<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:25-31</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:25-31</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Τῶν δὲ ἐμβολέων, αἱ μὲν ἐξ ὑπεραιωρήσιος ἐμβάλλονται, <lb/>αἱ δὲ ἐκ
                        κατατάσιος, αἱ δὲ ἐκ περισφάλσιος· αὗται δὲ ἐκ τῶν <lb/>ὑπερβολέων τῶν
                        σχημάτων, ἢ τῇ, ἢ τῇ, ξὺν τῷ τάχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Χειρὸς δὲ ἄρθρον ὀλισθάνει ἢ ἔσω, ἢ ἔξω, ἔσω δὲ τὰ <lb/>πλεῖστα. Σημήϊα
                        δὲ εὔσημα· ἢν μὲν εἴσω, ξυγκάμπτειν τοὺς <lb/>δακτύλους οὐ δύνανται· ἢν δὲ
                        ἔξω, ἐκτείνειν. ἐμβολὴ δὲ, ὑπὲρ <lb/>τραπέζης τοὺς δακτύλους ἔχων, τοὺς μὲν
                        τείνειν, τοὺς δὲ ἀντιτείνειν, <lb/>τὸ δὲ ἐξέχον ἢ θέναρι, ἢ πτέρνῃ ἅμα
                        ἀπωθέειν, πρόσω καὶ κάτωθεν <pb n="138"/> κατὰ τὸ ἕτερον ὀστέον, ὄγκον
                        μαλθακὸν ὑποθεὶς, ἢν μὲν ἄνω, <lb/>καταστρέψας τὴν χεῖρα, ἢν δὲ κάτω,
                        ὑπτίην. Ἴησις δὲ, ὀθονίοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ὅλη δὲ ἡ χεὶρ ὀλισθάνει, ἢ ἔσω, ἢ ἔξω, ἢ ἔνθα, ἢ ἔνθα, <lb/>μάλιστα δὲ
                        εἴσω· ἔστι δ᾿ ὅτε καὶ ἡ ἐπίφυσις ἐκινήθη· ἔστι δ᾿ ὅτε <lb/>τὸ ἕτερον τῶν
                        ὀστέων διέστη. Τουτέοισι κατάτασις ἰσχυρὴ ποιητέη· <lb/>καὶ τὸ μὲν ἐξέχον
                        ἀπωθέειν, τὸ δὲ ἕτερον ἀντωθέειν, δύο εἴδεα ἅμα, <lb/>ἐς τοὐπίσω καὶ ἐς τὸ
                        πλάγιον, ἢ χερσὶν ἐπὶ τραπέζης, ἢ πτέρνῃ. <lb/>Παλίγκοτα δὲ καὶ ἀσχήμονα· τῷ
                        δὲ χρόνῳ κρατύνεται ἐς χρῆσιν. <lb/>Ἴησις, ὀθονίοισι ξὺν τῇ χειρὶ καὶ τῷ
                        πήχεϊ· καὶ νάρθηκας <lb/>μέχρι δακτύλων τιθέναι· ἐν νάρθηξι δὲ τεθέντα ταῦτα
                        <lb/>πυκνότερον λύειν, ἢ τὰ κατήγματα, καὶ καταχύσει πλείονι <lb/>χρέεσθαι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἐκ γενεῆς δὲ, βραχυτέρη ἡ χεὶρ γίνεται, καὶ μινύθησις <lb/>σαρκῶν μάλιστα
                        τἀναντία, ἢ ᾗ τὸ ἔκπτωμα· ηὐξημένῳ δὲ τὰ <lb/>ὀστέα μένει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Δακτύλου δὲ ἄρθρον, ὀλισθὸν μὲν, εὔσημον. ἐμβολὴ δὲ, <lb/>κατατείναντα ἐς
                        ἰθὺ, τὸ μὲν ἐξέχον ἀπωθέειν, τὸ δὲ ἐναντίον ἀντωθέειν· <pb n="140"/> ἴησις
                        δὲ, ὀθονίοισιν. Μὴ ἐμπεσὸν δὲ, ἐπιπωροῦται <lb/>ἔξωθεν Ἐκ γενεῆς δὲ ἢ ἐν
                        αὐξήσει ἐξαρθρήσαντα, τὰ ὀστέα <lb/>βραχύνεται τὰ κάτω τοῦ ὀλισθήματος, καὶ
                        σάρκες μινύθουσι <lb/>τἀναντία μάλιστα, ἢ ὡς τὸ ἔκπτωμα· ηὐξημένῳ δὲ τὰ
                        ὀστέα μένει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Γνάθος δὲ ὀλίγοισι τελέως ἐξήρθρησεν· ὀστέον τε γὰρ τὸ <lb/>ἀπὸ τῆς ἄνω
                        γνάθου πεφυκὸς ὑπεζύγωται πρὸς τῷ ὑπὸ τὸ οὖς <lb/>ὀστέῳ προσπεφυκότι, ὅπερ
                        ἀποκλείει τὰς κεφαλὰς τῆς κάτω γνάθου, <lb/>τῆς μὲν ἀνωτέρω ἐὸν, τῆς δὲ
                        κατωτέρω τῶν κεφαλέων. Τὰ δὲ <lb/>ἄκρεα τῆς κάτω γνάθου, τὸ μὲν διὰ τὸ μῆκος
                        οὐκ εὐπαρείσδυτον, <lb/>τὸ δ᾿ αὖ κορωνόν τε καὶ ὑπερέχον ὑπὲρ τοῦ ζυγώματος·
                        ἅμα τε <lb/>ἀπ᾿ ἀμφοτέρων τῶν ἀκρέων τούτων νευρώδεες τένοντες πεφύκασιν,
                        <lb/>ἐξ ὧν ἐξήρτηνται οἱ μύες οἱ κροταφῖται καὶ μασσητῆρες καλεόμενοι·
                        <lb/>διὰ τοῦτο δὲ καλέονται, καὶ διὰ τοῦτο κινέονται, ὅτι ἐντεῦθεν <pb n="142"/> ἐξήρτηνται· ἐν γὰρ τῇ ἐδωδῇ, καὶ ἐν τῇ διαλέκτῳ, καὶ ἐν τῇ
                        ἄλλῃ χρήσει <lb/>τοῦ στόματος, ἡ μὲν ἄνω γνάθος ἀτρεμέει· ξυνήρτηται γὰρ τῇ
                        κεφαλῇ, <lb/>καὶ οὐ διήρθρωται· ἡ δὲ κάτω γνάθος κινέεται· ἀπήρθρωται γὰρ
                        <lb/>ἀπὸ τῆς ἄνω γνάθου, καὶ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς. Διότι μὲν οὖν ἐν σπασμοῖσι
                        <lb/>καὶ τετάνοισι πρῶτον τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐπισημαίνει συντεταμένον, <lb/>καὶ
                        διότι πληγαὶ καίριοι καὶ καροῦσαι αἱ κροταφίτιδες γίνονται, <lb/>ἐν ἄλλῳ
                        λόγῳ εἰρήσεται. Περὶ δὲ τοῦ μὴ κάρτα ἐξαρθρέειν <lb/>τάδε τὰ αἴτια· αἴτιον
                        δὲ καὶ τόδε, ὅτι οὐ μάλα καταλαμβάνουσι <lb/>τοιαῦται ἀνάγκαι βρωμάτων, ὥστε
                        τὸν ἄνθρωπον χανέειν μέζον <lb/>ἢ ὅσον δύναται· ἐκπέσοι δ᾿ ἂν ἀπ᾿ οὐδενὸς
                        ἄλλου σχήματος, ἢ ἀπὸ <lb/>τοῦ μέγα χανόντα παραγαγεῖν τὴν γένυν ἐπὶ θάτερα.
                        Προσξυμβάλλεται <lb/>μέντοι καὶ τόδε πρὸς τὸ ἐκπίπτειν· ὁκόσα γὰρ νεῦρα καὶ
                        <lb/>ὁκόσοι μύες παρὰ τὰ ἄρθρα εἰσὶν, ἢ ἀπὸ ἄρθρων ἀφ᾿ ὧν ξυνδέδενται,
                        <lb/>τούτων ὅσα ἐν τῇ χρήσει πλειστάκις διακινέεται, ταῦτα <lb/>καὶ ἐς τὰς
                        κατατάσιας δυνατώτατα ἐπιδιδόναι, ὥσπερ καὶ τὰ <lb/>δέρματα τὰ εὐδεψητότατα
                        πλείστην ἐπίδοσιν ἔχει. Περὶ οὗ οὖν ὁ <lb/>λόγος, ἐκπίπτει μὲν γνάθος
                        ὀλιγάκις· σχᾶται μέντοι πολλάκις ἐν <pb n="144"/> χάσμῃσιν, ὥσπερ καὶ ἄλλαι
                        πολλαὶ μυῶν παραλλαγαὶ καὶ <lb/>νεύρων τούτο ποιέουσιν. Δῆλον μὲν οὖν ἐκ
                        τῶνδε, μάλιστά ἐστιν, <lb/>ὅταν ἐκπεπτώκῃ· προΐσχει γὰρ ἡ κάτω γνάθος ἐς
                        τοὔμπροσθεν, <lb/>καὶ παρῆκται τἀναντία τοῦ ὀλισθήματος, καὶ τοῦ ὀστέου τὸ
                        κορωνὸν <lb/>ὀγκηρότερον φαίνεται παρὰ τὴν ἄνω γνάθον, καὶ χαλεπῶς
                        <lb/>ξυμβάλλουσι τὰς κάτω γνάθους. Τούτοισι δὲ ἐμβολὴ πρόδηλος, <lb/>ἥτις
                        γίνοιτ᾿ ἂν ἁρμόζουσα· χρὴ γὰρ τὸν μέν τινα κατέχειν τὴν <lb/>κεφαλὴν τοῦ
                        τετρωμένου, τὸν δὲ περιλαβόντα τὴν κάτω γνάθον καὶ <lb/>ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν
                        τοῖσι δακτύλοισι κατὰ τὸ γένειον, χάσκοντος τοῦ <lb/>ἀνθρώπου ὅσον μετρίως
                        δύναται, πρῶτον μὲν διακινέειν τὴν κάτω <lb/>γνάθον χρόνον τινὰ, τῇ καὶ τῇ
                        παράγοντα τῇ χειρὶ, καὶ αὐτὸν τὸν <lb/>ἄνθρωπον κελεύειν χαλαρὴν τὴν γνάθον
                        ἔχειν, καὶ ξυμπαράγειν, <lb/>καὶ ξυνδιδόναι ὡς μάλιστα· ἔπειτα ἐξαπίνης
                        σχάσαι, τρισὶ σχήμασιν <lb/>ὁμοῦ προσέχοντα τὸν νόον· δεῖ μὲν γὰρ παράγεσθαι
                        ἐκ τῆς <lb/>διαστροφῆς ἐς τὴν φύσιν, δεῖ δὲ ἐς τοὐπίσω ἀπωσθῆναι τὴν γνάθον
                        <lb/>τὴν κάτω, δεῖ δὲ ἑπόμενον τούτοισι ξυμβάλλειν τὰς γνάθους, καὶ <lb/>μὴ
                        χάσκειν. ἐμβολὴ μὲν οὖν αὕτη, καὶ οὐκ ἂν γένοιτο ἀπ᾿ ἄλλων <lb/>σχημάτων.
                        Ἰητρείη δὲ βραχείη ἀρκέει· σπλῆνα προστιθέντα κεκηρωμένον <lb/>χαλαρῷ
                        ἐπιδέσμῳ ἐπιδεῖν. Ἀσφαλέστερον δὲ χειρίζειν ἐστὶν <lb/>ὕπτιον κατακλίναντα
                        τὸν ἄνθρωπον, ἐρείσαντα τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ <lb/>ἐπὶ σκυτίνου ὑποκεφαλαίου ὡς
                        πληρεστάτου, ἵνα ὡς ἥκιστα <lb/>ὑπείκῃ· προσκατέχειν δέ τινα χρὴ τὴν κεφαλὴν
                        τοῦ τετρωμένου. </p></div><pb n="146"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ἢν δ᾿ ἀμφότεραι αἱ γνάθοι ἐξαρθρήσωσιν, ἡ μὲν ἴησις ἡ <lb/>αὐτή.
                        Ξυμβάλλειν δέ τι ἧσσον οὗτοι τὸ στόμα δύνανται· καὶ γὰρ <lb/>προπετέστεραι
                        αἱ γένυες τούτοισιν, ἀστραβέες δέ· τὸ δὲ ἀστραβὲς <lb/>μάλιστ᾿ ἂν γνοίης
                        τοῖσιν ὁρίοισι τῶν ὀδόντων, τῶν τε ἄνω καὶ τῶν <lb/>κάτω κατ᾿ ἴξιν. Τούτοισι
                        ξυμφέρει ἐμβάλλειν ὡς τάχιστα· ἐμβολῆς <lb/>δὲ τρόπος πρόσθεν εἴρηται. Ἢν δὲ
                        μὴ ἐμπέσῃ, κίνδυνος περὶ <lb/>τῆς ψυχῆς ὑπὸ πυρετῶν ξυνεχέων καὶ νωθρῆς
                        καρώσιος (καρώδεες <lb/>γὰρ οἱ μύες οὗτοι, καὶ ἀλλοιούμενοι, καὶ
                        ἐντεινόμενοι παρὰ <lb/>φύσιν· φιλέει δὲ καὶ ἡ γαστὴρ ὑποχωρέειν τούτοισι
                        χολώδεα, ἄκρητα, <lb/>ὀλίγα· καὶ ἢν ἐμέωσιν, ἄκρητα ἐμέουσιν· οὗτοι οὖν καὶ
                        θνήσκουσι <lb/>δεκαταῖοι μάλιστα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>