<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1:50-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1:50-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="50"><head>Jerem. 36, 21.</head><lb n="20"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:36.21"><p><milestone unit="altref" n="128"/> τοιαῦτα πείσεται πᾶς τοιαῦτα πράσσων πρεσβύτερος
							ὑπὸ βασιλέως Βαβυλῶνος. εἰ γὰρ ὁ ἀναξίως [τις] μεταλαμβάνων εὐχαριστίας εἰς κρίμα
							λήψεται, πόσῳ μᾶλλον ὁ καθεζόμενος ἐν πρεσβυτερίω συνειδότι μεμιασμένος καὶ τὸ Χριστοῦ
							μολύνων συνέδριον; τίς γὰρ αὐτῷ συγκαθήμενος εὐλαβὴς λέγειν τολμήσει τὸ »οὐκ ἐκάθισα
								<lb n="25"/> μετὰ συνεδρίου ματαιότητος« καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις;</p></q><note type="footnote">4ff. Vgl. Hier. Comm. 1042: ut et fidei veritas, quae interpretatur
						in filiis, bonis operibus copuletur, quae referuntur ad filias.—14 Vgl. Jes. 47, 13. —15
						Num. 23, 23.—17 Num. 23, 23.—21 Vgl. I Kor. 11, 27. —24 Psal. 25, 4.</note><note type="footnote">3 δικαιοσύνης]δίκαια ο |σὺν αλάγμασι ο |6 νοήματα c1 a. R. o
						διδάγματα c* i. T. | 9 πρόγνωσιν? Blass | 10 διισχυρίζοντο] δὲ ἰσχυρίζοντο o | 12 τοῦτο
						δεῖ Gh τούτων δὲ clo | 13 τοιχὸν ἐναργοῦσιν c | εὐχόμεθα] καυχώμεθα c | 14 βούλεται c |
						16 Ἰσραήλ] ἐλημ o | 17 ἐν]&lt; 21 ἀνάξιος ο |εὐχαριστίαν c | 14 βούλεμιασμένος Blass
						μεμιασμένῳ co | τὸ]&lt;ο |24 εὐλαβῶς Koetschau.</note><pb n="224"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="51"><p>Jeem 37, 17. 18.</p><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:37.17-37.18"><p><milestone unit="altref" n="130"/> Εἴποις δ᾿ ἂν ὅτι καὶ τὴν ἰδίαν ἐπιδείκνυσιν
							ἀγαθότητα, δἰ ἣν καὶ τὴν ἀποτομίαν ἐπάγει τοῖς αὐτῆς ἐν χρείᾳ τυγχάνουσιν. διὸ μετὰ τὸ
							εἰς ἀλγεινὸν θεραπευθῆναι, οἰκοδομηθήσεταί <lb n="5"/> φησιν ἡ <milestone unit="altnumbering" n="306"/> πόλις ἐπὶ τὸ ὕψος αὐτῆς. ποῖον ὕψος; »οὐ δύναται πόλις
							κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη«· ὁποία ἐστὶν ἡ μηδὲν φρονοῦσα ταπεινὸν ἢ ἀνθρώπινον,
							ἡδονάς φησι καὶ πλοῦτον ἐν γῇ καὶ δοξάρία. &gt;συνηγέρθη γὰρ τῷ Χριστῷ καὶ τὰ ἄνω
							ζητεῖ&lt;. ταῦτά σου ποιοῦντος &gt;οἰκοδομηθήσεται ἡ πόλις σου ἐπὶ τὸ ὕψος
							αὐτῆς&lt;.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="52"><head>Jerem. 37, 21b. 23. 24.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:37.21-37.24"><p><milestone unit="altref" n="131"/> Ὡς ἐπὶ σπανίου φησίν.</p><p>Ἔθος δὲ τῇ γραφῇ μετὰ τὰ πικρὰ λέγειν φιλάνθρωπα πρὸς</p><note type="footnote">3 vgl. Röm. 11, 22. — 5 Matth. 5, 14. Vgl. Hier. Comm. 1057.—8
							Vgl. Matth. 6, 19?—Vgl. Kol. 3, 1.—12ff. Vgl. S. 14, 5 15, 8.</note><note type="footnote">1 Vorher in co folgendes Fragment zu Jerem. 36, 22. 23 (Vgl. ep.
							ad Afric. 7, 8 Hier. Comm. 1047. 1048. Olymp. (Gh II, 647): οὗτοι λέγονται οἱ κατὰ
							Σωσάνναν πρεσβύτεροι):</note><p><milestone unit="altref" n="129"/> Ὠριγένους ἐκ τῆς πρὸς Ἀφρικανὸν ἐπιστολῆς περὶ
							Σωσάννας (σουσαννας ο).</p><p>Μέμνημαι (μέμνηται ο) δὲ φιλομαθεῖ Ἑβραίῳ χρηματίζοντι παρ᾿ αὐτοῖς σοφῷ (σοφοῦ ο,
							lies σοφοῦ <add>υἱῷ</add>?) συμμίξας περὶ πλειόνων· ἀφ᾿ οὐ ὡς μὴ (ὡς μὴ &lt; c)
							ἀθετουμένης τῆς περὶ Σωσάννας (σουσάννας ο) ἱστορίας ἐμάνθανον καὶ τὰ τῶν πρεσβυτέρων
							ὀνόματα ὡς παρὰ τῷ Ἱερεμίᾳ κείμενα, τοῦτον ἔχοντα τὸν τρόπον· »ποιήσαι σε κύριος ὡς
							Σεδεκίαν ἐποίησε καὶ ὡς Ἀχιάβ, οὓς ἀπετηγάνισε βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐν πυρί, δι᾿ ἢν
							ἐποίησαν ἀνομίαν Ἱερουσαλήμ (ἐν ἐῆλ c) (Jer. 36, 22. 23).</p><lg><l>Καὶ μετ᾿ ὀλίγα·</l></lg><p>Καὶ ἕτερον δὲ οἶδα Εβραῖον περὶ τῶν πρεσβυτέρων τούτων τοιαίτας παραδόσεις φέροντα,
							ὅτι τοῖς ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ ἐλπίζουσι διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπῖ ἐλευθερωθήσεσθαι ἀπὸ τῆς
							(+ὑπὸ ο) τοῦ ἐχθροῦ (τοῖς ἐχθροῖς ο) δουλείας προσεποιῦντο οἱ πρεσβύτεροι οὖτοι ὡς
							εἰδότες τὰ περὶ Χριστοῦ σαφηνίζειν, ἑν ἀποροήτῳ δῆθεν ἔφασκεν, ὡς ἄρα δέδοται αὐτῷ τοῦ
							(&lt;ο) θεοῦ σπεῖραι τὸν Χριτσόν. εἶτ᾿ (εἶτα ο) ἀπατωμένη τῇ ἐλπίδι τοῦ γεννῆσαι τὸν
							Χριστὸν ἡ γυνὴ ἐπεδίδου ἑαυτὴν τῷ ἀπατῶντι, καὶ οὕτως »ἐμοιχῶντο τὰς γυναῖκας τῶν
							πολιτῶν« (Jerem. 36, 23) οἱ πρεσβύτεροι Ἀχιὰβ καὶ Σεδεκίας. διὸ καλῶς ὑπὸ του Δανιὴλ ὁ
							μὲν εἴρηται &gt;πεπαλαιωμένος κακῶν ἡμερῶν (ἡμερῶν κακῶν ο)&lt; (Sus 52 LXX Θ΄) ὁ δὲ
							ἤκουσε τὸ »οὕτως ἐποιεῖτε ταῖς θυγατράσιν Ἰσραήλ« καὶ τὰ ἑξῆς (Sus. 57 LXX Θ΄). οὖτοι
							οὖν εἰσιν οἱ δύο περσβύτεροι οἱ Σωσάνναν (σουσάνυας ο) ψευδομαρτυρήσαντες.</p><note type="footnote">4 ἀλγεινὸν] ἀλγηρὸν ο |φησιν]1. γῇ καὶ] &lt;ο |8 Χριστῷ Ru θῶ
							co.</note><pb n="225"/><p>παραμυθίαν καὶ μετὰ τὰ χρηστὰ πάλιν πικρότερα, ἵνα μὴ »τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος«
							τοῦ θεοῦ καταφρονήσαντες θησαυρίσωσιν ἑαυτοῖς »ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς«. διό φησιν·
							&gt;ἐὰν ἔλθῃ ἡ ὀργή, οὐκ ἀποστήσεται, ἐὰν μὴ δράσειεν ἃ θέλῃ θεός&lt;. θέλει δὲ ὁ
							θεός, καὶ <lb n="5"/> ὀργὴ γίνεται, ἵνα γένηται ἃ θέλει θεός. ἐὰν γάρ τις μὴ θέλῃ
							γενέσθαι ἐν τῷ θελήματι τοῦ θεοῦ λόγου, ἀπολύεται ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ ὀργήμὴ δεηθῶμεν οὖν
							παιδευούσης ὀργῆς ἢ θυμοῦ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="53"><head>Jerem. 38, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.9"><p><milestone unit="altref" n="132"/> Οὐ γὰρ δι᾿ ἐρήμου, καθάπερ πρόσθεν, ἀλλὰ διὰ τῆς
							νομίμου <lb n="10"/> καὶ οἰκουμένης. καὶ τροπικῶς δὲ ἐν παρακλήσει, ὅτι »μακάριοι οἱ
							πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="54"><head>Jerem. 38, 10. 11.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.10-38.11"><p><milestone unit="altref" n="133"/> Νῆσοι μακρὰν αἱ κλυδωνιζόμεναι πρὸς τῶν τοῦ βίου
							κυμάτων, αἳ μακράν εἰσιν ἀληθείας πρὶν ἐπὶ τὴν σωτηρίαν ἐλθε[ν. <lb n="15"/>
							ἐλυτρώσατο δὲ τὸν Ἰακὼβ ὁ θεός· »ἀφῄρηται« γὰρ »ὁ ζυγὸς ὁ ἐπ᾿ αὐτῶν κείμενος, καὶ ἡ
							ῥάβδος ἡ ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῶν«, καθά φησιν Ἡσαΐας. δηλοῖ δὲ καὶ ὅτι αὐτὸς τῆς
							διαβολικῆς ἡμᾶς ἐξουσίας ἐρρύσατο. τί γὰγ ἂν ἐδυνάμεθα πρὸς τὸν εἰπόντα τά τε ἄλλα καὶ
							τὸ »τὴν οἰκουμένην ὅλην λήψομαι τῇ χειρὶ ὡς νοσσιάν«; πρὸς ὃν <lb n="20"/> διὰ Χριστοῦ
							φαμεν· »ποῦ σου θάνττε τὸ νῖκος; ποῦ σου ᾅδη τὸ κέντρον«;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="55"><head>Jerem. 38, 16.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.16"><p><milestone unit="altref" n="134"/> Τοῖς ἀξίοις μακαρισμοῦ κλαίουσι λεγέσθω τὸ
							διαλειπέτω ἡ φωνή σου ἀπὸ κλαυθμοῦ, τοῖς λέγουσιν ἐν ἁγίᾳ πνεύματι· <lb n="25"/> »ἐπὶ
							τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν, καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς
							Σιών«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="56"><head>Jerem. 38, 16—18.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.16-38.18"><p><milestone unit="altref" n="135"/> Γέγραπται καὶ ἐν τῷ Βαρούχ· »τί ὅτι ἐν γῇ τῶν
							ἐχθρῶν εἶ; συνεμιάνθης τοῖς νεκροῖς«. ὅταν μὲν γὰρ δίκαιοι ἐπιβαίνωσι, γῆ <note type="footnote">1ff. Vgl. Röm. 2, 4. 5. — 3 Vgl. Jerem. 23, 20. — 9 Vgl. Jes. 40, 3?
								— 10 Matth. 5, 4. — 15 Jes. 9, 4. — 17ff. Vgl. Hier. Comm. 1062: ostenduntur
								fortiores adversariae potestates natura fragilitatis humanae. — 19 Jes. 10, 14 — 20
								I Kor. 15, 55. — 23 Vgl. Luk. 6, 21. — 25 Psal. 136,1. — 28 Baruch 3, 10.</note>
							<note type="footnote">1 πάλιν] λέγειν c | 5 ὃ ο | 16 αὐτῶν1] αὐτὸν c | αὐτῶν2]αὐτοῦ c
								| 17 φησὶν] + ὁ προφήτης ο | καὶ ὅτι] ὅτι καὶ c | ἡμᾶς] μὲν ο | 18 ἠδυνάμεθα ο | 28
								καὶ] 〈 c | 29 εἶ] + καὶ c | ἐπιβαίνουσιν c.</note>
							<pb n="226"/> ἁγίων ἐστίν· ἵταν δὲ πολλοὶ ἁμαρτωλοὶ ὦσι, γῆ τῶν ἐχθρῶν. οὕτω δέ,
							φησίν, ἐπιστρέψουσιν ὡς εἶναι μόνιμον τοῖς σοῖς τέκνοις τὸ ἐπιστρέψαι ἀπὸ γῆς ἐχθρῶν,
							τοῖς ὑπὸ σοῦ ὠφεληθεῖσι καὶ σοῖς καρποῖς. καῖ ἐν Ἐξόδῳ δὲ γέγραπται ὅτι »εἰσήκουσεν ὁ
								<lb n="5"/> θεὸς τοῦ λαοῦ, τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἔργων«· ὅμοιον τῷ ἐνταῦθα
							κειμένῳ, ἀλλ᾿ οὐ περὶ πάντων, <milestone unit="altnumbering" n="307"/> ἀλλὰ περὶ Ἐφρῒμ
							ὀδυρομένου. Ἐφραῒμ δὲ ἑρμηνεύεται Καρποφορία.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="57"><head>Jerem. 38, 18—20.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.18-38.20"><p><milestone unit="altref" n="136"/> Φωνῆς κλαθυμοῦ μετανοούντων ἀκούει ὁ θεός. διὰ τί
								<lb n="10"/> δὲ τὸν Ἐφραῒμ ὀδυρόμενον ἐφ᾿ ἁμαρτήμασιν εἶπεν; τῶν Βασιλειῶν τοίνυν Ἡ
							τρίτη δηλοῖ, ὡς πικρῶς αὐτῶν ἄρχοντος τοῦ Ῥοβοάμ, δέον αὐτοὺς καρτεροῦντας μὴ
							ἀποστῆναι, &gt;οὐκ ἔστιν ἡμῖν μερὶς ἐν Δαβὶδ&lt; ἀνεβόησαν, ὅτε Ἱεροβοὰμ τῶν
							ἀποστάντων ἡγήσατο, τῆς φυλῆς ὑπαρχων Ἐφρΐμ, ὅστις δαμάλεις ποιήσας ἀπέστησεν ἀπὸ τῆς
							τοῦ θεοῦ <lb n="15"/> λατρείας τὰς δέκα φυλάς. ἐφ᾿ οἷς εἰκότως μετανοοῦντες ὠδύροντο
							καὶ τῇ ἁλώσει παιδευθέντες ἐβόων· ἐπαίδευσάς με, κύριε, καὶ ἐπαιδεύθην. οἷα γάρ τις
							μόσχος ἀποσκιρτήσας τοῦ βουκολίου, τῆς σῆς ἀπέστην νομῆς, καὶ δέομαι τῆς σῆς βοηθείας.
							σοῦ γὰρ μὴ δυναμοῦντος, ἀτονῶ πρὸς ἐπιστροφήν· δέον δέ με μετανοεῖν πρὶν <lb n="20"/>
							ἁλῶ καὶ πειθαρχεῖν σου τοῖς προφήταις, μετὰ τὴν ἅλωσιν μετενόησα. γνοὺς δὲ στενάζει·
							πῶς γὰρ ἄν τις ἀγνοῶν ὡς ἁμαρτάνει στενάξειεν, ἄξια πράξας αἰσχύνης ἐν ἀμαρτήμασιν καὶ
							μάλιστα ταῖς ἀσελγείαις; τοσοῦτον δὲ μετενόησα, ὡς ἄλλοις ὑποδεῖξαί σε. μεγάλη τοῦ
							Ἐφρῒμ ἡ μετάνοια, ὥστε τὸν θεὸν ἀναλαβεῖν ἐκ <lb n="25"/> στόματος αὐτοῦ τοὺς λόγους
							τῆς ἐξομολογήσεως, αὐτὸν δὲ ἀκοῦσαι φωνῆς τῆς λεγούσης· ἐκ νεότητός μου υἰὸς ἀγαπητὸς
							εἶ, Ἐφραΐμ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="58"><head>Jerem. 38, 23. 24.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.23-38.24."><p><milestone unit="altref" n="137"/> Πάντας ἀνθρώπους εἶχε Ναβουχοδονόσορ τις Ἀσσύριος,
							ἀφ᾿ οὗ Χριστὸς ἡμᾶς ἐλυτρώσατο. διὸ Ματθαῖος ἐξ Ἡσαΐου φησίν· <note type="footnote">4
								Exod. 2, 24. 23. — 7 Vgl. Onom. sacra I, 164, 67: Εφραιμ καρποφορία κτλ., u. ö. —
								9ff. Vgl. Hier. Comm. 1066, — 12 Vgl. I Kön. 12, 24t.— 14 Vgl. I Kön. 12, 28. — 18f.
								Vgl. Hier. Comm. 1066: Ergo idipsum quod agimus poenitentiam, nisi Dei nitamur
								auxilio, implere non possumus etc. — 23 Vgl. Hier. Comm. 1066: ut etiam aliis
								ignorantibus Deum ostenderit.</note>
							<note type="footnote">1 ὦσι] εἰσι clo | 4 δὲ] 〈 c | 9 ὁ] 〈 ο | 15 ὠδύροντο c1 a. R. o
								ὠδυνῶντο c* | 20/21 μετενόησ ἄπνους ο [sic] | 21 ἁμαρτάνει] ἁμαρτάνων ο | 26 μου]
								μοι c | 28 εἶχε] ἔχειν ο + ὁ διάβολος οἷα 1 | 29 μαθαῖος ο.</note>
							<pb n="227"/> »κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν«· οὐ γὰρ καθ’ἱστορίαν αἰχμαλώτοις ἐκήρυξεν.
							αὐτὸς δὲ καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἅγιον ὄρος· ἀψύχῳ γὰρ πῶς ἄν ἁρμόσειεν; εἰ δὲ ἐν αὐτῷ
							ἐσμεν κατὰ τὸ »καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοί«, οἰκοδομήσωμεν ἐν τῷ δικαίῳ ὄρει. τοῦτο δὲ ποιεῖ τις
							ἐν Ἰουδαίᾳ <lb n="5"/> γενόμενος, ὅ ἑρμηνεύεται Ἐξομολογουμένη, τῷ θεῷ ἐξομολοηούμενος
							τὰς ἁμαρτίας καὶ εὐχαριστῶν· »λέγε« γὰρ »σὺ πρῶτος τὰς ἀνομίας σου, ἵνα δικαιωθῇς«.
							εἰσὶ γὰρ τινες πόλεις τοῦ θεοῦ καὶ οἰκοδομαὶ κἲ γεύργια αὐτοῦ· καὶ γὰρ ὁ Παῦλός φησι·
							»θεοῦ γεύργιον, θεοῦ οἰκοδομή ἐστε«. ἐν ᾦ γὰρ οἰκοδομεῖται τὰ παρὶ τοῦ θεοῦ μυστήρια
								<lb n="10"/> καὶ ἄρρητα δόγματα, ἐν τούτῳ ναός ἐστι τοῦ θεοῦ καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων,
							καὶ ὅλης οὗτος τῆς Ἰουδαίας μητρόπολις.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="59"><head>Jerem. 38,35. 37.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.35-38.37."><p><milestone unit="altref" n="138"/> Δοκεῖ τὸ οὐκ ἀποδοκιμῶ τὸν Ἰσραὴλ ἐναντίον εἶναι
							τῷ πρὸς αὐτοὺς λέγοντι· καὶ τὸ γένος Ἰσραὴλ παύσεται. μήποτε <lb n="15"/> τοίνυν τὂ
							μὲν περὶ τοῦ σαρκικοῦ λέλεκται, τὸ δὲ περὶ τοῦ δοκιμῶ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς
							οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ παρὰ τοῖς <milestone unit="altnumbering" n="308"/> Ἐβδομήκοντα.
							νοήσεις δὲ καὶ οὕτως, ὅτι νῦν μὲν ἀποδοκιμ[ν, ἐὰν δὲ ὑψωθῇ οὐκ ἀποδοκιμῶ.</p></q><lb n="20"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="60"><head>Jerem. 39, 7. 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:39.7-39.8"><p><milestone unit="altref" n="139"/> Ἐν φυλακῇ πάντες ἐσμέν, καὶ μάλιστα πειραζόμενοι.
							τότε κτᾶταί τις ἀγρόν, ἀλλ’ οὐ τῆς φυλακῆς ἐξελθών· ἡ δὲ κτῆσις βουλήματι θεοῦ τοῖς
							καλῶς ἀγωνιζομένοις. ἀδελφοὶ δὲ Χελκίας ὁ <lb n="25"/> ἀδελφῶν γὰρ πρᾶγμα καὶ εἰρήνη
							καὶ μερὶς καρπὸς δὲ τῆς μερίδος τοῦ θεοῦ Μετεωρισμὸς θεοῦ· οὕτω γὰρ Ἱερεμίας
							ἑρμηνεύεται. καρπὸς δὲ τῆς εἰρήνης Χάρις θεοῦ· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ Ἀναμεήλ. οὐ- <note type="footnote">1 Luk. 4, 18 Jes. 61, 1.–3 Joh. 14, 20. –5 Vgl. Onom. sacra I, 193,
								13 203, 99: Ἰουδαία ἐξομολογουμένη. – 6 Jes. 43, 26. – 8 I Kor. 3, 9. – 22 ff. Vgl.
								Hier. θεμέλιος [l. θεοῦ μερίς. Vgl. a. a. O. I, 53, 27: Chelcia pars domini]. – 26
								Vgl. Onom. sacra I, 55, 16: Salom retribuens sive pacificus. – 27 Vgl. Onom. sacra
								I, 192, 91: Ἰερεμίας μετεωρισμὸς ὑψούμενος. – 28 Vgl. Onom. sacra I, 162, 25:
								Aναμεηλ χάρις θεοῦ κτλ.</note>
							<note type="footnote">1 και’ ο |5 γινόμενος c | ὅ] ἥ Ru | ἐξομολογουμένη, τῷ θεῷ vgl.
								Onom. sacra ἐξομολογουμένη τῷ θεῷ Ausgg. | 9 τοῦ] &lt;ο |13 δοκῖ κῶι ἀποδοκειμῶ ο |
								εἶναι] &lt; c | 16 ἡ οὐκ Ru (vgl. Gh) που co | τῷ Gh τὸ c τὸ οὐκ ο | 17 παρὰ] περὶ c
								| 24 παῖδες ὄνετε] παιδεύοντες ο | 25 καὶ 1]ἡ ο|κελκίας c | 27 oὕτω γὰρ] οὕτως καὶ
								ο.</note>
							<pb n="228"/> κοῦν ἡ χάρις τοῦ θεοῦ εἰρήνης γέννημα τυγχάνουσα προσφέρει τῷ ἐν φυλακῇ
							προφήτῃ τὸν ἴδον ἀγρὸν κατὰ πρόσταγμα τοῦ θεοῦ.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>