<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:32-38</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:32-38</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἢν δὲ κατεαγῇ ἡ κάτω γνάθος, ἢν μὲν μὴ ἀποκαυλισθῇ <lb/>παντάπασιν, ἀλλὰ
                        ξυνέχηται τὸ ὀστέον, ἐκκεκλιμένον δὲ ἔῃ, κατορθῶσαι <lb/>μὲν χρὴ τὸ ὀστέον,
                        παρά γε τὴν γλῶσσαν πλαγίην <lb/>ὑπείραντα τοὺς δακτύλους, τὸ δὲ ἔξωθεν
                        ἀντερείδοντα, ὡς ἂν ξυμφέρῃ· <lb/>καὶ ἢν διεστραμμένοι ἔωσιν οἱ ὀδόντες οἱ
                        κατὰ τὸ τρῶμα <lb/>καὶ κεκινημένοι, ὁκόταν τὸ ὀστέον κατορθωθῇ, ζεῦξαι τοὺς
                        ὀδόντας <lb/>χρὴ πρὸς ἀλλήλους, μὴ μόνον τοὺς δύο, ἀλλὰ καὶ πλέονας, μάλιστα
                        <lb/>μὲν χρυσίῳ, ἔστ᾿ ἂν κρατυνθῇ τὸ ὀστέον, εἰ δὲ μὴ, λίνῳ· ἔπειτα <pb n="148"/> ἐπιδεῖν κηρωτῇ καὶ σπλήνεσιν ὀλίγοισι καὶ ὀθονίοισιν ὀλίγοισι,
                        μὴ <lb/>ἄγαν ἐρείδοντα, ἀλλὰ χαλαροῖσιν. Εὖ γὰρ εἰδέναι χρὴ, ὅτι ἐπίδεσις
                        <lb/>ὀθονίων, γνάθου καταγείσης, μικρὰ μὲν ἂν ὠφελέοι, εἰ χρηστῶς
                        <lb/>ἐπιδέοιτο, μεγάλα δ᾿ ἂν βλάπτοι, εἰ κακῶς ἐπιδέοιτο. Πυκνὰ <lb/>δὲ παρὰ
                        τὴν γλῶσσαν ἐσματέεσθαι χρὴ, καὶ πουλὺν χρόνον ἀντέχειν <lb/>τοῖσι
                        δακτύλοισι κατορθοῦντα τοῦ ὀστέου τὸ ἐκκλιθέν· <lb/>ἄριστον δὲ, εἰ αἰεὶ
                        δύναιτο, ἀλλ᾿ οὐχ οἶόν τε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33 Ἢν δὲ ἀποκαυλισθῇ παντάπασι τὸ ὀστέον (ὀλιγάκις δὲ <lb/>τοῦτο γίνεται),
                        κατορθοῦν μὲν χρὴ τὸ ὀστέον οὕτω, καθάπερ εἴρηται. <lb/>Ὅταν δὲ κατορθώσῃς,
                        τοὺς ὀδόντας χρὴ ζευγνῦναι, ὡς <lb/>πρόσθεν εἴρηται· μέγα γὰρ ἂν ξυλλαμβάνοι
                        ἐς τὴν ἀτρεμίην, <lb/>προσέτι καὶ ἤν τις ὀρθῶς ζεύξῃ, ὥσπερ χρὴ, τὰς ἀρχὰς
                        <lb/>ῥάψας. Ἀλλὰ γὰρ οὐ ῥηίδιον ἐν γραφῇ χειρουργίην πᾶσαν <lb/>ἀτρεκέως
                        διηγέεσθαι, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ὑποτοπέεσθαι χρὴ ἐκ <pb n="150"/> τῶν
                        γεγραμμένων. Ἔπειτα χρὴ δέρματος καρχηδονίου, ἢν μὲν <lb/>νηπιώτερος ἔῃ ὁ
                        τρωθεὶς, ἀρκέει τῷ λοπῷ χρέεσθαι, ἢν δὲ τελειότερος <lb/>ἔῃ, αὐτῷ τῷ
                        δέρματι· ταμόντα δὲ χρὴ εὖρος ὡς τριδάκτυλον, <lb/>ἢ ὅκως ἂν ἁρμόζῃ,
                        ὑπαλείψαντα κόμμι τὴν γνάθον (εὐμενέστερον <lb/>γὰρ), κόλλῃ προσκολλῆσαι τὸ
                        δέρμα ἄκρον πρὸς τὸ ἀποκεκαυλισμένον <lb/>τῆς γνάθου, ἀπολείποντα ὡς
                        δάκτυλον ἀπὸ τοῦ τρώματος <lb/>ἢ ὀλίγῳ πλέον· τοῦτο μὲν ἐς τὸ κάτω μέρος·
                        ἐχέτω δὲ ἐντομὴν <lb/>κατὰ τὴν ἴξιν τοῦ γενείου ὁ ἱμὰς, ὡς ἀμφιβεβήκῃ ἀμφὶ
                        τὸ <lb/>ὀξὺ τοῦ γενείου. Ἕτερον δὲ ἱμάντα τοιοῦτον, ἢ ὀλίγῳ πλατύτερον
                        <lb/>προσκολλῆσαι χρὴ πρὸς τὸ ἄνω μέρος τῆς γνάθου, ἀπολείποντα <lb/>καὶ
                        τοῦτον ἀπὸ τοῦ τρώματος, ὅσονπερ ὁ ἕτερος ἀπέλιπεν· <lb/>ἐσχίσθω δὲ καὶ
                        οὗτος ὁ ἱμὰς τὴν ἀμφὶ τὸ οὖς περίβασιν. Ἀποξέες <lb/>δὲ ἔστωταν οἱ ἱμάντες
                        ἀμφὶ τὴν ξυναφήν· ἐν δὲ τῇ κολλήσει ἡ <lb/>σὰρξ τοῦ σκύτεος πρὸς τοῦ χρωτὸς
                        ἔστω, ἐχεκολλότερον γὰρ οὕτως. <lb/>Ἔπειτα κακατείναντα χρὴ καὶ τοῦτον τὸν
                        ἱμάντα μᾶλλον δέ <pb n="152"/> τι τὸν περὶ τὸ γένειον, ὡς ὅτι μάλιστα μὴ
                        ἀπομυλλήνῃ ἡ <lb/>γνάθος, ξυνάψαι τοὺς ἱμάντας κατὰ τὴν κορυφὴν, κἄπειτα
                        περὶ <lb/>τὸ μέτωπον ὀθονίῳ καταδῆσαι, καὶ κατάβλημα χρὴ εἶναι, ὥσπερ
                        <lb/>νομίζεται, ὡς ἀτρεμέῃ τὰ δεσμά. Τὴν δὲ κατάκλισιν ποιεέσθω ἐπὶ <lb/>τὴν
                        ὑγιέα γνάθον, μὴ τῇ γνάθῳ ἐρηρεισμένος, ἀλλὰ τῇ κεφαλῇ. <lb/>Ἰσχναίνειν δὲ
                        χρὴ τὸ σῶμα ἄχρι ἡμερέων δέκα, ἔπειτα ἀνατρέφειν <pb n="154"/> μὴ βραδέως·
                        ἢν γὰρ ἐν τῇσι πρώτῃσιν ἡμέρῃσι μὴ φλεγμήνῃ, ἐν <lb/>εἴκοσιν ἡμέρῃσιν ἡ
                        γνάθος κρατύνεται· ταχέως γὰρ ἐπιπωροῦται, <lb/>ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἀραιὰ
                        ὀστέα, ἢν μὴ ἐπισφακελίσῃ. Ἀλλὰ γὰρ <lb/>περὶ σφακελισμῶν τῶν ξυμπάντων
                        ὀστέων ἄλλος μακρὸς λόγος <lb/>λείπεται. Αὕτη ἡ διάτασις ἡ ἀπὸ τῶν
                        κολλημάτων εὐμενὴς, καὶ εὐταμίευτος, <lb/>καὶ ἐς πολλὰ καὶ πολλαχοῦ
                        διορθώματα εὔχρηστος. Τῶν δὲ <lb/>ἰητρῶν οἱ μὴ ξὺν νόῳ εὔχειρες, καὶ ἐν
                        ἄλλοισι τρώμασι τοιοῦτοί εἰσι <lb/>καὶ ἐν γνάθων κατήξεσιν· ἐπιδέουσι γὰρ
                        γνάθον κατεαγεῖσαν ποικίλως <lb/>καὶ καλῶς καὶ κακῶς. Πᾶσα γὰρ ἐπίδεσις
                        γνάθου οὕτω καταγείσης <lb/>ἐκκλίνει τὰ ὀστέα τὰ ἐς τὸ κάτηγμα ῥέποντα
                        μᾶλλον, ἢ <lb/>ἐς τὴν φύσιν ἄγει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἢν δὲ ἡ κάτω γνάθος κατὰ τὴν ξύμφυσιν τὴν κατὰ τὸ <lb/>γένειον διασπασθῇ
                        (μούνη δὲ αὕτη ξύμφυσις ἐν τῇ κάτω γνάθῳ <lb/>ἐστὶν, ἐν δὲ τῇ ἄνω πολλαί·
                        ἀλλ᾿ οὐ βούλομαι ἀποπλανᾷν τὸν <lb/>λόγον, ἐν ἄλλοισι γὰρ εἴδεσι νουσημάτων
                        περὶ τούτων λεκτέον), <lb/>ἢν οὖν διαστῇ ἡ κατὰ τὸ γένειον ξύμφυσις,
                        κατορθῶσαι μὲν <lb/>παντὸς ἀνδρός ἐστιν· τὸ μὲν γὰρ ἐξεστεὸς ἐσωθέειν χρὴ ἐς
                        τὸ <lb/>ἔσω μέρος, προσβάλλοντα τοὺς δακτύλους· τὸ δὲ εἴσω ῥέπον
                        <lb/>ἀνάγειν ἐς τὸ ἔξω μέρος, ἐνερείσαντα τοὺς δακτύλους. Ἐς <lb/>διάστασιν
                        μέντοι διατεινάμενον, ταῦτα χρὴ ποιέειν· ῥᾷον γὰρ <lb/>οὕτως ἐς τὴν φύσιν
                        ἥξει, ἢ εἰ ἐγχρίπτων τις ἐς ἄλληλα <pb n="156"/> τὰ ὀστέα, καταναγκάζειν
                        πειρᾶται· τοῦτο παρὰ πάντα τὰ <lb/>τοιαῦτα ὑπομνήματα χάριεν εἰδέναι. Ὁκόταν
                        δὲ κατορθώσῃς, <lb/>ζεῦξαι μὲν χρὴ τοὺς ὀδόντας τοὺς ἔνθεν καὶ ἔνθεν πρὸς
                        ἀλλήλους, <lb/>ὥσπερ καὶ πρόσθεν εἴρηται. Ἰῆσθαι δὲ χρὴ κηρωτῇ καὶ σπλήνεσιν
                        <lb/>ὀλίγοισι καὶ ὀθονίοισιν. Ἐπίδεσιν δὲ βραχείην ποικίλην μάλιστα
                        <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον ἐπιδέχεται, ἐγγὺς γάρ τι τοῦ ἰσοῤῥόπου ἐστὶν, <lb/>ὡς
                        δὴ μὴ ἰσόῤῥοπον ἐόν· τοῦ δὲ ὀθονίου τὴν περιβολὴν ποιέεσθαι <lb/>χρὴ, ἢν μὲν
                        ἡ δεξιὴ γνάθος ἐξεστήκῃ, ἐπὶ δεξιὰ (ἐπὶ δεξιὰ <lb/>γὰρ νομίζεται εἶναι, ἢν ἡ
                        δεξιὴ χεὶρ προηγῆται τῆς ἐπιδέσιος)· <lb/>ἢν δὲ ἡ ἑτέρη γνάθος ἐξεστήκῃ, ὡς
                        ἑτέρως χρὴ τὴν ἐπίδεσιν ἄγειν. <lb/>Κἢν μὲν ὀρθῶς τις κατορθώσηται καὶ
                        ἐπατρεμήσῃ ὡς χρὴ, ταχείη <pb n="158"/> μὲν ἡ ἄλθεξις, οἱ δὲ ὀδόντες ἀσινέες
                        γίνονται· ἢν δὲ μὴ, χρονιωτέρη <lb/>μὲν ἡ ἄλθεξις, διαστροφὴν δὲ ἴσχουσιν οἱ
                        ὀδόντες, καὶ <lb/>σιναροὶ καὶ ἀχρήϊοι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ἢν δὲ ἡ ῥὶς καταγῇ, τρόπος μὲν οὐχ εἷς ἐστι κατήξιος <lb/>ἀτὰρ πολλὰ μὲν
                        δὴ καὶ ἄλλα λωβέονται οἱ χαίροντες τῇσι καλῇσιν <lb/>ἐπιδέσεσιν ἄνευ νόου,
                        ἐν δὲ τοῖσι περὶ τὴν ῥῖνα μάλιστα· ἐπιδεσίων <lb/>γάρ ἐστιν αὕτη
                        ποικιλωτάτη, καὶ πλείστους μὲν σκεπάρνους <lb/>ἔχουσα, διαῤῥωγὰς δὲ καὶ
                        διαλείψιας ποικιλωτάτας τοῦ χρωτὸς <lb/>ῥομβοειδέας. Ὡς οὖν εἴρηται, οἱ τὴν
                        ἀνόητον εὐχειρίην ἐπιτηδεύοντες <lb/>ἄσμενοι ῥινὸς κατεαγυίης
                        ἐπιτυγχάνουσιν, ὡς ἐπιδήσωσιν. <lb/>Μίαν μὲν οὖν ἡμέρην, ἢ δύο, ἀγάλλεται
                        μὲν ὁ ἰητρὸς, χαίρει δὲ <lb/>ὁ ἐπιδεδεμένος· ἔπειτα ταχέως μὲν ὁ
                        ἐπιδεδεμένος κορίσκεται, <lb/>ἀσηρὸν γὰρ τὸ φόρημα· ἀρκέει δὲ τῷ ἰητρῷ,
                        ἐπειδὴ ἐπέδειξεν, <pb n="160"/> ὅτι ἐπίσταται ποικίλως ῥῖνα ἐπιδέειν. Ποιέει
                        δὲ ἡ ἐπίδεσις ἡ τοιαύτη <lb/>πάντα τἀναντία τοῦ δέοντος· τοῦτο μὲν γὰρ,
                        ὁκόσοι σιμοῦνται διὰ <lb/>τὴν κάτηξιν, δηλονότι, εἰ ἄνωθέν τις μᾶλλον
                        πιέζοι, σιμώτεροι ἂν <lb/>ἔτι εἶεν· τοῦτο δὲ, ὅσοισι παραστρέφεται ἢ ἔνθα ἢ
                        ἔνθα ἡ ῥὶς, ἢ <lb/>κατὰ τὸν χόνδρον, ἢ ἀνωτέρω, δηλονότι οὐδὲν αὐτοὺς ἡ
                        ἄνωθεν ἐπίδεσις <lb/>ὠφελήσει, ἀλλὰ καὶ βλάψει μᾶλλον· οὐχ οὕτω γὰρ <lb/>εὖ
                        ξυναρμόσει σπλήνεσι τὸ ἐπὶ θάτερον τῆς ῥινὸς, καίτοι <lb/>οὐδὲ τοῦτο
                        ποιέουσιν οἱ ἐπιδέοντες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ἄγχιστα δὲ ἡ ἐπίδεσίς μοι δοκέῃ ἄν τι ποιέειν, εἰ κατὰ <lb/>μέσην τὴν
                        ῥῖνα, κατὰ τὸ ὀξὺ, ἀμφιφλασθείη ἡ σὰρξ κατὰ τὸ <lb/>ὀστέον, ἢ εἰ κατὰ τὸ
                        ὀστέον μικρόν τι σίνος εἴη, καὶ μὴ μέγα· τοῖσι <lb/>γὰρ τοιούτοισιν
                        ἐπιπώρωμα ἴσχει ἡ ῥὶς, καὶ ὀκριοειδεστέρη τινὶ <lb/>γίνεται· ἀλλ᾿ ὅμως οὐδὲ
                        τούτοισι δή που πολλοῦ ὄχλου δέεται ἡ ἐπίδεσις, <lb/>εἰ δή τι καὶ δεῖ
                        ἐπιδέειν· ἀρκέει δὲ ἐπὶ μὲν τὸ φλάσμα <lb/>σπληνίον ἐπιτείναντα κεκηρωμένον,
                        ἔπειτα ὡς ἀπὸ δύο ἀρχέων ἐπιδέεται, <lb/>οὕτως ὀθονίῳ ἐς ἅπαξ περιβάλλειν.
                        Ἀρίστη μέντοι ἰητρείη, <lb/>τῷ ἀλήτῳ, τῷ σιτανίῳ, τῷ πλυτῷ, γλίσχρῳ,
                        πεφυρημένῳ, ὀλίγῳ, <pb n="162"/> καταπλάσσειν τὰ τοιαῦτα· χρὴ δὲ, ἢν μὲν ἐξ
                        ἀγαθῶν ἔῃ τῶν <lb/>πυρῶν τὸ ἄλητον καὶ εὐόλκιμον, τούτῳ χρέεσθαι ἐς πάντα τὰ
                        <lb/>τοιαῦτα· ἢν δὲ μὴ πάνυ ὅλκιμον ἔῃ, ὀλίγην μάννην ὕδατι ὡς
                        <lb/>λειοτάτην διέντα, τούτῳ φυρᾷν τὸ ἄλητον, ἢ κόμμι πάνυ ὀλίγον
                        <lb/>ὡσαύτως μίσγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ὁκόσοισι μὲν οὖν ῥὶς ἐς τὸ κάτω καὶ ἐς τὸ σιμὸν ῥέπουσα <lb/>κατεαγῇ, ἢν
                        μὲν ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν μέρεος κατὰ τὸν χόνδρον ἵζηται, <lb/>οἷόν τέ ἐστι καὶ
                        ἐντιθέναι τι διόρθωμα ἐς τοὺς μυκτῆρας· ἢν δὲ <lb/>μὴ, ἀνορθοῦν μὲν χρὴ
                        πάντα τὰ τοιαῦτα, τοὺς δακτύλους ἐς τοὺς μυκτῆρας <lb/>ἐντιθέντα, ἢν
                        ἐνδέχηται· ἢν δὲ μὴ, παχὺ ὑπάλειπτρον <pb n="164"/> μὴ ἐς τὸ ἔμπροσθεν τῆς
                        ῥινὸς ἀνάγοντα τοῖσι δακτύλοισιν, ἀλλ᾿ ᾗ <lb/>ἵδρυται· ἔξωθεν δὲ τῆς ῥινὸς
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀμφιλαμβάνοντα τοῖσι <lb/>δακτύλοισι, ξυναναγκάζειν τε ἅμα
                        καὶ ἀναφέρειν ἐς τὸ ἄνω. Καὶ <lb/>ἢν μὲν πάνυ ἐν τῷ ἔμπροσθεν τὸ κάτηγμα ἔῃ,
                        οἷόν τέ τι καὶ ἔσω <lb/>τῶν μυκτήρων ἐντιθέναι, ὥσπερ ἤδη εἴρηται, ἢ ἄχνην
                        τὴν ἀφ᾿ <lb/>ἡμιτυβίου, ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ἐν ὀθονίῳ εἱλίσσοντα, μᾶλλον δὲ
                        ἐν <lb/>καρχηδονίῳ δέρματι ἐῤῥάψαντα, σχηματίσαντα τὸ ἁρμόσσον <lb/>σχῆμα τῷ
                        χωρίῳ, ἵνα ἐγκείσεται. Ἢν μέντοι πρωσωτέρω ἔῃ τὸ <lb/>κάτηγμα, οὐδὲν οἷόν τε
                        ἔσω ἐντιθέναι· καὶ γὰρ εἰ ἐν τῷ ἔμπροσθεν <lb/>ἀσηρὸν τὸ φόρημα, πῶς γε δὴ
                        οὐκ ἐν τῷ ἐσωτέρω; Τὸ μὲν οὖν πρῶτον, <lb/>καὶ ἔσωθεν ἀναπλάσσεσθαι καὶ
                        ἔξωθεν ἀφειδήσαντα, χρὴ <lb/>ἀναγαγεῖν ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν, καὶ
                        διορθώσασθαι. Κάρτα γὰρ <lb/>οἵη τε ῥὶς καταγεῖσα ἀναπλάσσεσθαι, μάλιστα μὲν
                        αὐθήμερος, <lb/>ἢν δὲ μὴ, ὀλίγῳ ὕστερον· ἀλλὰ καταβλακεύουσιν οἱ ἰητροὶ, καὶ
                        <lb/>ἁπαλωτέρως τὸ πρῶτον ἅπτονται, ἢ ὡς χρὴ· παραβάλλοντα γὰρ <lb/>τοὺς
                        δακτύλους χρὴ ἔνθεν καὶ ἔνθεν κατὰ τὴν φύσιν τῆς ῥινὸς ὡς <lb/>κατωτάτω,
                        κάτωθεν ξυναναγκάζειν, καὶ οὕτω μάλιστα ἀνορθοῦται <pb n="166"/> σὺν τῇ
                        ἔσωθεν διορθώσει. Ἔπειτα δὲ ἐς ταῦτα ἰητρὸς οὐδεὶς <lb/>ἄλλος ἐστὶ τοιοῦτος,
                        εἰ ἐθέλοι καὶ μελετᾷν καὶ τολμᾷν, ὡς οἱ <lb/>δάκτυλοι αὐτοῦ οἱ λιχανοί·
                        οὗτοι γὰρ κατὰ φύσιν μάλιστά εἰσιν. Παραβάλλοντα <lb/>γὰρ χρὴ τῶν δακτύλων
                        ἑκάτερον, παρὰ πᾶσαν τὴν ῥῖνα <lb/>ἐρείδοντα, ἡσύχως οὗτως ἔχειν, μάλιστα
                        μὲν, εἰ οἷόν τε εἴη, αἰεὶ, ἐστ᾿ <lb/>ἂν κρατυνθῇ, εἰ δὲ μὴ, ὡς πλεῖστον
                        χρόνον, αὐτὸν, ὡς εἴρηται· <lb/>εἰ δὲ μὴ, ἢ παῖδα ἢ γυναῖκά τινα· μαλθακὰς
                        γὰρ τὰς χεῖρας δεῖ <lb/>εἶναι. Οὕτω γὰρ ἂν κάλλιστα ἰητρευθείη, ὁτέῳ ἡ ῥὶς
                        μὴ ἐς <lb/>τὸ σκολιὸν, ἀλλ᾿ ἐς τὸ κάτω ἱδρυμένη, ἰσόῤῥοπος εἴη. Ἐγὼ μὲν
                        <lb/>οὖν οὐδεμίην που ῥῖνα εἶδον, ἥτις οὕτω κατεαγεῖσα οὐχ οἵη τε
                        <lb/>διορθωθῆναι, αὐτίκα πρὶν πωρωθῆναι ξυναναγκαζομένη, ἐγένετο, <lb/>εἴ
                        τις ὀρθῶς ἐθέλοι ἰητρέυειν. Ἀλλὰ γὰρ οἱ ἄνθρωποι <lb/>αἰσχροὶ μὲν εἶναι
                        πολλοῦ ἀποτιμῶνται, μελετᾷν δὲ ἅμα μὲν οὐκ <lb/>ἐπίστανται, ἅμα δὲ οὐ
                        τολμέουσιν, ἢν μὴ ὀδυνέωνται, ἢ θάνατον <lb/>δεδοίκωσιν· καίτοι ὀλιγοχρόνιος
                        ἡ πώρωσις τῆς ῥινός· ἐν γὰρ δέκα <lb/>ἡμέρῃσι κρατύνεται, ἢν μὴ
                        ἐπισφακελίσῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ὁκόσοισι δὲ τὸ ὀστέον ἐς τὸ πλάγιον κατάγνυται, ἡ μὲν <lb/>ἴησις ἡ αὐτή·
                        τὴν δὲ διόρθωσιν δηλονότι χρὴ ποιέεσθαι, οὐκ <lb/>ἰσόῤῥοπον ἀμφοτέρωθεν,
                        ἀλλὰ τό τε ἐκκεκλιμένον ὠθέειν ἐς τὴν <lb/>φύσιν, ἔκτοσθεν ἀναγκάζοντα, καὶ
                        ἐσματτευόμενον ἐς τοὺς μυκτῆρας, <lb/>καὶ τὰ εἴσω ῥέψαντα διορθοῦν ἀόκνως,
                        ἔστ᾿ ἂν κατορθώσῃς, <pb n="168"/> εὖ εἰδότα, ὅτι, ἢν μὴ αὐτίκα κατορθώσῃς,
                        οὐχ οἷόν τε μὴ <lb/>οὐχὶ διεστράφθαι τὴν ῥῖνα. Ὅταν δὲ ἀγάγῃς ἐς τὴν φύσιν,
                        <lb/>προσβάλλοντα χρὴ ἐς τὸ χωρίον, ἢ τοὺς δακτύλους, ἢ τὸν ἕνα
                        <lb/>δάκτυλον, ᾗ ἐξέσχεν, ἀνακωχέειν, ἢ αὐτὸν, ἢ ἄλλον τινὰ, ἔστ᾿ ἂν
                        <lb/>κρατυνθῇ τὸ τρῶμα· ἀτὰρ καὶ ἐς τὸν μυκτῆρα τὸν σμικρὸν δάκτυλον
                        <lb/>ἀπωθέοντα, ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε διορθοῦν χρὴ τὰ ἐγκλιθέντα. Ὅ τι <lb/>δ᾿
                        ἂν φλεγμονῆς ὑπογίνηται τουτέοισι, χρὴ τῷ σταιτὶ χρέεσθαι· <lb/>τοῖσι μέντοι
                        δακτύλοισι προσέχειν χρὴ ὁμοίως, καὶ τοῦ σταιτὸς ἐπικειμένου. <lb/>Ἢν δέ που
                        κατὰ τὸν χόνδρον ἐς τὰ πλάγια καταγῇ, <lb/>ἀνάγκη τὴν ῥῖνα ἄκρην
                        παρεστράφθαι. Χρὴ οὖν τοῖσι τοιούτοισιν ἐς <lb/>τὸν μυκτῆρα ἄκρον διόρθωμά
                        τι τῶν εἰρημένων, ἢ ὅ τι τούτοισιν ἔοικεν, <lb/>ἐντιθέναι· πολλὰ δ᾿ ἄν τις
                        εὕροι τὰ ἐπιτήδεια, ὅσα μήτε ὀδμὴν <lb/>ἴσχει, ἄλλως τε καὶ προσηνέα ἐστίν·
                        ἐγὼ δέ ποτε πλεύμονος προβάτου <lb/>ἀπότμημα ἐνέθηκα, τοῦτο γάρ πως
                        παρέτυχεν· οἱ γὰρ σπόγγοι <lb/>ἐντιθεμένοι ὑγράσματα δέχονται. Ἔπειτα χρὴ
                        καρχηδονίου δέρματος <lb/>λοπὸν, πλάτος ὡς τοῦ μεγάλου δακτύλου τετμημένον,
                        ἢ ὅκως <lb/>ἂν ξυμφέρῃ, προσκολλῆσαι ἐς τὸ ἔκτοσθεν πρὸς τὸν μυκτῆρα τὸν
                        <lb/>ἐκκεκλιμένον· κἄπειτα κατατεῖναι τὸν ἱμάντα, ὅκως ἂν ξυμφέρη· <pb n="170"/> μᾶλλον δὲ ὀλίγῳ τείνειν χρὴ, [ἢ] ὥστε ὀρθὴν καὶ ἀπαρτῆ τὴν
                        <lb/>ῥῖνα εἶναι. Ἔπειτα (μακρὸς γὰρ ἔστω ὁ ἱμὰς), κάτωθεν τοῦ <lb/>ὠτὸς
                        ἀγαγόντα αὐτὸν, ἀναγαγεῖν περὶ τὴν κεφαλήν· καὶ ἔξεστι <lb/>μὲν κατὰ τὸ
                        μέτωπον προσκολλῆσαι τὴν τελευτὴν τοῦ ἱμάντος, <lb/>ἔξεστι δὲ καὶ μακρότερον
                        ἐπιπεριελίσσοντα περὶ τὴν κεφαλὴν καταδέειν. <lb/>Τοῦτο ἅμα μὲν δικαίην τὴν
                        διόρθωσιν ἔχει, ἅμα δὲ εὐταμίευτον, <lb/>καὶ μᾶλλον, ἢν ἐθέλῃ, καὶ ἧσσον τὴν
                        ἀντιῤῥοπίην ποιῆσαι <lb/>τῆς ῥινός. Ἀτὰρ καὶ ὁκόσοισιν ἐς τὸ πλάγιον ἡ ῥὶς
                        κατάγνυται, τὰ <lb/>μὲν ἄλλα ἰητρεύειν χρὴ, ὡς προείρηται· προσδέεται δὲ
                        τοῖσι <lb/>πλείστοισι καὶ τοῦ ἱμάντος πρὸς ἄκρην τὴν ῥῖνα προσκολληθῆναι
                        <lb/>τῆς ἀντιῤῥοπίης εἵνεκα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>