<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:60-66</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:60-66</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Ὁκόσοισι μὲν οὖν ἂν ἤδη ἠνδρωμένοισι τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐκπεσὸν <lb/>μὴ
                        ἐμπέσῃ, οὗτοι, ὁκόταν αὐτοῖσιν ἡ ὀδύνη παύσηται καὶ τὸ <lb/>ἄρθρον ἐθισθῇ ἐν
                        τῷ χωρίῳ τούτῳ στροφᾶσθαι, ἵνα ἐξέπεσεν, οὗτοι <lb/>δύνανται σχεδὸν εὐθὺς
                        ὀρθοὶ ὁδοιπορέειν ἄνευ ξύλου, καὶ πάνυ μέντοι <lb/>εὐθέες, ἐπὶ δὲ τὸ
                        σιναρὸν, ἅτε οὔτε κατὰ τὸν βουβῶνα εὔκαμπτοι <lb/>ἐόντες, οὔτε κατὰ τὴν
                        ἰγνύην· διὰ οὖν τοῦ βουβῶνος τὴν <lb/>ἀκαμπίην εὐθυτέρῳ ὅλῳ τῷ σκέλεϊ ἐν τῇ
                        ὁδοιπορίῃ χρέονται, ἢ ὅτε <lb/>ὑγίαινον. Καὶ σύρουσι δὲ ἐνίοτε πρὸς τὴν γῆν
                        τὸν πόδα, ἅτε οὐ ῥηϊδίως <lb/>ξυγκάμπτοντες τὰ ἄνω ἄρθρα, καὶ ἅτε παντὶ
                        βαίνοντες τῷ ποδί· <lb/>οὐδὲν γὰρ ἧσσον τῇ πτέρνῃ οὗτοι βαίνουσιν, ἢ τῷ
                        ἔμπροσθεν· εἰ <lb/>δέ γε ἠδύναντο μέγα προβαίνειν, κἂν πάνυ πτερνοβάται
                        ἦσαν· καὶ <pb n="258"/> γὰρ οἱ ὑγιαίνοντες ὅσῳ ἂν μέζον προβαίνοντες
                        ὁδοιπορέωσι, τοσούτῳ <lb/>μᾶλλον πτερνοβάται εἰσὶ, τιθέντες τὸν πόδα,
                        αἴροντες δὲ τὸν <lb/>ἐναντίον. Ὁκόσοισι δὲ δὴ οὕτως ἐκπέπτωκε, καὶ ἔτι
                        μᾶλλον τῇ <lb/>πτέρνῃ προσεγχρίπτουσιν, ἢ τῷ ἔμπροσθεν· τὸ γὰρ ἔμπροσθεν
                        <lb/>τοῦ ποδὸς, ὅταν ἐκτεταμένον ἔῃ τὸ ἄλλο σκέλος, οὐχ ὁμοίως δύναται
                        <lb/>ἐς τὸ πρόσω καμπύλλεσθαι, ὥσπερ ὅταν ξυγκεκαμμένον ἔῃ τὸ <lb/>σκέλος·
                        οὔτ᾿ αὖ σιμοῦσθαι δύναται ὁ ποὺς, ξυγκεκαμμένου τοῦ <lb/>σκέλεος, ὡς ὅταν
                        ἐκτεταμένον ἔῃ τὸ σκέλος. Ὑγιαίνουσά τε οὖν ἡ φύσις <lb/>οὕτω πέφυκεν, ὥσπερ
                        εἴρηται· ὅταν δὲ ἐκπεσὸν μὴ ἐμπέσῃ τὸ <lb/>ἄρθρον, οὕτως ὁδοιπορέουσιν, ὡς
                        εἴρηται, διὰ τὰς προφάσιας ταύτας <lb/>τὰς εἰρημένας· ἀσαρκότερον μέντοι τὸ
                        σκέλος τοῦ ἑτέρου γίνεται, <lb/>κατά τε τὸ πυγαῖον, κατά τε τὴν
                        γαστροκνημίην, καὶ κατὰ τὴν <lb/>ὄπισθεν ἴξιν. Οἷσι δ᾿ ἂν νηπίοισιν ἔτι
                        ἐοῦσι τὸ ἄρθρον οὕτως ὀλισθάνον <lb/>μὴ ἐμπέσῃ, ἢ καὶ ἐκ γενεῆς οὕτω
                        γένηται, καὶ τούτοισι τὸ <lb/>τοῦ μηροῦ ὀστέον μᾶλλόν τι μινύθει, ἢ τὰ τῆς
                        κνήμης καὶ τὰ τοῦ <lb/>ποδός· ἥκιστα μὴν ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ ὀλισθήματος ὁ
                        μηρὸς <lb/>μειοῦται. Μινύθουσι μέντοι αἱ σάρκες πάντη, μάλιστα δὲ κατὰ
                        <lb/>τὴν ὄπισθεν ἴξιν, ὥσπερ ἤδη καὶ πρόσθεν εἴρηται. Ὅσοι μὲν οὖν ἂν
                        <lb/>τιθηνηθῶσιν ὀρθῶς, οὗτοι μὲν δύνανται προσχρέεσθαι τῷ σκέλεϊ
                        <lb/>αὐξανόμενοι, βραχυτέρῳ μέν τινι τοῦ ἑτέρου ἐόντι, ὅμως δὲ ἐρειδόμενοι
                        <lb/>ξύλῳ ἐπὶ ταῦτα, ᾗ τὸ σιναρὸν σκέλος· οὐ γὰρ κάρτα δύνανται <lb/>ἄνευ
                        τῆς πτέρνης τῷ στήθεϊ τοῦ ποδὸς χρέεσθαι, ἐπικαθιέντες ὥσπερ <pb n="260"/>
                        ἐν ἑτέροισι χωλεύμασιν ἔνιοι δύνανται· αἴτιον δὲ τοῦ μὴ δύνασθαι <lb/>τὸ
                        ὀλίγῳ πρόσθεν εἰρημένον· διὰ οὖν τοῦτο προσδέονται ξύλου. <lb/>Ὅσοι δ᾿ ἂν
                        καταμεληθέωσι καὶ μηδὲν χρέωνται ἐπὶ τὴν γῆν τῷ <lb/>σκέλεϊ, ἀλλὰ μετέωρον
                        ἔχωσι, τούτοισι μινύθει μὲν τὰ ὀστέα ἐς <lb/>αὔξησιν μᾶλλον, ἢ τοῖσι
                        χρεομένοισιν· μινύθουσι δὲ καὶ αἱ σάρκες <lb/>πολὺ μᾶλλον, ἢ τοῖσι
                        χρεομένοισιν· κατὰ δὲ τὰ ἄρθρα ἐς τὸ εὐθὺ <lb/>πηροῦται τούτοισι τὸ σκέλος
                        μᾶλλόν τι, ἢ οἷσιν ἂν ἄλλως ἐκπεπτώκῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="61"><p>61. Ὡς μὲν οὖν ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι, τὰ ἄρθρα τὰ ἐκπίπτοντα <lb/>καὶ τὰ
                        ὀλισθάνοντα ἀνίσως αὐτὰ ἑωυτοῖσιν ἐκπίπτει καὶ ὀλισθάνει, <lb/>ἄλλοτε μὲν
                        πουλὺ πλεῖον, ἄλλοτε δὲ πολὺ ἔλασσον <lb/>καὶ οἷσι μὲν ἂν πολὺ πλεῖον ὀλίσθῃ
                        ἢ ἐκπέσῃ, χαλεπώτερα <lb/>ἐμβάλλειν τὸ ἐπίπαν ἐστὶ, καὶ ἢν μὴ ἐμβιβασθῇ,
                        μέζους καὶ <lb/>ἐπιδηλοτέρας τὰς πηρώσιας καὶ κακώσιας ἴσχει τὰ τοιαῦτα, καὶ
                        <lb/>ὀστέων, καὶ σαρκῶν, καὶ σχημάτων· ὅταν δὲ μεῖον ἐκπέσῃ καὶ ὀλίσθῃ,
                        <lb/>ῥηΐδιον μὲν ἐμβάλλειν τὰ τοιαῦτα τῶν ἑτέρων γίνεται, ἢν δὲ
                        <lb/>καταπορηθῇ ἢ ἀμεληθῇ ἐμπεσεῖν, μείους καὶ ἀσινέστεραι αἱ <lb/>πηρώσιες
                        γίνονται τούτοισιν, ἢ οἷσιν ὀλίγῳ πρόσθεν εἴρηται. Τὰ <lb/>μὲν οὖν ἄλλα
                        ἄρθρα καὶ πάνυ πολὺ διαφέρει ἐς τὸ ὁτὲ μὲν μεῖον, <lb/>ὁτὲ δὲ μεῖζον τὸ
                        ὀλίσθημα ποιέεσθαι· μηροῦ δὲ καὶ βραχίονος κεφαλαὶ <pb n="262"/>
                        παραπλησιώτατα ὀλισθάνουσιν αὐτὴ ἑωυτῇ ἑκατέρη· ἅτε γὰρ <lb/>στρογγύλαι μὲν
                        αἱ κεφαλαὶ ἐοῦσαι, ἁπλῆν τῆν στρογγύλωσιν καὶ <lb/>φαλακρὴν ἔχουσι,
                        κυκλοτερέες δὲ αἱ κοιλίαι ἐοῦσαι, αἱ δεχόμεναι <lb/>τὰς κεφαλὰς, ἁρμόζουσι
                        δὲ τῇσι κεφαλῇσιν· διὰ τοῦτο οὐκ <lb/>ἔστιν αὐτῇσι τὸ ἥμισυ ἐκστῆναι τοῦ
                        ἄρθρου· ὀλισθάνοι γὰρ ἂν <lb/>διὰ τὴν περιφερείην, ἢ ἐς τὸ ἔξω, ἢ ἐς τὸ ἔσω.
                        Περὶ οὗ οὖν ὁ <lb/>λόγος, ἐκπίπτουσι τελέως ἤδη, ἐπεὶ ἄλλως γε οὐκ
                        ἐκπίπτουσιν· <lb/>ὅμως δὲ καὶ ταῦτα ὁτὲ μὲν πλεῖον ἀποπηδᾷ ἀπὸ τῆς φύσιος,
                        ὁτὲ <lb/>δὲ ἔλασσον· μᾶλλον δέ τι μηρὸς τοῦτο βραχίονος πέπονθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="62"><p>62. Ἐπεὶ ἔνια καὶ τῶν ἐκ γενεῆς γενομένων ὀλισθημάτων, ἢν <pb n="264"/>
                        μικρὸν ὀλίσθῃ, οἷά τε ἐς τὴν φύσιν ἄγεσθαι, καὶ μάλιστα τὰ παρὰ <lb/>τοῦ
                        ποδὸς ἄρθρα. Ὁκόσοι ἐκ γενεῆς κυλλοὶ γίνονται, τὰ πλεῖστα <lb/>τούτων ἰήσιμά
                        ἐστιν, ἢν μὴ πάνυ μεγάλη ἡ ἔκκλισις ἔῃ, ἢ καὶ <lb/>προαυξέων γεγονότων ἤδη
                        τῶν παιδίων ξυμβῇ. Ἄριστον μὲν οὖν <lb/>ὡς τάχιστα ἰητρεύειν τὰ τοιαῦτα,
                        πρὶν πάνυ μεγάλην τὴν ἔνδειαν <lb/>τῶν ὀστέων τῶν ἐν τῷ ποδὶ γενέσθαι, πρίν
                        τε πάνυ μεγάλην τὴν <lb/>ἔνδειαν τῶν σαρκῶν τῶν κατὰ τὴν κνήμην εἶναι.
                        Τρόπος μὲν οὖν <lb/>κυλλώσιος οὐχ εἷς, ἀλλὰ πλείονες, τὰ πλεῖστα μὴν οὐκ
                        ἐξηρθρηκότα <lb/>παντάπασιν, ἀλλὰ δι᾿ ἔθος σχήματος ἔν τινι ἀπολήψει τοῦ
                        <lb/>ποδὸς κεκυλλωμένα. Προσέχειν δὲ καὶ ἐν τῇ ἰητρείῃ τοισίδε <lb/>χρή·
                        ἀπωθέειν μὲν καὶ κατορθοῦν τῆς κνήμης τὸ κατὰ τὸ σφυρὸν <lb/>ὀστέον, τὸ
                        ἔξωθεν, ἐς τὸ ἔσω μέρος, ἀντωθέειν δὲ ἐς τὸ ἔξω <lb/>μέρος τὸ τῆς πτέρνης τὸ
                        κατὰ τὴν ἴξιν, ὅκως ἀλλήλοις <lb/>ἀπαντήσῃ τὰ ὀστέα τὰ ἐξίσχοντα κατὰ μέσον
                        τε καὶ πλάγιον τὸν <lb/>πόδα· τοὺς δ᾿ αὖ δακτύλους ἀθρόους ξὺν τῷ μεγάλῳ
                        δακτύλῳ ἐς <pb n="266"/> τὸ εἴσω μέρος ἐγκλίνειν καὶ περιαναγκάζειν οὕτως·
                        ἐπιδεῖν δὲ κηρωτῇ <lb/>ἐῤῥητινωμένῃ εὖ, καὶ σπλήνεσι, καὶ ὀθονίοισι
                        μαλθακοῖσι, <lb/>μὴ ὀλίγοισι, μηδὲ ἄγαν πιέζοντα· οὕτω δὲ τὰς περιαγωγὰς
                        ποιέεσθαι <lb/>τῆς ἐπιδέσιος, ὥσπερ καὶ τῇσι χερσὶν ἡ κατόρθωσις ἦν τοῦ
                        ποδὸς, <lb/>ὅκως ὁ ποὺς ὀλίγῳ μᾶλλον ἐς τὸ βλαισὸν ῥέπων φαίνηται. Ἴχνος
                        <lb/>δέ τι χρὴ ποιέεσθαι, ἢ δέρματος μὴ ἄγαν σκληροῦ, ἢ μολύβδινον,
                        <lb/>προσεπιδεῖν δὲ, μὴ πρὸς τὸν χρῶτα τιθέντα, ἀλλ᾿ ὅταν ἤδη τοῖσιν
                        <lb/>ὑστάτοισιν ὀθονίοισι μέλλῃς ἐπιδέειν· ὅταν δὲ ἤδη ἐπιδεδεμένος <lb/>ἔῃ,
                        ἑνός τινος τῶν ὀθονίων χρὴ, οἷσιν ἐπιδέεται, τὴν ἀρχὴν <lb/>προσράψαι πρὸς
                        τὰ κάτω τοῦ ποδὸς ἐπιδέσματα κατὰ τὴν ἴξιν <lb/>τοῦ μικροῦ δακτύλου· ἔπειτα
                        ἐς τὸ ἄνω τείνοντα, ὅκως ἂν δοκέῃ <lb/>μετρίως ἔχειν, περιβάλλειν ἄνωθεν τῆς
                        γαστροκνημίης, ὡς μόνιμον <lb/>ἔῃ, κατατεταγμένον οὕτως. Ἁπλῷ δὲ λόγῳ, ὥσπερ
                        κηροπλαστέοντα, <lb/>χρὴ ἐς τὴν φύσιν τὴν δικαίην ἄγειν καὶ τὰ ἐκκεκλιμένα
                        <lb/>καὶ τὰ συντεταμένα παρὰ τὴν φύσιν, καὶ τῇσι χερσὶν οὕτω
                        <lb/>διορθοῦντα, καὶ τῇ ἐπιδέσει ὡσαύτως, προσάγειν δὲ οὐ βιαίως, ἀλλὰ
                        <lb/>παρηγορικῶς· προσράπτειν δὲ τὰ ὀθόνια, ὅκως ἂν ξυμφέρῃ τὰς
                        <lb/>ἀναλήψιας ποιέεσθαι, ἄλλα γὰρ ἄλλης τῶν χωλωμάτων δέεται ἀναλήψιος.
                        <lb/>Ὑποδημάτιον δὲ ποιέεσθαι μολύβδινον, ἔξωθεν τῆς ἐπιδέσιος <pb n="268"/>
                        ἐπιδεδεμένον, οἷον αἱ χῖαι κρηπῖδες ῥυθμὸν εἶχον· ἀλλ᾿ οὐδὲν <lb/>αὐτοῦ δεῖ,
                        ἤν τις ὀρθῶς μὲν τῇσι χερσὶ διορθώσῃ, ὀρθῶς δὲ τοῖσιν <lb/>ὀθονίοισιν
                        ἐπιδέῃ, ὀρθῶς δὲ καὶ τὰς ἀναλήψιας ποιοῖτο. Ἡ μὲν <lb/>οὖν ἴησις αὕτη, καὶ
                        οὔτε τομῆς, οὔτε καύσιος οὐδὲν δεῖ, οὔτ᾿ <lb/>ἄλλης ποικιλίης· θᾶσσον γὰρ
                        ἐνακούει τὰ τοιαῦτα τῆς ἰητρείης, ἢ <lb/>ὡς ἄν τις οἴοιτο. Προσνικᾷν μέντοι
                        χρὴ τῷ χρόνῳ, ἕως ἂν αὐξηθῇ <lb/>τὸ σῶμα ἐν τοῖσι δικαίοισι σχήμασιν. Ὅταν
                        δὲ ἐς ὑποδήματος <lb/>λόγον ἴῃ, ἀρβύλαι ἐπιτηδειόταται αἱ πηλοπάτιδες
                        καλεόμεναι· <lb/>τοῦτο γὰρ ὑποδημάτων ἥκιστα κρατέεται ὑπὸ τοῦ ποδὸς, ἀλλὰ
                        <lb/>κρατέει μᾶλλον· ἐπιτήδειος δὲ καὶ ὁ κρητικὸς τρόπος τῶν ὑποδημάτων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="63"><p>63. Ὅσοισι δ᾿ ἂν κνήμης ὀστέα ἐξαρθρήσαντα καὶ ἕλκος <pb n="270"/> ποιήσαντα
                        τελείως ἐξίσχῃ κατὰ τὰ παρὰ τὸν πόδα ἄρθρα, εἴτε <lb/>ἔσῳ ῥέψαντα, εἴτε
                        μέντοι καὶ ἔξω, τὰ τοιαῦτα μὴ ἐμβάλλειν, <lb/>ἀλλ᾿ ἐᾷν τὸν βουλόμενον τῶν
                        ἰητρῶν ἐμβάλλειν. Σαφέως γὰρ εἰδέναι <lb/>χρὴ, ὅτι ἀποθανεῖται, ᾧ ἂν
                        ἐμβληθέντα ἐμμείνῃ, καὶ ἡ ζωὴ δὲ <lb/>ὀλιγήμερος τουτέοισι γενήσεται· ὀλίγοι
                        γὰρ ἂν αὐτέων τὰς ἑπτὰ <lb/>ἡμέρας ὑπερβάλλοιεν· σπασμὸς γὰρ ὁ κτείνων
                        ἐστίν· ἀτὰρ καὶ <lb/>γαγγραινοῦσθαι ἱκνέεται τὴν κνήμην καὶ τὸν πόδα. Ταῦτα
                        βεβαίως <lb/>εἰδέναι χρὴ οὕτως ἐσόμενα· καὶ οὐκ ἄν μοι δοκέει οὐδὲ ἐλλέβορος
                        <lb/>ὠφελήσειν, αὐθημερόν τε δοθεὶς, καὶ αὖθις πινόμενος, ἄγχιστα <lb/>δὲ,
                        εἴπερ τι τοιοῦτον· οὐ μέντοι γε οὐδὲ τοῦτο δοκέω. Ἢν <lb/>δὲ μὴ ἐμβληθῇ,
                        μηδ᾿ ἀπ᾿ ἀρχῆς μηδεὶς πειρηθῇ ἐμβάλλειν, <lb/>περιγίνονται οἱ πλεῖστοι
                        αὐτέων. Χρὴ δὲ ἡρμόσθαι μὲν τὴν κνήμην <lb/>καὶ τὸν πόδα οὕτως, ὡς αὐτὸς
                        ἐθέλει, μοῦνον δὲ, μὴ ἀπῃωρημένα, <lb/>μηδὲ κινεύμενα ἔστω· ἰητρεύειν δὲ
                        πισσηρῇ καὶ σπλήνεσιν <lb/>οἰνηροῖσιν, ὀλίγοισι, μὴ ἄγαν ψυχροῖσι, ψῦχος γὰρ
                        ἐν τοῖσι <pb n="272"/> τοιούτοισι σπασμὸν ἐπικαλέεται· ἐπιτήδεια δὲ καὶ
                        φύλλα σεύτλων, <lb/>ἢ βηχίου, ἢ ἄλλου τινὸς τῶν τοιουτέων, ἐν οἴνῳ μέλανι
                        αὐστηρῷ <lb/>ἡμίεφθα ἐπιτιθέντα ἰητρεύειν ἐπί τε τὸ ἕλκος, ἐπί τε τὰ
                        <lb/>περιέχοντα, κηρωτῇ δὲ χλιερῇ ἐπιχρίειν αὐτὸ τὸ ἕλκος· ἢν δὲ ἡ <lb/>ὥρη
                        χειμερινὴ ἔῃ, καὶ ἔρια ῥυπαρὰ οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ καταῤῥαίνοντα <lb/>χλιεροῖσιν
                        ἄνωθεν ἐπιτέγγειν· καταδεῖν δὲ μηδὲν μηδενὶ, <lb/>μηδὲ περιπλάσσειν· εὖ γὰρ
                        εἰδέναι χρὴ, ὅτι πίεξις καὶ ἀχθοφορίη <lb/>πᾶν κακὸν τοῖσι τοιούτοισίν
                        ἐστιν. Ἐπιτήδεια δὲ πρὸς τὰ τοιαῦτα <lb/>καὶ τῶν ἐναίμων μετεξέτερα, ὅσοισιν
                        αὐτῶν ξυμφέρει· ἔρια δὲ <lb/>ἐπιτιθέντα, οἴνῳ ἐπιτέγγοντα, πουλὺν χρόνον
                        ἐᾷν· τὰ δὲ <lb/>ὀλιγημερώτατα τῶν ἐναίμων, καὶ ὅσα ῥητίνῃ
                        προσκαταλαμβάνεται, <lb/>οὐχ ὁμοίως ἐπιτήδεια ἐκείνοισίν ἐστιν· χρονίη γὰρ ἡ
                        κάθαρσις <lb/>τῶν ἑλκέων γίνεται τούτων· πουλὺν γὰρ χρόνον πλαδαρὴ
                        <lb/>γίνεται· τινὰς δὲ τούτων ἀγαθὸν ἐπιδέειν. Εἰδέναι μὲν δή που <lb/>σάφα
                        χρὴ, ὅτι ἀνάγκη τὸν ἄνθρωπον χωλὸν αἰσχρῶς γενέσθαι· καὶ <lb/>γὰρ ὁ ποὺς ἐς
                        τὸ ἄνω ἀνέσπασται τῶν τοιούτων, καὶ τὰ ὀστέα <pb n="274"/> τὰ διολισθήσαντα
                        ἔξω ἐξέχοντα φαίνεται· οὔτε γὰρ ψιλοῦται τῶν <lb/>τοιούτων ὀστέων οὐδὲν ὡς
                        ἐπὶ τὸ πουλὺ, εἰ μὴ κατὰ βραχύ τι, <lb/>οὔτε ἀφίσταται, ἀλλὰ περιωτειλοῦται
                        λεπτῇσιν ὠτειλῇσι καὶ ἀσθενέσι, <lb/>καὶ ταῦτα, ἢν ἀτρεμίζωσι πουλὺν χρόνον·
                        ἢν δὲ μὴ, <lb/>ἑλκύδριον ἐγκαταλειφθῆναι κίνδυνος ἀναλθές. Ὅμως δὲ, περὶ οὗ
                        <lb/>ὁ λόγος, οὕτω μὲν ἰητρευόμενοι σώζονται, ἐμβληθέντος δὲ τοῦ <lb/>ἄρθρου
                        καὶ ἐμμείναντος, ἀποθνήσκουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="64"><p>64. Ωὑτὸς δὲ λόγος οὗτος, ἢν καὶ τὰ τοῦ πήχεος ὀστέα <lb/>τὰ παρὰ τὸν καρπὸν
                        τῆς χειρὸς ἕλκος ποιήσαντα ἐξίσχῃ, <lb/>ἤν τε ἐς τὸ ἔσω μέρος τῆς χειρὸς, ἤν
                        τε ἐς τὸ ἔξω. Σάφα γὰρ <lb/>ἐπίστασθαι χρὴ, ὅτι ἀποθανεῖται ἐν ὀλίγῃσιν
                        ἡμέρῃσι τοιούτῳ θανάτῳ, <lb/>οἵῳπερ καὶ πρόσθεν εἴρηται, ὅτῳ ἂν ἐμβληθέντα
                        τὰ ὀστέα <lb/>ἐμμείνῃ. Οἷσι δ᾿ ἂν μὴ ἐμβληθῇ, μηδὲ πειρηθῇ ἐμβάλλεσθαι,
                        <lb/>οὗτοι πολὺ πλείονες περιγίνονται· ἰητρείη δὲ τοιαύτη τοῖσι τοιουτέοισιν
                        <lb/>ἐπιτηδείη, οἵηπερ εἴρηται· τὸ δὲ σχῆμα αἰσχρὸν τοῦ χωλώματος
                        <lb/>ἀνάγκη εἶναι, καὶ τοὺς δακτύλους τῆς χειρὸς ἀσθενέας καὶ <lb/>ἀχρηΐους·
                        ἢν μὲν γὰρ ἐς τὸ ἔσω μέρος ὀλίσθῃ τὰ ὀστέα, ξυγκάμπτειν <lb/>οὐ δύνανται
                        τοὺς δακτύλους· ἢν δὲ ἐς τὸ ἔξω μέρος, ἐκτανύειν <lb/>οὐ δύνανται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="65"><p>65. Ὅσοισι δ᾿ ἂν κνήμης ὀστέον, ἕλκος ποιησάμενον παρὰ τὸ <pb n="276"/> γόνυ,
                        ἔξω ἐξίσχῃ, ἤν τε ἐς τὸ ἔξω μέρος, ἤν τε ἐς τὸ ἔσω, <lb/>τούτοισιν ἢν μέν
                        τις ἐμβάλῃ, ἔτι ἑτοιμότερος ὁ θάνατός ἐστιν, <lb/>ἤπερ τοῖσιν ἑτέροισι,
                        καίπερ κἀκείνοισιν ἕτοιμος ἐών. Ἢν δὲ <lb/>μὴ ἐμβαλὼν ἰητρεύῃς, ἐλπίδες μὲν
                        σωτερίης οὕτω μόνως εἰσίν. <lb/>Κινδυνοδέστερα δὲ ταῦτα τῶν ἑτέρων γίνεται,
                        ὅσῳ ἂν ἀνωτέρω, <lb/>καὶ ὅσῳ ἂν ἰσχυρότερα ἔῃ, καὶ ἀπὸ ἰσχυροτέρων ὠλισθήκῃ.
                        <lb/>Ἢν δὲ τὸ ὀστέον τὸ τοῦ μηροῦ τὸ πρὸς τοῶ γόνατος ἕλκος <lb/>ποιησάμενον
                        ἐξολίσθῃ, ἐμβληθὲν μὲν καὶ ἐμμεῖναν, ἔτι βιαιότερον <lb/>καὶ θᾶσσον τὸν
                        θάνατον ποιήσει τῶν πρόσθεν εἰρημένων· μὴ <lb/>ἐμβληθὲν δὲ, πουλὺ
                        κινδυνωδέστερον, ἢ τὰ πρόσθεν· ὅμως δὲ <lb/>μούνη ἐλπὶς αὕτη σωτερίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="66"><p>66. Ωὑτὸς δὲ λόγος καὶ περὶ τῶν κατὰ τὸν ἀγκῶνα ἄρθρων, καὶ <lb/>περὶ τῶν τοῦ
                        πήχεος καὶ βραχίονος· ἃ γὰρ ἂν τούτων ἐξαρθρήσαντα <lb/>ἐξίσηῃ ἕλκος
                        ποιησάμενα, πάντα, ἢν ἐμβληθῇ, θάνατον <lb/>φέρει, μὴ ἐμβληθέντα δὲ, ἐλπίδα
                        σωτερίης· χώλωσις δὲ ἑτοίμη <lb/>τοῖσι περιγενομένοισιν. Θανατωδέστερα δὲ
                        τοῖσιν ἐμβαλλομένοισίν <lb/>ἐτσι τὰ ἀνωτέρω τῶν ἄρθρων, ἀτὰρ καὶ τοῖσιν μὴ
                        ἐμβαλλομένοισι <lb/>κινδυνοδέστερα αὐτὰ ταῦτα. Εἰ δέ τινι τὰ ἀνώτατα ἄρθρα
                        ἐχαρθρήσαντα, <pb n="278"/> ἕλκος ποιήσαντα, ἐξίσχοι, ταῦτα ἂν ἔτι καὶ
                        ἐμβαλλόμενα <lb/>ταχυθανατώτατα εἴη, καὶ μὴ ἐμβαλλόμενα κινδυνωδέστατα·
                        <lb/>ἰητρείη δὲ ἤδη εἴρηται, οἵη τις ἐμοὶ δοκέει ἐπιτηδειοτάτη εἶναι τῶν
                        <lb/>τοιουτέων. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>