<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:39-45</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:39-45</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Ὅσοισι δὲ σὺν τῇ κατήξει καὶ ἕλκεα προσγίνεται, οὐδὲν δεῖ
                        <lb/>ταράσσεσθαι διὰ τοῦτο· ἀλλ᾿ ἐπὶ μὲν τὰ ἕλκεα ἐπιτιθέναι ἢ πισσηρὴν,
                        <lb/>ἢ τῶν ἐναίμων τι· εὐαλθέα γὰρ τῶν τοιούτων τὰ πλεῖστά <lb/>ἐστιν
                        ὁμοίως, κἢν ὀστέα μέλλῃ ἀπιέναι. Τὴν δὲ διόρθωσιν τὴν πρώτην <lb/>ἀόκνως χρὴ
                        ποιέεσθαι, μηδὲν ἐπιλείποντα, καὶ τὰς διορθώσιας <lb/>τοῖσι δακτύλοισιν ἐν
                        τῷ ἔπειτα χρόνῳ, χαλαρωτέροισι μὲν <pb n="172"/> χρεόμενον, χρεόμενον δέ·
                        εὐπλαστότατον γάρ τι παντὸς τοῦ σώματος <lb/>ἡ ῥίς ἐστιν. Τῶν δὲ ἱμάντων τῇ
                        κολλήσει καὶ τῇ ἄντιῤῥοπίῃ <lb/>παντάπασιν οὐδὲν κωλύει χρέεσθαι, οὔτ᾿ ἢν
                        ἕλκος ᾖ, οὔτ᾿ ἢν <lb/>ἐπιφλεγμήνῃ· ἀλυπόταται γάρ εἰσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἢν δὲ οὖς κατεαγῇ, ἐπιδέσιες μὲν πᾶσαι πολέμιαι· οὐ γὰρ <lb/>οὕτω τις
                        χαλαρὸν περιβάλλοι· ἢν δὲ μᾶλλον πιέζῃ, πλέον κακὸν <lb/>ἐργάζεται· ἐπεὶ καὶ
                        ὑγιὲς οὖς, ἐπιδέσει πιεχθὲν, ὀδυνηρὸν καὶ <lb/>σφυγματῶδες καὶ πυρετῶδες
                        γίνεται. Ἀτὰρ καὶ τὰ ἐπιπλάσματα, <lb/>κάκιστα μὲν τὰ βαρύτατα τὸ ἐπίπαν·
                        ἀτὰρ καὶ τὰ πλεῖστα φλαῦρα <lb/>καὶ ἀποστατικὰ, καὶ μύξαν τε ὑποποιέει
                        πλείω, κἄπειτα ἐκπυήσιας <lb/>ἀσηράς· τούτων δὲ ἥκιστα οὖς κατεαγὲν
                        προσδέεται· <lb/>ἄγχιστα μὴν, εἴπερ χρὴ, τὸ γλίσχρον ἄλητον· χρὴ δὲ μηδὲ
                        τοῦτο <lb/>βάρος ἔχειν. Ψαύειν δὲ ὡς ἥκιστα ξυμφέρει· ἀγαθὸν γὰρ φάρμακόν
                        <lb/>ἐστιν ἐνίοτε καὶ τὸ μηδὲν προσφέρειν καὶ πρὸς οὖς καὶ πρὸς <lb/>ἄλλα
                        πολλά. Χρὴ δὲ καὶ τὴν ἐπικοίμησιν φυλάσσεσθαι· τὸ δὲ <lb/>σῶμα ἰσχναίνειν,
                        καὶ μᾶλλον, ᾧ ἂν κίνδυνος ἔῃ ἔμπυον τὸ οὖς <lb/>γενέσθαι· ἄμεινον δὲ καὶ
                        μαλθάξαι τὴν κοιλίην· ἢν δὲ καὶ εὐήμετος <pb n="174"/> ἔῃ, ἐμέειν ἀπὸ
                        συρμαίσμοῦ. Ἢν δὲ ἐς ἐμπύησιν ἔλθῃ, ταχέως <lb/>μὲν οὐ χρὴ στομοῦν· πολλὰ
                        γὰρ καὶ τῶν δοκεόντων ἐκπυέεσθαι <lb/>ἀναπίνεταί ποτε, κἢν μηδέν τις
                        καταπλάσῃ. Ἢν δὲ ἀναγκασθῇ <lb/>στομῶσαι, τάχιστα μὲν ὑγιὲς γίνεται, ἤν τις
                        πέρην διακαύσῃ· εἰδέναι <lb/>μέντοι χρὴ σαφῶς, ὅτι κυλλὸν ἔσται τὸ οὖς καὶ
                        μεῖον τοῦ ἑτέρου, ἦν <lb/>πέρην διακαυθῇ. Ἢν δὲ μὴ πέρην καίηται, τάμνειν
                        χρὴ τὸ μετέωρον, <lb/>μὴ πάνυ σμικρὴν τομήν· διὰ παχυτέρου μὴν καὶ τὸ πῦον
                        εὑρίσκεται, <lb/>ἢ ὡς ἄν τις δοκέοι· ὡς δ᾿ ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν, καὶ πάντα
                        <lb/>τἄλλα τὰ μυξώδεα καὶ μυξοποιὰ, ἅτε γλίσχρα ἐόντα, ὑποθιγγανόμενα
                        <lb/>διολισθάνει ταχέως ὑπὸ τοὺς δακτύλους καὶ ἔνθα καὶ ἔνθα· <lb/>διὰ τοῦτο
                        διὰ παχυτέρου εὑρίσκουσι τὰ τοιαῦτα οἱ ἰητροὶ, ἢ ὡς <lb/>οἴονται· ἐπεὶ καὶ
                        τῶν γαγγλιωδέων ἔνια, ὅσα ἂν πλαδαρὰ <lb/>ἔῃ, καὶ μυξώδεα σάρκα ἔχῃ, πολλοὶ
                        στομοῦσιν, οἰόμενοι ῥεῦμα <lb/>ἀνευρήσειν ἐς τὰ τοιαῦτα· ἡ μὲν οὖν γνώμη τοῦ
                        ἰητροῦ ἐξαπατᾶται· <lb/>τῷ δὲ πρήγματι τῷ τοιούτῳ οὐδεμία βλάβη στομωθέντι.
                        Ὅσα δὲ <lb/>ὑδατώδεα χωρία ἐστὶν, ἢ μύξης πεπληρωμένα, καὶ ἐν οἵοισι
                        χωρίοισιν <lb/>ἕκαστα θάνατον φέρει στομούμενα, ἢ καὶ ἀλλοίας βλάβασ, περὶ
                        <lb/>τούτων ἐν ἄλλῳ λόγῳ γεγράψεται. Ὅταν οὖν τάμῃ τις τὸ οὖς, πάντων
                        <lb/>μὲν καταπλασμάτων, πάσης τε μοτώσιος ἀπέχεσθαι χρή· ἰητρεύειν <pb n="176"/> δὲ ἢ ἐναίμῳ, ἢ ἄλλῳ τῳ, ὅ τι μήτε βάρος, μήτε πόνον
                        παρασχήσει· <lb/>ἢν γὰρ ὁ χόνδρος ἄρξηται ψιλοῦσθαι, καὶ ὑποστάσιας
                        <lb/>ἴσχῃ, ὀχλῶδες· γίγνεται δὲ τοῦτο δι᾿ ἐκείνας τὰς ἰήσιας. <lb/>Πάντων δὲ
                        τῶν παλιγκοτησάντων ἡ πέρην διάκαυσις αὐταρκέστατον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Σπόνδυλοι δὲ οἱ κατὰ ῥάχιν, ὅσοισι μὲν ὑπὸ νοσημάτων <lb/>ἕλκονται ἐς τὸ
                        κυφὸν, τὰ μὲν πλεῖστα ἀδύνατα λύεσθαι, ποτὶ καὶ <lb/>ὅσα ἀνωτέρω τῶν φρενῶν
                        τῆς προσφύσιος κυφοῦται. Τῶν δὲ κατωτέρω <lb/>μετεξέτερα λύουσι κιρσοὶ
                        γενόμενοι ἐν τοῖσι σκέλεσι, μᾶλλον <lb/>δέ τι ἐγγινόμενοι κιρσοὶ ἐν τῇ κατ᾿
                        ἰγνύην φλεβί· οἷσι δ᾿ ἂν τὰ <pb n="178"/> κυφώματα λύηται, ἐγγίνονται δὲ καὶ
                        ἐν τῇ κατὰ βουβῶνα· ἤδη <lb/>δέ τισιν ἔλυσε καὶ δυσεντερίη πολυχρόνιος
                        γενομένη. Καὶ οἷσι <lb/>μὲν κυφοῦται ῥάχις παισὶν ἐοῦσι, πρὶν ἢ τὸ σῶμα
                        τελειωθῆναι <lb/>ἐς αὔξησιν, τουτέοισι μὲν οὐδὲ ξυναύξεσθαι ἐθέλει κατὰ τὴν
                        ῥάχιν <lb/>τὸ σῶμα, ἀλλὰ σκέλεα μὲν καὶ χεῖρες τελειοῦνται· ταῦτα δὲ
                        ἐνδεέστερα <lb/>γίνεται. Καὶ ὅσοισιν ἂν ᾖ ἀνωτέρω τῶν φρενῶν τὸ κῦφος,
                        <lb/>τούτοισι μὲν αἵ τε πλευραὶ οὐκ ἐθέλουσιν ἐς τὸ εὐρὺ αὔξεσθαι, ἀλλ᾿
                        <lb/>ἐς τοὔμπροσθεν, τό τε στῆθος ὀξὺ γίνεται, ἀλλ᾿ οὐ πλατὺ, αὐτοί τε
                        <lb/>δύσπνοοι γίνονται, καὶ κερχώδεες· ἧσσον γὰρ εὐρυχωρίην <lb/>ἔχουσιν αἱ
                        κοιλίαι αἱ τὸ πνεῦμα δεχόμεναι καὶ προπέμπουσαι. <lb/>Καὶ μέντοι καὶ
                        ἀναγκάζονται κατὰ τὸν μέγαν σπόνδυλον λορδὸν <lb/>τὸν αὐχένα ἔχειν, ὡς μὴ
                        προπετὴς ἔῃ αὐτέοισιν ἡ κεφαλή· στενοχωρίην <lb/>μὲν οὖν πολλὴν τῇ φάρυγγι
                        παρέχει καὶ τοῦτο, ἐς τὸ <lb/>ἔσω ῥέπον· καὶ γὰρ τοῖσιν ὀρθοῖσι φύσει
                        δύσπνοιαν παρέχει <pb n="180"/> τοῦτο τὸ ὀστέον, ἢν ἔσω ῥέφῃ, ἔστ᾿ ἂν
                        ἀναπιεχθῇ. Δι᾿ οὖν τὸ <lb/>τοιοῦτον σχῆμα ἐξεχέβρογχοι οἱ τοιοῦτοι τῶν
                        ἀνθρώπων μᾶλλον <lb/>φαίνονται, ἢ οἱ ὑγιέες· φυματίαι τε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατὰ
                        τὸν <lb/>πλεύμονά εἰσιν οἱ τοιοῦτοι σκληρῶν φυμάτων καὶ ἀπέπτων· καὶ
                        <lb/>γὰρ ἡ πρόφασις τοῦ κυφώματος καὶ ἡ ξύντασις τοῖσι πλείστοισι <lb/>διὰ
                        τοιαύτας ξυστροφὰς γίνεται, ᾗσιν ἂν κοινωνήσωσιν οἱ τόνοι <lb/>οἱ ξύνεγγυς.
                        Ὅσοισι δὲ κατωτέρω τῶν φρενῶν τὸ κύφωμά ἐστι, <lb/>τούτοισι νοσήματα μὲν
                        ἐνίοισι προσγίνεται νεφριτικὰ, καὶ κατὰ <lb/>κύστιν· ἀτὰρ καὶ ἀποστάσιες
                        ἐμπυήματι καὶ κατὰ κενεῶνας, <lb/>καὶ κατὰ βουβῶνας, χρόνιαι καὶ δυσαλθέες,
                        καὶ τουτέων οὐδετέρη <lb/>λύει τὰ κυφώματα· ἰσχία δὲ τοῖσι τοιουτέοισιν ἔτι
                        ἀσαρκότερα <lb/>γίνεται, ἢ τοῖσιν ἄνωθεν κυφοῖσιν· ἡ μέντοι ξύμπασα ῥάχις
                        <lb/>μακροτέρη τουτέοισιν, ἢ τοῖσιν ἄνωθεν κυφοῖσιν· ἥβη δὲ καὶ <lb/>γένειον
                        βραδύτερα καὶ ἀτελέστερα, καὶ ἀγονώτεροι οὗτοι τῶν <lb/>ἄνωθεν κυφῶν. Οἷσι
                        δ᾿ ἂν ηὐξημένοισιν ἤδη τὸ σῶμα ἡ κύφωσις <lb/>γένηται, τούτοισιν ἀπαντικρὺ
                        μὲν τῆς νούσου τῆς τότε παρεούσης <lb/>κρίσιν ποιέει ἡ κύφωσις· ἀνὰ χρόνον
                        μέντοι ἐπισημαίνει τι τῶν <lb/>αὐτέων, ὥσπερ καὶ τοῖσι νεωτέροισιν, ἢ πλέον,
                        ἢ ἔλασσον· ἧσσον <pb n="182"/> δὲ κακοήθως ὡς τὸ ἐπίπαν μὴν τοιαῦτα πάντα
                        ἐστίν. Πολλοὶ <lb/>μέντοι ἤδη καὶ εὐφόρως ἤνεγκαν καὶ ὑγιεινῶς τὴν κύφωσιν
                        ἄχρι <lb/>γήρως, μάλιστα δὲ οὗτοι, οἷσιν ἂν ἐς τὸ εὔσαρκον καὶ πιμελῶδες
                        <lb/>προτράπηται τὸ σῶμα· ὀλίγοι μὴν ἤδη καὶ τῶν τοιούτων ὑπὲρ <lb/>ἑξήκοντα
                        ἔτη ἐβίωσαν· οἱ δὲ πλεῖστοι βραχυβιώτεροί εἰσιν. Ἔστι <lb/>δ᾿ οἷσι καὶ ἐς τὸ
                        πλάγιον σκολιοῦνται σπόνδυλοι ἢ τῇ, ἢ τῇ· <lb/>πάντα μὴν ἢ τὰ πλεῖστα τὰ
                        τοιαῦτα γίνεται διὰ ξυστροφὰς τὰς <lb/>ἔσωθεν τῆς ῥάχιος· προσξυμβάλλεται δὲ
                        ἐνίοισι ξὺν τῇ νούσῳ καὶ <lb/>τὰ σχήματα, ἐφ᾿ ὁκοῖα ἂν ἐθισθέωσι κεκλίσθαι.
                        Ἀλλὰ περὶ μὲν <lb/>τούτων ἐν τοῖσι χρονίοισι κατὰ πλεύμονα νοσήμασιν
                        εἰρήσεται· <lb/>ἐκεῖ γάρ εἰσιν αὐτῶν χαριέσταται προγνώσιες περὶ τῶν
                        μελλόντων <lb/>ἔσεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. ὅσοισι δὲ ἐκ καταπτώσιος ῥάχις κυφοῦται, ὀλίγα δὴ <lb/>τούτων ἐκρατήθη,
                        ὥστε ἐξιθυνθῆναι. Τοῦτο μὲν γὰρ, αἱ ἐν τῇ κλίμακι <lb/>κατασείσιες οὐδένα πω
                        ἐξίθυναν, ὧν γε ἐγὼ οἶδα· χρέονται <lb/>δὲ οἱ ἰητροὶ μάλιστα αὐτῇ οὗτοι οἱ
                        ἐπιθυμέοντες ἐκχαυνοῦν <lb/>τὸν πολὺν ὄχλον· τοῖσι γὰρ τοιούτοισι ταῦτα
                        θαυμάσιά ἐστιν, ἢν <lb/>ἢ κρεμάμενον ἴδωσιν, ἢ ῥιπτεόμενον, ἢ ὅσα τοῖσι
                        τοιούτοισιν <lb/>ἔοικε, καὶ ταῦτα κληΐζουσιν αἰεὶ, καὶ οὐκέτι αὐτοῖσι μέλει,
                        ὁκοῖόν <lb/>τι ἀπέβη ἀπὸ τοῦ χειρίσματος, εἴτε κακὸν, εἴτε ἀγαθόν. Οἱ μέντοι
                        <lb/>ἰητροὶ οἱ τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδεύοντες, σκαιοί εἰσιν, οὓς ἔγωγε ἔγνων·
                        <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἐπινόημα ἀρχαῖον, καὶ ἐπαινέω ἔγωγε σφόδρα τὸν πρῶτον
                        <lb/>ἐπινοήσαντα καὶ τοῦτο καὶ ἄλλο πᾶν, ὅ τι μηχάνημα κατὰ φύσιν <pb n="184"/> ἐπενοήθη· οὐδὲν γάρ μοι ἄελπτον, εἴ τις καλῶς σκευάσας καλῶς
                        <lb/>κατασείσειε, κἂν ἐξιθυνθῆναι ἔνια. Αὐτὸς μέντοι κατῃσχύνθην <lb/>πάντα
                        τὰ τοιουτότροπα ἰητρεύειν οὕτω, διὰ τοῦτο ὅτι πρὸς ἀπατεώνων <lb/>μᾶλλον οἱ
                        τοιοῦτοι τρόποι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ὅσοισι μὲν οὖν ἐγγὺς τοῦ αὐχένος ἡ κύφωσις γίνεται, ἧσσον <lb/>εἰκὸς
                        ὠφελέειν τὰς κατασείσιας ταύτας τὰς ἐπὶ κεφαλὴν· σμικρὸν <lb/>γὰρ τὸ βάρος ἡ
                        κεφαλὴ καὶ τὰ ἀκρώμια καταῤῥέποντα· ἀλλὰ <lb/>τούς γε τοιούτους εἰκὸς ἐπὶ
                        τοὺς πόδας κατασεισθέντας μᾶλλον <lb/>ἐξιθυνθῆναι· μέζων γὰρ οὕτως ἡ
                        καταῤῥοπίη ἡ ἐπὶ ταῦτα. <lb/>Ὅσοισι δὲ κατωτέρω τὸ ὕβωμα, τουτέοισιν εἰκὸς
                        μᾶλλον ἐπὶ <lb/>κεφαλὴν κατασείεσθαι. Εἰ οὖν τις ἐθέλοι κατασείειν, ὀρθῶς ἂν
                        ὧδε <lb/>σκευάζοι· τὴν μὲν κλίμακα χρὴ σκυτίνοισιν ὑποκεφαλαίοισι
                        <lb/>πλαγίοισιν, ἢ ἐρινέοισι, καταστρῶσαι εὖ προσδεδεμένοισιν, ὀλίγῳ
                        <lb/>πλέον καὶ ἐπὶ μῆκος καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἢ ὅσον ἂν τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου
                        <lb/>κατάσχοι· ἔπειτα τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον κατακλῖναι ἐπὶ τὴν <lb/>κλίμακα
                        χρή· κἄπειτα προσδῆσαι μὲν τοὺς πόδας παρὰ τὰ σφυρὰ <lb/>πρὸς τὴν κλίμακα μὴ
                        διαβεβῶτας, δεσμῷ εὐόχῳ μὲν, μαλθακῷ <lb/>δέ· προσδῆσαι δὲ κατωτέρω ἑκάτερον
                        τῶν γουνάτων, καὶ ἀνωτέρω· <lb/>προσδῆσαι δὲ καὶ κατὰ τὰ ἰσχία· κατὰ δὲ τοὺς
                        κενεῶνας καὶ κατὰ <lb/>τὸ στῆθος χαλαρῇσι ταινίῃσι περιβαλέειν οὕτως, ὅκως
                        μὴ κωλύωσι <pb n="186"/> τὴν κατάσεισιν· τὰς δὲ χεῖρας παρὰ τὰς πλευρὰς
                        παρατείναντα <lb/>προσκαταλαβεῖν πρὸς αὐτὸ τὸ σῶμα, καὶ μὴ πρὸς τὴν κλίμακα.
                        <lb/>Ὅταν δὲ ταῦτα κατασκευάσῃς οὕτως, ἀνέλκειν τὴν κλίμακα <lb/>ἢ πρὸς
                        τύρσιν τινὰ ὑψηλὴν, ἢ πρὸς ἀέτωμα οἴκου· τὸ δὲ <lb/>χωρίον, ἵνα κατασείεις,
                        ἀντίτυπον ἔστω· τοὺς δὲ ἀνατείνοντας <lb/>εὐπαιδεύτους χρὴ εἶναι, ὅκως
                        ὁμαλῶς καὶ ἰσοῤῥόπως καὶ ἐξαπιναίως <lb/>ἀφήσουσι, καὶ μήτε ἡ κλίμαξ
                        ἑτερόῤῥοπος ἐπὶ τὴν γῆν <lb/>ἀφίξεται, μήτε αὐτοὶ προπετέες ἔσονται. Ἀπὸ
                        μέντοι τύρσιος ἀφιεὶς <lb/>ἢ ἀπὸ ἱστοῦ καταπεπηγότος καρχήσιον ἔχοντος, ἔτι
                        κάλλιον ἄν τις <lb/>σκευάσαιτο, ὥστε ἀπὸ τροχιλίης τὰ χαλώμενα εἶναι ὅπλα, ἢ
                        ἀπὸ <lb/>ὄνου. Ἀηδὲς μὴν καὶ μακρολογέειν περὶ τούτων· ὅμως δὲ ἐκ τουτέων
                        <lb/>ἂν τῶν κατασκευῶν κάλλιστ᾿ ἄν τις κατασεισθείη. </p></div><pb n="188"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Εἰ μέντοι κάρτα ἄνω εἴη τὸ ὕβωμα, δέοι δὲ κατασείειν <lb/>πάντως, ἐπὶ
                        πόδας κατασείειν λυσιτελέει, ὥσπερ ἤδη εἴρηται· <lb/>πλείων γὰρ οὕτω γίνεται
                        ἡ καταῤῥοπίη ἐπὶ ταῦτα. Ἑρμάσαι <lb/>δὲ χρὴ, κατὰ μὲν τὸ στῆθος πρὸς τὴν
                        κλίμακα προσδήσαντα <lb/>ἰσχυρῶς, κατὰ δὲ τὸν αὐχένα ὡς χαλαρωτάτῃ ταινίῃ,
                        ὅσον τοῦ <lb/>κατορθοῦσθαι εἵνεκα· καὶ αὐτὴν τὴν κεφαλὴν κατὰ τὸ μέτωπον
                        <lb/>προσδῆσαι πρὸς τὴν κλίμακα· τὰς δὲ χεῖρας παρατανύσαντα πρὸς <lb/>τὸ
                        σῶμα προσδῆσαι, καὶ μὴ πρὸς τὴν κλίμακα· τὸ μέντοι ἄλλο <lb/>σῶμα ἄδετον
                        εἶναι χρὴ, πλὴν, ὅσον τοῦ κατορθοῦσθαι εἵνεκα, <lb/>ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ ταινίῃ
                        χαλαρῇ περιβεβλῆσθαι· ὅκως δὲ μὴ κωλύωσιν <lb/>οὗτοι οἱ δεσμοὶ τὴν
                        κατάσεισιν, σκοπέειν· τὰ δὲ σκέλεα <lb/>πρὸςμὲν τὴν κλίμακα μὴ προσδεδέσθω,
                        πρὸς ἄλληλα δὲ, ὡς κατὰ <lb/>τὴν ῥάχιν ἰθύῤῥοπα ἔῃ. Ταῦτα μέντοι
                        τοιουτοτρόπως ποιητέα, εἰ <lb/>πάντως δέοι ἐν κλίμακι κατασεισθῆναι· αἰσχρὸν
                        μέντοι καὶ ἐν πάσῃ <lb/>τέχνῃ καὶ οὐχ ἥκιστα ἐν ἰητρικῇ πουλὺν ὄχλον, καὶ
                        πολλὴν <lb/>ὄψιν, καὶ πουλὺν λόγον παρασχόντα, ἔπειτα μηδὲν ὠφελῆσαι. </p></div><pb n="190"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Χρὴ δὲ πρῶτον μὲν γινώσκειν τὴν φύσιν τῆς ῥάχιος, οἵη τίς <lb/>ἐστιν· ἐς
                        πολλὰ γὰρ νουσήματα προσδέοι ἂν αὐτῆς. Τοῦτο μὲν γὰρ, <lb/>τὸ πρὸς τὴν
                        κοιλίην ῥέπον, οἱ σπόνδυλοι ἕντο ἄρτιοί εἰσιν ἀλλήλοισι, <lb/>καὶ δέδενται
                        πρὸς ἀλλήλους δεσμῷ μυξώδεῖ καὶ νευρώδεϊ, <lb/>ἀπὸ χόνδρων ἀποπεφυκότι ἄχρι
                        πρὸς τὸν νωτιαῖον. Ἄλλοι δέ τινες <lb/>τόνοι νευρώδεες διανταῖοι, πρόσφυτοι,
                        παρατέτανται ἔνθεν <lb/>καὶ ἔνθεν αὐτῶν. Αἱ δὲ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν κοινωνίαι
                        ἐν ἐτέρῳ λόγῳ <lb/>δεδηλώσονται, ὅσαι τε καὶ οἷαι, καὶ ὅθεν ὡρμημέναι, καὶ
                        ἐν οἵοισιν <lb/>οἷα δύνανται, αὐτὸς δὲ ὁ νωτιαῖος οἷσιν ἐλύτρωται ἐλύτροισι,
                        <lb/>καὶ ὅθεν ὡρμημένοισι, καὶ ὅπη κραίνουσιν, καὶ οἷσι κοινωνέουσι,
                        <lb/>καὶ οἷα δυναμένοισιν. Ἐν δὲ τῷ ἐπέκεινα, ἐν ἄρθροισι γεγιγγλύμωνται
                        <lb/>πρὸςἀλλήλους οἱ σπόνδυλοι. Τόνοι δε κοινοὶ παρὰ πάντας, <lb/>καὶ ἐν
                        τοῖσιν ἔξω μέρεσι, καὶ ἐν τοῖσιν ἔσω παρατέτανται. Ἀπόφυσις <lb/>δέ ἐστιν
                        ὀστέου ἐς τὸ ἔξω μέρος ἀπὸ πάντων τῶν σπονδύλων, <lb/>μία ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου,
                        ἀπό τε τῶν μειζόνων, ἀπό τε τῷν <lb/>ἐλασσόνων· ἐπὶ δὲ τῇσιν ἀποφύσει
                        ταύτῃσι χονδρίων ἐπιφύσιες, καὶ <pb n="192"/> ἀπ᾿ ἐκείνων νεύρων
                        ἀποβλάστησις ἠδελφισμένη τοῖσιν ἐξωτάτω <lb/>τόνοισιν. Πλευραὶ δὲ
                        προσπεφύκασιν, ἐς τὸ εἴσω μέρος τὰς κεφαλὰς <lb/>ῥέπουσαι μᾶλλον, ἢ ἐς τὸ
                        ἔξω· καθ᾿ ἕνα δὲ ἕκαστον τῶν σπονδύλων <lb/>προσήρθρωνται· καμπυλώταται δὲ
                        πλευραὶ ἀνθρώπου εἰσὶ <lb/>ῥαιβοειδέα τρόπον. Τὸ δὲ μεσηγὺ τῶν πλευρέων καὶ
                        τῶν ὀστέων <lb/>τῶν ἀποπεφυκότων ἀπὸ τῶν σπονδύλων, ἀποπληρέουσιν ἑκατέρωθεν
                            <pb n="194"/> οἱ μύες ἀπὸ τοῦ αὐχένος ἀρξάμενοι, ἄχρι τῆς προσφύσιος.
                        Αὐτὴ <lb/>δὲ ἡ ῥάχις κατὰ μῆκος ἰθυσκόλιός ἐστιν· ἀπὸ μὲν τοῦ ἱεροῦ
                        <lb/>ὀστέου ἄχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου, παρ᾿ ὃν προσήρτηται τῶν <lb/>σκελέων
                        ἡ πρόσφυσις, ἄχρι μὲν τούτου κυφή· κύστις τε γὰρ, καὶ <lb/>γοναὶ, καὶ ἀρχοῦ
                        τὸ χαλαρὸν ἐν τουτέῳ ἔκτισται. Ἀπὸ δὲ <lb/>τούτου ἄχρι φρενῶν προσαρτήσιος,
                        ἰθυλόρδη· καὶ παραφύσιας ἔχει <lb/>μυῶν τοῦτο μοῦνον τὸ χωρίον ἐκ τῶν
                        εἴσωθεν μερῶν, ἃς δὴ καλέουσι <lb/>ψόας. Ἀπὸ δὲ τούτου ἄχρι τοῦ μεγάλου
                        σπονδύλου τοῦ <lb/>ὑπὲρ τῶν ἐπωμίδων, ἰθυκύφη· ἔτι δὲ μᾶλλον δοκέει ἢ ἐστίν·
                        ἡ γὰρ <lb/>ἄκανθα κατὰ μέσον ὑψηλοτάτας τὰς ἐκφύσιας τῶν ὀστέων ἔχει,
                        <lb/>ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν ἐλάσσους. Αὐτὸ δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ αὐχένος λορδόν
                        <lb/>ἐστιν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>