<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:53-59</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:53-59</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Μυθολογοῦσι δέ τινες, ὅτι αἱ Ἀμαζονίδες τὸ ἄρσεν γένος τὸ <lb/>ἑωυτῶν
                        αὐτίκα νήπιον ἐὸν ἐξαρθρέουσιν, αἱ μὲν, κατὰ [τὰ] γούνατα, <lb/>αἱ δὲ, κατὰ
                        τὰ ἰσχία, ὡς δῆθεν χωλὰ γίνοιτο, καὶ μὴ <lb/>ἐπιβουλεύοι τὸ ἄρσεν γένος τῷ
                        θήλεϊ· χειρώναξιν ἄρα τουτέοισι <lb/>χρέονται, ὁκόσα ἢ σκυτείης ἔργα, ἢ
                        χαλκείης, ἢ ἄλλο ὅ τι ἑδραῖον <lb/>ἔργον. Εἰ μὲν οὖν ἀληθέα ταῦτά ἐστιν, ἐγὼ
                        μὲν οὐκ οἶδα· ὅτι δὲ <lb/>γίνοιτο ἂν τοιαῦτα, οἶδα, εἴ τις ἐξαρθρέοι αὐτίκα
                        νήπια ἐόντα. Κατὰ <lb/>μὲν οὖν τὰ ἰσχία μέζον τὸ διάφορόν ἐστιν ἐς τὸ ἔσω, ἢ
                        ἐς τὸ ἔξω <lb/>ἐξαρθρῆσαι· κατὰ δὲ τὰ γούνατα διαφέρει μέν τι, ἔλασσον δέ τι
                        <lb/>διαφέρει· τρόπος δὲ ἑκατέρου τοῦ χωλώματος ἴδιός ἐστιν· κυλλοῦται <pb n="234"/> γὰρ μᾶλλον, οἷσιν ἂν ἐς τὸ ἔξω ἐξαρθρήσῃ· ὀρθοὶ δὲ ἧσσον
                        <lb/>ἵστανται, οἷσιν ἂν ἐς τὸ ἔσω ἐξαρθρήσῃ. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἢν <lb/>παρὰ τὸ
                        σφυρὸν ἐξαρθρήσῃ, ἢν μὲν ἐς τὸ ἔξω μέρος, κυλλοὶ μὲν <lb/>γίνονται, ἑστάναι
                        δὲ δύνανται· ἢν δὲ ἐς τὸ ἔσω μέρος, βλαισοὶ <lb/>μὲν γίνονται, ἧσσον δὲ
                        ἑστάναι δύνανται. Ἥ γε μὴν <lb/>ξυναύξησις τῶν ὀστέων τοιήδε γίνεται· οἷσι
                        μὲν ἂν τὸ κατὰ <lb/>τὸ σφυρὸν ὀστέον τὸ τῆς κνήμης ἐκστῇ, τούτοισι μὲν τὰ
                        τοῦ <lb/>ποδὸς ὀστέα ἥκιστα ξυναύξεται, ταῦτα γὰρ ἐγγυτάτω τοῦ <lb/>τρώματός
                        ἐστι, τὰ δὲ τῆς κνήμης ὀστέα αὔξεται μὲν, οὐ πολὺ δὲ <lb/>ἐνδεεστέρως, αἱ
                        μέντοι σάρκες μινύθουσιν. Οἷσι δ᾿ ἂν κατὰ μὲν <lb/>τὸ σφυρὸν μένῃ τὸ ἄρθρον
                        κατὰ φύσιν, κατὰ δὲ τὸ γόνυ ἐξεστήκῃ, <lb/>τούτοισι τὸ τῆς κνήμης ὀστέον οὐκ
                        ἐθέλει ξυναύξεσθαι ὁμοίως, <lb/>ἀλλὰ βραχύτατον γίνεται, τοῦτο γὰρ ἐγγυτάτω
                        τοῦ τρώματός ἐστιν· <lb/>τοῦ μέντοι ποδὸς τὰ ὀστέα μινύθει μὲν, ἀτὰρ οὐχ
                        ὁμοίως, ὥσπερ <lb/>ὀλίγον τι πρόσθεν εἴρηται, ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ παρὰ τὸν πόδα
                        σῶόν <lb/>ἐστιν· εἰ δέ οἱ χρέεσθαι ἠδύναντο, ὥσπερ καὶ τῷ κυλλῷ, ἔτι ἂν
                        <lb/>ἧσσον ἐμινύθει τὰ τοῦ ποδὸς ὀστέα τούτοισιν. Οἷσι δ᾿ ἂν κατὰ <lb/>τὸ
                        ἰσχίον ἡ ἐξάρθρησις γένηται, τούτοισι τοῦ μηροῦ τὸ ὀστέον οὐκ <lb/>ἐθέλει
                        ξυναύξεσθαι ὁμοίως, τοῦτο γὰρ ἐγγυτάτω τοῦ τρώματός <lb/>ἐστιν, ἀλλὰ
                        βραχύτερον τοῦ ὑγιέος γίνεται· τὰ μέντοι τῆς κνήμης <lb/>ὀστέα οὐχ ὁμοίως
                        τούτοισιν ἀναυξέα γίνεται, οὐδὲ τὰ τοῦ <lb/>ποδὸς, διὰ τοῦτο δὲ, ὅτι τὸ τοῦ
                        μηροῦ ἄρθρον τὸ παρὰ τὴν <lb/>κνήμην ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει μένει, καὶ τὸ τῆς
                        κνήμης τὸ παρὰ τὸν <pb n="236"/> πόδα· σάρκες μέντοι μινύθουσι παντὸς τοῦ
                        σκέλεος τούτοισιν· εἰ <lb/>μέντοι χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ ἠδύναντο, ἔτι ἂν μᾶλλον
                        τὰ ὀστέα ξυνηυξάνετο, <lb/>ὡς καὶ πρόσθεν εἴρηται, πλὴν τοῦ μηροῦ, κἂν ἧσσον
                        <lb/>ἄσαρκα εἴη, ἀσαρκότερα δὲ πολλῷ ἢ εἰ ὑγιέα ἦν. Σημήϊον δὲ, <lb/>ὅτι
                        ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν· ὁκόσοι γὰρ, τοῦ βραχίονος ἐκπεσόντος, <lb/>γαλιάγκωνες
                        ἐγένοντο ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ ἐν αὐξήσει πρὶν τελειωθῆναι, <lb/>οὗτοι τὸ μὲν
                        ὀστέον τοῦ βραχίονος βραχὺ ἴσχουσι, τὸν δὲ πῆχυν <lb/>καὶ ἄκρην τὴν χεῖρα
                        ὀλίγῳ ἐνδεεστέρην τοῦ ὑγιέος, διὰ ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας τὰς εἰρημένας,
                        ὅτι ὁ μὲν βραχίων ἐγγυτάτω τοῦ ἄρθρου <lb/>τοῦ τρώματός ἐστιν, ὥστε διὰ
                        τοῦτο βραχύτερος γέγονεν· ὁ δ᾿ αὖ <lb/>πῆχυς διὰ τοῦτο οὐχ ὁμοίως ἐνακούει
                        τῆς ξυμφορῆς, ὅτι τὸ τοῦ <lb/>βραχίονος ἄρθρον τὸ πρὸς τοῦ πήχεος ἐν τῇ
                        ἀρχαίῃ φύσει μένει, ἥ τε <lb/>αὖ χεὶρ ἄκρη ἔτι τηλοτέρω ἄπεστιν, ἢ ὁ πῆχυς,
                        ἀπὸ τῆς ξυμφορῆς. <lb/>Διὰ ταύτας οὖν τὰς εἰρημένας προφάσιας, τῶν ὀστέων τά
                        τε μὴ <lb/>ξυναυξανόμενα οὐ ξυναυξάνεται, τά τε ξυναυξανόμενα ξυν·
                        <lb/>αυξάνεται. Ἐς δὲ τὸ εὔσαρκον τῇ χειρὶ καὶ τῷ βραχίονι ἡ ταλαιπωρίη
                        <lb/>τῆς χειρὸς μέγα προσωφελέει· ὅσα γὰρ χειρῶν ἔργα ἐστὶ, τὰ <lb/>πλεῖστα
                        προθυμέονται οἱ γαλιάγκωνες ἐργάζεσθαι τῇ χειρὶ ταύτῃ, <lb/>ὅσα περ καὶ τῇ
                        ἑτέρῃ δύνανται, οὐδὲν ἐνδεεστέρως τῆς ἀσινέος· <lb/>οὐ γὰρ δεῖ ὀχέεσθαι τὸ
                        σῶμα ἐπὶ τῶν χειρῶν, ὡς ἐπὶ τῶν σκελέων, <lb/>ἀλλὰ κοῦφα αὐτέῃσι τὰ ἔργα
                        ἐστίν. Διὰ δὲ τὴν χρῆσιν οὐ μινύθουσιν <lb/>αἱ σάρκες αἱ κατὰ τὴν χεῖρα καὶ
                        τὸν πῆχυν τοῖσι γαλιάγκωσιν, <pb n="238"/> ἀλλὰ καὶ ὁ βραχίων τι
                        προσωφελέεται ἐς εὐσαρκίην διὰ ταῦτα· <lb/>ὅταν δὲ ἰσχίον ἐκπαλὲς γένηται ἐς
                        τὸ ἔσω μέρος ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ <lb/>ἔτι νηπίῳ ἐόντι, μινύθουσιν αἱ σάρκες διὰ
                        τοῦτο μᾶλλον ἢ τῆς χειρὸς, <lb/>ὅτι οὐ δύνανται χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ.
                        Μαρτύριον δέ τι ἓν ἔσται <lb/>καὶ ἐν τοῖσιν ὀλίγον ὕστερον εἰρησομένοισιν,
                        ὅτι ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Ὁκόσοισι δ᾿ ἂν ἐς τὸ ἔξω ἡ τοῦ μηροῦ κεφαλὴ ἐκβῇ, τούτοισι
                        <lb/>βραχύτερον μὲν τὸ σκέλος φαίνεται παρατεινόμενον παρὰ τὸ ἕτερον·
                        <lb/>εἰκότως· οὐ γὰρ ἐπ᾿ ὀστέον ἡ ἐπίβασις τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ἐστιν,
                        <lb/>ὡς ὅτε ἔσω ἐκπέπτωκεν, ἀλλὰ παρ᾿ ὀστέον παρεγκεκλιμένην <lb/>τὴν φύσιν
                        ἔχον, ἐν σαρκὶ δὲ στηρίζεται ὑγρῇ καὶ ὑπεικούσῃ· διὰ <lb/>τοῦτο μὲν
                        βραχύτερον φαίνεται. Ἔσωθεν δὲ ὁ μηρὸς παρὰ τὴν <lb/>πλιχάδα καλεομένην
                        κοιλότερος καὶ ἀσαρκότερος φαίνεται· ἔξωθεν <lb/>δὲ ὁ γλουτὸς ὑποκυρτότερος,
                        ἅτε ἐς τὸ ἔξω τῆς κεφαλῆς τοῦ <lb/>μηροῦ ὠλισθηκυίης· ἀτὰρ καὶ ἀνωτέρω
                        φαίνεται ὁ γλουτὸς, ἅτε <lb/>ὑπειξάσης τῆς σαρκὸς τῆς ἐνταῦθα τῇ τοῦ μηροῦ
                        κεφαλῇ· τὸ δὲ <lb/>παρὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἄκρον ἔσω ῥέπον φαίνεται, καὶ ἡ
                        κνήμη, <lb/>αὶ ὁ πούς· ἀτὰρ οὐδὲ ξυγκάμπτειν ὥσπερ τὸ ὑγιὲς σκέλος
                        <lb/>δύνανται. Τὰ μὲν οὖν σημήϊα ταῦτα τοῦ ἔξω ἐκπεπτωκότος μηροῦ εἰσιν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Οἷσι μὲν οὖν ἂν τετελειωμένοισιν ἤδη ἐκπεσὸν τὸ ἄρθρον <pb n="240"/> μὴ
                        ἐμπέσῃ, τούτοισι βραχύτερον μὲν φαίνεται τὸ ξύμπαν σκέλος, <lb/>ἐν δὲ τῇ
                        ὁδοιπορίῃ τῇ μὲν πτέρνῃ οὐ δύνανται καθικνέεσθαι ἐπὶ τῆς <lb/>γῆς, τῷ δὲ
                        στήθεϊ τοῦ ποδὸς βαίνουσιν ἐπὶ τὴν γῆν· ὀλίγον δὲ ἐς <lb/>τὸ ἔσω μέρος
                        ῥέπουσι τοῖσι δακτύλοισιν ἄκροισιν. Ὀχέειν δὲ δύναται <lb/>τὸ σῶμα τὸ
                        σιναρὸν σκέλος τούτοισι πολλῷ μᾶλλον, ἢ οἷσιν ἂν ἐς <lb/>τὸ ἔσω μέρος
                        ἐκπεπτώκῃ, ἅμα μὲν, ὅτι ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ, καὶ ὁ <lb/>αὐχὴν τοῦ ἄρθρου
                        πλάγιος φύσει πεφυκὼς, ὑπὸ συχνῷ μέρεϊ τοῦ <lb/>ἰσχίου τὴν ὑπόστασιν
                        πεποίηται, ἅμα δὲ, ὅτι ἄκρος ὁ ποὺς οὐκ ἐς τὸ <lb/>ἔξω μέρος ἀναγκάζεται
                        ἐκκεκλίσθαι, ἀλλ᾿ ἐγγύς ἐστι τῆς ἰθυωρίης <lb/>τῆς κατὰ τὸ σῶμα, καὶ τείνει
                        καὶ ἐσωτέρω. Ὅταν οὖν τρίβον μὲν <lb/>λάβῃ τὸ ἄρθρον ἐν τῇ σαρκὶ, εἰς ἣν
                        ἐξεκλίθη, ἡ δὲ σὰρξ γλισχρανθῇ, <lb/>ἀνώδυνον τῷ χρόνῳ γίνεται· ὅταν δὲ
                        ἀνώδυνον γένηται, δύνανται <lb/>μὲν ὁδοιπορέειν ἄνευ ξύλου, ἢν ἄλλως
                        βούλωνται· δύνανται δὲ ὀχέειν <lb/>τὸ σῶμα ἐπὶ τὸ σιναρὸν σκέλος. Δι᾿ οὖν
                        τὴν χρῆσιν ἧσσον τοῖσι <lb/>τοιούτοισιν ἐκθηλύνονται αἱ σάρκες, ἢ οἷσιν
                        ὀλίγον πρόσθεν εἴρητκι· <lb/>ἐκθηλύνονται δὲ ἢ πλεῖον, ἢ ἔλασσον· μᾶλλον δέ
                        τι ἐκθηλύνονται <lb/>κατὰ τὸ ἔσω μέρος, ἢ κατὰ τὸ ἔξω, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Τὸ
                        μέντοι ὑπόδημα <lb/>μετεξέτεροι τούτων ὑποδέεσθαι οὐ δύνανται διὰ τὴν
                        ἀκαμπίην <lb/>τοῦ σκέλεος, οἱ δέ τινες καὶ δύνανται. Οἷσι δὲ ἂν ἐν γαστρὶ
                        ἐοῦσιν <lb/>ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον, ἢ ἔτι ἐν αὐξήσει ἐοῦσι βίῃ ἐκπεσὸν
                        ἤδη <lb/>μὴ ἐμπέσῃ, ἢ καὶ ὑπὸ νούσου ἐξαρθρήσῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον καὶ ἐκπαλήσῃ
                        <lb/>(πολλὰ γὰρ τοιαῦτα γίνεται, καὶ ἐνίων μὲν τῶν τοιούτων <lb/>ἢν
                        ἐπισφακελίσῃ ὁ μηρὸς, ἐμπυήματα χρόνια καὶ ἔμμοτα γίνεται, <lb/>καὶ ὀστέων
                        ψιλώσιες ἐνίοισιν), ὁμοίως δὲ καὶ οἷσιν ἐπισφακελίζει, <pb n="242"/> καὶ
                        οἶσι μὴ ἐπισφακελίζει, τοῦ μηροῦ τὸ ὀστέον πολλῷ βραχύτερον <lb/>γίνεται,
                        καὶ οὐκ ἐθέλει ξυναύξεσθαι, ὥσπερ τοῦ ὑγιέος· τὰ μέντοι <lb/>τῆς κνήμης
                        βραχύτερα μὲν γίνεται, ἢ τὰ τῆς ἑτέρης, ὀλίγῳ δὲ, <lb/>διὰ τὰς αὐτὰς
                        προφάσιας, αἳ καὶ πρόσθεν εἴρηνται· ὁδοιπορέειν τε <lb/>δύνανται οἱ
                        τοιοῦτοι, οἱ μέν τινες αὐτῶν τοῦτον τὸν τρόπον, ὥσπερ <lb/>οἷσι
                        τετελειωμένοισιν ἐξέπεσε καὶ μὴ ἐνέπεσεν, οἱ δὲ καὶ βαίνουσι <lb/>μὲν παντὶ
                        τῷ ποδὶ, διαῤῥέπουσι δὲ ἐν τῇσιν ὁδοιπορίῃσιν, ἀναγκαζόμενοι <lb/>διὰ τὴν
                        βραχύτητα τοῦ σκέλεος. Ταῦτα δὲ τοιαῦτα γίνεται, <lb/>ἢν ἐπιμελέως μὲν
                        παιδαγωγηθῶσιν ἐν τοῖσι σχήμασι καὶ ὀρθῶς, ἐν <lb/>οἷσι δεῖ, πρὶν
                        κρατυνθῆναι ἐς τὴν ὁδοιπορίην, ἐπιμελέως δὲ καὶ <lb/>ὀρθῶς, ἐπὴν
                        κρατυνθῶσιν· πλείστης δὲ ἐπιμελείης δέονται, οἷσιν <lb/>ἂν νηπιωτάτοισιν
                        ἐοῦσιν αὕτη ἡ ξυμφορὴ γένηται· ἢν γὰρ ἀμεληθῶσι <lb/>νήπιοι ἐόντες, ἀχρήϊον
                        παντάπασι καὶ ἀναυξὲς ὅλον τὸ σκέλος <lb/>γίνεται. Αἱ δὲ σάρκες τοῦ
                        ξύμπαντος σκέλεος μινύθουσι μᾶλλον, <lb/>ἢ τοῦ ὑγιέος· πάνυ μὴν πολλῷ ἧσσον
                        τούτοισι μινύθουσιν, ἢ οἷσιν <lb/>ἂν ἔσω ἐκπεπτώκῃ, διὰ τὴν χρῆσιν καὶ τὴν
                        ταλαιπωρίην, οἷον <lb/>εὐθέως δύνασθαι χρέεσθαι τῷ σκέλεϊ, ὡς καὶ πρόσθεν
                        ὀλίγῳ περὶ <lb/>τῶν γαλιαγκώνων εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Εἰσὶ δέ τινες, ὧν τοῖσι μὲν ἐκ γενεῆς αὐτίκα, τοῖσι δὲ καὶ <lb/>ὑπὸ
                        νούσου ἀμφοτέρων τῶν σκελέων ἐξέστη τὰ ἄρθρα ἐς τὸ ἔξω μέρος· <lb/>τούτοισιν
                        οὖν τὰ μὲν ὀστέα ταὐτὰ παθήματα πάσχει· αἱ μέντοι <pb n="244"/> σάρκες
                        ἥκιστα ἐκθηλύνονται τοῖσι τοιούτοισιν· εὔσαρκα δὲ καὶ τά <lb/>σκέλεα
                        γίνεται, πλὴν εἴ τι ἄρα κατὰ τὸ εἴσω μέρος ἐλλείποι ὀλίγον· <lb/>διὰ τοῦτο
                        δὲ εὔσαρκά ἐστιν, ὅτι ἀμφοτέροισι τοῖσι σκέλεσιν <lb/>ὁμοίως ἡ χρῆσις
                        γίνεται· ὁμοίως γὰρ σαλεύουσιν ἐν τῇ ὁδοιπορίῃ <lb/>ἔνθα καὶ ἔνθα·
                        ἐξεχέγλουτοι δὲ οὗτοι ἰσχυρῶς φαίνονται διὰ <lb/>τὴν ἔκστασιν τῶν ἄρθρων. Ἢν
                        δὲ μὴ ἐπισφακελίσῃ αὐτοῖσι τὰ ὀστέα, <lb/>μηδὲ κυφοὶ ἀνωτέρω τῶν ἰσχίων
                        γένωνται (ἐνίους γὰρ καὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα καταλαμβάνει), ἢν οὖν μὴ τοιοῦτόν
                        τι γένηται, ἱκανῶς <lb/>ὑγιηροὶ τἄλλα διαφέρονται· ἀναυξέστεροι μέντοι τὸ
                        πᾶν σῶμα <lb/>οὗτοι γίνονται, πλὴν τῆς κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Ὅσοισι δ᾿ ἂν ἐς τοὔπισθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσῃ, <lb/>ὀλίγοισι δὲ
                        ἐκπίπτει, οὗτοι ἐκτανύειν οὐ δύνανται τὸ σκέλος, <lb/>οὔτε κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ
                        ἐκπεσὸν, οὔτε τι κάρτα κατὰ τὴν ἰγνύην· <lb/>ἀλλ᾿ ἥκιστα τῶν ἐκπαλέων οὗτοι
                        ἐκτανύουσι καὶ τὸ κατὰ τὸν <lb/>βουβῶνα, καὶ τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον.
                        Προσξυνιέναι μὲν οὖν <lb/>καὶ τόδε χρὴ (εὔχρηστον γὰρ καὶ πολλοῦ ἄξιόν ἐστι,
                        καὶ τοὺς πλείστους <lb/>λήθει), ὅτι οὐδ᾿ ὑγιαίνοντες δύνανται κατὰ τὴν
                        ἰγνύην ἐκτανύειν <pb n="246"/> τὸ ἄρθρον, ἢν μὴ ξυνεκτανύωσι καὶ τὸ κατὰ τὸν
                        βουβῶνα <lb/>ἄρθρον, πλὴν ἢν μὴ πάνυ ἄνω ἀείρωσι τὸν πόδα, οὕτω δ᾿ ἂν
                        δύναιντο· <lb/>οὐ τοίνυν οὐδὲ ξυγκάμπτειν δύνανται τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην
                        <lb/>ἄρθρον ὁμοίως, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον, ἢν μὴ ξυγκάμψωσι καὶ τὸ <lb/>κατὰ
                        τὸν βουβῶνα ἄρθρον. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα κατὰ τὸ σῶμα τοιαύτας <lb/>ἀδελφίξιας
                        ἔχει, καὶ κατὰ νεύρων ξυντάσιας, καὶ κατὰ μυῶν <lb/>σχήματα, καὶ πλεῖστά τε
                        καὶ πλείστου ἄξια γινώσκεσθαι, ἢ ὥς τις <lb/>οἴεται, καὶ κατὰ τὴν τοῦ
                        ἐντέρου φύσιν, καὶ τὴν τῆς ξυμπάσης <lb/>κοιλίης, καὶ κατὰ τὰς τῶν ὑστερέων
                        πλάνας καὶ ξυντάσιας· ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν τούτων ἑτέρωθι λόγος ἔσται,
                        ἠδελφισμένος τοῖσι νῦν <lb/>λεγομένοισιν. Περὶ οὗ δὲ ὁ λόγος ἐστὶν, οὔτε
                        ἐκτανύειν δύνανται, <lb/>ὥσπερ ἤδη εἴρηται· βραχύτερόν τε τὸ σκέλος φαίνεται
                        διὰ δισσὰς <lb/>προφάσιας, ὅτι τε οὐκ ἐκτανύεται, ὅτι τε πρὸς τὴν σάρκα
                        ὠλίσθηκε <lb/>τὴν τοῦ πυγαίου· ἡ γὰρ φύσις τοῦ ἰσχίου τοῦ ὀστέου ταύτῃ, ᾗ
                        καὶ <lb/>ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ αὐχὴν τοῦ μηροῦ γίνεται, ὅταν δὲ ἐξαρθρήσῃ,
                        <lb/>καταφερὴς πέφυκεν ἐπὶ τοῦ πυγαίου τὸ ἔξω μέρος. Ξυγκάμπτειν <lb/>μέντοι
                        δύνανται, ὅταν μὴ ἡ ὀδύνη κωλύῃ· καὶ ἡ κνήμη τε <lb/>καὶ ὁ ποὺς ὀρθὰ
                        ἐπιεικέως φαίνεται, καὶ οὔτε τῇ, οὔτε τῇ πολὺ <lb/>ἐκκεκλιμένα· κατὰ δὲ τὸν
                        βουβῶνα δοκέει τι ἡ σὰρξ λαπαρωτέρη <lb/>εἶναι, ποτὶ καὶ ψαυομένη, ἅτε τοῦ
                        ἄρθρου ἐς τὰ ἐπὶ θάτερα μέρη <pb n="248"/> ὠλισθηκότος· κατὰ δὲ αὐτὸ τὸ
                        πυγαῖον διαψαυομένη ἡ κεφαλὴ τοῦ <lb/>μηροῦ δοκέει ἐξογκέειν μᾶλλον. Τὰ μὲν
                        οὖν σημήϊα ταῦτα, ᾧ <lb/>ἂν ἐς τὸ ὄπισθεν ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Ὅτεῳ μὲν οὖν ἂν τετελειωμένῳ ἤδη ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσῃ, <lb/>ὁδοιπορέειν μὲν
                        δύναται, ὅταν ὁ χρόνος ἐγγένηται, καὶ ἡ <lb/>ὀδύνη παύσηται, καὶ ἐθισθῇ τὸ
                        ἄρθρον ἐν τῇ σαρκὶ ἐνστροφᾶσθαι· <lb/>ἀναγκάζεται μέντοι ἰσχυρῶς ξυγκάμπτειν
                        κατὰ τοὺς βουβῶνας <lb/>ὁδοιπορέων, διὰ δισσὰς προφάσιας, ἅμα μὲν ὅτι πολλῷ
                        βραχύτερον <lb/>τὸ σκέλος γίνεται διὰ τὰ προειρημένα, καὶ τῇ μὲν πτέρνῃ καὶ
                        πάνυ <lb/>πολλοῦ δέεται ψαύειν τῆς γῆς· μόλις δὲ τῷ στήθεϊ τοῦ ποδὸς
                        <lb/>καθικνέεται, καὶ οὐδὲ οὕτως, ἢν μὴ κάμψῃ αὐτὸς ἑωυτὸν κατὰ τοὺς
                        <lb/>βουβῶνας, καὶ τῷ ἑτέρῳ σκέλεϊ κατὰ τὴν ἰγνύην ἐπιξυγκάμψῃ. <lb/>Ἐπὶ δὲ
                        τούτοισιν ἀναγκάζεται, ὥστε τῇ χειρὶ τῇ κατὰ τὸ σιναρὸν <lb/>σκέλος
                        ἐρείδεσθαι ἐς τὸ ἄνω τοῦ μηροῦ ἐφ᾿ ἑκάστῃ ξυμβάσει· <lb/>ἀναγκάζει οὖν τι
                        καὶ τοῦτο αὐτὸ, ὥστε κάμπτεσθαι κατὰ τοὺς βουβῶνας· <lb/>ἐν γὰρ τῇ μεταλλαγῇ
                        τῶν σκελέων ἐν τῇ ὁδοιπορίῃ οὐ δύναται <lb/>τὸ σῶμα ὀχέεσθαι ἐπὶ τοῦ σιναροῦ
                        σκέλεος, εἰ μὴ προσκατερείδεται <pb n="250"/> τὸ σιναρὸν πρὸς τὴν γῆν ὑπὸ
                        τῆς χειρὸς, άτε οὐχ ὑφεστεῶτος <lb/>τοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῷ σῶματι, ἀλλ᾿ ἐς τὸ
                        ὄπισθεν ἐξεστεῶτος <lb/>κατὰ τὸ ἰσχίον· εἰ γὰρ πειρήσαιτο καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον τοῦ
                        ποδὸς ὀχηθῆναι <lb/>μηδενὶ ἄλλῳ ἀντιστηριζόμενος, ἐς τὸ ὀπίσω ἂν πέσοι· ἡ
                        γὰρ <lb/>ῥοπὴ πολλὴ ἂν εἴη, τῶν ἰσχίων ἐπὶ πουλὺ ἐς τοὐπίσω ὑπερεχόντων
                        <lb/>ὑπὲρ τοῦ ποδὸς τῆς βάσιος, καὶ τῆς ῥάχιος ἐς τὰ ἰσχία ῥεπούσης.
                        <lb/>Ἄνευ μὲν οὖν ξύλου δύνανται ὁδοιπορέειν οἱ τοιοῦτοι, ἢν ἄλλως
                        <lb/>ἐθισθέωσιν· διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ βάσις τοῦ ποδὸς κατὰ τὴν ἀρχαίην
                        <lb/>ἰθυωρίην ἐστὶν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐς τὸ ἔξω ἐκκεκλιμένη, διὰ τοῦτο <lb/>οὐδὲ
                        δέονται τῆς ἀντικοντώσιος. Ὅσοι μέντοι βούλονται ἀντὶ τῆς <lb/>τοῦ μηροῦ
                        ἐπιλαβῆς ὑπὸ τὴν μασχάλην τὴν κατὰ τὸ σιναρὸν σκέλος <lb/>ὑποτιθέμενοι
                        σκίπωνα ἀντερείδειν, κεῖνοι, ἢν μὲν μακρότερον τὸν <lb/>σκίπωνα
                        ὑποτιθέοιντο, ὀρθότεροι μὲν ὁδοιπορήσουσι, τῷ δὲ ποδὶ πρὸς <lb/>τὴν γῆν οὐκ
                        ἐρείδονται· εἰ δ᾿ αὖ βούλοντι ἐρείδεσθαι τῷ ποδὶ, βραχύτερον <lb/>μὲν τὸ
                        ξύλον φορητέον, κατὰ δὲ τοὺς βουβῶνας ἐπιξυγκάμπτεσθαι <lb/>ἂν δέοι αὐτούς.
                        Τῶν δὲ σαρκῶν αἱ μινυθήσιες κατὰ λόγον <lb/>γίνονται καὶ τούτοισιν, ὥσπερ
                        πρόσθεν εἴρηται· τοῖσι μὲν γὰρ <lb/>μετέωρον ἔχουσι τὸ σκέλος καὶ μηδὲν
                        ταλαιπωρέουσιν, τούτοισι καὶ <lb/>μάλιστα μινύθουσιν· οἳ δ᾿ ἂν πλεῖστα
                        χρέωνται τῇ ἐπιβάσει, τούτοισιν <pb n="252"/> ἥκιστα μινύθουσιν. Τὸ μέντοι
                        ὑγιὲς σκέλος οὐκ ὠφελέεται, <lb/>ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ἀσχημονέστερον γίνεται, ἢν
                        χρέωνται τῷ σιναρῷ <lb/>σκέλεϊ ἐπὶ τὴν γῆν· ξυνυπουργέον γὰρ ἐκείνῳ ἐξίσχιόν
                        τε <lb/>ἀπαναγκάζεται εἶναι, καὶ κατὰ τὴν ἰγνύην ξυγκάμπτειν· ἢν δὲ <lb/>μὴ
                        προσχρέηται τῷ σιναρῷ ἐπὶ τὴν γῆν, ἀλλὰ, μετέωρον ἔχων, <lb/>σκίπωνι
                        ἀντερείδηται, οὕτω δὲ καρτερὸν γίνεται τὸ ὑγιὲς σκέλος· <lb/>ἔν τε γὰρ τῇ
                        φύσει διαιτᾶται, καὶ τὰ γυμνάσια προσκρατύνει αὐτό. <lb/>Φαίη μὲν οὖν ἄν
                        τις, ἔξω ἰητρικῆς τὰ τοιαῦτα εἶναι· τί γὰρ δῆθεν <lb/>δεῖ περὶ τῶν ἤδη
                        ἀνηκέστων γεγονότων ἔτι προσξυνιέναι; πολλοῦ <lb/>δὲ δεῖ οὕτως ἔχειν· τῆς
                        γὰρ αὐτῆς γνώμης καὶ ταῦτα ξυνιέναι· οὐ <lb/>γὰρ οἷόν τε ἀπαλλοτριωθῆναι ἀπ᾿
                        ἀλλήλων. Δεῖ μὲν γὰρ ἐς τὰ <lb/>ἀκεστὰ μηχανάασθαι, ὅκως μὴ ἀνήκεστα ἔσται,
                        ξυνιέντα ὅκη <lb/>ἂν μάλιστα κωλυτέα ἐς τὸ ἀνήκεστον ἐλθεῖν· δεῖ δὲ τὰ
                        ἀνήκεστα <lb/>ξυνιέναι, ὡς μὴ μάτην λυμαίνηται· τὰ δὲ προῤῥήματα λαμπρὰ καὶ
                        <lb/>ἀγωνιστικὰ, ἀπὸ τοῦ διαγινώσκειν, ὅπη ἕκαστον, καὶ οἵως, <lb/>καὶ ὁκότε
                        τελευτήσει, ἤν τε ἐς τὸ ἀκεστὸν τράπηται, ἤν τε ἐς <lb/>τὸ ἀνήκεστον.
                        Ὁκόσοισι δ᾿ ἂν ἐκ γενεῆς, ἢ καὶ ἄλλως πως ἐν <lb/>αὐξήσει ἐοῦσιν, οὕτως
                        ὀλίσθῃ τὸ ἄρθρον ὀπίσω, καὶ μὴ ἐμπέσῃ, ἤν <lb/>τε βίῃ ὀλίσθῃ, ἤν τε καὶ ὑπὸ
                        νούσου (πολλὰ γὰρ τοιαῦτα ἐξαρθρήματα <lb/>γίνεται ἐν νούσοισιν· οἷαι δέ
                        τινές εἰσιν αἱ νοῦσοι, ἐν ᾗσιν <lb/>ἐξαρθρέεται τὰ τοιαῦτα, ὕστερον
                        γεγράψεται), ἢν οὖν ἐκστὰν μὴ <lb/>ἐμπέσῃ, τοῦ μὲν μηροῦ τὸ ὀστέον βραχὺ
                        γίνεται, κακοῦται δὲ καὶ <pb n="254"/> πᾶν τὸ σκέλος, καὶ ἀναυξέστερον
                        γίνεται καὶ ἀσαρκότερον πολλῷ διὰ <lb/>τὸ μηδὲν προσχρέεσθαι αὐτῷ· κακοῦται
                        γὰρ τούτοισι καὶ τὸ <lb/>κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον· τὰ γὰρ νεῦρα ἐντεταμένα
                        γίνεται διὰ τὰ <lb/>πρόσθεν εἰρημένα· διὸ οὐ δύνανται τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην
                        ἄρθρον <lb/>ἐκτανύειν, οἷσιν ἂν οὕτως ἰσχίον ἐκπέσῃ. Ὡς γὰρ ἐν κεφαλαίῳ
                        <lb/>εἰπεῖν, πάντα τὰ ἐν τῷ σώματι ὁκόσα ἐπὶ χρήσει γέγονε, χρεομένοισι
                        <lb/>μὲν μέτρια καὶ γυμναζομένοισιν ἐν τῇσι ταλαιπωρίῃσιν, ἐν <lb/>ᾗσιν
                        ἕκαστα εἴθισται, οὕτω μὲν ὑγιεινὰ καὶ αὔξιμα καὶ εὔγηρα <lb/>γίνεται· μὴ
                        χρεομένοισι δὲ, ἀλλ᾿ ἐλινύουσι νοσηρότερα γίνεται καὶ <lb/>ἀναυξέα καὶ
                        ταχύγηρα. Ἐν δὲ τούτοισιν οὐχ ἥκιστα τὰ ἄρθρα τοῦτο <lb/>πέπονθε καὶ τὰ
                        νεῦρα, ἢν μή τις αὐτοῖσι χρέηται· κακοῦνται μὲν <lb/>οὖν διὰ ταύτας τὰς
                        προφάσιας μᾶλλόν τι ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ <lb/>ὀλισθήματος, ἢ ἐν τοῖσιν
                        ἄλλοισιν· ὅλον γὰρ τὸ σκέλος ἀναυξὲς γίνεται, <lb/>καὶ τῇ ἀπὸ τῶν ὀστέων
                        φύσει, καὶ τῇ ἀπὸ τῶν σαρκῶν· οἱ οὖν <lb/>τοιοῦτοι ὁκόταν ἀνδρωθῶσι,
                        μετέωρον καὶ ξυγκεκαμμένον τὸ σκέλος <lb/>ἴσχουσιν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου
                        ὀχέονται, καὶ τῷ ξύλῳ ἀντισηριζόμενοι, <lb/>οἱ μὲν, ἑνὶ, οἱ δὲ, δυσίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Οἷσι δ᾿ ἂν ἐς τοὔμπροσθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσῃ, <lb/>ὀλίγοισι δὲ
                        τοῦτο γίνεται, οὗτοι ἐκτανύειν μὲν τὸ σκέλος δύνανται <lb/>τελείως,
                        ξυγκάμπτειν δὲ ἥκιστα οὗτοι δύνανται τὰ κατὰ <lb/>τὸν βουβῶνα· πονέουσι δὲ,
                        καὶ ἢν κατὰ τὴν ἰγνύην ἀναγκάζωνται <lb/>ξυγκάμπτειν. Μῆκος δὲ τοῦ σκέλεος
                        παραπλήσιον φαίνεται, κατὰ <pb n="256"/> μὲν τὴν πτέρνην καὶ πάνυ· ἄκρος δὲ
                        ὁ ποὺς ἧσσόν τι προκύπτειν <lb/>ἐθέλει ἐς τοὔμπροσθεν· ὅλον δὲ τὸ σκέλος
                        ἔχει τὴν ἰθυωρίην τὴν <lb/>κατὰ φύσιν, καὶ οὔτε τῇ, οὔτε τῇ ῥέπει. Ὀδυνῶνται
                        δὲ αὐτίκα <lb/>οὗτοι μάλιστα, καὶ οὖρον ἴσχεται τὸ πρῶτον τούτοισι μᾶλλόν
                        τι, <lb/>ἢ τοῖσιν ἄλλοισιν ἐξαρθρήμασιν· ἐγκέεται γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ
                        <lb/>ἐγγυτάτω τούτοισι τῶν τόνων τῶν ἐπικαίρων. Καὶ κατὰ μὲν τὸν βουβῶνα
                        <lb/>ἐξογκέον τε καὶ κατατεταμένον τὸ χωρίον φαίνεται, κατὰ δὲ τὸ
                        <lb/>πυγαῖον, στολιδωδέστερον καὶ ἀσαρκότερον. Ταῦτα μὲν οὖν <lb/>σημήϊά
                        ἐστι τὰ εἰρημένα, ὧν ἂν οὕτως ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρός. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>