<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:14.1-14.19</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1:14.1-14.19</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg066.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="14"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Ξ.</head><p>Περὶ μὲν τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων ὁπόσοι <lb/>μέν εἰσι καὶ ὁποῖοι γέγραπται
                            πρόσθεν ἰδίᾳ καθ’ ἕν βιβλίον. <lb/>ὡς δ’ ἄν τις αὐτοὺς θεραπεύοι μεθόδῳ,
                            τῆς προκειμένης <lb/>πραγματείας ἴδιον ὄν, ἐν τῷ τρισκαιδεκάτῳ τῶνδε τῶν
                            ὑπομνημάτων <lb/>ἠρξάμεθα λέγειν. ἐπεὶ δ’ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ὑπὲρ
                            <lb/>ἁπάντων πυρετῶν ὁ λόγος ἐγεγόνει, βέλτιον ἔδοξέ μοι περὶ
                            <lb/>πρώτης φλεγμονῆς διελθεῖν ὡς ἂν συνεχέστατά τε γινομένης <lb/>καὶ
                            πυρετοὺς ἐπιφερούσης πολλάκις. εἴρηται μὲν οὖν τι κᾀν <lb/>τῇ τῶν
                            πυρετῶν θεραπείᾳ περὶ τῆς φλεγμονῆς ἅμα ταῖς <pb n="946"/> ἄλλαις αὐτῶν
                            αἰτίαις· ἀλλ’ ὁ τέλειός τε καὶ ἴδιος αὐτῆς λόγος <lb/>ἐν τῷ πρὸ τούτου
                            βιβλίῳ γέγραπται, τὴν μέθοδον τῆς θεραπείας <lb/>ὁποία τίς ἐστὶ
                            διερχομένων ἡμῶν, <milestone unit="ed2page" n="319"/>οὐ τὴν τῶν
                            <lb/>βοηθημάτων ὕλην, ὅ τι μὴ παραδείγματος ἕνεκεν, ὡς κᾀπὶ τῶν
                            <lb/>ἔμπροσθεν ἐποιήσαμεν. οὐ πόῤῥω δὲ τῆς φλεγμονῆς ἕτερον <lb/>νόσημά
                            ἐστιν ἐρυσίπελας ὀνομαζόμενον, ἐπὶ χολώδει χυμῷ <lb/>συνιστάμενον, ὡς
                            ἐδείχθη. βέλτιον δ’ ἴσως αὐτὸ μακροτέρῳ <lb/>λόγῳ διορίσαι τῆς
                            φλεγμονῆς. κοινὰ μὲν οὖν ἀμφοῖν ὅ τε <lb/>παρὰ φύσιν ὄγκος ἐστὶ καὶ ἡ
                            θερμασία, διαφέρει δὲ πρῶτα <lb/>μὲν καὶ μάλιστα τῇ χροιᾷ. ἐρυθρᾶς μὲν
                            γὰρ οὔσης αὐτῆς <lb/>φλεγμονὴν τὸ πάθος ὀνομάζουσιν, ὠχρᾶς δ’ ἢ ξανθῆς ἢ
                            <lb/>ὥσπερ ἐξ ὠχροῦ καὶ ξανθοῦ χρώματος μικτῆς, ἐρυσίπελας. <lb/>ἀτὰρ
                            οὖν καὶ ὁ σφυγμὸς ἴδιον σύμπτωμά ἐστι τῆς μεγάλης <lb/>φλεγμονῆς· καὶ
                            γὰρ καὶ διὰ βάθους γίνεται μᾶλλον, ὥσπερ γε <lb/>ἐρυσίπελας ἐν τῷ
                            δέρματι μᾶλλον ἢ ἐν τῷ βάθει. λεπτὸς γὰρ <lb/>κατὰ τὴν σύστασιν ὁ τῆς
                            ὠχρᾶς χολῆς χυμὸς, ὥστε διαῤῥεῖ <lb/>ῥᾳδίως ἐπὶ τὸ δέρμα, τὰ σαρκώδη καὶ
                            ἀραιὰ μόρια διερχόμενος. <pb n="947"/> ἡ δὲ τοῦ δέρματος πυκνότης οὐκέθ’
                            ὁμοίως εὔπορος <lb/>τῇδε τῇ χολῇ, πλὴν εἰ πάνυ λεπτὴ καὶ ὑδατώδης εἴη,
                            τοιαύτη <lb/>γὰρ μάλιστα καὶ ἡ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐστὶ συναπερχομένη
                            <lb/>τοῖς ἱδρῶσι. καὶ πολλῶν ὄψει κατὰ τὰ βαλανεῖα ταῖς στλεγγίσιν
                            <lb/>ἀποξεόντων τὸν ἱδρῶτα τοιοῦτον τὴν χρόαν, οἷόν περ <lb/>καὶ τὸ
                            οὖρόν ἐστι τοῖς ἐπὶ πλέον ἀσιτήσασιν. οἶσθα γὰρ ὡς <lb/>χρονιζόντων ἡμῶν
                            ἐν ταῖς ἀσιτίαις ὠχρότερον ἐξ ὑδατώδους <lb/>γίγνεται τὸ οὖρον· ὕστερον
                            δὲ ποτε καὶ ξανθὸν, εἰ μὴ φθάσειέ <lb/>τις ἐπιτέγξαι τὸν αὐχμὸν τοῦ
                            σώματος, ὑγραινούσῃ τε <lb/>τροφῇ καὶ ποτῷ. κατὰ φύσιν μὲν οὖν
                            διοικουμένου τοῦ σώματος <lb/>ὁ πικρόχολος χυμὸς ἀδήλως διαπνεῖται· παρὰ
                            φύσιν <lb/>δὲ κατ’ ἄλλα τε πάθη πλεονάζων φαίνεται, περὶ ὧν αὖθις
                            <lb/>εἰρήσεται, καὶ μέντοι κατὰ τουτὶ τὸ νῦν ἡμῖν προκείμενον, <lb/>ὃ
                            καλοῦσιν ἐρυσίπελας. ὅταν γὰρ ἤτοι πολὺ πλέον τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν ἢ
                            παχύτερος γενόμενος ἀθρόως ἐνεχθῇ πρὸς τὸ δέρμα, <lb/>διακαίει τε τοῦτο
                            καὶ εἰς ὄγκον αἴρει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Κρεῖττον δ’ ἐστὶν, ὥσπερ ἀεὶ λέγομέν τε <lb/>καὶ πράττομεν, οὕτω καὶ νῦν
                            ἡμᾶς ἀπὸ τῶν πραγμάτων, <pb n="948"/>
                            <milestone unit="ed1page" n="185"/>οὐ τῶν ὀνομάτων ἄρξασθαι, δευτέραν
                            ἀμείνω τῆς πρόσθεν <lb/>ἀρχῆς τῷ λόγῳ τήνδε θεμένους. ὅταν αἵματος
                            πολλοῦ <lb/>κατασκήψαντος εἴς τι μόριον, ὡς μὴ στέγεσθαι πρὸς τῶν
                            <lb/>ἀγγείων τῶν κατ’ αὐτὸ, διεκπίπτῃ τι δροσοειδῶς ἐκ τῶν <lb/>ἀγγείων
                            εἰς τὰς τῶν μυῶν χώρας, ἃς ἔχουσι μεταξὺ τῶν συντιθέντων <lb/>αὐτοὺς
                            ὁμοιομερῶν σωμάτων, ὄγκος μὲν γίγνεται <lb/>διὰ τὸ πλῆθος· ἕπεται δὲ
                            αὐτῷ τάσις μὲν τοῦ δέρματος, ὀδύνη <lb/>δ’ ἐν τῷ βάθει καὶ πόνος μετὰ
                            σφυγμοῦ καὶ ἁπτομένοις ἀντιτυπία <lb/>τις, ἔρευθός τε καὶ θερμότης, ὡς
                            ἂν καὶ τοῦ δέρματος <lb/>ἀπολαύοντος ὧν πάσχουσιν αἱ ὑπ’ αὐτὸ σάρκες.
                            ἀνάλογόν <lb/>τε τοῖς νῦν εἰρημένοις καὶ περὶ τὰ σπλάγχνα γίνεται
                            διάθεσις. <lb/>ἔστι γὰρ δὴ κᾀν τούτοις ἰδία σὰρξ, ἣν ἔνιοι παρέγχυμα
                            <lb/>προσαγορεύουσιν, εἰς ἣν ἀτμοειδῶς ἐκ τῶν πεπληρωμένων <lb/>ἀγγείων
                            ἐκκρινόμενον τὸ αἷμα τὰ προειρημένα συμπτώματα <lb/>ἐργάσεται. μία μὲν
                            οὖν ἥδε διάθεσις αἱματώδους ἔκγονος <lb/>ῥεύματος ἐν σαρκοειδέσι σώμασι
                            μάλιστα γινομένη. δευτέρα <lb/>δ’ ἑτέρα χολώδους περὶ τὸ δέρμα
                            συνισταμένη μάλιστα τό <lb/>τ’ ἐκτὸς τοῦτο, τὸ κοινὸν ἁπάντων σκέπασμα
                            τῶν μορίων, <pb n="949"/> καὶ τὸ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐντὸς περιτεταμένων
                            ὑμενῶδές τε <lb/>καὶ λεπτόν. ὥσπερ οὖν ἡ προτέρα συνεπιλαμβάνει τι καὶ
                            <lb/>τοῦ δέρματος, οὕτω καὶ ἥδε τῆς ὑποκειμένης αὐτῷ σαρκός. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="320"/>εἰ δὲ καὶ παχύτερος ὁ χυμὸς εἴη καὶ
                            δριμύτερος, ἀποδέρει <lb/>τὴν ἐπιδερμίδα καί ποτ’ ἐν τῷ χρόνῳ πρὸς τὸ
                            βάθος <lb/>ἐξικνεῖται τοῦ δέρματος ἡ ἕλκωσις. αὕτη μὲν οὖν ἡ διάθεσις
                            <lb/>ἐρυσίπελας ὀνομαζέσθω, διττὴν δὲ ἔχον, ὡς εἴρηται, <lb/>διαφορὰν,
                            ἤτοι χωρὶς ἑλκώσεως, ἢ σὺν ταύτῃ γιγνόμενον. ἡ <lb/>προτέρα δὲ μονοειδής
                            ἐστι καὶ καλείσθω φλεγμονή. ὅταν οὖν <lb/>μήτε ἀκριβῶς ᾖ χολῶδες τὸ
                            ῥεῦμα μήθ’ αἱματῶδες, ἀλλ’ <lb/>ἐξ ἀμφοῖν μικτὸν, ἀπὸ μὲν τοῦ κρατοῦντος
                            ἐν τῇ μίξει <lb/>τοὔνομα αὐτῷ τιθέσθω, κατηγορείσθω δὲ τοῦτο τὸ
                            κρατούμενον, <lb/>ὡς ἤτοι φλεγμονὴν ἐρυσιπελατώδη καλεῖν ἡμᾶς <lb/>ἢ
                            ἐρυσίπελας φλεγμονῶδες. εἰ δὲ μηδέτερον ἐπικρατοίη, <lb/>μέσον
                            ἐρυσιπέλατός τε καὶ φλεγμονῆς ὀνομαζέσθω τὸ <lb/>πάθος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἡ δὲ τῆς θεραπείας μέθοδος ὡς ἐπὶ τῶν <lb/>ἄλλων συνθέτων, οὕτω καὶ νῦν
                            γιγνέσθω τὴν ἀρχὴν ἀπὸ ﻿<pb n="950"/> τῶν ἁπλῶν ποιησαμένοις. κοινὸς μὲν
                            οὖν σκοπὸς ἅπασι <lb/>τοῖς οὕτω παρὰ φύσιν ὄγκοις ἡ κένωσις. οὕτω δ’
                            εἶπον ἀναμιμνήσκων <lb/>τοῦ πλήθους τῶν ἐργαζομένων αὐτοὺς χυμῶν. εἰ
                            <lb/>γάρ τις τούτους κενώσειε, τὴν κατὰ φύσιν ἕξιν ἀναλήψεται <lb/>τὸ
                            μόριον. ἀλλὰ καὶ ἡ κένωσις ὁμοίως ἅπασι διττὴ, μία μὲν <lb/>οὖν
                            ἀπωθουμένων ἡμῶν αὐτοὺς εἰς ἕτερα μόρια, δευτέρα δὲ <lb/>διαφορούντων
                            ἔξω κατὰ τὴν ἄδηλον αἰσθήσει διαπνοήν. ἐπεὶ <lb/>δ’ οὐ τῷ ποσῷ μόνον
                            ἀνιᾷ τὸ ἐρυσίπελας, ἀλλὰ καὶ τῷ ποιῷ, <lb/>σφοδρὰν ἔχον τὴν φλόγωσιν,
                            ἐμψύξεως δεήσεται περιττοτέρας <lb/>ἢ κατὰ τὴν φλεγμονήν. οὐ μὴν
                            ἀκίνδυνός γε ἡ τοιαύτη θεραπεία <lb/>τῷ παντὶ σώματι, διὰ τὸ φέρεσθαι
                            τὴν χολὴν ἐνίοτε <lb/>πρός τι τῶν ἐπικαίρων μορίων, ὅπου γε οὐδ’ ὅταν
                            αἷμα <lb/>ψύχηται πλεονάζον, ἀκίνδυνον ἐκ τῶν ἀκύρων μερῶν ἀπωθεῖσθαι
                            <lb/>τὸ ῥεῦμα. καθάπερ οὖν ἐπ’ ἐκείνου μετὰ τῆς τοῦ <lb/>παντὸς σώματος
                            κενώσεως τοῖς ἀποκρουστικοῖς ὀνομαζομένοις <lb/>ἐχρώμεθα βοηθήμασιν,
                            οὕτω καὶ νῦν πράξομεν· ἀντὶ <lb/>μὲν φλεβοτομίας χολαγωγῷ φαρμάκῳ
                            καθαίροντες, αὐτὸ δὲ <lb/>τὸ πεπονθὸς μέρος ἐμψύχοντες. ὅρος δ’ ἔστω τοῦ
                            ψύχειν ἡ <pb n="951"/> τῆς χρόας μεταβολή. καὶ γὰρ τό γε ἀκριβὲς
                            ἐρυσίπελας εὐθὺς <lb/>ἅμα ταύτῃ παύεται, τὸ δ’ οὐκ ἀκριβὲς, ἀλλ’ ἤδη πως
                            φλεγμονῶδες <lb/>πελιδνὸν ἀποφαίνει τὸ δέρμα, ψυχόντων ἐπὶ πλέον.
                            <lb/>εἰ δὲ μηδ’ οὕτως τις παύοιτο, μελαίνεται, καὶ μάλιστα ἐπὶ <lb/>τῶν
                            πρεσβυτικῶν σωμάτων· ὥστ’ ἔνια τῶν οὕτω ψυχθέντων <lb/>οὐδὲ τοῖς
                            διαφορητικοῖς φαρμάκοις ἐκθεραπεύεται τελέως, <lb/>ἀλλ’ ὑπολείπει τινὰ
                            περὶ τὸ μόριον ὄγκον σκιῤῥώδη. μεταβαίνειν <lb/>οὖν ἄμεινον ἀπὸ τῶν
                            ψυχόντων τε καὶ στυφόντων ἐπὶ <lb/>τἀναντία καθ’ ὃν ἂν καιρὸν ἴδῃς
                            ἠλλοιωμένον τὸ χρῶμα τοῦ <lb/>πάσχοντος μορίου, πρὶν ἤτοι πελιδνὸν ἢ καὶ
                            παντάπασι μέλαν <lb/>γενέσθαι. λέλεκται δ’ ἐν ταῖς περὶ φαρμάκων
                            πραγματείαις <lb/>ἡ τῶν ψυχόντων ὕλη, τὸ στρύχνον καὶ τὸ ἀείζωον, ἥ τ’
                            <lb/>ἀνδράχνη καὶ ἡ κοτυληδὼν καὶ τὸ ψύλλιον, ὅ θ’ ὑοσκύαμος <lb/>καὶ ἡ
                            θριδακίνη καὶ ἡ σέρις, ὅ τε ἀπὸ τῶν τελμάτων φακὸς, <lb/>αἵ τε δι’
                            ὕδατος πάνυ ψυχροῦ κηρωταὶ καὶ τἄλλα ὅσα τοιαῦτα. <lb/>μεταπεσούσης δὲ
                            τῆς φλογώσεως τοῦ πεπονθότος μορίου, <lb/>καταπλάττειν αὐτὸ, πρὶν
                            πελιδνὸν γενέσθαι δι’ ὠμῆς λύσεως, <lb/>ὀνομάζω δ’ οὕτω τὸ κρίθινον
                            ἄλευρον. εἰ δὲ καὶ πελιδνὸν <pb n="952"/> γενέσθαι φθάσειεν, ἀποσχάζοντα
                            καταπλάττειν αἰονᾶν τε τὰ <lb/>μὲν πλεῖστα δι’ ὕδατος θερμοῦ· καὶ
                            θάλασσα δὲ καὶ ἅλμη <lb/>ποτὲ συνοίσει. <milestone unit="ed2page" n="321"/>καὶ αὐτῷ δὲ τῷ καταπλάσματι μίγνυται <lb/>τοιοῦτον ὕδωρ ἢ
                            ὄξος ἢ ὀξάλμη. ἐν τούτῳ δὲ τῷ καιρῷ καὶ <lb/>κοριανοῦ μετ’ ἀλφίτων ἔνιοι
                            πειραθέντες ἔγραψαν ὡς ἀγαθὸν <lb/>εἴη φάρμακον ἐρυσιπελάτων. εἶτ’ αὖθις
                            ἕτεροι κατ’ ἀρχὰς <lb/>χρησάμενοι μεγάλης βλάβης τῷ κάμνοντι κατέστησαν
                            αἴτιοι. <lb/>καὶ ἡ διὰ τοῦ ῥοδίνου δὲ κηρωτὴ λαμβάνουσα τῆς τιτάνου
                            <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐνίοις γέγραπται βοηθεῖν ἐρυσιπέλασι <lb/>καὶ
                            ἄλλα τινὰ τοιαῦτα τῶν θερμαινόντων ἱκανῶς, ὧν οὐδέν <lb/>ἐστιν
                            ἐρυσιπέλατος ἴαμα πρὶν μεταπεσὸν αὐτὸ παύσασθαι <lb/>μὲν ὅπερ ἦν ἐξ
                            ἀρχῆς, ἕτερον δ’ ἐναντίον ἐκείνῳ γενέσθαι. <lb/>πῶς γὰρ οὐκ ἐναντίον
                            ἔσται τὸ θερμῷ πάθει τὸ ψυχρὸν, ἢ <lb/>τῷ ξανθῷ τὴν χρόαν ἢ ὠχρῷ τὸ
                            πελιδνὸν ἢ μέλαν; ὥσπερ <lb/>δὲ πολλάκις ἐπιμίγνυται φλεγμονῇ τὸ
                            ἐρυσίπελας, οὕτως <lb/>ἐνίοτε τῷ οἰδήματι· καὶ καλείσθω τηνικαῦτα τὸ
                            μικτὸν ἐξ <lb/>ἀμφοῖν ἐρυσίπελας οἰδηματῶδες, ὥσπερ γε κᾀπειδὰν
                            ψυχόμενον <pb n="953"/> σκληρόν τε καὶ δύσλυτον γένηται, κληθήσεται
                            σκιῤῥῶδες <lb/>ἐρυσίπελας. καὶ τοίνυν καὶ ἡ θεραπεία καθάπερ ἐν ἅπασι
                            <lb/>τοῖς συνθέτοις, οὕτω κᾀπὶ τούτων σοι γιγνέσθω· καὶ μάλιστα <lb/>μὲν
                            ἀνθισταμένῳ πρὸς τὸ κρατοῦν, οὐκ ἐπιλελησμένῳ <lb/>δ’ οὐδὲ τῆς ἀπὸ τοῦ
                            μιχθέντος ἐνδείξεως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ χολώδει ῥεύματι τὸ ἐρυσίπελας, <lb/>οὕτως ἐπὶ φλέγματι τὸ
                            οἴδημα γίγνεται χαῦνός τις <lb/>ὄγκος ἀνώδυνος. ἴσμεν δὲ δήπου καὶ ἄλλως
                            οἰδήματα γινόμενα <lb/>περὶ τοὺς πόδας ἐν ὑδερικαῖς διαθέσεσι καὶ φθόαις
                            καὶ καχεξίαις <lb/>ἑτέραις ἰσχυραῖς. ἐπ’ ἐκείνων μὲν οὖν σύμπτωμά ἐστι
                            <lb/>τὸ οἴδημα τοῦ κατέχοντος πλήθους τὸν ἄνθρωπον, οὐδὲ <lb/>μιᾶς ἰδίας
                            ἐξαιρέτου θεραπείας δεόμενον. ἀρκεῖ γὰρ, εἴπερ <lb/>ἄρα, τηνικαῦτα
                            ἀνατρίβειν τὰ σκέλη ποτὲ μὲν δι’ ὀξυροδίνου, <lb/>ποτὲ δὲ δι’ ἐλαίου καὶ
                            ἁλῶν, ἢ καὶ αὐτῷ τῷ ὀξυροδίνῳ τῶν <lb/>ἁλῶν ἐπεμβάλλοντα. διὰ δὲ τὸν
                            φλεγματώδη χυμὸν ἐπιῤῥυέντα <lb/>μορίῳ συνιστάντος οἰδήματος, ἱκανὸς
                            ἐνίοτε καὶ σπόγγος <lb/>μόνος ὕδατι βεβρεγμένος ὀλίγον ὄξους ἔχοντι.
                            γενέσθω <lb/>δ’ ἡ κρᾶσις ἤτοι γ’ ὡς ἂν καὶ πίοι τις ἢ οὐ πολλῷ γε τούτου
                                <pb n="954"/> πλέον ἔχουσα τὸ ὄξος. ἐπιδεῖν δὲ χρὴ τὸν σπόγγον ἐκ
                            τῶν <lb/>κάτω μερῶν ἀρχόμενον καὶ ἄνω τελευτῶντα. καινὸς δ’ ἔστω <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="186"/>πάντως, εἰ μέλλοι τι χρηστὸν
                            ἐργάσασθαι· μὴ παρόντος <lb/>δέ σοι καινοῦ, διαῤῥύπτειν χρὴ καὶ
                            καθαίρειν τὸν ἐπιτυχόντα <lb/>νίτρῳ τε καὶ ἀφρονίτρῳ καὶ τῇ καλουμένῃ
                            κονίᾳ στακτῇ. μὴ <lb/>καταστάντος δὲ ἐπὶ τοῖσδε τοῦ οἰδήματος, ἐπειδὰν
                            αὖθις <lb/>ἐπιδέῃς, ἐπεμβάλλειν καὶ βραχὺ τῆς στυπτηρίας καὶ σπόγγον
                            <lb/>καινὸν προσοιστέον· εἰ δ’ οὐκ ἔχοις καινὸν, ἄμεινον χρῆσθαι
                            <lb/>τούτῳ δὴ τῷ καλουμένῳ πρὸς τῶν πολλῶν ἐλλυχνίῳ. μαλακὸν <lb/>δ’
                            ἔστω πρὸ πάντων, ὁποῖον τὸ Ταρσικόν· εἰ δ’ ἐκείνου τις <lb/>εὐποροίη,
                            θαῤῥῶν χρήσθω· βέλτιον γὰρ ἐνεργήσει τοῦ σπόγγου. <lb/>δευέσθω δὲ
                            δηλονότι τῷ τὴν στυπτηρίαν ἔχοντι ὀξυκράτῳ <lb/>καὶ ἐπιδείσθω, καθότι
                            προείρηται, κάτωθεν ἄνω. <lb/>σφίγγειν δ’ οὕτω συμμέτρως, ὡς ἐν
                            κατάγματι, καὶ μᾶλλον <lb/>μὲν τὰ κάτω πρῶτα· κατὰ βραχὺ δ’ ἐκλύειν τὴν
                            σφίγξιν· οὐ <lb/>μὴν εἰς τοσοῦτόν γε, ὡς χαλαρὸν γενέσθαι τι μέρος τῆς
                            ἐπιδέσεως. <lb/>ἀγαθὸν δὲ φάρμακον εἰς ταῦτα καὶ τὸ γλαύκιον αὐτό
                            <lb/>τε καθ’ ἑαυτὸ δι’ ὀξυκράτου λυθὲν, ἔτι τε μᾶλλον τὸ δι’ ﻿<pb n="955"/> αὐτοῦ συντιθέμενον ἡμέτερον φάρμακον, <milestone unit="ed2page" n="322"/>οὗ τὴν σύνθεσιν <lb/>ἔχεις ἐν τῇ περὶ τῶν
                            φαρμάκων πραγματείᾳ λεγομένῃ. <lb/>ἦσαν δέ μοι μέχρι δεῦρο τρεῖς, ἥ τε
                            περὶ τῶν ἁπλῶν, καὶ <lb/>μετὰ ταύτην ἡ περὶ τῆς συνθέσεως αὐτῶν, εἶθ’ ἡ
                            περὶ τῶν <lb/>εὐπορίστων. ἔοικα δὲ καὶ τετάρτην ἄλλην ποιήσειν, ἐπειδὴ
                            <lb/>καὶ πολλοὶ τῶν ἑταίρων οὕτως ἀξιοῦσιν· ἐν ᾗ περὶ τῶν κοινῶν
                            <lb/>καὶ ἰδίων ἑκάστου μορίου καὶ πάθους φαρμάκων ὁ λόγος <lb/>ἐστί μοι.
                            ἀλλὰ τοῦτό γε τὸ διὰ τοῦ γλαυκίου φάρμακον οὐκ <lb/>οἰδήματα μόνον, ἀλλὰ
                            καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον αὐτῶν ἐρυσιπέλατά <lb/>τε τὰς φλεγμονὰς ἀρχομένας
                            ἰᾶται, καὶ μάλιστα τὰς θερμάς. <lb/>εὔδηλον δὲ ὅτι καὶ τὰς
                            ἐρυσιπελατώδεις φλεγμονὰς <lb/>ἐρυσιπέλατά τε τὰ φλεγμονώδη θεραπεύσεις
                            ταὐτῷ τούτῳ <lb/>τῷ φαρμάκῳ. οὐ μὴν τάς τε σκιῤῥουμένας ἤδη τῶν
                            φλεγμονῶν <lb/>ἢ τὰ ψυχθέντα τῶν ἐρυσιπελάτων, οὔθ’ ὅλως οὐδεμίαν
                            <lb/>διάθεσιν σκιῤῥώδη· περὶ ὧν εἴρηται μέν τι κᾀν τῷ πέμπτῳ <lb/>περὶ
                            τῆς τῶν ἁπλῶν φαρμάκων δυνάμεως, εἰρήσεται δὲ καὶ <lb/>νῦν. ὁ μὲν γὰρ
                            χυμὸς ὁ τὸ τοιοῦτον πάθος ἐργαζόμενος <pb n="956"/> ἤτοι γλίσχρος ἐστὶν
                            ἢ παχὺς, ἢ ἀμφότερα. τῆς θεραπείας δὲ <lb/>αὐτοῦ κοινὸς ὁ σκοπὸς
                            ἐκκενῶσαι τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ <lb/>μορίῳ παρὰ φύσιν ἅπαν. ἴδιος δ’ ὁ
                            τρόπος τῆς κενώσεως· <lb/>ἀποῤῥῦψαι γὰρ αὐτὸν χρὴ δυσλύτως
                            ἐμπεπλασμένον. ἐὰν <lb/>οὖν ἀθρόως ἕλκουσί τε καὶ διαφοροῦσι φαρμάκοις
                            ἐγχειρῇ <lb/>τις κενοῦν, ἄνευ τοῦ μαλάττειν τε καὶ χεῖν τοῖς ὑγραίνουσι
                            <lb/>καὶ θερμαίνουσιν, ἐν ὀλίγαις μὲν ἡμέραις ταῖς πρώταις
                            <lb/>ἀξιόλογον ἐπίδοσιν δόξει λαμβάνειν ἡ θεραπεία, τό γε μὴν
                            <lb/>ὑπόλοιπον τῆς διαθέσεως ἀνίατον ἔσται· διαφορηθέντος <lb/>γὰρ
                            ἅπαντος τοῦ λεπτομεροῦς κατ’ αὐτὴν, ὅμοιόν τι πήξει <lb/>λιθώδει τὸ
                            λοιπὸν λήψεται. καὶ γὰρ οὖν καὶ τῶν ἐν ταῖς <lb/>ἀρθρίτισι πώρων ἡ
                            γένεσις ἐξ ὑγροῦ παχέος ἐστὶ καὶ γλίσχρου <lb/>μὴ κατὰ βραχὺ
                            διαφορηθέντος, ἀλλ’ ἀθρόως ξηρανθέντος <lb/>ὑπὸ βιαίων φαρμάκων. οὕτω δὲ
                            κᾀν τοῖς νεφροῖς <lb/>οἱ λίθοι γεννῶνται, κατοπτηθέντος ἐν αὐτοῖς χυμοῦ
                            παχέος <lb/>καὶ γλίσχρου. διὰ τοῦτ’ οὖν ἐπὶ τῶν σκιῤῥωδῶν διαθέσεων
                            <lb/>οὐδὲν τῶν ἰσχυρῶς θερμαινόντων ἢ ξηραινόντων φαρμάκων
                            <lb/>ἁρμόττει, μόνα δὲ ὅσα μετὰ τοῦ μαλάττειν ἱκανὰ <pb n="957"/>
                            διαφορεῖν ἐστιν, οἷον ὁ ἐλάφειος μυελὸς καὶ μόσχειος καὶ <lb/>στέαρ
                            αἴγειόν τε καὶ ταύρειον καὶ λεόντειον, ἔτι τε πρὸς <lb/>τούτοις
                            ἀμμωνιακὸν θυμίαμα καὶ βδέλλιον ἑκάτερον, καὶ <lb/>μᾶλλον τὸ Σκυθικὸν
                            ὅσῳ περ ὑγρότερόν ἐστιν. ὡσαύτως δὲ <lb/>καὶ ὁ στύραξ ὁ ὑγρότερος
                            ἀμείνων τοῦ ξηροῦ. τούτοις οὖν <lb/>προσέχων τοῖς σκοποῖς καὶ τὰς
                            ἐπιπεπλεγμένας διαθέσεις <lb/>ἰᾶσθαι δυνήσῃ, κατὰ τὴν εἰρημένην ἤδη
                            πολλάκις ἐπὶ πάντων <lb/>τῶν συνθέτων παθῶν μέθοδον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἐμοὶ δὲ καιρὸς ἂν εἴη περὶ τῆς τῶν πασχόντων <lb/>μορίων ἀναμνῆσαι
                            διαφορᾶς, ἧς ἀεὶ μνημονεύειν <lb/>ἠξίουν ἐπὶ πάντων τῶν νοσημάτων τε καὶ
                            συμπτωμάτων. <lb/>εἴρηται δ’ οὐκ ὀλίγα καὶ κατὰ τὸ πρὸ τούτου γράμμα
                            <lb/>περὶ τῆς ἀπ’ αὐτῶν ἐνδείξεως. ὁ μὲν γὰρ πρῶτος σκοπὸς <lb/>τῆς
                            ἰάσεως ἁπάντων τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων ἐν οἷς <lb/>οὐδέπω γεγόνασι πῶροι
                            κένωσίς ἐστιν. ἡ δὲ τῶν σκιῤῥουμένων <lb/>μορίων κένωσις ὑπὸ τῶν
                            προειρημένων γίγνεται <lb/>φαρμάκων, ἃ καλεῖν ἔθος ἐστὶ τοῖς ἰατροῖς
                            μαλακτικά. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="323"/>τῷ δ’ εἶναι τῶν μορίων τὰ μὲν
                            ἀραιότερα φύσει, <pb n="958"/> τὰ δὲ πυκνότερα, καὶ τὴν κένωσιν ἑτέρων
                            δεῖσθαι κατ’ εἶδος <lb/>βοηθημάτων ἀναγκαῖόν ἐστι. διὰ τοῦτ’ οὖν ἐπὶ
                            τενόντων τε <lb/>καὶ συνδέσμων ἔδοξέ μοι βέλτιον εἶναι παραμιγνύναι τι
                            τῇ <lb/>διὰ τῶν μαλαττόντων φαρμάκων ἀγωγῇ τῆς τμητικῆς ὀνομαζομένης,
                            <lb/>ὧν τοῖς μάλιστα ὄξος ἐστὶ τοιοῦτον. ἐνίοτε μὲν <lb/>οὖν αὐτῷ
                            χρώμεθα κᾀπὶ τῶν ἄλλων μορίων σκιῤῥωθέντων, <lb/>ὡς ἐρῶ μικρὸν ὕστερον.
                            ἐπὶ δὲ τενόντων τε καὶ συνδέσμων <lb/>ὧδέ πως. ὄξει δριμυτάτῳ σβέννυμι
                            λίθον διάπυρον, εἰ μὲν <lb/>οὖν οἷόν τε, τὸν πυρίτην λίθον καλούμενον,
                            ὃς οὐδ’ αὐτός <lb/>ἐστι σπάνιος ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι, μὴ παρόντος δὲ
                            τούτου, <lb/>τὸν μυλίτην· ὀνομάζουσι δὲ οὕτως ἐξ οὗ τὰς μύλας ἐφ’ ὧν
                            <lb/>ἀλοῦσι κατασκευάζουσιν. εἶτα ἀναφερομένου τινὸς ἀτμοῦ <lb/>θερμοῦ
                            μετὰ τὸ καταχυθῆναι τοῦ λίθου τὸ ὄξος, ἐν ἐκείνῳ <lb/>τὸν ἐσκιῤῥωμένον
                            σύνδεσμον ἢ τένοντα διακινεῖν ἀναγκάζω· <lb/>καὶ μετὰ τοῦτο πάλιν
                            ἐπιτίθημι τὸ μαλακτικὸν φάρμακον. <lb/>ἐλαίῳ γε μὴν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς
                            θεραπείας οὐχ ὕδατι καταντλῶ <lb/>τὸ πεπονθὸς μόριον, ἄχρι παντὸς
                            ἑκάστης ἡμέρας. ἐχέτω δὲ <lb/>τοῦτο μηδεμίαν στύψιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἔστω
                            λεπτομερὲς, οἷόν <pb n="959"/> πέρ ἐστι τὸ Σαβῖνον. ἐναφεψῶ δ’ ἐνίοτε τῷ
                            ἐλαίῳ καὶ τῆς <lb/>ἀλθαίας τὴν ῥίζαν, ἀγρίου τε σικύου καὶ εἴ τις ἄλλη
                            τοιαύτη. <lb/>καὶ τούτῳ χρῶμαι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ὡς εἶπον. ἡ δὲ δι’
                            <lb/>ὄξους θεραπεία χρήσιμός ἐστιν ἐπὶ προσήκοντι τῷ πάθει,
                            <lb/>προπαρεσκευασμένου τοῦ μέρους ὑπὸ τῶν μαλακτικῶν. ἐπενόησα <lb/>δέ
                            τινα καὶ σύνθετα φάρμακα δι’ ὄξους, ἃ μεταξὺ τῶν <lb/>μαλακτικῶν
                            ἐπιτίθημι πρὸς μίαν ἡμέραν. ἡ γάρ τοι τοῦ ὄξους <lb/>δύναμις, ἐάν τις
                            αὐτῇ μετρίως τε καὶ κατὰ τὸν προσήκοντα <lb/>καιρὸν χρήσηται, ὠφελεῖ τὰς
                            τοιαύτας διαθέσεις τέμνουσα <lb/>καὶ διαλύουσα τοὺς παχεῖς χυμούς· εἰ δὲ
                            ἀμετρότερον ἢ οὐκ <lb/>ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, τὸ λεπτότερον ἐξαρπάζουσα
                            τὸ <lb/>καταλεῖπον ἐᾷ λιθοῦσθαι. καὶ μέντοι καὶ μέχρι πλείονος, εἴ
                            <lb/>τις αὐτῷ χρῷτο, τῆς οὐσίας ἅπτεται τῶν νεύρων. διὰ τοῦτ’ <lb/>οὖν
                            οὔτε πολλάκις οὔτε κατ’ ἀρχὰς οὔτ’ ἐν χρόνῳ πολλῷ <lb/>χρηστέον ἐστὶ
                            τοῖς δι’ ὄξους φαρμάκοις ἐπὶ συνδέσμων τε καὶ <lb/>τενόντων. ἐπὶ μέντοι
                            σπληνὸς ἢ τῶν σαρκωδῶν μερῶν τοῦ <lb/>μυὸς ἐσκιῤῥωμένων ἀκίνδυνος ἡ
                            χρῆσις· ἀραιά τε γὰρ ταῦτα <lb/>φύσει καὶ φόβος οὐδείς ἐστι πληγῆναί τι
                            νεῦρον ὑπὸ τῆς ﻿<pb n="960"/> δυνάμεως αὐτοῦ. τῷ μὲν οὖν ἀμμωνιακῷ
                            θυμιάματι μετ’ <lb/>ὄξους πολλοὶ καὶ ἄλλοι χρῶνται κατὰ τοῦ σπληνὸς
                            ἐπιτιθέντες <lb/>πηλῶδες τῷ πάχει, τὸ μικτὸν ἐξ ἀμφοῖν ἐργαζόμενοι·
                            <lb/>καὶ πολλάκις γε τοῦτο μόνον ἤρκεσεν εἰς τὴν θεραπείαν αὐτοῦ.
                            <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν μυῶν ἄλλον μὲν οὐκ εἶδον, ἐγὼ δ’ ἐχρησάμην <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="187"/>πολλάκις ἐν τῷ μεταξὺ τῶν μαλακτικῶν.
                            ἐπ’ ἐκείνοις <lb/>μὲν οὖν οὐδεμία σαφὴς ὠφέλεια γίγνεται· προμαλαχθέντος
                            <lb/>δ’ ὑπ’ αὐτῶν τοῦ σκιῤῥώδους ὄγκου μεγίστην ὠφέλειαν ἐργάζεται
                            <lb/>τὸ δι’ ὄξους λυθὲν ἀμμωνιακόν. ἀπόχρη δὲ καὶ τούτῳ <lb/>κατὰ μίαν ἢ
                            καὶ δευτέραν ἡμέραν χρησαμένους ἐπανελθεῖν <lb/>αὖθις ἐπὶ τὰ μαλακτικά·
                            πάλιν δ’ ἐκείνοις χρησαμένους ἡμέραις <lb/>πλείοσιν ἀφικνεῖσθαι πάλιν
                            ἐπὶ τὸ δι’ ὄξους φάρμακον, <lb/>εἴτ’ οὖν ἀμμωνιακὸν εἴτε καὶ τῶν ἄλλων
                            τι τῶν μαλακτικῶν <lb/>ὅσα μικρὸν ἔμπροσθεν εἶπον. οὐ γὰρ δὴ ἄλλο γέ τι
                            δεῖ προσφέρειν, <lb/>οἷα τὰ πολλὰ τῶν ξηρῶν ὀνομαζομένων ἐστὶ φαρμάκων·
                            <lb/>εὐδοκιμήσει μὲν γὰρ ἐν ἀρχῇ τὸ φάρμακον, ἀνίατον δ’ <lb/>ἐργάζεται
                            τὸ λείψανον τῆς διαθέσεως. διὰ τοῦτο γοῦν ἐγὼ <lb/>πολλάκις ἐν τῷ μεταξὺ
                            καὶ καταπλάσματι τῷ δι’ ἀλθαίας <pb n="961"/> ἐχρησάμην· ὀνομάζουσι δὲ
                            αὐτὴν ἀναδενδρομαλάχην οἱ πολλοί· <lb/>ταύτης οὖν ἡ ῥίζα λυομένη μετὰ
                            στέατος ἀγαθὸν εἰς <lb/>τὰ τοιαῦτα φάρμακα. <milestone unit="ed2page" n="324"/>ἔστω δὲ τὸ στέαρ, εἰ μὲν οἷόν <lb/>τ’ εἴη, χήνειον· εἰ δὲ
                            μὴ παρείη τοῦτο, ὀρνίθειον· εἰ δὲ μηδὲ <lb/>τοῦτο, τῷ τῶν ὑῶν χρηστέον.
                            ἀλλὰ καὶ τῆς ἀγρίας μαλάχης, <lb/>ἥτις πανταχόθι φύεται, τὰ φύλλα
                            λειωθέντα μετά τινος τῶν <lb/>εἰρημένων ὀνήσει. ἀμείνω δὲ τῶν ὠμῶν ἐστι
                            τὰ προαφηψημένα <lb/>μετρίως. τὰ μὲν δὴ τοιαῦτα βοηθήματα καὶ τὸ
                            ποικίλλειν, <lb/>ὡς εἴρηται, τὴν θεραπείαν ἁπάντων μορίων ἐστὶ κοινὰ,
                            <lb/>ὅσα περ ἂν ἁλῷ πάθει σκιῤῥώδει, καθάπερ γε καὶ ἡ τῶν <lb/>οἰδημάτων
                            ἴασις, ἣν ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον, ἐξαλλάττεται <lb/>κατὰ τὰ μόρια ταῖς
                            εἰρημέναις διαφοραῖς. αὐτίκα γέ τοι τοῖς <lb/>καθ’ ὑποχόνδριον οἰδήμασιν
                            οὐκ ἄν τις ψυχρὸν ἐπιθείη σπόγγον <lb/>ἐξ ὀξυκράτου· καθάπερ οὐδὲ τοῖς
                            ἄλλοις ὄγκοις τοῖς κατ’ <lb/>αὐτό. τίς δ’ ἀψίνθιον ἐναποζέσας ἐλαίῳ
                            κατήντλησέ ποτε <lb/>τὸ γόνυ; τίς δὲ ὀφθαλμὸν ἤ τι τῶν ἔνδον τοῦ
                            στόματος <lb/>ὁπωσοῦν πάσχον; ἀλλ’ ἥπατί τε κακοπραγοῦντι καὶ σπληνὶ
                            <lb/>προσφέρεται πολλάκις ὠφελιμώτατα. μαρτυρεῖ δ’ αὐτοῖς καὶ <pb n="962"/> ἡ πεῖρα δεικνῦσα τὴν δύναμιν ἐναργῶς οὐδὲν ἧττον τοῦ
                            <lb/>λόγου. νυνὶ δ’ ἡμεῖς μόνην ἐν τῇδε τῇ πραγματείᾳ τὴν <lb/>κατὰ
                            μέθοδον εὕρεσιν τῶν ἰαμάτων ὁποία τίς ἐστι διερχόμεθα. <lb/>κατὰ μέντοι
                            τὰς περὶ φαρμάκων ἀμφοτέρας ἐμίξαμεν, <lb/>ἅπαντα γινώσκειν ἀξιοῦντες
                            τὸν ἰατρὸν, ὅσα τ’ ἐκ <lb/>πείρας εὕρηται μόνης, ὅσα τ’ ἐκ λόγου μόνου·
                            καὶ τρίτα <lb/>γε πρὸς αὐτοῖς ὅσα συντελούντων ἀμφοτέρων εἰς τὴν
                            εὕρεσιν. <lb/>ἅπασι δ’ οὖν αὐτοῖς ὀρθῶς χρήσεται μόνος ὁ γεγυμνασμένος
                            <lb/>ἐν τῇδε τῇ μεθόδῳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Περὶ μὲν οὖν φλεγμονῆς καὶ σκίῤῥου καὶ <lb/>οἰδήματος ἀρκείτω τὰ εἰρημένα
                            μεμνημένων ἡμῶν ὡς σκίῤῥον <lb/>ὀνομάζομεν ὄγκον σκληρὸν ἀνώδυνον, οὐ
                            μὴν ἀναίσθητόν <lb/>γε πάντως· ὁ γὰρ τοιοῦτος ἀνίατος· οἱ δ’ ἄλλοι
                            πάντες <lb/>ὥσπερ ἀναισθητότερόν τε καὶ δυσαισθητότερον ἀποφαίνουσι
                            <lb/>τὸ πάσχον μόριον, οὕτως οὐ παντελῶς ἀναίσθητον, ὅταν <lb/>γ’
                            αἰσθητικὸν ᾖ φύσει· τοὺς γὰρ συνδέσμους ἴσμεν ἀναισθήτους <lb/>ὄντας. εἰ
                            δέ τις ἐκείνους μόνους τῶν παρὰ φύσιν <lb/>ὄγκων ὀνομάζειν ἀξιοῖ
                            σκίῤῥους, ὅσοι παντάπασίν εἰσιν <pb n="963"/> ἀναίσθητοι, τοὺς δὲ ἄλλους
                            οὐ σκίῤῥους, ἀλλ’ ὄγκους σκιῤῥώδεις, <lb/>ὑπὲρ ὀνόματος ἴστω ζυγομαχῶν
                            καὶ καλέσομεν οὕτω <lb/>καὶ ἡμεῖς τὸ πάθος, ὅταν ἐκείνῳ διαλεγώμεθα· καὶ
                            γὰρ <lb/>καὶ ἔθος ἡμῖν ἐστιν οἷς ἄν τις ὀνόμασι χαίρῃ, τούτοις <lb/>αὐτῷ
                            διαλέγεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Καιρὸς οὖν ἤδη περὶ τῶν ἐμφυσημάτων <lb/>διελθεῖν, οὐ τὴν αὐτὴν ἐχόντων
                            θεραπείαν τοῖς οἰδήμασιν. <lb/>ἐκεῖνα μὲν γὰρ, ὡς ἔφην, ὑπὸ φλεγματώδους
                            γίνεται χυμοῦ· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο θλιβόντων εἴκει μέχρι βάθους ἱκανοῦ
                            τῶν <lb/>δακτύλων ἐγκαταβαινόντων εἰς αὐτά. τὰ δ’ ἐμφυσήματα
                            <lb/>φυσώδους πνεύματος ἀθροιζομένου γίγνεται ποτὲ μὲν ὑπὸ <lb/>τῷ
                            δέρματι, ποτὲ δὲ ὑπὸ τοῖς περιοστέοις ὑμέσιν, ἢ τοῖς τοὺς <lb/>μῦς
                            περιέχουσιν ἤ τι τῶν σπλάγχνων. ἀθροίζεται δ’ οὐκ <lb/>ὀλίγον ἐνίοτε καὶ
                            κατὰ τὴν γαστέρα καὶ τὰ ἔντερα κᾀν τῷ <lb/>μεταξὺ τούτων τε καὶ τοῦ
                            περιτοναίου. καὶ διαφέρει γε τῶν <lb/>οἰδημάτων τῷ μὴ βοθροῦσθαι
                            πιεζόμενα καὶ ψοφεῖν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="325"/>ὥσπερ τύμπανον· ἔτι τε καὶ τῷ
                            περιέχεσθαι πολλάκις <lb/>ἐν αἰσθητῇ κοιλότητι καὶ ταύτῃ γ’ ἔστιν ὅτε
                            μεγίστῃ. σκοπὸς <pb n="964"/> δ’ ἔστω σοὶ κᾀπὶ τούτων ὁ μὲν ἁπάντων
                            αὐτῶν κοινὸς, ἐκκενῶσαι <lb/>τὸ παρὰ φύσιν, ἐν ὅτῳ περ ἂν εἴη
                            περιεχόμενον· ὁ δ’ <lb/>ἴδιος ἐπὶ τῷ κοινῷ, τὸ διὰ τῶν λεπτομερεστάτων
                            τε καὶ θερμοτέρων <lb/>ταῖς δυνάμεσι φαρμάκων διαφορῆσαι. ἐπὶ μὲν οὖν
                            <lb/>τῶν κατὰ τὴν γαστέρα τε καὶ σπλάγχνα λεπτομερὲς ἔλαιον
                            <lb/>ἐργάσεται τοῦτο, πήγανον ἐναπεζεσμένον ἔχον ἤ τι τῶν θερμαινόντων
                            <lb/>σπερμάτων, οἷόν πέρ ἐστι τό τε τοῦ κυμίνου καὶ <lb/>τὸ τοῦ σελίνου
                            τε καὶ πετροσελίνου. καί ποτε καὶ σικύα μεγάλη <lb/>χωρὶς ἀμυχῶν δὶς ἢ
                            τρὶς ἐπιβαλλομένη κατὰ μέσην τὴν <lb/>γαστέρα. περιλήψεται δὲ δηλονότι
                            τὸν ὀμφαλὸν ἡ τηλικαύτη <lb/>τε καὶ οὕτω τιθεμένη. κατὰ δὲ τὰ κῶλα καὶ
                            τοὺς ὑπὸ τῷ δέρματι <lb/>μῦς ἤ τινας τῶν περιοστέων ὑμένων ἐμφυσήματος
                            γενομένου, <lb/>χωρὶς μὲν ὀδυνῶν ὑγρόν τι τῶν λεπτομερεστάτων ἱκανὸν,
                            <lb/>οἷόν πέρ ἐστι τὸ τῆς στακτῆς ὀνομαζομένης κονίας, ἀναλαμβανομένης
                            <lb/>σπόγγῳ καινῷ· συνούσης δὲ ὀδύνης ὑπαλείφειν <lb/>τὸ μόριον ἐλαίῳ
                            χαλαστικῷ. γίνονται δὲ ἐκ πληγῶν αἱ τοιαῦται <lb/>διαθέσεις· ἐν αἷς ἤτοι
                            μῦς τις ἢ περιόστεος ὑμὴν θλᾶται. <lb/>κατὰ μὲν οὖν τοῦ περιοστέου τὸν
                            εἰρημένον ἐπιτιθέναι ﻿<pb n="965"/> σπόγγον· ἐπὶ δὲ τῶν μυῶν, ὀδυνῶνται
                            γὰρ ἐνίοτε, παρηγορικωτέρου <lb/>χρεία φαρμάκου. διόπερ οὐ μόνῃ τῇ κονίᾳ
                            χρώμεθα <lb/>κατὰ τούτους, ἀλλὰ μιγνύντες αὐτῇ τὸ καλούμενον ἕψημα
                            <lb/>μετ’ ἐλαίου βραχέος. ἄμεινον δὲ μηδ’ ὅλως κατ’ ἀρχὰς τότε
                            <lb/>μιγνύναι τὴν κονίαν, ἀλλὰ τῷ ἑψήματι χρῆσθαι μετὰ οἴνου <lb/>καὶ
                            ὄξους βραχέος, ἔλαιον ἐπιχέοντα συμμέτρως· ἐπειδὰν δὲ <lb/>μίξῃς αὐτὰ
                            θερμήνας συμμέτρως, ἐπιτίθει βρέχων ἔριον ἄπλυτον, <lb/>ὃ καλοῦσιν
                            οἰσυπηρόν. εἰ δὲ μὴ τοῦτο ἔχεις, ἀλλὰ τὴν <lb/>οἴσυπον ἐκείνου
                            ἐπεμβάλλειν τῷ μιχθέντι, διὰ τῶν εἰρημένων· <lb/>ὅτι δ’ ἀμείνων ὁ
                            Ἀττικὸς οἴσυπος ἅπαντος ἄλλου, κᾂν ἐγὼ <lb/>μὴ λέγω, γινώσκεις. καὶ
                            τοίνυν καὶ ἡ δι’ αὐτοῦ κηρωτὴ τῶν <lb/>ἅπασι γινωσκομένων ἐστὶ φαρμάκων·
                            καὶ χρῶνταί γε πάμπολλοι <lb/>κατὰ τῶν ἐν ὑποχονδρίῳ φλεγμονῶν ταύτῃ.
                            καὶ <lb/>ταύτης οὖν ἐμβάλλων, ὅταν οἴσυπος μὴ παρῇ, τὸ δέον ἐργάσῃ.
                            <lb/>χρὴ γὰρ τοὺς τεθλασμένους μῦς παρηγορῆσαι, διὰ φαρμάκου <lb/>μικτὴν
                            ἔχοντος δύναμιν, ὡς καὶ πέττειν ἅμα καὶ διαφορεῖν <lb/>καὶ στύφειν
                            μετρίως· ὡς ὅταν γε μηδὲν ἔχῃ στύψεως, αὐξάνει <pb n="966"/> τὰς
                            φλεγμονὰς ἐνίοτε καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν πληθωρικῶν σωμάτων. <lb/>μεμνημένος
                            οὖν τῶν εἰρημένων τριῶν σκοπῶν ἐπὶ τῶν <lb/>ἐμπεφυσημένων διὰ πληγήν
                            τινα μυῶν, εἰ μὲν ὀδύνη μείζων <lb/>εἴη, τῷ παρηγορικωτέρῳ χρῶ τρόπῳ· μὴ
                            παρούσης δὲ ταύτης, <lb/>ἀγωνιστικωτέρῳ. καλεῖν δὲ οὕτως εἴωθα τοὺς διὰ
                            συντόμων <lb/>ὁδῶν ἐπὶ τὸ τέλος ἰόντας. αἱ σύντομοι δ’ ὁδοὶ διὰ τῶν
                            <lb/>ἰσχυρὰν δύναμιν ἐχόντων γίνονται φαρμάκων· ἰσχυρὰ δὲ δύναμίς
                            <lb/>ἐστι μάλιστα μὲν ἐν τῇ κονίᾳ τε καὶ τῷ ὄξει, δεύτερον <lb/>δ’ ἐν
                            οἴνῳ. τούτων οὖν πλέον <milestone unit="ed1page" n="188"/>μίξεις, ὅταν
                            τοῦ παρηγορεῖσθαι <lb/>καταφρονήσῃς. αὐτῶν δὲ τούτων πάλιν ἀποκρούσασθαι
                            <lb/>μὲν βουλόμενος οἶνον ἐμβαλεῖς πλείονα. κάλλιστος <lb/>δ’ εἰς ταῦτα
                            μέλας αὐστηρός. διαφορῆσαι δὲ προαιρούμενος, <lb/>τὴν κονίαν. ὄξος δ’
                            αὐτῇ μιγνύμενον εἰς ἄμφω συνεργεῖ· <lb/>διότι καὶ μικτὴν δύναμιν ἔχειν
                            ἐδείχθη. ἀνωδύνου δὲ γινομένου <lb/>τοῦ μυὸς ἔξεστί σοι μὴ παρούσης τῆς
                            κονίας ἀντ’ <lb/>αὐτῆς ἐμβάλλειν ἀφρόνιτρον· ἔστω δὲ τοῦτο μὴ λιθῶδες,
                            <lb/>ἀλλ’ ἀφρῶδες μᾶλλον. ἔστι δὲ τὸ μὲν λιθῶδες σκληρὸν <lb/>καὶ πυκνὸν
                            καὶ δυσκόλως διαχεόμενον ἐν τῷ μίγνυσθαι <pb n="967"/> τοῖς εἰρημένοις
                            ὑγροῖς· τὸ δὲ ἀφρῶδες μαλακὸν καὶ χαῦνον, <lb/>ἔτι τε λευκότερον τοῦ
                            λιθώδους. τοῦτ’ οὖν καὶ λύεται <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="326"/>τάχιστα πρὸς τῆς ὑγρότητος, ὀνίνησί
                            τε μάλιστα λεπτομερὲς <lb/>ὑπάρχον. ὅσα δὲ τῶν τοιούτων ἐμφυσημάτων
                            <lb/>ἀμεληθέντα χρονίζει, πρῶτον μὲν ἐπ’ αὐτῶν τῷ διὰ τῆς <lb/>κονίας,
                            ὡς εἴρηται, χρήσαιο· δεύτερον δὲ τῶν ἐμπλαστωδῶν <lb/>τινι. παράδειγμα
                            δ’ ἐρῶ καὶ τῶνδε. γλοιὸν ἀναζέσας διήθησον <lb/>πρῶτον, ὡς γενέσθαι
                            καθαρόν· εἶτ’ αὖθις ἐμβαλὼν τῇ <lb/>κακκάβῃ τίτανον ἄσβεστον λείαν ὡς
                            ἄλευρον ἔμπλαττε μέχρι <lb/>πηλώδους συστάσεως. ἀγαθὸν δ’ ἐπὶ τούτοις
                            ἐστὶ καὶ τὸ διὰ <lb/>τοῦ συκομόρου φάρμακον, ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα. νυνὶ
                            γὰρ, <lb/>ὡς εἴρηται, πολλάκις ἤδη παραδείγματα μόνα γράφω τῶν
                            <lb/>φαρμάκων, ὧν ἡ καθόλου δύναμις ὑπὸ τῆς θεραπευτικῆς <lb/>εὑρίσκεται
                            μεθόδου. ὥσπερ δὲ τῶν φαρμάκων τῆς χρήσεως <lb/>ἐνταυθοῖ παραδείγματα
                            γράφεται χάριν τοῦ νοῆσαί τε σαφέστερον <lb/>ὅλην τὴν μέθοδον,
                            εὐπορώτερόν τε γίνεσθαι περὶ <lb/>τὴν εὕρεσιν τῆς ὕλης, οὕτω καὶ τῶν
                            πεπονθότων μορίων τοῦ <lb/>σώματος. αὐτίκα γέ τοι πάθος ἐστὶ τὸ
                            καλούμενον ὑπὸ τῶν <pb n="968"/> νεωτέρων πριαπισμὸς, ἐπειδὴ τὸ αἰδοῖον
                            ἀκουσίως ἐξαίρεται <lb/>τῶν οὕτω διακειμένων· ὃ θεασάμενός τις τῶν ἐν
                            τοῖσδε τοῖς <lb/>ὑπομνήμασι προγεγυμνασμένων ἑτοίμως γνωριεῖ τοῦ τῶν
                            <lb/>ἐμφυσημάτων ὑπάρχον γένους. ἀναμνησθεὶς τά τε κατὰ τὴν
                            <lb/>ἀνατομὴν φαινόμενα τοῦ μορίου καὶ τὰ κατὰ τοὺς φυσικοὺς <lb/>ὑπὲρ
                            τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ καὶ τῆς χρείας λόγους, οὐ χαλεπῶς <lb/>ἐννοήσει ὅτι
                            τὸ πληρούμενον ἀτμώδους πνεύματος, τὸ <lb/>σηραγγῶδες νεῦρον, ὃ τὴν
                            ἰδίαν οὐσίαν συνίστησι τοῦ αἰδοίου, <lb/>τὸ πάθος ἐργάζεται τοῦτο.
                            πνεῦμα δ’ ἀτμῶδες ἐν <lb/>τοῖς τῶν ζώων σώμασιν ἐμάθομεν ἐκ χυμῶν
                            θερμαινομένων <lb/>ἠρέμα γίγνεσθαι. ἔνθα μὲν γὰρ ἰσχυρόν τ’ ἐστὶ τὸ
                            ἔμφυτον <lb/>θερμὸν, ἥ θ’ ὑγρότης τοῦ μορίου κατειργασμένη τελέως, εἰς
                            <lb/>ἀτμοὺς λεπτομερεῖς λυομένη, κατὰ τὴν ἄδηλον αἰσθήσει <lb/>διαπνοὴν
                            εἰς τὸ περιέχον ἀποῤῥεῖ. ἔνθα δ’ ἤτοι τὸ σύμφυτον <lb/>θερμὸν
                            ἀσθενέστερόν ἐστιν ἢ τὸ κατὰ φύσιν ὑγρὸν ἡμίπεπτόν <lb/>τε καὶ παχὺ καὶ
                            γλίσχρον, ἐνταῦθα παχύτερος ὁ ἀτμὸς ἢ ὡς <lb/>διαπνεῖσθαι γεννᾶται, καὶ
                            μάλισθ’ ὅταν καὶ τὸ μόριον <lb/>αὐτὸ πυκνωθῇ ποτε. πολλάκις δὲ τὸ μὲν ἐν
                            τῷ μορίῳ περιεχόμενον <pb n="969"/> ὑγρὸν ὑπόψυχρόν τ’ ἐστὶ καὶ παχὺ καὶ
                            γλίσχρον· <lb/>αὐξηθεῖσα δὲ ἡ θερμότης εἰς ἀτμοὺς αὐτὸ διαλύει παχεῖς.
                            <lb/>ὅπερ καὶ μάλιστά σοι σκεπτέον ἐστι καὶ διοριστέον, ὡς πρὸς <lb/>τὴν
                            θεραπείαν. ἡ μὲν γὰρ ἀρχὴ κοινὴ τῶν διαθέσεων ἀμφοτέρων <lb/>προκενῶσαι
                            τὸν ὅλον ὄγκον, ἣν ἂν οἷόν τ’ εἴη <lb/>δέξασθαι κένωσιν. εἴρηται δὲ
                            πολλάκις ὑπὲρ τῆς ἐν τοῖς <lb/>κενωτικοῖς βοηθήμασι δυνάμεως, ἅπερ ἐστὶ
                            φλεβοτομία καὶ <lb/>κάθαρσις, ἥ τε διὰ τῶν ὑπηλάτων φαρμάκων καὶ ἡ διὰ
                            <lb/>τῶν ἀνωτερικῶν ἢ ἐμετικῶν ὀνομαζομένων· ἔτι τε τρίψις <lb/>πολλὴ
                            καὶ κίνησις πᾶσα καὶ λουτρὰ καὶ μάλισθ’ ὅσα διαφορητικῶν <lb/>ὑδάτων
                            ἐστί. οὕτω δὲ καὶ τὰ δριμέα φάρμακα <lb/>χριόμενα διαφορεῖ καὶ πάνθ’
                            ἁπλῶς ὅσα θερμαίνουσί τε <lb/>καὶ ξηραίνουσι. κατὰ συμβεβηκὸς δέ τι καὶ
                            ἡ ἀσιτία δέδεικται <lb/>κενοῦν καὶ μάλισθ’ ὅταν ᾖ τὸ περιέχον θερμόν.
                            ὅπερ <lb/>ἂν οὖν ἐκ τούτων τῶν βοηθημάτων ὁ κάμνων ἐπιτηδειότατος <lb/>ᾖ
                            προσίεσθαι, τούτῳ κενωτέον αὐτὸν ἐπιτιθέντα τῷ <lb/>μορίῳ φάρμακον, εἰ
                            μὲν θερμότερον εἴη γεγονὸς, τῶν ψυχόντων, <lb/>ἀνάλογον τῇ πλεονεξίᾳ τῆς
                            θερμασίας· εἰ δὲ μὴ, ﻿<pb n="970"/> κατ’ ἀρχὰς μὲν πάντως μετρίως ψῦχον,
                            ὕστερον δ’ οὐκ ἀναγκαῖον. <lb/>οὕτω δὲ καὶ τὰ κατὰ τὴν ὀσφῦν ἅπαντα
                            μόρια παραληπτέον <lb/>ἐστὶ φαρμάκῳ τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχοντι. καὶ
                            <lb/>τὴν ἄλλην δίαιταν ἄφυσόν τε καὶ ξηραντικὴν παραληπτέον. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="327"/>γίνεται δὲ οὐ πολλοῖς μὲν τὸ πάθος
                            τοῦτο, νεανίαις γε <lb/>μὴν μᾶλλον ἢ κατ’ ἄλλην ἡλικίαν· ὥστε καὶ ἡ
                            φλεβοτομία μάλιστα <lb/>αὐτοὺς ὀνίνησιν, ὡς ἂν καὶ τῆς ἡλικίας οὐκ
                            ἀρνουμένης <lb/>αὐτῶν. οἶδα γοῦν ἐγώ τινα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ θεραπευθέντων
                            <lb/>ἐν τρισὶν ἡμέραις εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανελθόντα διά τε φλεβοτομίας
                            <lb/>καὶ φαρμάκου τοιοῦδε· κηρωτὴν διὰ ῥοδίνου τοῦ <lb/>ἁπλοῦ ποιήσας
                            ὑγρὰν οὕτως, ὡς ἐπὶ τῶν καταγμάτων χρώμεθα <lb/>μεθ’ ὕδατος ψυχροῦ, καὶ
                            γὰρ θέρους ἦν ἀρχὴ, δεύσας <lb/>τε καὶ ἀναφυράσας ἐπέθηκα τῷ αἰδοίῳ καὶ
                            ταῖς ψόαις ὀνομαζομέναις. <lb/>οὗτος μὲν οὕτως ἐθεραπεύθη. τούτου δ’ οὐχ
                            <lb/>ἧττον ἄλλος ἐπὶ τῇ φλεβοτομίᾳ τῷ διὰ τοῦ χαμαιμήλου χρησάμενος
                            <lb/>ὑγρῷ φαρμάκῳ. δίδωμι δ’ αὐτοῖς καὶ τῆς νυμφαίας <lb/>πίνειν τό γε
                            κατ’ ἀρχὰς, ἐφεξῆς δὲ τῆς ἄγνου τὸ σπέρμα· καὶ <lb/>εἰ ἐπιχρονίζοι,
                            πηγάνου δαψιλὲς ἐσθίειν. ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο <pb n="971"/> τὸ παράγγελμα
                            κοινὸν ἐπὶ πάντων σχεδὸν τῶν διὰ μοχθηροὺς <lb/>χυμοὺς συστάντων
                            νοσημάτων, ὡς ἐπὶ τῇ τελευτῇ τοῖς <lb/>θερμαίνουσι καὶ ξηραίνουσι
                            χρῆσθαι· τελέως γὰρ ἐκκόπτει <lb/>ταῦτα τὸ καταλειπόμενον τοῦ χυμοῦ.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Γλῶττάν γε μὴν οὕτως ἐξαρθεῖσαν εἴδομεν, <lb/>ὡς μὴ χωρεῖσθαι πρὸς τοῦ
                            στόματος τοῦ ἀνθρώπου, μήτε <lb/>πεφλεβοτομημένου ποτὲ καὶ τὴν ἡλικίαν
                            ἑξηκοντούτου· δεκάτη <lb/>δέ που σχεδὸν ὥρα τῆς ἡμέρας ἦν, ἡνίκα τὸ
                            πρῶτον <lb/>εἶδον αὐτόν. καί μοι καθαρτέος ἔδοξεν εἶναι τοῖς συνήθεσι
                            <lb/>καταποτίοις, ἃ διὰ τῆς ἀλόης καὶ σκαμμωνίας καὶ κολοκυνθίδος
                            <lb/>συντίθεμεν, εἰς ἑσπέραν δοθέντος τοῦ φαρμάκου· ἐπ’ <lb/>αὐτὸ μέντοι
                            τὸ πεπονθὸς μέρος ἐπιθεῖναί τι συνεβούλευσα <lb/>τῶν ψυχόντων τήν γε
                            πρώτην· ὕστερον γὰρ, ἔφην, ἁρμοσόμεθα <lb/>πρὸς τὸ ἀποβαῖνον. ἀλλ’ ἑνί
                            γέ τινι τῶν ἰατρῶν οὐκ <lb/>ἐδόκει· καὶ διὰ τοῦτο τῶν μὲν καταποτίων
                            ἔλαβεν· ἀνεβλήθη δ’ <lb/>ἡ περὶ τοῦ τοπικοῦ φαρμάκου σκέψις εἰς τὴν
                            ὑστεραίαν, ἡνίκα <lb/>καὶ μᾶλλον ἀνύσειν τι τὸ δοκιμασθὲν ἠλπίζετο,
                            προκεκενωμένου <lb/>δὲ τοῦ παντὸς σώματος, ἀντισπάσεώς τε πρὸς τὰ κάτω
                            γεγενημένης. <pb n="972"/> ἀλλὰ διά γε τῆς νυκτὸς ἐναργέστατον ὄναρ αὐτῷ
                            <lb/>γενόμενον ἐπῄνεσέ τε τὴν ἐμὴν συμβουλὴν, ὥρισέ τε τοῦ φαρμάκου
                            <lb/>τὴν ὕλην, θριδακίνης χυλῷ διακλύζεσθαι κελεῦσαν· ᾧ <lb/>δὴ καὶ μόνῳ
                            χρησάμενος ὁ ἄνθρωπος ὤνητο τελέως, ὡς μηκέτ’ <lb/>ἄλλου δεηθῆναι. τό γε
                            μὴν ἐπὶ τοῦ πριαπισμοῦ μᾶλλον ἐμετικοῖς <lb/>φαρμάκοις χρῆσθαι τῶν
                            ὑπηλάτων, ἐπὶ δὲ τῆς γλώττης <lb/>ἔμπαλιν, εὔδηλον ὡς ἐκ τῆς τοῦ μορίου
                            θέσεως ἔχει τὴν ἔνδειξιν. <lb/>ἡ γὰρ ὑφ’ Ἱπποκράτους ἀντίσπασις
                            ὀνομαζομένη τὴν <lb/>εὕρεσιν οὐκ ἀπὸ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ
                            θεραπευομένου <lb/>λαμβάνει μορίου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Καιρὸς οὖν ἤδη μεταβαίνειν ἐφ’ ἕτερον <lb/>ὄγκου γένος, <milestone unit="ed1page" n="189"/>ἀπὸ τοῦ πράγματος ἀρξαμένους μᾶλλον ἢ
                            <lb/>τῆς προσηγορίας· αὕτη γὰρ ἀναμφισβήτητός τ’ ἐστὶ καὶ ὄντως
                            <lb/>ἐπιστημονικὴ διδασκαλία. τὸ μὲν οὖν ἐπιῤῥεῖν τινα χυμὸν <lb/>ἅπασι
                            τοῖς τοιούτοις ὄγκοις ἐν τῷ περὶ τῶν παρὰ φύσιν <lb/>ὄγκων ἐπιδέδεικται
                            γράμματι. τὸ δὲ μὴ τὸν αὐτὸν ἐν ἅπασιν <lb/>εἶναι διὰ τῆς αἰσθήσεως
                            ἐναργῶς φαίνεται, διαφερόντων γε <lb/>τῶν ὄγκων οὐ τῇ χρόᾳ μόνον, ἀλλὰ
                            καὶ ταῖς κατὰ θερμότητα <pb n="973"/> καὶ ψυχρότητα καὶ σκληρότητα καὶ
                            μαλακότητα διαφοραῖς. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="328"/>ὁ μὲν οὖν ἐρυθρὸς ὄγκος ἐναργῶς
                            ἐνδείκνυται <lb/>τὸν χυμὸν ὑπάρχειν αἷμα, καθάπερ γε καὶ ὁ ξανθὸς καὶ
                            <lb/>ὠχρὸς τὴν τοιαύτην χολήν· ὁ δ’ ὑπόλευκός τε καὶ χαῦνος <lb/>τὸ
                            φλέγμα. γίνονται δέ τινες ὄγκοι παρὰ τούσδε, τῇ μὲν <lb/>χρόᾳ μεταξὺ τῶν
                            ἐρυθρῶν τε καὶ μελάνων, οἷόν περ τὸ φαιόν <lb/>ἐστι χρῶμα. καλοῦσι δ’
                            αὐτὸ πολλάκις ἐν τοῖς τοῦ σώματος <lb/>μέρεσι γενόμενον οἱ πλεῖστοι τῶν
                            ἰατρῶν πελιδνόν. ἡ δ’ ἀντιτυπία <lb/>καὶ τούτοις τοῖς ὄγκοις ἱκανή· καὶ
                            εἰ φλέβας ἀξιολόγους <lb/>ἔχοι τὸ μόριον, ἐξαιρουμένας ἰδεῖν ἔστιν αὐτὰς
                            ὑπὸ <lb/>παχέος τε καὶ μελαντέρου πως αἵματος, οἷόν περ ἐνίοτε καὶ
                            <lb/>κατὰ γαστέρα πολλοῖς τῶν ἡπατικῶν ἐκκρίνεται. καί τινες <lb/>τῶν
                            ἰατρῶν οὐ κακῶς μοι δοκοῦσιν εἰκάζειν αὐτὸ τῇ τοῖς <lb/>οἴνοις
                            ὑφιζανούσῃ τρυγί. ἐπὶ πλέον δ’ οὖν ὁ χυμὸς οὗτος <lb/>ἐκθερμανθεὶς ἤτοι
                            διὰ σῆψιν ἢ πυρετὸν φλεγμονώδη τὴν <lb/>μέλαιναν ἐργάζεται χολὴν, ἧς
                            οὔτε ζῶόν τι γεύεται μέχρι καὶ <lb/>τῶν μυῶν ἥ τε γῆ ξύεται πρὸς αὐτῆς,
                            ἕκαστόν τε τῶν ἀποξυθέντων <lb/>μερῶν εἰς ὕψος αἴρεται· καὶ καλεῖται τὸ
                            γιγνόμενον, <pb n="974"/> ὥς που καὶ Πλάτων ἔφη, ζέσις τε καὶ ζύμωσις.
                            ἔστι γὰρ ὁ <lb/>τοιοῦτος χυμὸς, οἷόν περ τὸ ὄξος ἐδείξαμεν ὑπάρχειν, ὑφ’
                            οὗ <lb/>καὶ αὐτοῦ κατὰ γῆς ἐκχυθέντος ταὐτὸ γίνεται σύμπτωμα. <lb/>διὸ
                            καὶ καλοῦσιν οἱ παλαιοὶ τὸν χυμὸν τὸν τοιοῦτον ὀξὺν, <lb/>καθάπερ τὸν
                            τῆς ὠχρᾶς χολῆς πικρόν. οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ <lb/>κατὰ τοὺς ἐμέτους
                            φαίνεται τοιοῦτος. ὥσπερ δ’ ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>ἔλεγον, ἓν μέν τι
                            πάθος ἀκριβῆ σκίῤῥον ὑπάρχειν; <lb/>ᾧ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀναισθησία
                            σύνεστι, τοὺς δ’ ἄλλους <lb/>ὄγκους, ὅσοι μηδέπω παντάπασίν εἰσιν
                            ἀναίσθητοι, διχῶς <lb/>ὀνομάζεσθαι πρὸς τῶν ἰατρῶν, ἤτοι σκίῤῥους,
                            ἐπειδὴ τοῦ <lb/>γένους εἰσὶ τῶν σκίῤῥων, ἢ σκιῤῥώδεις ὄγκους· οὕτω κᾀπὶ
                            <lb/>τῶν χυμῶν ἡ μὲν ἀναμφισβητήτως μέλαινα χολὴ τοιαύτη τίς <lb/>ἐστιν
                            οἵαν ἄρτι διῆλθον, ὀξεῖα καὶ ζυμοῦσα τὴν γῆν, ἀηδής <lb/>τε πᾶσι τοῖς
                            ζώοις. ἡ δ’ ἐπιτηδεία γενέσθαι τοιαύτη καλεῖται <lb/>διχῶς, ἤτοι
                            μελαγχολικὸς χυμὸς ἢ μέλαινα χολὴ, τῶν οὕτως <lb/>ὀνομαζόντων αὐτὴν
                            ἐρούντων ἂν ἑτέραν μὲν εἶναι μέλαιναν <lb/>ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν τῷ ζώῳ
                            ἑκάστης ἡμέρας γινομένην, <lb/>ἑτέραν δὲ τὴν ἐκ συγκαύσεως καὶ οἷον
                            κατοπτήσεως ἀποτελουμένην. ﻿<pb n="975"/> ὅπερ δ’ ἀεὶ παρακελεύομαι,
                            καταφρονεῖν μὲν ὀνομάτων, <lb/>ἐπιστήμην δ’ ἀσκεῖν ἀκριβῆ τῆς τῶν
                            πραγμάτων <lb/>φύσεως, οὕτω καὶ νῦν ποιητέον, ὀνομάζοντας μὲν ὡς ἂν
                            <lb/>ἐπέλθῃ, λόγῳ δ’ ἑρμηνεύοντας ὡς γίνονταί τινες ὄγκοι παρὰ
                            <lb/>φύσιν ὑπὸ τοῦ τοιούτου χυμοῦ τὴν φύσιν οἵα πέρ ἐστιν ἐν <lb/>οἴνῳ
                            μὲν ἡ τρὺξ, ἐν ἐλαίῳ δ’ ἀμόργη· καὶ ὡς οὗτοι τῷ <lb/>χρόνῳ προϊόντι
                            σηπομένου τοῦ χυμοῦ διὰ τὴν ἐν τοῖς <lb/>ἀγγείοις σφήνωσιν ἕλκονται.
                            ὥσπερ οὖν τἄλλα πάθη πάντα <lb/>παμπόλλην ἔχει διαφορὰν κατὰ τὸ μέρος ἐν
                            τῷ μᾶλλόν τε <lb/>καὶ ἧττον, οὕτω καὶ τοῦτο. τῆς γάρ τοι φλεγμονῆς ἡ μὲν
                            <lb/>ἐξέρυθρός ἐστιν, ἡ δ’ ὀλίγῳ τινὶ τοῦ κατὰ φύσιν ἐρυθροτέρα. <lb/>τὸ
                            δ’ οὖν εἶδος ἢ γένος ἢ ὅπως ἂν ἐθέλῃς ὀνομάζειν, <lb/>ἀμφοτέραις ταὐτόν·
                            ἐρυθρότεραί τε γάρ εἰσι τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν, ὀδύνη τε πάντως αὐταῖς
                            σύνεστι, παμπόλλην ἔχουσα <lb/>καὶ ἥδε διαφορὰν ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ
                            ἧττον· οὕτω δὲ καὶ <lb/>ἡ ἀντιτυπία καὶ ἡ τάσις τοῦ δέρματος οὐκ ἴση
                            πάσαις· <lb/>ἀλλὰ κοινόν γε ἐπ’ αὐτῶν ἀντιτυπώτερον εἶναι τὸ μέρος ἢ
                            <lb/>πρόσθεν ἦν ὅτ’ εἶχε κατὰ φύσιν, ἐξῇρθαί τε εἰς ὄγκον <pb n="976"/>
                            τινὰ συνεκτεινομένου τε καὶ παρατεινομένου τοῦ δέρματος, <lb/>εἰς ὅσον
                            ἂν ὁ ὄγκος αἴρηται. οὕτως οὖν καὶ τὸ νῦν ἡμῖν <lb/>ἑρμηνευόμενον πάθος
                            ἐνίοτε μὲν ἀμυδρὰ καὶ σμικρὰ τὰ συμπτώματα <lb/>καὶ λαθεῖν πως δυνάμενα
                            τοὺς πολλοὺς ἐπιφέρει, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="329"/>πολλάκις δ’ οὕτως ἰσχυρὰ καὶ μεγάλα
                            καὶ σαφῆ πᾶσιν, <lb/>ὡς μηδὲ παῖδα λαθεῖν. ἀλλὰ τό γε κοινὸν ἐν ἅπασι
                            τοῖς <lb/>κατὰ μέρος ἐφ’ ἑαυτὸ καλοῦν τὴν νόησιν ἕν γε νόσημα τὸ
                            <lb/>τοιοῦτον ἐνδείκνυται καὶ προσηγορίαν μίαν ἐπ’ αὐτῷ ἀναγκάζει
                            <lb/>τίθεσθαι. μεγάλων μὲν οὖν ἁπάντων ὄντων οὐδεὶς <lb/>ἀμφισβητεῖ τῆς
                            προσηγορίας, ἀλλ’ ὀνομάζουσι συμφώνως τὸ <lb/>τοιοῦτον πάθημα καρκῖνον.
                            ἀρχόμενον δ’ ἔτι λανθάνειν <lb/>εἰκός ἐστι τοὺς πολλοὺς, ὥσπερ ἀμέλει
                            καὶ τὰ τῆς γῆς ἀνίσχοντα <lb/>φυτά· καὶ γὰρ καὶ ταῦτα μόνοις τοῖς
                            ἀγαθοῖς γεωργοῖς <lb/>διαγινώσκεται. τίς οὖν ἥ τε κοινὴ καὶ ἰδία τῆς
                            θεραπείας <lb/>ἔνδειξις ἐπὶ καρκίνου, καιρὸς ἤδη λέγειν. ἡ μὲν κοινὴ
                            κενῶσαι <lb/>μὲν ἐν τῷ παραχρῆμα τὸν γεννῶντα τὸ πάθος χυμὸν, ὁμοίῳ
                            <lb/>γένει κενώσεως τῇ τῶν ἄλλων ὄγκων ἔμπροσθεν εἰρημένῃ· <pb n="977"/>
                            κωλῦσαι δὲ τοῦ λοιποῦ μάλιστα μὲν, εἰ οἷόν τε, μηδ’ ἀθροίζεσθαι
                            <lb/>κατὰ τὰς φλέβας τοιοῦτον χυμόν· εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ <lb/>κενοῦν τε
                            πάντως αὐτὸν ἐκ διαλειμμάτων ἅμα καὶ τῷ <lb/>ῥωννύειν τὸ μόριον, ἵνα
                            μηδὲν φέρηται πρὸς αὐτὸ τῆς <lb/>τῶν χυμῶν περιουσίας. ὥσπερ οὖν τὸν
                            πικρόχολον χυμὸν <lb/>ἐκκενοῦμεν, καθαίροντες φαρμάκῳ τοιοῦτον ἕλκειν
                            ἐπιτηδείῳ <lb/>χυμὸν, οὕτω καὶ τὸν μελαγχολικὸν ἐκκενώσομεν ἢ <lb/>διὰ
                            τῶν ἁπλῶν τινος, οἷόν ἐστι τὸ ἐπίθυμον, οὗ πλῆθος <lb/>δραχμῶν τεττάρων
                            ἐν ὀῤῥῷ γάλακτος ἢ μελικράτῳ δίδομεν· <lb/>ἤ τινος τῶν συνθέτων, οἷόν
                            πέρ ἐστι καὶ τὸ ἡμέτερον <lb/>συγκείμενον ἐκ δυοῖν καὶ τριάκοντα ἁπλῶν
                            φαρμάκων. <lb/>ἀλλὰ τὴν μὲν τούτων ὕλην ἐν ἑτέροις ἔχεις γεγραμμένην·
                            <lb/>ἐνταῦθα δὲ τὰ τῆς μεθόδου λεγέσθω. μετὰ γάρ τοι τὴν <lb/>κάθαρσιν,
                            ἐπὶ πάντων τούτων ἐῤῥέθη πρόσθεν ὡς ἤτοι γ’ <lb/>ὀπίσω χρὴ διώσασθαι τὸν
                            κατασκήψαντα χυμὸν εἴς τι μόριον <lb/>ἢ διαφορῆσαι· καὶ ὡς κατ’ ἀρχὰς
                            μὲν ἔν τε τῷ τῆς <lb/>καθάρσεως καιρῷ καὶ πρὸ αὐτῆς ἀπωθῆσαι, διαφορεῖν
                            δὲ <lb/>προκαθάραντα ἀκριβῶς ὅλον τὸ σῶμα. μετρίας μέν τοί γε <pb n="978"/> τῆς καθάρσεως γενομένης μικτὸν εἶναι χρὴ τὸ προσφερόμενον
                            <lb/>φάρμακον ἐκ διαφορούσης τε καὶ ἀποκρουομένης <lb/>δυνάμεως.
                            ἑκάτεραι δ’ εἰσὶν ἄπρακτοι περὶ τὸν παχὺν χυμόν· <lb/>αἱ μὲν γὰρ
                            ἀσθενεῖς αὐτῷ τῷ μηδὲν ἐργάζεσθαι <lb/>μέγα, αἱ δ’ ἰσχυραὶ τῷ σφοδρῶς
                            μὲν ἤτοι διαφορεῖν ἢ <lb/>ἀπωθεῖσθαι τὸ λεπτότερον ἐν τῷ κατὰ τὰς φλέβας
                            αἵματι· <lb/>τὸ δὲ παχὺ καὶ μελαγχολικὸν, ὃ τῇ τρυγὶ προσεικάζομεν,
                            <lb/>οὔτ’ ἐκκενοῦν οὔτ’ ἀποκρούεσθαι. τούτοις οὖν χρωμένῳ <lb/>κατ’
                            ἀρχὰς μὲν ἧττον ὁ ὄγκος ἐπίδηλος ἔσται, τὸ λείψανον <lb/>δ’ αὐτοῦ
                            δύσλυτον ἀπεργασθήσεται. διὸ τῶν συμμέτρων <lb/>ταῖς δυνάμεσι φαρμάκων
                            ἐστὶ χρεία, μήτε νικωμένων διὰ <lb/>τὴν ἀσθένειαν μήτε παχυνόντων
                            ἰσχυρῶς τὸ αἷμα διὰ τὸ <lb/>σφοδρὸν τῆς ἐνεργείας, ἔτι δὲ πρὸς τούτοις
                            ἀδήκτων παντάπασιν· <lb/>ἡ γὰρ κακοήθεια τοῦ πάθους ὑπὸ τῶν δακνόντων
                            <lb/>παροξύνεται καὶ ὥσπερ εἰώθασι λέγειν ἀγριοῦται. διὰ <lb/>τοῦτ’ οὖν
                            ὅσα σύμμετρα μέν ἐστι ταῖς δυνά<milestone unit="ed1page" n="190"/>μεσιν,
                            <lb/>ἄδηκτα δὲ ταῖς ποιότησιν, ἁρμόττει τοῖς τοιούτοις πάθεσιν.
                            <lb/>εὐπορία δὲ τῆς ὕλης αὐτῶν, ὡς ἐν τοῖς περὶ φαρμάκων <lb/>ὑπομνήμασι
                            ἐδείχθη, διὰ τῶν κεκαυμένων καὶ πεπλυμένων <pb n="979"/> μεταλλικῶν
                            ἐστι. τὰ μὲν γὰρ διὰ τούτων συγκείμενα <lb/>φάρμακα μεγάλως τοὺς
                            ἀρχομένους καρκίνους ἅμα ταῖς <lb/>καθάρσεσιν ἰᾶσθαι δύναται· τοὺς
                            μείζονας δ’ ἱκανὸν αὐτοῖς <lb/>ἐστι κωλύειν αὐξηθῆναι. τούς γε μὴν
                            ἰαθέντας, ὅπως <lb/>μηκέτι γεννηθῶσι προφυλάξασθαι, τῆς ὑγιεινῆς ἐστι
                            πραγματείας <lb/>ἔργον, ἧς μόριόν ἐστι καὶ ἡ περὶ τῶν ἐδεσμάτων. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="330"/>εἴ γε μὴν ἐγχειρήσεις ποτὲ διὰ
                            χειρουργίας ἰᾶσθαι <lb/>καρκῖνον, ἄρξαι μὲν κενοῦν ἀπὸ καθάρσεως τοῦ
                            μελαγχολικοῦ <lb/>χυμοῦ. περικόψας δὲ πᾶν ἀκριβῶς τὸ πεπονθὸς, ὡς
                            <lb/>μηδεμίαν ἀπολείπεσθαι ῥίζαν, ἔασον ἐκχυθῆναι τὸ αἷμα καὶ <lb/>μὴ
                            ταχέως ἐπίσχῃς, ἀλλὰ καὶ θλῖβε τὰς πέριξ φλέβας, <lb/>ἐκπιέζων αὐτῶν τὸ
                            παχὺ τοῦ αἵματος· εἶτα θεράπευε τοῖς <lb/>ἄλλοις ἕλκεσι παραπλησίως.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἔστι γε μὴν καὶ ἄλλο πάθος ὑπὸ χυμοῦ <lb/>παχέος. τε καὶ ζέοντος
                            γινόμενον. ἄρχεται δὲ τὰ πολλὰ μὲν <lb/>ἀπὸ φλυκταίνης, ἐνίοτε δὲ καὶ
                            χωρὶς ταύτης. ἀλλὰ κνᾶταί <lb/>γε πάντως ἐν ἀρχῇ τὸ μόριον· εἶτ’
                            ἀνίσταται φλύκταινά τις, ﻿<pb n="980"/> ἧς ῥηγνυμένης ἕλκος ἐσχαρῶδες
                            γίνεται. πολλάκις δὲ οὐ <lb/>μία φλύκταινα γεννᾶται κνησαμένων, ἀλλὰ
                            πολλαὶ μικραὶ <lb/>καθάπερ τινὲς κέγχροι καταπυκνοῦσαι τὸ μέρος· ὧν
                            ἐκρηγνυμένων <lb/>ὁμοίως ἐσχαρῶδες ἕλκος γεννᾶται. κατὰ δὲ τοὺς
                            <lb/>ἐπιδημήσαντας ἄνθρακας ἐν Ἀσίᾳ καὶ χωρὶς φλυκταινῶν <lb/>ἐνίοις
                            εὐθέως ἀπεδάρη τὸ δέρμα. ἅπασιν οὖν, ὡς ἔφην, <lb/>ἕλκος ἐσχαρῶδες
                            γίνεται, ποτὲ μὲν τεφρώδους ἐσχάρας, <lb/>ποτὲ δὲ μελαίνης. ἥ τε πέριξ
                            ἅπασα αὐτοῖς σὰρξ εἰς ἐσχάτην <lb/>ἀφικνεῖται φλόγωσιν· οὐ μὴν τῇ χρόᾳ
                            γ’ ἔοικεν ἐρυσιπέλατι, <lb/>ἀλλ’ ἔτι καὶ τῆς φλεγμονῆς ἐπ’ αὐτῷ γίνεται
                            τὸ <lb/>χρῶμα μελάντερον, ὡς εἰ καὶ μίξαις ἐρυθρῷ πλέονι τοῦ
                            <lb/>μέλανος ἔλαττον. ὅτι δὲ πυρέττουσιν οἱ οὕτως ἔχοντες ἐξ
                            <lb/>ἀνάγκης οὐδὲν ἧττον, ἀλλ’ ἔτι καὶ μᾶλλον ἐκείνων οἷς
                            <lb/>ἐρυσιπελατώδης ἐστὶν ἡ φλεγμονὴ, πρόδηλον παντί. καὶ <lb/>μὲν δὴ
                            καὶ ὡς ἀπὸ φλεβοτομίας ἀρκτέον ἐστὶ τῆς ἰάσεως <lb/>εὔδηλον εἶναι νομίζω
                            τοῖς μεμνημένοις ὅσα περὶ φλεβοτομίας <lb/>εἴρηται κατὰ τὴν τῶν πυρετῶν
                            θεραπείαν. οὐκ ἄδηλον <lb/>δ’ οὐδ’ ὅτι μέχρι λειποθυμίας ἐπ’ αὐτῶν ἡ
                            κένωσις γινομένη <pb n="981"/> μειζόνως ὠφελήσειε, πλὴν εἰ μὴ τῶν ἄλλων
                            τι παρείη <lb/>τῶν κωλυόντων φλεβοτομεῖν. ἐπὶ δὲ τοῦ πεπονθότος μέρους,
                            <lb/>ὅσον μὲν ἐπὶ τῇ φλογώσει τῶν χυμῶν, τῶν ψυχόντων <lb/>ἐστὶ χρεία·
                            διὰ δὲ τὸ πάχος τοῦ χυμοῦ καὶ μέντοι <lb/>καὶ τὴν κακοήθειαν οὔτ’
                            ἀποτρέψεις ποτὲ τὸ ῥεῦμα· καὶ <lb/>εἰ τούτου ποτὲ τύχοις, ἕτερόν τι ἐν
                            τῷ βάθει βλάψεις. <lb/>οὐ μὴν οὐδ’ ἐπιῤῥεῖν αὐτῷ συγχωρητέον ἐστὶν, ἀλλ’
                            εὑρίσκειν <lb/>φάρμακα μετὰ τοῦ μετρίως ἀποκρούεσθαι καὶ διαφορεῖν
                            <lb/>δυνάμενα. τοιοῦτον δ’ ἐστὶ τό τε δι’ ἀρνογλώσσου <lb/>κατάπλασμα
                            καὶ τὸ δι’ ἑφθῆς φακῆς, ἄρτου κλιβανίτου <lb/>μιγνύντων ἡμῶν αὐτοῖς ὅσον
                            ἁπαλόν. ἔστω δὲ μὴ πάνυ <lb/>τι καθαρὸς, ὥσπερ οὐδὲ ῥυπαρός γε ἄγαν. ὁ
                            μὲν γὰρ <lb/>ἀκριβῶς καθαρὸς ἐμπλαστικωτέρας οὐσίας ἐστὶν, ὁ δὲ
                            <lb/>πιτυρίας ἁδρομερεστέρας. κατ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ἕλκους ἐπιτιθεμένου
                            <lb/>τινὸς τῶν ἰσχυρῶν φαρμάκων, οἷόν ἐστι τὸ Ἄνδρωνος <lb/>ἢ Πασίωνος ἢ
                            Πολυείδου, λύοντα μετά τινος τῶν <lb/>γλυκέων οἴνων αὐτὰ, μέχρι
                            γλοιώδους συστάσεως. κάλλιστοι <pb n="982"/> δὲ οἴνων εἰς τοῦτο Θηραῖός
                            τε καὶ Σκυβελίτης ἐστίν· <lb/>ὧν μὴ παρόντων σιραίῳ χρηστέον, ὃ καλεῖται
                            παρ’ ἡμῖν <lb/>ἕψημα. τὰ δὲ τοῖς ἄλλοις ἕλκεσι προσφερόμενα φάρμακα
                            <lb/>πέττοντά τε καὶ διαπυΐσκοντα, ταῦτα οὐ χρὴ νῦν προσφέρειν·
                            <lb/>αὐξήσεις γὰρ τὴν σηπεδόνα τοῦ μορίου. <milestone unit="ed2page" n="331"/>καὶ μὴν <lb/>καὶ ἀποσχάζειν τοὺς τοιούτους ὄγκους, ὅταν γε
                            προφλεβοτομήσῃς, <lb/>οὐκ ἀνεπιτήδειον· ἔστωσαν δὲ βαθύτεραι τῶν
                            συμμέτρων <lb/>αἱ ἀμυχαὶ διὰ τὸ πάχος τοῦ λυποῦντος χυμοῦ. παυσαμένης
                            <lb/>δὲ τῆς φλογώσεως ὁμοίως τοῖς ἄλλοις ἕλκεσιν εἰς <lb/>οὐλὴν ἄξεις τὸ
                            ἕλκος. ἀρκεῖν ἡγοῦμαι καὶ περὶ τῶν ἀνθράκων <lb/>εἰρῆσθαι τοσαῦτα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Τῶν δ’ ἄλλων ὄγκων ἐφεξῆς μνημονεύσω <lb/>καὶ πρῶτόν γε τῶν καλουμένων
                            χοιράδων. γίνονται δ’ αὗται <lb/>σκιῤῥουμένων ἀδένων. καὶ ἡ θεραπεία γ’
                            αὐτῶν, ὅσον μὲν <lb/>ἐπὶ τῷ πάθει, κοινὴ τοῖς ἐν ἄλλῳ τινὶ μέρει
                            γινομένοις σκίῤῥοις· <lb/>ὅσον δ’ ἐπὶ τῇ φύσει τοῦ μορίου, κατά τινας
                            ἀδένας <lb/>ἑτέρους προσλαμβάνει σκοποὺς διττούς. ἄμεινον δ’ ἴσως
                            κᾀνταῦθα <lb/>διαστείλασθαί τι περὶ τῶν ὀνομάτων ἕνεκα σαφοῦς <pb n="983"/> διδασκαλίας. ὅσοι μὲν γὰρ ἀδένες ἀγγείων σχιζομένων
                            ἀναπληροῦσι <lb/>τὸ ἐν μέσῳ, στήριγμα γινόμενοι τῆς σχίσεως <lb/>αὐτῶν,
                            οὐ μεγάλη τούτων ἡ χρεία τοῖς ζώοις ἐστὶν, ἀλλ’ <lb/>ἐκ περιττῆς μὲν
                            προνοίας ὥσπερ ἄλλ’ ἄττα τοὺς τοιούτους <lb/>ἀδένας ἡ φύσις
                            ἐδημιούργησε. τῶν δ’ ἤτοι σίελον ἢ γάλα <lb/>παρασκευαζόντων ἢ σπέρμα,
                            καὶ μέντοι καὶ ὅσοι φλεγματώδη <lb/>τινὰ γεννῶσιν ὑγρότητα κατὰ
                            μεσεντέριον ἢ φάρυγγα <lb/>καὶ λάρυγγα, μείζων ἡ χρεία. καί τινες οὐδὲ
                            ἀδένας <lb/>ὀνομάζουσι τοὺς τοιούτους, ἀλλ’ ἀδενώδη σώματα πολὺ τῶν
                            <lb/>ἄλλων ἀδένων ἀραιότερά τε καὶ σπογγοειδέστερα τὴν οὐσίαν <lb/>ὄντα·
                            καὶ μέντοι καὶ καθήκουσιν εἰς τοὺς τοιούτους ἀδένας <lb/>ἀρτηρίαι τε καὶ
                            φλέβες αἰσθηταί. σκιῤῥωθέντας τε <lb/>θεραπευτέον αὐτοὺς ὡσαύτως τοῖς
                            ἄλλοις ἅπασι μορίοις. <lb/>ὅσοι δ’ ἐν ταῖς μεταξὺ χώραις τῶν ἀγγείων
                            εἰσὶν, ἕτερος <lb/>ἐν τούτοις προσέρχεται σκοπὸς τῆς ἰάσεως· ἐν ᾧ
                            συναιρεῖται <lb/>τῷ πάθει τὸ μέρος. ἔστι δὲ καὶ αὐτὸς οὗτος διττὸς,
                            <lb/>ἤτοι γ’ ἐκκοπτόντων ἡμῶν σμίλῃ τὸ πεπονθὸς ὅλον, ὡς <pb n="984"/>
                            ἐπὶ τῶν καρκίνων, ἢ σηπόντων φαρμάκοις. ἥτις δ’ ἐστὶν <lb/>ἡ τῶν
                            τοιούτων φαρμάκων ὕλη κατὰ τὰς περὶ τῶν φαρμάκων <lb/>πραγματείας ἔχεις.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ἐμοὶ δ’ ἤδη καιρὸς ὑπὲρ τῶν ἄλλων ὄγκων <lb/>εἰπεῖν, ὧν πρῶτός ἐστι τὸ
                            καλούμενον ἀπόστημα. διττὸν δὲ <lb/>καὶ τούτου τὸ γένος, ἓν μὲν ὅταν
                            ἐκπυησάσης φλεγμονῆς <lb/>ἀθροισθῇ τὸ πῦον, οἷον ἐν κόλπῳ τινί· τὸ δ’
                            ἕτερον ἄνευ <lb/>φλεγμονῆς προηγησαμένης ὑγροῦ τινος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς
                            <lb/>ἄλλοτε μὲν ἄλλου κατ’ εἶδος, ἀλλὰ πάντως γε μὴν δριμέος
                            <lb/>ἀθροιζομένου κατά τι μόριον. ὑποδέρει δὲ τοῦτο τὰ περικείμενα
                            <lb/>σώματα· χώραν δὲ αὐτῷ παρασκευάζων ἤτοι μεταξὺ <lb/>δυοῖν χιτώνων ἢ
                            ὑπό τισιν ὑμέσιν. ὑποδέρει δὲ πάντως μὲν <lb/>τῷ πλήθει διατείνων, ἔστι
                            δ’ ὅτε ἐν τῷ χρόνῳ δριμύτητά <lb/>τινα σηπεδονώδη προσλαμβάνων.
                            εὑρίσκονται δὲ διαιρουμένων <lb/>σμίλῃ τῶν τοιούτων ἀποστημάτων
                            ἰδιότητες οὐχ ὑγρῶν <lb/>μόνων, ἀλλὰ καὶ στερεῶν τινων σωμάτων οὐκ
                            ὀλίγαι. καὶ <lb/>γὰρ ὀνύχων καὶ τριχῶν καὶ ὀστῶν καὶ ὀστράκων καὶ λίθων
                            <lb/>καὶ πώρων θραύσμασιν εὑρέθη τινὰ σώματα παραπλήσια. ﻿<pb n="985"/>
                            καὶ μέντοι καὶ τῶν ὑγρῶν αὐτῷ τὸ μὲν οἷον βόρβορος <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="332"/>ἢ πηλὸς, ἢ ἐλαίου τις ἰλὺς, ἢ οἴνου
                            τρύξ· τὸ δ’ οὕτω <lb/>δυσῶδες ὡς δυσχεραίνειν ἅπαντας. ἀλλὰ ταῦτα μέν
                            ἐστι <lb/>σπανιώτερα. συνηθέστατα δὲ γιγνόμενα τοῦ γένους τοῦδε <lb/>τῶν
                            νοσημάτων εἴδη ἐστὶ τρία, προσηγορίας ἕκαστον αὐτῶν <lb/>ἰδίας
                            τετυχηκὸς, ἀθήρωμα καὶ μελικηρὶς καὶ στεάτωμα, ἀπὸ <lb/>τῆς ὁμοιότητος
                            τῶν περιεχομένων οὐσι<milestone unit="ed1page" n="191"/>ῶν κατὰ τοὺς
                            <lb/>ὄγκους. ἔστι γὰρ αὐτῶν ἡ μέν τις οἷόν περ τὸ στέαρ, ἡ <lb/>δὲ οἷον
                            μέλι, καί τις ἀθήρᾳ παραπλήσιος. οἱ σκοποὶ δὲ τῆς <lb/>θεραπείας κοινοὶ
                            διαφορῆσαι τὸ περιεχόμενον ἢ σῆψαι πᾶν <lb/>ἢ ἐκτεμεῖν. ἔνιοι μὲν οὖν
                            ὄγκοι τοῖς τρισὶν ὑποπίπτουσι <lb/>σκοποῖς, ὅσοι λεπτότερον ὑγρὸν
                            ἔχουσιν, ὡς ἡ μελικηρίς· ἔνιοι <lb/>δὲ τοῖς δύο μόνοις, ὥσπερ τὸ
                            ἀθέρωμα· καὶ γὰρ ἐκτεμεῖν καὶ <lb/>σῆψαι οἷόν τε τοῦτο· τὸ δὲ στεάτωμα
                            διὰ χειρουργίας μόνης <lb/>θεραπεύεται μήτε σαπῆναι μήτε διαφορηθῆναι
                            δυνάμενον. <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ἐν βάθει συνισταμένων ἀποστημάτων καὶ μάλιστα
                            <lb/>κατὰ τὰ σπλάγχνα τὰ διὰ τῶν ἀρωμάτων φάρμακα λυσιτελέστατά <pb n="986"/> εἰσιν, ὧν ἡ δύναμις εἰς ἀτμούς τε λῦσαι καὶ διαφορῆσαι
                            <lb/>τὸ συνιστάμενον ὑγρόν. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ μὲν <lb/>τοιαῦτα·
                            μάλιστα δὲ αὐτῶν εὐδόκιμα τό τε διὰ τῶν ἐχιδνῶν, <lb/>ὅπερ ὀνομάζουσι
                            θηριακὴν ἀντίδοτον, ἥ τ’ ἀθανασία καλουμένη <lb/>καὶ ἀμβροσία· ταῦτα μὲν
                            οὖν πολυτελῆ· τῶν δ’ εὐτελῶν <lb/>ἄριστόν ἐστιν τὸ ἡμέτερον, ὃ διὰ τῆς
                            Κρητικῆς καλαμίνθης <lb/>σκευάζομεν. ἅπαντα δὲ τὰ τοιαῦτα κατὰ τὴν περὶ
                            τῶν φαρμάκων <lb/>πραγματείαν ἀθροιζόμενα, ἣν, ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν
                            <lb/>ἔφην, ἐπὶ ταῖς τρισὶ ταῖς ἔμπροσθεν ἄμεινον εἶναι νομίζω
                            <lb/>προσθεῖναι, χάριν τοῦ λείπεσθαι μηδέν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ἐπεὶ δὲ τῶν κατὰ τὴν χειρουργίαν πραττομένων <lb/>οἱ σκοποὶ τὸ μέν τι
                            κοινὸν ἔχουσι, τὸ δ’ ἴδιον, <lb/>ἄμεινον εἶναί μοι δοκεῖ μὴ διασπᾷν
                            αὐτοὺς, ἀλλ’ ἀθρόως <lb/>ἅπαντας ἐν τοῖς τελευταίοις τῆσδε τῆς
                            πραγματείας εἰπεῖν. <lb/>νυνὶ δὲ τοσοῦτον ἔτι περὶ τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων
                            ῥητέον <lb/>ἐστὶν, ὡς ὅσοι μὲν αὐτῶν ὅλῳ τῷ γένει παρὰ φύσιν εἰσὶ,
                            <lb/>ἐνδείκνυνται τὴν ἄρσιν, ὑπαγόμενοι κοινοτέρῳ σκοπῷ τῷ <lb/>κατὰ
                            πάντων ἐκτεταμένῳ τῶν τοιούτων, ὅσα ταῖς οὐσίαις <pb n="987"/> ὅλαις
                            ἐξέστηκε τοῦ κατὰ φύσιν, ὥσπερ ἐπὶ τῶν στεατωμάτων <lb/>καὶ ἀθερωμάτων
                            ἔχει. τούτου δὲ γένους ἐστὶ καὶ ἡ καλουμένη <lb/>μυρμηκία καὶ ἡ
                            ἀκροχορδὼν, ὅ τ’ ἐν τῇ κύστει λίθος <lb/>ὑπόχυμά τε καὶ ἡ τῆς μύλης
                            κύησις, ἐπὶ γυναικῶν, ὀνομάζουσι <lb/>δ’ οὕτω τὴν ἀδιάπλαστον σάρκα·
                            πάντα γὰρ τὰ <lb/>τοιαῦτα τελέως ἐκκόψαι σπεύδομεν. ὧν δὲ καὶ ὁ πεπονθὼς
                            <lb/>τόπος ἕν τι τῶν κατὰ φύσιν ἐστὶ μορίων, ὁ μὲν πρῶτος <lb/>σκοπὸς
                            ἰᾶσθαι τὸ πάθος, ὁ δ’ ἐπ’ αὐτὸ δεύτερος, ὅταν <lb/>ἀνίατον ᾖ, συνεκκόψαι
                            τῷ πάθει τὸ μέρος, ὡς ἐπὶ καρκίνου <lb/>τε καὶ τῶν ἀθεραπεύτων ἁπάντων
                            ἑλκῶν. ἔμπαλιν δ’ ὡς <lb/>ἐπὶ τῶν ὑποχυμάτων ἀποπίπτοντες τοῦ πρώτου
                            σκοποῦ <lb/>πρὸς ἕτερον ἄγομεν αὐτὰ τόπον ἀκυρώτερον. ἔνιοι δὲ καὶ
                            <lb/>ταῦτα κενοῦν ἐπεχείρησαν, ὡς ἐν τοῖς χειρουργουμένοις ἐρῶ.
                            <lb/>νυνὶ δ’ ἀρκέσει τοσοῦτον εἰπεῖν, ὡς τὸ κατὰ τὰς ὑδροκήλας
                            <lb/>ὑγρὸν ἀλλότριόν ἐστι τῆς τοῦ σώματος οὐσίας ὅλῃ τῇ <lb/>φύσει· καὶ
                            τὸ κατὰ τοὺς ἀσκίτας ὑδέρους ὕδωρ. ὧν ἡ κένωσις <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="333"/>ἤτοι διὰ φαρμάκων γίγνεται
                            διαφορητικῶν ἢ διὰ <pb n="988"/> χειρουργίας· ἐπὶ μὲν τῆς ὑδροκήλης διὰ
                            καθέσεως σίφωνος, <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ὑδέρων διὰ παρακεντήσεως.
                            συνεκτέμνεται δὲ <lb/>τῷ πάθει τὸ πεπονθὸς μόριον, ὥσπερ ἐπὶ τῶν
                            ἔμπροσθεν <lb/>εἰρημένων, οὕτω κᾀπὶ τῶν κηλητῶν τοῦ περιτοναίου τι
                            μέρος. <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ γαργαρεὼν ἐνίοτε τῷ πάθει συνεκτέμνεται
                            <lb/>κατά τε τὰ σκέλη καὶ τοὺς ὄρχεις αἱ φλέβες τοῖς <lb/>κιρσοῖς, ὅ τ’
                            ἐν τῇ ῥινὶ χιτὼν τῷ πωλύπῳ καὶ ὁ τετρημένος <lb/>ὀδοὺς τῷ τρήματι. ἀλλὰ
                            τούτων μὲν οὐδὲν δυνατόν ἐστιν <lb/>ἐς τὸ κατὰ φύσιν ἀγαγεῖν· ἐπὶ δὲ τοῦ
                            γαργαρεῶνος ἐργάζεσθαι <lb/>χρὴ τοῦτο παντὶ τρόπῳ καὶ μὴ σπεύδειν
                            ἐκτεμεῖν· ὅταν <lb/>δὲ ἰσχνὸς καὶ ἱμαντώδης γένηταί ποτε, τηνικαῦτα
                            ἀφαιρεῖν. <lb/>τοιοῦτον μὲν οὖν αὐτὸν ἐργάσεται χρόνος μακρότερος· οἷον
                            <lb/>δ’ Ἱπποκράτης ἔγραψε κατὰ τὸ προγνωστικὸν ὀλίγων ἡμερῶν
                            <lb/>ἀριθμός· οὕτω δὲ καὶ τἄλλα τὰ κατὰ μέγεθος ἐξιστάμενα <lb/>τοῦ κατὰ
                            φύσιν, ἐν οἷς ἐστι καὶ τὰ ὑπερσαρκοῦντα <lb/>πάντα καὶ ἐγκανθίδες, οἵ τε
                            κατὰ τὴν ἕδραν ὀνομαζόμενοι <lb/>θύμοι. τινὰ δὲ τῶν τοιούτων ἑλκῶν
                            ἐπαμφοτερίζει ταῖς <lb/>ἰδέαις, ὥσπερ αἵ τε πολὺ τοῦ πέριξ δέρματος
                            ἐξέχουσαι τῶν <pb n="989"/> οὐλῶν καὶ τὰ κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς πτερύγια.
                            τῆς γε μὴν <lb/>ἰάσεως ἐπ’ αὐτῶν ὁ σκοπὸς πρόδηλος. ἐγκόπτεσθαι γὰρ δεῖ
                            <lb/>τὰ τοιαῦτα πάντα· καὶ χρὴ σκοπούμενον ἀεὶ τοὺς τρόπους <lb/>τῆς
                            ἀναιρέσεως ἐπὶ τὸν ἄριστον ἐξ αὐτῶν ἰέναι. σκοποὶ δ’ <lb/>εἰσὶ τῆς
                            κρίσεως τῶν ἀρίστων τρεῖς, ἥ τε τοῦ χρόνου τῆς θεραπείας <lb/>βραχύτης,
                            τό τ’ ἀνωδύνως αὐτὴν ἐργάσασθαι, καὶ <lb/>τρίτος ἐπὶ τούτοις ἡ ἀσφάλεια.
                            καὶ αὐτῆς τῆς ἀσφαλείας ἴδιοι <lb/>σκοποὶ τρεῖς· εἷς μὲν καὶ πρῶτος ὡς
                            τυχεῖν τοῦ τέλους πάντως· <lb/>ἕτερος δὲ τὸ κᾂν ἀποτύχωμέν ποτε τοῦ
                            τέλους, ἀλλὰ <lb/>μηδέν γε βλάψαι τὸν κάμνοντα· καὶ τρίτος, ὡς μὴ ῥᾳδίως
                            <lb/>ὑποτροπιάσαι τὸ νόσημα. κατὰ ταῦτά σοι κρίνοντι τὴν ἀρίστην
                            <lb/>ὁδὸν τῆς ἰάσεως ἐπὶ πάντων τῶν νῦν ἡμῖν προκειμένων
                            <lb/>εὑρεθήσεται ποτὲ μὲν ἡ διὰ τῆς χειρουργίας αἱρετωτέρα, ποτὲ <lb/>δὲ
                            ἡ διὰ τῶν φαρμάκων. ἡ μὲν οὖν διὰ τῆς χειρουργίας ἔν <lb/>γε τοῖς νῦν
                            ἡμῖν προκειμένοις ἐπὶ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν σπεύδει <lb/>τελείως ἐκκόψαι
                            τοῦ ζώου τὸ παρὰ φύσιν, ὅλῳ τῷ γένει <lb/>προαιρουμένη· τούτου δ’
                            ἀποτυγχάνουσα τοῦ σκοποῦ δεύτερον ﻿<pb n="990"/> ἔχει τὸν τῆς μεταθέσεως
                            ἐπὶ τῶν ὑποχυμάτων. ἡ δὲ <lb/>διὰ τῶν φαρμάκων πρώτῳ μὲν χρῆται σκοπῷ
                            κενῶσαί τε καὶ <lb/>διαφορῆσαι τὸ παρὰ φύσιν· εἰ δ’ οὗτος ἀδύνατος εἴη,
                            διὰ <lb/>τὴν τοῦ μορίου φύσιν ἢ καὶ τὸ τοῦ πάθους ἀνίατον ἐκπυῆσαί
                            <lb/>τε καὶ διασῆψαι· δεύτερος δ’ ἐπ’ αὐτῶν σκοπὸς οὗτος. <lb/>οὕτω γοῦν
                            κᾀπὶ τοῦ γαργαρεῶνος ποιοῦμεν, εἰς τὸ κατὰ φύσιν <lb/>μὲν πρῶτον
                            ἐπανάγοντες αὐτόν· εἰ δ’ ἀποτύχοιμεν τούτου, <lb/>τελέως ἐκκόπτοντες
                            ἤτοι διὰ χειρουργίας ἢ διὰ φαρμάκων <lb/>καυστικῶν. ἀλλὰ τὰ μὲν φάρμακα
                            κάλλιον εἰς τὴν περὶ τῶν <lb/>φαρμάκων ἀναβάλλεσθαι πραγματείαν, ἐπειδὴ
                            τετάρτην <lb/>ἄλλην ἄμεινον ἔδοξεν ἐπὶ τρισὶ πραγματεύεσθαι· τὴν δὲ
                            <lb/>χειρουργίαν ἐπὶ τῇ τελευτῇ τάξαι τῆσδε τῆς πραγματείας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Οὔκουν ἔτι χρὴ διατρίβειν ἐν τοῖσδε· μεταβῆναι <lb/>δὲ πρὸς τὰ παραπλήσια
                            ἰάσεως δεόμενα τοῖς εἰρημένοις. <lb/>ἔστι δὲ ταῦτα τά θ’ ὑπερβάλλοντα
                            τοῦ προσήκοντος <lb/>ἐν ἀριθ<milestone unit="ed2page" n="334"/>μῷ τε καὶ
                            πηλικότητι καὶ τὰ κατ’ ἄμφω ταῦτα <lb/>ἐνδέοντα. νυνὶ μὲν οὖν ὠνόμασα
                            τοῦ προσήκοντος· εἰ δὲ <pb n="991"/> καὶ τοῦ συμφέροντος ἢ κατὰ φύσιν ἢ
                            χρησίμου ποτ’ εἴποιμι, <lb/>τὴν αὐτὴν ἕξει δύναμιν ὁ λόγος. εἴρηται μὲν
                            ἑτέρωθι περὶ <lb/>τῶνδε μακρότερον· ἀναμνῆσαι δὲ καὶ νῦν ἐπὶ κεφαλαίων
                            <lb/>ἅπαντα ἄμεινον εἶναί μοι δοκεῖ. πρῶτον τῶν κατὰ τὸ <lb/>σῶμα πάντων
                            ἐστιν οὗ μάλιστα χρῄζομεν·, ἡ τῶν μορίων <lb/>ἀόχλητος ἐνέργεια. ταύτην
                            τε ἔχοντες φύσει διὰ τοῦτο συνήθως <lb/>λέγομεν ὀρέγεσθαι τοῦ κατὰ φύσιν
                            ἐνεργεῖν. ἐπεὶ δὲ <lb/>τοῦτο αὐτὸ συνῆπται τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν, εἰκότως
                            οὐδὲν <lb/>ἡγούμεθα διαφέρειν ἢ κατὰ φύσιν ἔχειν εἰπεῖν, ἢ κατὰ φύσιν
                            <lb/>ἐνεργεῖν. ἀλλὰ καὶ χωρὶς προσθήκης ἐνίοτε λέγομεν ἐφίεσθαι <lb/>τοῦ
                            κατὰ φύσιν ὑπακουομένου τῇ λέξει τοῦ ἔχειν ἢ ἐνεργεῖν, <lb/>ἢ ἀμφοτέρων.
                            αὕτη μὲν ἡ αἰτία τοῦ καλῶς εἰθίσθαι τοῖς <lb/>ἰατροῖς τῇ τοῦ κατὰ φύσιν
                            χρῆσθαι φωνῇ περὶ πάντων ὧν <lb/>αἱρούμεθα κατὰ τὸ σῶμα. μαθεῖν δ’ ἐστίν
                            ὅτι μὴ πρῶτον <lb/>μηδὲ δι’ <milestone unit="ed1page" n="192"/>αὐτὸ τὸ
                            κατὰ φύσιν ἡμῖν ἐστιν αἱρετέον, ἀλλὰ <lb/>δευτέρως τε καὶ κατὰ
                            συμβεβηκὸς, ἐν οἷς ἡ φύσις ἀποτυγχάνει. <lb/>καὶ γὰρ ἕκτος δάκτυλος
                            εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς συνεγενήθη <pb n="992"/> τισὶ καὶ λείπων πέμπτος ἐγένετο
                            καί τινα τοιαῦτα ἕτερα, τὰ <lb/>μὲν ἀριθμῷ, τὰ δὲ μεγέθει τοῦ
                            προσήκοντος ἐσφαλμένα. <lb/>καὶ εἴπερ συνεχῶς μὲν ταῦτα, σπάνια δ’
                            ἐγίνετο τὰ κατορθώματα, <lb/>τοὐναντίον ἂν ἐπὶ τῶν τῆς φύσεως ἔργων
                            ἐπράττομεν, <lb/>οὐ φυλάττοντες ὥσπερ νῦν, ἀλλ’ ἀναιροῦντες αὐτά.
                            <lb/>οὗτος ὁ λόγος ἀεί σοι μνημονευέσθω, διαφέρων εἰς τὴν τῶν
                            <lb/>ὀνομάτων χρῆσιν, ἐξαπατῆσαι δυναμένων τοὺς ἀσκέπτους <lb/>ἐμποιῆσαί
                            τε διαφωνίας φαντασίαν, ἐὰν ὁ μέν τις λέγῃ τὸ <lb/>παρὰ φύσιν ἅπαν
                            ἐκκόπτειν δεῖν· ὁ δὲ τὸ βλάπτον ἢ ἀσύμφορον <lb/>ἢ λυμαινόμενον ταῖς
                            ἐνεργείαις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Αὖθις οὖν ἀναλαβόντες ὑπὲρ τῶν πραγμάτων <lb/>λέγωμεν, ἐπειδὴ τὰ τῶν
                            ὀνομάτων ἡμῖν διώρισται, τὴν <lb/>ἀρχὴν τῷ λόγῳ τήνδε ποιησάμενοι.
                            παράκειται τοῖς εἰρημένοις <lb/>νοσήμασι τὰ κατ’ ἀριθμὸν ἢ μέγεθος
                            ἐξεστῶτα τοῦ προσήκοντος. <lb/>ἐφ’ ὧν ἐκκόπτειν μὲν χρὴ τὸ περιττὸν,
                            ἤτοι κατὰ <lb/>μέγεθος ἢ κατ’ ἀριθμόν· ἀνατρέφειν τε καὶ κατασκευάζειν
                            τὸ <lb/>λεῖπον, ὅταν γε δυνατὸν ᾖ τοῦτο πρᾶξαι. τὸν γάρ τοι πέμπτον
                            <lb/>δάκτυλον ἢ τοιοῦτόν τι μόριον ἕτερον οὐχ οἷόν τε <pb n="993"/>
                            γεννῆσαι τοῖς ἰατροῖς, ἀλλ’ ἔστι μόνης τῆς φύσεως ἔργα τὰ <lb/>τοιαῦτα
                            πάντα. τὸ μέντοι τελέως ἀφαιρεῖν τὸ κατ’ ἀριθμὸν <lb/>ὑπερβάλλον ἢ
                            ἀποκόψαι τι τοῦ κατὰ τὸ μέγεθος ὑπεραυξηθέντος <lb/>οὐδ’ ἡμῖν ἀδύνατον.
                            ἓν γοῦν ἐστι τῶν ἰατρῶν ἔργων οὐ <lb/>τὸ φαυλότατον, ὅταν εἰς
                            πολυσαρκίαν ἐκτραπῇ τὸ σῶμα <lb/>τοσαύτην ὥστε μηδὲ βαδίζειν ἀλύπως
                            δύνασθαι μηδ’ ἅψασθαι <lb/>τῆς ἕδρας διὰ τὸν ὄγκον τῆς γαστρὸς, ἀλλὰ
                            μηδ’ ἀναπνεῖν <lb/>ἀκωλύτως, ἐκτήκειν αὐτὸ καὶ καθαίρειν· ὥσπερ γε
                            <lb/>κᾀπειδὰν ἐν ἀτροφίᾳ γένηται παραπλησίᾳ τοῖς ἐχομένοις <lb/>φθόῃ,
                            τῆς ἀναθρέψεως αὐτοῦ προνοεῖσθαι. πολλάκις δ’ οὐχ <lb/>ὅλον, ἀλλ’ ἕν τι
                            μέρος ἐν ἀτροφίᾳ γίνεται προηγησαμένης <lb/>ἤτοι παραλύσεως ἢ δυσκρασίας
                            μορίου. καί σοι καιρὸς ἤδη <lb/>περὶ τῆς τούτων θεραπείας
                                ἐπισκέπτε<milestone unit="ed2page" n="335"/>σθαι τὴν ἀρχὴν <lb/>ἀπὸ
                            τῶν εἰς τὴν πολυσαρκίαν ἄμετρον ἐκπεσόντων ποιησαμένῳ. <lb/>δέδεικται δ’
                            ἐν τοῖς περὶ κράσεων ἡ θερμοτέρα τε καὶ <lb/>ξηροτέρα κρᾶσις ἰσχνὸν
                            ἐργαζομένη τὸ σῶμα. τοιαύτην οὖν <lb/>σοι ποιητέον ἐστὶ τὴν τῶν παχέων
                            σωμάτων, εἰ μέλλοι γενήσεσθαι <lb/>σύμμετρος. μεμάθηκας δ’ ἐν τῷ κατ’
                            ἐκείνην μὲν τὴν <pb n="994"/> πραγματείαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν τῶν
                            ὑγιεινῶν οὐδὲν ἧττον, <lb/>ὀξέα γυμνάσια καὶ ἡ λεπτύνουσα δίαιτα καὶ
                            φάρμακα τοιαῦτα <lb/>καὶ τῆς ψυχῆς αἱ φροντίδες ἀποφαίνουσι τήν τε
                            κρᾶσιν ὅλην <lb/>θερμοτέραν καὶ ξηροτέραν καὶ διὰ ταύτην τὸ σῶμα
                            λεπτότερον. <lb/>ἐν μὲν δὴ τοῖς γυμνασίοις οἱ ὀξύτατοι δρόμοι μάλιστα
                            <lb/>ἁρμόζουσιν. ἡ δ’ ὕλη τῆς λεπτυνούσης διαίτης ἰδίᾳ <lb/>γέγραπται
                            καθ’ ἓν ὅλον βιβλίον. εἰ δὲ καὶ φαρμάκων δέοιντο <lb/>τῶν λεπτυνόντων,
                            εἴρηται μὲν καὶ ταῦτα κατὰ τὰς περὶ τῶν <lb/>φαρμάκων πραγματείας·
                            εἰρήσεται δὲ καὶ νῦν ὅσα δραστικώτατα <lb/>τῶν τοιούτων ἐστὶν, οἷς ἀξιῶ
                            σε χρῆσθαι καθαίρειν <lb/>ἐπιχειροῦντα πολυσαρκίαν ἄμετρον. οἷς οὖν
                            εἰώθασιν ἕνεκα <lb/>παθῶν ἀρθριτικῶν ἔνιοι χρῆσθαι τμητικοῖς τὴν δύναμιν
                            ἱκανῶς <lb/>οὖσι, τούτοις καὶ σὺ χρῶ, θεραπεύειν ὑπερβάλλουσαν
                            <lb/>εὐσαρκίαν πειρώμενος. ἔστι δὲ τοιαῦτα πηγάνου τὸ σπέρμα <lb/>καὶ
                            μᾶλλον τοῦ ἀγρίου σὺν αὐτοῖς τοῖς κορύμβοις, ἀριστολοχία <lb/>θ’ ἡ
                            στρογγύλη καὶ τὸ λεπτὸν κενταύριον, ἥ τε γεντιανὴ <lb/>καὶ τὸ πόλιον·
                            ὅσα τε τῶν οὐρητικῶν ὀνομαζομένων ἰσχυρὰ, <lb/>καθάπερ τὸ πετροσέλινον.
                            ἕκαστον γὰρ τῶν τοιούτων καὶ αὐτὸ ﻿<pb n="995"/> καθ’ αὑτὸ καὶ σὺν
                            ἄλλοις λεπτῦναί τε τοὺς χυμοὺς ἱκανὸν <lb/>καὶ κενῶσαι, τὰ μέν τοι δι’
                            οὔρων αἰσθητῶς, τὰ δέ τοι καὶ <lb/>κατὰ τὴν ἄδηλον αἰσθήσει διαπνοήν·
                            ἀλλὰ καὶ οἱ διὰ τῶν <lb/>κεκαυμένων ἐχιδνῶν ἅλες ἱκανῶς λεπτύνουσι. καὶ
                            πολλοὶ <lb/>τῶν ἰσχνοτέρων ἢ μέσως εὐσάρκων ὑπὸ τῶν τοιούτων φαρμάκων
                            <lb/>πόσεως ἀπώλοντο, κατοπτηθέντος αὐτοῖς τοῦ αἵματος. <lb/>ὥρμησαν δ’
                            ἐπ’ αὐτὰ θεασάμενοί τινας ἀπηλλαγμένους <lb/>ἀρθριτικῶν παθῶν, οὐκ
                            ἐπιλογισάμενοι τὴν κρᾶσιν τῶν <lb/>ὠφεληθέντων, ὑγροτέραν τε καὶ
                            φλεγματικωτέραν οὖσαν, <lb/>οἵα πέρ ἐστι καὶ ἡ τῶν παχέων, ἐφ’ ὧν
                            ἀκίνδυνος ἡ τῶν <lb/>τοιούτων χρῆσις φαρμάκων. ἐγὼ γοῦν ἐθεράπευσα τινὰ
                            νεανίσκον <lb/>ἐτῶν ἐγγὺς τεσσαράκοντα, παχὺν ἱκανῶς γεγονότα, τῇ
                            <lb/>τε πρὸς τοὺς ἀρθριτικοὺς ἀντιδότῳ καὶ τοῖς ἁλσὶ τῆς θηριακῆς,
                            <lb/>αὐτῇ τε τῇ θηριακῇ μετὰ τοῦ καὶ τῇ ἄλλῃ διαίτῃ τῇ <lb/>λεπτυνούσῃ
                            χρῆσθαι καὶ γυμνασίων δρόμοις ὠκέσι. παρεσκεύαζον <lb/>δ’ αὐτὸν ἐπὶ τὸν
                            δρόμον, ἀνατρίβων μὲν πρῶτον <lb/>ὠμολίνοις τραχέσιν; ἄχρι τοῦ φοινίξαι
                            τὸ δέρμα, τρίβων ἐφεξῆς <lb/>τρίψει δι’ ἐλαίου τῶν διαφορητικῶν τι
                            φαρμάκων ἔχοντος, <pb n="996"/> ᾧ καὶ μετὰ δρόμον ἐχρώμην αὖθις. ἔστι δὲ
                            ταῦτα σικύου <lb/>ῥίζα τοῦ ἀγρίου καὶ ἡ ἀλθαία καὶ ἡ γεντιανὴ καὶ ἡ
                            <lb/>ἀριστολοχία καὶ ἡ τοῦ πάνακος ῥίζα καὶ τὸ πόλιον καὶ τὸ
                            <lb/>κενταύριον. ἐν δὲ τῷ χειμῶνι καὶ μετὰ τὸ λουτρὸν ἐπαλείφειν
                            <lb/>συμφέρει τῷ εἰρημένῳ ἐλαίῳ. οὐκ εὐθὺς δὲ τὴν τροφὴν <lb/>ἐπὶ τοῖς
                            λουτροῖς διδόναι προσῆκεν, ἀλλὰ κοιμᾶσθαι πρότερον, <lb/>ἐπιτρέπειν δ’,
                            εἰ βούλοιντο καὶ αὖθις λούσασθαι πρὶν <lb/>ἢ τραφῆναι. κάλλιον δ’ ἐστὶ
                            καὶ τὸ ὕδωρ τῶν διαφορητικῶν. <lb/>εἰ μὲν οὖν αὐτοφυὲς ἔχοιμεν, ἐκείνῳ
                            χρωμένους ὁποῖόν ἐστι <lb/>καὶ τὸ κατὰ τὴν Λέσβον ἀπὸ τεσσαράκοντα
                            σταδίων τῆς <lb/>Μιτυλήνης· εἰ δὲ μὴ κατασκευάζοντας αὐτοὺς παραπλήσιον.
                            <lb/>ἔστι δὲ τὸ κατὰ τὴν Μιτυλήνην καὶ χρόᾳ καὶ δυνάμει τοιοῦτον,
                            <lb/>ὁποῖον ἂν γένοιτο μιχθέντος ἁλὸς ἄνθους ὕδατι θαλάσσης. <lb/>τουτὶ
                            γὰρ τὸ ὕδωρ καὶ τοῖς ὑδεριῶσι καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>οἰδαλέοις ἐπιτήδειόν
                            ἐστιν, ἰσχυρῶς ξηραῖνον· ὡσαύτως δὲ <lb/>δὴ καὶ τοῖς πολυσάρκοις καὶ
                            μάλιστα ὅταν αὐ<milestone unit="ed2page" n="336"/>τοὺς ἀναγκάζῃ <lb/>τις
                            ἐν αὐτῷ κολυμβᾷν ὀξύτατα καὶ λουσαμένους πλέον <lb/>μὴ παραχρῆμα πίνειν
                            ἢ ἐσθίειν, ἀλλ’ ἤτοι κοιμᾶσθαι πρότερον <pb n="997"/> ἢ πάντως γε
                            ἡσυχάζειν. εἰδέναι δὲ χρὴ καὶ προλέγειν τῷ <lb/>θεραπευομένῳ τὴν
                            πολυσαρκίαν ὡς ἔσθ’ ὅτε διὰ κίνησιν <lb/>ἀθροωτέραν εἰκός ἐστι καὶ
                            πυρέξαι αὐτόν· ὅτι τε μήθ’ ὁ <lb/>πυρετὸς ἀνάρμοστος εἰς τὰ παρόντα
                            γενήσεται, τοῦ ἰατροῦ <lb/>καλῶς ἅπαντα πράττοντος. εὔδηλον γὰρ ὡς ὅταν
                            ἐπὶ κόπων <lb/>πυρέξωσιν καὶ οἱ οὕτω θεραπευόμενοι, καταστήσαντες αὐτῶν
                            <lb/>τὸν πυρετὸν, αὖθις ἐπὶ τὴν αὐτὴν ἰδέαν τῆς ὅλης θεραπείας
                            <lb/>ἀφιξόμεθα. φεύγειν δ’ ἐπ’ αὐτῶν χρὴ καὶ τοὺς τροφίμους <lb/>οἴνους,
                            οἷοί πέρ εἰσιν οἱ παχεῖς· τοῖς δὲ ὑδατώδεσι χρῆσθαι, <lb/>τουτέστι τοῖς
                            λευκοῖς μὲν τῇ χρόᾳ, λεπτοῖς δὲ κατὰ τὴν σύστασιν, <lb/>ἢ τοῖς
                            τεθαλαττωμένοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ὅσους δ’ ἀνατρέφειν βουλόμεθα καταλελεπτυσμένους, <lb/>οἶνον μὲν δώσομεν
                            τὸν παχὺν, ἐδέσματα δὲ <lb/>τὰ παχύχυμα καὶ γυμνάσια τὰ βραχέα καὶ
                            τρίψιν τὴν μετρίαν· <lb/>καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἅπαντα τοῖς εἰρημένοις
                            ἐναντία πράξομεν. <lb/>ἐπιτήδειον δ’ αὐτοῖς ἐστι καὶ τὸ <milestone unit="ed1page" n="193"/>πιττοῦσθαι δι’ ἡμερῶν <lb/>ἤτοι τριῶν ἢ
                            τεττάρων· κάλλιστον γὰρ τοῦτο φάρμακον <lb/>εἰς σάρκωσιν, ὥστ’ εἰ καί τι
                            μόριον ἕν ποτε πάθῃ, διὰ τούτου <pb n="998"/> τοῦ βοηθήματος ἀνατρέφειν
                            αὐτό. καὶ ἡμῖν ἤρκεσεν ἐπὶ πάντων <lb/>σχεδὸν μόνον τοῦτο· καὶ γὰρ καὶ
                            θερμαίνει καὶ ὑγραίνει <lb/>πλῆθος αἵματος ἐπισπώμενον. οὔτ’ οὖν συνεχῶς
                            χρὴ προσφέρειν <lb/>αὐτὸ τοῖς κάμνουσι σώμασιν, οὔθ’ ὅτε χρὴ καταχρίειν
                            <lb/>πολλάκις, ἀλλ’ ἐν μὲν χειμῶνι δὶς, ἐν θέρει δ’ ἅπαξ ἀρκεῖ.
                            <lb/>τοῖς δ’ ἐκ γενετῆς ἔχουσιν ἰσχνότερά τινα μόρια καὶ οἱ
                            ἀνδραποδοκάπηλοι <lb/>βοηθοῦσι διὰ τοῦ βοηθήματος τοῦδε μετὰ τῆς
                            <lb/>καλουμένης ἐπικρούσεως, ἔστι δὲ κᾀκείνοις συμμετρία τις, ὡς <lb/>μὴ
                            μᾶλλον τοῦ δέοντος γίγνοιτο μήτ’ ἔλαττον, οὔσης τοιᾶσδε. <lb/>ναρθήκια
                            λεῖα μετρίως ἀληλιμμένα κατὰ τῶν ἰσχνῶν μορίων <lb/>ἐπαράσσουσιν, ἄχρι
                            περ ἂν ἐξαρθῇ μετρίως· ἐν τούτῳ γὰρ <lb/>τὸ ὅλον ἐστὶν, ὥσπερ καὶ
                            Ἱπποκράτης ἔλεγεν ἐπὶ καταντλήσεως <lb/>ὕδατος θερμοῦ, τὸ μὲν πρῶτον
                            ἀείρεται, ἔπειτα δ’ <lb/>ἰσχναίνεται. πάντ’ οὖν ἃ εὐσαρκῶσαι βουλόμεθα
                            μόρια καὶ <lb/>τρίβειν χρὴ καὶ καταντλεῖν καὶ παίειν καὶ πιττοῦν ἄχρι
                            περ <lb/>ἂν ἐξαρθῇ· γενομένου δὲ τούτου, παραχρῆμα παύεσθαι χρὴ
                            <lb/>πρὶν ἄρξασθαι διαφορεῖσθαι. τὰ γάρ τοι θερμαίνοντα πάντα <pb n="999"/> καθάπερ ἕλκειν πέφυκεν, οὕτω καὶ διαφορεῖν. ἐὰν οὖν
                            ἀναμείνῃς <lb/>διαφορηθῆναι τὸ ἑλχθὲν, οὐδὲν ἕξεις πλέον. οὕτω <lb/>καὶ
                            πυγὰς τίς ἀνδραποδοκάπηλος ἔναγχος ηὔξησεν ἐν ὀλίγῳ <lb/>χρόνῳ παιδὸς
                            ὑπολέπτου, συμμέτρως μὲν τῇ κατακρούσει <lb/>χρώμενος ἑκάστης ἡμέρας ἢ
                            παρὰ μίαν, συμμέτρως δὲ πιττῶν. <lb/>ἀλλὰ τοῖς γε τὸ σύμπαν σῶμα λεπτοῖς
                            καὶ λούεσθαι <lb/>μετὰ τροφὴν ἐπιτήδειον. ὥσπερ δὲ τοῖς λεπτύνουσι
                            βοηθήμασι <lb/>κίνδυνος ἦν ἀκολουθῆσαι πυρετὸν ὑπερθερμανθέντος
                            <lb/>ἀμέτρως τοῦ σώματος, οὕτω καὶ τοῖς λουομένοις ἐπὶ τροφαῖς
                            <lb/>κίνδυνός ἐστι κατὰ τὸ ἧπαρ ἔμφραξιν γενέσθαι, καὶ <lb/>μάλιστα διὰ
                            τὸ τῶν ἐδεσμάτων εἶδος· ἐμφράττει γὰρ καὶ <lb/>ἄλλως τὰ παχύχυμα,
                            χρωμένων ἐπὶ πλέον αὐτοῖς. ὅπου δὲ <lb/>καὶ ἄλλως τοῦτο δρᾷν πέφυκε,
                            πολὺ δὴ μᾶλλον ἐπὶ βαλανείοις <lb/>ἅμα τροφῇ τοῦτο δράσει. γίνεταί γε
                            μὴν καὶ λίθων <lb/>ἐν νεφροῖς σύστασις ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ διαίτῃ χρονιζούσῃ· <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="337"/>διὰ τί δὲ, οὐ πᾶσι γίνεται πρόδηλον.
                            ἐνίους μὲν γὰρ εἰκός <lb/>ἐστιν ἤτοι πυκνοὺς ἔχειν τοὺς νεφροὺς ἢ στενὰς
                            τὰς ἀναστομώσεις <lb/>τῶν ἐν ἥπατι φλεβῶν, ἐνίους δὲ τἀναντία. καὶ
                            τούτων ﻿<pb n="1000"/> διάγνωσις οὐδεμία σαφής ἐστιν· ἀλλ’ ἐπερωτᾷν χρὴ
                            τὸν διαιτώμενον, <lb/>ὡς εἴρηται, συνεχῶς εἴ τις αὐτῷ βάρους αἴσθησις
                            <lb/>ἐν ὑποχονδρίῳ δεξιῷ καὶ κατὰ τοὺς ψόας γίγνεται. κᾂν αἴσθηταί
                            <lb/>ποτε τοιούτου τινὸς, αὐτίκα δι’ ὀξυμέλιτος διδόναι κάππαριν <lb/>ἐν
                            ἀρχῇ τῆς τροφῆς, ἄχρι περ ἂν καταστῇ τὸ βάρος. <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν δυσκόλως
                            ἀνατρεφομένων μορίων καὶ πλέον ἤδη <lb/>κατεψυγμένων ἐχρησάμην ἐνίοτε
                            καὶ θαψίᾳ, ποτὲ μὲν μετὰ <lb/>μέλιτος ἐπιχρίων τὸ μόριον, ἔστι δ’ ὅτε
                            καὶ κηρωτῆς· ἐπισπᾶται <lb/>γὰρ καὶ αὕτη τοῖς μορίοις οἷς ἂν ἐπιτεθῇ
                            πλῆθος <lb/>αἵματος. ἐφ’ ὧν δὲ ὀλίγον ἐνδεῖ τῷ δέρματι τοῦ αἰδοίου
                            <lb/>πρὸς τὸ κατὰ φύσιν, ἐπὶ τούτων ἄνευ θαψίας πολλάκις μόνῃ <lb/>τῇ
                            τάσει τὸ δέον εἰργασάμην, ἶνα χάρτου μαλακὴν καὶ εὔτονον <lb/>ἐν κύκλῳ
                            περιελίττων ὑποκεχρισμένῳ τῷ δέρματι κόμμεως. <lb/>εὔδηλον δὲ δήπουθεν
                            ὅτι καὶ τὸ τῆς ἰνὸς πέρας ἐπικολλᾷν <lb/>χρὴ διὰ κόμμεως τῷ ὑποβεβλημένῳ
                            ἄνω μέρει τῆς <lb/>ἰνός· ἐν τάχει τε γὰρ ξηραίνεται καὶ ἀλύπως σφίγγει.
                            προϋποτιθέναι <lb/>δὲ χρὴ τοῦ δέρματος τῆς ποσθῆς ἐκ τῶν ἔνδον <pb n="1001"/> μερῶν στρογγύλον τι σύμμετρον, ὃ καὶ μετὰ τὸ κολλῆσαι τὴν
                            <lb/>ἶνα ῥᾳδίως ἐξαιρήσεις. ἔνιοι δὲ τῶν διὰ θαψίας ἐπαγόντων <lb/>τὴν
                            ποσθὴν τὸ στρογγύλον τοῦτο μολύβδινον ἐποίησαν <lb/>ὥσπερ τι σωληνάριον·
                            εἶτ’ ἔξωθεν αὐτὸ περιτείνοντες τὸ <lb/>δέρμα τῆς ποσθῆς καταδοῦσιν
                            ἱμᾶντι μαλακῷ. καὶ γένοιτ’ <lb/>ἄν ποτε καὶ τοῦτο χρήσιμον ἐφ’ ὧν ἐνδεῖ
                            πολὺ τοῦ δέρματος· <lb/>εἰ δ’ ὀλίγον εἴη τὸ λεῖπον, ἀρκεῖ μόνον, ὡς
                            εἴρηται, τὸ χαρτίον <lb/>ἐν κύκλῳ περιελιττόμενον· ἐν αὐτῷ δὲ τῷ
                            περιβάλλειν <lb/>τε τῷ δέρματι καὶ κατακολλᾷν αὐτὸ προϋποκεῖσθαι χρὴ τὸ
                            <lb/>σωληνάριον. ἐγὼ δὲ εἴωθα, εἰ καὶ μηδὲν τούτων παρῇ, τοῦ <lb/>χάρτου
                            σύμμετρον ἑλίττων ἐνθεῖναι στήριγμα τοῦ περιβλήματος, <lb/>ἵν’ ὕστερον,
                            ὅταν ἀκριβῶς παγῇ τὸ περιελιττόμενον <lb/>ἔξωθεν ἐξαρθέντος τοῦ
                            στηρίγματος, εὐκόλως οὐρεῖν ὑπάρχῃ <lb/>τῷ θεραπευομένῳ. πρόδηλον δ’ ὅτι
                            καὶ τοῦτο τὸ πάθημα <lb/>τοῦ γένους τῶν νοσημάτων ἐστὶν, ὃ κατὰ
                            πηλικότητα τοῦ <lb/>κατὰ φύσιν ἐξέστηκεν, ἐνίοτε μὲν ἀποσαπείσης τῆς
                            ποσθῆς <lb/>γινόμενον, ἐνίοτε δὲ ἐξ ἀρχῆς ἔλαττον συγγενόμενον. ὑπάγεται
                            <lb/>δὲ καὶ χειρουργίας τρόπῳ διττῷ· ποτὲ μὲν ἄνω κατὰ τὴν <pb n="1002"/> ἀρχὴν τοῦ αἰδοίου τὸ δέρμα τεμνόντων κυκλοτερῶς, ἕνεκα <lb/>λυθείσης
                            αὐτοῦ τῆς συνεχείας ἕλκεσθαι κάτω μέχρι τοῦ σκεπάσαι <lb/>τὴν καλουμένην
                            βάλανον ὅλην· ἐνίοτε δὲ ὑποδερόντων <lb/>σμίλῃ κατὰ τὰ ἔνδον ἀπὸ τῆς
                            κατὰ τὴν βάλανον ῥίζης, εἶθ’ <lb/>ἑλκόντων κάτω, κᾄπειτα δεσμευόντων, ὡς
                            εἴρηται, μαλακῷ <lb/>τινι. λεχθήσεται δὲ περὶ τῶν τοιούτων τρόπων ἐπὶ
                            προήκοντι <lb/>λόγῳ, καθάπερ γε καὶ περὶ κολοβωμάτων· οὕτως γὰρ
                            <lb/>ὀνομάζουσι τὰ κατὰ χεῖλος ἢ πτερύγιον ῥινὸς ἢ οὖς ἐλλείποντα.
                            <lb/>μεθοδεύεται γάρ πως καὶ ταῦτα· πρῶτον μὲν ὑποδερόντων
                            <lb/>ἑκατέρωθεν τὸ δέρμα, μετὰ δὲ τοῦτο ἐπαγόντων <lb/>καὶ συναγόντων
                            ἀλλήλοις τὰ χείλη τῶν δερμάτων, ἀφαιρούντων <lb/>τε τὸ τετυλωμένον
                            ἑκατέρου, κᾄπειτα ῥαπτόντων τε καὶ <lb/>κολλώντων. ἐκ ταὐτοῦ δὲ τοῦ
                            γένους εἰσὶ καὶ αἱ κατὰ τὸν <lb/>μέγαν κανθὸν ῥυάδες, ἢ μειωθέντος ἐπὶ
                            πλέον ἢ τελέως <lb/>ἀπολλυμένου τοῦ κανθοῦ. τελέως μὲν οὖν ἀπολλυμένου
                            <lb/>παντάπασιν ἀνίατον γίνεται τὸ νόσημα, μειωθέντος δὲ διὰ <lb/>τῶν
                            μετρίως στυφόντων θεραπεύεται μετὰ τοῦ προκαθᾶραι <lb/>πρῶτον μὲν ὅλον
                            τὸ σῶμα, δεύτερον δὲ τὴν κεφαλήν. ἔστι <lb/>δὲ μετρίως στύφοντα φάρμακα
                            τά τε διὰ γλαυκίου καὶ κρόκου <pb n="1003"/> καὶ τὰ νάρδινα καλούμενα,
                                <milestone unit="ed2page" n="338"/>καὶ μάλισθ’ ὅσα δι’ οἴνου
                            <lb/>σκευάζεται. συνελόντι δὲ εἰπεῖν, ἐπὶ πάντων ἐν οἷς ἀπώλετό <lb/>τις
                            οὐσία μάλιστα μὲν αὐτὴν ὁμοιοτάτην πειρᾶσθαι χρὴ <lb/>κατασκευάζειν· εἰ
                            δ’ ἀδύνατον εἴη τοῦτο, τῆς γε αὐτῆς χρείας <lb/>ἐστοχασμένων ἡμῶν· ἔσται
                            δὲ καὶ αὐτὴ κατὰ τοῦθ’ ὁμοία. <lb/>τοῦ γοῦν τῆς κνήμης ὀστοῦ πολλάκις
                            ἀναγκασθέντες ἐκκόψαι <lb/>συχνὸν, εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ φῦσαί τινα ἑτέραν
                            οὐσίαν τὴν <lb/>φύσιν προκαλούμεθα διὰ τῶν σαρκωτικῶν φαρμάκων, ἥτις
                            <lb/>ἐν ἀρχῇ μὲν οἵα περ σκληρὰ σάρξ ἐστιν, ὕστερον δὲ πώρου
                            <lb/>σκληροτέρου λαμβάνει σύστασιν, καὶ τῷ χρόνῳ κρατυνθεῖσα <lb/>πρὸς
                            τὰς βαδίσεις αὑτοῦ γίνεται ἐπιτηδεία. καὶ σκυταλίδας δὲ <lb/>δακτύλων
                            ἐκκόπτοντες ὁρῶμεν ἐν τῇ χώρᾳ τῶν ἐκκοπεισῶν <lb/>ἑτέραν οὐσίαν, οἵαν
                            περ εἴρηκα γεννωμένην. ὅτι δὲ καὶ <lb/>φλέβας αἰσθητὰς ἐνίοτε γεννωμένας
                            εἴδομεν εἴρηται πρόσθεν. <lb/>αὗται μὲν οὖν οὐχ ὅμοιαι ταῖς ἀπολωλυίαις,
                            ἀλλ’ αἱ <lb/>αὐταὶ γίγνεσθαι λέγοιντ’ ἂν, ὥσπερ γε καὶ ἡ ἐν τοῖς κοίλοις <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="194"/>ἕλκεσι σάρξ. ἡ δ’ ἐν τῷ τυλοῦσθαι
                            ταύτην οὐλὴ γεννωμένη <lb/>δέρματι μέν ἐστιν ὁμοιοτάτη, δέρμα δ’ οὐκ
                            ἔστι· <pb n="1004"/> πυκνοτέρα γοῦν αὐτοῦ φαίνεται διά τε τῆς ὄψεως καὶ
                            τῆς <lb/>ἁφῆς, καὶ μέντοι καὶ τῷ λογισμῷ τεκμαιρομένοις ἐκ τοῦ μὴ
                            <lb/>φύειν τρίχας. ταῦτ’ οὖν ἔχων ἀεὶ πρόχειρα πρὸς τὰς θεραπείας
                            <lb/>εὐπορήσεις ὧν σε χρὴ πράττειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Ἐμοὶ δ’ ἤδη καιρὸς ἐπ’ ἄλλα προϊέναι νοσημάτων <lb/>εἴδη, κοινωνοῦντα
                            τοῖς προειρημένοις. ὁ μὲν οὖν <lb/>ἕρπης ὀνομαζόμενος ἐκ τοῦ αὐτοῦ
                            γένους ἐστὶ τοῖς ἡλκωμένοις <lb/>ἐρυσιπέλασιν, ἡ σαρκοκήλη δὲ τοῖς
                            σκίῤῥοις. ὀφίασις δὲ <lb/>καὶ ἀλωπεκία καὶ ἡ πτίλωσις ἐκ τοῦ γένους ἐστὶ
                            τῶν νοσημάτων <lb/>ἐν οἷς ἀπόλωλέ τι τῶν κατὰ φύσιν, ὥσπερ γε καὶ ἡ
                            <lb/>μυρμηκία τῷ ὅλῳ γένει παρὰ φύσιν ἐστί. τρίτη δ’ ἁπάντων <lb/>αὐτῶν
                            ἡ διαφορά. τινὰ μὲν γὰρ ἐκ μεταβολῆς γίνεται τῶν <lb/>στερεῶν σωμάτων,
                            ὡς ἡ μυρμηκία καὶ ἡ λεύκη καὶ ὁ ἀλφὸς <lb/>καὶ ὁ σφάκελος, ἐλέφας τε καὶ
                            ψώρα καὶ λέπρα, τινὰ δ’ <lb/>οὐδ’ ὅλως ὄντα πρότερον ὕστερα γίνεται,
                            καθάπερ καὶ ἡ <lb/>μελικηρὶς, ἀθερώματά τε καὶ στεατώματα· καὶ καθ’
                            ἕτερον <lb/>τρόπον ἕλμινθες καὶ ἀσκαρίδες καὶ κηρία· καλοῦσι γὰρ
                            <lb/>οὕτω μὲν μακρὰν καὶ πλατεῖαν ἕλμινθα· καὶ πάντα τὰ πρόσθεν ﻿<pb n="1005"/> εἰρημένα, ἃ κατά τινα τῶν ἀποστημάτων εὑρίσκεται,
                            <lb/>πώροις, ἢ λίθοις, ἢ ὀστοῖς, ἢ θριξὶν, ἤ τισιν ἑτέροις τῶν
                            <lb/>τοιούτων ἐοικότα. προσέχειν οὖν ἀεὶ χρὴ τὸν νοῦν ἐπὶ πάντων
                            <lb/>τῶν παρὰ φύσιν ἀκριβῶς ἐπισκοπούμενον ἐκ τίνος <lb/>γένους ἐστίν·
                            εἴπερ γε τὴν πρώτην ἔνδειξιν ὁρμητήριον <lb/>ἐσομένην ἁπασῶν τῶν ἐφεξῆς
                            ὀρθῶς εἴπομεν ἐκ τοῦ γένους <lb/>λαμβάνεσθαι. τὸν γοῦν ἕρπητα χολώδης
                            γεννᾷ χυμός· <lb/>ὥστε κατά γε τοῦτο ταὐτοῦ γένους ὑπάρχειν ἐρυσιπέλατι,
                            <lb/>καὶ τοῦτό γ’ αὐτοῦ μᾶλλον ἔτι τὸ ἡλκωμένον. διαφέρει <lb/>δὲ τῇ
                            λεπτότητι τοῦ χυμοῦ· πάνυ γάρ ἐστι λεπτὸς ὁ τὸν <lb/>ἕρπητα γεννῶν, ὡς
                            μὴ μόνον διὰ πάντων διέρχεσθαι τῶν <lb/>ἔνδον μορίων, ὁπόσα σαρκώδη τὴν
                            οὐσίαν ἐστὶν, ἀλλὰ <lb/>καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ δέρματος ἄχρι τῆς ἐπιδερμίδος,
                            ἣν μόνην <lb/>ἀναβιβρώσκει τε καὶ διεσθίει τῷ στέγεσθαί τι πρὸς
                            <lb/>αὐτῆς· ὡς εἴ γε καὶ ταύτην διεξείη τοῖς ἱδρῶσιν ὁμοίως, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="339"/>οὐκ ἂν ἕλκος εἰργάσατο. κοινὸν γὰρ δὴ
                            τοῦτο τοῖς <lb/>γιγνομένοις ἐκ χυμοῦ δακνώδους ἕλκεσιν, ἅπερ αὐτόματα
                                <pb n="1006"/> ἕλκη προσαγορεύουσιν, ἴσχεσθαί τε καὶ βραδύνειν ἐν τῇ
                            <lb/>διεξόδῳ τὸν ἐργαζόμενον αὐτὰ χυμόν. τῷ δ’ ἧττον καὶ μᾶλλον
                            <lb/>ἕτερον ἑτέρου χυμὸν ἤτοι λεπτὸν ἢ παχὺν ὑπάρχειν αἱ <lb/>κατὰ τὸ
                            βάθος ἐν τοῖς ἕλκεσιν γίνονται διαφοραί. τούτου <lb/>τοῦ γένους ἐστὶ καὶ
                            ἡ φαγέδαινα καὶ οἱ ἡλκωμένοι τῶν καρκίνων. <lb/>ἐφ’ ὧν ἁπάντων ἡ μὲν
                            κοινὴ θεραπεία κωλύσαντα τὸν <lb/>ἐπιῤῥέοντα χυμὸν ἰᾶσθαι τὸ ἕλκος· ἡ δ’
                            ἰδία καθ’ ἕκαστον <lb/>ἔκ τε τῆς τοῦ μορίου φύσεως εὑρίσκεται καὶ τῆς
                            ἰδέας τε καὶ <lb/>ποσότητος τοῦ χυμοῦ. λεπτότατος μὲν οὖν ἐν τοῖς
                            τοιούτοις <lb/>χυμοῖς ἐστιν ὁ τὸν ἑλκούμενον ἕρπητα γεννῶν· παχύτατος
                            <lb/>δὲ ὁ τὸν καρκίνον· ἐφεξῆς δὲ τούτων κατά γε τὸ πάχος ὁ <lb/>τὰς
                            φαγεδαίνας ὀνομαζομένας. ὧν ἰδέαι τινές εἰσι τά τε <lb/>χειρώνια καὶ
                            τηλέφια καλούμενα. καὶ ἤδη τινὲς ἄλλαι τοιαίδε <lb/>προσηγορίαι
                            γεγόνασιν, ἄχρηστοί τε καὶ περίεργοι· πρὸς <lb/>γάρ τοι τὴν θεραπείαν
                            ἐπίστασθαι χρὴ τό τε πλῆθος τοῦ <lb/>χυμοῦ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν
                            σύστασιν, οἷον εὐθέως ἐπὶ <lb/>τῶν ἑρπήτων, ἐπειδὴ λεπτός ἐστιν ὁ χυμὸς,
                            ἐκ τοῦ γένους ὢν <lb/>δηλονότι τῆς ξανθῆς χολῆς, ὅταν ἀναδείρῃ τὴν
                            ἐπιδερμίδα <pb n="1007"/> διαφορηθεὶς, ἐπιτρέπει συνουλωθῆναι τῷ ἕλκει.
                            ἐὰν μὲν οὖν <lb/>φθάσῃ τις ἐκκαθάρας τὸ σύμπαν σῶμα, μετὰ τοῦ τοῖς
                            ἀναστέλλουσί <lb/>τε καὶ ἀποκρουομένοις τοὺς ἐπιῤῥέοντας χυμοὺς
                            <lb/>χρήσασθαι φαρμάκοις ἰάσατο τὸν ἕρπητα. μηδέτερον δὲ
                            <lb/>ἐργασάμενος τούτων, ἀλλὰ μόνοις ἀρκεσθεὶς τοῖς ἐπουλοῦσι, <lb/>τὴν
                            ἡλκωμένην ἐπιδερμίδα ταύτην μὲν ἰάσατο, τὴν συνεχῆ <lb/>δ’ αὐτῇ παθεῖν
                            οὐκ ἐκώλυσεν. εἶτ’ αὖθις πάλιν ἐκείνης <lb/>ἐπουλουμένης ἢ συνεχὴς
                            ἀναδέρεται, καὶ τοῦτ’ ἐπὶ πλεῖστον <lb/>γίγνεται, καθάπερ ἕρποντος τοῦ
                            πάθους ἄχρι περ ἂν ὁ ἐργαζόμενος <lb/>αὐτὰ χυμὸς ἐκκενωθῇ. γυνὴ γοῦν τις
                            ἐν Ῥώμῃ τῶν <lb/>ἐπιφανῶν ἕρπητα κατὰ τὸ σφυρὸν ἔχουσα πρῶτον μὲν
                            <lb/>ἐχρήσατο τῷ διὰ φύκους φαρμάκῳ, τάχιστα δὲ ἐπουλωθέντος <lb/>αὐτοῦ
                            τὸ συνεχὲς εὐθὺς ἐπιπολῆς ἀνεδάρη δέρμα, καθάπερ <lb/>ἐξ ἀποσύρματος. ᾧ
                            πάλιν ἐπιτιθέντος τοῦ φαρμάκου τὸ <lb/>συνεχὲς αὖθις ἡλκώθη. καὶ τοῦτ’
                            οὐκ ἐπαύετο γιγνόμενον, <lb/>ἀλλ’ ἧκεν ὕστερον ἡ ἕλκωσις ἐπὶ τὸ γόνυ,
                            πάντα μᾶλλον <lb/>αὐτῆς παθεῖν ἑτοίμης οὔσης ἢ καθαρθῆναι χολαγωγῷ
                            φαρμάκῳ. <lb/>καὶ τοίνυν ὅπερ εἴωθεν ἐν τοῖς τοιούτοις γίγνεσθαι, <pb n="1008"/> διὰ τὸ τοὺς πλείστους αἰτιᾶσθαι τὰ ἀναίτια, καταγνοῦσα
                            <lb/>τοῦ διὰ φύκους φαρμάκου, τῶν ἄλλων τι προσφέρειν ἐκέλευσεν.
                            <lb/>ἐχρώμεθα οὖν ἐφεξῆς τῷ διὰ σάνδικος. ὡς δὲ καὶ τοῦτο <lb/>τὸ μὲν
                            ἡλκωμένον ἐπούλου, τὸ δ’ ἑλκούμενον οὐκ ἐκώλυεν, <lb/>ἀνελήλυθε δὲ τὸ
                            πάθος ἐγγὺς ἤδη τοῦ βουβῶνος ὑπὸ τῆς <lb/>ἀνάγκης βιασθεῖσα γάλακτος
                            ὀῤῥὸν ὑπέσχετο λήψεσθαι. <lb/>παρεμβαλόντες οὖν ἡμεῖς αὐτῷ λάθρα
                            σκαμμωνίας ἐλάχιστον, <lb/>ἄκουσαν αὐτὴν ἐκκαθάραντες ἐθεραπεύσαμεν.
                            οὗπερ οὖν <lb/>ἕνεκα ταῦτα λέγεται πάλιν ἀναμνήσω. τὸν κοινὸν σκοπὸν
                            <lb/>ἐπὶ τῶν ὑπὸ ταὐτὸ γένος ἁπάντων νοσημάτων ἐπειδὰν λάβῃς, <lb/>οὐκ
                            ἀναιρήσεις μὲν αὐτὸν ἐν τοῖς κατὰ μέρος, εἰς διαφορὰν <lb/>δ’ ἄξεις
                            ἕκαστον πρέπουσαν ταῖς τε διαθέσεσι καὶ <lb/>ταῖς ἐργαζομέναις αὐτὰς
                            αἰτίαις, ὥσπερ ἐπὶ τῶν αὐτομάτων <lb/>ἑλκῶν ἐδείχθη. κενώσεις γὰρ
                            δηλονότι τὸν πλεονάζοντα χυμὸν <lb/>ἐνίοτε μὲν τῷ τὴν ὠχρὰν χολὴν
                            ἐκκαθαίροντι φαρμάκῳ· <lb/>πολλάκις δὲ τῷ τὴν μέλαιναν, ἔστι δ’ ὅτε
                            μικτῷ, χολήν τε <lb/>ἅμα καὶ φλέγμα κενοῦντι, <milestone unit="ed2page" n="340"/>ὥσπερ ἐπὶ θατέρου τῶν <lb/>ἑρπήτων, ὃν ἀπὸ τῆς πρὸς τὰς
                            κέγχρους ὁμοιότητος ὀνομάζουσι <pb n="1009"/> κεγχρίαν. οὗτος γὰρ οὐκ
                            εὐθέως ἕλκος ἐργάζεται καθάπερ <lb/>ὁ ἕτερος, ἀλλὰ μικρὰς πάνυ
                            φλυκταίνας ὥσπερ κέγχρους, <lb/>αἳ καὶ αὐταὶ τοῦ χρόνου προϊόντος εἰς
                            ἕλκος τελευτῶσι. <lb/>καί τισιν οὐκ ἀλόγως ἔδοξεν ἐπιμεμίχθαι τῇ χολῇ
                            φλέγματος <lb/>ἐν τῷ τοιούτῳ πάθει. γίγνεται δέ ποτε καὶ χωρὶς τῆς τοῦ
                            <lb/>παντὸς σώματος ἰσχυρᾶς κακοχυμίας ἐν μέρει ἕλκη, ἃ θεραπεύομεν
                            <lb/>ῥᾳδίως ὑπὸ φαρμάκων μικτὴν ἐχόντων δύναμιν <lb/>ἀποκρουστικήν τε
                            καὶ διαφορητικήν. ἀποκρούεται μὲν οὖν <lb/>τά τε στύφοντα καὶ τὰ χωρὶς
                            τοῦ στύφειν ψύχοντα· διαφορεῖ <lb/>δὲ τὰ θερμαίνοντα. καὶ δῆλον ὅτι κατὰ
                            μὲν τὴν γένεσιν τῶν <lb/>ἑλκῶν ἐπικρατεῖν χρὴ τὰ τὴν ἀποκρουστικὴν
                            δύναμιν ἔχοντα· <lb/>μηκέτι δ’ ἐπιῤῥέοντος τοῦ χυμοῦ τοῦ μοχθηροῦ τῷ
                            μορίῳ, <lb/>τὴν διαφορητικήν. τὴν μὲν γὰρ ὀλίγην κακοχυμίαν κᾀν ἀπώσηταί
                            <lb/>τις αὐτὴν ἐπί τε τὰ σπλάγχνα καὶ τὰς μεγάλας φλέβας, <lb/>οὐδὲν
                            ἐργάσεται κακὸν αἰσθητόν· εἰ δὲ ἀξιόλογος ᾖ, <lb/>εἴς τι κύριον ἐνίοτε
                            κατασκήπτει μόριον, ὅταν γε μὴ διὰ <lb/>ῥώμην τῆς φύσεως ἐκκαθαιρούσης
                            τὸ σῶμα κενωθῆναι ﻿<pb n="1010"/> φθάσῃ διὰ τῶν διαχωρημάτων, ἢ τῶν
                            οὔρων ἢ καὶ διὰ τοῦ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="195"/>περιέχοντος ὅλον τὸ σῶμα δέρματος.
                            ἐπὶ μὲν οὖν τῆς <lb/>ὠχρᾶς χολῆς αἱ κεκώσεις ἑτοιμότεραι, τὸ δὲ φλέγμα,
                            καὶ <lb/>μάλισθ’ ὅσον αὐτοῦ παχύτερόν τε καὶ γλίσχρον ἐστὶν, ὡσαύτως
                            <lb/>δὲ καὶ ἡ μέλαινα χολὴ δυσκόλως ἐκκενοῦται· καὶ διὰ <lb/>τοῦτο
                            δεόμεθα καθαίροντος φαρμάκου. κατὰ δὲ τοὺς ἕρπητας, <lb/>ἐπειδὴ λεπτός
                            ἐστιν ὁ τὸ πάθος ἐργαζόμενος χυμὸς, ἀρκεῖ <lb/>καὶ λαπάξαι γαστέρα διὰ
                            τῶν ἐπιτυχόντων, ἢ οὖρα κινῆσαι <lb/>διὰ τῶν μετρίως οὐρητικῶν. ἀλλ’
                            ἐπειδὴ περὶ φαρμάκων μεθόδου <lb/>γέγραπταί τι κᾀν τοῖς ἔμπροσθεν, οὐκ
                            ὀλίγα δὲ καὶ <lb/>κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν εἴρηται πραγματείας, ἄμεινον ἂν
                            εἴη <lb/>μηκέτ’ ἐκτείνειν τὸν λόγον· ἱκανὰ γὰρ καὶ ταῦτα τῷ γε
                            προσέχοντι <lb/>τὸν νοῦν, οὐδὲ γὰρ ἡμεῖς αὐτὰ παρὰ τῶν Μουσῶν
                            <lb/>ἐμάθομεν. ἀλλ’ ἡ τῶν πραγμάτων φύσις ἀνδρὶ συνετῷ καὶ <lb/>φιλοπόνῳ
                            καὶ γεγυμνασμένῳ τὸν νοῦν ὑπαγορεύει τὸ ποιητέον· <lb/>ὅταν δὲ καὶ τὰς
                            ὁδοὺς τῆς εὑρέσεως τὶς ὑφ’ ἑτέρου <lb/>διδαχθείσας ἔχῃ, ῥᾷστον αὐτῷ
                            προσέρχεσθαι κατ’ αὐτάς. <lb/>ἱκανὸν δέ σοι μαρτύριον ἔστω τὸ τοὺς
                            τοιούτους ἄνδρας <pb n="1011"/> ἔργοις μεγίστοις κοσμῆσαι τὴν τέχνην·
                            ὅσοι δ’ ἀσύνετοι, <lb/>μηδὲν εὑρίσκεσθαι πλέον αὐτοῖς, εἰ καὶ δι’ ὅλου
                            τοῦ βίου μυρίων <lb/>ἔργων ἰατρικῶν αὐτόπται γίγνοιντο. πάμπολλα γοῦν
                            <lb/>ἐπινοεῖται μέχρι τήμερον, οὐδέπω τοῖς ἔμπροσθεν εὑρημένα·
                            <lb/>καθάπερ νῦν ἐπὶ Ῥώμης ἐπενόησέ τις ἰᾶσθαι διὰ στόματος
                            <lb/>ἀκροχορδόνας τε καὶ μυρμηκίας. ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἀκροχορδόνων,
                            <lb/>ὡς ἂν ἐξεχουσῶν τοῦ δέρματος, οὐδὲν θαυμαστόν· τὸ <lb/>δὲ τῶν
                            μυρμηκιῶν καὶ μάλισθ’ ὅσαι τελέως εἰσὶν ἰσόπεδοι τῷ <lb/>δέρματι,
                            θαυμαστὸν ἐδόκει. ἀλλ’ ὅμως καὶ ταύτας πρῶτον <lb/>μὲν τῇ θέσει τῶν
                            χειλῶν ὥσπερ βδάλλων ἐπεσπᾶτό τε κᾀκ <lb/>τῆς ῥίζης ἐμόχλευεν· εἶτα τοῖς
                            προσθίοις ὀδοῦσιν παραλαμβάνων <lb/>ἀθρόως ἐξέσπα. καὶ μὴν καὶ διὰ
                            μυρσίνης σμίλης <lb/>καὶ διὰ τοῦ καλουμένου σκολοπομαχαιρίου
                            γεγυμνασμένος <lb/>ταῖς χερσὶ ῥᾳδίως ἄν τις ἐκκόψειεν αὐτὰς, ἰδίαν
                            ἐχούσας περιγραφὴν, <lb/>ᾗ χωρίζονται τοῦ πέριξ δέρματος. ὡσαύτως δὲ καὶ
                            <lb/>διά τινος ἰσχυροῦ πτεροῦ, περιτιθεμένου κυκλοτερῶς τῇ μυρμηκίᾳ,
                            <lb/>ποιούμεθα τὴν ἄρσιν αὐτῆς. χρὴ δὲ σύμμετρον ἔχειν <lb/>δηλονότι τὴν
                            ἑαυτοῦ κενὴν σύριγγα τὸ πτερὸν τῷ πάχει μυρμηκίας, <pb n="1012"/> ἵνα τε
                            πανταχόθεν αὐτὴν ἀκριβῶς σφίγγῃ, κᾄπειτα <lb/>περιστρέψαι μετὰ τοῦ κάτω
                            βιάζεσθαι· τάχιστά τε γὰρ ἂν <lb/>οὕτω καὶ σὺν αὐτῇ τῇ ῥίζῃ τὴν
                            μυρμηκίαν ὅλην ἐκβάλλοις. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="341"/>εὔδηλον δὲ καὶ ὅτι τὸ πέρας τοῦ
                            περιγλύφοντος αὐτὴν <lb/>πτεροῦ λεπτόν τε ἅμα καὶ ὀξὺ καὶ ἰσχυρὸν εἶναι
                            χρή. διὸ <lb/>τά τε τῶν παλαιῶν ἀλεκτρυόνων πτερὰ εἰς τοῦτο χρήσιμα
                            <lb/>καὶ μᾶλλον ἔτι τὰ τῶν ἀετῶν. ἀποτέμνειν δ’ αὐτῶν χρὴ <lb/>πρὸς τῇ
                            ῥίζῃ τοσοῦτον, ὡς περιλαβεῖν ἱκανῶς τὴν μυρμηκίαν. <lb/>εὐθὺς δὲ ἀπὸ τῆς
                            ἀποτομῆς, εἰ καλῶς γίγνοιτο, καὶ τὴν ὀξύτητα <lb/>παρέξεις αὐτῷ. καὶ
                            τοῦτ’ οὖν ὁ λογισμὸς εὗρεν, οὐ <lb/>περίπτωσις. ὅτι δὲ διὰ τῶν ἑλκόντων
                            σφοδρῶς φαρμάκων <lb/>ἀνασπασθήσεται καὶ ὅτι διὰ τῶν σηπόντων
                            νεκρωθήσεται, <lb/>τῷ λογισμῷ μέν τις εὗρε· θαῤῥήσας δὲ χρῆσθαι, πρὸς
                            τῆς <lb/>πείρας ἐμαρτυρήθη. τινὰ μὲν γὰρ ἄντικρύς ἐστι καὶ πρὸ τῆς
                            <lb/>πείρας πιστὰ, καθάπερ εἰ τύχοι τὸν ἀρτίως ἐμπεπαρμένον <lb/>ἐξελεῖν
                            σκόλοπα καὶ τὸ βέλος, ὅσα τε τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐμπίπτει <lb/>ψαμμία. τινὰ
                            δὲ ἐπινοεῖται μὲν ὑπὸ τοῦ λογισμοῦ, βεβαιοῦται <lb/>δὲ ὑπὸ τῆς πείρας.
                            ἕνεκα δὲ τοῦ ῥᾷον εὑρίσκειν σε <pb n="1013"/> καὶ κατὰ σαυτὸν ὁδοὺς
                            τοιαύτας εἰς εὐπορίαν ἰαμάτων οὐκ <lb/>ὀκνήσω προσθεῖναί τι παράδειγμα
                            τῶν ἐκ τοῦ προκειμένου <lb/>γένους. ὀνομάζομεν δὲ αὐτὸ κατὰ τὸν ἀριθμὸν
                            τῶν μορίων. <lb/>ἐπειδὴ γὰρ ἔνια μὲν ἐλλείπει, καθάπερ ὀδοὺς ἢ δάκτυλος
                            ἢ <lb/>ῥινὸς πτερύγιον, ἢ ὠτός τι μόριον, ἢ αἰδοίου δέρμα, τινὰ <lb/>δὲ
                            πλεονάζει, καθάπερ ἕκτος δάκτυλος, αἵ τ’ ἐξοστώσεις καλούμεναι <lb/>καὶ
                            τῶν ὀδόντων οἱ παραφυόμενοι τοῖς κατὰ <lb/>φύσιν· ἐξελεῖν μέντοι τὸ
                            περιττὸν οὐδὲν χαλεπὸν, ἕτερον <lb/>δὲ γεννῆσαι τῷ μηκέτ’ ὄντι
                            παραπλήσιον ἐπὶ τινῶν μὲν <lb/>ῥᾴδιον, ἐπὶ τινῶν δὲ χαλεπὸν, ἐπὶ τινῶν
                            ἀδύνατον. ἐὰν μὲν <lb/>δὴ σαρκῶδες ᾖ τὸ λεῖπον, οὐ χαλεπῶς ἄν τις αὐτὸ
                            γεννήσειεν· <lb/>εἴρηται δ’ ἔμπροσθεν ἡ μέθοδος ἐπὶ τῶν κοίλων ἑλκῶν.
                            ἐὰν <lb/>δὲ ὀστοῦν ᾖ, αὐτὸ μὲν ἀδύνατον, ἀντ’ αὐτοῦ δὲ ἕτερόν τι
                            <lb/>σκληρὸν οὐκ ἀδύνατον ἐργάσασθαι. λέλεκται δέ τι καὶ περὶ <lb/>τῆς
                            τῶν φλεβῶν γενέσεως ἔμπροσθεν, ὡς ἐνίοτε μὲν αἰσθητῶς <lb/>εἴδομεν
                            ἑτέρας νέας γεννηθείσας, ἐνίοτε δ’ ἅπαντα μηχανωμένων <lb/>οὐκ ἔφυσαν.
                        </p></div><pb n="1014"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Εἰ δὲ δάκτυλος ὁ λείπων ἤ τι τοιοῦτον <lb/>εἴη, παντάπασιν ἀδύνατος ἡ
                            γένεσις αὐτοῦ. λέλεκται δέ τι <lb/>καὶ περὶ ποσθῆς ἔμπροσθεν, ὅπως ἄν
                            τις αὐτὴν ἐργάσηται. <lb/>τὰ δ’ ἐπὶ ῥινὸς ἢ ὠτὸς ἢ χείλους ἐλλείποντα
                            γεννῆσαι μὲν <lb/>ἀδύνατον, εὐπρεπῆ δ’ ἐργάσασθαι δυνατὸν, ἐὰν ὑποδείρας
                            <lb/>τις ἑκατέρωθεν τὸ δέρμα, κᾄπειτα συναγαγὼν κολλῆσαι <lb/>δυνηθῇ.
                            καθ’ ἕτερον δὲ τρόπον ἐκ τούτου τοῦ γένους ἐστὶ <lb/>τῶν νοσημάτων
                            ἀθερώματά τε καὶ στεατώματα καὶ μελικηρίδες, <lb/>ἀσκαρίδες τε καὶ κηρία
                            καὶ ἕλμινθες, οἵ τε κατ’ ἄρθρα <lb/>καὶ πνεύμονα πῶροι, καὶ οἱ κατὰ
                            νεφροὺς καὶ κύστιν λίθοι· <lb/>κοινὸν γὰρ ἐπὶ πάντων αὐτῶν ἡ τῆς οὐσίας
                            γένεσις οὐκ <lb/>οὔσης πρότερον. ἔμπαλιν δὲ κατὰ τὰς ἀλωπεκίας καὶ τὰς
                            <lb/>ὀφιάσεις καὶ τὰς πτιλώσεις, ἔτι τε τὴν φαλάκρωσιν, ἀπώλεια
                            <lb/>μορίου τινός ἐστι χρησίμως γεγονότος. ὥσπερ οὖν ἐπὶ πάντων <lb/>τῶν
                            ἄλλων, ἐν οἷς γεννηθῆναί τι βουλόμεθα, τὰς κινήσεις <lb/>τῆς φύσεως
                            ἀκωλύτους ἐργαζόμεθα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ἐπὶ τῶν ἀπολωλυιῶν
                            τριχῶν. ἔργον γὰρ τῆς φύσεώς ἐστιν, <lb/>ὥσπερ ἡ τῆς σαρκὸς γένεσις ἐν
                            τοῖς κοίλοις ἕλκεσιν, οὕτω καὶ <pb n="1015"/> ἡ τῶν τριχῶν ἐπί τε τῆς
                            κεφαλῆς καὶ τῶν βλεφάρων. ἀναμνησθεὶς <lb/>οὖν ὧν ἔμαθες ἐν τοῖς
                            φυσικοῖς λόγοις περὶ τριχῶν <lb/>γενέσεως, ἐξ ἐκείνων εὑρήσεις τὰς τῆς
                            ἀπωλείας αὐτῶν αἰτίας. <lb/>ἐδείχθη δ’ ὅτι τῶν διαπνεομένων χυμῶν ὅσον
                            ἰλυῶδές ἐστιν <lb/>ἐξ ἀρχῆς τ’ εὐθέως τὰς τρίχας ἐγέννησε καὶ τοῦ λοιποῦ
                            καθ’ <lb/>ὑπόφυσιν αὐ<milestone unit="ed2page" n="342"/>ξάνει. τοῦτ’
                            οὖν, ὅταν ἤτοι γ’ ἀπόληται <lb/>παντάπασιν ἢ μοχθηρὸν γενηθῇ, φθείρεσθαι
                            τὰς τρίχας <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστι. καὶ γὰρ οὖν καὶ τὰ φυτὰ κατὰ διττὴν
                            αἰτίαν <lb/>ἀπόλλυται, ποτὲ μὲν ἀποροῦντα τῆς τρεφούσης ὑγρότητος,
                            <lb/>ἔστι δ’ ὅτε οὐκ οἰκείῳ χρώμενα. τελέως μὲν ἀπολουμένου τοῦ
                            <lb/>τρέφοντος χυμοῦ τὰς τρίχας ἡ φαλάκρωσις γίνεται, μοχθηροῦ <lb/>δ’
                            ἀποτελεσθέντος αἵ τ’ ὀφιάσεις καλούμεναι καὶ αἱ <lb/>ἀλωπεκίαι. πρῶτον
                            μὲν οὖν εὑρήσεις ἐκ τῆς κατὰ φύσιν αὐτῶν <lb/>διοικήσεως τὴν παρὰ φύσιν
                            αἰτίαν. ἐφεξῆς δὲ τῆς θεραπείας <lb/>εὐπορήσεις ἐνδεικτικῶς ὑπὸ τῶν
                            κοινῶν ἀγομένης σκοπῶν <lb/>ἅπασι τοῖς προειρημένοις, ἐφ’ ὧν ἐκ
                            κακοχυμίας ἤτοι γ’ ἄλλο <lb/>τι πάθος ἢ ἕλκος γίνεται· κωλῦσαι μὲν γὰρ
                            χρὴ τὸ ἐπιῤῥέον, <lb/>ἐκδαπανῆσαι δὲ καὶ διαφορῆσαι τὸ φθάσαν ἐν τῷ
                            πεπονθότι ﻿<pb n="1016"/> μορίῳ περιέχεσθαι. καθάπερ οὖν ἐπ’ ἐκείνων
                            ἑλκῶν καθάρσεις <lb/>τοῦ λυποῦντος χυμοῦ πρῶτον ἐγίγνοντό σοι, τὸν αὐτὸν
                            <lb/>τρόπον ἐπὶ τῶν τριχῶν αὐτῶν, ἀπ’ αὐτῶν δ’ ἄρξῃ τῆς <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="196"/>θεραπείας, ἐπισκεψάμενος ἀκριβῶς
                            ὁποία τις ἡ χρόα <lb/>γέγονε τοῦ δέρματος, ἐξ οὗ τὰς τρίχας ὁρᾷς
                            ἀπολλυμένας. εἰ <lb/>μὲν γὰρ λευκοτέρα τοῦ κατὰ φύσιν, ἐπὶ τὴν τῶν
                            φλεγματωδῶν <lb/>χυμῶν ἀφικνοῦ κάθαρσιν· εἰ δ’ ὠχροτέρα πως, ἐπὶ τὴν
                            <lb/>τῆς τοιαύτης χολῆς, ὥσπερ γε καὶ εἰ μελαντέρα, τὰ τῶν μελανῶν
                            <lb/>ἀγωγὰ δώσεις φάρμακα. πρὸς δὲ τὴν ἀκριβεστέραν τῆς <lb/>κακοχυμίας
                            διάγνωσιν οὐ μικρὰ κᾀκ τῆς προηγησαμένης διαίτης <lb/>ὠφεληθήσῃ,
                            μεμαθηκώς γε τίνα μὲν ἐδεσμάτων τὸν μελαγχολικὸν <lb/>ἀθροίζει χυμὸν,
                            τίνα δὲ τὸν τῆς ὠχρᾶς χολῆς καὶ <lb/>τοῦ φλέγματος. ὅταν οὖν ἤδη
                            θαῤῥήσῃς ὡς ἐπὶ καθαρωτάτῳ <lb/>σώματι, τὸν ἐν τῷ πεπονθότι δέρματι
                            περιεχόμενον <lb/>χυμὸν ἐκδαπανήσεις τοῖς διαφορητικοῖς φαρμάκοις,
                            φυλαττόμενος <lb/>ἐν αὐτοῖς οὕτω θερμὰ καὶ δριμέα προσάγειν φάρμακα
                            <lb/>ὡς ἑλκωθῆναι τὸ δέρμα. καὶ μέντοι καὶ τὰ ξηραίνοντα σφοδρῶς
                            <lb/>φυλάττεσθαι χρὴ, μή πως ἅμα τῷ μοχθηρῷ χυμῷ συνεκδαπανήσῃς <lb/>καὶ
                            τὸν ἐπιῤῥέοντα χρηστὸν, ὥσπερ ἐπὶ τῇ φαλακρώσει <pb n="1017"/> γίνεται.
                            ταῦτ’ οὖν ἐννοήσας ἐγὼ πρῶτον ἔμιξα τοῖς <lb/>τὰς ἀλωπεκίας θεραπεύουσι
                            φαρμάκοις βραχύ τι θαψίας. <lb/>εἶτα προσέχων. καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ὅπως
                            ἡ τοῦ κάμνοντος <lb/>φύσις ὑπ’ αὐτοῦ διατίθεται, κᾀπειδὰν ἤτοι γε
                            οἰδισκόμενον <lb/>ἐπὶ πλέον ἢ ἀναδερόμενόν πως ἴδω, τοῦ φαρμάκου μὲν
                            ἀφίσταμαι <lb/>κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ἐπαλείφω δὲ τετηκότι στέατι
                            <lb/>τὸ μόριον ἤτοι γ’ ὄρνιθος ἢ χηνὸς, ἐπειδὴ λεπτομερέστερα <lb/>ταῦτά
                            ἐστι καὶ κατὰ βάθος εἰσδύεται. κᾄπειτα κατὰ τὴν ὑστεραίαν, <lb/>εἰ μὲν
                            ἐπιμένοι τι τῶν εἰρημένων, ὁμοίως ἐπαλείφω· <lb/>μὴ μενόντων δὲ τῷ
                            φαρμάκῳ χρῶμαι· ὅπως δ’ εἰς βάθος <lb/>δύοιτο, προσανατρίβω τὸ δέρμα τῇ
                            σινδόνι μέχρι τοῦ σαφῶς <lb/>ἐρυθρὸν γενέσθαι. εἴ γε μὴν μετὰ τὸ λουτρὸν
                            χρῆσθαι βούλοιο <lb/>τῷ τοιούτῳ φαρμάκῳ παρὰ τοῦ βαλανείου, τοῦθ’ ἕξεις
                            γινόμενον <lb/>ὃ πρόσθεν ὑπὸ τῆς ἀνατρίψεως. καὶ τοὺς ἀπολλύντας <lb/>δὲ
                            τὰς ἐκ τῶν βλεφάρων τρίχας, οὓς ὀνομάζουσι πτίλους, <lb/>ὁμοίοις μὲν τῷ
                            γένει θεραπεύσεις φαρμάκοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Ἐκλέξῃ δ’ ὕλην ἐπιτήδειον τοῖς ὀφθαλμοῖς <lb/>μετὰ τοῦ φροντίζειν
                            δηλονότι καὶ τοῦ μὴ παραῤῥεῖν ἔσω τὸ <pb n="1018"/> φάρμακον εἰς τοὺς
                            χιτῶνας αὐτῶν. ὅθεν ἀμείνω τὰ ξηρὰ, <lb/>περὶ ὧν ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων ἐν
                            ταῖς ἡμετέραις τῶν φαρμάκων <lb/>πραγματείαις λέλεκται. νυνὶ γὰρ, ὅπερ
                            ἔφην, ἀρκεῖ μόνα <lb/>τὰ γένη διεξέρχεσθαι τῶν φαρμάκων, ἄνευ τῶν κατὰ
                            μέρος <lb/>ὑλῶν, ὅπως μὴ πολλάκις ἀναγκαζοίμην ὑπὲρ αὐτῶν λέγειν.
                            <lb/>ὅσα μὲν τοίνυν ἀλλότρια τῆς κατὰ φύσιν ἐστὶ διοικήσεως, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="343"/>ἐξαρεῖν ὅλα αὐτὰ προσήκει· ὅσα δ’
                            οἰκεῖα μὲν, ἀλλὰ <lb/>διέφθαρταί πως, ἀνασώζειν αὐτὰ, καθόσον ἐνδέχεται.
                            λέλεκται <lb/>δ’ ἔμπροσθεν ὡς ἐπαμφοτερίζει τινά. λέλεκται δὲ ὡς
                            <lb/>καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἔνια ταῖς οὐσίαις ὅλαις ἐστὶν ἀλλότρια,
                            <lb/>λογικῆς ζητήσεως οὐκ ἐς τὴν θεραπείαν χρησίμης οὔσης κατὰ
                            <lb/>τοῦτον τὸν τόπον ἐπ’ ἐνίων παθῶν. τὸ γάρ τοι πτερύγιον <lb/>ὅτι μὲν
                            ἀλλότριόν ἐστι τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως εὔδηλον <lb/>εἶναι νομίζω πᾶσιν·
                            οὐ μὴν ἀλλότριόν γε κατὰ τὴν οὐσίαν <lb/>ἐστὶν, ὥσπερ ἀθέρωμα καὶ
                            μελικηρίς. ἴασις δὲ καὶ τούτου <lb/>μικροῦ μὲν ὄντος ἔτι καὶ μαλακοῦ διὰ
                            τῶν ῥυπτόντων φαρμάκων, <lb/>οἷά πέρ ἐστι καὶ τὰ τραχωματικὰ καλούμενα·
                            μεγάλου <pb n="1019"/> δὲ καὶ σκληροῦ γενομένου διὰ χειρουργίας. ὁμοίως
                            δὲ καὶ <lb/>τῶν ὑδατίδων τὰς μεγάλας θεραπευτέον· τὰς μικρὰς δὲ τὰ
                            <lb/>ξηραντικὰ τῶν φαρμάκων ὀνίνησι. τὸ δὲ χαλάζιον, ἔστι γὰρ <lb/>ἕν τι
                            καὶ τοῦτο τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς γινομένων, ὅλῳ τῷ γένει <lb/>παρὰ φύσιν
                            ὑπάρχον ἐκκόπτεσθαι δεῖται. οὕτω δὲ καὶ τὸ <lb/>πῦον ὑπὸ τῶν ὑποπύων
                            ὀνομαζομένων ὀφθαλμῶν· ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν ὡς τὰ πολλὰ διαφορεῖται
                            φαρμάκοις. ὑπόχυμα <lb/>δὲ ἀρχόμενον μὲν διαφορεῖται, σύστασιν δ’ ἱκανὴν
                            <lb/>λαβὸν οὐκέτι. τῶν καθ’ ἡμᾶς δέ τις ὀφθαλμικῶν Ἰοῦστος <lb/>ὄνομα
                            καὶ διὰ κατασείσεως τῆς κεφαλῆς πολλοὺς τῶν ὑποπύων <lb/>ἐθεράπευσε,
                            καθίζων μὲν αὐτοὺς ὀρθίους ἐπὶ δίφρου, <lb/>περιλαμβάνων δὲ τὴν κεφαλὴν
                            ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν πλαγίων, <lb/>εἶτα διασείων οὕτως ὥσθ’ ὁρᾷν ἡμᾶς
                            ἐναργῶς κάτω χωροῦν <lb/>τὸ πῦον. ἔμενε δὲ κάτω καίτοι τῶν ὑποχυμάτων μὴ
                            μενόντων, <lb/>εἰ μὴ πάνυ τις ἀκριβῶς αὐτὰ σφηνώσειε διὰ τὸ βαρὺ
                            <lb/>τῆς οὐσίας. κουφότερον γάρ ἐστιν, ὡς ἂν εἴποι τις εἰκάζων, <lb/>ἢ
                            νεφελωδέστερον τὸ ὑπόχυμα τοῦ πύου· πλὴν ὅσα καὶ τούτων <lb/>αὐτῶν ἔνια,
                            λέγω δὴ τῶν ὑποχυμάτων, ὀῤῥωδεστέρας <pb n="1020"/> ὑγρότητος ἐστίν. ἃ
                            δὴ καὶ περικεντούντων διαλύεται μὲν ἐν <lb/>τῷ παραυτίκα, χρόνῳ δ’
                            ὕστερον οὐ μακρῷ καθάπερ τις <lb/>ἰλὺς ὑποχωρεῖ κάτω. τὸ δ’ ἐν τοῖς
                            ὀφθαλμοῖς πῦον ὅταν <lb/>διαφορῆσαι βουλώμεθα, τοῖς διὰ σμύρνης μάλιστα
                            κολλυρίοις <lb/>χρηστέον, ἃ δὴ καὶ καλοῦσιν ἰδίως διάσμυρνα· τούτων δ’
                            <lb/>ἧττον, ἄμεινον δὲ τῶν ἄλλων ἐνεργεῖ τὰ διὰ λιβάνου, τὰ δ’
                            <lb/>ἱκανῶς ξηραίνοντα παραχρῆμα μὲν ἱκανῶς ἐκκενοῖ, τὸ δ’ ὑπόλοιπον
                            <lb/>πήγνυσι δυσλύτως, ὡς ἐπὶ τῶν σκιῤῥουμένων ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται.
                            πολλάκις δὲ πῦον ἀθρόως ἐκενώσαμεν διελόντες <lb/>τὸν κερατοειδῆ μικρὸν
                            ὑπεράνω τοῦ χωρίου, καθ’ ὃ συμφύονται <lb/>πρὸς ἀλλήλους ἅπαντες οἱ
                            χιτῶνες. ὀνομάζουσι δὲ ἔνιοι <lb/>μὲν ἴριν, ἔνιοι δὲ στεφάνην τὸ χωρίον.
                            ὥστε καὶ τοῦτο τὸ <lb/>πάθημα τοῖς τρισὶν ὑποπίπτει τρόποις τῆς κενώσεως
                            καὶ διὰ <lb/>χειρουργίας ἀθρόως ἐκκενούσης καὶ διὰ φαρμάκου κατὰ βραχὺ
                            <lb/>καὶ πρὸς ἀκυρώτερον ἀπαγόμενον τόπον, ὡς ἐν ταῖς κατασείσεσι.
                            <lb/>τοῦ γένους δ’ εἰσὶν, ὡς ἔφην, τῶν ὅλαις ταῖς <lb/>οὐσίαις παρὰ
                            φύσιν ἐχόντων καὶ αἱ ἀσκαρίδες, αἵ θ’ ἕλμινθες, <pb n="1021"/> εἴτ’ οὖν
                            στρογγύλαι τινές εἰσιν εἴτε καὶ πλατεῖαι. διὸ καὶ <lb/>τελέως αὐτὰς
                            ἐξαιρεῖν χρὴ τοῦ σώματος. ἐξαιρήσεις δὲ ἀποκτείνας. <lb/>ἀποκτενεῖς δὲ
                            τοῖς πικροῖς φαρμάκοις· ζῶσαι μὲν <lb/>γὰρ ἀντέχονται τῶν ἐντέρων,
                            ἀποθανοῦσαι δὲ συνεκκενοῦνται <lb/>τῇ κόπρῳ. συνεκκενοῦνται δὲ ζῶσαι μὲν
                            ἔτι σκοτωθεῖσαι <lb/>καὶ ὡς ἄν εἴποι τις ἡμιθνῆτες γινόμεναι. τὰς μὲν
                            οὖν στρογγύλας <lb/>ἕλμινθας ἱκανὸν ἀποκτεῖναι ἀψίνθιον. ἡ πλατεῖα δὲ
                            <lb/>ἰσχυροτέρων δεῖται φαρμάκων, ὁποῖόν ἐστι καὶ ἡ πτέρις, ἔτι <lb/>δὲ
                            καὶ ἡ καλουμένη ἀσκαρίς. ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς τῶν φαρμάκων <lb/>εὐπορίας οὐ
                            νῦν πρόκειται λέγειν. ἐνταῦθα οὖν ἤδη <lb/>τελευτάτω καὶ οὗτος ὁ λόγος.
                        </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>