<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:67-73</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:67-73</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="67"><p>67. Ὅσοισι δὲ ἄρθρα δακτύλων, ἢ ποδὸς ἢ χειρὸς, ἐξαρθρήσαντα, <lb/>ἕλκος
                        ποιήσαντα, ἐξέσχε, μὴ κατεηγότος τοῦ ὀστέου, ἀλλὰ κατ᾿ αὐεὴν <lb/>τὴν
                        ξύμφυσιν ἀποσπασθέντος, τούτοισιν ἢν ἐμβληθέντα ἐμμείνῃ, <lb/>ἔνι μέν τις
                        κίνδυνος σπασμοῦ, ἢν μὴ χρηστῶς ἰητρεύωνται· ὅμως <lb/>δέ τι ἄξιον
                        ἐμβάλλειν, προειπόντα ὅτι φυλακῆς πολλῆς καὶ μελέτης <lb/>δέεται. Ἐμβάλλειν
                        μέντοι ῥήῖστον καὶ δυνατώτατον καὶ τεχνικώτατόν <lb/>ἐστι τῷ μοχλίσκῳ, ὥσπερ
                        καὶ πρόσθεν εἴρηται ἐν τοῖσι καταγνυμένοισι <lb/>καὶ ἐξίσχουσιν ὀστέοισιν·
                        ἔπειτα ἀτρεμέειν ὡς μάλιστα <lb/>χρὴ, καὶ κατακεῖσθαι, καὶ ὀλιγοσιτέειν·
                        ἄμεινον δὲ καὶ φαρμακεῦσαι <lb/>ἄνω κούφῳ τινὶ φαρμάκῳ· τὸ δὲ ἕλκος,
                        ἰητρεύειν μὲν ἢ ἐναίμοισι <lb/>τοῖσιν ἐπιτέγκτοισιν, ἢ πολυοφθάλμοισιν, ἢ
                        οἷσι κεφαλῆς ὀστέα <lb/>κατεηγότα ἰητρεύεται, κατάψυχρον δὲ κάρτα μηδὲν
                        προσφέρειν. <lb/>Ἥκιστα μὲν οὖν τὰ πρῶτα ἄρθρα κινδυνώδεά ἐστι, τὰ δὲ ἔτι
                        ἀνωτέρω <lb/>κινδυνωδέστερα. Ἐμβάλλειν δὲ χρὴ αὐθημερὸν, ἢ τῇ ὑστεραίῃ, <pb n="280"/> τριταίῳ δὲ ἢ τεταρταίῳ ἥκιστα· τεταρταῖα γὰρ ἐόντα,
                        ἐπισημαίνει <lb/>τῇσι παλιγκοτίῃσι μάλιστα. Οἷσιν ἂν οὖν μὴ αὐτίκα ἐγγένηται
                        <lb/>ἐμβάλλειν, ὑπερβαίνειν χρὴ ταύτας τὰς εἰρημένας ἡμέρας· ὅ <lb/>τι γὰρ
                        ἂν ἔσω δέκα ἡμερέων ἐμβάλλῃς, σπᾷν καταληπτέον. Ἢν δὲ <lb/>ἄρα ἐμβεβλημένῳ
                        σπασμὸς ἐπιγένηται, ἐκβάλλειν τὸ ἄρθρον δεῖ <lb/>ταχὺ, καὶ θερμῷ τέγγειν ὡς
                        πλειστάκις, καὶ τὸ ὅλον σῶμα θερμῶς <lb/>καὶ λιπαρῶς καὶ μαλθακῶς ἔχειν, καὶ
                        μάλιστα κατὰ τὰ ἄρθρα· κεκάμφθαι <lb/>δὲ μᾶλλον ἢ ἐκτετάσθαι πᾶν τὸ σῶμα
                        χρή. Προδέχεσθαι μέντοι <lb/>χρὴ κατὰ τοὺς δακτύλους τὰ ἄρθρα τὰ ἐμβαλλόμενα
                        ἀποστατικὰ <lb/>ἔσεσθαι· τὰ γὰρ πλεῖστα οὕτω γίνεται, ἢν καὶ ὁτιοῦν
                        φλεγμονῆς <lb/>ὑπογένηται, ὡς, εἰ μὴ δι᾿ ἀμαθίην τῶν δημοτέων ἐν αἰτίῃ
                        ἔμελλεν <lb/>ὁ ἰητρὸς ἔσεσθαι, οὐδὲν ἂν πάντως οὐδ᾿ ἐμβάλλειν ἔδει. Τὰ μὲν
                        <lb/>οὖν κατὰ τὰ ἄρθρα ὀστέα ἐξίσχοντα ἐμβαλλόμενα οὕτω κινδυνώδεά
                        <lb/>ἐστιν, ὡς εἴρηται. </p></div><pb n="282"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="68"><p>68. Ὅσα δὲ κατὰ τὰ ἄρθρα τὰ κατὰ τοὺς δακτύλους ἀποκόπτεται <lb/>τελείως,
                        ταῦτα ἀσινέα τὰ πλεῖστά ἐστιν, εἰ μή τις ἐν αὐτῇ <lb/>τῇ τρώσει λειποθυμήσας
                        βλαβείη· καὶ ἰητρείη φαύλη ἀρκέσει τῶν <lb/>τοιούτων ἑλκέων. Ἀτὰρ καὶ ὅσα μὴ
                        κατὰ τὰ ἄρθρα, ἀλλὰ κατ᾿ <lb/>ἄλλην τινὰ ἴξιν τῶν ὀστέων ἀποκόπτεται, καὶ
                        ταῦτα ἀσινέα ἐστὶ, <lb/>καὶ ἔτι εὐαλθέστερα τῶν ἑτέρων· καὶ ὅσα κατὰ τοὺς
                        δακτύλους ὀστέα <lb/>κατεηγότα ἐξίσχει μὴ κατὰ τὸ ἄρθρον, καὶ ταῦτα ἀσινέα
                        ἐστὶν <lb/>ἐμβαλλόμενα. Ἀποκόψιες δὲ τέλειαι ὀστέων καὶ κατὰ τὰ ἄρθρα καὶ
                        <lb/>ἐν ποδὶ, καὶ ἐν χειρὶ, καὶ ἐν κνήμῃ, τοῖσι παρὰ τὰ σφυρὰ, καὶ <lb/>ἐν
                        πήχεϊ, τοῖσι παρὰ τοὺς καρποὺς, τοῖσι πλείστοισιν ἀποκοπτομένοισιν
                        <lb/>ἀσινέα γίνεται, ὅσα ἂν μὴ αὐτίκα λειποθυμίη ἀνατρέψῃ, <lb/>ἢ
                        τεταρταίοισιν ἐοῦσι πυρετὸς ξυνεχὴς ἐπιγένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="69"><p>69. Ἀποσφακελίσιες μέντοι σαρκῶν, καὶ ἐν τρώμασιν αἱμοῤῥόοισι
                        <lb/>γενομένοισιν ἀποσφιγχθεῖσιν ἰσχυρῶς, καὶ ἐν ὀστέων κατήγμασι
                        <lb/>πιεχθεῖσι μᾶλλον τοῦ καιροῦ, καὶ ἐν ἄλλοισι δεσμοῖσι <lb/>βιαίοισιν
                        ἀποληφθέντα ἀποπίπτει πολλοῖσι, καὶ οἱ πολλοὶ περιγίνονται <lb/>τῶν
                        τοιούτων, καὶ οἷσι μηροῦ μέρος τι ἀποπίπτει, καὶ τῶν <lb/>σαρκῶν καὶ τοῦ
                        ὀστέου, καὶ οἷσι βραχίονος, ἧσσον δέ· πήχεός τε <lb/>καὶ κνήμης ἀποπεσούσης,
                        καὶ ἔτι εὐφόρως περιγίνονται. Οἷσι μὲν <lb/>οὖν, κατεαγέντων τῶν ὀστέων,
                        ἀποσφίγξιες αὐτίκα ἐγένοντο <lb/>καὶ μελασμοὶ, τούτοισι μὲν ταχεῖαι αἱ
                        περιῤῥήξιες γίνονται τοῦ <pb n="284"/> σώματος, καὶ τὰ ἀποπίπτοντα ταχέως
                        ἀποπίπτει, ἤδη τῶν <lb/>ὀστέων προενδεδωκότων· οἷσι δὲ, ὑγιέων ἐόντων τῶν
                        ὀστέων, οἱ <lb/>μελασμοὶ γίνονται, αἱ μὲν σάρκες ταχέως θνήσκουσι καὶ
                        τούτοισι, τὰ <lb/>δὲ ὀστέα βραδέως ἀφίσταται, ᾗ ἂν τὰ ὅρια τοῦ μελασμοῦ
                        γένηται <lb/>καὶ ἡ ψίλωσις τοῦ ὀστέου. Χρὴ δὲ, ὅσα ἂν κατωτέρω τοῦ σώματος
                        <lb/>τῶν ὁρίων τοῦ μελασμοῦ ἔῃ, ταῦτα, ὅταν ἤδη πάμπαν τεθνήκῃ <lb/>καὶ
                        ἀναλγέα ἔῃ, ἀφαιρέειν κατὰ τὸ ἄρθρον, προμηθεόμενον <lb/>ὅκως μὴ τιτρώσκῃ·
                        ἢν γὰρ ὀδυνηθῇ ἀποταμνόμενος, καὶ μήπω κυρήσῃ <lb/>τὸ σῶμα τεθνεὸς ταύτῃ, ἧ
                        ἀποτέμνεται, κάρτα κίνδυνος ὑπὸ <lb/>τῆς ὀδύνης λειποθυμῆσαι· αἱ δὲ τοιαῦται
                        λειποθυμίαι πολλοὺς παραχρῆμα <lb/>ἤδη ἀπώλεσαν. Μηροῦ μὲν οὖν ὀστέον,
                        ψιλωθὲν ἐκ τοιούτου <lb/>τρόπου, ὀγδοηκοσταῖον εἶδον ἐγὼ ἀποστάν· ἡ μέντοι
                        κνήμη <lb/>τούτῳ τῷ ἀνθρώπῳ κατὰ τὸ γόνυ ἀφῃρέθη εἰκοσταίη, ἐδόκεε <lb/>δέ
                        μοι καὶ ἐγγυτέρω· οὐ γὰρ ἅμα, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸ προμηθέστερον <lb/>ἔδοξέ μοί τι
                        ποιέειν. Κνήμης δὲ ὀστέα ἐκ τοιούτου μελασμοῦ, <lb/>μάλα κατὰ μέσην τὴν
                        κνήμην ἐόντα, ἑξηκοσταῖά μοι ἀπέπεσεν, <lb/>ὅσα ἐψιλώθη αὐτέων. Διενέγκοι
                        μὲν γὰρ ἄν τι καὶ ἰητρείη <lb/>ἰητρείης ἐς τὸ θᾶσσόν τε καὶ βραδύτερον τὰ
                        ὀστέα ψιλούμενα ἀποπίπτειν· <pb n="286"/> διενέγκοι δ᾿ ἄν τι καὶ πίεξις
                        πιέξιος, καὶ ἐπὶ τὸ ἰσχυρότερόν <lb/>τε καὶ ἀσθενέστερον, καὶ ἐς τὸ θᾶσσόν
                        τε καὶ βραδύτερον ἀπομελανθέντα <lb/>ἀποθανεῖν τὰ νεῦρα καὶ τὰς σάρκας καὶ
                        τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβασ· <lb/>ἐπεὶ ὅσα μὴ ἰσχυρῶς ἀποληφθέντων θνήσκει,
                        ἔνια τῶν τοιουτέων <lb/>οὐκ ἀφικνέεται ἐς ὀστέων ψιλώματα, ἀλλ᾿
                        ἐπιπολαιότερα <lb/>ἐκπίπτει· ἔνια δὲ οὐδὲ ἐς νεύρων ψιλώματα ἀφικνεῖται,
                        <lb/>ἀλλὰ ἐπιπολαιότερα ἐκπίπτει. Διὰ οὖν ταύτας τὰς εἰρημένας
                        <lb/>προφάσιας οὐκ ἐστὶν ἓν οὔνομα ἀριθμοῦ τῷ χρόνῳ θέσθαι, ἐν <lb/>ὁκόσῳ
                        ἕκαστα τούτων κρίνεται. Προσδέχεσθαι δὲ μάλα χρὴ <lb/>τὰ τοιαῦτα ἰήματα·
                        ἐσιδέειν γὰρ φοβερώτερά ἐστιν, ἢ <lb/>ἰητρεύειν· καὶ ἰητρείη πραείη ἀρκέει
                        πᾶσι τοιούτοισιν· αὐτὰ <lb/>γὰρ ἑωυτὰ κρίνει μοῦνον· τῆς δὲ διαίτης
                        ἐπιμελέεσθαι χρὴ, ὡς <lb/>κατὰ δύναμιν ἀπύρετος ἔῃ, καὶ ἐν σχήμασι
                        δικαίοισιν εὐθετίζειν τὸ <lb/>σῶμα· δίκαια δὲ ταῦτα, μηδὲ μετέωρον ποιέειν,
                        μηδὲ ἐς <lb/>τὸ κάτω ῥέπον, ἀλλὰ μᾶλλον ἐς τὸ ἄνω, ποτὶ καὶ ἔστ᾿ ἂν τελείως
                        <lb/>περιῤῥαγῇ· αἱμοῤῥαγιέων γὰρ ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ κίνδυνος· διὰ <lb/>τοῦτο
                        οὖν οὐ χρὴ κατάῤῥοπα τὰ τρώματα ποιέειν, ἀλλὰ τἀναντία. <lb/>Ἐπεὶ ὅταν γε
                        χρόνος ἐγγένηται πλείων, καὶ καθαρὰ τὰ <lb/>ἕλκεα γένηται, οὐκ ἔτι τὰ αὐτὰ
                        σχήματα ἐπιτήδειά ἐστιν, <pb n="288"/> ἀλλ᾿ ἡ εὐθεῖα θέσις, καὶ ἐνίοτε ἐπὶ
                        τὸ κατάῤῥοπον ῥέποντα· ἀνὰ <lb/>χρόνον γὰρ ἐνίοισι τουτέων ἀποστάσιες πύου
                        γίνονται, καὶ ὑποδεσμίδων <lb/>δέονται. Προσδέχεσθαι δὲ χρὴ τοὺς τοιούτους
                        ἀνὰ χρόνον <lb/>ὑπὸ δυσεντερίης πιέζεσθαι· καὶ γὰρ ἐπὶ τοῖσι μελαινομένοισι
                        <lb/>τοῖσι πλείστοισιν ἐπιγίνεται δυσεντερίη, καὶ ἐπὶ τῇσιν αἱμοῤῥαγίησιν
                        <lb/>ἐξ ἑλκέων· ἐπιγίνεται δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, κεκριμένων <lb/>ἤδη τῶν
                        μελασμῶν καὶ τῆς αἱμοῤῥαγίης, καὶ ὁρμᾶται μὲν λαύρως <lb/>καὶ ἰσχυρῶς· ἀτὰρ
                        οὔτε πολυήμερος γίνεται, οὔτε θανατώδης· <lb/>οὔτε γὰρ μάλα ἀπόσιτοι
                        γίνονται οἱ τοιοῦτοι, οὔτε ἄλλως ξυμφέρει <lb/>κενεαγγέειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="70"><p>70. Μηροῦ δὲ ὀλίσθημα κατ᾿ ἰσχίον ὧδε χρὴ ἐμβάλλειν, ἢν <lb/>ἐς τὸ ἔσω μέρος
                        ὠλισθήκῃ· ἀγαθὴ μὲν ἥδε καὶ δικαίη καὶ κατὰ <lb/>φύσιν ἡ ἐμβολὴ, καὶ δή τι
                        καὶ ἀγωνιστικὸν ἔχουσα, ὅστις γε τοῖσι <lb/>τοιούτοισιν ἥδεται κομψευόμενος.
                        Κρεμάσαι χρὴ τὸν ἄνθρωπον <lb/>τῶν ποδῶν πρὸς μεσόδμην δεσμῷ δυνατῷ μὲν,
                        μαλθακῷ δὲ <lb/>καὶ πλάτος ἔχοντι· τοὺς δὲ πόδας διέχειν χρὴ, ὅσον τέσσαρας
                        <lb/>δακτύλους ἀπ᾿ ἀλλήλων, ἢ καὶ ἔλασσον· χρὴ δὲ καὶ ἐπάνωθεν <lb/>τῶν
                        ἐπιγουνίδων προσπεριβεβλῆσθαι πλατεῖ ἱμάντι καὶ μαλθακῷ, <pb n="290"/>
                        ἀνατείνοντι ἐς τὴν μεσόδμην· τὸ δὲ σκέλος τὸ σιναρὸν <lb/>ἐντετάσθαι χρὴ ὡς
                        δύο δακτύλους μᾶλλον τοῦ ἑτέρου· ἀπὸ δὲ <lb/>τῆς γῆς τὴν κεφαλὴν ἀπεχέτω ὡς
                        δύο πήχεας, ἢ ὀλίγῳ πλέον, <lb/>ἢ ἔλασσον· τὰς δὲ χεῖρας παρατεταμένας παρὰ
                        τὰς πλευρὰς προσδεδεμένος <lb/>ἔστω μαλθακῷ τινι· πάντα δὲ ταῦτα ὑπτίῳ
                        κατακειμένῳ <lb/>κατασκευασθήτω, ὡς ὅτι ἐλάχιστον χρόνον κρέμηται. <lb/>Ὅταν
                        δὲ κρεμασθῇ, ἄνδρα χρὴ εὐπαίδευτον καὶ μὴ ἀσθενέα, ἐνεί· <lb/>ραντα τὸν
                        πῆχυν μεσηγὺ τῶν μηρῶν, εἶτα θέσθαι τὸν πῆχυν <lb/>μεσηγὺ τοῦ περινέου καὶ
                        τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ τῆς ἐξεστηκυίης, <lb/>ἔπειτα ξυνάψαντα τὴν ἑτέρην
                        χεῖρα πρὸς τὴν διῃρμένην, παραστάντα <lb/>ὀρθὸν παρὰ τὸ σῶμα τοῦ κρεμαμένου,
                        ἐξαπίνης ἐκκρεμασθέντα, <lb/>μετέωρον αἰωρηθῆναι ὡς ἰσοῤῥοπώτατον. Αὕτη δὲ ἡ
                        <lb/>ἐμβολὴ παρέχεται πάντα, ὅσα χρὴ κατὰ φύσιν· αὐτό τε γὰρ τὸ <lb/>σῶμα,
                        κρεμάμενον, τῷ ἑωυτοῦ βάρεϊ κατάτασιν ποιέεται, ὅ <lb/>τε ἐκκρεμασθεὶς ἅμα
                        μὲν τῇ κατατάσει ἀναγκάζει ὑπεραιωρέεσθαι <pb n="292"/> τὴν κεφαλὴν τοῦ
                        μηροῦ ὑπὲρ τῆς κοτύλης, ἄμα δὲ τῷ ὀστέῳ <lb/>τοῦ πήχεος ἀπομοχλεύει καὶ
                        ἀναγκάζει ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν <lb/>ὀλισθάνειν. Χρὴ δὲ παγκάλως μὲν τοῖσι
                        δεσμοῖσιν ἐσκευάσθαι, <lb/>φρονέοντα δὲ καὶ ὡς ἐχυρώτατον τὸν ἐξαιωρούμενον
                        εἶναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="71"><p>71. Ὡς μὲν οὖν καὶ πρόσθεν εἴρηται, μέγα τὸ διαφέρον ἐστὶ <lb/>τῶν φυσίων
                        τοῖσιν ἀνθρώποισιν ἐς τὸ εὐέμβλητα εἶναι, καὶ <lb/>δυσέμβλητα· καὶ διότι
                        μέγα διαφέρει, εἴρηται πρόσθεν ἐν τοῖσι <lb/>περὶ ὤμου. Ἐνίοισι γὰρ ὁ μηρὸς
                        ἐμπίπτει ἀπ᾿ οὐδεμιῆς παρασκευῆς, <lb/>ἀλλ᾿ ὀλίγης μὲν κατατάσιος, ὅσον τῇσι
                        χερσὶ κατιθῦναι, <lb/>βραχείης δὲ κιγκλίσιος· πολλοῖσι δὲ ξυγκάμψασι τὸ
                        σκέλος <lb/>κατὰ τὸ ἄρθρον, ἐνέπεσεν, ἤδη ἀμφίσφαλσιν ποιησάμενον. Ἀλλὰ
                        <lb/>γὰρ τὰ πουλὺ πλείω οὐκ ἐνακούει τῆς τυχούσης παρασκευῆς· διὰ <lb/>τοῦτο
                        ἐπίστασθαι μὲν χρὴ τὰ κράτιστα περὶ ἑκάστου ἐν πάσῃ <lb/>τῇ τέχνῃ· χρέεσθαι
                        δὲ, οἷσιν ἂν δόξῃ ἑκάστοτε. Εἴρηνται μὲν <lb/>οὖν τρόποι κατατασίων καὶ ἐν
                        τοῖσιν ἔμπροσθεν γεγραμμένοισιν, <lb/>ὥστε χρέεσθαι τούτων, ὅστις ἂν
                        παρατύχῃ. Δεῖ γὰρ ἀντικατατετάσθαι <lb/>ἰσχυρῶς, ἐπὶ θάτερα μὲν τοῦ σκέλεος,
                        ἐπὶ θάτερα δὲ τοῦ <pb n="294"/> σώματος· ἢν γὰρ εὖ καταταθῇ,
                        ὑπεραιωρηθήσεται ἡ κεφαλὴ τοῦ <lb/>μηροῦ ὑπὲρ τῆς ἀρχαίης ἕδρης· καὶ ἢν μὲν
                        ὑπεραιωρηθῇ οὕτως, <lb/>οὐδὲ κωλύσαι ἔτι ῥηΐδιον ἵζεσθαι αὐτὴν ἐς τὴν ἑωυτῆς
                        ἕδρην, <lb/>ὥστε ἤδη πᾶσα ἀρκέει μόχλευσίς τε καὶ κατόρθωσις· ἀλλὰ <lb/>γὰρ
                        ἐλλείπουσιν ἐν τῇ κατατάσει· διὰ τοῦτο ὄχλον πλείω παρέχει <lb/>ἡ ἐμβολή.
                        Χρὴ οὖν οὐ μόνον παρὰ τὸν πόδα τὰ δεσμὰ ἐξηρτῆσθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἄνωθεν τοῦ
                        γούνατος, ὅκως μὴ κατὰ τὸ τοῦ γούνατος <lb/>ἄρθρον ἐν τῇ τανύσει ἡ ἐπίδεσις
                        ἔῃ μᾶλλον, ἢ κατὰ τὸ τοῦ ἰσχίου <lb/>ἄρθρον. Οὕτω μὲν οὖν χρὴ τὴν κατάτασιν,
                        τὴν πρὸς τὸ τοῦ ποδὸς μέρος, <lb/>ἐσκευάσθαι· ἀτὰρ καὶ τὴν ἐπὶ θάτερα
                        κατάτασιν, μὴ μοῦνον <lb/>ἐκ τῆς περὶ τὸ στῆθος καὶ τὰς μασχάλας περιβολῆς
                        ἀντιτείνεσθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἱμάντι μακρῷ, διπτύχῳ, ἰσχυρῷ, προσηνεῖ, παρὰ
                        <lb/>τὸν περίνεον βεβλημένῳ, παρατεταμένῳ ἐπὶ μὲν τὰ ὄπισθεν <lb/>παρὰ τὴν
                        ῥάχιν, ἐπὶ δὲ τὰ ἔμπροσθεν παρὰ τὴν κληῗδα, προσηρτημένῳ <lb/>πρὸς τὴν ἀρχὴν
                        τὴν ἀκτικατατείνουσαν, οὕτω διαναγκάζεσθαι, <lb/>τοῖσι μὲν ἔνθα
                        διατεινομένοισι, τοῖσι δὲ ἔνθα, ὅκως δὲ ὁ <lb/>ἱμὰς ὁ παρὰ τὸν περίνεον μὴ
                        περὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>παρατεταμένος ἔσται, ἀλλὰ μεσηγὺ τῆς κεφαλῆς
                        καὶ τοῦ περινέου· ἐν δὲ τῇ κατάτασει, κατὰ μὲν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ἐρείσας
                            <pb n="296"/> τὴν πυγμὴν, ἐς τὸ ἔξω ὠθεέτω· ἢν δὲ μετεωρίζηται
                        ἑλκόμενος, <lb/>διέρσας τὴν χεῖρα καὶ ἐπιξυνάψας τῇ ἑτέρῃ χειρὶ, ἅμα μὲν
                        <lb/>συγκατατεινέτω, ἅμα δὲ ἐς τὸ ἔξω ξυναναγκαζέτω· ἄλλος δέ <lb/>τις τὸ
                        παρὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἡσύχως ἐς τὸ ἔσω μέρος κατορθούτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="72"><p>72. Εἴρηται δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη, ὅτι ἐπάξιον, ὅστις ἐν πόλει <lb/>πολυανθρώπῳ
                        ἰητρεύει, ξύλον κεκτῆσθαι τετράγωνον, ὡς ἑξάπηχυ <lb/>ἢ ὀλίγῳ μέζον, εὖρος
                        δὲ, ὡς δίπηχυ, πάχος δὲ, ἀρκέει <lb/>σπιθαμιαῖον· ἔπειτα κατὰ μῆκος μὲν,
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐντομὴν ἔχειν <lb/>χρὴ, ὡς μὴ ὑψηλοτέρη τοῦ καιροῦ ἡ
                        μηχάνησις ἔῃ· ἔπειτα <lb/>φλιὰς βραχείας, ἰσχυρὰς, καὶ ἰσχυρῶς ἐνηρμοσμένας,
                        ὀνίσκον <lb/>ἔχειν ἑκατέρωθεν· ἔπειτα ἀρκέει μὲν ἐν τῷ ἡμίσεϊ τοῦ ξύλου <pb n="298"/> (οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ διὰ παντὸς) ἐντετμῆσθαι ὡς καπέτους
                        <lb/>μακρὰς πέντε ἢ ἓξ, διαλείπουσας ἀπ᾿ ἀλλήλων ὡς τέσσαρας δακτύλους,
                        <lb/>αὐτὰς δὲ ἀρκέει εὖρος τριδακτύλους εἶναι, καὶ βάθος οὕτως. <lb/>Ἔχειν
                        δὲ κατὰ μέσον τὸ ξύλον καὶ καταγλυφὴν χρὴ βαθυτέρην, ἐπὶ <lb/>τετράγωνον, ὡς
                        τριῶν δακτύλων, καὶ ἐς μὲν τὴν καταγλυφὴν ταύτην, <lb/>ὅταν δοκέῃ προσδεῖν,
                        ξύλον ἐμπηγνύναι ἐναρμόζον τῇ καταγλυφῇ, <lb/>τὸ δὲ ἄνω στρογγύλον,
                        ἐμπηγνύναι δὲ, ἐπήν ποτε δοκέῃ <lb/>ξυμφέρειν, μεσηγὺ τοῦ περινέου καὶ τῆς
                        κεφαλῆς τοῦ μηροῦ. <lb/>Τοῦτο τὸ ξύλον ἑστεὸς κωλύει τὴν ἐπίδοσιν ἐπιδιδόναι
                        τὸ σῶμα <lb/>τοῖσι πρὸς ποδῶν ἕλκουσιν· ἐνίοτε γὰρ ἀρκέει αὐτὸ τὸ ξύλον
                        τοῦτο <lb/>ἀντὶ τῆς ἄνωθεν ἀντικατατάσιος· ἐνίοτε δὲ καὶ, κατατεινομένου τοῦ
                        <lb/>σκέλεος ἔνθεν καὶ ἔνθεν, αὐτὸ τὸ ξύλον τοῦτο, χαλαρὸν ἐγκείμενον <lb/>ἢ
                        τῇ ἢ τῇ, ἐκμοχλεύειν ἐπιτήδειον ἂν εἴη τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὸ ἔξω
                        μέρος. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ αἱ κάπετοι ἐντετμέαται, <lb/>ὡς, καθ᾿ ὁκοίην ἂν
                        αὐτέων ἁρμόσῃ, ἐμβαλλόμενος ξύλινος μοχλὸς <lb/>μοχλεύοι, ἢ παρὰ τὰς κεφαλὰς
                        τῶν ἄρθρων, ἢ κατὰ τὰς <lb/>κεφαλὰς τελέως ἐρειδόμενος ἅμα τῇ κατατάσει, ἤν
                        τε ἐς τὸ ἔξω <lb/>μέρος ξυμφέρῃ ἐκμοχλεύεσθαι, ἤν τε ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἤν τε
                        <lb/>στρογγύλον τὸν μοχλὸν ξυμφέρῃ εἶναι, ἤν τε πλάτος ἔχοντα· <lb/>ἄλλος
                        γὰρ ἄλλῳ τῶν ἄρθρων ἁρμόζει. Εὔχρηστος δέ ἐστιν ἐπὶ <lb/>πάντων τῶν ἄρθρων
                        ἐμβολῆς, τῶν κατὰ τὰ σκέλεα, αὕτη ἡ <pb n="300"/> μόχλευσις ξὺν τῇ
                        κατατάσει. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος ἐστὶ, <lb/>στρογγύλος ἁρμόζει ὁ μοχλὸς εἶναι·
                        τῷ μέντοι ἔξω ἐκπεπτωκότι <lb/>ἄρθρῳ πλατὺς ἁρμόσει εἶναι. Ἀπὸ τουτέων τῶν
                        μηχανέων καὶ <lb/>ἀναγκέων οὐδὲν ἄρθρον μοι δοκέει οἷόν τε εἶναι ἀπορηθῆναι
                        <lb/>ἐμπεσεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="73"><p>73. Εὕροι δ᾿ ἄν τις καὶ ἄλλους τρόπους τούτου τοῦ ἄρθρου ἐμβολῆς· <lb/>εἰ γὰρ
                        τὸ ξύλον τὸ μέγα τοῦτο ἔχοι κατὰ μέσον καὶ ἐκ <lb/>πλαγίων φλιὰς δύο, ὡς
                        ποδιαίας, ὕψος δὲ ὅκως ἂν δοκέοι <lb/>ξυμφέρειν, τὴν μὲν ἔνθεν, τὴν δὲ
                        ἔνθεν, ἔπειτα ξύλον πλάγιον <lb/>ἐνείη ἐν τῇσι φλιῇσιν ὡς κλιμακτὴρ ἔπειτα
                        διέρσαι τὸ ὑγιὲς <lb/>σκέλος μεσηγὺ τῶν φλιέων, τὸ δὲ σιναρὸν ἄνωθεν τοῦ
                        κλιμακτῆρος <lb/>ἔχειν ἁρμόζον ἀπαρτὶ πρὸς τὸ ὕψος καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον, ᾗ
                        ἐκπέπτωκεν· <lb/>ῥηΐδιον δὲ ἁρμόζειν· τὸν γὰρ κλιμακτῆρα ὑψηλότερόν
                        <lb/>τινι χρὴ ποιέειν τοῦ μετρίου, καὶ ἱμάτιον πολύπτυχον, ὡς ἂν
                        <lb/>ἁρμόσῃ, ὑποτείνειν ὑπὸ τὸ σῶμα. Ἔπειτα χρὴ ξύλον, ἔχον <pb n="302"/>
                        πλάτος μέτριον καὶ μῆκος, ἄχρι τοῦ σφυροῦ ὑποτεταμένον ὑπὸ τὸ <lb/>σκέλος
                        εἶναι, ἱκνεόμενον ἐπέκεινα τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ὡς <lb/>οἷόν τε·
                        προσκαταδεδέσθαι δὲ χρὴ πρὸς τὸ σκέλος, ὅκως ἂν <lb/>μετρίως ἔχῃ. Κἄπειτα
                        κατατεινομένου τοῦ σκέλεος, εἴτε ξύλῳ <lb/>ὑπεροειδέϊ, εἴτε τουτέων τινὶ τῶν
                        κατατασίων, ὁμοῦ χρὴ <lb/>καταναγκάζεσθαι τὸ σκέλος περὶ τὸν κλιμακτῆρα ἐς
                        τὸ κάτω μέρος <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ προσδεδεμένῳ· τὸν δέ τινα κατέχειν τὸν
                        ἄνθρωπον <lb/>ἀνωτέρω τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ ἰσχίον. Καὶ γὰρ οὕτως ἅμα <lb/>μὲν
                        ἡ κατάτασις ὑπεραιωρέοι ἂν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ὑπὲρ <lb/>τῆς κοτύλης, ἅμα
                        δὲ ἡ μόχλευσις ἀπωθέοι τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν.
                        Αὗται πᾶσαι αἱ εἰρημέναι ἀνάγκαι ἰσχυραὶ, <lb/>καὶ πᾶσαι κρέσσους τῆς
                        ξυμφορῆς, ἤν τις ὀρθῶς καὶ καλῶς <lb/>σκευάζῃ. Ὥσπερ δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη
                        εἴρηται, πουλύ τι ἀπὸ <lb/>ἀσθενεστέρων κατατασίων καὶ φαυλοτέρης κατασκευῆς
                        τοῖσι <lb/>πλείοσιν ἐμπίπτει. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>