<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg044.1st1K-grc1:2.1-2.7</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg044.1st1K-grc1:2.1-2.7</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg044.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΤΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΑΙΤΙΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ.</head><p>Σπασμὸς δὲ καὶ τρόμος, καὶ παλμὸς, καὶ <lb/>ῥῖγος, καὶ φρίκη, καὶ λυγμὸς,
                            καὶ βῆχες, ἐρυγαί τε καὶ <lb/>πταρμοὶ, καὶ σκορδινισμοὶ, καὶ χάσμαι, καὶ
                            τρισμοὶ, κοινὸν <lb/>μὲν ἅπαντα γένος ἔχει κίνησιν πλημμελῆ· διενήνοχε
                            δ’ ἀλλήλων <lb/>ἑνὶ μὲν καὶ <milestone unit="ed2page" n="64"/>πρώτῳ
                            μάλιστα τῷ τὰ μὲν αὐτῶν <lb/>ἔργα φύσεως εἶναι βιαίως ἀναγκαζομένης
                            κινεῖσθαι πρός τινος <lb/>αἰτίου νοσεροῦ, τὰ δὲ νοσώδεσιν ἕπεσθαι
                            διαθέσεσιν, οὐδὲν εἰς <lb/>τὴν γένεσιν αὐτῶν συμπραττούσης φύσεως· ἔνια
                            δὲ ὑπ’ ἀμφοῖν <pb n="148"/> ἐνεργούντων γίγνεσθαι; τοῦ τε νοσήματος ἅμα
                            καὶ φύσεως. <lb/>ἀκούειν δὲ ἀξιῶ σε τοῦ τῆς φύσεως ὀνόματος ἐν τῷ λόγῳ
                            τῷδε <lb/>κατὰ πάσης δυνάμεως τῆς διοικούσης τὸ ζῶον, εἴτε κατὰ τὴν
                            <lb/>ἡμετέραν προαίρεσιν, εἴτε καὶ χωρὶς ταύτης. ἀντιδιαιροῦμεν <lb/>γὰρ
                            νῦν ἁπάσῃ τῇ παρὰ φύσιν αἰτίᾳ, δι’ ἣν βλάπτεται καὶ <lb/>διαφθείρεται τὸ
                            ζῶον, ὅλον ἐκεῖνο τὸ γένος τῶν δυνάμεων, <lb/>ὑφ’ οὗ διασώζεται.
                            τοιαύτης μὲν οὖν δυνάμεως ἔργα, πταρμοὶ, <lb/>καὶ βῆχες, καὶ χάσμαι, καὶ
                            σκορδινισμοὶ, καὶ λύγγες· <lb/>μόνου δὲ τοῦ νοσήματος ἐνεργοῦντος παλμὸς
                            καὶ σπασμός· <lb/>ἀμφοῖν δὲ συνιόντων, τοῦ τε νοσήματος καὶ τῆς
                            δυνάμεως, αἵ <lb/>τε ναρκώδεις ἅπασαι κινήσεις ὅσαι τ’ ἄλλαι
                            παραλυομένων <lb/>μὲν, οὐδέπω δὲ παραλελυμένων γίγνονται, καὶ πρὸς
                            ταύταις <lb/>ὁ τρόμος. αὗται μὲν αἱ πρῶται διαφοραὶ τοῦ νῦν ἡμῖν
                            προκειμένου <lb/>γένους τῶν συμπτωμάτων. ἐφεξῆς δὲ καθ’ ἑκάστην
                            <lb/>ἴδιαί τινες, ὑπὲρ ὧν ἤδη λέγωμεν, ἀπὸ τῶν ὑπό τινος ἐμφύτου
                            <lb/>δυνάμεως γιγνομένων κινήσεων ἀρξάμενοι. κοινωνία <lb/>δὲ καὶ
                            ταύταις ἐστὶ πρὸς τὰς ἀκριβῶς κατὰ φύσιν, ἣν <lb/>ἀναγκαῖον εἰπεῖν
                            πρότερον ὑπὲρ τοῦ διδάξαι σαφῶς, ὁποία <pb n="149"/> τις αὐτῶν ἐστιν
                            γένεσις. οὐσῶν δὴ τεσσάρων δυνάμεων ὑφ’ <lb/>ὧν διοικεῖται τὰ τρεφόμενα
                            σώματα πάντα, πρώτης μὲν τῆς <lb/>ἑλκούσης πρὸς ἑαυτὴν τὸ χρηστὸν,
                            ἑτέρας δὲ τῆς κατεχούσης <lb/>τοῦτο, καὶ τρίτης τῆς ἀλλοιούσης, καὶ
                            τετάρτης τῆς ἀποκρινούσης <lb/>τὸ περιττὸν, ἐπειδὰν μὲν νόμῳ φύσεως
                            διοικῆται τὸ <lb/>ζῶον, οὐδεμία κίνησις οὐδεμιᾶς αὐτῶν ἐστι σύμπτωμα·
                            συστάντος <lb/>δέ τινος παρὰ φύσιν ἐν τῷ σώματι, ὅταν ἀποτρίβεσθαι
                            <lb/>τοῦτο τῶν ἀποκριτικῶν τις ἐξορμήσῃ δυνάμεων, ἐνίοτε <lb/>μὲν
                            ἀναίσθητοι τὸ πάμπαν αἱ κινήσεις αὐτῶν, ἐνίοτε δὲ αἰσθητοὶ
                            <lb/>γίγνονται. περὶ μὲν δὴ τῶν ἀναισθήτων αὖθις <lb/>εἰρήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Περὶ δὲ τῶν αἰσθητῶν ἐπειδὴ κοινωνοῦσι <lb/>ταῖς προαιρετικαῖς
                            ὀνομαζομέναις, ἡ διδασκαλία γιγνέσθω <lb/>κοινή. προαιρετικῆς μὲν οὖν
                            ἐνεργείας βλάβη, παράλυσίς τε <lb/>καὶ σπασμὸς καὶ τρόμος καὶ νάρκη·
                            ποικίλλεται δὲ <milestone unit="ed1page" n="229"/>ἐν <lb/>τοῖς κατὰ
                            μέρος ὀργάνοις ἕκαστον τῶν εἰρημένων, οὐ τῇ τῶν <lb/>συμπτωμάτων ἰδέᾳ
                            μόνον, ἀλλὰ καὶ ταῖς προσηγορίαις. ἡ <lb/>μὲν γὰρ τῶν τὴν ἀναπνοὴν
                            ἐργαζομένων ὀργάνων παράλυσις <pb n="150"/> ἄπνοια, καθάπερ δὴ καὶ ἡ τῶν
                            τὴν φωνὴν ἀφωνία προσαγορεύεται. <lb/>ἡ δὲ τῆς γλώττης παράλυσις οὐδὲν
                            ὄνομα ἴδιον <lb/>κέκτηται, τελέως ἀναιροῦσα καὶ αὕτη τὴν διάλεκτον,
                            ἔργον <lb/>οὐ σμικρὸν προαιρέσεως. ἔμπαλιν δὲ οὐδὲν ἧττον ἡ ἰσχουρία
                            <lb/>παραπλήσιόν τι δόξει δηλοῦν ἀπνοίᾳ τε καὶ ἀφωνίᾳ, καίτοι <lb/>γε οὐ
                            προαιρετικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ φυσικῆς ἐστιν ἀπώλεια· <lb/>τὸ γὰρ ἐκρεῖν
                            ἀκουσίως τὰ οὖρα προαιρετικῆς ἐνεργείας βλάβη. <lb/>παραπλησίως δὲ τοῖς
                            οὔροις ἐπὶ τῶν διαχωρημάτων ἡ μὲν <lb/>ἐπίσχεσις φυσικῆς, ἡ δὲ ἀκούσιος
                            ἔκκρισις προαιρετικῆς ἐνεργείας <lb/>βλάβη. δέδεικται δ’ ἐπιπλέον ὑπὲρ
                            τῶν τοιούτων <lb/>ἁπάντων ἐν τοῖς περὶ μυῶν κινήσεως. οὕτω μὲν αἱ
                            παραλύσεις <lb/>ποικίλαι ταῖς ἰδέαις ὑπάρχουσιν. <milestone unit="ed2page" n="65"/>οἱ σπασμοὶ δὲ <lb/>κατὰ τάδε. τὸ μὲν τρίζειν
                            ἀκουσίως τῶν μασσητήρων <lb/>μυῶν σπασμός ἐστιν· ἡ δὲ ἴλλωσις οἵ τε
                            καλούμενοι στραβισμοὶ <lb/>τῶν κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς· ὥσπέρ γε καὶ τῆς
                            γονοῤῥοίας <lb/>ἡ ἑτέρα διαφορά. εἰ μὲν γὰρ μετὰ ἐντάσεως τοῦ
                            <lb/>αἰδοίου γένοιτο, οἷον σπασμός ἐστιν, εἰ δὲ χωρὶς ταύτης, <pb n="151"/> ἀῤῥωστία τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως. δοκοῦσι δὲ ἐνίοις καὶ αἱ
                            <lb/>λύγγες. καὶ ἡ διπλῆ δὲ τῶν εἰσπνεόντων ἐπανάκλησις ἔστιν <lb/>ὅτε
                            διὰ σπασμὸν γίγνεται τῶν τὴν εἰσπνοὴν ἐργαζομένων <lb/>μυῶν. ἔστι δέ τι
                            καὶ τῆς ἐκπνοῆς εἶδος οἷον σπασμῶδες, <lb/>ἐπιγιγνόμενον αὖ καὶ τοῦτο
                            τοῖς σπασμοῖς τῶν τὴν ἐκπνοὴν <lb/>ἐργαζομένων μυῶν, ὅπερ ὀνομάζεται
                            παρ’ Ἱπποκράτους <lb/>πνεῦμα προσπταῖον ἐν τῇ ἔξω φορῇ. ὅτι δὲ καὶ ὅλου
                            τοῦ <lb/>σώματος ἡ μὲν ἀποπληξία παράλυσις, ἡ δὲ ἐπιληψία σπασμός
                            <lb/>ἐστιν, ἔμπροσθεν εἴρηται, καὶ μέντοι καὶ περὶ τῆς <lb/>νάρκης
                            εἴρηται πρόσθεν, ὡς ἀμυδρά τίς ἐστι παράλυσις. οὐ <lb/>σμικρὰ δὲ ἐν τῷ
                            μᾶλλόν τε καὶ ἧττον ἡ διαφορὰ τῶν ναρκωδῶν <lb/>ἐστι μορίων, ἐπειδὴ
                            μικτόν πώς ἐστι τὸ σύμπτωμα νοσήματός <lb/>τε καὶ δυνάμεως. εἰ μὲν γὰρ
                            τὸ νόσημα τελέως ἐπικρατήσει <lb/>τῆς δυνάμεως, οὐδ’ ὅλως δύναται
                            μεταφέρειν τὸ <lb/>μέλος· εἰ δ’ ἡ δύναμις, οὐδ’ ὅλως ἐμποδίζεται· εἰ δ’
                            οἷον <lb/>μάχη τις αὐτῶν εἴη, κινοῦσι μὲν, ἀλλὰ μόγις, καὶ εἰ κελεύσειας
                            <lb/>ἀνατείναντας τὸ βεβλαμμένον κῶλον ἐκτεταμένον φυλάττειν, <lb/>οὐ
                            δύνανται· καταπίπτει γὰρ ὑπὸ τοῦ συμφύτου ﻿<pb n="152"/> βάρους
                            φερόμενον κάτω ἀῤῥωστίᾳ τῆς ὀχούσης αὐτὸ δυνάμεως. <lb/>τὸ μὲν γὰρ
                            ἐξαῖρόν τε καὶ βαστάζον ἡ δύναμίς ἐστι· <lb/>τὸ δὲ κάτω φερόμενον αὐτὸ
                            τὸ σῶμα τῆς χειρὸς ἢ τοῦ σκέλους. <lb/>ἡ δ’ αἰτία πρόσθεν εἴρηται κατὰ
                            τὸν περὶ τῶν αἰσθητικῶν <lb/>ἐνεργειῶν λόγον, ἐπιδεικνύντων ἡμῶν ἤτοι
                            πιλούμενον <lb/>ὑπὸ τῆς ψύξεως τὸ νεῦρον, ἢ ἐμφραττόμενον ὑπὸ παχέων τε
                            <lb/>καὶ γλίσχρων χυμῶν, ἢ βαρυνόμενόν τε καὶ θλιβόμενον ὑπό <lb/>τινος
                            ἔξωθεν αἰτίου εἰς νάρκην τε καὶ παράλυσιν ἔρχεσθαι. <lb/>ὁ δέ γε σπασμὸς
                            εἰς τὴν αὐτὴν ἄγει τά τε νεῦρα καὶ τοὺς μῦς <lb/>διάθεσιν, εἰς ἣν καὶ
                            κατὰ φύσιν ἐχόντων ὑπὸ τῆς ψυχικῆς δυνάμεως <lb/>ἤγετο. εἴτε οὖν
                            τεινομένων ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, εἴτε καὶ <lb/>διὰ πνεύματος ἔμπτωσιν
                            πληρουμένων τῶν μυῶν, αἱ προαιρετικαὶ <lb/>κινήσεις ἐγίνοντο, καὶ κατὰ
                            τοὺς σπασμοὺς ταῦτα <lb/>συμβήσεται πνεύματός τε φυσώδους ἐν αὐτοῖς
                            γεννᾶσθαι <lb/>δυναμένου, καὶ πολλῶν διαθέσεων τάσιν ἐργαζομένων, ὥσπερ
                            <lb/>καὶ ἡ φλεγμονή. κεφάλαιον δ’ αὐτῶν ἐστι διττὸν, ὡς Ἱπποκράτης
                            <lb/>ἐδήλωσε, πλήρωσίς τε καὶ κένωσις. ἐν μὲν οὖν <lb/>τοῖς φλεγμονώδεσι
                            πάθεσιν ἡ πλήρωσις· ἐν δὲ τοῖς καυσωδεστάτοις <pb n="153"/> τε καὶ
                            ξηροτάτοις πυρετοῖς ἡ κένωσις. ὅτι δὲ πληρουμένοις <lb/>τε καὶ
                            κενουμένοις ἐπὶ πλέον ἅπασι τοῖς νευρώδεσι <lb/>σώμασι τείνεσθαι
                            συμβαίνει, δηλοῦσιν οὐχ ἥκιστα καὶ αἱ ἐν <lb/>τοῖς ὀργάνοις ἐντεταμέναι
                            χορδαί. ῥήγνυνται γοῦν ἄν τ’ εἰς <lb/>ὑγρὸν καὶ νοτιῶδες, ἄν τ’ εἰς
                            ξηρὸν καὶ αὐχμῶδες οἴκημα τεταμέναι <lb/>κατατεθῶσι. καὶ διὰ τοῦτ’
                            ἐπανίασιν αὐτὰς οἱ τεχνῖται, <lb/>πρὶν κατατίθεσθαι. διὰ τοῦτο γοῦν
                            ἐῤῥέθη καὶ <lb/>πρόσθεν ὡς ἡ σπασμώδης κίνησις ὑπὸ μόνου γίγνεται τοῦ
                            νοσήματος, <lb/>ὁμοίως τῇ κατὰ τὰς παραλύσεις ἀκινησίᾳ. καὶ γὰρ
                            <lb/>αὕτη τῷ λόγῳ τοῦ νοσήματος ἀποτελεῖται. ἡ δέ γε κατὰ <lb/>φύσιν ἐν
                            τοῖς ζώοις ἀκινησία τε καὶ κίνησις, ὅταν ἀνατείναντες <lb/>τὴν χεῖρα
                            δυνάμεθα φυλάττειν ἀκίνητον ἀνατεταμένην, <lb/>ὑπὸ τῆς ψυχικῆς ἀμφότερα
                            γίγνεται δυνάμεως· εἰ δὲ κατατιθέντες <lb/>ἐπί τινος στερεοῦ τὴν
                            ὑγιαίνουσαν χεῖρα, πάσας ἐκλύσαιμεν <lb/>τῶν μυῶν τὰς ἐνεργείας, οὔθ’
                            ὑπὸ τοῦ νοσήματος <lb/>οὔθ’ ὑπὸ τῆς δυνάμεως ἡσυχάζει κατ’ ἐκεῖνον
                                <milestone unit="ed2page" n="66"/>τὸν καιρὸν, <lb/>ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ
                            συμφύτου βάρους τοῖς ζώοις ἡ χείρ. ὥστε τῶν <lb/>τριῶν ἡσυχιῶν τὴν μὲν
                            ἐν ταῖς παραλύσεσιν ὑπὸ τοῦ νοσήματος <pb n="154"/> γίνεσθαι, δεδεμένης,
                            ὡς ἂν εἴποι τις, ἐν τούτῳ τῷ <lb/>χρόνῳ τῆς δυνάμεως· τὴν δ’ ὅταν
                            ἀνατεταμένον ἔχωμεν τὸ <lb/>κῶλον, ὑπὸ τῆς δυνάμεως· ἣν δ’ ἀρτίως
                            ἐλέγομεν, ὑπ’ οὐδετέρου, <lb/>γινωσκόντων ἡμῶν ἅπερ ἐν τοῖς περὶ μυῶν
                            κινήσεως <lb/>ἐλέχθη περὶ τῆς ἀνατεταμένης χειρὸς, ὡς ἐκ τοῦ τῶν
                            ἐνεργειῶν <lb/>τε καὶ κινήσεών ἐστι γένους κατά γε τὴν ἀλήθειαν αὐτήν.
                            <lb/>ἐλέχθη δὲ καὶ ὅτι τονικὴν ὀνομάζομεν ἡμεῖς τὴν κίνησιν <lb/>ταύτην.
                            ἡ μὲν δὴ τοιαύτη κατάστασις ἑτέρῳ μὲν τρόπῳ κίνησις, <lb/>ἑτέρῳ δ’
                            ἀκινησία λέγοιτ’ ἄν· αἱ λοιπαὶ δὲ δύο κατ’ <lb/>οὐδένα τρόπον ἐφάπτονται
                            κινήσεως· ὥσπέρ γε καὶ αἱ λοιπαὶ <lb/>δύο κινήσεις, ἡ σπασμώδης τε καὶ ἡ
                            προαιρετικὴ, κατ’ οὐδένα <lb/>τρόπον ἐφάπτονται ἀκινησίας. καὶ μὲν δὴ
                            καὶ ὡς ἡ <lb/>ἀνατεταμένη χεὶρ ἐκ δυοῖν ἰσοσθενῶν ἐλέγετο συγκεῖσθαι
                            κινήσεων, <lb/>ἄνω μὲν ἀναφερούσης αὐτὴν τῆς δυνάμεως, κάτω <lb/>δ’
                            ἀνθέλκοντος τοῦ συμφύτου βάρους, οὕτω καὶ ὁ τρόμος ἐκ <lb/>δυοῖν
                            ἀποτελεῖται κινήσεων καὶ αὐτὸς, τῆς τε διὰ βάρος ἀπαγούσης <lb/>κάτω τὸ
                            κῶλον, ἥν θ’ ἡ δύναμις εἰς τοὐναντίον ἀναφέρουσα <lb/>ποιεῖται. ἐπὶ μὲν
                            οὖν τῆς ἐῤῥωμένης χειρὸς οὐδ’ <lb/>ἐπὶ βραχὺ νικᾶται πρὸς τοῦ βάρους ἡ
                            δύναμις, ἀλλ’ ἰσχυροτέρα <pb n="155"/> καθεστηκυῖα τῆς κάτω τοῦ κώλου
                            ῥοπῆς, ὀχοῦσα τοσοῦτον <lb/>ἀναφέρει πρὸς τὸ μετέωρον, ὅσον ὑπεσύρετο
                            κάτω· <lb/>κατὰ δὲ τοὺς τρόμους ἀκούσης αὐτῆς ὑποῤῥεῖ τὸ κῶλον κάτω·
                            <lb/>φανερῶς γε ἔστι θεάσασθαι τὴν μάχην αὐτῶν οὔτε τῆς δυνάμεως
                            <lb/>ἐπιτρεπούσης κατενεχθῆναι τὸ κῶλον ὡς ἐν ταῖς παραλύσεσιν,
                            <lb/>οὔτε τοῦ βάρους συγχωροῦντος τῇ δυνάμει φυλάττειν <lb/>αὐτὸ
                            μετέωρον, ὡς ὅτε ἔῤῥωται. ἐναλλὰξ οὖν τῆς δυνάμεως <lb/>νικώσης τε καὶ
                            νικωμένης, καὶ διαδεχομένων ἀλλήλας <lb/>ἀεὶ τῶν ἐναντίων κινήσεων, ὁ
                            τρόμος γίνεται, σύνθετός τις <lb/>ὑπάρχουσα κίνησις, ὥσπερ καὶ τῶν
                            ἀρτηριῶν σφυγμός. <lb/>ἀλλ’ ἐν ἐκείναις μὲν αἰσθηταὶ διαιροῦσιν ἡσυχίαι
                            κινήσεων τὴν <lb/>διαστολὴν ἀπὸ τῆς συστολῆς, εἰ μήπω ἄρα οὕτω γένοιτο
                            <lb/>πυκνότατος ὁ σφυγμὸς, ὡς ἐν τοῖς μυρμηκίζουσιν. ἐνταυθοῖ <lb/>γὰρ
                            οὐδεμίαν εὑρεῖν ἔστι μεταξὺ τῶν ἐναντίων κινήσεων <lb/>αἰσθητὴν ἡσυχίαν.
                            οὐ γὰρ ἀμοιβὴ κινήσεώς ἐστιν ὑπὸ μιᾶς <lb/>ἐπιτελουμένη φύσεως, ἀλλὰ
                            μάχη δυνάμεώς τε καὶ βάρους <lb/>σώματος. ὡς δ’ ἄν τις εἰκάσειε μάλιστα
                            τὴν κίνησιν ἑτέρῳ <lb/>τινὶ τῶν κατὰ τὸ σῶμα, τῇ <milestone unit="ed1page" n="230"/>τῶν μυρμηκιζόντων σφυγμῶν <lb/>ἐστι
                            παραπλήσιος. ὡς γὰρ ἐν ἐκείνοις ἡ κίνησις τῆς ἀρτηρίας <pb n="156"/>
                            κατὰ βραχυτάτης φέρεται διατάσεως, οὕτως ἐν τοῖς τρόμοις <lb/>τὸ τοῦ
                            ζώου μόριον, ὅ τι περ ἂν ὑπὸ τῆς ἀσθενοῦς κινῆται <lb/>δυνάμεως. εὔδηλος
                            οὖν ἤδη καὶ ἡ γένεσίς ἐστι τοῦδε τοῦ συμπτώματος, <lb/>ὅτι τε σὺν ὁρμῇ
                            τοῦ κινεῖσθαι πάντως, ὅτι τε <lb/>σὺν ἀσθενείᾳ δυνάμεως ἀποτελεῖται.
                            ἔνιοι δ’ οὐκ οἴονται <lb/>τὴν ὁρμὴν ἀχώριστον εἶναι τοῦ τρόμου,
                            θεωροῦντες ἐνίοτε <lb/>τὴν κεφαλὴν ὅλην τρομωδῶς σειομένην ἄνευ τοῦ
                            προελέσθαι <lb/>κινεῖν. ἀγνοοῦσι γὰρ ὡς κᾀν τῷ φυλάττειν τι μέρος ὀρθὸν
                            <lb/>ἥ τε προαίρεσις ἐνεργεῖ καὶ τείνονται παραπλήσιον ὑπ’ αὐτῆς
                            <lb/>τρόπον οἱ μύες, οἷόν περ ἐτείνοντο κᾀν ταῖς ἄλλαις ἐνεργείαις.
                            <lb/>ἡμῖν δὲ τοῦτο μὲν ἐν τοῖς περὶ μυῶν κινήσεως ἀποδέδεικται, <lb/>καὶ
                            νῦν δ’ ἂν οὐ μικρὰ παράσχοιμεν τεκμήρια τοῦ <lb/>τε τὴν προαίρεσιν
                            ἐνεργεῖν ἐν τοῖς τρόμοις καὶ τοῦ διὰ τὴν <lb/>ἀσθένειαν ἀδυνατεῖν
                            ἄκλονον αὐτὸ φυλάττειν τὸ μέρος. ἐκεῖνον <lb/>γοῦν τὸν τρομώδη τὴν
                            κεφαλὴν εἰ κατακλίναις ὕπτιον ἐπὶ <lb/>μαλακοῦ τινος, οὐκέτι τρομώδης
                            ἔσται. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον οὐδ’ ὅστις ἤτοι γράφων, ἢ τέμνων, ἢ
                            ὁτιοῦν ἄλλο <lb/>διαπραττόμενος ἐν τρόμῳ καθέστηκεν, οὐδ’ οὗτος ἡσυχάσας
                                ﻿<pb n="157"/> ταῖν χεροῖν, ἔτι φανεῖται τρέμων· ὥσπερ οὐδ’ ὁ
                                <milestone unit="ed2page" n="67"/>τοῖν <lb/>σκελοῖν ἡνίκα βαδίζῃ
                            τρομώδης γιγνόμενος, οὐδὲ γὰρ οὐδ’ <lb/>ἐκεῖνος ἂν ἔτι τρέμοι παυσάμενος
                            τῆς βαδίσεως. ἔνεστιν οὖν <lb/>σοι πολλάκις θεάσασθαι εὐρωστοτάτους
                            νεανίσκους ἀναθεμένους <lb/>τι τοῖς ὤμοις μέγιστον βάρος, εἶτ’ ἐν τῷ
                            προϊέναι τρέμοντας <lb/>τοῖς σκέλεσιν· εἰ δὲ παύσαιντο βαδίζοντες, ἢ τὸ
                            φορτίον <lb/>ἀποῤῥίψαντες, εὐθὺς ἀτρόμους γιγνομένους. ἐπειδὴ <lb/>γὰρ
                            ἐν τῷ πρός τι τὸ βαρὺ καὶ κοῦφόν ἐστιν, εἴη ἂν καὶ <lb/>τὸ φορτίον οὕτω
                            μέγιστον, ὡς καὶ τοῖς ἰσχυροτάτοις εἶναι <lb/>βαρύ. τὴν μὲν οὖν εὔρωστον
                            δύναμιν τὸ μέγιστον φορτίον <lb/>νικᾷ, τὴν δὲ μὴ τοιαύτην οὐ τοῦτο
                            μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ σμικρόν· <lb/>εἰ δ’ ἐπὶ πλέον ἀῤῥωστήσειεν, αὐτὸ τὸ
                            σύμφυτον αὐτῆς <lb/>σῶμα βαρύνει δίκην φορτίου, καὶ διὰ τοῦθ’ οἱ
                            γέροντες <lb/>ἅπαντες ὅταν ἐπιχειρήσωσιν ἐνεργείαις σφοδροτέραις, αὐτίκα
                            <lb/>τρομώδεις γίγνονται τοῖς ἐνεργοῦσι μέρεσιν. οὕτω δὲ καὶ <lb/>παρὰ
                            κρημνόν τις παριὼν τρέμει τὰ σκέλη, καταβάλλει γὰρ <lb/>τὴν δύναμιν τὸ
                            δέος. οὕτω καὶ θηρίον ὑποφαινόμενόν τις <lb/>ὑποφεύγων, τρομώδης
                            καθίσταται. καὶ δὴ καὶ προσιών τις <lb/>δυνάστῃ φοβερῷ, τρέμει παντὶ τῷ
                            σώματι, καὶ εἰ φθέγξασθαι <pb n="158"/> κελεύσειεν αὐτὸν, οὐδὲ τὴν φωνὴν
                            ἄτρομός ἐστιν. ὡς οὖν <lb/>τὸ ψυχικὸν πάθος ἀῤῥωστίαν ἐργασάμενον τῇ
                            κινούσῃ δυνάμει <lb/>τρομώδεις ἀποτελεῖ τὰς ἐνεργείας, οὕτω καὶ τὰ τοῦ
                            σώματος <lb/>νοσήματα βλάπτοντα τὴν δύναμιν ἐπιφέρει τὰ τρομώδη
                            <lb/>συμπτώματα. πρῶτα μὲν οὖν καὶ μάλιστα βλάπτει τὴν <lb/>δύναμιν ὅσα
                            κατὰ δυσκρασίαν συνίστανται· καὶ γὰρ καὶ τὸ <lb/>γῆρας, ὅτι δυσκρασία
                            τίς ἐστιν ἐπὶ τὸ ψυχρότερόν τε καὶ ξηρότερον, <lb/>διὰ τοῦτο ἑτοίμως
                            ἁλίσκεται τρομώδεσι πάθεσιν· <lb/>ἁλίσκονται δὲ τῶν νεωτέρων οἵ τε
                            ψυχθέντες ἰσχυρῶς καὶ <lb/>ὅσοι πολὺν ἐνεφορήθησαν ἔτι τὸν ἄκρατον
                            οἶνον, ἢ πολλὰς <lb/>ἀπεψίας ἠπέπτησαν, ἢ χρόνῳ πολλῷ σιτίων
                            ἐμπιπλάμενοι <lb/>διετέλεσαν ἀγύμναστοί τε καὶ ἀργοὶ παντελῶς· εἰσὶ δὲ
                            οἳ καὶ <lb/>ψυχρὸν ὕδωρ οὐκ ἐν καιρῷ προσενεγκάμενοι τρομώδεις ἐγένοντο.
                            <lb/>τὰ γὰρ τοιαῦτα πάντα ψυχρὰν δυσκρασίαν ἐργάζεται, <lb/>πολλάκις μὲν
                            ἐν ὅλῳ τῷ σώματι καὶ κατ’ αὐτὴν τῶν <lb/>νεύρων τὴν ἀρχὴν, ἐνίοτε δ’ ἔν
                            τισι μέρεσιν, ἅπερ ἀσθενέστερά <lb/>τε τῇ φύσει καὶ βλαβῆναι τῶν ἄλλων
                            ἐπιτηδειότερα <lb/>τύχῃ. καὶ μὲν δὴ καὶ οἱ παχεῖς καὶ γλίσχροι χυμοὶ τὰς
                            ὁδοὺς <pb n="159"/> τῆς δυνάμεως ἐμφράττοντες, ὡς ἐπιῤῥεῖν ἐλάττονα,
                            τρόμων <lb/>αἴτια καθίστανται, καὶ μάλιστα ὅταν ἀκριβῶς ἐμφράξωσι καὶ
                            <lb/>παραλύσωσι μόρια ἄττα νεύρων τινῶν. αἱ γὰρ ὑπόλοιποι <lb/>τῶν ἰνῶν
                            ἀδυνατοῦσιν ἰσχυρῶς ἐντείνειν τὸν μῦν. ἐπειδὰν <lb/>μέν τοι τὰ φράττοντα
                            τὰς διὰ τῶν νεύρων ὁδοὺς τῆς δυνάμεως <lb/>ὑγρὰ μηδέπω τελέως
                            ἐμπεπλασμένα τύχῃ, διασείεσθαι <lb/>δέ τι καὶ διακινεῖσθαι δύνηται κατὰ
                            τὰς βιαιοτέρας ἐμπτώσεις <lb/>τῆς δυνάμεως, αἱ τοιαῦται γίγνονται
                            κινήσεις, οἵας ἔμπροσθεν <lb/>ἔφαμεν ἐν παραλύσεσιν ἀρχομέναις ἐνίοτε
                            συμβαίνειν, <lb/>ἐπαιρομένου μὲν ἐνίοτε τοῦ κώλου, καταπίπτοντος δ’
                            αὐτίκα. <lb/>κατὰ μὲν γὰρ τὴν ἔμπτωσιν τῆς δυνάμεως ὅταν ἐπεγείρασά τε
                            <lb/>καὶ συναθροίσασα σφοδρότερον ἑαυτὴν ἀπώσηται τὰ τῶν νεύρων
                            <lb/>ἐμφράγματα, κινεῖται τὸ κῶλον· αὖθις δὲ τῶν διωσθέντων <lb/>εἰς τὸν
                            ἐξ ἀρχῆς τόπον συῤῥεόντων, καταπίπτει τε καὶ <lb/>ἀκίνητον κεῖται, μέχρι
                            περ ἂν πάλιν ἐκ δευτέρου ἡ δύναμις <lb/>ἀθροώτερον ἐμπεσοῦσα διασκεδάσῃ
                            τοὺς χυμοὺς, οἳ κατειλήφεισαν <lb/>αὐτῆς τὰς ὁδούς. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων
                            ἱκανὰ καὶ <lb/>ταῦτα. ὁ δὲ παλμός ἐστι διαστολὴ παρὰ φύσιν, ἐν ἅπασι <pb n="160"/> δὲ γίγνεται τοῖς μορίοις, ὅσα γε διαστέλλεσθαι πέφυκεν. οὐ
                            <lb/>γὰρ δὴ τά γε ὀστᾶ καὶ οἱ χόνδροι πάλλονταί ποτε, διότι μὴ
                            <lb/>διαστέλλεσθαι δύνανται. ταῦτ’ ἄρα καὶ κατὰ τὸ δέρμα συμπίπτει
                            <lb/>πολλάκις, ἔστι δ’ ὅτε καὶ κατὰ τοὺς ὑποκειμένους <lb/>αὐτῷ μύας,
                                <milestone unit="ed2page" n="68"/>ἀτὰρ οὐχ ἥκιστα καὶ κατὰ γαστέρα
                            καὶ κύστιν <lb/>καὶ τὴν μήτραν ἔντερά τε καὶ ἧπαρ καὶ σπλῆνα καὶ
                            διάφραγμα <lb/>καὶ, συλλήβδην εἰπεῖν, ἅπανθ’ ὅσα διαστέλλεσθαι
                            <lb/>πέφυκεν, ὥστε καὶ ταῖς ἀρτηρίαις καὶ αὐτῇ τῇ καρδίᾳ φαίνεται
                            <lb/>συμπίπτων, ἑτέρας ταύτης κινήσεως ἐν ταύταις γιγνομένης <lb/>παρὰ
                            τὸν σφυγμόν. οὔτ’ οὖν τῆς προαιρετικῆς δυνάμεως <lb/>οὔτε τῶν
                            προαιρετικῶν ὀργάνων ἴδιόν ἐστι τὸ πάθος, <lb/>ὥσπερ ὁ τρόμος τε καὶ ὁ
                            σπασμὸς, ἀλλ’, ὡς ἀρτίως εἴρηται, <lb/>πᾶσι τοῖς διαστέλλεσθαι
                            δυναμένοις ἐγγίγνεται σώμασιν. ἔστι <lb/>δὲ δήπου ταῦτα πάντα μαλακὰ τὴν
                            φύσιν, ὡς διάστασίν τε <lb/>καὶ συνίζησιν ὑπομένειν δύνασθαι. τὴν δ’
                            αἰτίαν τοῦ συμπτώματος <lb/>ἀπὸ τῶν ἐναργέστατα φαινομένων θηρεύειν
                            προσῆκε, <lb/>τούτων δὴ τῶν κατὰ τὰ βλέφαρά τε καὶ ὀφρῦς καὶ μέτωπον
                            <lb/>καὶ μῆλα συμπιπτόντων παλμῶν· ὁρᾶται γὰρ ἐν αὐτοῖς <lb/>ἐξαιρόμενόν
                            τε καὶ διαφυσώμενον τὸ δέρμα, καθ’ ὃν αἱ <pb n="161"/> ἀρτηρίαι
                            διαστέλλονται τρόπον. ὅπερ οὖν ἐπ’ ἐκείνων ἐζήτηται, <lb/>πότερον ἐξ
                            αὐτῶν διαστελλόμεναι συνεπισπῶνται τῇ <lb/>διαστολῇ τὸ πληρῶσον, ὥσπερ
                            αἱ φύσαι τῶν χαλκέων, ἢ <lb/>πληρούμεναι δίκην ἀσκῶν διαστέλλονται,
                            τοῦτό σε χρὴ κᾀπὶ <lb/>τῶν παλλομένων μορίων διορίσασθαι πρῶτον. ἔοικε
                            δὲ τῷ <lb/>μὲν γένει τῆς ζητήσεως ὁμοιοῦσθαι τῷ κατὰ τὰς ἀρτηρίας,
                            <lb/>τῷ δ’ ἑτοίμῳ τῆς εὑρέσεως ἀποκεχωρίσθαι. οὐ γὰρ δὴ ὥσπερ <lb/>ταῖς
                            ἀρτηρίαις ἀεί τε καὶ κατὰ φύσιν σφυζούσαις εἰκὸς εἶναί <lb/>τινα δύναμιν
                            ἔμφυτον, οὕτω καὶ τοῖς παλλομένοις μέρεσι. <lb/>διὰ παντὸς γὰρ ἂν
                            ὑπῆρχεν αὐτοῖς, καὶ ὑγιαίνουσι μᾶλλον. <lb/>ὁπότε οὖν οὔτε διὰ παντὸς
                            οὔτε ὑγιαίνουσι, δῆλον ὡς οὐδ’ <lb/>ἐξ ἑαυτῶν διαστέλλονται. καὶ μὴν
                            εἴπερ οὐκ ἐξ ἑαυτῶν, <lb/>πάντως δήπου πρός τινος οὐσίας ἔνδοθεν
                            ἐπιῤῥεούσης αὐτοῖς. <lb/>διττὴν δ’ εἶναι ταύτην εἰκὸς, ἤτοι χυμὸν ἢ
                            ἀερώδη τινὰ φύσιν. <lb/>χυμὸν μὲν οὖν οὐχ ὁμολογεῖ τὸ τάχος <milestone unit="ed1page" n="231"/>οὔτε τῆς <lb/>γενέσεως οὔτε τῆς λύσεως τοῦ
                            παλμοῦ· καὶ γὰρ ἐξαίφνης <lb/>γίγνεται καὶ παύεται παραχρῆμα. χυμὸς δ’
                            οὐδεὶς οὕτως οὔτε ﻿<pb n="162"/> ἐπιῤῥεῖ ταχέως οὔτ’ ἀποῤῥεῖ, καὶ
                            μάλιστ’ ἐν οἷς ἄρτι λέλεκται <lb/>μέρεσι τοῖς κατὰ τὸ πρόσωπον, ἐπὶ
                            ψιλοῖς σχεδόν τι τοῖς <lb/>ὀστοῖς ἐπιτεταμένου τοῦ δέρματος· ἅστε ἀνάγκη
                            τὴν ἐργαζομένην <lb/>τοὺς παλμοὺς αἰτίαν ἀερώδη τινὰ οὐσίαν ὑπάρχειν.
                            <lb/>ἀλλ’ εἴπερ ὀλίγη τε εἴη αὕτη καὶ λεπτομερὴς, ἑτοίμως ἂν
                            <lb/>διέῤῥει τοῦ σώματος. ἔοικε δ’ ἄρα παχυμερής τις εἶναι καὶ
                            <lb/>ἀτμώδης καὶ τὸ πλῆθος ἀξιόλογον, ὡς πρὸς τὸ χωρίον, ἐν <lb/>ᾧπερ ἂν
                            ἑκάστοτε συνίσταται. διαστέλλεται οὖν, ὡς εἰκὸς, <lb/>καὶ ἐξαίρει καὶ
                            διαφυσᾷ τὸ μέρος, ἄχρι περ ἂν ὠθουμένη τε <lb/>καὶ βιαζομένη πρὸς τὸ
                            συγγενὲς ἀναπνεύσῃ, ὁμοίου συμβαίνοντος <lb/>τοῦ κατὰ τὰς ἐν τοῖς
                            ἑψομένοις χυλοῖς πομφόλυγας, <lb/>πλήν γε ὅτι ῥήγνυνται μὲν αἱ
                            πομφόλυγες, τὸ παλλόμενον δ’ <lb/>οὐ ῥήγνυται σῶμα διὰ τὴν ἰσχὺν, ἀλλ’
                            ἐξαίρεται μὲν, ἄχρι <lb/>περ ἂν ὠθῆταί τε καὶ διεξέρχηται δι’ αὐτοῦ τὸ
                            πνεῦμα, καταπίπτει <lb/>δ’ αὖθις εἰς τὴν ἐξ ἀρχῆς ἕδραν, ἐπειδὰν
                            ἐκκενωθῇ τε <lb/>καὶ διεξέλθῃ τὸ πᾶν. εὐλόγως δὲ καὶ τοῖς ψυχθεῖσιν
                            ὁτιοῦν <lb/>μόριον οἱ παλμοὶ συμβαίνουσιν. ὃ γὰρ ἐν τῷ κατὰ φύσιν
                            <lb/>ἔχειν ἀπέῤῥει λεπτυνόμενόν τε καὶ κατεργαζόμενον ἀκριβῶς <lb/>ὑπὸ
                            τοῦ συμφύτου τοῖς ζώοις θερμοῦ, τοῦτο νῦν ἀῤῥωστήσαντος <pb n="163"/>
                            αὐτοῦ διὰ τὴν ψύξιν ἀτμωδέστερον καὶ παχυμερέστερον <lb/>γίγνεται· ὥστ’
                            οὐχ ἑτοίμως διαπνεῖται, καθάπερ ἔμπροσθεν, <lb/>ἀλλ’ ἴσχεταί τε κατὰ τὸ
                            δέρμα καὶ στενοχωρούμενον <lb/>ἐν τῇ διεξόδῳ βραδύνει κατὰ τὴν ὁδόν. εἰ
                            δὲ καὶ αὐτὸ τὸ <lb/>δέρμα πυκνωθείη, διπλασιασθήσεται τὸ σύμπτωμα, τοῦ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="69"/>πάχους τῆς διαῤῥεούσης οὐσίας
                            προσλαβόντος τὴν στενότητα <lb/>τῶν ὁδῶν. οὕτω μὲν οὖν ἐν τοῖς παλμοῖς
                            ἐξαίρεταί τε <lb/>καὶ διαστέλλεται τὸ δέρμα. οὕτω δὲ καὶ οἱ μύες, ὅταν
                            ἐν <lb/>αὐτοῖς ἀθροίζηται τὸ τοιοῦτον περίττωμα, συνεξαίρουσιν
                            <lb/>ἐνίοτε διαστελλόμενοι τὸ κῶλον ἅπαν. ἀλλ’ ἡ τοιαύτη κίνησις
                            <lb/>ἐναργέστατα διαφέρει τῆς σπασμώδους τῷ μήτ’ ἐκτείνειν <lb/>ἀκριβῶς
                            μήτε κάμπτειν τὸ κῶλον. ἐπὶ γάρτοι τῶν παλμῶν <lb/>ἐκτείνεται μὲν ἢ
                            κάμπτεται τὸ κῶλον οὐδὲν ὅ τι καὶ ἄξιον λόγου, <lb/>διασείεται δέ πως
                            ἐφ’ ἑκάτερα, μέχρις ἂν ὁ μῦς παύσηται <lb/>παλλόμενος, ἐν μὲν ταὐτῷ
                            τρόπῳ τῆς κινήσεως ἐπιτελουμένης, <lb/>ἐν ᾧπερ καὶ ὁ τρόμος,
                            διαλλαττούσης δ΄ ἐν τῷ κατὰ <lb/>μεγάλα γίγνεσθαι διαστήματα, κατὰ
                            σμικρὰ τοῦ τρόμου <lb/>συμπίπτοντος. ὁ γάρτοι παλλόμενος μῦς ὅταν
                            ἀξιόλογος <lb/>ᾖ τὸ μέγεθος, ἐν μὲν τῷ διαστέλλεσθαι συνεξαίρει τὸ <pb n="164"/> κῶλον ὅλον ἑαυτῷ πολλάκις, ἐν δὲ τῷ συστέλλεσθαι συγχωρεῖ
                            <lb/>φέρεσθαι κάτω, καθάπερ ἄψυχον, ὥστ’ εἶναι τὴν κίνησιν <lb/>ἅπασαν
                            παρὰ φύσιν, οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τοῦ τρόμου μικτήν <lb/>γέ πως καὶ σύνθετον.
                            ὁποία δὲ ἡ τῶν παλλομένων κώλων <lb/>γίγνεται κίνησις, ὀλίγη τε ἅμα καὶ
                            βραδεῖα καὶ ἀραιὰ, τοιαύτη <lb/>τοῖς ῥιγοῦσι συμπίπτει, πολλή τε ἅμα καὶ
                            πυκνὴ καὶ ταχεῖα. <lb/>λέγω δὴ πολλὴν μὲν αὐτῷ τῷ τῶν κινήσεων ἀριθμῷ·
                            <lb/>ταχεῖαν δὲ τῷ ῥοίζῳ τῆς φορᾶς· πυκνὴν δὲ τῷ βραχυχρονίῳ <lb/>τῶν
                            ἡσυχιῶν. ἔστι δ’ οὐχ ὡσαύτως ἡ κίνησις ἥδε <lb/>παλμῷ καὶ σπασμῷ ὅλη
                            παρὰ φύσιν, ἀλλ’ ἕτερον μὲν τρόπον <lb/>ἤπερ ὁ τρόμος. ἐπίμικτος δ’ οὖν
                            καὶ αὕτη πώς <lb/>ἐστιν ἔκ τε τῆς παρὰ φύσιν αἰτίας καὶ τῆς τοῦ ζώου
                            δυνάμεως, <lb/>καὶ πλέον γ’ ἐπὶ ταύτης ἐστὶν ἤπερ ἐν τοῖς <lb/>τρόμοις
                            τὸ τῆς δυνάμεως, μᾶλλόν τ’, εἰ χρὴ τἀληθὲς. <lb/>εἰπεῖν, ἡ μὲν κίνησις
                            ἅπασα συμφύτου δυνάμεώς ἐστιν, ἣν <lb/>ὀνομάζειν ἔθος ἡμῖν ἐκκριτικήν τε
                            καὶ ἀποκριτικήν· ἡ δὲ <lb/>τὴν δύναμιν ἀναγκάζουσά τε καὶ βιαζομένη
                            κινεῖσθαι βιαίως <lb/>αἰτία παρὰ φύσιν ἐστίν. </p></div><pb n="165"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅστις μὲν οὖν ἱκανῶς κατενόησε τὰς ἐνεργείας <lb/>τῆς δυνάμεως ταύτης,
                            ὑγιαίνοντος ἀμέμπτως τοῦ ζώου, <lb/>καὶ ἄλλως ἐστὶ συνετὸς, οὐδὲν δεῖ
                            τούτῳ μακροτέρου λόγου. <lb/>ὅστις δ’ οὔτ’ ἐκείνας ἔγνω καὶ τὴν διάνοιαν
                            ἀμβλύτερος ἔφυ, <lb/>τούτῳ συμβουλεύσαιμ’ ἂν, εἰ μὲν μηδ’ ὅλως ἀληθείας
                            ἐρᾷ, <lb/>χωρίζεσθαι τοῦδε τοῦ γράμματος· εἰ δ’ ἐσπούδακέ τε καὶ τιμᾷ
                            <lb/>τὸ ἀληθὲς, ἐπὶ τὰ τῶν φυσικῶν δυνάμεων ὑπομνήματα πρότερον
                            <lb/>ἀπελθόντι καὶ γυμνασαμένῳ ἱκανῶς ἐν αὐτοῖς, οὕτως <lb/>ἐπὶ τόνδε
                            τὸν λόγον ἐπανελθεῖν. εἰ μὴ γὰρ τοῦτο ποιήσειεν, <lb/>οὔτε τῶν ὑφ’ ἡμῶν
                            λεχθησομένων παρακολουθήσει ταῖς ἀποδείξεσιν <lb/>οὔτε τῶν ἔμπροσθεν
                            εἰρημένων κατανοήσει τὸ ἀναπόδεικτον. <lb/>ἐγὼ μὲν οὖν προὐθέμην ἐν τῇδε
                            τῇ πραγματείᾳ <lb/>μηδεμίαν ἐξελέγξαι δόξαν. ἔνεστι δὲ τῷ βουλομένῳ τὴν
                            εἰκοστὴν <lb/>καὶ τετάρτην Ἀθηναίου βίβλον ἀναγνόντι τὰς ὑπὸ <lb/>τῶν
                            ἐκείνου πρεσβυτέρων ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων εἰρημένας <lb/>αἰτίας περὶ
                            ῥίγους, εἰς ὅσον ἥκουσιν ἀτοπίας καταμαθεῖν· <lb/>ἐξελέγχει γὰρ ἁπάσας
                            αὐτὰς ὁ Ἀθήναιος. ἔνεστι δὲ καὶ αὐτὴν <lb/>Ἀθηναίου δόξαν βασανίσαι,
                            πιθανώτερον μέν τι τῶν ἔμπροσθεν <pb n="166"/> ἔχουσαν, οὐ μὴν οὐδ’
                            αὐτὴν ἀληθεύουσαν. ἀλλὰ ταῦτα <lb/>μὲν ὅτῳ φροντὶς ἀληθείας οἶδ’ ὅτι
                            καθ’ ὃν ὑφήγηται τρό<milestone unit="ed2page" n="70"/>πον, <lb/>οὕτω
                            πειράσεται ποιεῖν. ἐγὼ δ’ ὡς ἀνεγνωκόσι <lb/>τὰ περὶ φυσικῶν δυνάμεων
                            ὑφ’ ἡμῶν γεγραμμένα διαλέξομαι <lb/>βραχέα πρότερον ἀναμνήσας ὧν ἐν
                            αὐτοῖς ἀπέδειξα περί τε μήτρας <lb/>καὶ γαστρὸς, ἐντέρων τε καὶ κύστεως.
                            αἵ τε γὰρ μῆτραι <lb/>κατ’ οὐδένα τρόπον ἕτερον ἐδείχθησαν εἰς ἀποκύησιν
                            ὁρμῶσαι <lb/>τῶν ἐμβρύων ἢ διὰ τὴν τῆς ἀποκριτικῆς δυνάμεως ἐνέργειαν.
                            αἱ <lb/>γοῦν ἐννέα μησὶν ἀνεχόμεναι τοῦ τε βάρους τοῦ κατὰ τὸ ἔμβρυον
                            <lb/>καὶ τῆς σφῶν αὐτῶν διατάσεως, καὶ οὕτως ἀκριβῶς ἐν <lb/>ἅπαντι
                            τούτῳ χρόνῳ μεμυκυῖαι τὸ στόμιον, ὡς μηδὲ πυρῆνα <lb/>μήλης
                            παραδέχεσθαι, τελειουμένων ἐν αὐταῖς τῶν κυουμένων, <lb/>ἐπὶ τὴν
                            ἀπόκρισιν αὐτῶν παραγίνονται τὴν ἐναντίαν ἑαυταῖς <lb/>περιτιθεῖσαι
                            κατάστασιν. ὁ μὲν γὰρ στόμαχος αὐτῶν ὁ πρότερον <lb/>μεμυκὼς ἀνοίγνυται
                            τηλικοῦτον, ὡς γίγνεσθαι δίοδον <lb/>εὐπετῆ τοῖς τικτομένοις. οἱ δὲ
                            χιτῶνες οἱ πρότερον ἐπὶ πλεῖστον <lb/>ἐκτεταμένοι συστέλλονται
                            πανταχόθεν ἀπωθοῦσί τε γε <lb/>τὸ ἔμβρυον, ὡς διεκπεσεῖν ὅτι τάχιστα τοῦ
                            τῶν ὑστερῶν <lb/>αὐχένος. ἡ δ’ οὕτω κηδεμονικὴ τῶν ἐμβρύων δύναμις, ﻿<pb n="167"/> ὡς ἀνέχεσθαι μὲν ἐννέα μηνῶν χρόνῳ βαρυνομένη,
                            τελειωθέντων <lb/>δ’ ὅπως ἀσφαλῶς ἐκκριθῇ προνοουμένη, περὶ τὸν τρίτον
                            <lb/>ἢ τέταρτον ἢ ὁντιναοῦν ἄλλον μῆνα διαφθαρὲν εὐθέως ἐκβάλλει <lb/>τὸ
                            ἔμβρυον, ἀνοίγουσα καὶ νῦν ὁμοίως τὸν στόμαχον, <lb/>ὡς ὁπότ’ ἤνοιγεν
                            ἐπιστάντος τοῦ τόκου. προθεσμία γὰρ αὐτῇ <lb/>τοῦ κλείειν τε καὶ
                            ἀνοίγειν οὐχ ὡρισμένη χρόνου περίοδός <lb/>ἐστιν, ἀλλ’ ὁ τῆς χρείας
                            καιρός. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ἐδείκνυτο καὶ ἡ κοιλία κλείουσα τὸ
                            κάτω στόμιον ἑαυτῆς ἐπὶ <lb/>ταῖς ἐδωδαῖς, καὶ μηδὲν μεθιεῖσα
                            διεξέρχεσθαι, πρὶν πεφθῆναι <lb/>τελείως, ὅταν γε μηδὲν ἕτερόν τι αὐτὴν
                            ἀναγκάζῃ διακόψαι <lb/>τὴν ἐνέργειαν, ὥσπερ τὰς μήτρας ἡ τῶν ἐμβρύων
                            <lb/>διαφθορά. ἀνάλογον γὰρ δή τι καὶ τῇ γαστρὶ πάθος ἐγγίγνεται
                            <lb/>διαφθαρέντων ἐν αὐτῇ τῶν σιτίων, ἢ καὶ νὴ Δία πολλάκις <lb/>ἅμα τῷ
                            ληφθῆναι, μοχθηρῶν οὕτως ὑπαρχόντων ἢ καὶ <lb/>πολλῶν, ὡς μὴ δύνασθαι
                            φέρειν αὐτά. καὶ διὰ τοῦτο τὰ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="232"/>μὲν ἐπιπολάζοντα δι’ ἐμέτων ἐκβάλλει,
                            τὰ δὲ ἤδη ῥέποντα <lb/>κάτω πρὸς ἐκείνην ἀπωθεῖται τὴν διέξοδον. ἀλλὰ
                            <lb/>μὴν καὶ χωρὶς σιτίων εἰς ἔμετον πολλάκις ἡ τῆς γαστρὸς <pb n="168"/> δύναμις ἐξορμᾷ, ἤτοι διὰ χολὴν, ἢ φλέγμα μοχθηρὸν, ἤ τινα
                            <lb/>τοιοῦτον ἕτερον χυμὸν, ἢ ἰχῶρα. σύμφυτος γὰρ ἑκάστῳ τῶν <lb/>τοῦ
                            ζώου μορίων δύναμίς ἐστιν, ἐκκρίνουσα τὸ παρὰ φύσιν <lb/>ἐν αὐτῷ
                            συνιστάμενον, ὡς ἐν τοῖς ἰδίοις ὑπὲρ αὐτῆς ἀποδέδεικται <lb/>λόγοις·
                            ἀρκεῖ γὰρ εἴς τε τὰ παρόντα σαφηνείας ἕνεκα <lb/>τῶν ἔργων ἐπιμνησθῆναι
                            τῆς τοιαύτης δυνάμεως, ὅσα τ’ ἄλλα <lb/>λέλεκται περί τε μητρῶν καὶ
                            γαστρός. οἵα γάρ τίς ἐστι κατὰ <lb/>τοὺς ἐμέτους ἐνέργεια τῆς ἐκκριτικῆς
                            ἐν τῇ γαστρὶ δυνάμεως, <lb/>τοιαύτη κατὰ τὰς βῆχας ἐν θώρακι καὶ
                            πνεύμονι· διδάσκεται <lb/>δ’ οὐδὲν ζῶον οὔτε ναυτιᾷν οὔτ’ ἐμεῖν οὔτε
                            βήττειν, ἀλλὰ καὶ <lb/>παμπόλλῳ χρόνῳ πολλάκις ἀπὸ γενετῆς ἀμέμπτως
                            ὑγιαίνοντα <lb/>καὶ ἄλλα πολλὰ ζῶα καὶ ἄνθρωποι οὔτ’ ἐμέτων ἐπειράθησαν
                            <lb/>οὔτε βηχός. ἀλλ’ ἐὰν καταλάβῃ τὸ λυποῦν αἴτιον <lb/>ἤτοι τὸ στόμα
                            τῆς κοιλίας ἢ τὰς ὁδοὺς τῆς ἀναπνοῆς, εὐθὺς <lb/>ἐμεῖ τε καὶ βήττει τὸ
                            ζῶον, ἐν μὲν τοῖς ἐμέτοις ὁμοίως κινουμένης <lb/>τῆς γαστρὸς, ὡς ἐν τοῖς
                            τόκοις αἱ μῆτραι, κατὰ δὲ <lb/>τὰς βῆχας ἑτέρως. οὐ γὰρ ἐγχωρεῖ τῷ
                            πνεύμονι τοιαύτην <lb/>κινηθέντι κίνησιν ἀπώσασθαι τὸ λυποῦν, ἐξευρούσης
                            τῆς <pb n="169"/> φύσεως ἐπικουρίαν τινὰ περιττῶς σοφήν. ἅτε γὰρ εἰς τὰς
                            <lb/>τραχείας ἀρτηρίας εἰσπνεομένου τοῦ ἔξωθεν ἀέρος, αἳ δὴ χονδρώδεις
                            <lb/>τέ εἰσι καὶ <milestone unit="ed2page" n="71"/>σκληραὶ καὶ
                            συστέλλεσθαι περὶ τὸ <lb/>ἐνυπάρχον αὐταῖς ἀδύνατοι, σφοδράν τινα
                            τοιαύτην ἐπετεχνήσατο <lb/>τοῦ πνεύματος ἔξω φορὰν, ἣν ὀνομάζουσι βῆχα.
                            <lb/>τούτου τοῦ γένους ἐστὶ καὶ ὁ πταρμὸς, ὑπὲρ τοῦ διώσασθαι <lb/>τὰ
                            κατὰ τὰς ῥῖνας, αἳ δὴ καὶ αὐταὶ τῆς ἀναπνοῆς εἰσιν ὁδοὶ <lb/>ὑπὸ τῆς
                            φύσεως εὑρημέναι. ἐκκαθαίρει γὰρ αὐτὸ τὸ πνεῦμα <lb/>τὰς ὁδοὺς ἑαυτῷ,
                            βιαίως τε καὶ σφοδρῶς φερόμενον, ὥσπερ <lb/>τοὺς αὐλούς τε καὶ τὰς
                            σύριγγας οἱ δημιουργοί. ὅστις μὲν <lb/>οὖν ἐστιν ὁ τρόπος τῆς κινήσεως,
                            ἵνα γένηται τοῦτο, προϊὼν <lb/>ὁ λόγος ἐπιδείξει· τὸ δ’ εἰς τὰ
                            προκείμενα χρήσιμον ἤδη λαμβάνωμεν, <lb/>ὡς αἱ τοιαῦται κινήσεις ἔργα
                            μὲν φύσεως ὑπάρχουσιν, <lb/>ἐν δὲ τοῖς παρὰ φύσιν ἀριθμοῦνται
                            συμπτώμασι, διὰ τὰς <lb/>ἀναγκαζούσας οὕτω κινεῖσθαι τὴν φύσιν αἰτίας.
                            ἐπὶ μὲν οὖν <lb/>ἐντέρων τε καὶ μητρῶν καὶ κύστεων αἱ κινήσεις ὅμοιαι
                            τῆς ἐκκριτικῆς <lb/>δυνάμεώς εἰσιν, ἄν τε τῶν κατὰ φύσιν ἄν τε τῶν
                            <lb/>παρὰ φύσιν ἐκκρίνηταί τι. καὶ διὰ τοῦτο σαφῶς οὐκ ἀφώρισται <pb n="170"/> τὰ συμπτώματα, καί τοι τά γε κατὰ τοὺς τεινεσμούς <lb/>τε
                            καὶ δυσεντερίας καὶ λειεντερίας ἐκκρινόμενα συμπτώματά <lb/>ἐστιν,
                            ὥσπερ, οἶμαι, καὶ τὰ κατὰ τὰς στραγγουρίας τε καὶ <lb/>τὴν εἰς οὖρα
                            διάῤῥοιαν. ἂν δ’ ἀκριβολογῆταί τις καὶ ἡ ψοφώδης <lb/>φύσα, καθάπερ γε
                            καὶ ὁ τρυσμὸς καὶ ἡ ἐρυγὴ καὶ ὁ <lb/>βορβορυγμὸς, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα.
                            καὶ λεχθήσεταί γε περὶ <lb/>τούτων ἐν τοῖς ἐφεξῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἐπὶ δέ γε τῆς γαστρὸς ἐναργέστερον ἤδη τὸ <lb/>κατὰ τοὺς ἐμέτους ἐστὶ,
                            καὶ πολλοὶ καὶ τούτους οὐκ ἔργον <lb/>φύσεως, ἀλλὰ συμπτώματα εἶναί
                            φασιν· ἐν δὲ ταῖς βηξὶ καὶ <lb/>τοῖς πταρμοῖς, ἐναργέστερον μὲν κᾀνταῦθα
                            τὸ κατὰ τὰς βῆχας, <lb/>οὐχ ὁμοίως δ’ οἱ πταρμοὶ δοκοῦσιν εἶναι παρὰ
                            φύσιν. <lb/>ἀλλ’ εἰσί γε καὶ οὗτοι καὶ αἱ βῆχες καὶ οἱ ἔμετοι καὶ
                            διάῤῥοιαι <lb/>καὶ πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα τοῦ γένους ἐκείνου τῶν συμπτωμάτων,
                            <lb/>ἐν οἷς αἴτιόν τι παρὰ φύσιν ἐπὶ τὰς τοιαύτας <lb/>ἐνεργείας ἐξορμᾷ
                            τὴν φύσιν. ὁ δὲ τρόπος τῆς κινήσεως οὔτ’ <lb/>ἐν ἅπασιν ὁ αὐτὸς οὔθ’ ὑπὸ
                            τῆς αὐτῆς γίγνεται δυνάμεως· <lb/>ἀλλ’ ὅσα μὲν ὑπὸ τῶν μητρῶν, ἢ τῶν
                            ἐντέρων, ἢ τῆς γαστρὸς, <lb/>ἢ τῆς κύστεως ἐκκρίνεται, τούτοις μὲν αὐτὰ
                            περιστέλλεται <pb n="171"/> τὰ μόρια κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὠθοῦντα τὸ
                            περιεχόμενον <lb/>ἐν αὐτοῖς, ὃν αἱ χεῖρες ἐκθλίβουσιν. ἡ δ’ ἐργαζομένη
                            τὴν <lb/>κίνησιν αὐτῶν δύναμις ἐκ τῶν τεττάρων ἐστὶ μία τῶν φυσικῶν.
                            <lb/>ἐπειδάν τι κατὰ τὰς τραχείας ἀρτηρίας περιέχηται <lb/>σῶμα,
                            χονδρώδεις καὶ σκληρὰς οὔσας, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀδυνατούσας
                            <lb/>περιστέλλεσθαι τῷ περιεχομένῳ, σφοδρὰν τὴν τοῦ <lb/>πνεύματος ἔξω
                            φορὰν ἡ φύσις ἐργάζεται βῆχα κινοῦσα. <lb/>γίγνεται δ’ αὐτὴ διὰ τῶν
                            αὐτῶν ὀργάνων, δι’ ὧν ἐπιτελεῖ <lb/>τὰς μεγάλας τε ἅμα καὶ σφοδρὰς
                            ἐκπνοὰς, ἃς ἐκφυσήσεις <lb/>ὀνομάζομεν, ὡς εἶναι τὴν βῆχα μηδὲν ἄλλο ἢ
                            σφοδροτάτην τινὰ <lb/>ἐκφύσησιν, ἵνα πλεῖστόν τε ἅμα καὶ τάχιστα
                            φερόμενον ἔξω <lb/>τὸ πνεῦμα παρασύρῃ τε καὶ προωθῇ τῇ ῥύμη τὰ
                            ἐμφράττοντα <lb/>τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ. καὶ ὅταν γε κατὰ τὴν ἐκβολὴν τὴν
                            <lb/>πρώτην ἀδυνατήσῃ διώσασθαι τὰ λυποῦντα, καὶ δὶς καὶ τρὶς
                            <lb/>ἐμπίπτειν αὐτοῖς οὐκ ὀκνεῖ, καὶ τυγχάνει γε τοῦ τέλους ὡς <lb/>τὰ
                            πολλὰ, ὅταν αὐτό τε τὸ πνεῦμα φέρηται σφοδρῶς, ἐπιτήδειά <lb/>τε εὑρίσκῃ
                            προωθεῖσθαι τὰ ἐμφράττοντα· τοιαῦτα δ’ <lb/>ἐστὶν ὅσα μήθ’ ὑδατώδη μήτε
                            γλίσχρα τὴν οὐσίαν ἐστί. τὰ ﻿<pb n="172"/> μὲν γὰρ ὑδατώδη διὰ τὴν
                            λεπτότητα <milestone unit="ed2page" n="72"/>περισχίζεται τῷ
                            <lb/>πνεύματι μᾶλλον ἢ πρόσω φέρεται· τὰ δὲ γλίσχρα τῆς ἀρτηρίας
                            <lb/>ἀντέχεται δυσαπολύτως. ὅταν οὖν ποτε τοιούτοις <lb/>ὑγροῖς τὸ
                            πνεῦμα διαγωνίζηται, πάνυ πολλάκις ἐμπίπτει <lb/>βιαίως, καὶ αἱ
                            σφοδρόταταί τε καὶ μετὰ συντονίας πλείστης <lb/>γιγνόμεναι βῆχες ἐπὶ
                            τοιούτοις αἰτίοις συνίστανται. μᾶλλον <lb/>δ’ ἐκφράττουσι τὰ δυσαπόλυτά
                            τε καὶ δυσανάγωγα τῶν κατὰ <lb/>τὰς ἀρτηρίας ὑγρῶν οἱ πταρμοὶ,
                            σφοδροτέραν μὲν ἔτι καὶ <lb/>τῶν βηχῶν ἔχοντες τὴν ὁρμὴν τοῦ πνεύματος,
                            αἰτίαν δὲ τῆς <lb/>γενέσεως ἑτέραν· τῶν γὰρ ἐν τῇ ῥινὶ λυπηρῶν ἕνεκεν,
                            οὐ τῶν <lb/>κατὰ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν ἐκπέμπεται βιαίως τὸ πνεῦμα,
                            <lb/>συνεκπέμπεται δ’ αὐτῷ τι κᾀκ τῶν ἐμπροσθίων κοιλιῶν τοῦ
                            <lb/>ἐγκεφάλου· καὶ διὰ τοῦτο βῆχες μὲν οὐδὲν ὀνίνασι τὴν κεφαλὴν,
                            <lb/>οἱ πταρμοὶ δὲ ὅταν μὴ διὰ κατάῤῥουν τινὰ γίγνωνται, <lb/>μέγιστον
                            ἴαμα κεφαλῆς ἀτμῶν πεπληρωμένης εἰσίν. οὐδὲν δὲ <lb/>δήπου θαυμαστὸν τὸ
                            ὑπὸ μιᾶς ὁρμῆς ἔκ τε τοῦ πνεύμονος <lb/>ἐκπέμπεσθαι τὸ πνεῦμα καὶ ἐκ τῆς
                            κεφαλῆς. ἐδείχθη γὰρ ἐν <lb/>τοῖς περὶ μυῶν λογισμοῖς ὁ μὲν ἐγκέφαλος τῷ
                            θώρακι τὴν <pb n="173"/> ἀρχὴν τῆς κινήσεως ἐνδιδοὺς, ὁ δὲ θώραξ τὸν
                            πνεύμονα διαστέλλων <lb/>τε καὶ συστέλλων. ὅταν οὖν ὁρμήσῃ διώσασθαι τὰ
                            <lb/>λυποῦντα κατὰ τὰς ῥῖνας, ἀμφοτέραις ἅμα χρῆται ταῖς ὁδοῖς <lb/>τῆς
                            ἐκπνοῆς, τὴν μὲν ἑτέραν αὐτὸς δι’ ἑαυτοῦ ποιούμενος, <lb/>τὴν δὲ ἑτέραν
                            οἱονεὶ διὰ χειρῶν τινων μακρῶν τῶν καθηκόντων <lb/>εἰς τὸν θώρακα
                            νεύρων. διὰ τούτων μὲν γὰρ ἐκεῖνον <lb/>συστέλλει, διὰ δὲ τῶν ἠθμοειδῶν
                            ὀστῶν αὐτὸς ἐκπέμπει τὸ <lb/>ἀτμῶδες πνεῦμα. ταυτὶ μὲν οὖν τὰ συμπτώματα
                            προαιρετικῆς <lb/>ἐστι δυνάμεως· ὁ δὲ ἔμετος ἀνάλογόν τι τούτοις
                            ὑπάρχων, <lb/>φυσικῆς. ὥσπερ δὲ τῶν ἐμέτων αἱ ναυτίαι προηγοῦνται,
                            <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ βήττειν τὸ κέρχνειν. καὶ μέν γε <lb/>καὶ ὥσπερ
                            ἐναυτίασαν μέν τινες, οὐκ ἤμεσαν δὲ, κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον ὁ μὲν
                            κέρχνος αὐτοῖς ἐγένετο, βὴξ δὲ οὐκ <lb/>ἠκολούθησε διὰ σμικρότητα τῆς
                            αἰτίας. ἐνίοτε μὲν γὰρ ἐπὶ <lb/>βραχείᾳ τραχύτητι φάρυγγος, ἐνίοτε δὲ
                            διὰ λεπτήν τινα καὶ <lb/>παντάπασιν ὀλίγην ὑγρότητα συμβαίνει τὸ
                            κέρχνειν. ἀεὶ γὰρ <lb/>ᾧπερ ἂν προσκόπτῃ τὸ πνεῦμα, τοῦτ’ ἐκβάλλειν
                            ἐπιχειρεῖ διὰ <lb/>βηχός. ἤτοι δὲ ὑγρόν ἐστι τοῦτο καταφερόμενον ἀπὸ τῆς
                                <pb n="174"/> κεφαλῆς, ὡς ἐν κατάῤῥοις· ἤτοι κατὰ τὰς τραχείας
                            ἀρτηρίας <lb/>ἀθροιζόμενον, ὡς <milestone unit="ed1page" n="233"/>ἐν
                            περιπνευμονίαις τε καὶ πλευρίτισι <lb/>καὶ ταῖς τῶν κυρτῶν τοῦ ἥπατος
                            φλεγμοναῖς, ἢ ταῖς τῆς φάρυγγος <lb/>τραχύτησιν. ἔξωθεν δὲ τούτων ἐστὶν
                            ἀνάλογον τοῖς <lb/>ἀπὸ κεφαλῆς κατάῤῥοῖς, ὅσα πινόντων τε καὶ ἐσθιόντων
                            παρεμπίπτει. <lb/>γένος δέ ἐστι καὶ ἄλλό τι βηχὸς ἐπὶ δυσκρασίᾳ <lb/>τῶν
                            ὀργάνων τῆς ἀναπνοῆς, ὃ κατενόησαν μὲν οὐχ ἥκιστα <lb/>καὶ τῶν ἀπὸ τῆς
                            πνευματικῆς αἱρέσεως ἀνδρῶν οἱ δοκιμώτατοι, <lb/>ὧν ἐστι καὶ Ἀθήναιος·
                            τὴν μέν τοι ἀνάγκην, δι’ ἣν <lb/>ἐπιγίνεται βὴξ διὰ δυσκρασίαν, τινὲς
                            μὲν αὐτῶν οὐδ’ ἐπεχείρησαν <lb/>ὅλως εἰπεῖν, ἔνιοι δὲ προσπταίειν ἑαυτῷ
                            φασι τὸ <lb/>πνεῦμα, τινὲς δ’ ἀσαφέστερον ἔτι τούτου ῥῆμα φθεγξάμενοι
                            <lb/>νομίζουσιν εἰρηκέναι τι. χρὴ δ’ οὐχ ὅτι τὴν αἰτίαν ἀγνοοῦσι
                            <lb/>μέμφεσθαι τοῖς ἀνδράσιν, ἀλλ’ ὅτι καλὸν ἐξεῦρον θεώρημα <lb/>καὶ
                            ἄξιον τῆς ἑαυτῶν φιλοπονίας, ἐπαινεῖν. γίγνεται μὲν <lb/>οὖν ἡ βὴξ αὕτη
                            ψυχθέντων τῶν ἀναπνευστικῶν μορίων, καὶ <lb/>οὐδὲν ἀναπτύουσι μὲν οὗτοι
                            κατ’ αὐτὴν, οὐδὲ ὅλως γίγνεται <lb/>βίαιος, ἀλλ’ οὕτω σμικρά τε καὶ
                            ἀβίαστος, ὥστε καὶ <lb/>κατασχεῖν οἷόν τε καὶ κωλύσαι τὴν γένεσιν αὐτῆς
                            ἢ ἐπιπλεῖστον <pb n="175"/> ἢ παντάπασιν. αἱ δέ γε βίαιοι <milestone unit="ed2page" n="73"/>βῆχες οὐ νικῶνται <lb/>καταλήψει πνεύματος.
                            ὁποῖον δέ τι πρᾶγμά ἐστιν ἡ κατάληψις <lb/>τοῦ πνεύματος, ἤδη μοι
                            πολλάκις ἐν ἄλλοις εἴρηται. <lb/>καὶ οὐ μόνον γε παραυτίκα γενέσθαι
                            κωλύονται τῇ καταλήψει <lb/>τοῦ πνεύματος αἱ κατὰ δυσκρασίαν βῆχες, ἀλλὰ
                            καὶ θεραπεύονται <lb/>πρὸς αὐτῆς, ἐὰν μὴ πάνυ μεγάλαι τινὲς ὑπάρχουσιν.
                            <lb/>αὐξάνεται γὰρ ἡ ἐν τοῖς ἀναπνευστικοῖς ὀργάνοις θερμασία <lb/>διὰ
                            τὴν ἐπίσχεσιν τῆς ἀναπνοῆς, διεξέρχεταί τε τοὺς στενοὺς <lb/>πόρους
                            ἅπαντας τὸ πνεῦμα θλιβόμενον ὑπὸ τοῦ θώρακος <lb/>βιαίως, ἀμφοτέρων δὲ
                            τούτων γενομένων, ὁμαλύνεται πάντα <lb/>καὶ εἰς ὁμοιότητα κράσεως
                            ἀφικνεῖται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Διὰ τί δ’ ἐπὶ ταῖς ἀνωμάλοις δυσκρασίαις <lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν βήττουσι,
                            (τοῦτο γὰρ ἔφην μὴ πάνυ τι καλῶς <lb/>ἐξειργάσθαι τοὺς πνευματικοὺς
                            ἰατροὺς) ἐγὼ πειράσομαι <lb/>διελθεῖν ἀπὸ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος
                            ἀρξάμενος, ὥσπερ <lb/>καὶ προσήκει τοὺς μέλλοντάς τι μετ’ ἀποδείξεως
                            ἐρεῖν. ἡ τοίνυν <lb/>δυσκρασία ποτὲ μὲν κατὰ ψιλὰς γίνεται τὰς
                            ποιότητας, <lb/>ἤτοι θερμοτέρων ἢ ψυχροτέρων ἢ ξηροτέρων ἢ ὑγροτέρων <pb n="176"/> ἀποτελουμένων αὐτῶν τῶν σωμάτων, ἢ καὶ κατά τινα συζυγίαν
                            <lb/>τοῦτο πασχόντων· ἐνίοτε δὲ μετὰ τοῦ παρεσπάρθαι <lb/>δροσοειδῶς ἐν
                            αὐτοῖς τὸ δύσκρατον. ἡ μὲν οὖν ὁμαλὴ δυσκρασία <lb/>παντάπασιν ἀνώδυνος,
                            ὡς οἵ τε πυρετοὶ δηλοῦσιν οἱ <lb/>ἑκτικοὶ καὶ πολλαὶ τῶν κατὰ ψύξιν
                            διαθέσεων, ὁμαλῶς καταλαβοῦσαι <lb/>τὰ μόρια· γίγνεται γὰρ οἷον φύσις
                            τις ἐπίκτητος <lb/>ἡ τοιαύτη κρᾶσις ἑκάστῳ τῶν οὕτω διατεθέντων. οὐδὲν
                            δὲ <lb/>τῶν σωμάτων ὑπὸ τῆς ἑαυτοῦ φύσεως ἀνιᾶται, ὥσπερ ἔλεγεν
                            <lb/>Ἱπποκράτης· τοῖσι τὴν φύσιν διαλλαττομένοισι καὶ διαφθειρομένοισιν
                            <lb/>αἱ ὀδύναι γίγνονται, οὐ διεφθαρμένοισιν ἢ <lb/>διηλλαγμένοισι. ἐν
                            γὰρ τῷ μεταβάλλειν τε καὶ τῆς ἑαυτῶν <lb/>φύσεως ἐξίστασθαι λυπεῖται τὰ
                            σώματα, καθάπερ ἐδείκνυτο <lb/>καὶ κατὰ τὸν ἔμπροσθεν λόγον. ὅταν οὖν
                            ἐγγένηταί τινι τῶν <lb/>αἰσθητικῶν σωμάτων ἀνώμαλος δυσκρασία,
                            τηλικοῦτον τῆς <lb/>λύπης ἐστὶ τὸ μέγεθος, ἡλίκον καὶ τὸ τῆς δυσκρασίας.
                            ἐν <lb/>μὲν οὖν τοῖς ὀξυτάτοις τε καὶ ἰσχυροτάτοις τῶν πυρετῶν
                            <lb/>ἀνιᾶται τὰ στερεὰ τοῦ ζώου μόρια μεταβαλλόμενά τε καὶ ἀλλοιούμενα
                            <lb/>πρὸς τῆς παρὰ φύσιν θερμότητος. ἔτι δ’ ἀρχομένων ﻿<pb n="177"/> τῶν
                            νοσημάτων, πρὶν πυρέττειν αἰσθάνονται μὲν ἐνίοτε καθ’ <lb/>ὅλον ἑαυτῶν
                            τὸν ὄγκον ἀνωμαλίας τινὸς οἱ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων, <lb/>ἐξειπεῖν δ’ αὐτὴν
                            ὁποία τίς ἐστιν οὐ δύνανται. <lb/>ἀλλὰ θαυμάζοιμ’ ἂν, εἴ τις τῶν
                            ὁμιλησάντων τοῖσδε τοῖς <lb/>γράμμασιν οὕτως εὐτυχής ἐστιν, ὡς μὴ καὶ
                            αὐτὸς ἑαλωκέναι <lb/>ποτὲ τῷ συμπτώματι. βύθιος γάρ τις αἴσθησις
                            γίγνεται καθ’ <lb/>ὅλον τὸν ὄγκον, ὡς διεσπαρμένου τινὸς ἐν αὐτῷ τῆς
                            φύσεως <lb/>ἡμῶν ἀλλοτρίου· καὶ τοῦτο τὸ διεσπαρμένον ἐνίοτε μὲν οἷον
                            <lb/>ὑπόθερμόν τι δόξειεν ἄν τις ὑπάρχειν, ἐνίοτε δὲ δακνῶδες <lb/>ἄνευ
                            τοῦ θερμαίνειν, ἔστι δ’ ὅτε ἄμφω πεπονθὸς ἢ χωρὶς <lb/>τούτων ἀτρέμα
                            διατεῖνον ἁπάσας τὰς σάρκας. ἐπὶ μὲν δὴ <lb/>τοῖς τοιούτοις ἅπασι
                            συμπτώμασιν ἀνωμαλίας τέ τινος αἰσθάνεσθαί <lb/>φασι καὶ σκορδινῶνται
                            καὶ πάντα διατείνονται <lb/>τὰ μόρια κατά τινα φυσικὴν ὁρμὴν, ὁποίαν
                            ἐλέγομεν ἀρτίως <lb/>ἅπασι δεδόσθαι τοῖς τοῦ ζώου <milestone unit="ed2page" n="74"/>μέρεσιν ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>ἐπὶ σωτηρίᾳ τε
                            καὶ διαμονῇ. μάλιστα δὲ διατείνονται μετὰ <lb/>τοὺς ὕπνους, ἀτμώδους
                            περιττώματος ἐν ταῖς σαρξὶν αἰσθανόμενοι, <lb/>διά τε τὴν κατεργασίαν
                            τῆς τροφῆς ἠθροισμένου καὶ <pb n="178"/> διὰ τὴν ἡσυχίαν τῶν τοιούτων
                            κινήσεων· καὶ τοῦτ’ ἀδίδακτον <lb/>ἔχει καὶ τὰ σμικρότατα τῶν παιδίων.
                            ἀλλ’ εἰς τὴν τοιαύτην <lb/>κίνησιν ἡ φύσις ἐξορμᾷ τὰ ζῶα διαπνοὴν τοῖς
                            ἀτμώδεσι περιττώμασι <lb/>μηχανωμένη. ταύτης δ’ ἕτερον εἶδος αἰσθήσεώς
                            ἐστιν <lb/>ἀνιαρᾶς, τὸ κατὰ τὰς κοπώδεις διαθέσεις, εἴτ’ οὖν ἐπὶ πόνοις
                            <lb/>πλείοσιν, εἴτε καὶ αὐτόματοι συνίστανται. τριττὴ μὲν <lb/>οὖν ἐστιν
                            ἡ ἐν τοῖς κόποις αἴσθησις, ἤτοι τεθλάσθαι τε καὶ <lb/>συγκεκόφθαι
                            δοκούντων, ἢ τείνεσθαι πάντῃ τὸν ὄγκον τοῦ <lb/>σώματος, ἢ οἷον ἕλκη
                            πολλὰ διεσκεδασμένα δοκούντων ἔχειν, <lb/>ἐπειδὰν κινῶνται. τὸ μὲν οὖν
                            τείνεσθαι τὸν ὄγκον, ὅταν γε <lb/>γυμνασίων χωρὶς οὕτω πάσχωσιν, ὄνομα
                            μὲν ἔχει κόπον αὐτόματον <lb/>τονώδη· γίγνεται δ’ ἐπὶ πλήθει μάλιστα
                            διατείνοντί <lb/>τε τὰ περιέχοντα καὶ μὴ στεγομένῳ πρὸς αὐτῶν· ὅταν δὲ
                            <lb/>ἑλκώδης αὐτοῖς αἴσθησις διατρέχῃ, γίνεται μὲν καὶ τοῦτο κινουμένοις
                            <lb/>μᾶλλον ἤπερ ἡσυχάζουσι, πλὴν εἰ μὴ πάνυ μέγας <lb/>ὁ κόπος ὑπάρχει.
                            νύττεσθαι δὲ ὥσπερ ὑπὸ ἀκανθῶν πολλῶν <lb/>ἐμπεπηγυιῶν αὐτοῖς δοκοῦσι,
                            δακνώδους γὰρ ὑγρότητος ἐργαζομένης <lb/>τὸ σύμπτωμα. ὁ δὲ τρίτος κόπος,
                            ἐν ᾧ φασιν <pb n="179"/> ὀστοκόπῳ συνέχεσθαι, κινήσεως μὲν οὖν οὐδὲ
                            βραχυτάτης <lb/>ἀνέχεται· θερμότητος δ’ ἐπιφανοῦς ἐστιν αἴσθησις αὐτοῖς
                            <lb/>ἅμα καὶ τάσεως καὶ δήξεως, ἀναπεμπομένης εἰς ὅλον τοῦ <lb/>ζώου τὸν
                            ὄγκον κακοχυμίας δαψιλοῦς. οὐδεὶς δ’ ἐπιχειρεῖ <lb/>τῶν οὕτως ἐχόντων
                            σκορδινᾶσθαι, δεδιὼς ἅπασαν κίνησιν. <lb/>ἐν δὲ τοῖς ἑτέροις δυσὶ
                            κόποις, ὧν τὸν μὲν ἑλκώδη καλεῖν <lb/>εἰώθασι, τὸν δὲ τονώδη, γίνεταί
                            ποτε καὶ ἡ τοιαύτη κίνησις, <lb/>ὅταν ἤτοι σμικροὶ πάμπαν ὑπάρχωσιν, ἢ
                            φυσώδεσί τε καὶ <lb/>ἀτμώδεσιν ἐπιγίγνωνται περιττώμασιν· ὁ γοῦν ἑλκώδης
                            κόπος <lb/>ὅταν μείζων συστῇ, φέρουσι μὲν οὐδ’ οὗτοι κίνησιν οὐδεμίαν,
                            <lb/>ἀλλ’ ὀδυνῶνται, καθάπερ ἕλκος, τὸ σῶμα καὶ φρίττουσιν. <lb/>ἐγγὺς
                            δ’ ἥκουσιν, ἢν αὐξάνηται τὸ σύμπτωμα, τῆς φρικώδους <lb/>διαθέσεως· ἐν
                            ἐκείνῃ γὰρ φρίττουσι καὶ πρὶν κινεῖσθαι. <lb/>ὥσπερ δ’ ὅταν ἑλκώδης
                            αἴσθησις γίγνηται, κινούμενοι φρίττουσι, <lb/>καὶ μᾶλλον, εἰ
                            σφοδρότερον· οὕτως ἡ φρικώδης διάθεσις, <lb/>ὅταν εἰς κίνησιν ἄγηται,
                            ῥῖγος, ἐργάζεται. γίνεται <lb/>μὲν γὰρ ταῦτα πάντα διὰ δακνώδη
                            περιττώματα· διαφέρει δ’ <pb n="180"/> ἀλλήλων τῷ τε πλήθει τῶν
                            περιττωμάτων αὐτῶν καὶ τῇ <lb/>κινήσει καὶ τῷ τὰ μὲν μᾶλλον εἶναι
                            δακνώδη, τὰ δὲ ἧττον, <lb/>καὶ τῷ τὸ σῶμα τὸ κάμνον ἢ δυσπαθὲς ἢ εὐπαθὲς
                            ἢ ἀσθενὲς <lb/>ἢ εὐαίσθητον ἢ δυσαίσθητον εἶναι φύσει. τὸ μὲν γὰρ
                            εὐαίσθητόν <lb/>τε καὶ ἀσθενὲς ὑπάρχον ὑπὸ βραχυτάτης αἰτίας ἀνιᾶται·
                            <lb/>τὸ δ’ ἰσχυρὸν καὶ δυσαίσθητον μεγάλης δεῖται τῆς αἰτίας <lb/>εἰς
                            γένεσιν τοῦ τοιούτου συμπτώματος. ἆρ’ οὖν ἐν τούτοις <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="234"/>μόνοις, ἢ κᾀν τῷ κινεῖσθαι τὸ αἴτιον
                            ἢ μὴ κινεῖσθαι, <lb/>καὶ κινούμενον ἤτοι θᾶττον ἢ βραδύτερον κινεῖσθαι,
                            παμπόλλη <lb/>τίς ἐστιν ἐν τοῖς συμπτώμασι διαφορά; ἐμοὶ μὲν οὕτως
                            <lb/>δοκεῖ, τῷ γε τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον ἡσυχάζοντα μὲν ἀνωμαλίας
                            <lb/>ἐνίοτε μόνης ἀντιλαμβάνεσθαι, κινηθέντα δὲ φρίττειν,
                            <lb/>γυμνασάμενον δὲ ῥιγοῦν. ταῦτά τοι καὶ συμβουλεύουσιν οἱ <lb/>ἰατροὶ
                            τοῖς ὧδε κάμνουσιν, ὑπὸ τῆς πείρας δεδιδαγμένοι, <lb/>πάσης ἀπέχεσθαι
                            κινήσεως. <milestone unit="ed2page" n="75"/>ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπεπτησάντων
                            <lb/>ἐνίους ἴσμεν, ἂν μὲν ἡσυχάζωσι, μηδὲν πάσχοντας· ἂν <lb/>δ’ εἰς
                            βαλανεῖον εἰσέλθωσιν ἢ ἐν ἡλίῳ στῶσι, φρίττοντας, <lb/>ἔτι δὲ δὴ μᾶλλον
                            ἐὰν γυμνάσωνται· καὶ γὰρ ὁ ἥλιος καὶ <pb n="181"/> βαλανεῖον καὶ
                            γυμνάσιον εἰς κίνησιν ἐξορμᾷ τὰ τέως ἡσυχάζοντα <lb/>περιττώματα,
                            καθάπερ γε καὶ τῶν ψυχικῶν παθῶν <lb/>ὁ θυμός. ἐξ ἑαυτῶν δὲ εἰς κίνησιν
                            ἐξορμᾷ τὰ τέως ἡσυχάζοντα <lb/>περιττώματα τῷ θερμαίνεσθαι καὶ
                            λεπτύνεσθαι καὶ <lb/>πνευματοῦσθαι· καὶ οὐδὲν θαυμαστὸν ἡσυχαζόντων μὲν
                            αὐτῶν <lb/>ἧττον ἀνιᾶσθαι τὰ σώματα, κινηθέντων δὲ λυπεῖσθαί <lb/>τε
                            μεγάλως καὶ κλονεῖσθαι φρίττοντα καὶ ῥιγοῦντα καὶ πυρέττοντα. <lb/>καὶ
                            γὰρ ὅσα τοῖς ὀφθαλμοῖς ἔξωθεν ἐμπίπτει <lb/>σκληρὰ σώματα, μυσάντων μὲν
                            τὰ βλέφαρα καὶ καθησυχασάντων <lb/>τὸ μόριον ἢ σμικρὸν πάμπαν ἢ οὐδὲν
                            ἀνιᾷ· κινησάντων <lb/>δὲ δυσάνεκτον ἐπιφέρει τὴν ὀδύνην. ἀλλὰ καὶ χωρὶς
                            <lb/>παραδείγματος ἐξ αὐτοῦ τοῦ πράγματος τῆς φύσεως ἔνεστιν
                            <lb/>ἐξευρεῖν, ὡς τὸ κινούμενον αἴτιον ἀνιαρότερον τοῦ μένοντος,
                            <lb/>ὅταν γε διὰ τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων ἡ φορὰ γίγνηται, καθάπερ <lb/>ἐν
                            ὀφθαλμοῖς ὑπόκειται νῦν. οὐ γὰρ περὶ τῶν ἐν <lb/>ταῖς φλεψὶ καὶ ταῖς
                            ἀρτηρίαις διαῤῥεόντων χυμῶν ὁ λόγος ἦν, <lb/>ἀλλὰ περὶ τῶν κατὰ τὰς
                            σάρκας τε καὶ ὅλην τοῦ ζώου τὴν <lb/>ἕξιν. ὅταν οὖν διεξέρχηταί τι διὰ
                            τούτων βιαίως ἐπὶ τὸ δέρμα ﻿<pb n="182"/> φερόμενον, ἐν τῇ διόδῳ τῇ διὰ
                            τῆς σαρκός τε καὶ τοῦ δέρματος <lb/>ἀναγκαῖον αὐτὸ κεντεῖν τε καὶ
                            νύττειν καὶ διαιρεῖν καὶ <lb/>τιτρώσκειν οἷς ἂν ἐντυγχάνῃ πᾶσιν. ὅτι δὲ
                            τὸ δακνῶδες καὶ <lb/>κινούμενον αἴτιον ἅπαν εἰς φρίκας τε καὶ ῥίγη ἄγει
                            τὸ ζῶον, <lb/>ἄν τε θερμὸν ἄν τε ψυχρὸν ᾖ, πρῶτον μὲν ἐκ τῶν τοιούτων
                            <lb/>κατανοῆσαι δυνατόν· εἰ προσράναις ἐξαίφνης ὑγιαίνοντι σώματι
                            <lb/>ζέον ὕδωρ, ἢ σπινθῆρας ἐνσείσαις πυρὸς, εὐθέως φρικῶδες
                            <lb/>γενήσεται. ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἡλκωμένων μορίων <lb/>ἐνίοτε φαρμάκων
                            ἐπιτεθέντων καυστικῶν, φρίττουσι μὲν <lb/>πρῶτον, ἐφεξῆς δὲ καὶ
                            ῥιγοῦσιν, εἶτα καὶ πυρέττουσιν ἔνιοι. <lb/>ἀλλὰ καὶ οἱ τριταῖοι πυρετοὶ
                            ἁπάντων δὴ μάλιστα πυρετῶν <lb/>χολώδεις ὄντες καὶ θερμοὶ, πάντων δὴ
                            μάλιστα φρικώδεις εἰσὶ, <lb/>καὶ ὅσῳ δ’ ἂν ἀκριβέστεροι τύχωσιν ὄντες,
                            τοσούτῳ καὶ τὸ <lb/>ῥῖγος αὐτοῖς γίνεται σφοδρότερον. ἀλλὰ καὶ ὑπὸ
                            καύσου ἐχομένῳ <lb/>ῥίγεος ἐπιγενομένου λύσις, Ἱπποκράτης φησὶ, τῷ τὴν
                            <lb/>τέως ἐν ταῖς φλεψὶν ἁλωμένην χολὴν ὑπὸ τῆς φύσεως ἀπωθεῖσθαι
                            <lb/>κριτικῶς ἐπὶ τὸ δέρμα διὰ τῶν σαρκῶν. τῆς οὖν κινήσεως <lb/>καὶ
                            φορᾶς αὐτῆς, ἣν διὰ τῶν αἰσθητικῶν ποιεῖται <lb/>σωμάτων, ἅμα τε
                            σύμπτωμα καὶ σημεῖόν ἐστι τὸ ῥῖγος. καὶ <pb n="183"/> δὴ καὶ ἱδροῦσι
                            τοὐντεῦθεν οἱ οὕτω ῥιγώσαντες καὶ ἀπαλλάττονται <lb/>τοῦ πυρετοῦ,
                            κενωθείσης αὐτοῖς τῆς χολῆς. ἐνίοτε <lb/>δ’ οὐκ εἰς τὸ δέρμα τὴν ὁρμὴν,
                            ἀλλ’ εἰς τοὺς ἔσω τόπους <lb/>ποιησαμένη, δι’ ἐμέτων τε ἅμα καὶ διὰ τῆς
                            κάτω γαστρὸς ἐκκενοῦται. <lb/>πολλάκις δὲ εἴσω τε καὶ ἔξω κατὰ τὴν αὐτὴν
                            ἡμέραν <lb/>ἠνέχθη, ὡς ἱδρῶσαί τε ἅμα καὶ ἐμέσαι καὶ ὑπελθεῖν κάτω
                            <lb/>τὴν χολήν. ὅσοι δ’ αἴτιον ὑγιεινὸν οἴονται τὸ ῥῖγος γίγνεσθαι
                            <lb/>τοῦ καύσου διὰ τὴν ψύξιν, τὰ γὰρ ἐναντία τῶν ἐναντίων <lb/>ὑπάρχειν
                            ἰάματα, τοῦ παντὸς ἁμαρτάνουσι. πρῶτον <lb/>μὲν γὰρ εἰ τοῦτ’ ἀληθὲς
                            ὑπῆρχεν, ἐνῆν αὐτοῖς δήπου ῥῖγος <lb/>ἐργάσασθαι, τοῦτο μὲν ὕδωρ ψυχρὸν
                            προσραίνοντας ἢ καταχέοντας, <lb/>τοῦτο δ’ εἰς ψυχρὸν ἀέρα τὸν κάμνοντα
                            γυμνὸν <lb/>ἀπάγοντας, ἢ εἰς ὕδατος ψυχροῦ δεξαμενὴν ἐμβάλλοντας·
                            <lb/>ἔπειτα δ’ εἴπερ ἄρα διὰ τῆς πρὸς τοὐναντίον μεταπτώσεως <lb/>τοῖς
                            καυσουμένοις ἡ λύσις ἐγίγνετο ῥιγώσασιν, ἐχρῆν αὐτοὺς <lb/>ἐπὶ τῷ ῥίγει
                            πεπαῦσθαι πυρέσσοντας. ἔχει δ’ οὐχ οὕτω τἀληθές· <lb/>οὐ γὰρ ἅμα τῷ
                            ῥιγῶσαι παύονται πυρέσσοντες, οἵ γε <lb/>πολὺ μείζονι πυρετῷ μετὰ τὸ
                            ῥῖγος <milestone unit="ed2page" n="76"/>ἢ πρόσθεν ἁλίσκονται, <pb n="184"/> ἀλλ’ ἐπειδὰν ἱδρώσωσι δαψιλῶς, ἢ ἐμέσωσι τὴν ὠχρὰν
                            <lb/>χολὴν, ἢ κατ’ ἔντερον αὐτοῖς ὑπέλθῃ. ἐπὶ γὰρ τῇ σφοδροτέρᾳ
                            <lb/>κινήσει τῆς χολῆς σφοδρότερον εἰκὸς ἀνάπτεσθαι τὸν πυρετόν.
                            <lb/>ὅτι μὲν οὖν οὐ μόνον ἐπὶ τοῖς ψυχροῖς αἰτίοις ῥιγῶσιν, <lb/>ἀλλὰ
                            κᾀπὶ τοῖς θερμοῖς, ἤδη πέφανται. διὰ τίνα δὲ <lb/>τὴν αἰτίαν
                            ἐναντιωτάταις προφάσεσι ταὐτὸν ἕπεται σύμπτωμα, <lb/>λεκτέον ἐφεξῆς,
                            ἀναμνησθέντας αὖθις ὧν ἀπεδείξαμεν <lb/>ὑπὲρ τῆς ἐκκρινούσης τὰ λυποῦντα
                            δυνάμεως. οὐ γὰρ δήπου <lb/>τὰ μὲν ἐν ταῖς εὐρυχωρίαις τῶν ὀργάνων
                            ἐκκρίνει, καθάπερ <lb/>ἐδείκνυτο τὰ κατὰ γαστέρα τε καὶ μήτραν καὶ τὰς
                            κύστεις ἀμφοτέρας <lb/>ἔντερά τε καὶ πνεύμονα καὶ ῥῖνας, ἀμελεῖ δὲ τῶν
                            ἐν <lb/>αὐτοῖς τοῖς σώμασιν ὑποτρεφομένων περιττωμάτων· ἀλλὰ <lb/>κᾀκ
                            τούτων ὁσημέραι πᾶν ἀποκρίνει τὸ περιττὸν ἀλύπως τε <lb/>καὶ κατὰ τὴν
                            ἄδηλον αἰσθήσει διαπνοὴν, ὅταν γε νόμῳ φύσεως <lb/>διοικῆται τὸ ζῶον.
                            ἐπειδὰν δέ τι δακνῶδες ἐν αὐτῷ <lb/>συστῇ, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἔχῃ κίνησιν
                            ἰσχυρὰν, ἀνιᾶταί γε <lb/>καὶ ἀποκρίνειν αὐτὸ σπεύδει, καθ’ ὃν ἂν ἐγχωρῇ
                            μάλιστα <lb/>τρόπον ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ τῶν μελῶν ἐκκριθῆναί τι, <pb n="185"/> συναγομένων δηλονότι καὶ σφιγγομένων εἰς ἑαυτὰ τῶν μορίων,
                            <lb/>εἶθ’ ἑκάστου τὸ κατ’ αὐτὸ μέρος τοῦ περιττώματος <lb/>ὠθοῦντος.
                            ἀλλ’ εἰ πάντα νοήσαις ἅμα τὴν κίνησιν ταύτην <lb/>κινούμενα, σεισμός τις
                            ὅλον τὸ σῶμα καταλήψεται καὶ κλόνος, <lb/>ὁποῖος ἐν τοῖς ῥίγεσι φαίνεται
                            καταλαμβάνων. ἀνάγκη <lb/>γὰρ, οἶμαι, τῶν μυῶν πάντων κλονουμένων,
                            συγκλονεῖσθαι <lb/>τὰς διαρθρώσεις αὐτοῖς, ὧν κλονουμένων ἐκτάσεις τέ
                            τινας <lb/>καὶ κάμψεις ἀκουσίους συμπίπτειν, ἑτέρας οὔσης τῆς τοιαύτης
                            <lb/>κινήσεως παρὰ τὴν ἐν τοῖς σπασμοῖς τε καὶ παλμοῖς. ἐν <lb/>μὲν γὰρ
                            τοῖς σπασμοῖς ὡσαύτως μὲν, οὐ μὴν ὑπό γε τῆς αὐτῆς <lb/>δυνάμεως αἱ
                            κινήσεις ἐπιτελοῦνται· κατὰ δὲ τοὺς παλμοὺς <lb/>οὐχ ὡσαύτως, ἀλλ’ ὡς
                            εἴρηται πρόσθεν, ὅτι συνεξαίρεται <lb/>τῷ μυῒ τὸ κῶλον ὑπὸ τοῦ φυσώδους
                            διαστελλομένῳ <lb/>πνεύματος· ῥιγούντων δὲ, ὡς ἀρτίως εἴρηται, πᾶν
                            μόριον <lb/>κινεῖται τοῦ μυὸς ἐκκαθαίροντος ἑαυτόν· κατὰ δὲ τὴν ἐκείνων
                            <lb/>κίνησιν ὅλος ὁ μῦς σειόμενός τε καὶ κλονούμενος ἅμα ἑαυτῷ <lb/>τὴν
                            διάρθρωσιν, εἰς ἣν καταφύεται, συγκλονεῖ. τοιαύτη καὶ <pb n="186"/> τοῖς
                            κατὰ θώρακα μυσὶν ἡ κίνησις ἐν ταῖς ἀνωμάλοις γίγνεται <lb/>δυσκρασίαις,
                            καὶ διὰ τοῦτο βραχυτέρα τε καὶ κερχνωδεστέρα <lb/>βὴξ αὐτοῖς ἕπεται.
                            διασείονται γὰρ οἱ μύες ἐκκρίνειν ἐφιέμενοι <lb/>τὰ λυποῦντα τῆς ἑαυτῶν
                            σαρκὸς διὰ τῶν τοῦ πνεύμονος <lb/>ἀρτηριῶν· ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις βηξὶν
                            ἐδείκνυντο σφοδρῶς ἐμπίπτοντες <lb/>τῷ πνεύμονι, χάριν τοῦ πολλὴν καὶ
                            ἀθρόαν ἐκφύσησιν <lb/>ἐργάσασθαι. ἔτι τε βιαιότερον ἐμπίπτουσιν ἐν τοῖς
                            πταρμοῖς, <lb/>ἐξωθοῦντες ἀθρόον τὸ πνεῦμα, τὸ κατὰ τὰς ῥῖνας ἐκκαθᾶραι
                            <lb/>βουλόμενοι. καὶ τοῦτο κατανοήσαντές τινες ἀσθενεῖς <lb/>μὲν τὴν
                            δύναμιν, ἀναπτύειν δὲ τὰ κατὰ θώρακά τε καὶ <lb/>πνεύμονα δεόμενοι,
                            πταρμὸν ἑαυτοῖς κινοῦσιν ἐρεθίζοντες τοὺς <lb/>μυκτῆρας, ἵνα τῷ βιαίῳ
                            τῆς κινήσεως ἀναπτύ<milestone unit="ed1page" n="235"/>σωσιν, ὃ <lb/>κατὰ
                            βῆχας ἐκβαλεῖν οὐκ ἠδυνήθησαν. ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν <lb/>τοιούτων βηχῶν
                            εἴρηται καὶ πρόσθεν αὐτάρκως. αἱ δὲ κατὰ <lb/>δυσκρασίαν τῶν
                            ἀναπνευστικῶν, ἐκ ταὐτοῦ μέν εἰσι τοῖς ῥίγεσί <lb/>τε καὶ ταῖς φρίκαις
                            γένους, <milestone unit="ed2page" n="77"/>διαφέρουσι δὲ τῷ θάττονα
                            <lb/>γίγνεσθαι τὴν αἴσθησιν αὐτῶν, οὐδέποτε ἡσυχαζόντων <lb/>τῶν
                            ἀναπνευστικῶν ὀργάνων. ἐδείκνυτο γὰρ ἔμπροσθεν, ﻿<pb n="187"/> ὡς καὶ
                            τὰς καθ’ ὅλον τὸ σῶμα τοιαύτας διαθέσεις ἡ κίνησις <lb/>ἐξελέγχει
                            μάλιστα. ἐπειδὰν μὲν οὖν ὑγρὰ τὰ λυποῦντα τὴν <lb/>φύσιν ὑπάρχῃ, τῷ
                            βιαίῳ τούτῳ σεισμῷ καὶ κλόνῳ τῷ κατὰ <lb/>τὴν βῆχα καὶ τὸ ῥῖγος, ὑπὸ τῆς
                            ἐκκριτικῆς δυνάμεως ὠθούμενα <lb/>φέρεται πάντῃ πρὸς τοὺς εἴκοντας
                            τόπους, τὰ μὲν εἰς <lb/>τὴν ἄνω, τὰ δὲ εἰς τὴν κάτω γαστέρα, τὰ δὲ ἐπὶ
                            τὸ δέρμα <lb/>πρὸς τοὐκτὸς, ὡς αἰσθητὴν αὐτῶν γενέσθαι τὴν κένωσιν.
                            <lb/>ἐπειδὰν δὲ πνευματώδης τις οὐσία μόνη χωρὶς ὑγρότητος ἤτοι
                            <lb/>θερμοτέρα τοῦ δέοντος ἢ ψυχροτέρα διεξέρχηται τὸ σῶμα,
                            <lb/>φρίττουσι μὲν δήπου τότε καὶ ῥιγοῦσιν· ἐνίοτε δὲ διὰ τὴν αὐτὴν
                            <lb/>αἰτίαν οὔτε δ’ ἐμοῦσιν οὔθ’ ἱδροῦσιν, οὔθ’ ὑποχωρεῖ <lb/>τι κάτω
                            τοῖς τοιούτοις οὐδὲν αἰσθητὸν, ὡς ἂν αὐτῶν ἐρεθιζόντων <lb/>τὴν
                            ἐκκριτικὴν δύναμιν ἀερωδῶν ὑπαρχόντων. οὕτως <lb/>ἐν βαλανείοις
                            περικαέσι, καὶ μάλιστα ἢν ἐξαίφνης τε καὶ <lb/>ἀθρόως ἄνευ τοῦ
                            προδιαθερμανθῆναι πλησιάσωμεν αὐτοῖς, <lb/>αὐτίκα φρικώδεις γιγνόμεθα.
                            οὕτως ὅταν εἰς τὸν ψυχρὸν <lb/>ἀέρα μετέλθωμεν ἀθρόως, ἢ εἰ καὶ μὴ
                            ἀθρόως, ἀλλὰ πολυχρονίως <lb/>γε ὁμιλεῖν ἀναγκασθῶμεν, ὡς ἐν ὁδοιπορίαις
                            ἐνίοτε <pb n="188"/> συμπίπτειν εἴωθε. τοῦ τοιούτου ῥίγους ἴαμα
                            θέρμανσίς <lb/>ἐστιν, οὐχ ἱδρὼς ἢ ἔμετος ἢ διαχώρημα γαστρός. ἐπεὶ δ’,
                            ὡς <lb/>εἴρηται, καὶ ψυχρὸν αἴτιον καὶ θερμὸν ἐργάζεται ῥῖγος, ἐπὶ
                            <lb/>μὲν τῷ θερμῷ τῷ ἀερώδει ψύξις ἱκανὴ πρὸς τὴν ἴασιν· τῷ <lb/>δὲ ὑγρῷ
                            πυρετὸς μὲν ἐξ ἀνάγκης ἐπιγίγνεται, κένωσις δὲ ἡ <lb/>ἴασίς ἐστιν. ἐπὶ
                            δὲ τῷ ψυχρῷ τῷ μὲν ἀερώδει θέρμανσις <lb/>ἴαμα· τῷ δὲ ὑγρῷ ποτὲ μὲν ἡ
                            πέψις ἀρκεῖ μόνη, ποτὲ δὲ ἡ <lb/>κένωσις, ἔστι δ’ ὅτ’ ἄμφω συμπίπτει.
                            παλαιὸς μὲν οὖν ὁ <lb/>λόγος οὗτός ἐστιν ὡς διὰ παντὸς ἕπεται ῥίγει
                            πυρετὸς, οὐ <lb/>μήν γε ἀληθὴς ὑπάρχει τὸ πάμπαν, οὐδ’ ἂν διορίσηταί τις
                            <lb/>αὐτὸν προσηκόντως, ὥσπερ οὖν καὶ χρὴ διορίζεσθαι φιλικῶς
                            <lb/>μᾶλλον ἐξηγουμένους τὰ τῶν παλαιῶν, οὐ δυσμενῶς ἐξελέγχοντας,
                            <lb/>ἀλλ’ ὅμως οὐδ’ οὕτως ἀληθής ἐστιν ὁ λόγος, οὐδ’ ἂν
                            <lb/>διορισάμενοι φῶμεν ὅσα χωρὶς τῆς ἔξωθεν προφάσεως ἐκ τοῦ
                            <lb/>σώματος ἡμῶν ὁρμᾶται ῥίγη, πυρετὸν ἐξ ἀνάγκης αὐτοῖς ἀκολουθήσειν.
                            <lb/>ὦπται γὰρ οὐχ ἡμῖν μόνοις, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς <lb/>τῶν πρὸ ἡμῶν
                            ἰατροῖς ἤδη ῥίγη συστάντα χωρὶς πυρετῶν, οὐ <lb/>μὴν ἰσχυρά γε οὕτως
                            ἐστὶν, ὡς τὰ τῶν ἀκριβῶν προηγούμενα <pb n="189"/> τριταίων ἢ
                            τεταρταίων, ἢ τὰ κρίνοντα πυρετοὺς καυσώδεις <lb/>τε καὶ θερμούς. εἴωθε
                            δὲ τὰ τοιαῦτα ῥίγη διαίταις ἕπεσθαι <lb/>μοχθηραῖς, ἐμπιπλαμένων ἀργῶς
                            ἀνθρώπων καὶ λουομένων <lb/>ἐπὶ τροφαῖς πολλάκις. ὅταν δὲ καὶ αὐτῶν τῶν
                            ἐδεσμάτων αἱ <lb/>ποιότητες πολλάκις ἐκ τῆς ψυχροτέρας τε καὶ
                            φλεγματικωτέρας <lb/>ὦσι κράσεως, ἑτοιμότατον ἁλῶναι ῥίγεσιν
                            ἀνεκθερμάντοις <lb/>τοὺς οὕτω διακειμένους. οὐδὲν οὖν θαυμαστὸν οὐδὲ τὸ
                            <lb/>μηδέποτε θεάσασθαι ῥίγη τοιαῦτα τοὺς παλαιοὺς ἰατροὺς, <lb/>ὡς ἂν
                            μήτε πλημμελούντων εἰς τὴν ὑγιεινὴν δίαιταν ἴσα τοῖς <lb/>νῦν τῶν τότε,
                            μήτε τῆς τῶν βαλανείων χρήσεως εἰς τοσοῦτον <lb/>ἐπιπολαζούσης. ἀλλ’, ὡς
                            εἴρηται ἀρτίως, τὰ τοιαῦτα ῥίγη <lb/>φρικώδη μᾶλλόν ἐστιν ἢ κλονώδη.
                            πρώτη μὲν γὰρ αἴσθησις <lb/>ἡμῖν ἐπὶ τοῖς μοχθηροῖς περιττώμασιν
                            ἀνωμαλίας γίγνεται, <lb/>καὶ ὅταν γε δριμέα τὰ τοιαῦτα ὑπάρχῃ, δακνώδης
                            ἐστὶν ἡ <lb/>αἴσθησις· δευτέρα δὲ φρίκης μικρᾶς, εἶτα μείζονος, εἶθ’
                            <lb/>οὕτω μεγάλης, ὡς ἤδη καὶ ῥίγους τι μετέχειν· εἶτα τοῦ ῥίγους
                            <lb/>αὐτοῦ μόνου κλονοῦντός τε καὶ διασείοντος τὰ μόρια. <lb/>τοῦτο τὸ
                            ῥῖγος ἐπὶ τοῖς ψυ<milestone unit="ed2page" n="78"/>χροῖς χυμοῖς οὐκ ἄν
                            ποτε <lb/>γένοιτο· τὴν ἀρχὴν γὰρ οὐδὲ σφοδρῶς κινοῦνται οἱ τοιοῦτοι <pb n="190"/> διὰ τὸ πάχος· εἰ δὲ λεπτυνθεῖέν ποτε καὶ οὗτοι, ῥῖγος μὲν
                            <lb/>οἴσουσιν, οὐ μὴν ἰσχυρότερον. οὐ γὰρ ἐγχωρεῖ τὴν αὐτὴν
                            <lb/>ἐπιδέξασθαι λεπτότητα φλέγμα λεπτυνθὲν, ἣν ἡ λεπτυνθεῖσα
                            <lb/>δέχεται ξανθὴ χολή. τὸ μὲν δὴ τοιοῦτον ῥῖγος οὐ πάνυ τι
                            <lb/>γιγνώσκουσιν οἱ παλαιοὶ ἰατροί· τὸ δ’ ἐν νοσήμασι θανατώδεσι
                            <lb/>γιγνώσκουσιν. λέγει οὖν ὁ Ἱπποκράτης ἐν ἀφορισμοῖς, <lb/>ἢν ῥῖγος
                            ἐμπίπτῃ πυρετῷ μὴ διαλείποντι, ἤδη ἀσθενεῖ ἐόντι, <lb/>θανάσιμον. ἐν γὰρ
                            τοῖς τοιούτοις ῥίγεσιν ὥρμησε μὲν ἡ φύσις <lb/>ἐπὶ τὸ διώσασθαι τὰ
                            λυποῦντα, νικηθεῖσα δὲ καταπίπτει <lb/>καὶ κατασβέννυται, καὶ διὰ τοῦτό
                            ἐστιν ὀλέθριον τὸ σύμπτωμα. <lb/>κατὰ δὲ τοὺς τεταρταίους ἐπίμικτον τὸ
                            ῥῖγός ἐστιν <lb/>ἐκ ψυχροῦ τε καὶ θερμοῦ. φύσει μὲν γάρ ἐστι ψυχρὸς
                            χυμὸς <lb/>ἡ μέλαινα χολὴ, σηπεδόνα δέ τινα προσλαβοῦσα, δι’ ἣν καὶ
                            <lb/>πυρετοὺς ἐξάπτει, τοσοῦτον ἐπικτᾶται θερμότητος, ὅσον καὶ
                            <lb/>σηπεδόνος. ὅτι μὲν οὖν ἕπεται ῥίγη κᾀν τοῖς θερμοῖς αἰτίοις
                            <lb/>ἀπεδείξαμεν· ὅτι δὲ κᾀν τοῖς τοιούτοις ἅπασι καταψύχονταί <pb n="191"/> τε καὶ λειφαιμοῦσι, μάλιστα μὲν ὅσα τοῦ σώματος ἄκρα
                            μόρια, <lb/>σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ τὸ δέρμα σύμπαν, ὅσα τ’ ἐπιπολῆς ἐστιν
                            <lb/>ὑπ’ αὐτῷ, καὶ διὰ τίνα τὴν αἰτίαν γίγνεται, τοῦτο σκεπτέον
                            <lb/>ἐφεξῆς. ἔστι δή τις ἐκ τῶν πρώτων καὶ, ὡς ἂν εἴποι τις,
                            <lb/>ἡγεμονικωτάτων κινήσεων ἡ ἔσω τε καὶ ἔξω φορὰ τῆς ἐμφύτου
                            <lb/>θερμασίας, ἐπὶ πολλοῖς πάθεσι γιγνομένη ψυχικοῖς, <lb/>ἅμα δ’ αὐτῇ
                            δηλονότι καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ αἷμα, ποτὲ μὲν <lb/>ἔσω τε καὶ πρὸς τὴν
                            ἀρχὴν φέρεται καὶ συστέλλεται, ποτὲ δ’ <lb/>ἐκτὸς ἀποτείνεται καὶ
                            χεῖται. αὐτῆς μὲν γὰρ τῆς ψυχῆς τὴν <lb/>οὐσίαν ἴσως μὲν καὶ κατ’ ἄλλην
                            τινὰ πραγματείαν ἀποφήνασθαι <lb/>τολμηρὸν, ἐν δὲ τῇ νῦν ἐνεστώσῃ πρὸς
                            τῷ τολμηρῷ <lb/>καὶ περιττόν. ἔοικε δ’ οὖν ἥ τις ποτ’ ἂν ᾖ, δυοῖν
                            <lb/>θάτερον, ἤτοι πρώτοις ὀργάνοις εἰς ἁπάσας τὰς ἐνεργείας
                            <lb/>χρῆσθαι πνεύματί τε καὶ αἵματι καὶ τῇ θερμασίᾳ τῇ κατὰ <lb/>θάτερόν
                            τε καὶ συναμφότερον, ἢ ἐν αὐτοῖς τούτοις ὑπάρχειν. <lb/>ἔνεστι δὲ
                            ἐναργῶς θεάσασθαι τὰς κινήσεις αὐτῆς ἐν <lb/>ἄλλοις τε πολλοῖς καὶ
                            μάλιστα τοῖς ψυχικοῖς πάθεσιν. <lb/>αὐτίκα φόβος τε καὶ θυμὸς, ὁ μὲν
                            εἴσω τε καὶ πρὸς τὴν ﻿<pb n="192"/> ἀρχὴν ὑπάγει καὶ συστέλλει τό τε
                            πνεῦμα καὶ τὸ αἷμα σὺν <lb/>τῷ καταψύχειν τὰ ἐπιπολῆς, ὁ δὲ ἀποτείνει τε
                            καὶ χεῖ καὶ <lb/>θερμαίνει. τὸ δ’ ἀγωνιᾷν ὀνομαζόμενον ἐξ ἀμφοῖν ὑπάρχον
                            <lb/>σύνθετον, ἀνώμαλόν ἐστι ταῖς κινήσεσι. καὶ τοίνυν <lb/>καὶ οἱ
                            σφυγμοὶ τῶν ἀρτηριῶν τε καὶ τῆς καρδίας μικρότατοι <lb/>μὲν καὶ
                            ἀτονώτατοι τοῖς φοβηθεῖσι, μέγιστοι δὲ καὶ <lb/>σφοδρότατοι τοῖς
                            θυμωθεῖσιν, ἀνώμαλοι δ’ εἰσὶ τοῖς ἀγωνιῶσιν. <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς αἰδοῦς εἴσω
                            μὲν πρῶτον ἡ κίνησις <lb/>γίγνεται τῆς ψυχικῆς δυνάμεως, ἐπάνοδος δ’
                            αὖθις ἀθρόα <lb/>πρὸς τοὐκτὸς λαμβάνει· ὡς εἴγε μὴ ἐπανέρχοιτο, φόβος
                            <lb/>ἐστὶν, οὐκ αἰδώς. ἡ μὲν γὰρ αἰδὼς ἐξαίφνης γίγνεται, <lb/>μηδὲν τῆς
                            ψυχικῆς δυνάμεως προσδοκώσης κακὸν, ἀλλ’, ὡς <lb/>ἂν εἴποι τις, ὑπὸ
                            μαλακίας τε καὶ δειλίας συμφύτου, μὴ <lb/>φερούσης ἀνθρώπου πολὺ
                            κρείττονος ὁμιλίαν, ἀλλ’ ἀποδρᾶναί <lb/>τε καὶ εἰ οἷόν τ’ ἦν ἐκ ποδῶν
                            γενέσθαι σπευδούσης. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο μόνον ἀποχωρεῖ πρὸς τὸ βάθος,
                            οἷον <lb/>ἀποδιδράσκουσα χωρὶς τοῦ καταψύχεσθαι. τοῦ λογισμοῦ <lb/>δ’
                            ἐπεγείροντος καὶ παρορμῶντος τὸ παθητικὸν τῆς ψυχῆς, <pb n="193"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="79"/>ὅπερ ἐστὶ τὸ φο<milestone unit="ed1page" n="236"/>βούμενόν τε καὶ αἰδούμενον, ἐπανέρχεταί
                            <lb/>τε καὶ κινεῖται πρὸς τὰ ἐκτὸς ἐν ὁμοίῳ μάλιστα <lb/>τρόπῳ κινήσεως,
                            ἐν οἵῳ περ ἂν ὅταν ἐπὶ ψυχρολουσίᾳ θερμασίας <lb/>ἐπανάκλησις γίγνηται.
                            ἐν δέ γε τοῖς φόβοις, ἅτε μηδ’ <lb/>ὅλως ἐπεγείροντός τε καὶ παρορμῶντος
                            τοῦ λογισμοῦ τὸ παθητικὸν <lb/>τῆς ψυχῆς, ἀεὶ καὶ μᾶλλον κατασβέννυται
                            τὸ θερμὸν, <lb/>ὥστε καὶ ῥιγοῦν ἐνίους αὐτῶν. ὅπερ δ’ ἐν φόβοις ἀθρόως,
                            <lb/>τοῦτ’ ἐν λύπαις κατὰ βραχὺ πάσχουσι, μεγέθει καὶ σφοδρότητι
                            <lb/>τῶν παθῶν, οὐχ ὅλῳ τῷ γένει διαφερόντων. καὶ τοίνυν <lb/>καὶ
                            ἀπέθανον ἤδη τινὲς ἐπὶ φόβοις ἐξαιφνιδίοις, ὅταν <lb/>ἀσθενὲς φύσει
                            ψυχάριον ἰσχυρῷ πάθει κατασχεθὲν ἀθρόως <lb/>κατασβεσθῇ τε καὶ
                            καταπνιγῇ. τὸ μὲν γὰρ σβέννυσθαι δι’ <lb/>αὐτὴν τοῦ πάθους γίγνεται
                            φύσιν ἐν τῷ καταψύχεσθαι τὴν <lb/>γένεσιν ἔχοντος· τὸ δὲ καταπνίγεσθαι
                            διὰ τὸ συννεύειν τε καὶ <lb/>φέρεσθαι πᾶν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸ αἷμα.
                            θυμωθεὶς δ’ οὐδεὶς <lb/>ἀπέθανεν, ὡς ἂν μήτε τῆς θερμότητος
                            καταψυχομένης μήτε <lb/>τοῦ τόνου λυομένου· χαρέντες μέντοι μεγάλως
                            ἔνιοι τῶν μικροψύχων <lb/>ἀνθρώπων ἀπέθανον, ὥσπερ καὶ φοβηθέντες·
                            <lb/>οὐ γὰρ ἅμα τόνῳ καὶ ζέσει κινεῖται πρὸς τὰ ἐκτὸς ἡ ψυχικὴ <pb n="194"/> δύναμις, ἀλλ’ αὐτὸ τοὐναντίον, εἴ τι καὶ πρότερον εἶχε
                            τόνου, <lb/>τοῦτο νῦν ἐκλύει τε καὶ χαλᾷ· διαφορεῖται τοιγαροῦν,
                            <lb/>ὅταν ἐπιπλεῖστον χαλασθεῖσα φέρηται πρὸς τὸ ἐκτός. ὁ δὲ <lb/>πόνος
                            ἐναντίως κινεῖσθαι τὴν ψυχὴν ἀναγκάζων ὅμοια τῷ <lb/>μεγίστῳ φόβῳ φέρει
                            τὰ συμπτώματα. καὶ γὰρ ἀχροοῦσι καὶ <lb/>καταψύχονται καὶ ῥιγοῦσι καὶ
                            τρέμουσι καὶ μικροσφυκτοῦσι <lb/>καὶ ἀσφυκτοῦσι καὶ τέλος ἀποθνήσκουσιν
                            ὡσαύτως τοῖς ἐκπλαγεῖσιν. <lb/>ὑποφεύγει γὰρ κᾀν τούτοις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ
                            ἔμφυτος <lb/>θερμασία λυομένη θ’ ἅμα καὶ κατασβεννυμένη. ὅπου <lb/>δὲ
                            θάνατον ἐπιφέρει τὰ τοιαῦτα τῶν παθῶν, οὐδὲν δήπου <lb/>θαυμαστὸν εἰ καὶ
                            λειποψυχίαν. οὔκουν οὐδ’ ὅτι τὰ λειποψυχίας <lb/>ἀκόλουθα συμπτώματα, τά
                            τε ἄλλα καὶ ἡ ἀκούσιος ἔκκρισις <lb/>τῶν περιττωμάτων ἕπεται οὐδὲν ἔτι
                            χρὴ θαυμάζειν. ἀλλὰ <lb/>γὰρ οὐ τοῦ παρόντος καιροῦ μηκύνειν ἔτι ὑπὲρ
                            τῶν τοιούτων <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἰτέον. ὅταν οὖν ἐπὶ θερμοῖς τε
                            ἅμα <lb/>καὶ δακνώδεσι χυμοῖς γίνηται ῥῖγος, οὐδὲν θαυμαστόν ἐστι
                            <lb/>καταψύχεσθαι τὰ ἐκτὸς ἅπαντα, τῆς ψυχικῆς δυνάμεως εἰς τὸ
                            <lb/>βάθος συννευούσης ἅμα τῷ αἵματι. γίγνεται γὰρ αἴσθησις <pb n="195"/> τηνικαῦτα τῆς τῶν ἐκτὸς ψύξεως, οὐ τῆς τῶν ἐν τῷ βάθει. <lb/>καὶ γὰρ
                            διψῶσιν ἰσχυρῶς ἔνιοι κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, ὡς <lb/>ἂν τῆς ἔνδον
                            θερμασίας διαφυλαττομένης αὐτοῖς. ὅτι δὲ εὐλόγως <lb/>τὰ τοιαῦτα τοῖς
                            ῥιγοῦσι συμβαίνειν εἴωθεν, ἔνεστι κᾀντεῦθεν <lb/>συλλογίσασθαι. εἰ γὰρ
                            καθ’ ἕν τι μέρος ἐρείδουσαι <lb/>σφοδρότερον ὀδύναι λειποψυχίας τε ἅμα
                            καὶ καταψύξεις ἐπιφέρουσιν, <lb/>οὐδὲν ἂν εἴη θαυμαστὸν τὰς καθ’ ὅλον
                            ἅμα τὸ <lb/>σῶμα συνισταμένας, εἰ καὶ μὴ τὰς λειποψυχίας τε καὶ τοὺς
                            <lb/>θανάτους, ἀλλὰ τάς γε καταψύξεις ἐργάζεσθαι. εἰσὶ γὰρ
                            <lb/>ὁμογενεῖς καὶ ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις ὀδύναις αἱ κατὰ τὸ ῥῖγος,
                            <lb/>ἀπολείπονται δὲ τῶν ἀναιρουσῶν μεγέθει καὶ χρόνῳ. καὶ <lb/>γὰρ
                            ἐλάττους εἰσὶ πολλῷ καὶ βραχυχρόνιοι. κωλικὴ μέντοιγε <lb/>πολλάκις
                            ὀδύνη δυοῖν ἐφεξῆς ἡμερῶν κατέσχε· ῥῖγος δ’ ὅσῳπερ <lb/>ἂν ᾖ
                            σφοδρότερον, τοσοῦτον ὀλιγοχρονιώτερον γίγνεται. <lb/>προσέοικε γὰρ ἡ
                            κατ’ αὐτὸ κίνησις τῆς ψυχῆς οὐ τῇ κατὰ τοὺς <lb/>φόβους, ἀλλὰ μᾶλλόν πως
                            τῇ κατὰ τὴν αἰδῶ τε καὶ ψυχρολουσίαν. <lb/>ἀναμάχεται γοῦν ἡ δύναμις καὶ
                            διαγωνίζεται πρὸς <lb/>τὰ λυποῦντα, μέχρι περ ἂν ἐκμοχλεύσῃ τε καὶ
                            διώσηται <lb/>πάντα. διά τε οὖν τὰς σφοδρὰς ἐμπτώσεις, καὶ ὅτι <pb n="196"/> κατὰ τὸ βάθος ἀθροισθεῖσα μετὰ πολλῆς ἐπανέρχεται
                            θερμασίας, <lb/>τὸν ἐπὶ τοῖς ῥίγεσι πυρετὸν ἐξάπτει, <milestone unit="ed2page" n="80"/>τὴν ὕλην <lb/>ἔχουσα σύμμαχον εἰς τὸ μέγεθος
                            αὐτοῦ. εἰ δέ ποτε διαγωνιζομένη <lb/>φθάσειε καμεῖν αὕτη, πρὶν διώσασθαι
                            τὰ λυποῦντα, <lb/>γίγνεται μὲν γὰρ καὶ τοῦτο δι’ ἀῤῥωστίαν δυνάμεως, ἢ
                            μέγεθος <lb/>αἰτίου, θάνατος ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθεῖ, καθάπερ ἔμπροσθεν
                            <lb/>εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὁπότε οὖν ἐνταῦθα τοῦ λόγου γεγόναμεν, <lb/>ἐπιθῶμεν ἤδη τὴν κεφαλὴν
                            αὐτῷ, βραχέσι κεφαλαίοις ἅπαντά <lb/>τε τὰ προειρημένα περιλαβόντες, ὅσα
                            τε λείπεται προσθέντες. <lb/>αἱ μὲν βῆχες καὶ οἱ πταρμοὶ καὶ αἱ λύγγες
                            καὶ τὰ ῥίγη τῆς <lb/>ἐκκριτικῆς δυνάμεως ἰσχυραὶ καὶ βίαιοι κινήσεις
                            εἰσίν· οἱ δὲ <lb/>σκορδινισμοὶ καὶ αἱ χάσμαι τῆς αὐτῆς μὲν, ἀλλὰ
                            μέτριαι· μετριώτεραι <lb/>δὲ κᾀν ταῖς φρίκαις αἱ κινήσεις εἰσί· καὶ πολὺ
                            δὴ <lb/>τούτων μετριώτεραι αἱ κατὰ τὰς ἀνωμαλίας κινήσεις, ὥστε
                            <lb/>σχεδὸν οὐδὲ κινήσεις εἴποι τις τὰς τοιαύτας, ἀλλ’ αἰσθήσεις
                            <lb/>μόνον ὑπάρχειν, οἷαί περ καὶ αἱ κατὰ τοὺς ἑλκώδεις κόπους
                            <lb/>αἰσθήσεις εἰσί. καὶ τούτων μᾶλλον ἔτι ἐν τῷ κνηστιᾷν. ﻿<pb n="197"/> αἴσθησις γὰρ ἐν τούτῳ τῷ συμπτώματι μόνον ἐστὶ περιττωμάτων
                            <lb/>κνησμωδῶν· οὐδὲ γὰρ ὀνομάσαι δυνατὸν ἄλλως αὐτὰ, <lb/>πλὴν εἰ
                            νιτρώδη καὶ ἁλμυρά τις ἢ πικρὰ προσαγορεύειν ἐθέλοι, <lb/>τοιαύτη γὰρ ἡ
                            φύσις αὐτῶν. ἔνεστι δὲ μαθεῖν περὶ <lb/>αὐτῶν ἀπό τε τῶν ἔξωθεν, οἷον
                            ἀκαλήφης τε καὶ σκίλλης καὶ <lb/>ἅλμης καὶ θαλάττης, ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα
                            καὶ τούτων οὐδὲν <lb/>ἧττον ἀπ’ αὐτῶν τῶν κατὰ τὸ σῶμα. τοῖς γὰρ
                            ἀλουτοῦσι <lb/>καὶ ῥυπῶσι καὶ ἀπεπτοῦσι καὶ τροφὰς κακοχύμους
                            <lb/>ἐσθίουσι κνηστιᾷν συμβαίνει, καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον ἐν ψώραις <lb/>τε
                            καὶ λέπραις, ὅτι πλείων τε καὶ παχύτερος ὁ χυμὸς ἐν ταῖς <lb/>τοιαύταις
                            διαθέσεσι. καὶ διὰ τοῦτο κνῶνται μὲν ἐπὶ πλεῖόν <lb/>τε καὶ μᾶλλον
                            ἁπάντων ἄνευ τῆς τοιαύτης διαθέσεως κνηστιώντων· <lb/>ὀνίνανται δ’ οὐδὲν
                            οὐδ’ ἂν ἐκδείρωσιν ἑαυτοὺς <lb/>κνώμενοι σφοδρότατα, διὰ τὸ μένειν ἐν
                            αὐτοῖς ἐμπεπλασμένον <lb/>τε καὶ, ὡς ἂν εἴποι τις, ἐσφηνωμένον ἐν τῷ
                            δέρματι τὸν <lb/>λυποῦντα χυμόν. οὔτε γὰρ ὀλίγος οὗτος οὔτε λεπτός
                            ἐστιν, <lb/>ὡς ἐπὶ τῶν ἀλουτησάντων μόνον ἢ ῥυπώντων, ἀλλὰ καὶ
                            <lb/>πλεῖστος καὶ παχὺς, ἐνίοτε δὲ καὶ γλίσχρος. ἅπαντα γοῦν τὰ
                            <lb/>τοιαῦτα συμπτώματα κακοχυμίας ἐστὶν ἔγγονα, διαφέροντα <pb n="198"/> δὲ ποιότητι καὶ ποσότητι τῆς αἰτίας, ἔτι τε πρὸς τούτοις <lb/>ἡσυχίᾳ
                            τε καὶ κινήσει. ὀλίγη μὲν γὰρ καὶ λεπτὴ καὶ ἁλμυρὰ <lb/>καὶ ἀκίνητος ἐν
                            τοῖς κνηστιῶσιν· ὀλίγη δὲ καὶ <lb/>λεπτὴ καὶ δακνώδης καὶ ἀκίνητος ἐπὶ
                            τοῖς ἑλκώδεσι κόποις· <lb/>πολλὴ δὲ καὶ παχεῖα καὶ ἁλμυρὰ καὶ ἀκίνητος
                            ἐν <lb/>λέπραις τε καὶ ψώραις· ὀλίγη δὲ καὶ λεπτὴ καὶ δακνώδης <lb/>καὶ
                            βραχεῖαν ἔχουσα τὴν κίνησιν ἐν ταῖς φρίκαις. εἰ δ’ <lb/>ἤτοι κινηθείη
                            σφοδρῶς ἢ πλείων ἢ δακνωδεστέρα γένοιτο, <lb/>ῥῖγος, οὐ φρίκην ἐπιφέρει,
                            μέγιστον μὲν ἡ πλείστη τε <lb/>καὶ σφοδροτάτη καὶ δακνωδεστάτη καὶ
                            σφοδρότατα κινουμένη, <lb/>ἐλάχιστον δὲ, εἰ καθ’ ἕν τι τούτων μετρίως
                            αὐξηθὲν <lb/>ἐκ φρίκης εἰς ῥῖγος μεταπέσοι. πάμπολλαι δὲ ἄλλαι μεταξὺ
                            <lb/>τοῦ τ’ ἐλαχίστου ῥίγους ἐστὶ καὶ τοῦ μεγίστου, τῷ <lb/>μᾶλλόν τε
                            καὶ ἧττον ἀλλήλων διαφέρουσαι παρά τε τὸ <lb/>μᾶλλον καὶ ἧττον κινεῖσθαι
                            τὴν αἰτίαν καὶ παρὰ τὸ <lb/>μᾶλλόν τε καὶ ἧττον εἶναι δακνώδη, καὶ
                            προσέτι τὴν <lb/>ἐν τῇ ποσότητι διαφορὰν, ἔτι τε πρὸς τούτοις ἤτοι
                            <lb/>παρὰ τὸ πάσαις ταῖς εἰρημέναις διαφοραῖς, ἢ παρὰ <lb/>τό τισιν ἤ
                            τινι τὴν ποιοῦσαν τὸ ῥῖγος αἰτίαν ηὐξῆσθαι. <pb n="199"/> ταυτὶ μὲν οὖν
                                <milestone unit="ed2page" n="81"/>ἅπαντα τὰ συμπτώματα περὶ τὸ δέρμα
                            <lb/>καὶ τὰς ὑπ’ αὐτὸ σάρκας ἀθροιζομένης τῆς αἰτίας εἴωθε
                            <lb/>συνίστασθαι. βῆχες δὲ καὶ πταρμοὶ καὶ λύγγες, αἱ μὲν βῆχες <lb/>ἐν
                            τοῖς κατὰ πνεύμο<milestone unit="ed1page" n="237"/>νά τε καὶ φάρυγγα καὶ
                            θώρακα <lb/>τῶν αἰτίων συνισταμένων· οἱ πταρμοὶ δὲ ἐν τοῖς κατὰ τὰς
                            <lb/>ῥῖνας· λύγγες δὲ ἐν τοῖς κατὰ γαστέρα καὶ στόμαχον. ἐν <lb/>ἅπασι
                            δὲ τοῖς εἰρημένοις κοινὸν ἡ τῶν λυπούντων ἐκκριτικὴ <lb/>δύναμις, ἑαυτὴν
                            ἐπεγείρουσα πρὸς τὰς σφοδροτάτας κινήσεις <lb/>ὑπὲρ τοῦ διώσασθαι τὰ
                            λυποῦντα, καθάπερ ἔμπροσθεν εἴρηται <lb/>τά τ’ ἄλλα περὶ τῆς γενέσεως
                            αὐτῶν καὶ ὅτι κατὰ συμβεβηκός <lb/>ποτε καὶ ὁ πταρμὸς τῶν κατὰ πνεύμονα
                            συνεστώτων <lb/>ὑγρῶν ἴαμα καθίσταται, μὴ γινόμενος ἐκείνων ἕνεκεν. οὕτω
                            <lb/>δὲ καὶ κατὰ τὴν γαστέρα καὶ τὸν στόμαχον, ἐφ’ οἷς αἱ λύγγες
                            <lb/>συνίστανται, κατὰ συμβεβηκὸς ἐκκαθαίρουσιν οἱ πταρμοὶ, καὶ
                            <lb/>ταύτῃ γίγνονται λυγγῶν ἰάματα. συνεπωθοῦσι γὰρ τὴν κοιλίαν <lb/>οἱ
                            κατεπιγάστριοι μύες ἐκτεινόμενοί τε καὶ προστέλλοντες, <lb/>ὡς
                            βιαιοτέραν γίνεσθαι τὴν ἔμπτωσιν αὐτοῖς τοῖς λυποῦσιν <lb/>αἰτίοις, ἃ
                            διώσασθαι σπεύδει. εἴρηταί μοι σχεδὸν ἅπαντα <pb n="200"/> τὰ τῶν
                            ψυχικῶν ἐνεργειῶν τε καὶ δυνάμεων συμπτώματα <lb/>σὺν ταῖς ἀπογεννώσαις
                            αἰτίαις αὐτά· κατὰ μέντοι τὸ <lb/>πρῶτον ὑπόμνημα τῶν ἐν ταῖς φυσικαῖς
                            ἐνεργείαις τε καὶ <lb/>δυνάμεσι γιγνομένων συμπτωμάτων οὐδενὸς
                            ἐπεμνήσθην, ἐν <lb/>δὲ τῷ δευτέρῳ τῷδε κατὰ τὴν κοινωνίαν τοῦ λόγου
                            λέλεκταί <lb/>τι καὶ περὶ ἐκείνων ἐπ’ ὀλίγον, ἀλλά γε τὸν τέλεόν <lb/>τε
                            καὶ ἴδιον αὐτοῖς λόγον ἀποδώσομεν ἐν τῷ τρίτῳ <lb/>τῷ μετὰ τοῦτον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Νυνὶ δὲ πρὸς τὸ πάνθ’ ἡμῖν ἐν τοῖς δύο <lb/>συμπεπληρῶσθαι τὰ ταῖς
                            ψυχικαῖς δυνάμεσι γενόμενα συμπτώματα, <lb/>καὶ περὶ τῶν κατὰ τὰς
                            ἡγεμονικὰς ἐνεργείας <lb/>ἐροῦμεν. ἔστι μὲν οὖν κᾀν ταύταις τρία τὰ
                            πρῶτα γένη <lb/>τῶν συμπτωμάτων· ἓν μὲν ἀπώλεια τῆς ἐνεργείας· ἕτερον
                            <lb/>δὲ βλάβη· τὸ δὲ τρίτον εἰς ἑτέραν ἰδέας ἐκτροπήν. <lb/>ἀπώλεια μὲν
                            ἐν ταῖς καλουμέναις μωρώσεσί τε καὶ λήθαις. <lb/>ὦπται γὰρ οὐκ ὀλιγάκις
                            ὡς εἰς ἀπόστασίν τινα <lb/>κατασκήψαντα νοσήματα μώρωσιν ἢ λήθην
                            ἐπήγαγεν. <lb/>ἐνίους γοῦν καὶ γράμματα καὶ τέχνας τελέως ἐπιλαθομένους
                                <pb n="201"/> ἐθεασάμεθα καὶ μηδὲ τῶν σφετέρων ὀνομάτων μεμνημένους,
                            <lb/>ὁποῖόν τι καὶ ὁ Θουκυδίδης φησὶν ἐν τῷ <lb/>λοιμῷ συμβῆναι· τινὰς
                            γὰρ τῶν διασωθέντων ἀγνοῆσαι <lb/>σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπιτηδείους.
                            ὤφθησαν δὲ καὶ <lb/>διὰ γῆρας ἔσχατον ἔνιοι παραπλησίοις ἁλόντες
                            συμπτώμασιν· <lb/>ᾧ καὶ δῆλον, ὡς ἐπὶ καταψύξει γίνεται καὶ μώρωσις
                            <lb/>καὶ λήθη. καὶ γὰρ οὖν καὶ τὰ φάρμακα τὰ τῶν τοιούτων
                            <lb/>συμπτωμάτων ποιητικὰ ψυχρὰ ταῖς δυνάμεσίν ἐστι. <lb/>τὰ μὲν δὴ
                            τοιαῦτα συμπτώματα τὸ σῶμα αὐτὸ κατεψύχθαι <lb/>δηλοῖ τοῦ ἐγκεφάλου,
                            ὥσπερ καὶ τὰ ἀποπληκτικὰ καὶ <lb/>τὰ ἐπιληπτικὰ διὰ φλεγματώδους χυμοῦ
                            πλῆθος ἐν ταῖς <lb/>κοιλίαις αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου συναθροισθέντος ἔοικε
                            γίγνεσθαι. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιφνίδιος ἥ τε γένεσις αὐτῶν <lb/>ἐστι
                            καὶ ἡ λύσις, οὐδαμῶς τούτου συμβῆναι δυναμένου <lb/>κατὰ τὰς τῶν σωμάτων
                            δυσκρασίας. αἱ δὲ μέτριαι βλάβαι <lb/>καὶ οἷον νάρκαι τοῦ λογισμοῦ τε
                            καὶ τῆς μνήμης ἐπὶ <lb/>βραχυτέρᾳ καταψύ<milestone unit="ed2page" n="82"/>ξει συμβαίνουσιν, ἤτοι διά τι τῶν <lb/>εἴσω τοῦ σώματος ληφθέντων
                            φαρμάκων ψυχρῶν, ἢ κατὰ ﻿<pb n="202"/> τῆς κεφαλῆς ἐπιτεθέντων, ἢ καὶ
                            χυμοῦ ψυχροῦ κατὰ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον ἠθροισμένου· καὶ παραφροσύναι δὲ
                            πᾶσαι, <lb/>πλημμελεῖς ὑπάρχουσαι κινήσεις τῆς ἡγεμονικῆς δυνάμεως,
                            <lb/>ἐπὶ μοχθηροῖς συνίστανται χυμοῖς ἢ δυσκρασίᾳ τῶν κατὰ <lb/>τὸν
                            ἐγκέφαλον. ὀνομάζονται δὲ φρενίτιδες μὲν αἱ μετὰ <lb/>πυρετῶν, μανίαι δὲ
                            αἱ χωρὶς τούτων, ποτὲ μὲν τοῖς <lb/>δακνώδεσι καὶ θερμοῖς ἑπόμεναι
                            χυμοῖς, ὁποῖος ὁ τῆς ξανθῆς <lb/>χολῆς ἐστι μάλιστα, πολλάκις δὲ κατὰ
                            τὴν δυσκρασίαν <lb/>τὴν ἐπὶ τὸ θερμότερον αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου
                            συνιστάμεναι· <lb/>μόναι δ’ αἱ μελαγχολικαὶ παράνοιαι ψυχρότερον
                            <lb/>ἔχουσι τὸν αἴτιον χυμόν. ἡ μὲν γὰρ φρενῖτις οὐδὲ ἁπλῶς <lb/>ἐπὶ
                            θερμοῖς συνίσταται χυμοῖς, ἀλλὰ μετὰ τοῦ φλεγμονὴν <lb/>ἐργάζεσθαι κατὰ
                            τε τὸν ἐγκέφαλον καὶ τὰς μήνιγγας. ἐν <lb/>δὲ τοῖς ἄλλοις πυρετοῖς αἱ
                            παραφροσύναι πληθύνοντος ἐν <lb/>ἐγκεφάλῳ γίγνονται τοῦ τοιούτου χυμοῦ·
                            καὶ ὅσαι γε <lb/>κατὰ τὰς ἀκμὰς συνίστανται τῶν ὀξυτάτων πυρετῶν, ἀτμὸν
                            <lb/>δακνώδη καὶ θερμὸν ἀναθυμιώμενον ἴσχουσιν ἐπὶ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον.
                            αἱ δὲ μελαγχολικαὶ παράνοιαι πολυειδεῖς <pb n="203"/> μέν εἰσι ταῖς κατὰ
                            μέρος ὑπούλοις φαντασίαις, ἓν δ’ <lb/>αὐταῖς ἔοικεν ἁπάσαις ὑπάρχειν
                            κοινὸν, ὃ πρὸς Ἱπποκράτους <lb/>εἴρηται· ἢν φόβος καὶ δυσθυμίη πολὺν
                            χρόνον ἔχουσα <lb/>διατελέῃ, μελαγχολικὸν τὸ τοιοῦτον. δυσθυμοῦσι γὰρ
                            <lb/>ἅπαντες ἀλόγως, οὐδ’, ἢν ἐρωτήσῃς, ἔχοντες εἰπεῖν ἐφ’ <lb/>ὅτῳ
                            λυποῦνται, δεδίασί τε ἐξ αὐτῶν οὐκ ὀλίγοι θάνατόν <lb/>τε καὶ ἕτερά τινα
                            μηδενὸς ἄξια δείματος· εἰσὶ δὲ οἳ καὶ <lb/>σφοδρῶς ἐπιθυμοῦσι θανάτου.
                            τό γε μὴν ἐπὶ τῇ μελαίνῃ <lb/>χολῇ καταλαμβανούσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς λογικῆς
                            ψυχῆς φόβους <lb/>τε γίγνεσθαι καὶ δυσθυμίας καὶ θανάτου προσδοκίας,
                            <lb/>οὐδὲν θαυμαστόν. ὁρῶμεν γὰρ καὶ τῶν ἔξωθεν τοῦ σώματος <lb/>οὐδὲν
                            οὕτως ἡμῖν φοβερὸν, ὡς τὸ σκότος. ὅταν <lb/>οὖν οἷον σκότος τι περιχυθῇ
                            τῷ λογιστικῷ μορίῳ τῆς ψυχῆς, <lb/>ἀναγκαῖον ἀεὶ φοβεῖσθαι τὸν ἄνθρωπον,
                            ὡς ἂν ἀεὶ <lb/>τὴν αἰτίαν τοῦ φόβου συμπεριφέροντα τῷ σώματι· ὅπερ
                            <lb/>γὰρ ἡμῖν ἔξωθεν γίνεται κατὰ χρόνον τινὰ, βαθυτάτου <lb/>σκότους
                            καταλαβόντος τὸν πέριξ ἀέρα, τοῦτο τοῖς μελαγχολῶσιν <lb/>ἔνδοθέν τε κᾀξ
                            αὐτοῦ τοῦ σώματος ὁρμᾶται, <pb n="204"/> καταλαβούσης τὸν ἐγκέφαλον ἤτοι
                            τῆς μελαίνης χολῆς <lb/>αὐτῆς, ἤ τινος ἀναθυμιάσεως ἀτμοῦ μελαγχολικοῦ,
                            καθάπερ <lb/>ἐν τῷ νοσήματι τῷ φυσώδει τε καὶ ὑποχονδριακῷ
                            <lb/>προσαγορευομένῳ. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>