῖ δὲ καὶ τὴν ὑπεροψίαν τοῦ ἡγεμονικοῦ τὸ κέρας, ὡς ἐν
							τῷ »μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν«. ἀποστρέψας οὐν αὐτοῦ τὴν σῴζουσαν χεῖρα τοῖς
							πολεμίοις εὐαλώτους ἐποίησεν, οὒς δὴ καὶ φλόγα πάντα δαπανῶσαν ἐκάλεσεν. εἴποις <lb n="20"/> δ' ἂν καὶ πᾶν ἐξέχον νόημα κέρας, καὶ πῦρ τὰ »πάθη τῆς ἀτιμίας«, οἶς ὁ
							πλημμελῶν παραδίδοται, πᾶσαν τὴν κυκλοῦσαν ἀπολέσας βοήθειαν κατὰ τὸ » παρεμβαλεῖ
							ἄγγελος κυρίου κὐκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτόν‘.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="46"><head>Klagel. Jerem. 2, 4.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.4"><p><lb n="25"/><milestone unit="altnumbering" n="336"/> Καὶ γὰρ ἐν τῷ ναῷ τὰς σφαγὰς ἐτόλμησαν οἱ
							πολέμιοι, συγχωροῦντος τοῦ θεοῦ. καλῶς δὲ τὸ ὡς ἐχθρός· οὐ γὰρ ἐχθραίνων κολάζει ὁ
							θεός, ἀλλ' ὠφελῆσαι βουλόμενος ἢ τοὺς πάσχοντας ἢ τοὺς ὁρῶντας. σκηνὴν δὲ καλεῖ τὸν
							ναὸν κατὰ τὸ ἐξ ἀρχῆς ἀρκῆς ἁγίασμα, καὶ τόξον τὴν τιμωρητικὴν δύναμιν ὡς ἐν Ἀμβακούμ·
							»ἐντείνων ἐντενεῖς <lb n="30"/> τὸ τόξον σου ἐπὶ τὰ σκῆπτρα, λέγει κύριος«, τὰς
							ἀντικειμένας <note type="footnote">1 Vgl. Joh. 15, 2.-5 Vgl. Deut. 32, 32. — 5 f. Vgl.
								Olymp. (Gh III, 65). — 12 Psal. 74, 11. — 15 f. Vgl. Dan. 8, 3 (LXX Θ'). — 17 Psal.
								74, 6. — 17 f. Vgl. Olymp. (Gh III, 74): ἢ ὁ θεὸς τὴν αὐτοῦ δύναμιν ἐπέσχεν καὶ οὐκ
								ἐπήμυνεν αὐτοῖς πολεμουμένοις ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν. — 20 Vgl. Rom. 1, 26. — 22 Psal. 33,
								8. — 28 Vgl. Olymp. (Gh III, 76): καθ' ἱστορίαν μέν, ἐν τῷ ναῷ. — 29 Hab. 3,
								9.</note>
							<note type="footnote">3 ὅπερ] ό δὴ ο | 8 τεύξωμαι ο | 13 1. συνθλάσω? | 14 διότι c* δὴ
								ὅτι c 1 δεῖ ὅτι ο | 17 ἐπαίρετε Vat. gr. 1153/54 ἐπαίρεται co | 19 πάντας·
								δαπανὼντας ο | 29 ἀμβακοῦν ο.</note>
							<pb n="256"/> δηλονότι ἀρχάς τε καὶ ἐξουσίας. ὁ υἱὸς δέ, δεξιὰ τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς
							ὑπάρχων, σφόδρα κατηγωνίσατο , καταλύσας καὶ ἄπερ ἐν ναῷ θεοῦ ἔστησαν εἴδωλα ( ταῦτα
							γὰρ ἐπιθύμημα ὀφθαλμῶν), ἀποκτείνας ἀντὶ τῶν εἰδώλων τοὺς ἐνοικήσαντας δαίμονας.</p></q><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="47"><head>Klagel. Jerem. 2, 5.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.5"><p>Βάρεις τὰς οἰκίας φησίν, ἅπερ βασιλείας ἐξέδωκε Σύμμαχος. ἐπαναλαμβάνει δὲ τοὺς
							θρήνους, ὡς ἄν τις ἐπὶ πένθει περιαλγὼν. πάλιν δὲ δείκνυσιν, ὡς ταπεινὸν λογισμὸν καὶ
							ταπεινὴν ἀνείληφεν ἕννοιαν, καθαιρεθέντων τῶν ὡς οἰκημάτων τε καὶ φρουρίων, καθάπερ
								<lb n="10"/> πληρούντων τὸ ἡγεμονικόν. ἀρεταὶ μὲν γὰρ τὰ οἰκήματα, ὑπ' αὐτῶν γὰρ
							σκεπόμεθα, ὀχυρώματα δὲ οἱ ἀναντίρρητοι λογισμοἰ. οὐ γὰρ ἐπὶ χειρόνων νῦν ἡ καθαίρεσις
							ὑψωμάτων, ἐπαιρομένων κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ&lt;, οὐδὲ ταπεινότητος καθ’ έ)ν
							&gt;μανθάνει τὰ δικαιώματα τοῦ · ταῦτα γὰρ χαρᾶς, ἀλλ’ οὐ <lb n="15"/> πέφυκεν
							ἄξια.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="48"><head>Klagel. Jerem. 2, 6.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.6"><p>Σκηνὴν μὲν τὸν ναόν, ἅμπελον δὲ καὶ ἀμπελῶνα λέγει τὸν Ἱσραὴλ κατὰ τὸ »ἄμπελον ἐξ
							Αἰγύπτου μετῆρας« παρὰ Δαβίδ, καὶ »ἀμπελὼν ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ ἠγαπημένῳ« παρὰ Ἡσαΐᾳ.
							καὶ Δαβὶδ μὲν <lb n="20"/> ἐπάγει · »ἵνα τί καθεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτῆς;« καὶ τὰ ἑξὴς,
							ὁ δὲ Ἠσαΐας· »ἀφεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτοῦ« καὶ τὰ ἐπὶ τούτῳ. ταῦτα καὶ ὁ παρὼν ἐδήλωσε
							Θρῆνος. συστείλας γὰρ ἑαυτοῦ τὴν φρουρὰν ὁ θεὸς τοῖς πολεμίοις παρέδωκεν, οὐκέτιο
							κύκλῳ αὐτοῦ παρεμβάλλον- τος x003E; διὰ τὸ μὴ φοβεῖσθαι τὸν x003C;. κατήργησε δὲ καὶ
								<lb n="25"/> τοὺς κατὰ νόμον εἰς λατρείαν καιρούς, ὡς ἔν Ἡσαΐᾳ φησί· »νηστείαν καὶ
							ἀργείαν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου«. ὅπερ λήθην ἐκάλεσεν, ἀλλ’ οὐχ ὡς πάθος
							ἀνθρώπινον. παρώξυνε δὲ βασιλέα καὶ ἱερέα, ἀγανακτοῦντας εἰ μερὶς ὄντες θεοῦ τοιαῦτα
							παρ’ ἀσε- βούντων ὑφίστανται.</p></q><note type="footnote">6 ff. Vgl. Olymp. (Gh III, 78): πρὸς μὲν ῥητόν, . . . τὰς ἰκίας
						φησί. πρὸς δὲ διάνοιαν, τοὺς περιφράττοντας τὴν ψυχὴν ἀγαθοὺς λογισμούς. — 12 Vgl. II
						Kor. 10, 5. — 14 Vgl. Psal. 118, 71. — 18 Psal. 79, 9. — 19 Jes. 5, 1. — 20 Psal. 79,
						13. — 21 Jes. 5, 5. — 23 f. Vgl. Psal. 33, 8. — 25 Jes. 1, 14. — 28 καὶ ἄρχοντα hat
						Origenes also nicht gelesen, wie auch LXX Luc. nicht.</note><note type="footnote">1 θεοῦ καὶ] x003C; ο | 6 Βάρεις] anonym am Anfang d. Seite ο | 17
						ἀμπελῶν δὲ ο | 19 ἐγεννήθη ο | 20 ἱνατί ο | αὐτοῦ ο | 24 θεόν] κύριον ο | 26 ἀργείαν c*o
						ἀργίαν c 1 | 28 εἰ] οἲ c Ι ὄντες] ἐν ταῖς ο.</note><pb n="257"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="49"><head>Klagel. Jerem. 2, 7.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.7"><p>Τὰ λειτουργικὰ παρέδωκε σκεύη, μηκέτι ταῖς παρ' ἀσεβῶν θυσίαις εὐαρεστούμενος κατὰ τὸ
							»ὁλοκαυτώματα κριῶν καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἶμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι«. παρέδωκε
							δὲ καὶ τὸ <lb n="5"/> συνέχον τεῖχος τὰς οἰκίας τῆς πόλεως, ἤγουν τὰ βασίλεια καθάπερ
							ἐξέδωκε Σύμμαχος. οἱ δὲ δυσμενεῖς παραλαβόντες <milestone unit="altnumbering" n="337"/> καὶ τὸν νεὼν ὡς ἐπὶ τελείᾳ νίκῃ λοιπὸν ἑώρταζον ἀλαλάζοντες. ψυχῆς δὲ θυσιαστήριον
							τὸ ἐν ἡμῖν λογικόν, δι' οὖπερ ἱερουργεῖται τὰ πάθη νεκρούμενα.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="50"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πᾶσαν γὰρ αὐτῆς ἀφεῖλεν ἀσφάλειαν, τῆς τιμωρίας ἐκτείνας τὸ μέτρον· ὃ δὴ καὶ Ζαχαρίας
							τεθέαται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="51"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πενθεῖ δὲ τεῖχος καὶ προτείχισμα, τὰ πένθους ἄξια, τοῦ <lb n="15"/> κλαίειν καὶ τοῖς
							ὁρῶσιν αἴτια γινόμενα· »τὴν γὰρ βουλὴν κυρίου τίς διασκεδάσει; καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν
							ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει ;« κατὰ τὸν μακάριον Ἡσαΐαν. τὴν δὲ τοιαῦτα πενθοῦσαν εἲτε πόλιν
							εἴτε ψυχὴν ὡς εἶναι τοῖς ἐχθροῖς καταπάτημα, πενθεῖν εἰκὸς ἀγγἐλους τοὺς πρότερον
							αὐτὴν ἄλλους ἐπ' ἄλλοις φυλάττοντας, μείχους <lb n="20"/> τε καὶ ὑποβεβηκότας. εἰ γάρ
							ἐπὶ σωθεῖσι χαίρουσιν, ἐπὶ πεσοῦσι πῶς οὐ πενθήσουσιν;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="52"><head>Klagel. Jerem. 2, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.9"><p>Ὡς γὰρ ὑπὸ γῆς ἢ θαλάττης καταποθεῖσαι γεγόνασιν ἀφα- νεῖς. ἀπώλοντο δὲ καὶ βασιλεὺς
							καὶ ἄρχοντες καὶ οἱ ψευδοπροφῆται <lb n="25"/> καὶ ὁ νόμος αὐτῆς ἀνάγκῃ δουλείας, ὃν
							δὴ προαιρέσει καὶ πρὶν ἀλῶναι κατέλυσαν. πύλαι δὲ ψυχῆς αἱ αἰσθήσεις, αἴτινες
							ἁμαρτανούσης κατακλύζονταί τε πάθεσι καὶ γίνονται γήϊναι. καὶ αἱ ταύτας δὲ τηροῦσαι
							τῆς ψυχῆς δυνάμεις ἐκλύονται ἀπολωλότος νοῦ τε βασιλεύοντος καὶ λογισμῶν ἀρχικῶν έν
							τοῖς πάθεσιν, ὸτε τῆς <note type="footnote">2, 4 παρέδωκε ist Symmachus' Lesart ür
								συνέτριψεν vgl. Hexapla. — 3 Jes. 1, 11. — 12 Vgl. Sachar. 2, 2. — 15 Jes. 14, 27. —
								20 Vgl. Luk. 15, 10. — 23 κατεβυθίσθησαν liest LXX Luc. (nach Σ΄ ür
								ἐνεπάγησαν.</note>
							<note type="footnote">14 ἄξια] x003C; ο | 14/15 τοῦ κλαίειν καὶ] übergesch. c 1 &lt;
								c*o | 15 ὁρῶσι γιγνώμενα ο 1 γιγνόμενα c | 23 Ὡς] vorher τοῦ αὐτοῦ c | 24 βασιλεῖς
								Ιο | 27 γίγνονται ο | 28 ἀπολωλυῖαι c.</note>
							<pb n="258"/> ψυχῆς νόμος τε καὶ τάξις ἀπόλλυται καὶ γίνεται Βαβυλὼν πλήρης οὐσα
							Συγχύσεως, μηδὲν ἔχουσα προνοητικὸν ὑπὸ θεοῦ βοηθούμενον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="53"><head>Klagel. Jerem. 2, 10.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.10"><p>Λυπηρὰ διηγεῖται θεάματα έν τῷ χωρίῳ τῆς εὐφροσύνης γεγενημένα· <lb n="5"/> φόβῳ γὰρ
							οὐδὲ θρηνεῖν τοῖς πρεσβυτέροις ἐπέτρεπον, καὶ τὰς πρώτας παρθένους εἰς γῆν ὁρᾶν
							παρεσκεύασαν, μήποτε φανεῖσαι πρὸς βίαν αὐτοὺς ἐκ τοῦ κάλλους, ἐν ᾦπερ ἐπρώτευον,
							ἐπισπάσωνται. εἴποις δ' ἂν καὶ τοὺς έν ἀρετῇ πάλαι πρεσβεύοντας, δι' ἣν οὕτως
							ἐλέγοντο, χοϊκοὺς γεγονότας καὶ πάθεσιν ἀλόγοις <lb n="10"/> ἐνιδρυθέντας κατὰ λόγον
							ἔτι μηδὲν ἐνεργεῖν καὶ τὸ έν αὐτοῖς ἡγεμονικὸν ἀπογεώσαντας πνεῦμα καὶ πένθους ἀξίαν,
							ἣν εἶχον πάλαι, σωφροσύνην ποιήσαντας καὶ λογισμοὺς διαφθείραντας, οὓς πρὶν ἀφθόρους
							δοἐσῳζον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="54"><head>Klagel. Jerem. 2, 11.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.11"><p>Δόξαν ἰδίαν φησὶν ὁ προφήτης θεοῦ τε ναὸν καὶ πατρίδος εὐσέβειαν. τῶν δὲ νηπίων τὴν
							ἔκλυσιν ὁ λιμὸς ἀπηργάζετο. εἴποις δ' ἂν ὑψηλότερον, ὡς οἰκειοῦται τῶν συγγενὼν κατὰ
							σάρκα τὰ πάθη κατὰ τὸ τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ;« τὰ κατὰ ψυχὴν ἐκείνων ἀναδεχόμενος
							δυσχερῆ, γνώσεως ἀληθοῦς μαρασμὸν καὶ <milestone unit="altnumbering" n="338"/>
							<lb n="20"/> φορὰν ἄστατον τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὰ γήϊνα καὶ στέρησιν τῆς ὑψούσης τὴν
							κεφαλὴν κατὰ τὸ » σὺ κύριε , ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν
							μου«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="55"><head>Klagel. Jerem. 2, 13.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.13"><p>Τὴν παντελῆ κακίαν ἐδήλωσεν, ὡς μηδεμίαν ἔχειν ἀρετῆς μαρτυρίαν <lb n="25"/> μηδὲ τὸν
							πλημμελήσαντα παραπλήσια. τί γὰρ ὅμοιον ἁμάρτημα τοῦ μακρὰν τοῦ θεοῦ καὶ μετὰ τὸ
							πλησιάζειν ἀφηνιάσαντος; »εἰ« γὰρ »μὴ ἠλθον« φησὶ »καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς. ἁμαρτίαν οὐχ
							εἶχον«. διὸ καὶ »ἐν τοῖς ἐγγίζουσί μοι ἀγιασθήσομαι«· ὅτι ὁ μὴ εἰδὼς τὸ θέλημα τοῦ
							κυρίου καὶ μὴ ποιῶν αὐτό, δαρήσεται ὀλίγας· ὁ δὲ εἰδὼς <note type="footnote">2 Vgl.
								Onom. sacra Ι, 174, 91: Βαβυλὼν σύγχυσις u. ö. — 18 II Kor. 11, 29. — 21 Psal. 3, 4.
								— 24 f. Vgl. Olymp. (Gh III, 96): τέ χρηστόν σοι προσμαρτυρήσω; ποίαν ἁμαρτίαν
								συγκρίνω πρὸς τὴν σήν; — 27 Joh. 15, 22. — 28 Lev. 10, 3. — Vgl. Luk. 12, 47.
								48.</note>
							<note type="footnote">1 ἀπόλλυνται Vat. gr. 1153/54 ἀπόλλυται clo Ι 6 μήτε ο | 11 ἣν]
								ἦν· ο | 15 τε ναὸν] τὸν λαὸν c | 16 ἀπηργάζετο c* ἀπειργάζετο c 1 ἀπηργάζεται ο | 22
								δόξα μου] &lt; C ι 26 καὶ] + τοῦ c Ι πληθοάζειν ο | ἀφηνιάσαντος c σαν in Ras.)
								ο.</note>
							<pb n="259"/> καὶ μὴ ποιῶν αὐτό, δαρήσεται πολλάς&lt;. ; τὸ οὖν τοσοῦτον πάθος, μὴ
							προφῆται θεραπεῦσαι δεδύνηνται, μόνου δεῖται θεοῦ. διὸ καὶ σάρκα πεφόρηκε, τῶν
							προφητῶν ὁμολογούντων ἀσθένειαν ἐν τῷ κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ὴμῶν;« ἔλεγε δὲ καὶ
							πρότερον Ἱερουσαλήμ· <lb n="5"/> »ἴδετε εἰ ἔστι πάθος κατὰ τὸ πάθος μου«. ὁ τοίνυν
							παίσας ἰάσεται αὐτὸς γὰρ ἀλγεῖν ποιεῖ καὶ πάλιν ἀποκαθίστησιν&lt;. τὸ τίς λαμβάνεται
							καὶ ἐπὶ τοῦ σπανίου καὶ ἐπὶ τοῦ μηδενός· οὐδεὶς γὰρ ἀνθρώπων ἰάσασθαι δύναται τὴν ὑπὸ
							θεοῦ ἐπαγομένην πληγήν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="56"><head>Klagel. Jerem. 2, 14.</head><lb n="10"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.14"><p>Προφητεία μάταιος ἡ μηδεμίαν ἔχουσα ἔκβασιν καὶ ἣν εἴδωλα παρασκευάζει τὰ μάταια. καὶ
							ἀφ' ἑαυτῶν δέ τινες προεφήτευον δῆθεν »ἔνεκεν δρακὸς κριθῆς καὶ κλάσματος ἄρτου« κατὰ
							τὸ γεγραμμένον· οἵτινες οὐκ ἵσασιν ἁμαρτίας ἐλέγχειν καὶ τῆς ὑπὸ δαιμόνων ἀνασῴζειν
							αἰχμαλωσίας, διὰ τῆς χρηστολογίας τὰς ψυχὰς διαστρέφοντες. <lb n="15"/> ὡς δὲ τῶν
							ἀληθῶν τὸ λῆμμα καὶ ὁ λόγος, ὅν ἐκ θεοῦ λαμβάνουσιν, πέφυκεν ἀληθὲς καὶ συνάπτει θεῷ,
							οὕτω τὸ τῶν δαιμόνων ψευδές τε καὶ μακρῦνον θεοῦ καὶ τῆς ἐκεὶθεν ῥοπῆς ἐξωθούμενον.
							ποῖα δὲ ἐξώσματα τὰ μὴ μάταια, καθάπερ ἐδείχθη, καὶ λήμματα; δῆλον οὖν ὡς τὰ πλάνης
							ἐξωθοῦντα καὶ προσάγοντα <lb n="20"/> τῷ θεῷ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="57"><head>Klagel. Jerem. 2, 16.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.16"><p>»Ὁ« γὰρ ἐχθρὸς »ἡμῶν διάβολος περιέρχεται ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ« καὶ
							ὡς ὅφις ἐφ' ὴμᾶς ἀφιεὶς τὰ συρίγματα. πλὴν μὴ γένοιτο λέγειν αὐτὸν ὡς κατέπιον , μήτε
							καταλαβεῖν ἐν <lb n="25"/> ἡμῖν ἡμέραν ἥν ὁ συγκαίων ἥλιος ἀπεργάζεται· εἴρηται γάρ·
							»ἡμέρας ὁ ἤλιος οὐ συγκαύσει σε( ἡδοναῖς γὰρ καὶ θυμῷ συγκαίει καὶ τὴν πλάνην ὡς ὡς
							φῶς καὶ γνῶσιν παρέχεται. ψάλλοντες οὐν ἐροῦμεν· »εἰ μὴ ὅτι κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, , ἄρα
							ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς‘, καὶ τὸ »λαμπτὴρ δὲ ἀσεβῶν σβεσθήσεται«.</p></q><lb n="30"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="58"><head>Klagel. Jerem. 2, 17.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.17"><p>Οὐδέν, φησίν, ἐξ ἐαυτῶν<milestone unit="altnumbering" n="339"/> ἐποίησαν οἱ πολέμιοι·
							θεῷ γὰρ ἐδόκει καὶ γέγονεν. διόπερ ἔλεγε καὶ Ναβουζαρδάν· κύριος ὁ θεός σου <note type="footnote">4 Jes. 53, 1. — 5 Klagel. Jerem. 1, 12. — Vgl. Hiob 5, 18. — 12
								Ezech. 13, 19. — 22 I Pet. 5, 8. — 23 Vgl. Jer. 26, 22. — 25. Psal. 120, 6. — 28
								Psal. 123, 2. 3. — 29 Prov. 24, 20. — 31 Vgl. Psal. 33, 9? — 32 Jerem. 47, 2.
								3.</note>
							<note type="footnote">1 αὐτό] x003C; ο | τοσοῦτο ο | 10 ματαία c Ι ἔκβασιν ἔχουσα ο |
								17 ἐξωθοῦν Blass vgl. Ζ. 19 1 23 καταπίει c | 24 κατέπιεν Blass | 25 κατεργάζεται c
								| 26 ὁ] x003C; ο.</note>
							<pb n="260"/> ἐλάλησε τὰ κακὰ ταῦτα εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ ἐπήγαγε κύριος, ὅτι
							ἡμάρτετε αὐτῷ( πᾶς οὖν ἀπιστῶν τῇ κρίσει τῶν ῥημάτων τούτων ἀκούσεται. πάντες μὲν οὖν
							οἱ προφῆται ταῦτα προὔλεγον, ἐξ ἡμερῶν δὲ ἀρχαίων ὸ Μωσῆς ἐν τῷ Δευτερονομίῳ ταῦτα <lb n="5"/> προεμήνυσεν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="59"><head>Klagel. Jerem. 2, 18.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.18"><p>Ἔστιν ὄτε περιπαθεῖς ἡ γραφὴ τοὺς λόγους ποιεῖ καὶ τοῖς ἀναι- σθήτοις δίδωσιν
							αἴσθησιν, ἀλλομένους τε βουνοὺς εἰσάγουσα καὶ ὄρη σκιρτῶντα, καὶ βουνοὺς καὶ λίθους
							μαρτύρεται· ὅπερ ἐν τούτοις <lb n="10"/> ἀδύνατον, τοῦ τείχους ὑπὸ πολεμίων ἤδη
							καθῃρημένου. τεῖχος οὖν ἐνταῦθα βασιλεύς τε καὶ ἄρχοντες καὶ ὅσοι δυνάμει ταύτην
							περιτειχίζοντες, οὓς ἀξιοῖ χέειν μετανοίας ἀδιάλειπτα δάκρυα, ἂ τοῖς ὁρῶσι διὰ παντὸς
							προξενεῖ πεπτωκός. ταῦτα, φησίν, ὑπάρχει αὐτοῖς, καὶ εἰ μὴ πάλιν τὴν λύπην σημαίνει
							τῆς πάλαι φρουρούσης δυνάμεως, <lb n="15"/> ὑπερβολικῶς τοῦτο δηλῶν. »ἐν θλίψει δέ«,
							λέγει, »τοῦ κυρίου ἐμνήσθησαν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας«. τοῦτο τοίνυν ποιήσατε, φησί,
							νυκτὸς καὶ ἡμέρας δακρύοντες καὶ »ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε«· μηδὲ νῆψιν
							ἡγεῖσθε τὴν ἀπὸ τούτων ἀπαλλαγήν· μετάνοια γὰρ εἰς σωτηρίαν ἐστίν. νήφει δέ τις οὐκ
							ἀγαθῶν, ἀλλὰ χειρόνων <lb n="20"/> παυόμενος. τῷ δὲ νῷ συνάπτου διὰ παντὸς πρὸς
							Χριστόν, ὅπως σε φυλάξειεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί σοι τεῖχος γένηται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="60"><head>Klagel. Jerem. 2, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.19"><p>Προσεκτικὸν ἡ νύξ, συστρεφομένης ἐν αὐτῇ τῆς ψυχῆς ἐν τῇ τῶν αἰσθήσεων ἠρεμίᾳ. τότε
							κελεύει μελετᾶν ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ <lb n="25"/> θεοῦ καὶ λέγειν μετὰ τοῦ Δαβίδ·
							»νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν, καὶ ἔσκαλλε τὸ πνεῦμά μου«. τῆς δὲ νυκτὸς εἰς
							τέσσαρας φυλακὰς διῃρημένης, λέγε μετὰ τοῦ Δαβίδ· »προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί
							μου«, καὶ μετὰ τοῦ Ἀμβακούμ· »ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου στήσομαι, καὶ ἀποσκοπεύσω, τί
							λαλήσει ἐν ἐμοὶ κύριος ὁ θεός‘. <note type="footnote">4 Vgl. Deut. 32, 20 ff. — 4 f.
								Vgl. Olymp. (Gli III, 104). — 8 f. Vgl. Psal. 113, 4 Jes. 55, 12. — 15 Jes. 26, 16?
								— 17 Psal. 4, 5. — 21 für ὁ ὀφθαλμός σου lesen κόρη ὀφθαλμοῦ σου QV Luc. vgl. Deut.
								32, 10. — 24 Vgl. Psal. 1, 2. — 25 Psal. 76, 7.-27 Psal. 76, 5. — 28 Hab. 2, 1
								(Psal. 84, 9).</note>
							<note type="footnote">3 μὲν] x003C; c | 10 ἥδη] &lt; c | 13 αὐτοῖς] αὐτοῦ ο | 14 καὶ]
								+ ὅρα Koetschau Ι 15 λέγων ο | 16 τῆς] x003C; ο | 18 ἡγεὶσθε c ε 2 in Ras.) ἡγεὶσθαι
								ο | 20/21 ὅπως ἄν σε φυλάξαιεν c Ι σὺ τεῖχος γενήσεται ο | 24 τοῦ] x003C; ο | 26
								ἕσκαλεν c | 27 τοῦ] x003C; ο | 28 τοῦ] x003C; C | 29 κύριος ὁ θεός] in Hss. der LXX
								nicht überliefert, wohl aus Psal. 84, 9 eingedrungen.</note>
							<pb n="261"/> τότε γὰρ ἐρεῖς· »ὅτι λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ«. ἀδολέσχησον
							οὖν ἐν νυκτὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος· οὐ γάρ ἐστί σοι »ἡ πάλη πρὸς αἶμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ
							πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας«· »οὐκ οἶδας γάρ, πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται,
							ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου <lb n="5"/> ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωί· μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὑρήσει ὑμᾶς
							καθεύδοντας«. καὶ πάλιν· »εἰ γὰρ ᾔδεις ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησας ἄν
							καὶ οὐκ ἂν εἴαασας διορυγὴναι τὴν οἰκίαν σου«.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>