<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0555.tlg006.1st1K-grc1:21-40</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0555.tlg006.1st1K-grc1:21-40</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg0555.tlg006.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><milestone unit="section" n="21"/><p>Ὁ δὲ κύριος ἀποκρίνεται διότι »τὸ ἐν ἀνθρώποις ἀδύνατον δυνατὸν θεῷ«. πάλιν καὶ τοῦτο
						μεγάλης σοφίας μεστόν ἐστιν. ὅτι καθ᾿ αὑτὸν μὲν ἀσκῶν και διαπονούμενος ἀπάθειαν ὁ
						ἄνθρωπος οὐδὲν ἀνύει, ἐὰν δὲ γένηται δῆλος ὑπερεπιθυμῶν τούτου καὶ διεσπουδακώς. τῇ
							<milestone unit="subsection" n="2"/>προσθήκῃ τῆς παρὰ θεοῦ δυνάμεως περιγίνεται·
						βουλομέναις μὲν γὰρ ταῖς ψυχαῖς ὁ θεὸς συνεπιπνεῖ, εἰ δὲ ἀποσταῖεν τῆς προθυμίας. καὶ τὸ
						δοθὲν ἐκ θεοῦ πνεῦμα συνεστάλη· τὸ μὲν γὰρ ἄκοντας σῴζειν ἐστὶ βιαζομένου, τὸ δὲ
						αἱρουμένους χαριζομένου. <milestone unit="subsection" n="3"/>οὐδὲ τῶν καθευδόντων καὶ
						βλακευόντων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ, ἀλλ᾿ οἱ »βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν«· αὕτη γὰρ μόνη
						βία καλή, θεὸν βιάσασθαι καὶ παρὰ θεοῦ ζωὴν ἁρπάσαι, ὁ δὲ γνοὺς τοὺς βιαίως, μᾶλλον δὲ
						βεβαίως ἀντεχομένους [συνεχώρησεν] εἶξεν· χαίρει γὰρ ὁ θεὸς τὰ τοιαῦτα ἡττώμενος.
						τοιγάρτοι τούτων ἀκούσας ὁ μακάριος Πέτρος. <milestone unit="subsection" n="4"/>ὁ
						ἐκλεκτός. ὁ ἐξαίρετος, ὁ πρῶτος τῶν μαθητῶν. ὑπὲρ οὗ μόνου καὶ ἑαυτοῦ τὸν. φόρον ὁ σωτὴρ
						ἐκτελεῖ, ταχέως ἥρπασε καὶ συνέβαλε τὸν λόγον. <milestone unit="subsection" n="5"/>καὶ
							<pb n="174"/> τί φησιν; »ἴδε ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι.« τὰ δὲ
						»πάντα« εἰ μὲν τὰ κτήματα τὰ ἑαυτοῦ λέγει. τέσσαρας ὀβολοὺς ἴσως. <add>τὸ</add> τοῦ
						λόγου, καταλιπὼν μεγαλύνεται καὶ τούτων ἀνταξίαν ἀποφαίνων ἂν λάθοι τὴν βασιλείαν τῶν
						οὐρανῶν· <milestone unit="subsection" n="6"/>εἰ δέ, ἅπερ ἄρτι νῦν λέγομεν, τὰ παλαιὰ
						νοητὰ κτήματα καὶ ψυχικὰ νοσήματα ἀπορρίψαντες ἕπονται κατ᾿ ἴχνος τοῦ διδασκάλου, τοῦτ᾿
						ἂν <add>ἀν</add>άπτοιτο ἤδη τοῖς ἐν οὐρανοῖς ἐγγραφησομένοις. <milestone unit="subsection" n="7"/>τοῦτο γὰρ ἀκολουθεῖν ὄντως τῷ σωτῆρι. ἀναμαρτησίαν καὶ
						τελειότητα τὴν ἐκείνου μετερχόμενον καὶ πρὸς ἐκεῖνον ὥσπερ κάτοπτρον κοσμοῦντα καὶ
						ῥυθμίζοντα τὴν ψυχὴν καὶ πάντα διὰ πάντων ὁμοίως διατιθέντα. <pb ed="alt" n="948 P"/></p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><milestone unit="section" n="22"/><p>»Ἀποκριθεὶς δὲ Ἰησοῦς· ἀμὴν ὑμῖν λέγω. ὃς ἂν ἀφῇ τὰ ἴδια καὶ γονεῖς καὶ ἀδελφοὺς καὶ
						χρήματα ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου. ἀπολήψεται ἑκατονταπλασίονα.« <milestone unit="subsection" n="2"/>ἀλλὰ μηδὲ τοῦθ᾿ ἡμᾶς ἐπιταρασσέτω μηδὲ τὸ ἔτι τούτου
						σκληρότερον ἀλλαχοῦ ταῖς φωναῖς ἐξενηνεγμένον· »ὅς οὐ μισεῖ πατέρα καὶ μητέρα καὶ
						παῖδας. προσέτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, ἐμὸς μαθητὴς εἶναι οὐ δύναται.« <milestone unit="subsection" n="3"/>οὐ γὰρ εἰσηγεῖται μῖσος καὶ διάλυσιν ἀπὸ τῶν φιλτάτων ὁ τῆς
						εἰρήνης θεός. ὅ γε καὶ τοὺς ἐχθροὺς ἀγαπᾶν παραινῶν. <milestone unit="subsection" n="4"/>εἰ δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἀγαπητέον, ἀνάλογον ἀπ᾿ ἐκείνων ἀνιόντι καὶ τοὺς ἐγγυτάτω γένους· ἢ
						εἰ μισητέον τοὺς πρὸς αἵματος, πολὺ μᾶλλον τοὺς ἐχθροὺς προβάλλεσθαι κατιὼν ὁ λόγος
						διδάσκει, ὥστε ἀλλήλους ἀναιροῦντες ἐλέγχοιντ᾿ ἂν οἱ λόγοι. <milestone unit="subsection" n="5"/>ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἀναιροῦσιν οὐδ᾿ ἐγγύς, ἀπὸ γὰρ τῆς αὐτῆς γνώμης καὶ διαθέσεως καὶ ἐπὶ
						τῷ αὐτῷ ὅρῳ πατέρα μισοίη τις ἂν <add>καὶ</add> ἐχθρὸν ἀγαπώῃ ὁ μήτε ἐχθρὸν ἀμυνόμενος
						μήτε πατέρα Χριστοῦ πλέον αἰδούμενος. <milestone unit="subsection" n="6"/>ἐν ἐκείνῳ μὲν
						γὰρ τῷ λόγῳ μῖσος ἐκκόπτει καὶ κακοποιίαν, ἐν τούτῳ δὲ τὴν πρὸς τὰ σύντροφα δυσωπίαν.
							<milestone unit="subsection" n="7"/>εἰ βλάπτοι πρὸς σωτηρίαν, εἰ γοῦν ἄθεος εἴη τινὶ
						πατὴρ ἢ υἱὸς ἢ ἀδελφὸς καὶ κώλυμα τῆς πίστεως γένοιτο καὶ ἐμπόδιον τῆς ἄνω ζωῆς, τούτῳ
						μὴ συμφερέσθω μηδὲ ὁμονοείτω. ἀλλὰ τὴν σαρκικὴν οἰκειότητα διὰ τὴν πνευματικὴν ἔχθραν
						διαλυσάτω.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><milestone unit="section" n="23"/><p>Νόμισον εἶναι τὸ πρᾶγμα διαδικασίαν, ὁ μὲν πατήρ σοι δοκείτω παρεστὼς λέγειν ›ἐγώ σε
						ἔσπειρα καὶ ἔθρεψα, ἀκολούθει μοι καὶ συναδίκει <pb n="175"/> καὶ μὴ πείθου τῷ Χριστοῦ
						νόμῳ‹ καὶ ὁπόσα ἂν εἴποι βλάσφημος ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς τῇ <milestone unit="subsection" n="2"/>φύσει. ἑτέρωθεν δὲ ἄκουε τοῦ σωτῆρος· ›ἐγώ σε ἀνεγέννησα, κακῶς ὑπὸ κόσμου πρὸς
						θάνατον γεγεννημένον, ἠλευθέρωσα, ἰασάμην, ἐλυτρωσάμην· ἐγώ σοι παρέξω ζωὴν ἄπαυστον,
						αἰώνιον, ὑπερκόσμιον· ἐγώ σοι δείξω θεοῦ πατρὸς ἀγαθοῦ πρόσωπον· »μὴ κάλει σεαυτῷ πατέρα
						ἐπὶ γῆς·« »οἱ νεκροὶ τοὺς νεκροὺς θαπτέτωσαν, σὺ δέ μοι ἀκολούθει·« <milestone unit="subsection" n="3"/>ἀνάξω γάρ σε εἰς ἀνάπαυσιν <add>καὶ ἀπόλαυσιν</add> ἀρρήτων
						καὶ ἀλέκτων ἀγαθῶν, »ἃ μήτε ὀφθαλμὸς εἶδε μήτε οὖς ἤκουσε μήτε ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπων
						ἀνέβη. εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι καὶ ἰδεῖν ἅπερ ἡτοίμασεν ὁ θεὸς τοῖς ἁγίοις
						ἀγαθὰ καὶ τοῖς φιλοῦσιν αὐτὸν τέκνοις.« <milestone unit="subsection" n="4"/>ἐγώ σου
						τροφεὺς ἄρτον ἐμαυτὸν διδούς, οὗ γευσάμενος οὐδεὶς ἔτι πεῖραν θανάτου λαμβάνει, καὶ πόμα
						καθ᾿ ἡμέραν ἐνδιδοὺς ἀθανασίας· ἐγὼ διδάσκαλος ὑπερουρανίων παιδευμάτων· ὑπὲρ σοῦ πρὸς
						τὸν θάνατον διηγωνισάμην καὶ τὸν σὸν ἐξέτισα θάνατον, ὃν ὤφειλες ἐπὶ τοῖς
						προημαρτημένοις καὶ τῇ <milestone unit="subsection" n="5"/>πρὸς θεὸν ἀπιστίᾳ.‹ τούτων
						τῶν λόγων ἑκατέρωθεν διακούσας ὑπὲρ σεαυτοῦ δίκασον καὶ τὴν ψῆφον ἀνένεγκε τῇ σαυτοῦ
						σωτηρίᾳ· κἂν ἀδελφὸς ὅμοια λέγῃ κἂν τέκνον κἂν γυνὴ κἂν ὁστισοῦν. πρὸ <pb ed="alt" n="949 P"/> πάντων ἐν σοὶ Χριστὸς ὁ νικῶν ἔστω· ὑπὲρ σοῦ γὰρ ἀγωνίζεται.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><milestone unit="section" n="24"/><p>Δύνασαι καὶ τῶν χρημάτων ἐπίπροσθεν εἶναι; φράσον καὶ οὐκ ἀπάγει σε Χριστὸς τῆς
						κτήσεως, ὁ κύριος οὐ φθονεῖ. ἀλλ᾿ ὁρᾷς σεαυτὸν ἡττώμενον ὑπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνατρεπόμενον;
						ἄφες. ῥῖψον. μίσησον, ἀπόταξαι, φύγε· <milestone unit="subsection" n="2"/>»κἂν ὁ δέξιός
						σου ὀφθαλμὸς σκανδαλίζῃ σε. ταχέως ἔκκοψον αὐτόν·« αἱρετώτερον ἑτεροφθάλμῳ βασιλεία θεοῦ
						ἢ ὁλοκλήρῳ τὸ πῦρ· κἂν χεὶρ κἂν ποὺς κἂν ἡ ψυχή, μίσησον αὐτήν. ἂν γὰρ ἐνταῦθα ἀπόληται
						ὑπὲρ Χριστοῦ, <add>ἐκεῖ σωθήσεται</add>.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><milestone unit="section" n="25"/><p>Ταύτης δὲ ὁμοίως ἔχεται τῆς γνώμης καὶ τὸ ἑπόμενον. »νῦν δὲ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἀγροὺς
						καὶ χρήματα καὶ οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς ἔχειν μετὰ διωγμῶν εἰς ποῦ;« <milestone unit="subsection" n="2"/>οὔτε γὰρ ἀχρημάτους οὔτε ἀνεστίους οὔτε ἀναδέλφους ἐπὶ τὴν
						ζωὴν καλεῖ. ἐπεὶ καὶ πλουσίους κέκληκεν, <pb n="176"/> ἀλλ᾿ ὃν τρόπον προειρήκαμεν, καὶ
						ἀδελφοὺς κατὰ ταὐτὸν ὥσπερ Πέτρον μετὰ Ἀνδρέου καὶ Ἰάκωβον μετὰ Ἰωάννου, τοὺς Ζεβεδαίου
						παῖδας, ἀλλ᾿ ὁμονοοῦντας ἀλλήλοις τε καὶ Χριστῷ. <milestone unit="subsection" n="3"/>τὸ
						δὲ »μετὰ διωγμῶν« ταῦτα ἕκαστα ἔχειν ἀποδοκιμάζει· διωγμὸς δὲ ὃ μέν τις ἔξωθεν
						περιγίνεται τῶν ἀνθρώπων ἢ δι᾿ ἔχθραν ἢ διὰ φθόνον ἢ διὰ φιλοκέρδειαν ἢ κατ᾿ ἐνέργειαν
						διαβολικὴν τοὺς πιστοὺς ἐλαυνόντων· <milestone unit="subsection" n="4"/>ὁ δὲ χαλεπώτατος
						ἔνδοθέν ἐστι διωγμός, ἐξ αὐτῆς ἑκάστῳ τῆς ψυχῆς προπεμπόμενος λυμαινομένης ὑπὸ ἐπιθυμιῶν
						ἀθέων καὶ ἡδονῶν ποικίλων καὶ φαύλων ἐλπίδων καὶ φθαρτ<add>ικ</add>ῶν ὀνειροπολημάτων,
						ὅταν. ἀεὶ τῶν πλειόνων ὀρεγομένη καὶ λυσσῶσα ὑπὸ ἀγρίων ἐρώτων καὶ φλεγομένη, καθάπερ
						κέντροις ἢ μύωψι τοῖς προ<add>σ</add>κειμένοις αὐτῇ πάθεσιν ἐξαιμάσσηται πρὸς σπουδὰς
						μανιώδεις καὶ ζωῆς ἀπόγνωσιν καὶ θεοῦ καταφρόνησιν. <milestone unit="subsection" n="5"/>οὗτος ὁ διωγμὸς βαρύτερος καὶ χαλεπώτερος, ἔνδοθεν ὁρμώμενος, ἀεὶ συνών, ὃν οὐδὲ
						ἐκφυγεῖν ὁ διωκόμενος δύναται· <milestone unit="subsection" n="6"/>τὸν γὰρ ἐχθρὸν ἐν
						ἑαυτῷ περιάγει πανταχοῦ. οὕτω καὶ πύρωσις ἡ μὲν ἔξωθεν προσπίπτουσα δοκιμασίαν
						κατεργάζεται, ἡ δὲ ἔνδοθεν θάνατον διαπράσσεται. καὶ πόλεμος ὁ μὲν ἐπακτὸς ῥᾳδίως
						καταλύεται, ὁ δὲ ἐν τῇ <milestone unit="subsection" n="7"/>ψυχῇ μέχρι θανάτου
						παραμετρεῖται. μετὰ διωγμοῦ τοιούτου πλοῦτον ἐὰν ἔχῃς τὸν αἰσθητὸν κἂν ἀδελφοὺς τοὺς
						πρὸς αἵματος καὶ τὰ ἄλλα ἐνέχυρα, κατάλιπε τὴν τούτων παγκτησίαν τὴν ἐπὶ κακῷ, εἰρήνην
						σεαυτῷ παράσχες, ἐλευθερώθητι διωγμοῦ μακροῦ, ἀποστράφηθι πρὸς τὸ εὐαγγέλιον ἀπ᾿
						ἐκείνων, ἑλοῦ τὸν σωτῆρα πρὸ πάντων, τὸν τῆς σῆς συνήγορον καὶ παράκλητον ψυχῆς, τὸν τῆς
						ἀπείρου πρύτανιν ζωῆς. <milestone unit="subsection" n="8"/>»τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα,
						τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια·« καὶ ἐν μὲν τῷ παρόντι <pb ed="alt" n="950 P"/> χρόνῳ ὠκύμορα
						καὶ ἀβέβαια. »ἐν δὲ τῷ ἐρχομένῳ ζωή[ν] ἐστιν αἰώνιος.«</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><milestone unit="section" n="26"/><p>»Εσονται οἱ πρῶτοι ἔσχατοι καὶ οἱ ἔσχατοι πρῶτοι.« τοῦτο πολύχουν μέν ἐστι κατὰ τὴν
						ὑπόνοιαν καὶ τὸν σαφηνισμόν, οὐ μὴν ἔν γε τῷ παρόντι τὴν ζήτησιν ἀπαιτεῖ· οὐ γὰρ μόνον
						ῥέπει πρὸς τοὺς πολυκτήμονας, ἀλλ᾿ ἁπλῶς πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους τοὺς πίστει καθάπαξ
						ἑαυτοὺς ἐπιδιδόντας. ὥστε τοῦτο μὲν ἀνακείσθω <pb n="177"/> τὰ νῦν. <milestone unit="subsection" n="2"/>τὸ δέ γε προκείμενον ἡμῖν οἶμαι μηδέν τι ἐνδεέστερον τῆς
						ἐπαγγελίας δεδεῖχθαι, ὅτι τοὺς πλουσίους οὐδένα τρόπον ὁ σωτὴρ κατ᾿ αὐτόν γε τὸν πλοῦτον
						καὶ τὴν περιβολὴν τῆς κτήσεως ἀποκέκλεικεν οὐδ᾿ αὐτοῖς ἀποτετάφρευκεν τὴν σωτηρίαν, εἴ
						γε δύναιντο καὶ βούλοιντο ὑποκύπτειν τοῦ θεοῦ ταῖς ἐντολαῖς καὶ τῶν προσκαίρων προτιμῷεν
						τὴν ἑαυτῶν ζωὴν καὶ βλέποιεν πρὸς τὸν κύριον ἀτενεῖ τῷ βλέμματι, καθάπερ εἰς ἀγαθοῦ
						κυβερνήτου νεῦμα δεδορκότες, τί βούλεται, τί προστάσσει, τί σημαίνει, τί δίδωσι τοῖς
						αὑτοῦ ναύταις [τὸ] σύνθημα, ποῦ καὶ πόθεν τὸν ὅρμον ἐπαγγέλλεται. <milestone unit="subsection" n="3"/>τί γὰρ ἀδικεῖ τις, εἰ προσέχων τὴν γνώμην καὶ φειδόμενος πρὸ
						τῆς πίστεως βίον ἱκανὸν συνελέξατο; ἢ καὶ <add>τὸ</add> τούτου μᾶλλον ἀνέγκλητον, εἰ
						εὐθὺς ὑπὸ τοῦ θεοῦ τοῦ τὴν τύχην νέμοντος εἰς οἶκον τοιούτων ἀνθρώπων εἰσῳκίσθη καὶ
						γένος ἀμφιλαφὲς τοῖς χρήμασιν [ἰσχῦον] καὶ τῷ πλούτῳ κρατοῦν; <milestone unit="subsection" n="4"/>εἰ γὰρ διὰ τὴν ἀκούσιον ἐν πλούτῳ γένεσιν ἀπελήλαται ζωῆς,
						ἀδικεῖται μᾶλλον ὑπὸ τοῦ γειναμένου θεοῦ, προσκαίρου μὲν ἡδυπαθείας κατηξιωμένος, ἀιδίου
						δὲ ζωῆς ἀπεστερημένος, <milestone unit="subsection" n="5"/>τί δ᾿ ὅλως πλοῦτον ἐχρῆν ἐκ
						γῆς ἀνατεῖλαί ποτε, εἰ χορηγὸς καὶ πρόξενός ἐστι θανάτου; <milestone unit="subsection" n="6"/>ἀλλ᾿ εἰ δύναταί τις ἐνδοτέρω τῶν ὑπαρχόντων κάμπτειν τῆς ἐξουσίας καὶ μέτρια
						φρονεῖν καὶ σωφρονεῖν καὶ θεὸν μόνον ζητεῖν καὶ θεὸν ἀναπνεῖν καὶ θεῷ συμπολιτεύεσθαι.
						πτωχὸς οὗτος παρέστηκε ταῖς ἐντολαῖς, ἐλεύθερος, ἀήττητος, ἄνοσος, ἄτρωτος ὑπὸ χρημάτων·
							<milestone unit="subsection" n="7"/>εἰ δὲ μή, θᾶττον κάμηλος διὰ βελόνης εἰσελεύσεται
						ἢ ὁ τοιοῦτος πλούσιος ἐπὶ τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ παρελεύσεται. <milestone unit="subsection" n="8"/>σημαινέτω μὲν οὖν τι καὶ ὑψηλότερον ἡ κάμηλος διὰ στενῆς ὁδοῦ
						καὶ τεθλιμμένης φθάνουσα τὸν πλούσιον, ὅπερ ἐν τῇ περὶ ἀρχῶν καὶ θεολογίας ἐξηγήσει
						μυστήριον τοῦ σωτῆρος ὑπάρχει μαθεῖν·</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><milestone unit="section" n="27"/><p>οὐ μὴν ἀλλὰ τό γε φαινόμενον πρῶτον καὶ δι᾿ ὃ λέλεκται τῆς παραβολῆς παρεχέσθω.
						διδασκέτω τοὺς εὐποροῦντας ὡς οὐκ ἀμελητέον τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας ὡς ἤδη προκατεγνωσμένους
						οὐδὲ καταποντιστέον αὖ πάλιν τὸν πλοῦτον οὐδὲ καταδικαστέον ὡς <pb ed="alt" n="951 P"/>
						τῆς ζωῆς ἐπίβουλον καὶ πολέμιον, ἀλλὰ μαθητέον τίνα τρόπον καὶ πῶς πλούτῳ χρηστέον καὶ
						τὴν ζωὴν κτητέον. <milestone unit="subsection" n="2"/>ἐπειδὴ γὰρ οὔτε ἐκ παντὸς
						ἀπόλλυταί <pb n="178"/> τις, ὅτι πλουτεῖ δεδιώς, οὔτε ἐκ παντὸς σῴζεται θαρρῶν καὶ
						πιστεύων ὡς σωθήσεται, φέρε σκεπτέον ἥντινα τὴν ἐλπίδα αὐτοῖς ὁ σωτὴρ ὑπογράφει καὶ πῶς
						ἂν τὸ μὲν ἀνέλπιστον ἐχέγγυον γένοιτο, τὸ δὲ ἐλπισθὲν εἰς κτῆσιν ἀφίκοιτο.</p><p><milestone unit="subsection" n="3"/> Φησὶν οὖν ὁ διδάσκαλος, τίς ἡ μεγίστη τῶν ἐντολῶν
						ἠρωτημένος· »ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς
						δυνάμεώς σου«, ταύτης μείζω μηδεμίαν ἐντολὴν εἶναι, καὶ <milestone unit="subsection" n="4"/>μάλα εἰκότως, καὶ γὰρ καὶ περὶ τοῦ πρώτου καὶ περὶ τοῦ μεγίστου παρήγγελται.
						αὐτοῦ τοῦ θεοῦ πατρὸς ἡμῶν, δι᾿ οὗ καὶ γέγονε καὶ ἔστι τὰ πάντα καὶ εἰς ὃν τὰ σῳζόμενα
						πάλιν ἐπανέρχεται. <milestone unit="subsection" n="5"/>ὑπὸ τούτου τοίνυν προαγαπηθέντας
						καὶ τοῦ γενέσθαι τυχόντας οὐχ ὅσιον ἄλλο τι πρεσβύτερον ἄγειν καὶ τιμιώτερον, ἐκτίνοντας
						μόνην τὴν χάριν ταύτην μικρὰν ἐπὶ μεγίστοις, ἄλλο δὲ μηδοτιοῦν ἔχοντας ἀνενδεεῖ καὶ
						τελείῳ θεῷ πρὸς ἀμοιβὴν ἐπινοῆσαι, αὐτῷ δὲ τῷ ἀγαπᾶν τὸν πατέρα εἰς οἰκείαν ἰσχὺν καὶ
						δύναμιν ἀφθαρσίαν κομιζομένους, ὅσον γὰρ ἀγαπᾷ τις θεόν, τοσούτῳ καὶ πλέον ἐνδοτέρω τοῦ
						θεοῦ παραδύεται.</p><p>Δευτέραν δὲ τάξει καὶ οὐδέν τι μικροτέραν ταύτης εἶναι</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><milestone unit="section" n="28"/><p> λέγει τό· »ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν·« οὐκοῦν τὸν θεὸν ὑπὲρ σεαυτόν.
							<milestone unit="subsection" n="2"/>πυνθανομένου δὲ τοῦ προσδιαλεγομένου »τίς ἐστιν
						πλησίον;« οὐ τὸν αὐτὸν τρόπον Ἰουδαίοις προωρίσατο τὸν πρὸς αἵματος οὐδὲ τὸν πολίτην
						οὐδὲ τὸν προσήλυτον οὐδὲ τὸν ὁμοίως περιτετμημένον οὐδὲ τὸν ἑνὶ καὶ ταὐτῷ νόμῳ χρώμενον·
							<milestone unit="subsection" n="3"/>ἀλλὰ ἄνωθεν καταβαίνοντα ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ ἄγει τῷ
						λόγῳ τινὰ εἰς Ἱεριχὼ καὶ τοῦτον δείκνυσιν ὑπὸ λῃστῶν συγκεκεντημένον, ἐρριμμένον
						ἡμιθνῆτα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ὑπὸ ἱερέως παροδευόμενον, ὑπὸ Λευίτου παρορώμενον, ὑπὸ δὲ τοῦ
						Σαμαρείτου τοῦ ἐξωνειδισμένου καὶ ἀφωρισμένου κατελεούμενον, ὃς οὐχὶ κατὰ τύχην ὡς
						ἐκεῖνοι παρῆλθεν, ἀλλ᾿ ἧκε συνεσκευασμένος ὧν ὁ κινδυνεύων ἐδεῖτο, οἶνον, ἔλαιον,
						ἐπιδέσμους, κτῆνος, μισθὸν τῷ πανδοχεῖ, τὸν μὲν ἤδη διδόμενον, τὸν δὲ προσυπισχνούμενον.
						»τίς«, ἔφη, »τούτων γέγονε πλησίον τῷ τὰ δεινὰ παθόντι;« <milestone unit="subsection" n="4"/>τοῦ δὲ ἀποκριναμένου ὅτι »ὁ τὸν ἔλεον πρὸς αὐτὸν ἐπιδειξάμενος· καὶ σὺ τοίνυν
						πορευθεὶς οὕτω ποίει«, ὡς τῆς ἀγάπης βλαστανούσης εὐποιίαν.</p><pb n="179"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><milestone unit="section" n="29"/><p>Ἐν ἀμφοτέραις μὲν οὖν ταῖς ἐντολαῖς ἀγάπην εἰσηγεῖται, τάξει δ᾿ αὐτὴν διῄρηκε, καὶ ὅπου
						μὲν τὰ πρωτεῖα τῆς ἀγάπης ἀνάπτει τῷ θεῷ, ὅπου δὲ τὰ δευτερεῖα νέμει τῷ πλησίον.
							<milestone unit="subsection" n="2"/>τίς δ᾿ ἂν ἄλλος οὗτος εἴη πλὴν αὐτὸς ὁ σωτήρ; ἢ
						τίς μᾶλλον ἡμᾶς ἐλεήσας <pb ed="alt" n="952 P"/> ἐκείνου, τοῦς ὑπὸ τῶν κοσμοκρατόρων τοῦ
						σκότους ὀλίγου τεθανατωμένους τοῖς πολλοῖς τραύμασι. φόβοις, ἐπιθυμίαις. ὀργαῖς, λύπαις,
						ἀπάταις, ἡδοναῖς; <milestone unit="subsection" n="3"/>τούτων δὲ τῶν τραυμάτων μόνος
						ἰατρὸς Ἰησοῦς, ἐκκόπτων ἄρδην τὰ πάθη πρόρριζα, οὐχ ὥσπερ ὁ νόμος ψιλὰ τὰ ἀποτελέσματα,
						τοὺς καρποὺς τῶν πονηρῶν φυτῶν, ἀλλὰ τὴν ἀξίνην τὴν ἑαυτοῦ πρὸς τὰς ῥίζας τῆς κακίας
						προσαγαγών. <milestone unit="subsection" n="4"/>οὗτος <add>ὁ</add> τὸν οἶνον. τὸ αἷμα
						τῆς ἀμπέλου τῆς Δαβίδ, ἐκχέας ἡμῶν ἐπὶ τὰς τετρωμένας ψυχάς, <add>οὗτος ὁ τὸ
							ἔλαιον,</add> τὸν ἐκ σπλάγχνων πατρὸς ἔλεον, προσενεγκὼν καὶ ἐπιδαψιλευόμενος, οὗτος ὁ
						τοὺς τῆς ὑγείας καὶ σωτηρίας δεσμοὺς ἀλύτους ἐπιδείξας, ἀγάπην, πίστιν, ἐλπίδα, οὗτος ὁ
						διακονεῖν ἀγγέλους καὶ ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας ἡμῖν ἐπιτάξας ἐπὶ μεγάλῳ μισθῷ, διότι καὶ
						αὐτοὶ ἐλευθερωθήσονται ἀπὸ τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου παρὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς δόξης τῶν
						υἱῶν τοῦ θεοῦ. <milestone unit="subsection" n="5"/>τοῦτον οὖν ἀγαπᾶν ἴσα χρὴ τῷ θεῷ.
						ἀγαπᾷ δὲ Χριστὸν Ἰησοῦν ὁ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῶν καὶ φυλάσσων αὐτοῦ τὰς ἐντολάς.
							<milestone unit="subsection" n="6"/>»οὐ γὰρ πᾶς ὁ λέγων μοι ›κύριε κύριε‹ εἰσελεύσεται
						εἰς τὴν τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου.« καί· »τί με
						λέγετε ›κύριε κύριε‹ καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω;« καί· »ὑμεῖς μακάριοι οἱ ὁρῶντες καὶ
						ἀκούοντες ἃ μήτε δίκαιοι μήτε προφῆται«, ἐὰν ποιῆτε ἃ λέγω.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><milestone unit="section" n="30"/><p>Πρῶτος μὲν οὖν οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸν ἀγαπῶν. δεύτερος δὲ ὁ τοὺς ἐκείνῳ πεπιστευκότας
						τιμῶν καὶ περιέπων. ὃ γὰρ ἄν τις εἰς μαθητὴν ἐργάσηται, τοῦτο εἰς ἑαυτὸν ὁ κύριος
						ἐκδέχεται καὶ πᾶν ἑαυτοῦ ποιεῖται. <milestone unit="subsection" n="2"/>»δεῦτε, οἱ
						εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς
						κόσμου. ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, καὶ ἐδίψησα καὶ ἐδώκατέ μοι πιεῖν. καὶ
						ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με. γυμνὸς ἤμην καὶ ἐνεδύσατέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με,
						ἐν φυλακῇ <milestone unit="subsection" n="3"/>ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. τότε
						ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν,
						ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δὲ εἴδομέν σε ξένον καὶ συνηγάγομεν. <pb n="180"/> ἢ
						γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; ἢ πότε σε εἴδομεν ἀσθενοῦντα καὶ ἐπεσκεψάμεθα; <milestone unit="subsection" n="4"/>ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρὸς σέ; ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ
						αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν. ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων.
							<milestone unit="subsection" n="5"/>ἐμοὶ ἐποιήσατε.« πάλιν ἐκ τῶν ἐναντίων τοὺς ταῦτα
						μὴ παρασχόντας αὐτοῖς εἰς τὸ πῦρ ἐμβάλλει τὸ αἰώνιον, ὡς αὐτῷ μὴ παρεσχηκότας.
							<milestone unit="subsection" n="6"/>καὶ ἀλλαχοῦ· »ὁ ὑμᾶς δεχόμενος ἐμὲ δέχεται, ὁ ὑμᾶς
						μὴ δεχόμενος ἐμὲ ἀθετεῖ.«</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><milestone unit="section" n="31"/><p>Τούτους καὶ τέκνα καὶ παιδία καὶ νήπια καὶ φίλους ὀνομάζει καὶ μικροὺς ἐνθάδε ὡς πρὸς
						τὸ μέλλον ἄνω μέγεθος αὐτῶν. »μὴ καταφρονήσητε« λέγων »ἑνὸς <pb ed="alt" n="953 P"/> τῶν
						μικρῶν τούτων· τούτων γὰρ οἱ ἄγγελοι διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ
						ἐν οὐρανοῖς.« <milestone unit="subsection" n="2"/>καὶ ἑτέρωθι· »μὴ φοβεῖσθε. τὸ μικρὸν
						ποίμνιον· ὑμῖν γὰρ εὐδόκησεν ὁ πατὴρ παραδοῦναι τὴν βασιλείαν« τῶν οὐρανῶν. <milestone unit="subsection" n="3"/>κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ τοῦ μεγίστου ἐν γεννητοῖς γυναικῶν Ἰωάννου
						τὸν ἐλάχιστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, τουτέστι τὸν ἑαυτοῦ μαθητήν, εἶναι μείζω
						λέγει. <milestone unit="subsection" n="4"/>καὶ πάλιν· »ὁ δεχόμενος δίκαιον ἢ προφήτην
						εἰς ὄνομα δικαίου ἢ προφήτου τὸν ἐκείνων μισθὸν λήψεται. ὁ δὲ μαθητὴν ποτίσας εἰς ὄνομα
						μαθητοῦ ποτήριον ψυχροῦ ὕδατος τὸν μισθὸν οὐκ ἀπολέσει.« οὐκοῦν οὗτος μόνος ὁ μισθὸς οὐκ
						ἀπολλύμενός ἐστι. <milestone unit="subsection" n="5"/>καὶ αὖθις· »ποιήσατε ἑαυτοῖς
						φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας. <milestone unit="subsection" n="6"/>ἵνα ὅταν ἐκλίπῃ,
						δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς.« φύσει μὲν ἅπασαν κτῆσιν, ἣν αὐτός τις ἐφ᾿ ἑαυτοῦ
						κέκτηται ὡς ἰδίαν οὖσαν καὶ οὐκ εἰς κοινὸν τοῖς δεομένοις κατατίθησιν, ἄδικον οὖσαν
						ἀποφαίνων, ἐκ δὲ ταύτης τῆς ἀδικίας ἐνὸν καὶ πρᾶγμα δίκαιον ἐργάσασθαι καὶ σωτήριον,
						ἀναπαῦσαί τινα τῶν ἐχόντων αἰώνιον σκηνὴν παρὰ τῷ πατρί.</p><p><milestone unit="subsection" n="7"/>Ὅρα πρῶτον μὲν ὡς οὐκ ἀπαιτεῖσθαί σε κεκέλευκεν
						οὐδὲ ἐνοχλεῖσθαι περιμένειν, ἀλλὰ αὐτὸν ζητεῖν τοὺς εὖ πεισομένους ἀξίους <milestone unit="subsection" n="8"/>τε ὄντας τοῦ σωτῆρος μαθητάς, καλὸς μὲν οὖν καὶ ὁ τοῦ
						ἀποστόλου λόγος· »ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ θεός«, χαίροντα τῷ διδόναι καὶ μὴ φειδομένως
						σπείροντα, ἵνα μὴ οὕτως καὶ θερίσῃ. δίχα γογγυσμῶν καὶ διακρίσεως καὶ λύπης [καὶ]
						κοινωνοῦντα, ὅπερ ἐστὶν εὐεργεσία <pb n="181"/> καθα<add>ρά</add>. <milestone unit="subsection" n="9"/>κρείττων δ᾿ ἐστὶ τούτου ὁ τοῦ κυρίου λελεγμένος ἐν ἄλλῳ
						χωρίῳ· »παντὶ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου·« θεοῦ γὰρ ὄντως ἡ τοιαύτη φιλοδωρία. οὑτοσὶ δὲ ὁ
						λόγος ὑπὲρ ἅπασάν ἐστι θεότητα, μηδὲ αἰτεῖσθαι περιμένειν, ἀλλ᾿ αὐτὸν ἀναζητεῖν, ὅστις
						ἄξιος εὖ παθεῖν,</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><milestone unit="section" n="32"/><p> ἔπειτα τηλικοῦτον μισθὸν ὁρίσαι τῆς κοινωνίας, αἰώνιον σκηνήν. ὢ καλῆς ἐμπορίας, ὢ
						θείας ἀγορᾶς· ὠνεῖται χρημάτων τις ἀφθαρσίαν. καὶ δοὺς τὰ διολλύμενα τοῦ κόσμου μονὴν
						τούτων αἰώνιον ἐν οὐρανοῖς ἀντιλαμβάνει. <milestone unit="subsection" n="2"/>πλεῦσον ἐπὶ
						ταύτην, ἂν σωφρονῇς. τὴν πανήγυριν, ὦ πλούσιε, κἂν δέῃ, περίελθε γῆν ὅλην. μὴ φείσῃ
						κινδύνων καὶ πόνων, ἵν᾿ ἐνταῦθα βασιλείαν οὐράνιον ἀγοράσῃς. <milestone unit="subsection" n="3"/>τί σε λίθοι διαφανεῖς καὶ σμάραγδοι τοσοῦτον εὐφραίνουσι καὶ
						οἰκία. τροφὴ πυρὸς ἢ χρόνου παίγνιον ἢ σεισμοῦ πάρεργον ἢ ὕβρισμα τυράννου; <milestone unit="subsection" n="4"/>ἐπιθύμησον ἐν οὐρανοῖς οἰκῆσαι καὶ βασιλεῦσαι μετὰ θεοῦ,
						ταύτην σοὶ τὴν βασιλείαν ἄνθρωπος δώσει θεὸν ἀπομιμούμενος· ἐνταῦθα μικρὰ λαβὼν ἐκεῖ δι᾿
						ὅλων αἰώνων σύνοικόν σε ποιήσεται. <milestone unit="subsection" n="5"/>ἱκέτευσον ἵνα
						λάβῃ· σπεῦσον, ἀγωνίασον, φοβήθητι μή σε ἀτιμάσῃ· οὐ γὰρ κεκέλευσται <pb ed="alt" n="954 P"/> λαβεῖν, ἀλλὰ σὺ παρασχεῖν. <milestone unit="subsection" n="6"/>οὐ μὴν οὐδ᾿
						εἶπεν ὁ κύριος· ›δὸς‹ ἢ ›παράσχες‹ ἢ ›εὐεργέτησον‹ ἢ ›βοήθησον‹, ›φίλον‹ δὲ ›ποίησαι‹· ὁ
						δὲ φίλος οὐκ ἐκ μιᾶς δόσεως γίνεται, ἀλλ᾿ ἐξ ὅλης ἀναπαύσεως καὶ συνουσίας μακρᾶς· οὔτε
						γὰρ ἡ πίστις οὔτε ἡ ἀγάπη οὔτε ἡ καρτερία μιᾶς ἡμέρας, ἀλλ᾿ »ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος,
						οὗτος σωθήσεται«.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><milestone unit="section" n="33"/><p>Πῶς οὖν ὁ ἄνθρωπος ταῦτα δίδωσιν; ὅτι διὰ τὴν ἐκείνου τιμὴν καὶ εὔνοιαν καὶ οἰκείωσιν ὁ
						κύριος δίδωσι· »δώσω γὰρ οὐ μόνον τοῖς φίλοις, ἀλλὰ καὶ τοῖς φίλοις τῶν φίλων.«
							<milestone unit="subsection" n="2"/>καὶ τίς οὗτός ἐστιν ὁ φίλος τοῦ θεοῦ; σὺ μὲν μὲν
						μὴ κρῖνε, τίς ἄξιος καὶ τίς ἀνάξιος· ἐνδέχεται γάρ σε διαμαρτεῖν περὶ τὴν δόξαν· ὡς ἐν
						ἀμφιβόλῳ δὲ τῆς ἀγνοίας ἄμεινον καὶ τοὺς ἀναξίους εὖ ποιεῖν διὰ τοὺς ἀξίους ἢ
						φυλασσόμενον· <pb n="182"/> τοὺς ἧσσον ἀγαθοὺς μηδὲ τοῖς σπουδαίοις περιπεσεῖν.
							<milestone unit="subsection" n="3"/>ἐκ μὲν γὰρ τοῦ φείδεσθαι καὶ προσποιεῖσθαι
						δοκιμάζειν τοὺς εὐλόγως ἢ μὴ τευξομένους ἐνδέχεταί σε καὶ θεοφιλῶν ἀμελῆσαί τινων, οὗ τὸ
						ἐπιτίμιον κόλασις ἔμπυρος αἰώνιος· ἐκ δὲ τοῦ προΐεσθαι πᾶσιν ἑξῆς τοῖς χρῄζουσιν ἀνάγκη
						πάντως εὑρεῖν τινα καὶ τῶν σῶσαι παρὰ θεῷ δυναμένων. <milestone unit="subsection" n="4"/>»μὴ κρῖνε« τοίνυν, »ἵνα μὴ κριθῇς· ᾧ μέτρῳ μετρεῖς. τούτῳ καὶ ἀντιμετρηθήσεταί σοι·
						μέτρον καλόν. πεπιεσμένον καὶ σεσαλευμένον. <milestone unit="subsection" n="5"/>ὑπερεκχυνόμενον, ἀποδοθήσεταί σοι.« πᾶσιν ἄνοιξον τὰ σπλάγχνα τοῖς τοῦ θεοῦ μαθηταῖς
						ἀπογεγραμμένοις. μὴ πρὸς σῶμα ἀπιδὼν ὑπερόπτως. μὴ πρὸς ἡλικίαν ἀμελῶς διατεθείς, μηδ᾿
						εἴ τις ἀκτήμων ἢ δυσείμων ἢ δυσειδὴς ἢ ἀσθενὴς φαίνεται, πρὸς τοῦτο τῇ <milestone unit="subsection" n="6"/>ψυχῇ δυσχεράνῃς καὶ ἀποστραφῇς. σχῆμα τοῦτ᾿ ἔστιν ἔξωθεν ἡμῖν
						περιβεβλημένον τῆς εἰς κόσμον παρόδου προφάσει, ἵν᾿ εἰς τὸ κοινὸν τοῦτο παιδευτήριον
						εἰσελθεῖν δυνηθῶμεν· ἀλλ᾿ ἔνδον κρυπτὸς ἐνοικεῖ ὁ πατὴρ καὶ ὁ τούτου παῖς ὁ ὑπὲρ ἡμῶν
						ἀποθανὼν καὶ μεθ᾿ ἡμῶν ἀναστάς.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><milestone unit="section" n="34"/><p>Τοῦτο τὸ σχῆμα τὸ βλεπόμενον ἐξαπατᾷ τὸν θάνατον καὶ τὸν διάβολον· ὁ γὰρ ἐντὸς πλοῦτος
						καὶ τὸ κάλλος αὐτοῖς ἀθέατός ἐστι· καὶ μαίνονται περὶ τὸ σαρκίον, οὗ καταφρονοῦσιν ὡς
						ἀσθενοῦς. τῶν ἔνδον ὄντες τυφλοὶ κτημάτων, οὐκ ἐπιστάμενοι πηλίκον τινὰ »θησαυρὸν ἐν
						ὀστρακίνῳ σκεύει« βαστάζομεν, δυνάμει θεοῦ πατρὸς καὶ αἵματι θεοῦ παιδὸς καὶ δρόσῳ
						πνεύματος ἁγίου περιτετειχισμένον. ἀλλὰ σύ γε μὴ ἐξαπατηθῇς. <milestone unit="subsection" n="2"/>ὁ γεγευμένος ἀληθείας καὶ κατηξιωμένος τῆς μεγάλης λυτρώσεως,
						ἀλλὰ τὸ ἐναντίον τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις σεαυτῷ κατάλεξον στρατὸν ἄοπλον, ἀπόλεμον,
						ἀναίμακτον, ἀόργητον, ἀμίαντον, γέροντας <pb ed="alt" n="955 P"/> θεοσεβεῖς. ὀρφανοὺς
						θεοφιλεῖς, χήρας πραότητι ὡπλισμένας. <milestone unit="subsection" n="3"/>ἄνδρας ἀγάπῃ
						κεκοσμημένους. τοιούτους κτῆσαι τῷ σῷ πλούτῳ καὶ τῷ σώματι καὶ τῇ ψυχῇ δορυφόρους, ὧν
						στρατηγεῖ θεός. δι᾿ οὓς καὶ ναῦς βαπτιζομένη κουφίζεται, μόναις ἁγίων εὐχαῖς
						κυβερνωμένη. καὶ νόσος ἀκμάζουσα δαμάζεται, χειρῶν ἐπιβολαῖς διωκομένη. <pb n="183"/>
						καὶ προσβολὴ λῃστῶν ἀφοπλίζεται, εὐχαῖς εὐσεβέσι σκυλευομένη, καὶ δαιμόνων βία θραύεται
						προστάγμασι συντόνοις ἐλεγχομένη.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><milestone unit="section" n="35"/><p>Ἐνεργοὶ οὗτοι πάντες [οἱ] στρατιῶται καὶ φύλακες βέβαιοι. οὐδεὶς ἀργός, οὐδεὶς ἀχρεῖος.
						ὃ μὲν ἐξαιτήσασθαί σε δύναται παρὰ θεοῦ. ὅ δὲ παραμυθήσασθαι κάμνοντα, ὃ δὲ δακρῦσαι καὶ
						στενάξαι συμπαθῶς ὑπὲρ σοῦ πρὸς τὸν κύριον τῶν ὅλων, ὅ δὲ διδάξαι τι τῶν πρὸς τὴν
						σωτηρίαν χρησίμων, ὃ δὲ νουθετῆσαι μετὰ παρρησίας, ὃ δὲ συμβουλεῦσαι μετ᾿ εὐνοίας,
						πάντες δὲ φιλεῖν ἀληθῶς, ἀδόλως, ἀφόβως. ἀνυποκρίτως, ἀκολακεύτως. <milestone unit="subsection" n="2"/>ἀπλάστως. ὦ γλυκεῖαι θεραπεῖαι φιλούντων, ὦ μακάριοι
						διακονίαι θαρρούντων, ὦ πίστις εἰλικρινὴς θεὸν μόνον δεδιότων, ὦ λόγων ἀλήθεια παρὰ τοῖς
						ψεύσασθαι μὴ δυναμένοις, ὦ κάλλος ἔργων παρὰ τοῖς θεῷ διακονεῖν πεπεισμένοις. πείθειν
						θεόν, ἀρέσκειν θεῷ· οὐ σαρκὸς τῆς σῆς ἅπτεσθαι δοκοῦσιν. ἀλλὰ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς ἕκαστος,
						οὐκ ἀδελφῷ λαλεῖν, ἀλλὰ τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων ἐν σοὶ κατοικοῦντι.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><milestone unit="section" n="36"/><p>Πάντες οὖν οἱ πιστοὶ καλοὶ καὶ θεοπρεπεῖς καὶ τῆς προσηγορίας ἄξιοι, ἣν ὥσπερ διάδημα
						περίκεινται. οὐ μὴν ἀλλ᾿ εἰσὶν ἤδη τινὲς καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἐκλεκτότεροι, καὶ τοσούτῳ
						μᾶλλον <add>ᾗ</add> ἧττον ἐπίσημοι, τρόπον τινὰ ἐκ τοῦ κλύδωνος τοῦ κόσμου νεωλκοῦντες
						ἑαυτοὺς καὶ ἐπανάγοντες ἐπ᾿ ἀσφαλές, οὐ βουλόμενοι δοκεῖν ἅγιοι. κἂν εἴπῃ τις,
						αἰσχυνόμενοι, ἐν βάθει γνώμης ἀποκρύπτοντες τὰ ἀνεκλάλητα μυστήρια. καὶ τὴν αὑτῶν
						εὐγένειαν ὑπερηφανοῦντες ἐν κόσμῳ βλέπεσθαι, οὓς ὁ λόγος »φῶς τοῦ κόσμου« καὶ »ἅλας τῆς
						γῆς« καλεῖ. <milestone unit="subsection" n="2"/>τοῦτ᾿ ἔστι τὸ σπέρμα, εἰκὼν καὶ ὁμοίωσις
						θεοῦ, καὶ τέκνον αὐτοῦ γνήσιον καὶ κληρονόμον, ὥσπερ ἐπί τινα ξενιτείαν ἐνταῦθα
						πεμπόμενον ὑπὸ μεγάλης οἰκονομίας καὶ ἀναλογίας τοῦ πατρός· <milestone unit="subsection" n="3"/>δι᾿ ὃ καὶ τὰ φανερὰ καὶ τὰ ἀφανῆ τοῦ κόσμου δεδημιούργηται, τὰ μὲν εἰς
						δουλείαν, τὰ δὲ εἰς ἄσκησιν. τὰ δὲ εἰς μάθησιν αὐτῷ. καὶ πάντα, μέχρις ἂν ἐνταῦθα τὸ
						σπέρμα μένῃ. συνέχεται, καὶ συναχθέντος αὐτοῦ πάντα τάχιστα λυθήσεται. <pb ed="alt" n="956 P"/></p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><milestone unit="section" n="37"/><p>Τί γὰρ ἔτι δεῖ; θεῶ τὰ τῆς ἀγάπης μυστήρια, καὶ τότε ἐποπτεύσεις τὸν κόλπον τοῦ πατρός,
						ὃν ὁ μονογενὴς θεὸς μόνος ἐξηγήσατο. <pb n="184"/> ἐστι δὲ καὶ αὐτὸς ὁ θεὸς ἀγάπη καὶ
						δι᾿ ἀγάπην ἡμῖν ἐθεάθη. <milestone unit="subsection" n="2"/>καὶ τὸ μὲν ἄρρητον αὐτοῦ
						πατήρ. τὸ δὲ εἰς ἡμᾶς συμπαθὲς γέγονε μήτηρ. ἀγαπήσας ὁ πατὴρ ἐθηλύνθη. καὶ τούτου μέγα
						σημεῖον ὃν αὐτὸς ἐγέννησεν ἐξ αὑτοῦ· <milestone unit="subsection" n="3"/>καὶ ὁ τεχθεὶς
						ἐξ ἀγάπης καρπὸς ἀγάπη. διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς κατῆλθε. διὰ τοῦτο ἄνθρωπον ἐνέδυ. διὰ τοῦτο
						τὰ ἀνθρώπων ἑκὼν ἔπαθεν. ἵνα πρὸς τὴν ἡμετέραν ἀσθένειαν οὓς ἠγάπησε μετρηθεὶς ἡμᾶς πρὸς
						τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν ἀντιμετρήσῃ. <milestone unit="subsection" n="4"/>καὶ μέλλων
						σπένδεσθαι καὶ λύτρον ἑαυτὸν ἐπιδιδοὺς καινὴν ἡμῖν διαθήκην καταλιμπάνει· »ἀγάπην ὑμῖν
						δίδωμι τὴν ἐμήν.« τίς δέ ἐστιν αὕτη καὶ πόση; ὑπὲρ ἡμῶν ἑκάστου κατέθηκε τὴν ψυχὴν τὴν
						ἀνταξίαν τῶν ὅλων· <milestone unit="subsection" n="5"/>ταύτην ἡμᾶς ὑπὲρ ἀλλήλων
						ἀνταπαιτεῖ. εἰ δὲ τὰς ψυχὰς ὀφείλομεν τοῖς ἀδελφοῖς. καὶ τοιαύτην τὴν συνθήκην πρὸς τὸν
						σωτῆρα ἀνθωμολογήμεθα. ἔτι τὰ τοῦ κόσμου. τὰ πτωχὰ καὶ ἀλλότρια καὶ παραρρέοντα.
						καθείρξομεν ταμιευόμενοι; ἀλλήλων ἀποκλείσομεν, ἃ μετὰ μικρὸν ἕξει τὸ πῦρ; <milestone unit="subsection" n="6"/>θείως γε καὶ ἐπιπνόως ὁ Ἰωάννης »ὁ μὴ φιλῶν« φησὶ »τὸν
						ἀδελφὸν ἀνθρωποκτόνος ἐστί«, σπέρμα τοῦ Κάιν, θρέμμα τοῦ διαβόλου. θεοῦ σπλάγχνον οὐκ
						ἔχει, ἐλπίδα κρειττόνων οὐκ ἔχει. ἄσπορός ἐστιν, ἄγονός ἐστιν. οὐκ ἔστι κλῆμα τῆς ἀεὶ
						ζώσης ὑπερουρανίας ἀμπέλου, ἐκκόπτεται, τὸ πῦρ ἄθρουν ἀναμένει.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><milestone unit="section" n="38"/><p>Σὺ δὲ μάθε τὴν »<add>καθ᾿</add> ὑπερβολὴν ὁδόν«, ἣν δείκνυσι Παῦλος ἐπὶ σωτηρίαν· »ἡ
						ἀγάπη τὰ ἑαυτῆς οὐ ζητεῖ«, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸν ἀδελφὸν ἐκκέχυται· περὶ τοῦτον ἐπτόηται, περὶ
						τοῦτον σωφρόνως μαίνεται. »ἀγάπη καλύπτει πλῆθος ἁμαρτιῶν· <milestone unit="subsection" n="2"/>ἡ τελεία ἀγάπη ἐκβάλλει τὸν φόβον· οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται. οὐκ ἐπιχαίρει
						τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει. πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει. πάντα
						ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει, προφητεῖαι καταργοῦνται. γλῶσσαι παύονται, ἰάσεις
						ἐπὶ γῆς καταλείπονται. μένει δὲ τὰ τρία ταῦτα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μείζων δὲ ἐν
						τούτοις ἡ ἀγάπη.« καὶ δικαίως· <milestone unit="subsection" n="3"/>πίστις μὲν γὰρ
						ἀπέρχεται, ὅταν αὐτοψίᾳ πεισθῶμεν <pb n="185"/> ἰδόντες θεόν, καὶ ἐλπὶς ἀφανίζεται τῶν
						ἐλπισθέντων ἀποδοθέντων, ἀγάπη δὲ εἰς πλήρωμα συνέρχεται καὶ μᾶλλον αὔξεται τῶν τελείων
						παραδοθέντων. <milestone unit="subsection" n="4"/>ἐὰν ταύτην ἐμβάληταί τις τῇ ψυχῇ,
						δύναται, κἂν ἐν ἁμαρτήμασιν ᾖ γεγεννημένος, κἂν πολλὰ τῶν κεκωλυμένων εἰργασμένος,
						αὐξήσας τὴν ἀγάπην καὶ μετάνοιαν καθαρὰν λαβὼν ἀναμαχέσασθαι τὰ ἐπταισμένα. <milestone unit="subsection" n="5"/><pb ed="alt" n="957 P"/> μηδὲ γὰρ τοῦτο εἰς ἀπόγνωσίν σοι καὶ
						ἀπόνοιαν καταλελείφθω, εἰ καὶ τὸν πλούσιον μάθοις ὅστις ἐστὶν</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><milestone unit="section" n="39"/><p>ὁ χώραν ἐν οὐρανοῖς οὐκ ἔχων καὶ τίνα τρόπον τοῖς οὖσι χρώμενος ἄν τις τό τε ἐπίρρητον
						τοῦ πλούτου καὶ χαλεπὸν εἰς ζωὴν διαφύγοι καὶ δύναιτο τῶν αἰωνίων [τῶν] ἀγαθῶν
						ἐπαύρασθαι, εἴη δὲ τετυχηκὼς ἢ δι᾿ ἄγνοιαν ἢ δι᾿ ἀσθένειαν ἢ περίστασιν ἀκούσιον μετὰ
						τὴν σφραγῖδα καὶ τὴν λύτρωσιν περιπετής τισιν ἁμαρτήμασιν ἢ παραπτώμασιν, ὡς ὑπενηνέχθαι
						τέλεον, <add>ὅτι</add> οὗτος κατεψήφισται παντάπασιν ὑπὸ τοῦ θεοῦ. <milestone unit="subsection" n="2"/>παντὶ γὰρ τῷ μετ᾿ ἀληθείας ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ἐπιστρέψαντι
						πρὸς τὸν θεὸν ἀνεῴγασιν αἱ θύραι καὶ δέχεται τρισάσμενος πατὴρ υἱὸν ἀληθῶς μετανοοῦντα·
						ἡ δ᾿ ἀληθινὴ μετάνοια τὸ μηκέτι τοῖς αὐτοῖς ἔνοχον εἶναι, ἀλλὰ ἄρδην ἐκριζῶσαι τῆς ψυχῆς
						ἐφ᾿ οἷς ἑαυτοῦ κατέγνω θάνατον ἁμαρτήμασιν· τούτων γὰρ ἀναιρεθέντων αὖθις εἰς σὲ θεὸς
						εἰσοικισθήσεται. <milestone unit="subsection" n="3"/>μεγάλην γάρ φησι καὶ ἀνυπέρβλητον
						εἶναι χαρὰν καὶ ἑορτὴν ἐν οὐρανοῖς τῷ πατρὶ καὶ τοῖς ἀγγέλοις ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ
						ἐπιστρέψαντος καὶ μετανοήσαντος. διὸ καὶ κέκραγεν· <milestone unit="subsection" n="4"/>»ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν· οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὴν μετάνοιαν·
						κἂν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν ἔριον, ὡς χιόνα λευκανῶ, κἂν μελάντερον τοῦ
						σκότους, ὡς ἔριον λευκὸν ἐκνίψας ποιήσω.« <milestone unit="subsection" n="5"/>θεῷ γὰρ
						μόνῳ δυνατὸν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρασχέσθαι καὶ μὴ λογίσασθαι παραπτώματα, ὅπου γε καὶ ἡμῖν
						παρακελεύεται τῆς ἡμέρας ἑκάστης ὁ κύριος ἀφιέναι <pb n="186"/> τοῖς ἀδελφοῖς
						μετανοοῦσιν. <milestone unit="subsection" n="6"/>εἰ δὲ ἡμεῖς πονηροὶ ὄντες ἴσμεν ἀγαθὰ
						δόματα διδόναι. πόσῳ μᾶλλον »ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν«. ὁ ἀγαθὸς πατὴρ »πάσης παρακλήσεως«.
						ὁ πολύσπλαγχνος καὶ πολυέλεος πέφυκε μακροθυμεῖν· τοὺς ἐπιστρέψαντας περιμένει·
						ἐπιστρέψαι δέ ἐστιν ὄντως ἀπὸ τῶν ἁμαρτημάτων τὸ παύσασθαι καὶ μηκέτι βλέπειν εἰς τὰ
						ὀπίσω.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><milestone unit="section" n="40"/><p>Τῶν μὲν οὖν προγεγενημένων θεὸς δίδωσιν ἄφεσιν. τῶν δὲ ἐπιόντων αὐτὸς ἕκαστος ἑαυτῷ.
						καὶ τοῦτ᾿ ἔστι μεταγνῶναι τὸ καταγνῶναι τῶν παρῳχημένων καὶ αἰτήσασθαι τούτων ἀμνηστίαν
						παρὰ πατρός, ὃς μόνος τῶν ἁπάντων οἷός τέ ἐστιν ἄπρακτα ποιῆσαι τὰ πεπραγμένα ἐλέῳ τῷ
						παρ᾿ αὑτοῦ καὶ δρόσῳ πνεύματος ἀπαλείψας τὰ προημαρτημένα. <milestone unit="subsection" n="2"/>»ἐφ᾿ οἷς γὰρ ἂν εὕρω ὑμᾶς«, φησίν, »ἐπὶ τούτοις καὶ κρινῶ·« <milestone unit="subsection" n="3"/>καὶ παρ᾿ ἕκαστα βοᾷ τὸ τέλος πάντων· ὥστε καὶ τῷ τὰ μέγιστα
						εὖ πεποιηκότι <add>κατὰ</add> τὸν βίον, ἐπὶ δὲ τοῦ τέλους ἐξοκείλαντι πρὸς κακίαν,
						ἀνόνητοι πάντες οἱ πρόσθεν πόνοι, ἐπὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ δράματος ἐξάθλῳ γενομένῳ, τῷ
						τε χεῖρον <pb ed="alt" n="958 P"/> καὶ ἐπισεσυρμένως βιώσαντι πρότερον ἔστιν ὕστερον
						μετανοήσαντι πολλοῦ χρόνου πολιτείαν πονηρὰν ἐκνικῆσαι τῷ μετὰ τὴν μετάνοιαν χρόνῳ·
							<milestone unit="subsection" n="4"/>ἀκριβείας δὲ δεῖ πολλῆς, ὥσπερ τοῖς μακρᾷ νόσῳ
						πεπονηκόσι σώμασι διαίτης χρεία καὶ προσοχῆς πλείονος. <milestone unit="subsection" n="5"/>ὁ κλέπτης, ἄφεσιν βούλει λαβεῖν; μηκέτι κλέπτε· ὁ μοιχεύσας, μηκέτι πυρούσθω· ὁ
						πορνεύσας, <pb n="187"/> λοιπὸν ἁγνευέτω· ὁ ἁρπάσας, ἀποδίδου καὶ προσαποδίδου· ὁ
						ψευδομάρτυς. ἀλήθειαν ἄσκησον· ὁ ἐπίορκος, μηκέτι ὄμνυε· καὶ τὰ ἄλλα πάθη σύντεμε,
						ὀργήν, ἐπιθυμίαν, λύπην. φόβον, ἵνα εὑρεθῇς ἐπὶ τῆς ἐξόδου πρὸς τὸν ἀντίδικον ἐνταῦθα
						διαλελύσθαι φθάνων. <milestone unit="subsection" n="6"/>ἔστιν μὲν οὖν ἀδύνατον ἴσως
						ἀθρόως ἀποκόψαι πάθη σύντροφα, ἀλλὰ μετὰ θεοῦ δυνάμεως καὶ ἀνθρωπείας ἱκεσίας καὶ
						ἀδελφῶν βοηθείας καὶ εἰλικρινοῦς μετανοίας καὶ συνεχοῦς μελέτης κατορθοῦται.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>