<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΡΧΑΙΗΣ ΙΗΤΡΙΚΗΣ.</head><p>1. Ὁχόσοι ἐπεχείρησαν περὶ ἰητριχῆς λέγειν ἢ γράφειν, ὑπόθεσιν᾿ <lb/>σφίσιν
                        αὐτέοισιν ὑποθέμενοι τῷ λόγῳ, θερμὸν, ἢ ψυχρὸν, ἢ ὑγρὸν, ἢ <lb/>ξηρὸν, ἢ
                        ἄλλ᾿ ὅ τι ἂν ἐθέλωσιν, ἐς βραχὺ ἄγοντες, τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>αἰτίης τοῖσιν
                        ἀνθρώποισι τῶν νούσων τε καὶ τοῦ θανάτου, καὶ πᾶσι <lb/>τὴν αὐτέην, ἓν ἢ δύο
                        προθέμενοι, ἐν πολλοῖσι μὲν καὶ οἷσι λέγουσι <lb/>καταφανέες εἰσὶν
                        ἁμαρτάνοντες· μάλιστα δὲ ἄξιον μέμψασθαι, ὅτι <lb/>ἀμφὶ τέχνης ἐούσης, ᾗ
                        χρέονταί τε πάντες ἐπὶ τοῖσι μεγίστοισι καὶ <lb/>τιμῶσι μάλιστα τοὺς ἀγαθοὺς
                        χειροτέχνας καὶ δημιουργούς. Εἰσὶ <lb/>δὲ δημιουργοὶ, οἱ μὲν φλαῦροι, οἱ δὲ
                        πολλὸν διαφέροντες· ὅπερ, <lb/>εἰ μὴ ἦν ἰητρικὴ ὅλως, μηδ᾿ ἐν αὐτέῃ ἔσκεπτο,
                        μηδ᾿ εὕροιτο <lb/>μηδὲν, οὐκ ἂν ἦν, ἀλλὰ πάντες ἂν ὁμοίως αὐτέης ἄπειροί τε
                        καὶ <lb/>ἀνεπιστήμονες ἦσαν, καὶ τύχῃ ἂν πάντα τὰ τῶν καμνόντων
                        <lb/>διῳκέετο. Νῦν δ᾿οὐχ οὕτως ἔχει, ἀλλ᾿ ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων τεχνέων <pb n="572"/> χνέων πασέων οἱ δημιουργοὶ πολλὸν ἀλλήλων διαφέρουσι κατὰ
                        χεῖρα <lb/>καὶ κατὰ γνώμην, οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ ἰητρικῆς. Διὸ οὐκ ἠξίουν
                        <lb/>ἔγωγε κενῆς αὐτέην ὑποθέσιος δέεσθαι, ὥσπερ τὰ ἀφανέα τε καὶ
                        ἀπορεόμενα· <lb/>περὶ ὧν ἀνάγκη, ἤν τις ἐπιχειροίη λέγειν, ὑποθέσει
                        χρέεσθαι· <lb/>οἷον περὶ τῶν μετεώρων ἢ τῶν ὑπὸ γῆν εἰ λέγοι τις καὶ
                        <lb/>γινώσκοι ὡς ἔχει, οὔτ᾿ ἂν αὐτέῳ τῷ λέγοντι οὔτε τοῖσιν ἀκούουσι
                        <lb/>δῆλα ἂν εἴη, εἴ τε ἀληθέα ἐστὶν εἴτε μή· οὐ γὰρ ἔστι πρὸς ὅ τι χρὴ
                        <lb/>ἐπανενέγκαντα εἰδέναι τὸ σαφές. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἰητρικῇ δὲ πάντα πάλαι ὑπάρχει, καὶ ἀρχὴ καὶ ὁδὸς εὑρημένη, <lb/>καθ᾿ ἣν
                        καὶ τὰ εὑρημένα πολλά τε καὶ καλῶς ἔχοντα εὕρηται ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ, καὶ
                        τὰ λοιπὰ εὑρεθήσεται, ἤν τις ἱκανός τε ἐὼν καὶ τὰ εὑρημένα <lb/>εἰδὼς, ἐκ
                        τουτέων ὁρμώμενος ζητέῃ. Ὅστις δὲ ταῦτα ἀποβαλὼν <lb/>καὶ ἀποδοκιμάσας
                        πάντα, ἑτέρῃ ὁδῷ καὶ ἑτέρῳ σχήματι ἐπιχειρέει <lb/>ζητέειν, καὶ φήσει τι
                        εὑρηκέναι, ἐξηπάτηται καὶ ἐξαπατᾶται· <lb/>ἀδύνατον γάρ. Δι᾿ ἃς δὲ ἀνάγκας
                        ἀδύνατον, ἐγὼ πειρήσομαι ἐπιδεῖξαι, <lb/>λέγων καὶ δεικνὺς τὴν τέχνην ὅ τι
                        ἐστίν. Ἐκ δὲ τουτέου <lb/>καταφανὲς ἔσται ἀδύνατα ἐόντα ἄλλως πως τουτέων
                        εὑρίσκεθαι. <lb/>Μάλιστα δέ μοι δοκέει περὶ ταύτης δεῖν λέγοντα τῆς τέχνης
                        <lb/>γνωστὰ λέγειν τοῖσι δημότῃσιν. Οὐ γὰρ περὶ ἄλλου τινὸς οὔτε
                        <lb/>ζητέειν προσήκει οὔτε λέγειν ἢ περὶ τῶν παθημάτων ὧν αὐτοὶ οὗτοι
                        <lb/>νοσέουσί τε καὶ πονέουσιν· αὐτοὺς μὲν οὖν τὰ σφέων αὐτέων παθήματα <pb n="574"/> καταμαθεῖν, ὡς γίνεται καὶ παύεται, καὶ δι᾿ οἵας προφάσιας
                        αὔξεταί <lb/>τε καὶ φθίνει, δημότας ἐόντας, οὐ ῥηΐδιον· ὑπ᾿ ἄλλου δ᾿
                        εὑρημένα <lb/>καὶ λεγόμενα εὐπετές. Οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἢ ἀναμιμνήσκεται
                        <lb/>ἕκαστος ἀκούων τῶν ἑωυτῷ ξυμβαινόντων. Εἰ δέ τις τῶν ἰδιωτέων
                        <lb/>γνώμης ἀποτεύξεται, καὶ μὴ διαθήσει τοὺς ἀκούοντας οὕτως, <lb/>τοῦ
                        ἐόντος ἀποτεύξεται. Καὶ διὰ ταῦτα οὖν οὐδὲν δέεται <lb/>ὑποθέσιος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τὴν γὰρ ἀρχὴν οὔτ᾿ ἂν εὑρέθη ἡ τέχνη ἡ ἰητρικὴ, οὔτ᾿ ἂν <lb/>ἐζητήθη
                        (οὐδὲν γὰρ αὐτέης ἔδει), εἰ τοῑσι κάμνουσι τῶν ἀνθρώπων, <lb/>τὰ αὐτὰ
                        διαιτωμένοισί τε καὶ προσφερομένοισιν, ἅπερ <lb/>οἱ ὑγιαίνοντες ἐσθίουσί τε
                        καὶ πίνουσι καὶ τἄλλα διαιτέονται, <lb/>ξυνέφερε, καὶ εἰ μὴ ἦν ἕτερα τουτέων
                        βελτίω. Νῦν δ᾿ αὐτὴ <lb/>ἡ ἀνάγκη ἰητρικὴν ἐποίησε ζητηθῆναί τε καὶ
                        εὑρεθῆναι ἀνθρώποισιν· <lb/>ὅτι κάμνουσι ταὐτὰ προσφερομένοισιν, ἅπερ οἱ
                        ὑγιαίνοντες, <pb n="576"/> οὐ ξυνέφερεν, ὡς οὐδὲ νῦν ξυμφέρει. Ἔτι δ᾿ ἄνωθεν
                        ἔγωγε ἀξιῶ <lb/>οὐδ᾿ ἂν τῶν ὑγιαινόντων δίαιτάν τε καὶ τροφὴν, ᾗ νῦν
                        χρέονται, εὑρεθῆναι, <lb/>εἰ ἐξήρκεε τῷ ἀνθρώπῳ ταὐτὰ ἐσθίοντι καὶ πίνοντι
                        βοΐ τε καὶ <lb/>ἵππῳ καὶ πᾶσιν ἐκτὸς ἀνθρώπου, οἷον τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα,
                        καρπούς <lb/>τε καὶ ὕλην καὶ χόρτον· ἀπὸ τουτέων γὰρ καὶ αὔξονται καὶ
                        <lb/>ἄπονοι διάγουσιν, οὐδὲν προσδεόμενοι ἄλλης διαίτης. Καί τοι τὴν
                        <lb/>ἀρχὴν ἔγωγε ἀξιῶ καὶ τὸν ἄνθρωπον τοιαύτῃ τροφῇ κεχρῆσθαι. <lb/>Τὰ δέ
                        γε νῦν διαιτήματα εὑρημένα καὶ τετεχνημένα ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ γεγενῆσθαί
                        μοι δοκέει. Ὡς γὰρ ἔπασχον πολλά τε καὶ δεινὰ <lb/>ἀπὸ ἰσχυρῆς τε καὶ
                        θηριώδεος διαίτης, ὠμά τε καὶ ἄκρητα καὶ <lb/>μεγάλας δυνάμιας ἔχοντα
                        ἐσφερόμενοι, οἷά περ ἂν καὶ νῦν ὑπ᾿ <lb/>αὐτέων πάσχοιεν, πόνοισί τε
                        ἰσχυροῖσι καὶ νούσοισι περιπίπτοντες, <lb/>καὶ διὰ ταχέος θανάτοισιν. Ἧσσον
                        μὲν οὖν ταῦτα τότε εἰκὸς ἦν <lb/>πάσχειν διὰ τὴν συνήθειαν· ἰσχυρῶς δὲ καὶ
                        τότε· καὶ τοὺς μὲν πλείστους <lb/>τε καὶ ἀσθενεστέρην φύσιν ἔχοντας
                        ἀπόλλυσθαι εἰκὸς, τοὸς δὲ <lb/>τουτέων ὑπερέχοντας πλείω χρόνον ἀντέχειν·
                        ὥσπερ καὶ νῦν ἐκ τῶν <lb/>ἰσχυρῶν βρωμάτων· οἱ μὲν γὰρ ῥηϊδίως
                        ἀπαλλάσσονται, οἱ δὲ μετὰ <lb/>πολλῶν πόνων τε καὶ κακῶν. Διὰ δὴ ταύτην τὴν
                        χρείην καὶ οὗτοί <lb/>μοι δοκέουσι ζητῆσαι τροφὴν ἁρμόζουσαν τῇ φύσει, καὶ
                        εὑρεῖν ταύτην, <lb/>ᾗ νῦν χρεόμεθα· ἐκ μὲν οὖν τῶν πυρῶν, βρέξαντες καὶ
                        πτίσαντες <lb/>καὶ καταλέσαντες πάντα, καὶ διασήσαντες, καὶ φορύξαντες, καὶ
                        <lb/>ὀπτήσαντες, ἀπετέλεσαν ἄρτον· ἐκ δέ γε τῶν κριθέων μᾶζαν, ἄλλα <pb n="578"/> τε συχνὰ περὶ ταύτην πρηγματευσάμενοι, ἥψησάν τε καὶ ὤπτησαν,
                        <lb/>καὶ ἔμιξαν, καὶ ἐκέρασαν τὰ ἰσχυρά τε καὶ ἄκρητα τοῖσιν
                        <lb/>ἀσθενεστέροισι, πλάσσοντες πάντα πρὸς τὴν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν <lb/>τε
                        καὶ δύναμιν, ἡγεύμενοι, ὅτι ὅσα μὲν ἂν ἰσχυρότερα ᾖ, οὐ δυνήσεται
                        <lb/>κρατέειν ἡ φύσις, ἢν ἐσβάληται, ἀπὸ τουτέων δ᾿ αὐτέων <lb/>πόνους τε
                        καὶ νούσους καὶ θανάτους ἔσεσθαι· ὅσων δ᾿ ἂν δύνηται <lb/>ἐπικρατέειν, ἀπὸ
                        τουτέων τροφήν τε καὶ αὔξησιν καὶ ὑγιείην. Τῷ δ᾿ <lb/>εὑρήματι τούτῳ καὶ
                        ζητήματι τί ἄν τις οὔνομα δικαιότερον ἢ <lb/>προσῆκον μᾶλλον θείη ἢ
                        ἰητρικήν; ὅτι γε εὕρηται ἐπὶ τῇ τοῦ ἀνθρώπου <lb/>ὑγιείῃ τε καὶ τροφῇ καὶ
                        σωτηρίῃ, ἄλλαγμα κείνης τῆς <lb/>διαίτης, ἐξ ἧς οἱ πόνοι καὶ νοῦσοι καὶ
                        θάνατοι ἐγίνοντο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Εἰ δὲ μὴ τέχνη αὐτὴ νομίζεται εἶναι, οὐκ ἀπεικός· ἧς γὰρ <lb/>μηδείς ἐστιν
                        ἰδιώτης, ἀλλὰ πάντες ἐπιστήμονες διὰ τὴν χρῆσίν <lb/>τε καὶ ἀνάγκην, οὐ
                        προσήκει ταύτης οὐδένα τεχνίτην καλέεσθαι· ἐπεὶ <pb n="580"/> τό γε εὅρημα
                        καὶ μέγα καὶ πολλῆς τέχνης τε καὶ σκέψιος. <lb/>Ἔτι γοῦν καὶ νῦν οἱ τῶν
                        γυμνασίων τε καὶ ἀσκησίων ἐπιμελόμενοι <lb/>αἰεί τι προσεξευρίσκουσι, κατὰ
                        τὴν αὐτέην ὁδὸν ζητέοντες ὅ τι <lb/>ἔδων τε καὶ πίνων ἐπικρατήσει τε αὐτέων
                        μάλιστα, καὶ ἰσχυρότερος <lb/>αὐτὸς ἑωυτοῦ ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Σκεψώμεθα γοῦν καὶ τὴν ὁμολογουμένως ἰητρικὴν, τὴν ἀμφὶ τοὺς
                        <lb/>κάμνοντας εὑρημένην, ἣ καὶ οὔνομα καὶ τεχνίτας ἔχει, εἰ κρατέειν
                        <lb/>καὶ αὐτὴ τῶν αὐτέων ἐθέλει, καὶ ὁπόθεν ποτὲ ἦρκται. Ἐμοὶ μὲν γὰρ,
                        <lb/>ὅπερ ἐν ἀρχῇ εἶπον, οὐδ᾿ ἂν ζητῆσαι δοκέοι ἰητρικὴν οὐδεὶς, εἰ ταὐτὰ
                        <lb/>διαιτήματα τοῖσί τε κάμνουσι καὶ τοῖσιν ὑγιαίνουσιν ἥρμοζεν. Ἔτι
                        <lb/>γοῦν καὶ νῦν ὅσοι ἰητρικῇ μὴ χρέονται, οἵ τε βάρβαροι καὶ τῶν
                        <lb/>Ἑλλήνων ἔνιοι τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅν περ οἱ ὁγιαίνοντες, διαιτέονται
                        <lb/>πρὸς ἡδονὴν, καὶ οὔτ᾿ ἂν ἀπόσχοιντο οὐδενὸς ὧν ἐπιθυμέουσιν, <lb/>οὔθ᾿
                        ὑποστείλαιντο ἄν. Οἱ δὲ ζητήσαντές τε καὶ εὑρόντες ἰητρικὴν, <lb/>τὴν αὐτέην
                        κείνοισι διάνοιαν ἔχοντες περὶ ὧν μοι ὁ πρότερος λόγος <lb/>εἴρηται, πρῶτον
                        μὲν οἶμαι, ὑφεῖλον τοῦ πλήθεος τῶν σιτίων <lb/>αὐτέων τουτέων, καὶ ἀντὶ
                        πλεόνων ὀλίγα ἐποίησαν· ἐπεὶ <lb/>δ᾿ αὐτέοισι τοῦτό ἐστι μὲν ὅτε πρός τινος
                        τῶν καμνόντων ἤρκεσε, <pb n="582"/> καὶ φανερὸν ἐγένετο ὠφελῆσαν, οὐ μέντοι
                        πᾶσί γε· ἀλλ᾿ ἦσάν τινες <lb/>οὕτως ἔχοντες, ὡς μὴ ὀλίγων σιτίων δύνασθαι
                        ἐπικρατέειν· ἀσθενεστέρου <lb/>δὲ δή τινος οἱ τοιοίδε ἐδόκεον δέεσθαι, ερον
                        τὰ ῥοφήματα, <lb/>μίξαντες ὀλίγα τῶν ἰσχυρῶν πολλῷ τῷ ὕδατι, καὶ
                        ἀφαιρεόμενοι <lb/>τὸ ἰσχυρὸν τῇ κρήσει τε καὶ ἑψήσει. Ὁκόσοι δὲ μηδὲ τῶν
                        ῥοφημάτων <lb/>ἐδύναντο ὑποκρατέειν, ἀφεῖλον καὶ ταῦτα, καὶ ἀφίκοντο <lb/>ἐς
                        πόματα, καὶ ταῦτα τῇσί τε κρήσεσι καὶ τῷ πλήθεϊ διαφυλάσσοντες <lb/>ὡς
                        μετρίως ἔχῃ, μήτε πλείω τῶν δεόντων μήτε ἀκρητέστερα <lb/>προσφερόμενοι,
                        μηδ᾿ ἐνδεέστερα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Εὖ δὲ χρὴ τοῦτο εἰδέναι, ὅτι τισὶ τὰ ῥοφήματα ἐν τῇσι <lb/>νούσοισιν οὐ
                        ξυμφέρει, ἀλλ᾿ ἄντικρυς, ὅταν ταῦτα προσαίρωνται, <lb/>παροξύνονται σφίσιν
                        οἵ τε πορετοὶ καὶ τὰ ἀλγήματα· <lb/>καὶ δῆλον τὸ προσενεχθὲν τῇ μὲν νούσῳ
                        τροφή τε καὶ αὔξησις <lb/>γενόμενον, τῷ δὲ σώματι φθίσις τε καὶ ἀρρωστίη.
                        Ὁκόσοι δ᾿ ἀν <lb/>τῶν ἀνθρώπων ἐν ταύτῃ τῇ διαθέσει ἐόντες προσενέγκωνται
                        ξηρὸν <lb/>σιτίον, ἢ μᾶζαν, ἢ ἄρτον, καὶ πάνυ σμικρὸν, δεκαπλασίως ἀν
                        <lb/>μᾶλλον καὶ ἐπιφανέστερον κακωθεῖεν ἢ ῥοφέοντες, δι᾿ οὐδὲν ἄλλο ἢ διὰ
                            <pb n="584"/> τὴν ἰσχὺν τοῦ βρώματος πρὸς τὴν διάθεσιν· καὶ ὅτῳ ῥοφέειν
                        ξυμφέρει, <lb/>ἐσθίειν δ᾿ οὖ, εἰ πλείω φάγοι, πολὺ ἂν μᾶλλον κακωθείη ἢ
                        <lb/>ὀλίγα· καὶ εἰ ὀλίγα δὲ, πονήσειεν ἄν. Πάντα δὴ τὰ αἴτια τοῦ πόνου
                        <lb/>ἐς τὸ αὐτὸ ἀνάγεται, τὰ ἰσχυρότατα μάλιστά τε καὶ ἐπιφανέστατα
                        <lb/>λυμαίνεσθαι τὸν ἄνθρωπον, καὶ τὸν ὑγιέα ἐόντα, καὶ τὸν <lb/>νοσέοντα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Τί οὖν φαίνεται έτεροῖον διανοηθεὶς ὁ καλεύμενος ἰητρὸς καὶ
                        <lb/>ὁμολογημένως χειροτέχνης, ὃς ἐξεῦρε τὴν ἀμφὶ τοὺς κάμνοντας δίαιτάν
                        <lb/>τε καὶ τροφὴν, ἢ κεῖνος ὁ ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῖσι πᾶσιν ἀνθρώποισι <lb/>τροφὴν,
                        ᾗ νῦν χρεόμεθα, ἐξ ἐκείνης τῆς ἀγρίης καὶ θηριώδεος εὑρών <lb/>τε καὶ
                        παρασκευάσας διαίτης; ἐμοὶ μὲν γὰρ φαίνεται ὡυτὸς <lb/>τρόπος, καὶ ἕν τι καὶ
                        ὅμοιον τὸ εὕρημα. Ὁ μὲν, ὅσων μὴ ἠδύνατο ἡ <lb/>φύσις ἡ ἀνθρωπίνη
                        ἐπικρατέειν ὑγιαίνουσα ἐμπιπτόντων, διά <lb/>ἀγριότητά τε καὶ ἀκρησίην, ὁ
                        δὲ, ὅσων ἡ διάθεσις, ἐν οἵῃ ἂν ἑκάστοτε <lb/>ἕκαστος τύχῃ διακείμενος, μὴ ἦν
                        δυνατὸς ἐπικρατέειν, ταῦτα <lb/>ἐζήτησεν ἀφελεῖν. Τί δὴ τοῦτ᾿ ἐκείνου
                        διαφέρει ἀλλ᾿ ἢ πλέον τό γε <pb n="586"/> εἶδος, καὶ ὅτι ποικιλώτερον, καὶ
                        πλέονος πραγματείης, ἀρχὴ δὲ <lb/>κείνη ἡ πρότερον γενομένη; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Εἰ δέ τις σκέπτοιτο τὴν τῶν καμνόντων δίαιταν πρὸς τὴν τῶν
                        <lb/>ὑγιαινόντων, εὕροι ἂν οὐ βλαβερωτέρην ἤ περ τὴν τῶν ὑγιαινόντων
                        <lb/>πρὸς τὴν τῶν θηρίων τε καὶ πρὸς τὴν τῶν ἄλλων ζώων. <lb/>Ἀνὴρ γὰρ
                        κάμνων νουσήματι μήτε τῶν χαλεπῶν τε καὶ ἀφόρων, μήτ᾿ <lb/>αὖ τῶν παντάπασιν
                        εὐηθέων, ἀλλ᾿ ἢ αὐτέῳ ἐξαμαρτάνοντι μέλλει <lb/>ἐπίδηλον ἔσεσθαι, εἰ ἐθέλει
                        καταφαγεῖν ἄρτον, καὶ κρέας, ἢ ἄλλο <lb/>τι ὧν οἱ ὑγιαίνοντες ἐσθίοντες
                        ὠφελέονται, μὴ πολλὸν, ἀλλὰ <lb/>πολλῷ ἔλασσον, ἢ ὑγιαίνων ἂν ἠδύνατο· ἄλλος
                        τε τῶν ὑγιαινόντων <lb/>φύσιν ἔχων μήτε παντάπασιν ἀσθενέα, μήτ᾿ αὖ ἰσχυρὴν,
                        φαγών <lb/>τι ὧν βοῦς ἢ ἵππος φαγὼν ὠφελέοιτό τε καὶ ἰσχύοι, ὀρόβους, <lb/>ἢ
                        κριθὰς, ἢ ἄλλο τι τῶν τοιουτέων μὴ πολὺ, ἀλλὰ πολλῷ μεῖβον ἢ <lb/>δύναιτο·
                        οὐκ ἂν ἧσσον ὁ ὑγιαίνων τοῦτο ποιήσας πονήσειέ τε κα <pb n="588"/>
                        κινδυνεύσειε κείνου τοῦ νοσέοντος, ὃς τὸν ἄρτον ἢ τὴν μᾶζαν <lb/>ἀκαίρως
                        προσηνέγκατο. Ταῦτα δὴ πάντα τεκμήρια, ὅτι αὕτη ἡ <lb/>τέχνη πᾶσα ἡ ἰητρικὴ
                        τῇ αὐτέῃ ὁδῷ ζετεομένη εὑρίσκοιτο ἄν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Καὶ εἰ μὲν ἦν ἁπλῶς, ὥσπερ ὑφηγέεται, ὅσα μὲν ἦν ἰσχυρότερα <lb/>ἔβλαπτεν,
                        ὅσα δ᾿ ἦν ἀσθενέστερα ὠφέλεέ τε καὶ ἔτρεφε τὸν <lb/>κάμνοντα καὶ τὸν
                        ὑγιαίνοντα, εὐπετὲς ἂν ἦν τὸ πρῆγμα πολλὸν γὰρ <lb/>τοῦ ἀσφαλέος ἂν ἔδει
                        περιλαμβάνοντας ἄγειν ἐπὶ τὸ ἀσθενέστατον. <lb/>Νῦν δὲ οὐκ ἔλασσον ἁμάρτημα,
                        οὐδὲ ἧσσον λυμαίνεται τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἢν ἐλάσσονα καὶ ἐνδεέστερα τῶν
                        ἱκανῶν προσφέρηται· τὸ γὰρ τοῦ <lb/>λιμοῦ μέρος δύναται ἰσχυρῶς ἐν τῇ φύσει
                        τοῦ ἀνθρώπου καὶ γυιῶσαι <lb/>καὶ ἀσθενέα ποιῆσαι καὶ ἀποκτεῖναι. Πολλὰ δὲ
                        καὶ ἄλλα κακὰ, ἑτεροῖα <lb/>μὲν τῶν ἀπὸ πληρώσιος, οὐχ ἧσσον δὲ ἅμα δεινὰ
                        καὶ ἀπὸ κενώσιος· <lb/>δι᾿ ὧν πολλὸν ποικιλώτερά τε καὶ διὰ πλέονος ἀκριβίης
                        <lb/>ἐστί. Δεῖ γὰρ μέτρου τινὸς στοχάσασθαι· μέτρον δὲ, οὐδὲ σταθμὸν,
                        <lb/>οὐδὲ ἀριθμὸν οὐδένα ἄλλον, πρὸς ὃ ἀναφέρων εἴσῃ τὸ ἀκριβὲς, οὐκ <pb n="590"/> ἂν εὑροίης ἄλλ᾿ ἢ τοῦ σώματος τὴν αἴσθησιν· διὸ ἔργον οὕτω
                        καταμαθεῖν <lb/>ἀκριβέως, ὥστε σμικρὰ ἁμαρτάνειν ἔνθα ἢ ἔνθα· κἂν ἐγὼ τοῦτον
                        <lb/>τὸν ἰητρὸν ἰσχυρῶς ἐπαινέοιμι τὸν σμικρὰ ἁμαρτάνοντα. Τὸ δ᾿
                        <lb/>ἀκριβὲς ὀλιγάκις ἐστὶ κατιδεῖν· ἐπεὶ οἱ πολλοί γε τῶν ἰητρῶν τἀυτά
                        <lb/>μοι δοκέουσι τοῖσι κακοῖσι κυβερνήτῃσι πάσχειν· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι
                        <lb/>ὅταν ἐν γαλήνῃ κυβερνῶντες ἁμαρτάνωσιν, οὐ καταφανέες εἰσίν· ὅταν
                        <lb/>δὲ αὐτοὺς κατάσχῃ χειμών τε μέγας καὶ ἄνεμος ἐξώστης, φανερῶς <lb/>ἤδη
                        πᾶσιν ἀνθρώποισι δι᾿ ἀγνωσίην καὶ ἁμαρτίην δῆλοί εἰσιν ἀπολέσαντες <lb/>τὴν
                        ναῦν. Οὕτω δὴ καὶ οἱ κακοί τε καὶ πλεῖστοι ἰητροὶ, <lb/>ὅταν μὲν θεραπεύωσιν
                        ἀνθρώπους μηδὲν δεινὸν ἔχοντας, ἐς οὓς <lb/>ἄν τις καὶ τὰ μέγιστα ἁμαρτάνων
                        οὐδὲν δεινὸν ἐργάσαιτο, πυλλὰ δὲ <lb/>τὰ τοιαῦτα νουσήματα καὶ πολὺ πλέον
                        τῶν δεινῶν ἀνθρώποισι <lb/>ξυμβαίνει, ἐν μὲν δὴ τοῖσι τοιούτοισιν
                        ἁμαρτάνοντες οὐ καταφανέες <lb/>εἰσὶ τοῖσιν ἰδιώτῃσιν. Ὁκόταν δ᾿ ἐντύχωσι
                        μεγάλῳ τε καὶ ἰσχυρῷ <lb/>καὶ ἐπισφαλεῖ νουσήματι, τότε σφέων τὰ ἁμαρτήματα
                        καὶ ἡ ἀτεχνίη <lb/>πᾶσι καταφανής ἐστιν· οὐ γὰρ ἐς μακρὸν αὐτέων ἑκατέρου
                        <lb/>αἱ τιμωρίαι, ἀλλὰ διὰ ταχέος πάρεισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὅτι δὲ οὐδὲν ἐλάσσους ἀπὸ κενώσιος ἀκαίρου κακοπάθειαι <lb/>γίνονται τῷ
                        ἀνθρώπῳ ἢ καὶ ἀπὸ πληρώσιος, καταμανθάνειν καλῶς <lb/>ἔχει ἐπαναφέροντας ἐπὶ
                        τοὺς ὑγιαίνοντας. Ἔστι γὰρ οἷσιν αὐτέων <lb/>ξυμφέρει μονοσιτέειν, καὶ τοῦτο
                        διὰ τὸ ξυμφέρον οὕτως αὐτοὶ συνετάξαντο· <lb/>ἄλλοισι δὲ ἀριστῇν, διὰ τὴν
                        αὐτὴν ἀνάγκην· οὕτω γὰρ <pb n="592"/> αὐτέοισι ξυμφέρει, καὶ μὴ τούτοισιν,
                        οἳ δι᾿ ἡδονὴν ἢ δι᾿ ἄλλην τινὰ <lb/>ξυγκυρίην ἐπετήδευσαν ὁπότερον αὐτέων·
                        τοῖσι μὲν γὰρ πλείστοισι <lb/>τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν διαφέρει πότερον ἂν
                        ἐπιτηδεύσωσιν, εἴτε μονοσιτέειν, <lb/>εἴτε ἀριστῇν, τουτέῳ τῷ ἔθεϊ χρέεσθαι.
                        Εἰσὶ δέ τινες οἳ οὐκ <lb/>ἂν δύναιντο, ἔξω τοῦ ξυμφέροντος ποιέοντες,
                        ῥηϊδίως ἀπαλλάσσειν, <lb/>ἀλλὰ ξυμβαίνει αὐτέων ἑκατέροισι παρ᾿ ἡμέρην μίην,
                        καὶ ταύτην <lb/>οὐχ ὅλην μεταβάλλουσιν, ὑπερφυὴς κακοπαθείη. Οἱ μὲν γὰρ
                        <lb/>ἢν ἀριστήσωσι μὴ ξυμφέροντος αὐτέοισιν, εὐθὺς βαρέες καὶ νωθροὶ <lb/>τὸ
                        σῶμα καὶ τὴν γνώμην, χάσμης τε καὶ νυσταγμοῦ καὶ δίψης <lb/>πλήρεες· ἢν δὲ
                        ἐπιδειπνήσωσι, καὶ φῦσα καὶ στρόφος καὶ ἡ κοιλίη <lb/>καταρρήγνυται· καὶ
                        πολλοῖσιν ἀρχὴ νούσου αὕτη μεγάλης ἐγένετο, <lb/>ἢν τὰ αὐτὰ σιτία, ἃ
                        μεμαθήκεσαν ἅπαξ ἀναλίσκειν, δὶς <lb/>προσενέγκηται, καὶ μηδὲν ἔτι πλέον.
                        Τοῦτο δὲ, ἢν ἀριστῇν μεμαθηκώς <lb/>τις, καὶ οὕτως αὐτέῳ ξυμφέρον, μὴ
                        ἀριστήσῃ, ὅταν τάχιστα <lb/>παρέλθῃ ἡ ὥρη, εὐθὺς ἀδυναμίη δεινὴ, τρόμος,
                        ἀψυχίη· ἐπὶ <lb/>τούτοισιν ὀφθαλμοὶ χλωρότεροι, οὖρον παχὺ καὶ θερμὸν, στόμα
                        πικρὸν, <lb/>καὶ τὰ σπλάγχνα οἱ δοκέει κρεμᾶσθαι, σκοτοδινίη, δυσθυμίη,
                        <lb/>δυσεργίη· ταῦτα δὲ πάντα, καὶ ὅταν δειπνέειν ἐπιχειρήσῃ, ἀηδέστερος <pb n="594"/> μὲν ὁ σῖτος, ἀναλίσκειν δὲ οὐ δύναται ὅσα ἀριστιζόμενος
                        <lb/>πρότερον ἐδείπνει· ταῦτα δὲ αὐτὰ μετὰ στρόφου τε καὶ ψόφου
                        <lb/>καταβαίνοντα ξυγκαίει τὴν κοιλίην, δυσκοιτέουσί τε καὶ ἐνυπνιάζονται
                        <lb/>τεταραγμένα καὶ θορυβώδεα· πολλοῖσι δὲ καὶ τουτέων <lb/>αὕτη ἀρχὴ
                        νούσου ἐγένετο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Σκέψασθαι δὲ χρὴ διὰ τίνας προφάσιας αὐτέοισι· ταῦτα ξυνέβη· <lb/>τῷ μὲν,
                        οἶμαι, μεμαθηκότι μονοσιτέειν, ὅτι οὐκ ἀνέμεινε τὸν <lb/>χρόνον τὸν ἱκανὸν
                        μέχρις αὐτέου ἡ κοιλίη τῶν τῇ προτεραίῃ <lb/>προσενηνεγμένων σιτίων ἀπολαύσῃ
                        τελέως, καὶ ἐπικρατήσῃ, καὶ <lb/>λαπαχθῇ τε καὶ ἡσυχάσῃ, ἀλλ᾿ ἐπιζέουσάν τε
                        καὶ ἐζυμωμένην καινὰ <lb/>ἐπεσηνέγκατο· αἱ δὲ τοιαῦται κοιλίαι πολλῷ τε
                        βραδύτερον πέσσουσι, <lb/>καὶ πλέονος δέονται ἀναπαύσιός τε καὶ ἡσυχίης. Ὁ
                        δὲ μεμαθηκὼς <lb/>ἀριστίζεσθαι, ὅτι οὐκ, ἐπειδὴ τάχιστα ἐδεήθη τροφῆς τὸ
                        σῶμα, καὶ <lb/>τὰ πρότερα κατανάλωτο, καὶ οὐκ εἶχεν οδὐεμίην ἀπόλαυσιν,
                        εὐθέως <lb/>αὐτέῳ παρεγένετο καινὴ τροφὴ, φθίνει δὴ καὶ ξυντήκεται ὑπὸ
                        λιμοῦ. <lb/>Πάντα γὰρ, ἃ λέγω πάσχειν τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον, λιμῷ ἀνατίθημι.
                        <lb/>Φημὶ δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἅπαντας, οἵ τινες ἂν ὁγιαίνοντες
                        <lb/>ἄσιτοι δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας γένωνται, ταῦτα πείσεσθαι οἷα περὶ τῶν
                        <lb/>ἀναρίστων γενομένων εἴρηκα. </p></div><pb n="596"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Τὰς δὲ τοιαύτας φύσιας ἔγωγέ φημι, τὰς ταχέως τε καὶ <lb/>ἰσχυρῶς τῶν
                        ἁμαρτημάτων ἀπολαυούσας, ἀσθενεστέρας εἶναι τῶν <lb/>ἑτέρων· ἐγγύτατα δὲ τοῦ
                        ἀσθενέοντός ἐστιν ὁ ἀσθενής· ἔστι δὲ <lb/>ἀσθενέστερος ὁ ἀσθενέων, καὶ
                        μᾶλλον αὐτέῳ προσήκει ὅ τι ἂν <lb/>τοῦ καιροῦ ἀποτυγχάνῃ, πονέειν. Χαλεπὸν,
                        μὴ τοιαύτης ἀκριβίης <lb/>ἐούσης περὶ τὴν τέχνην, τυγχάνειν αἰεὶ τοῦ
                        ἀτρεκεστάτου· πολλὰ <lb/>δὲ εἴδεα κατ᾿ ἰητρικὴν ἐς τοσαύτην ἀκριβίην ἥκει,
                        περὶ ὧν <lb/>εἰρήσεται. Οὐ φημὶ δὴ διὰ τοῦτο δεῖν τὴν τέχνην ὡς οὐκ ἐοῦσαν
                        <lb/>οὐδὲ καλῶς ζητεομένην τὴν ἀρχαίην ἀποβαλέσθαι, εἰ μὴ ἔχει <lb/>περὶ
                        πάντα ἀκριβίην, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον, διὰ τὸ ἐγγὺς, οἶμαι, <lb/>τοῦ ἀτρεκεστάτου
                        ὁμοῦ δύνασθαι ἥκειν λογισμῷ, προσίεσθαι, καὶ <pb n="598"/> ἐκ πολλῆς
                        ἀγνωσίης θαυμάζειν τὰ ἐξευρημένα, ὡς καλῶς καὶ ὀρθῶς <lb/>ἐξεύρηται, καὶ οὐκ
                        ἀπὸ τύχης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἐπὶ δὲ τῶν τὸν καινὸν τρόπον τὴν τέχνην ἐξ ὁποθέσιος ζητεόντων <lb/>λόγου
                        ἐπανελθεῖν βούλομαι. Εἰ γάρ ἐστι θερμὸν, ἢ ψυχρὸν, <lb/>ἢ ξηρὸν, ἢ ὁργὸν τὸ
                        λυμαινόμενον τὸν ἄνθρωπον, καὶ δεῖ τὸν ὀρθῶς <lb/>ἰητρεύοντα βοηθέειν τῷ μὲν
                        θερμῷ ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, τῷ δὲ ψυχρῷ ἐπὶ <lb/>τὸ θερμὸν, τῷ δὲ ξηρῷ ἐπὶ τὸ
                        ὁγρὸν, τῷ δ᾿ ὑγρῷ ἐπὶ τὸ ξηρόν· ἔστω <lb/>μοι ἄνθρωπος μὴ τῶν ἰσχυρῶν φύσει,
                        ἀλλὰ τῶν ἀσθενεστέρων· οὗτος <lb/>δὲ πυροὺς ἐσθιέτω οὓς ἂν ἀπὸ τῆς ἅλω
                        ἀνέλῃ, ὠμοὺς καὶ <lb/>ἀργοὺς, καὶ κρέα ὠμὰ, καὶ πινέτω ὕδωρ. Ταύτῃ χρεόμενος
                        τῇ <lb/>διαίτῃ, εὖ οἶδ᾿ ὅτι πείσεται πολλὰ καὶ δεινά· καὶ γὰρ πόνους
                        πονήσει, <lb/>καὶ τὸ σῶμα ἀσθενὲς ἔσται, καὶ ἡ κοιλίη φθαρήσεται, καὶ ζῇν
                        <lb/>πουλὺν χρόνον οὐ δυνήσεται. Τί δεῖ τοιγαροῦν βοήθημα παρασκευάσασθαι
                        <lb/>ὧδ᾿ ἔχοντι; θερμὸν, ἢ ψυχρὸν, ἢ ξηρὸν, ἢ ὑγρόν; δῆλον <lb/>γὰρ ὅτι
                        τουτέων τι. Εἰ γὰρ τὸ λυμαινόμενόν ἐστι τουτέων τὸ <lb/>ἕτερον, τῷ ὑπεναντίῳ
                        προσήκει λῦσαι, ὡς ὁ ἐκείνων λόγος ἔχει. Τὸ <lb/>μὲν γὰρ βεβαιότατόν τε καὶ
                        προφανέστατον φάρμακον ἀφελόντα τὰ <lb/>διαιτήματα οἷσιν ἐχρῶτο· ἀντὶ μὲν
                        τῶν πυρῶν ἄρτον διδόναι, ἀντὶ <lb/>δὲ τῶν ὠμῶν κρεῶν ἑφθὰ, πιεῖν τε ἐπὶ
                        τούτοισιν οἴνου, ταῦτα μεταβάλλοντα <lb/>οὐχ οἷόν τε μὴ ὁγιέα γενέσθαι, ἤν
                        γε μὴ παντάπασιν <lb/>ᾖ διεφθαρμένος ὑπὸ χρόνου τε καὶ τῆς διαίτης. Τί δὴ
                        φήσομεν; <lb/>πότερον αὐτέῳ ὁπὸ ψυχροῦ κακοπαθέοντι θερμὰ ταῦτα
                        προσενέγκαντες <pb n="600"/> ὠφέλησαν, ἢ τἀναντία; οἶμαι γὰρ ἔγωγε πολλὴν
                        ἀπορίην <lb/>ἐρωτηθέντι παρασχεῖν· ὁ γὰρ τὸν ἄρτον σκευάζων τῶν πυρῶν τὸ
                        <lb/>θερμὸν, ἢ τὸ ψυχρὸν, ἢ τὸ ξηρὸν, ἢ τὸ ὑγρὸν ἀφείλατο; οὗτος γὰρ
                        <lb/>καὶ πυρὶ καὶ ὕδατι δίδοται, καὶ πολλοῖσιν εἴργασται, ὧν ἕκαστον
                        <lb/>ἰδίην δύναμιν καὶ φύσιν ἔχει, καὶ τὰ μὲν τῶν ὑπαρχόντων ἀποβέβληκεν,
                        <lb/>ἄλλοισι δὲ κέκρηται καὶ μέμικται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Οἶδα μὲν γὰρ καὶ τάδε δήπου, ὅτι διαφέρει ἐς τὸ σῶμα τοῦ <lb/>ἀνθρώπου
                        καθαρὸς ἄρτος ἢ ξυγκομιστὸς, ἢ ἀπτίστων πυρῶν ἢ ἐπτισμένων, <lb/>ἢ πολλῷ
                        ὕδατι πεφυρημένος, ἢ ὀλίγῳ, ἰσχυρῶς πεφυρημένος <lb/>ἢ ἀφύρητος, ἢ ἔξοπτος,
                        ἢ ἔνωμος, ἄλλα τε πρὸς τουτέοισι <lb/>μυρία· ὡς δ᾿ αὔτως καὶ περὶ μάζης· καὶ
                        αἱ δυνάμιες μεγάλαι τε <lb/>ἑκάστου, καὶ οὐδὲν ἡ ἑτέρη τῇ ἑτέρῃ ἐοικυῖα.
                        Ὅστις δὲ ταῦτα <lb/>οὐκ ἐπέσκεπται, ἢ σκεπτόμενος οὐκ οἶδε, πῶς ἄν τι οὗτος
                        δύναιτο <lb/>τῶν κατὰ τὸν ἄνθρωπον παθημάτων εἰδέναι; ὑπὸ γὰρ ἑνὸς ἑκάστου
                        <lb/>τουτέων πάσχει τε καὶ ἑτεροιοῦται ὁ ἄνθρωπος ἢ τοῖον ἢ <lb/>τοῖον· καὶ
                        διὰ τουτέων πᾶς ὁ βίος καὶ ὑγιαίνοντι, καὶ ἐκ νούσου <lb/>ἀνατρεφομένῳ, καὶ
                        κάμνοντι. Οὐκ ἂν οὖν ἕτερα τουτέων χρησιμώτερα, <lb/>οὐδ᾿ ἀναγκαιότερα ἔῃ
                        εἰδέναι δήπου. Ὥστε καλῶς καὶ <lb/>λογισμῷ προσήκοντι ζητήσαντες πρὸς τὴν
                        τοῦ ἀνθρώπου φύσιν εὗρον <lb/>αὐτὰ οἱ πρῶτοι εὑρόντες, καὶ ᾠήθησαν ἀξίην τὴν
                        τέχνην θεῷ <pb n="602"/> προσθεῖναι, ὡς καὶ νομίζεται. Οὐ γὰρ τὸ ξηρὸν, οὐδὲ
                        τὸ ὑγρὸν, οὐδὲ <lb/>τὸ θερμὸν, οὐδὲ τὸ ψυχρὸν, οὐδ᾿ ἄλλο τουτέων οὐδὲν
                        ἡγησάμενοι <lb/>οὔτε λυμαίνεσθαι οὔτε προσδέεσθαι οὐδενὸς τουτέων τὸν
                        ἄνθρωπον, <lb/>ἀλλὰ τὸ ἰσχυρὸν ἑκάστου καὶ τὸ κρέσσον τῆς φύσιος τῆς
                        ἀνθρωπίνης· <lb/>οὗ μὴ ἠδύνατο κρατέειν, τοῦτο βλάπτειν ἡγήσαντο, καὶ τοῦτο
                        <lb/>ἐζήτησαν ἀφελέειν. Ἰσχυρότατον δέ ἐστι τοῦ μὲν γλυκέος τὸ γλυκύτατον,
                        <lb/>τοῦ δὲ πικροῦ τὸ πικρότατον, τοῦ δὲ ὀξέος τὸ ὀξύτατον, <lb/>ἑκάστου δὲ
                        πάντων τῶν ἐόντων ἡ ἀκμή· ταῦτα γὰρ ἑώρων καὶ τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ ἐνεόντα καὶ
                        λυμαινόμενα τὸν ἄνθρωπον. Ἔνι γὰρ ἀνθρώπῳ <lb/>καὶ πικρὸν καὶ ἁλμυρὸν, καὶ
                        γλυκὺ καὶ ὀξὺ, καὶ στρυφνὸν καὶ πλαδαρὸν, <lb/>καὶ ἄλλα μυρία, παντοίας
                        δυνάμιας ἔχοντα, πλῆθός τε καὶ ἰσχύν. <lb/>Ταῦτα μὲν μεμιγμένα καὶ κεκρημένα
                        ἀλλήλοισιν οὔτε φανερά ἐστιν, <lb/>οὔτε λυπέει τὸν ἄνθρωπον· ὅταν δέ τι
                        τουτέων ἀποκριθῇ, καὶ αὐτὸ <lb/>ἐφ᾿ ἑωυτοῦ γένηται, τότε καὶ φανερόν ἐστι
                        καὶ λυπέει τὸν ἄνθρωπον. <lb/>Τοῦτο δὲ, τῶν βρωμάτων ὅσα ἡμῖν ἀνεπιτήδειά
                        ἐστι καὶ λυμαίνεται <lb/>τὸν ἄνθρωπον ἐμπεσόντα, τουτέων ἕκαστον ἢ πικρόν τι
                        καὶ ἄκρητόν <lb/>ἔστιν, ἢ ἁλμυρὸν ἢ ὀξὺ, ἢ ἄλλο τι ἄκρητόν τε καὶ ἰσχυρὸν,
                        <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ταρασσόμεθα ὑπ᾿ αὐτέων, ὥσπερ καὶ ὑπὸ τῶν ἐν <pb n="604"/> τῷ σώματι ἀποκρινομένων. Πάντα δὲ ὅσα ἄνθρωπος ἐσθίει ἢ πίνει, <lb/>τὰ
                        τοιαῦτα βρώματα ἥκιστα τουτέου χυμοῦ ἀκρήτου τε καὶ διαφέροντος <lb/>δῆλα
                        ἔσται μετέχοντα, οἷον ἄρτος τε καὶ μᾶζα καὶ τὰ <lb/>ἑπόμενα τουτέοισιν οἷσιν
                        εἴθισται ὥνθρωπος πλείστοισί τε καὶ <lb/>αἰεὶ χρέεσθαι, ἔξω τῶν πρὸς ἡδονήν
                        τε καὶ κόρον ἠρτυμένων τε καὶ <lb/>ἐσκευασμένων· καὶ ἀπὸ τουτέων πλείστων
                        ἐσιόντων ἐς τὸν ἄνθρωπον <lb/>ταραχή τε καὶ ἀπόκρισις τῶν ἀμφὶ τὸ σῶμα
                        δυναμίων ἥκιστα <lb/>γίνεται, ἰσχὺς δὲ, καὶ αὔξησις, καὶ τροφὴ μάλιστα, δι᾿
                        οὐδὲν ἕτερον <lb/>γίνεται, ἢ ὅτι εὖ τε ξυγκέκρηται, καὶ οὐδὲν ἔχει ἄκρητον,
                        <lb/>οὐδὲ ἰσχυρὸν, ἀλλ᾿ ὅλον ἕν τε γέγονε καὶ ἁπλόον καὶ μὴ <lb/>ἰσχυρόν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἀπορέω δ᾿ ἔγωγε, οἱ τὸν λόγον ἐκεῖνον λέγοντες, καὶ ἀπάγοντες <lb/>ἐκ
                        ταύτης τῆς ὁδοῦ ἐπὶ ὑπόθεσιν τὴν τέχνην, τίνα ποτὲ τρόπον <lb/>θεραπεύσουσι
                        τοὺς ἀνθρώπους, ὥσπερ ὑποτίθενται. Οὐ γάρ ἐστιν <lb/>αὐτέοισιν, ὡς ἐγὼ
                        οἶμαι, ἐξευρημένον αὐτό τι ἐφ᾿ ἑωυτοῦ θερμὸν, <lb/>ἢ ψυχρὸν, ἢ ξηρὸν, ἢ
                        ὑγρὸν, μηδενὶ ἄλλῳ εἴδεϊ κοινωνέον, <lb/>ἀλλ᾿ οἶμαι ἔγωγε ταῦτα πόματα καὶ
                        βρώματα αὐτέοισιν ὑπάρχειν <lb/>οἷσι πάντες χρεόμεθα. Προστιθέασι δὲ τῷ μὲν
                        εἶναι θερμῷ, <pb n="606"/> τῷ δὲ ψυχρῷ, τῷ δὲ ξηρῷ, τῷ δὲ ὑγρῷ. Ἐπεὶ ἐκεῖνό
                        γε ἄπορον προστάξαι <lb/>τῷ κάμνοντι, θερμόν τι προσενέγκασθαι· εὐθὺς γὰρ
                        ἐρωτήσει, <lb/>τί ἐστιν; ὥστε ληρέειν ἀνάγκη, ἢ ἐς τουτέων τι τῶν
                        γινωσκομένων <lb/>καταφεύγειν. Εἰ δὲ δὴ τυγχάνει τὸ μὲν θερμὸν ἐὸν στριφνὸν,
                        <lb/>ἄλλο δὲ θερμὸν ἐὸν πλαδαρὸν, ἄλλο δὲ θερμὸν, ἄραδον ἔχον <lb/>(ἔστι γὰρ
                        καὶ ἄλλα πολλὰ θερμὰ καὶ ἄλλας πολλὰς δυνάμιας ὁπεναντίας <lb/>ἑωυτοῖσιν
                        ἔχοντα), δεήσει δέ τι αὐτέων προσενεγκεῖν, <lb/>ἢ τὸ θερμὸν καὶ στριφνὸν, ἢ
                        τὸ θερμὸν καὶ πλαδαρὸν, ἢ ἅμα <lb/>τὸ ψυχρὸν καὶ στριφνὸν (ἔστι γὰρ καὶ
                        τοῦτο), καὶ τὸ ψυχρόν <lb/>τε καὶ πλαδαρόν· ὡς μὲν γὰρ ἔγωγε οἶδα, πᾶν
                        τοὐναντίον <lb/>ἀφ᾿ ἑκατέρου αὐτέων ἀποβαίνει, καὶ οὐ μόνον ἐν ἀνθρώπῳ, ἀλλὰ
                        <lb/>καὶ ἐν σκύτεϊ καὶ ἐν ξύλῳ καὶ ἐν ἄλλοισι πολλοῖσιν ἅ ἐστιν ἀνθρώπου
                        <lb/>ἀναισθητότερα· οὐ γὰρ τὸ θερμόν ἐστι τὸ τὴν μεγάλην δύναμιν <lb/>ἔχον,
                        ἀλλὰ τὸ στρυφνὸν καὶ τὸ πλαδαρὸν, καὶ τἆλλα ὅσα μοι <lb/>εἴρηται, καὶ ἐν τῷ
                        ἀνθρώπῳ, καὶ ἕξω τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐσθιόμενα <lb/>καὶ πινόμενα καὶ ἔξωθεν
                        ἐπιχριόμενά τε καί πως πλασσόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ψυχρότητα δ᾿ ἔγωγε καὶ θερμότητα πασέων ἥκιστα <lb/>τῶν δυναμίων νομίζω
                        δυναστεύειν ἐν τῷ σώματι διὰ τάσδε τὰς προφάσιας· <lb/>ὃν μὲν ἂν δήπου
                        χρόνον μεμιγμένα αὐτὰ αὐτέοισιν, ἅμα <lb/>τὸ ψυχρόν τε καὶ θερμὸν ἔῃ, οὐ
                        λυπέει· κρῆσις γὰρ καὶ μετριότης <pb n="608"/> τῷ μὲν ψυχρῷ γίνεται ἀπὸ τοῦ
                        θερμοῦ, τῷ δὲ θερμῷ ἀπὸ <lb/>τοῦ ψυχροῦ· ὅταν δὲ ἀποκριθείη χωρὶς ἑκάτερον,
                        τότε λυπέει· <lb/>ἐν δὲ δὴ τουτέῳ τῷ καιρῷ, ὅταν τὸ ψυχρὸν ἐπιγένηται
                        <lb/>καί τι λυπήσῃ τὸν ἄνθρωπον, διὰ ταχέος πρῶτον δι᾿ αὐτὸ <lb/>τοῦτο
                        πάρεστι τὸ θερμὸν αὐτόθεν ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, οὐδεμιῆς <lb/>βοηθείης οὐδὲ
                        παρασκευῆς δεόμενον· καὶ ταῦτα καὶ ἐν ὑγιαίνουσι <lb/>τοῖσιν ἀνθρώποισιν
                        ἀπεργάζεται, καὶ ἐν κάμνουσιν. Τοῦτο μὲν, εἴτις <lb/>θέλει ὑγιαίνων χειμῶνος
                        διαψῦξαι τὸ σῶμα, ἢ λουσάμενος ψυχρῷ, <lb/>ἢ ἄλλῳ τῳ τρόπῳ, ὅσῳ ἂν αὐτὸ
                        ἐπιπλέον ποιήσῃ, καὶ ἤν γε <lb/>μὴ παντάπασι παγῇ τὸ σῶμα, ὅταν εἵματα λάβῃ
                        καὶ ἔλθῃ ἐς τὴν <lb/>σκέπην, μᾶλλον καὶ ἐπὶ πλέον θερμαίνεται τὸ σῶμα. Τοῦτο
                        δὲ, εἰ <lb/>θέλοι ἐκθερμανθῆναι στερεῶς ἢ λουτρῷ θερμῷ, ἢ πολλῷ πυρὶ, ἐκ
                        <lb/>δὲ τουτέου τὸ ωὐτὸ εἷμα ἔχων ἐν τῷ αὐτέῳ χωρίῳ τὴν διατριβὴν
                        <lb/>ποιέεσθαι, ὥσπερ διεψυγμένος, πολὺ φανεῖται καὶ ψυχρότερος καὶ
                        <lb/>ἄλλως φρικαλεώτερος. Εἰ ῥιπιζόμενός τις ὑπὸ πνίγεος καὶ
                        παρασκευαζόμενος <pb n="610"/> αὐτὸς ἑωυτῷ ψύχος ἐκ τοιούτου ἂν τρόπου,
                        διαπαύσαιτο <lb/>τοῦτο ποιέων, δεκαπλάσιον ἔσται τὸ καῦμα καὶ τὸ πνῖγος
                        <lb/>ἢ τῷ μηδὲν τουτέων ποιέοντι. Τὰ δὲ δὴ καὶ πουλὺ μείζω, ὅσοι <lb/>ἂν διὰ
                        χιόνος ἢ ἄλλης ψύξιος βαδίσαντες ῥιγώσωσι διαφερόντως <lb/>πόδας, ἢ χεῖρας,
                        ἢ κεφαλὴν, οἷα πάσχουσιν ἐς τὴν νύκτα, ὅταν <lb/>περισταλέωσί τε καὶ ἐν ἀλέῃ
                        γένωνται, ὑπὸ καύματος καὶ κνησμοῦ· <lb/>καὶ ἔστιν οἷσι φλυκταῖναι
                        ἀνίστανται ὡς ἀπὸ πυρὸς κατακεκαυμένοισι· <lb/>καὶ οὐ πρότερον τοῦτο
                        πάσχουσιν πρὶν ἢ θερμανθῶσιν. Οὕτως <lb/>ἑτοίμως ἑκάτερον αὐτέων ἐπὶ θάτερα
                        παραγίνεται. Μυρία δ᾿ ἂν <lb/>καὶ ἔτερα ἔχοιμι εἰπεῖν. Τὰ δὲ κατὰ τοὺς
                        νοσέοντας, οὐχ οἷσιν ἂν <lb/>ῥῖγος γένηται, τουτέοισιν ὀξύτατος ὁ πυρετὸς
                        ἐκλάμπει; καὶ οὐχ <lb/>οὕτως ἰσχυρῶς, ἀλλὰ καὶ παυόμενος, δι᾿ ὀλίγου, καὶ
                        ἄλλως τὰ <lb/>πολλὰ ἀσινής· καὶ ὅσον ἂν χρόνον παρέῃ, διάθερμος, καὶ διεξιὼν
                        <lb/>διὰ παντὸς, τελευτᾷ ἐς τοὺς πόδας μάλιστα, οὗπερ τὸ ῥῖγος καὶ <pb n="612"/> ἡ ψύξις νεηνικωτάτη καὶ ἐπὶ πλέον ἐχρόνισεν· πάλιν δὲ ὅταν
                        <lb/>ἱδρώσῃ καὶ ἀπαλλαγῇ ὁ πυρετὸς, πολὺ μᾶλλον ἔψυξεν ἢ εἰ <lb/>μὴ ἔλαβε
                        τὴν ἀρχήν. ᾯ οὖν διαταχέος οὕτω παραγίνεται τὸ ἐναντιώτατόν <lb/>τε καὶ
                        ἀφελόμενον τὴν δύναμιν ἀπὸ ταυτομάτου, τί ἂν ἀπὸ <lb/>τουτέου μέγα ἢ δεινὸν
                        γένοιτο; ἢ τίνος δεῖ πολλῆς ἐπὶ τουτέῳ <lb/>βοηθείης; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Εἴποι ἄν τις, ἀλλ᾿ οἱ πυρεταίνοντες τοῖσι καύσοισί <lb/>τε καὶ
                        περιπλευμονίῃσι καὶ ἄλλοισιν ἰσχυροῖσι νουσήμασιν οὐ <lb/>ταχέως ἐκ τῆς
                        θερμῆς ἀπαλλάσσονται, οὐδὲ πάρεστιν ἐνταῦθα ἔτι <lb/>τὸ θερμὸν ἢ τὸ ψυχρόν.
                        Ἐγὼ δὲ τοῦτό μοι μέγιστον τεκμήριον ἡγεῦμαι <lb/>εἶναι, ὅτι οὐ διὰ τὸ θερμὸν
                        ἁπλῶς πυρεταίνουσιν οἱ ἄνθρωποι, <lb/>οὐδὲ τοῦτο εἴη τὸ αἴτιον τῆς κακώσιος
                        μοῦνον, ἀλλ᾿ ἔστι καὶ πικρὸν <lb/>καὶ θερμὸν τὸ αὐτὸ, καὶ θερμὸν καὶ ὀξὺ,
                        καὶ ἁλμυρὸν καὶ θερμὸν, <lb/>καὶ ἄλλα μυρία, καὶ πάλιν γε ψυχρὸν μετὰ
                        δυνάμιων ἑτέρων. <lb/>Τὰ μὲν οὖν λυμαινόμενα ταῦτά ἐστι· ξυμπάρεστι δὲ καὶ
                        τὸ θερμὸν, <lb/>ῥώμης μετέχον, ὡς ἂν τὸ ἡγεύμενον καὶ παροξυνόμενον καὶ
                        <lb/>αὐξανόμενον ἅμα κείνῳ, δύναμιν δὲ οὐδεμίην πλείω τῆς προσηκούσης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Δῆλα δὲ ταῦτα ὅτι ὧδε ἔχει ἐπὶ τῶνδε τῶν σημείων· πρῶτον <lb/>μέν ἐστι
                        φανερώτατα ὧν πάντες ἔμπειροι πολλάκις ἤδη ἐσμέν <pb n="614"/> τε καὶ
                        ἐσόμεθα. Τοῦτο μὲν, ὅσοισιν ἂν ἡμέων κόρυζα ἐγγένηται <lb/>καὶ ῥεῦμα κινηθῇ
                        διὰ τῶν ῥινέων, τοῦτο ὡς πολὺ δριμύτερον τοῦ <lb/>πρότερον γινομένου τε καὶ
                        ἰόντος ἐκ τῶν ῥινέων καθ᾿ ἑκάστην ἡμέρην, <lb/>καὶ οἰδέειν μὲν ποιέει τὴν
                        ῥῖνα, καὶ ξυγκαίει θερμήν τε καὶ <lb/>διάπυρον ἐσχάτως· ἢν δὲ τὴν χεῖρα
                        προσφέρῃς καὶ πλείω χρόνον <lb/>παρέῃ, καὶ ἐξελκοῦται τὸ χωρίον, ἄσαρκόν τε
                        καὶ σκληρὸν ἐόν. Παύεται <lb/>δέ πως τό γε καῦμα ἐκ τῆς ῥινὸς, οὐχ ὅταν τὸ
                        ῥεῦμα γίνηται <lb/>καὶ ἡ φλεγμονὴ ἔῃ· ἀλλ᾿ ἐπειδὰν παχύτερόν τε καὶ ἧσσον
                        δριμὸ ῥέῃ <lb/>πέπον τε καὶ μεμιγμένον μᾶλλον τῷ πρότερον γινομένῳ, τότ᾿ ἤδη
                        <lb/>καὶ τὸ καῦμα πέπαυται· ἀλλ᾿ οἷσι δὲ ὑπὸ ψύχεος φανερῶς αὐτέου
                        <lb/>μούνου γίνεται, μηδενὸς ἄλλου ξυμπαραγενομένου, πᾶσιν αὔτή <lb/>ἡ
                        ἀπαλλαγὴ, ἐκ μὲν τῆς ψύξιος διαθερμανθῆναι, ἐκ δὲ τοῦ καύματος
                        <lb/>διαψυχθῆναι, καὶ ταῦτα ταχέως παραγίνεται καὶ πέψιος οὐδεμιῆς <pb n="616"/> προσδέεται. Τὰ δ᾿ ἄλλα πάντα ὅσα διὰ χυμῶν δριμύτητας <lb/>καὶ
                        ἀκρησίας φημὶ ἔγωγε γίνεσθαι, τὸν αὐτὸν τρόπον ἀποκαθίσταται <lb/>κρηθέντα
                        καὶ πεφθέντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὅσα τ᾿ αὖ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τρέπεται τῶν ῥευμάτων, <lb/>ὡς ἰσχυρὰς καὶ
                        παντοίας δριμύτητας ἔχοντα, ἑλκοῖ μὲν βλέφαρα, <lb/>κατεσθίει δὲ ἐνίων
                        γνάθους τε καὶ τὰ ὑπὸ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν, <lb/>ἐφ᾿ ὅ τι ἂν ἐπιρρυῇ, ῥήγνυσί
                        τε καὶ διεσθίει τὸν ἀμφὶ τὴν ὄψιν <lb/>χιτῶνα. Ὀδύναι δὲ καὶ καῦμα καὶ
                        φλογμὸς ἔσχατος κατέχει μέχρι <lb/>τινὸς, μέχρις ἂν τὰ ῥεύματα πεφθῇ καὶ
                        γένηται παχύτερα, καὶ λήμη <lb/>ἀπ᾿ αὐτέων ἴῃ· τὸ δὲ πεφθῆναι γίνεται ἐκ τοῦ
                        μιχθῆναι, κρηθῆναί <lb/>τε ἀλλήλοισι καὶ ξυνεψηθῆναι. Τοῦτο δ᾿, ὅσα ἐς τὴν
                        φάρυγγα ἀφ᾿ <lb/>ὧν βράγχοι γίνονται, κυνάγκαι, ἐρυσιπέλατα, περιπλευμονίαι,
                        <lb/>πάντα ταῦτα τὸ μὲν πρῶτον ἁλμυρά τε καὶ ὑγρὰ καὶ δριμέα ἀφίει· <lb/>καὶ
                        ἐν τοῖσι τουτέοισιν ἔρρωται τὰ νουσήματα. Ὅταν δὲ παχύτερα <lb/>καὶ
                        πεπαίτερα γένηται καὶ πάσης δριμύτητος ἀπηλλαγμένα, τότ᾿ <lb/>ἤδη καὶ οἱ
                        πυρετοὶ λύονται καὶ τἄλλα τὰ λυπέοντα τὸν ἄνθρωπον· <lb/>Δεῖ δὲ δήπου ταῦτα
                        αἴτια ἑκάστου ἡγέεσθαι, ὧν παρεόντων μὲν <lb/>τοιοῦτον τρόπον ἀνάγκη
                        γίνεσθαι, μεταβαλλόντων δὲ ἐς ἄλλην χρῆσιν <pb n="618"/> παύεσθαι. Ὁκόσα οὖν
                        ἀπὸ αὐτέης τῆς θερμῆς εἰλικρινέος ἢ ψύξιος <lb/>γίνηται, καὶ μὴ μετέχῃ ἄλλης
                        δυνάμιος μηδεμιῆς, οὕτω <lb/>παύοιτ᾿ ἂν, ὅταν μεταβάλλῃ ἐκ τοῦ ψυχροῦ ἐς τὸ
                        θερμὸν, καὶ ἐκ τοῦ <lb/>θερμοῦ ἐς τό ψυχρόν· μεταβάλλει δ᾿ ὅν μοι προείρηται
                        τρόπον. Ἔτι <lb/>τοίνυν τἄλλα ὅσα κακοπαθέει ἄνθρωπος, πάντα ἀπὸ δυνάμιων
                        <lb/>γίνεται. Τοῦτο μὲν, ὅταν πικρότης τις ἀποχυθῇ, ἣν δὴ χολὴν ξανθὴν
                        <lb/>καλέομεν, οἷαι· ἄσαι καὶ καῦμα καὶ ἀδυναμίαι κατέχουσιν· ἀπαλλασσόμενοί
                        <lb/>τε τουτέου ἐνίοτε καὶ καθαιρόμενοι, ἢ αὐτόματοι, ἢ ὑπὸ <lb/>φαρμάκου,
                        ἢν ἐν καιρῷ τι αὐτέων γένηται, φανερῶς καὶ τῶν πόνων <lb/>καὶ τῆς θερμῆς
                        ἀπαλλάσσονται· ὅσον δ᾿ οὖ χρόνον ταῦτα <lb/>μετεώρα ἔῃ καὶ ἄπεπτα καὶ
                        ἄκρητα, μηχανὴ οὐδεμίη οὔτε τῶν <lb/>πόνων παύσασθαι οὔτε τῶν πυρετῶν. Καὶ
                        οἷσι μὲν ὀξύτητες προσίστανται <lb/>δριμεῖαί τε καὶ ἰώδεες, οἷαι λύσσαι, καὶ
                        δήξιες σπλάγχνων <lb/>καὶ θώρηκος, καὶ ἀπορίη· οὐ παύεται τουτέου πρότερον
                        πρὶν ἢ <lb/>ἀποκαθαρθῇ τε καὶ καταστορεσθῇ, καὶ μιχθῇ τοῖσιν ἄλλοισιν.
                        Πέσσεσθαι <lb/>δὲ καὶ μεταβάλλειν καὶ λεπτύνεσθαι καὶ παχύνεσθαι, ἐς χυμῶν
                        <lb/>εἶδος διὰ πολλῶν εἰδέων καὶ παντοίων· διὸ καὶ αἱ κρίσιες <lb/>καὶ οἱ
                        ἀριθμοὶ τῶν χρόνων ἐν τοῖσι τουτέοισι μέγα δύνανται. Πάντων <lb/>δὴ τουτέων
                        ἥκιστα προσήκει θερμῷ ἢ ψυχρῷ πάσχειν· οὔτε γὰρ ἂν <lb/>τοῦτό γε σαπῇ, οὔτε
                        παχυνθῇ. Τί δ᾿ ἂν αὐτὸ φαίημεν εἶναι; <lb/>Κρήσιας αὐτέων, ἄλλην πρὸς ἄλληλα
                        ἐχούσας δύναμιν. Ἐπεὶ <pb n="620"/> ἄλλῳ γε οὐδενὶ τὸ θερμὸν μιχθὲν παύσεται
                        τῆς θέρμης ἢ τῷ ψυχρῷ, <lb/>οὐδέ γε πάλιν τὸ ψυχρὸν ἢ τῷ θερμῷ. Τὰ δ᾿ ἄλλά
                        πάντα περὶ <lb/>τὸν ἄνθρωπον, ὅσῳ ἂν πλέοσι μίσγηται, τοσούτῳ ἠπιώτερα καὶ
                        <lb/>βελτίονα. Πάντων δὲ ἄριστα διάκειται ὥνθρωπος, ὅταν πέσσηται <lb/>καὶ
                        ἐν ἡσυχίῃ ἔῃ, μηδεμίην δύναμιν ἰδίην ἀποδεικνύμενος. Περὶ <lb/>μὲν οὖν
                        τουτέων ἱκανῶς μοι ἡγεῦμαι ἐπιδεδεῖχθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Λέγουσι δέ τινες καὶ ἰητροὶ καὶ σοφισταὶ ὡς οὐκ ἔνι δυνατὸν <lb/>ἰητρικὴν
                        εἰδέναι ὅστις μὴ οἶδεν ὅ τί ἐστιν ἄνθρωπος· ἀλλὰ τοῦτο δεῖ <lb/>καταμαθεῖν
                        τὸν μέλλοντα ὀρθῶς θεραπεύσειν τοὺς ἀνθρώπους. Τείνει <lb/>δὲ αὐτέοισιν ὁ
                        λόγος ἐς φιλοσοφίην, καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς ἢ ἄλλοι οἳ <lb/>περὶ φύσιος
                        γεγράφασιν ἐξ ἀρχῆς ὅ τί ἐστιν ἄνθρωπος, καὶ ὅπως ἐγένετο <lb/>πρῶτον καὶ
                        ὅπως ξυνεπάγη. Ἐγὼ δὲ τουτέων μὲν ὅσα τινὶ εἴρηται <lb/>σοφιστῇ ἢ ἰητρῷ, ἢ
                        γέγραπται περὶ φύσιος, ἧσσον νομίζω <lb/>τῇ ἰητρικῇ τέχνῃ προσήκειν ἢ τῇ
                        γραφικῇ. Νομίζω δὲ περὶ φύσιος <pb n="622"/> γνῶναί τι σαφὲς οὐδαμόθεν
                        ἄλλοθεν εἶναι ἢ ἐξ ἰητρικῆς. Τοῦτο δὲ, <lb/>οἷόν τε καταμαθεῖν, ὅταν αὐτέην
                        τις τὴν ἰητρικὴν ὀρθῶς πᾶσαν <lb/>περιλάβῃ· μέχρι δὲ τουτέου πολλοῦ μοι
                        δοκέει δεῖν· λέγω δὲ <lb/>τὴν ἱστορίην ταύτην εἰδέναι ἄνθρωπος τί ἐστι, καὶ
                        δι᾿ οἵας αἰτίας <lb/>γίνεται, καὶ τἄλλα ἀκριβέως. Ἐπεί τοί γέ μοι δοκέει
                        ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι παντὶ ἰητρῷ περὶ φύσιος εἰδέναι, καὶ πάνυ σπουδάσαι ὡς
                        εἴσεται, <lb/>εἴπερ τι μέλλει τῶν δεόντων ποιήσειν, ὅ τί ἐστιν ἄνθρωπος
                        <lb/>πρὸς τὰ ἐσθιόμενα καὶ πινόμενα, καὶ ὅ τι πρὸς τὰ ἄλλα ἐπιτηδεύματα,
                        <lb/>καὶ ὅ τι ἀφ᾿ ἑκάστου ἑκάστῳ ξυμβήσεται. Καὶ μὴ <lb/>ἁπλῶς οὕτω δοκέειν
                        ὅτι πονηρὸν βρῶμα τυρός· πὸνον γὰρ φέρει <lb/>τῷ πληρωθέντι αὐτέου, ἀλλὰ
                        τίνα τε πόνον καὶ διὰ τί καὶ τίνι τῶν <lb/>ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐνεόντων
                        ἀνεπιτήδειον. Ἔστι γὰρ καὶ ἄλλα πολλὰ <lb/>βρώματα καὶ πόματα φύσει πονηρὰ,
                        καὶ διατίθησι τὸν ἄνθρωπον <lb/>οὐ τὸν αὐτὸν τρόπον. Οὕτως οὖν μοι ἔστω τῷ
                        λόγῳ οἷον οἶνος ἄκρητος <lb/>πολὺς ποθεὶς, διατίθησί πως τὸν ἄνθρωπον
                        ἀσθενέα· καὶ <lb/>ἅπαντες ἂν ἰδόντες τοῦτο γνοίησαν, ὅτι αὕτη ἡ δύναμις
                        οἴνου καὶ <lb/>αὐτός ἐστιν αἴτιος· καὶ οἷσί γε τῶν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦτο
                        μάλιστά <lb/>γε δύναται, οἴδαμεν. Τοιαύτην δὴ βούλομαι ἀληθείην καὶ περὶ τῶν
                            <pb n="624"/> ἄλλων φανῆναι. Τυρὸς γὰρ, ἐπειδὴ τουτέῳ σημείῳ ἐχρησάμην,
                        οὐ <lb/>πάντας ἀνθρώπους ὁμοίως λυμαίνεται, ἀλλ᾿ εἰσὶν οἵτινες αὐτέου
                        <lb/>πληρεύμενοι οὐδ᾿ ὁτιοῦν βλάπτονται· ἀλλὰ καὶ ἰσχὺν, οἷσιν ἂν
                        <lb/>ξυμφέρῃ, θαυμασίως παρέχεται· εἰσὶ δὲ οἳ χαλεπῶς ἀπαλλάσσουσι·
                        <lb/>διαφέρουσι δὲ τουτέων αἱ φύσιες· διαφέρουσι δὲ κατὰ τοῦτο· ὅπερ <lb/>ἐν
                        τῷ σώματι ἔνεστι πολέμιον τυρῷ, ὁπὸ τοιουτέου ἐγείρεταί τε καὶ
                        <lb/>κινέεται· οἷσιν ὁ τοιοῦτος χυμὸς τυγχάνει πλέον ἐνεὼν καὶ <lb/>μᾶλλον
                        ἐνδυναστεύων ἐν τῷ σώματι, τουτέους μᾶλλον καὶ κακοπαθέειν <lb/>εἰκός. Εἰ δὲ
                        πάσῃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἦν κακὸν, πάντας <lb/>ἂν ἐλυμαίνετο. Ταῦτα δὲ εἴ τις
                        εἰδοίη, οὐκ ἂν πάσχοι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>