<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg044.1st1K-grc1:1.1-1.8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg044.1st1K-grc1:1.1-1.8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg044.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΑΙΤΙΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.</head><p>Τὰς αἰτίας τῶν συμπτωμάτων ἐν τοῖσδε <lb/>τοῖς γράμμασι σκεψώμεθα, τὴν
                            αὐτὴν τῷ λόγῳ τάξιν φυλάττοντες, <lb/>ἣν κᾀν τῷ περὶ διαφορᾶς αὐτῶν
                            ἐποιησάμεθα. <lb/>ἔστι μὲν οὖν τὰ σύμπαντα γένη τρία τῶν συμπτωμάτων.
                            <lb/>ἀλλὰ περὶ μὲν τούτου τοῦ πρώτου ὁ λόγος ἡμῖν ἐγένετο, <lb/>καθὸ καὶ
                            βεβλάφθαι τὴν ἐνέργειαν ἔφαμεν, οὕτως ἀκούειν <lb/>ἀξιώσαντες, ὡς εἰ καὶ
                            τελέως τις ἀπόλοιτο. διττῶν δ’ <lb/>οὐσῶν κατὰ γένος ἐνεργειῶν, τῶν μὲν
                            φυσικῶν, τῶν δὲ <lb/>ψυχικῶν, ἀπὸ τῶν ψυχικῶν ἠρξάμεθα, καὶ ταύτας τριχῆ
                                <pb n="86"/> διελόμενοι, τὰς μὲν αἰσθητικὰς, τὰς δὲ κινητικὰς, τὰς
                            δὲ <lb/>ἡγεμονικὰς ἐκαλέσαμεν. ἐν τοίνυν ταῖς αἰσθη<milestone unit="ed2page" n="44"/>τικαῖς ἐνεργείαις <lb/>τριττὴ τῶν συμπτωμάτων
                            ἐστὶν ἡ διαφορά· μία μὲν <lb/>αὐτοῦ τοῦ πρώτου τῆς αἰσθήσεως ὀργάνου
                            πεπονθότος· <lb/>ἑτέρα δὲ τῆς αἰσθητικῆς δυνάμεως· ἡ τρίτη δὲ τῶν εἰς
                            <lb/>ὑπηρεσίαν τινὰ τοῦ πρώτου τῆς αἰσθήσεως ὀργάνου <lb/>γεγονότων.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Οἷον ἐν ὀφθαλμῷ τὸ μὲν πρῶτον ὄργανον <lb/>αἰσθητικόν ἐστιν τὸ
                            κρυσταλλοειδὲς, ἐδείχθη γὰρ τοῦτο <lb/>μόνον ὑπὸ χρωμάτων ἀλλοιούμενον·
                            ἡ δὲ αἰσθητικὴ δύναμις, <lb/>ἡ ἐξ ἐγκεφάλου παραγινομένη διὰ τοῦ
                            καθήκοντος εἰς αὐτὸν <lb/>νεύρου· τὰ δ’ εἰς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ γεγονότα
                            σύμπαντά ἐστι <lb/>τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὸν ὀφθαλμὸν μόρια. καὶ τοίνυν ἤτοι
                            κακῶς, <lb/>ἢ οὐδ’ ὅλως ὄψεται τὸ ζῶον, ἑνός γέ τινος ἐκ τῶν
                            <lb/>εἰρημένων βεβλαμμένου. τὰ μὲν οὖν τοῦ κρυσταλλοειδοῦς <lb/>νοσήματα
                            κατὰ τὰς ὀκτὼ δυσκρασίας ἐστὶ, τὰ δὲ τῆς δυνάμεως <lb/>ἢ τῷ τὸ νεῦρον ἢ
                            τῷ τὸν ἐγκέφαλον πεπονθέναι. ὀκτὼ <lb/>δὲ καὶ τούτων ἑκατέρου τὰ γένη,
                            τά γε ὡς ὁμοιομερέσιν <pb n="87"/> αὐτοῖς γινόμενα νοσήματα, τὰ δὲ ὡς
                                ὀργανι<milestone unit="ed1page" n="219"/>κοῖς, ἐμφράξεις <lb/>τε καὶ
                            θλίψεις, ὅσα τε δι’ ἐπιῤῥοὴν ὑγρῶν ὄγκον <lb/>ἐργάζεται παρὰ φύσιν. ἡ δὲ
                            τῆς συνεχείας λύσις ἐπὶ πᾶσι <lb/>τοῖς εἰρημένοις κοινὸν ὁμοιομερῶν τε
                            καὶ ὀργανικῶν μορίων <lb/>ἐστὶν, οὐκ ἐγκεφάλῳ μόνον, ἢ νεύρῳ συμβῆναι
                            δυνάμενον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τῷ κρυσταλλοειδεῖ. τούτῳ μέν γε καὶ τῷ
                            μετακινηθῆναί <lb/>τε καὶ μεταστῆναι τῆς οἰκείας ἕδρας ὀργανικὸν
                            συμπίπτει <lb/>νόσημα, τῆς μεταστάσεως, εἰ μὲν ἤτοι πρὸς τὸν μέγαν ἢ τὸν
                            <lb/>μικρὸν γίγνοιτο κανθὸν, οὐδὲν ἀξιόλογον βλαπτούσης, εἰ δ’ <lb/>ἄνω
                            καὶ κάτω, διπλᾶ ποιούσης ἅπαντα φαίνεσθαι τὰ ὁρώμενα. <lb/>ταυτὶ μὲν οὖν
                            ἐστι τά τε τοῦ πρώτου τῆς ὄψεως ὀργάνου <lb/>νοσήματα καὶ τῶν τὴν
                            δύναμιν αὐτῷ χορηγούντων. <lb/>τὰ δὲ τῶν χρείαν τινὰ παρεχομένων, εἰ
                            κατὰ τὸ τρῆμα τοῦ <lb/>ῥαγοειδοῦς, ἢ καὶ τὸ μεταξὺ τούτου τε καὶ τοῦ
                            κρυσταλλοειδοῦς, <lb/>ὑγρόν τε καὶ πνεῦμα συσταίη τηλικοῦτον, ὡς
                            ἐμποδίσαι <lb/>τὸ πρῶτον τῆς ὄψεως ὄργανον πρὸς τὴν τῶν αἰσθητῶν
                            <lb/>διάγνωσιν. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ πρὸ τῆς κόρης <pb n="88"/> μοῖρα τοῦ κερατοειδοῦς ἐμποδίζει τὴν ὄψιν, ἄν τε κατὰ τὸν <lb/>ἑαυτῆς
                            λόγον, ἄν τε κατ’ ἄλλόν τινα τρόπον ἐξίστηται τοῦ <lb/>κατὰ φύσιν. τὸ
                            μὲν οὖν τρῆμα κατὰ τέσσαρας τρόπους <lb/>ὑπαλλάττεται τῆς αὐτοῦ φύσεως,
                            ἢ αὐξανόμενον, ἢ μειούμενον, <lb/>ἢ παρασπώμενον, ἢ ῥηγνύμενον. ἀλλ’ ἡ
                            μὲν αὔξησις <lb/>ἀεὶ βλάπτει τὴν ὄψιν, ἄν τ’ ἐκ γενετῆς ᾖ, ἄν τε ὕστερον
                            <lb/>συμβαίνῃ. ἡ δὲ μείωσις, ἐκ γενετῆς μὲν, ὁράσεως ὀξυτάτης
                            <lb/>ἐστίν· αὖθις δὲ εἰ γίγνοιτο, μοχθηρᾶς. τῶν δὲ ἄλλων οὐδέτερον
                            <lb/>οὔτ’ ἐκ γενετῆς οὔθ’ ὕστερον οὐδὲν ὅ τι καὶ ἄξιον <lb/>λόγου
                            παραβλάπτει τὴν ὄψιν. ἑωράκαμεν γὰρ ἤδη πολλάκις <lb/>ἐπὶ προπτώσεσι
                            βραχείαις τοῦ ῥαγοειδοῦς συνουλωθείσαις <lb/>παρασπωμένην τὴν κόρην,
                            οὐδὲν δὲ εἰς τὸ βλέπειν τὸν ἄνθρωπον <lb/>ἐμποδιζόμενον, ὅταν γε δὴ τὴν
                            πρὸ αὐτῆς μοῖραν <lb/>τοῦ κερατοειδοῦς διαυγουμένην ἀμέμπτως ἔχῃ. ταυτὶ
                            μὲν <lb/>οὖν ἡ πεῖρά γε δείκνυσιν· ἡ δ’ αἰτία, δι’ ἣν μὲν εὐρύτης
                            <lb/>τοῦ τρήματος ἀεὶ βλαβερὸν εἰς εὐαισθησίαν ὄψεως, ἡ δὲ στενότης
                            <lb/>οὐκ ἀεὶ, σκέψεως ἀξία. δοκεῖ δέ μοι τὸ ἀπ’ ἐγκεφάλου
                            <lb/>καταφερόμενον ἐπὶ τὸν ὀφθαλμὸν νεῦρον, ὃ δὴ καὶ <pb n="89"/> πόρον
                            ὀνομάζουσιν οἱ περὶ τὸν Ἡρόφιλον, ὅτι τοῦτο μόνον <lb/>φανερόν ἐστι τὸ
                            τρῆμα, πνεύματος ὑπάρχειν ὁδὸς αἰσθητικοῦ. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ἐπειδὰν
                                <milestone unit="ed2page" n="45"/>ἐπιμύσαιμεν τὸν ἕτερον τῶν
                            <lb/>ὀφθαλμῶν, εὐρύνεσθαι συμβαίνει θατέρου τὴν κόρην, ὡς <lb/>ἂν εἰς
                            τὸν ἕνα μόνον ἰόντος τοῦ πνεύματος, ὃ πρότερον εἰς <lb/>ἀμφοτέρους
                            ἐμερίζετο. ταῦτά τοι καὶ ἡ τῶν ὑποκεχυμένων <lb/>διάγνωσις, εἴτ’ ὄψονται
                            παρακεντηθέντος καὶ κατενεχθέντος <lb/>τοῦ ὑποχύματος, εἴτε μὴ, διὰ
                            τούτου μάλιστα γίγνεται τοῦ <lb/>σημείου. οἷς μὲν γὰρ εὐρύνεσθαι
                            συμβαίνει τὴν κόρην, μύσαντος <lb/>θατέρου τῶν ὀφθαλμῶν, τούτους μὲν
                            ἐλπὶς ὄψεσθαι <lb/>παρακεντηθέντας· οἷς δὲ οὐκ εὐρύνεσθαι, τούτων οὐδεὶς
                            οὐδὲ <lb/>πώποτε εἶδεν, οὐδ’ ἂν ἀνωδυνώτατά τε καὶ κάλλιστα
                            χειρουργηθῶσιν. <lb/>ἐξ ὧν ἁπάντων εὔδηλον, ὡς ἐπιῤῥεῖ τι πνεῦμα
                            <lb/>τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐξ ἐγκεφάλου ψυχικὸν, εἴς τε τὸ κρυσταλλοειδὲς
                            <lb/>ὑγρὸν αὐτὸ καὶ τὴν προκειμένην ἅπασαν χώραν, ἣν διορίζει <lb/>τὸ
                            τρῆμα τοῦ ῥαγοειδοῦς. ὅταν οὖν ἡ κόρη γίγνεται <lb/>μείζων, εἴτε κατὰ
                            τὴν πρώτην διάπλασιν, εἴθ’ ὕστερον, οὐκ ἐκπληροῦται <lb/>καλῶς ὑπὸ τοῦ
                            πνεύματος ἅπασα· χεῖσθαι τοίνυν ﻿<pb n="90"/> ἀναγκάζεται καὶ διαλύεσθαι
                            καὶ σκεδάννυσθαι· κατὰ δὲ <lb/>τοὐναντίον ἐν τῇ μικροτέρᾳ κόρῃ συνάγεται
                            καὶ σφίγγεται καὶ <lb/>πυκνοῦται τὸ πνεῦμα. δέδεικται δ’ ἐν τοῖς περὶ
                            χρείας μορίων, <lb/>ὡς τὸ μὲν συνάγεσθαί τε καὶ σφίγγεσθαι πρὸς
                            εὐαισθησίαν <lb/>αὐτῷ συντελεῖ· τὸ δὲ διαλύεσθαί τε καὶ σκεδάννυσθαι
                            <lb/>πρὸς δυσαισθησίαν ἀπάγει. τί δή ποτ’ οὖν ἡ σμικρυνθεῖσα <lb/>κόρη
                            λόγῳ νοσήματος, οὐ φύσει, πολὺ χείρων ἀποτελεῖται <lb/>τῆς συμμέτρου; ἢ
                            διότι μοχθηραῖς διαθέσεσιν ἕπεται, δι’ ἃς <lb/>ἐξ ἀνάγκης χεῖρον ὁρᾷ ὁ
                            παθὼν οὕτως ὀφθαλμὸς, οὐ διὰ τὴν <lb/>σμικρότητα τῆς κόρης; τίνες οὖν αἱ
                            διαθέσεις; ἔτι γὰρ τοῦτο <lb/>λείπει τῷ λόγῳ. μία μὲν αὐτοῦ τοῦ
                            ῥαγοειδοῦς χιτῶνος μόνου· <lb/>δευτέρα δὲ ἡ ἐκ τῆς ὑγρότητος ἐκχεομένης
                            τῆς λεπτῆς, <lb/>ἣ μεταξὺ τέτακται τοῦ τε κρυσταλλοειδοῦς ὑγροῦ καὶ
                            αὐτοῦ <lb/>τοῦ ῥαγοειδοῦς. ἡ μὲν οὖν τοῦ χιτῶνος αὐτοῦ μόνου διάθεσις
                            <lb/>ἔκτασίς τίς ἐστι καὶ χάλασις, οἵα κᾀπὶ τῶν ἐκτὸς <lb/>ὁρᾶται
                            πολλάκις ἐν ἄρθροις, ὑγρότητι περιττῇ διαβραχέντων <lb/>τῶν συνδέσμων· ἡ
                            δὲ τῶν ὑγρῶν διάθεσις ἔλλειψίς τίς ἐστι, <lb/>δι’ ἣν κενουμένης τῆς
                            ἔνδον χώρας ὁ ῥαγοειδὴς ἐπ’ αὐτὴν <pb n="91"/> καταπίπτων συστέλλεταί τε
                            καὶ ῥυσσοῦται, καὶ διὰ τοῦτο <lb/>καὶ τὴν κόρην σμικρύνει. χεῖρον οὖν
                            ὁρᾷν ἢ καὶ μηδόλως <lb/>ὁρᾷν ἐπὶ ταῖς τοιαύταις διαθέσεσιν, οὐ διὰ τὴν
                            σμικρότητα <lb/>τῆς κόρης, ἀλλὰ διὰ τὴν τῆς ὑγρότητος ἔνδειαν συμβαίνει.
                            <lb/>δέδεικται γὰρ ἐν τοῖς ὀπτικοῖς λόγοις, οὓς ἔν τε τῇ περὶ
                            <lb/>χρείας μορίων καὶ προσέτι ἐν τῇ περὶ τῶν Ἱπποκράτους <lb/>καὶ
                            Πλάτωνος δογμάτων ἐποιησάμεθα πραγματείᾳ, <lb/>τὸ κρυσταλλοειδὲς ὑγρὸν
                            ἀεὶ προβλήματός τινος δεόμενον, <lb/>ἵνα ἀλύπως ὑπομένῃ τὴν ἔξωθεν
                            αὐγήν. ἕν δὲ δή τι τῶν <lb/>προβλημάτων αὐτοῦ καὶ τόδε τὸ ὑγρόν ἐστι,
                            μετὰ τοῦ καὶ <lb/>συνωφελεῖν τι τὴν οὐσίαν τοῦ κρυσταλλοειδοῦς. ὅταν οὖν
                            <lb/>ἐνδεέστερον γένηται τὸ ὑγρὸν τοῦτο, ξηρότερον μὲν δήπου <lb/>καὶ
                            αὐτὸ γίγνεται τὸ κρυσταλλοειδὲς, ὡς μηκέτι τεγγόμενον <lb/>ὑγρότητι
                            δαψιλεῖ· καταπίπτων δὲ καὶ ὁ ῥαγοειδὴς χιτὼν ἐπ’ <lb/>αὐτὸ τὴν μεταξὺ
                            χώραν ἑαυτοῦ τε κᾀκείνου βραχυτέραν <lb/>ἐργάζεται, καὶ οὕτως
                            ἀναγκαζόμενον τὸ κρυσταλλοειδὲς ὁμιλεῖν <lb/>δι’ ὀλίγου τῇ κατὰ τὸν
                            ἔξωθεν ἀέρα λαμπρότητι παραπλήσιόν <lb/>τι πάσχει τὸ πάθος, οἷον καὶ
                            τοῖς τὸν ἥλιον ἀσκαρδαμυκτὶ <lb/>θεωμένοις συμβαίνει. ἐκείνων δ’ οὖν
                            ἔνιοι μὲν <pb n="92"/> ἐτυφλώθησαν, ἐβλάβησαν δὲ ἅπαντες, ὡς μόγις
                            ἀνακτήσασθαι <lb/>τὴν ὄψιν. ἐδείχθη γὰρ ἡμῖν, ὡς οὐχ οἷόν τέ ἐστι
                            λαμπροῦ <lb/>φωτὸς ἀλύπως ἀνέχεσθαι τὸ τῆς ὄψεως ὄργανον, καὶ <lb/>ὡς
                            διὰ τοῦτο καὶ ὁ ῥαγοειδὴς αὐτοῦ χιτὼν προβέβληται μέλας <lb/>τε ἅμα καὶ
                            κυανοῦς ὑπάρχων, ἐπειδὴ ταῦτα μάλιστα τὰ χρώματα <lb/>παραμυθεῖται τὴν
                            ὄψιν ὑπὸ λαμπροῦ κάμνουσαν φωτός. <lb/>αὕτη μὲν οὖν ἡ αἰτία, δι’ ἣν
                            ἔλαττον γενόμενον τὸ <lb/>κατὰ τὴν κόρην γινό<milestone unit="ed2page" n="46"/>μενον ὑγρὸν αἴτιόν τε ἅμα τοῦ χεῖρον <lb/>θεᾶσθαι γίγνεται
                            καὶ σμικρότερον ἀποφαίνει τὸ τοῦ ῥαγοειδοῦς <lb/>τρῆμα, καὶ διὰ τοῦτο
                            δυσιατότατόν ἐστι τὸ τοιοῦτον <lb/>νόσημα τῶν ὀφθαλμῶν· ἡ δ’ ἑτέρα
                            διάθεσις, ἡ δι’ ὑγρότητα <lb/>τοῦ ῥαγοειδοῦς μικροτέραν ἐργαζομένη τὴν
                            κόρην, ἧττον ταύτης <lb/>ἐστὶ μοχθηρά. χαλεπώτερον γὰρ ἐστι τῶν
                            ὁμοιομερῶν τι <lb/>τοῦ σώματος μορίων ἐξηρασμένον ὑγραίνειν, ἤπερ
                            ὑγρασμένον <lb/>ξηραίνειν. ταυτὶ μὲν οὖν ἤδη πως ἅπτεται θεραπευτικῶν
                            λογισμῶν, <lb/>λέγωμεν δὲ ὅπερ ἐξ ἀρχῆς προὔκειτο. χαλεπὴ μὲν ἡ
                            <lb/>παρὰ φύσιν τῆς κόρης σμικρότης, ἀγαθὴ δὲ ἡ σύμφυτος. <lb/>ἡ δὲ
                            εὐρύτης οὐκ ἀγαθὴ μὲν ἡ σύμφυτος· ἡ δὲ παρὰ φύσιν <pb n="93"/> οὐδ’ αὐτὴ
                            μὲν ἀγαθὴ, μικρότερον δ’ ἐστὶ τῆς στενότητος <lb/>κακόν. ἡ μὲν γὰρ, ὡς
                            ἂν εἴποι τις, αἰτία συνεκ<milestone unit="ed1page" n="220"/>τικὴ τῆς
                            <lb/>γενέσεως αὐτῆς τάσις ἐστὶ τοῦ ῥαγοειδοῦς χιτῶνος, ὥσπερ <lb/>αὖ τῆς
                            σμικρότητος ἡ χάλασις. ἐπεὶ δὲ καὶ κατὰ διττὸν τρόπον <lb/>τείνεται, ὅτε
                            κατὰ τὸν ἑαυτοῦ λόγον πάσχει, ἢ ξηραινόμενος <lb/>ὡς ὁμοιομερὲς, ἢ
                            ὑγραινόμενος ὡς ὀργανικόν· ἡ μὲν <lb/>ξηρότης αὐτοῦ δυσίατος, ἡ δὲ
                            ὑγρότης οὐ δυσίατός ἐστι. <lb/>φλεγμοναὶ γὰρ καὶ σκίῤῥοι καὶ ἀποστήματα,
                            καὶ ὅσα τοιαῦτα <lb/>νοσήματα, τῶν ὀργανικῶν ἐστι μορίων ἐπὶ περιτταῖς
                            ὑγρότησιν, <lb/>ὧν ἁπάντων ἀγαθὸς ἰατρὸς ἐν τῷ ῥαγοειδεῖ συνισταμένων
                            <lb/>οὐ χαλεπῶς ἂν περιγίγνοιτο. προσγίνεται δέ ποτε <lb/>τάσις τῷ
                            ῥαγοειδεῖ καὶ κατά τι συμβεβηκὸς ἐκ τοῦ πλήθους <lb/>τῶν ὑποκειμένων
                            ὑγρῶν ὁρμηθεῖσα. πληρωθεὶς γὰρ ὥσπερ <lb/>ἀσκὸς ἢ κύστις ἐκτείνεται καὶ
                            περιτείνεται πανταχόθεν τοῖς <lb/>ἀθροισθεῖσιν αὐτοῦ τε μεταξὺ καὶ τοῦ
                            κρυσταλλοειδοῦς ὑγροῦ. <lb/>ἐπεὶ δὲ οὐ μόνον ὅσα τοῦ τρήματος ἐστι τοῦ
                            κατὰ τὸν ῥαγοειδῆ <lb/>νοσήματα διῆλθεν ὁ λόγος, ἀλλὰ καί τινων αὐτοῦ
                            <lb/>τοῦ ῥαγοειδοῦς ἐμνημόνευσε, καὶ προσέτι τῶν τῆς λεπτῆς <pb n="94"/>
                            ὑγρότητος, ἑξῆς ἂν εἴη τὰ λείποντα τῶν ἐν αὐτοῖς εἰπεῖν, <lb/>ὑφ’ ὧν
                            ἤτοι παραποδίζεται τὸ βλέπειν, ἢ καὶ παντάπασιν <lb/>ἀπόλοιτο. τῶν μὲν
                            δὴ κατὰ τὸν ῥαγοειδῆ χιτῶνα συνισταμένων, <lb/>ὅσα γε δὴ λυμαίνεται ταῖς
                            ὄψεσιν, ἓν ἔτι παραλέλειπται <lb/>νόσημα τὸ κοινὸν ὁμοιομερῶν τε καὶ
                            ὀργανικῶν, ἡ <lb/>τῆς ἑνώσεως λύσις, ὅπερ ἐν τούτῳ τῷ μέρει τραῦμά τε
                            καὶ <lb/>ἕλκος ἐστίν. ὅταν οὖν γένηται μέγα τὸ τοιοῦτον, ὡς διαῤῥαγῆναι
                            <lb/>μὲν ἱκανῶς τὸν ῥαγοειδῆ, προχυθῆναι δὲ τὴν λεπτὴν <lb/>ὑγρότητα
                            πρὸς τὸ ἐκτὸς τοῦ χιτῶνος, ὡς ψαύειν ἤδη κερατοειδοῦς, <lb/>ἀνάγκη
                            συμπίπτειν ἄτοπα ἐν τῷδε δύο, καταπίπτειν <lb/>μὲν ἐπὶ τὸ κρυσταλλοειδὲς
                            ὑγρὸν τὸν ῥαγοειδῆ χιτῶνα, <lb/>τὸ δ’ ἀπ’ ἐγκεφάλου πνεῦμα μηκέτι ὅλον
                            ἐπὶ τὴν κόρην <lb/>ἀφικνεῖσθαι δυνάμενον διὰ τοῦ τραύματος ἐκρεῖν. ὅτι
                            δὲ <lb/>οὐ μόνον ἄμφω ταῦτα συνελθόντα βλάβη τῆς ὄψεώς ἐστιν, <lb/>ἀλλὰ
                            καὶ τὸ ἕτερον αὐτῶν, εὔδηλον ὑπάρχειν ἡγοῦμαι τοῖς <lb/>γε μὴ παρέργως
                            ἀκηκοόσι τῶν προειρημένων. ἐμοὶ δ’ ἂν <lb/>εἴη καιρὸς μεταβαίνειν ἤδη
                            ἐπὶ τὴν λεπτὴν ὑγρότητα, περὶ ἧς <lb/>εἴρηται μέν που καὶ πρόσθεν τό γε
                            τοσοῦτον, ὡς εἴτε πλείων, ﻿<pb n="95"/> εἴτε ἐλάττων γένοιτο, βλάπτει
                            τὴν ὄψιν· ὅτι δὲ καὶ εἰ παχυτέρα <lb/>ποτὲ κατὰ τὴν σύστασιν, ἢ
                            ἀλλοιοτέρα κατὰ τὴν χροιὰν <lb/>ἀποτελεσθείη, καὶ οὕτως ἐργάσεταί τι
                            σύμπτωμα περὶ τὴν <lb/>τοῦ βλέπειν ἐνέργειαν, ὅπερ οὐκ εἴρηται μὲν
                            ἔμπροσθεν, ἤδη <lb/>δὲ αὐτὸ λέγεσθαι καιρός. εἰ μὲν δὴ παχύτερον ἑαυτοῦ
                            γίγνοιτο <lb/>τὸ ὑγρὸν τοῦτο, τήν τε ἀκρίβειαν τῆς ὄψεως ἀφαιρήσεται
                            <lb/>καὶ τὸ μῆκος κωλύσει, ὡς μήτε τὰ πόῤῥω βλέπειν, <lb/>μήτε ἀκριβῶς
                            τὰ πλησίον. εἰ δὲ ἱκανῶς ἀποτελεσθείη παχὺ, <lb/>καθάπερ ἐν τοῖς
                            ὑποχύμασι γίγνεται, διακωλύσει τὸ βλέπειν. <lb/>εἰ δὲ μὴ πᾶν
                            ἐπισκοτισθείη τὸ τρῆμα πρὸς τοῦ συστάντος αὐτόθι <lb/>παχυμεροῦς
                            σώματος, ἀλλά τι μέ<milestone unit="ed2page" n="47"/>ρος ἀπολείποιτο
                            <lb/>καθαρὸν, ὁρῶσι δι’ ἐκείνου τὰ ἐκτὸς, ἕκαστον μὲν αὐτὸ μόνον
                            <lb/>οὐδὲν χεῖρον ἢ πρόσθεν, οὐ μὴν οὐδ’ ὑφ’ ἕνα χρόνον <lb/>ὁμοίως τὰ
                            πολλὰ διὰ τὸ στενώτερον ἑαυτοῦ γεγονέναι τὸν <lb/>τῆς ὄψεως κῶνον. κατὰ
                            δὲ τὸ κέντρον τῆς κόρης εἰ γένοιτο <lb/>σύστασις ὑποχύματος μικροῦ, τῶν
                            ἐν κύκλῳ μενόντων καθαρῶν <lb/>ἅπαντα φαίνεται τοῖς οὕτω πάσχουσιν οἷον
                            θυρίδας <lb/>ἔχοντα. τὸ γὰρ ἐν μέσῳ τὸ μὴ βλεπόμενον, ἐγκεκολάφθαι <pb n="96"/> δοκεῖ. εἰ δὲ διεσπασμένα τε καὶ μὴ συνεστῶτα πρὸς ἄλληλα
                            <lb/>τὰ παχυμερῆ σώματα κατὰ τὸ προειρημένον ὑγρὸν ἐμφέροιτο,
                            <lb/>φαντασίαν ἐργάσεται τοῖς οὕτως ἔχουσιν, ὡς ἐκτὸς ὁρώμενά <lb/>τινα
                            περιφερόμενα κωνώπια. πολλάκις δὲ καὶ οἷον εἴδωλόν <lb/>τι προφαίνεσθαι
                            φαντάζονται διὰ τὰς τῶν παχυμερῶν ὑγρῶν <lb/>συστάσεις. ἡ τοιαύτη δὲ τῶν
                            εἰδώλων γένεσις μετὰ ἐξανάστασιν <lb/>ὕπνου φαίνεται τὰ πολλὰ, μάλιστα
                            δὲ παισὶ καὶ τοῖς <lb/>πεπωκόσι πλέον, ἤ πως ἄλλως πεπληρωμένοις τὴν
                            κεφαλήν. <lb/>εἰ δὲ κατὰ τὴν χροιὰν ἐξαλλαχθείη τὸ μεταξὺ τοῦ τε
                            κρυσταλλοειδοῦς <lb/>καὶ τοῦ ῥαγοειδοῦς ὑγρὸν, ἐπὶ μὲν τὸ φαιότερον
                            <lb/>ἀποκλῖναν, ὡς δι’ ὁμίχλης ἢ καπνοῦ ποιήσει τὸν ἄνθρωπον <lb/>ὁρᾷν·
                            ἐπ’ ἄλλην δέ τινα χροιὰν ἐκτρεπόμενον, ἐκείνης τὸ <lb/>φάντασμα
                            προστρίψεται τοῖς ὁρατοῖς· εἰ δὲ ἀνωμάλως ἤτοι <lb/>τῆς συστάσεως, ἢ τῆς
                            χροιᾶς ἐξίσταιτο τῆς κατὰ φύσιν, ὅ τι <lb/>περ ἂν αὐτοῦ μέρος οὕτω
                            διακείμενον ἐπὶ τὸ τῆς κόρης ἀφίκηται <lb/>χωρίον· ὅμοιον ἑαυτῷ καὶ τὸ
                            φάντασμα παρέξει τοῖς <lb/>ὁρατοῖς· καὶ μὲν γὰρ τὴν χροιὰν ἐκείνου καὶ
                            τὴν σύστασιν <lb/>καὶ τὸ σχῆμα δόξουσιν ὁρᾷν ἐκτός. ἐκ τούτου τοῦ γένους
                                <pb n="97"/> ἐστὶ τῶν συμπτωμάτων τά τε τῶν ὑποχεομένων φαντάσματα
                            <lb/>καὶ τῶν ἐκ ῥινὸς αἱμοῤῥαγεῖν ἢ ἐμεῖν μελλόντων, ὑφ’ Ἱπποκράτους
                            <lb/>γεγραμμένα. καὶ μὴν καὶ ὅσοις ἀκριβὴς μὲν ἡ ὄψις <lb/>ἐστὶν, ὡς
                            μηδὲ τὸ σμικρότατον αὐτὴν λανθάνειν τῶν αἰσθητῶν, <lb/>ἀναθυμιάσεις δέ
                            τινες ἀπὸ τῆς γαστρὸς ἀναφέρονται, <lb/>καὶ μάλιστα ὅταν μηδὲ πέψωσι
                            καλῶς, ὅμοια τοῖς ὑποχεομένοις <lb/>γίγνεται τὰ συμπτώματα. καθαρώτατον
                            μὲν γὰρ τούτοις <lb/>ἐστὶ φύσει τό τε κρυσταλλοειδὲς ὑγρὸν καὶ τουτὶ δ’
                            <lb/>αὐτὸ τὸ ὑδατοειδὲς, ὑπὲρ οὗ νῦν διεξερχόμεθα· τὸ δὲ μέγεθος
                            <lb/>τῶν συμπτωμάτων ἐν αὐτοῖς ἀεὶ κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ <lb/>πάθους ἐστὶν
                            οὐ μόνον ἐφ’ ὧν ἄρτι πέπαυμαι λέγων, ἀλλὰ <lb/>καὶ ἐπὶ πάντων τῶν
                            προειρημένων. οἷον αὐτίκα τῶν ὁμοιομερῶν <lb/>αἱ δυσκρασίαι βραχεῖαι μὲν
                            οὖσαι σμικρὰν τὴν βλάβην <lb/>τῆς ἐνεργείας ἐργάζονται· μείζονες δὲ
                            γενόμεναι καὶ τὴν <lb/>βλάβην ἑαυταῖς ἀνάλογον ἐπαυξάνουσιν· ἐπὶ
                            πλεῖστον δ’ ἐξιστάμεναι <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν ἄρδην ἀπολλύουσι τὴν
                            ἐνέργειαν. <lb/>οὕτω δὲ καὶ ὅσα περὶ ποσότητος εἴρηται καὶ συστάσεως καὶ
                            <lb/>χροιᾶς τῆς ὑδατώδους ὑγρότητος, ἐπ’ ὀλίγον μὲν ἐξιστάμενα <pb n="98"/> τοῦ κατὰ φύσιν ὀλίγον τι καὶ τὴν ἐνέργειαν ἀδικεῖ· ἐπὶ
                            <lb/>πλέον δὲ ἀποχωροῦντα πρὸς λόγον τῆς σφετέρας βλάβης καὶ <lb/>τὴν
                            τῆς ἐνεργείας βλάβην αὐξάνει· ἐπὶ πλεῖστον δὲ ἐκτρεπόμενα <lb/>τελέως
                            ἀναιρεῖ τὴν ἐνέργειαν. ὡσαύτως δὲ καὶ ὅσα <lb/>περὶ τὰς ῥήξεις εἴρηται
                            τοῦ ῥαγοειδοῦς καὶ τὸ τῆς κόρης ποσὸν, <lb/>ἤτοι βραχύ τι παραβλάπτει
                            τὴν ἐνέργειαν, ἢ πλέον, ἢ <lb/>καὶ παντάπασιν ἀπόλλυσιν. οὕτω δὲ καὶ τὸ
                            πνεῦμα τὸ ψυχικὸν <lb/>ἢ ἀκριβῶς ἐστι καθαρὸν, οἷός περ ὁ αἰθὴρ, ἢ ὑγρὸν
                            <lb/>καὶ θολερὸν ὁμίχλης δίκην· καὶ κατὰ τὸ ποσὸν τῆς οὐσίας <lb/>ἤτοι
                            πλέον, ἢ ἔλαττον. ἐὰν μὲν οὖν ἅμα πολύ τε καὶ αἰθερῶδες <lb/>ὑπάρξῃ, καὶ
                            τὰ πλεῖστον ἀπέχοντα θεᾶται καὶ <lb/>ἀκριβῆ τὴν διάγνωσιν αὐτῶν
                            ποιεῖται· ἐὰν δὲ ὀλίγον μὲν ᾖ, <lb/>καθαρὸν δὲ, τὰ μὲν ἐγγὺς ἀκριβῶς
                            διαγινώσκει, τὰ πόῤῥωθεν <lb/>δὲ οὐχ ὁρᾷ· ἐὰν δὲ ὑγρότερόν τε ἅμα καὶ
                            πολὺ τύχῃ, μέχρι <lb/>μὲν πλείστου, οὐκ ἀκριβῶς δ’ ὁρᾷ· ὥσπερ γε καὶ εἰ
                            ὑγρόν <lb/>τε ἅμα καὶ ὀλίγον εἴη, οὔτ’ ἀκριβῶς <milestone unit="ed2page" n="48"/>οὔτ’ ἄχρι πλείστου <lb/>ὁρᾷ. καὶ περὶ μὲν τούτου ἱκανὰ καὶ
                            ταῦτα πρός γε τὰ <lb/>παρόντα. τοῦ δὲ κερατοειδοῦς ἡ πρὸ τῆς κόρης μοῖρα
                            παχυτέρα <pb n="99"/> καὶ πυκνοτέρα καὶ ὑγροτέρα γεννηθεῖσα βλάπτει τὴν
                            <lb/>ὄψιν· οὕτω δὲ καὶ εἰ κατὰ τὴν χροιὰν ὑπαλλαχθείη, καὶ εἰ <lb/>ἕλκος
                            ἀξιόλογον σχοίη, καὶ εἴ τι τῶν ἔξωθεν αὐτοῦ προκειμένων <lb/>αὐξηθὲν
                            ἐπισκοτήσειεν. ὁ μὲν οὖν παχύτερος καὶ <lb/>πυκνότερος κερατοειδὴς
                            ἀμβλυωπίας ἐργάζε<milestone unit="ed1page" n="221"/>ται, ὁ δὲ
                            <lb/>ὑγρότερος καὶ πυκνότερος, εἴτε ὁμοιομερῶς, εἴτε ὀργανικῶς, <lb/>οὐ
                            μόνον ταύτας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀχλύος ἢ ὁμίχλης ἢ ἀτμοῦ <lb/>τινος ἢ καπνοῦ
                            θεᾶσθαι δοκεῖ. εἰ δὲ μὴ πολλὰ μὲν εἴη τὰ <lb/>ὑγρὰ, τῇ χρόᾳ δ’
                            ἐξηλλαγμένα, κατὰ τὴν ἐκείνων φύσιν παρόρασις <lb/>γίγνεται. διὰ τοῦτο
                            γοῦν οἱ μὲν ἰκτεριῶντες ὠχρὰ <lb/>πάντα θεᾶσθαι δοκοῦσιν, οἱ δὲ
                            ὑπόσφαγμα πεπονθότες ἐρυθρά. <lb/>ἕλκος δὲ ἀξιόλογον οὐ μόνον τῷ
                            περιττὴν ἀθροίζειν <lb/>ὑγρότητα βλάπτει τὴν ὄψιν, ἀλλὰ καὶ τῷ δι’
                            ὀλίγου τὸ <lb/>κρυσταλλοειδὲς ἀναγκάζειν ὁμιλεῖν τῷ περιέχοντι φωτί.
                            διασχὸν <lb/>δὲ εἴσω τὸ κατὰ τὴν κόρην ἕλκος ἀποχεῖ τι καὶ τῆς ὑδατώδους
                            <lb/>ὑγρότητος ἐκτὸς, ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο κίνδυνος εἰς <lb/>ἐσχάτην
                            ἀφικέσθαι τυφλότητα τὸν οὕτως παθόντα. διὰ ﻿<pb n="100"/> τοῦτο δὲ καὶ
                            οἱ τρωθέντες εἰς τὸ πρὸ τῆς κόρης μέρος τοῦ <lb/>κερατοειδοῦς, ὅταν εἴσω
                            διασχῇ τὸ τραῦμα, τυφλοῦνται τὰ <lb/>πολλά. παράδοξον μέν τοί τι καὶ οὐκ
                            εἰθισμένως γιγνόμενον <lb/>ἐπὶ παιδὸς ἐθεασάμεθα νυγέντος γραφείῳ κατὰ
                            τὴν κόρην. <lb/>ἐκρυέντος γὰρ εὐθέως τοῦ ὑδατώδους ὑγροῦ, καὶ ἡ κόρη μὲν
                            <lb/>ἐγένετο μικροτέρα, καὶ ὅλος δὲ ὁ κερατοειδὴς ἐφάνη ῥυσσότερος,
                            <lb/>ἀλλ’ ὕστερον θεραπευόμενος ὀρθῶς ἔβλεψεν, ἀθροισθείσης
                            <lb/>δηλονότι κατὰ βραχὺ τῆς πρότερον ἐκρυείσης ὑγρότητος. <lb/>ἀλλὰ
                            ταῦτα μὲν σπάνια, τυφλότητες δὲ ὡς τὰ πολλὰ ταῖς <lb/>τοιαύταις ἕπονται
                            τρώσεσιν, ὥσπερ καὶ τοῖς προειρημένοις <lb/>αἰτίοις ἅπασιν ἐπὶ πλεῖστον
                            αὐξηθεῖσιν. εἴτε γὰρ ἱκανῶς <lb/>πυκνὸς, εἴτε παχὺς ἐσχάτως, εἴτε ὑγρὸς
                            ἀμέτρως ὁ κερατοειδὴς <lb/>ἀπεργασθείη, παντάπασιν ἐπισκοτεῖ ταῖς
                            ὄψεσιν, ὡς μηδ’ <lb/>ὅλως ὁρᾷν τὸν οὕτω διακείμενον. καὶ τί θαυμαστὸν,
                            εἰ τῶν <lb/>εἰρημένων ἕκαστον αὐξανόμενον ἀφαιρεῖται τοῦ ζώου τὴν ὄψιν,
                            <lb/>ὅπου γε καὶ αὐτὸς ὁ κερατοειδὴς ἐνίοτε μόνος ῥυσσούμενος
                            <lb/>ὁμοίως ἐνοχλεῖ; γίγνεται δὲ τὸ πάθημα τοῦτο τοῖς εἰς ἔσχατον
                            <lb/>γῆρας ἀφικομένοις. ἐπισκεπτέον δὲ ἀκριβῶς ἐν τῷδε τὸ μέγεθος <pb n="101"/> τῆς κόρης. εἰ μὲν γὰρ ἔλαττον γένοιτο, καὶ τὸ ὑδατῶδες
                            <lb/>ὑγρὸν ἐπὶ μὲν τοιούτων ἐμειώθη· μένοντος δὲ ἴσου, <lb/>μόνου τοῦ
                            κερατοειδοῦς τὸ πάθημά ἐστιν. ἀλλὰ τῶν μὲν <lb/>τούτων διορισμῶν οὐδὲν ἡ
                            νῦν ἐνεστῶσα δεῖται πραγματεία. <lb/>τὰ δὲ τοῦ κερατοειδοῦς χιτῶνος
                            γινόμενα νοσήματα <lb/>μεγάλα παντελῶς ἐμποδίζει τὰς ὄψεις, καὶ μάλιστα
                            ὅταν <lb/>ἤτοι φλεγμαίνων, ἢ ἐκπυϊσκόμενος, ἢ σκιῤῥούμενος, ἤ τι
                            <lb/>τοιοῦτον ἕτερον πάσχων, ὡς ὀργανικὸν μόριον, ὑγρὰ νοσήματα
                            <lb/>πάσχῃ. τοιαῦτα μὲν δή τινα καὶ τοσαῦτα τὰ <lb/>τοῦ κερατοειδοῦς
                            ἐστι νοσήματα βλάπτοντα τὴν ὄψιν. <lb/>ὁ δὲ ἐπιπεφυκὼς ὑμὴν φλεγμαίνων
                            μὲν κατὰ συμβεβηκὸς <lb/>ἐμποδίζει τὴν ὀπτικὴν ἐνέργειαν· ἐν δὲ ταῖς
                            καλουμέναις <lb/>χημώσεσι καὶ προσέτι τοῖς πτερυγίοις οὐ κατὰ
                            <lb/>συμβεβηκὸς, ἀλλ’ ἤδη καὶ πρώτως ἐπισκοτεῖ τῇ κόρῃ. <lb/>κατὰ δὲ τὸν
                            αὐτὸν τρόπον αἱ τῶν βλεφάρων μεγάλαι <lb/>φλεγμοναὶ, καὶ εἴ τινες ἐπ’
                            αὐτῶν ἔφυσαν ὄγκοι παρὰ <lb/>φύσιν εἰς τοσοῦτον μεγέθους ἥκοντες, ὡς
                            ἐπισκοτεῖν τῇ <lb/>κόρῃ. ταυτὶ μὲν οὖν ἅπαντα τοῦ μὴ βλέπειν ἢ τοῦ
                            <lb/>φαύλως βλέπειν ἐστὶν αἰτία. </p></div><pb n="102"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="49"/>Καὶ περὶ μὲν ὀφθαλμῶν ἱκανὰ καὶ ταῦτα.
                            <lb/>παραδείγματος γὰρ ἕνεκα μᾶλλον, ἢ ὥστε τὰ κατὰ μέρος <lb/>ἐπελθεῖν
                            ἅπαντα, τὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἐποιησάμεθα λόγον, ἐπεὶ <lb/>τό γε σπούδασμά ἐστί
                            μοι νῦν διὰ τῶν γενικωτέρων λόγων <lb/>ἐπιδεικνύναι τὴν μέθοδον, ᾗ
                            χρώμενος ἄν τις ἐξευρίσκοι τὰς <lb/>τῶν συμπτωμάτων αἰτίας. ἐπεὶ δὲ οὐ
                            μόνον ἐπίστασθαι <lb/>χρὴ τὰς μεθόδους, ἀλλὰ καὶ γυμνάζεσθαι πολυειδῶς
                            ἐν τοῖς <lb/>κατὰ μέρος, ὅπερ οὐ πράττειν πάντες εἰσὶν ἕτοιμοι, διὰ
                            τοῦτο <lb/>νῦν ἐπὶ ὀφθαλμῶν ὑπέδειξα τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως,
                            <lb/>ὁποίαν τινὰ προσήκει ποιεῖσθαι. κατὰ γὰρ δὴ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον
                            ἡκέτω τις ἐπὶ τὰς ἄλλας αἰσθητικὰς δυνάμεις, ἐπισκοπούμενος <lb/>ἐν
                            ἑκάστῃ τό τε πρῶτον αὐτῆς ὄργανον καὶ <lb/>τὰ ἄλλα τὰ χρείαν τινὰ τούτῳ
                            παρέχοντα, καὶ διαιρείσθω, <lb/>καθάπερ ἀρτίως εἴρηται, τίνα μέν ἐστι
                            νοσήματα τῆς δυνάμεως <lb/>αὐτῆς πεπονθυίας, τίνα δὲ τῶν ὀργάνων
                            ἑκάστου, δι’ <lb/>ἃ βλάπτεσθαι τὴν ἐνέργειαν συμβήσεται. βαρυηκοΐαι γοῦν
                            <lb/>καὶ κωφότητες ἤτοι διά τι τῶν κατὰ τὰ ὦτα μορίων, ἢ διὰ <lb/>τὸ
                            καθῆκον ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρον, ἢ διὰ τὸν ἐγκέφαλον ἐν <pb n="103"/> ἐκείνῳ
                            τῷ μέρει βεβλαμμένον, ὅθεν αὐτοῦ τὸ νεῦρον ἀποφύεται, <lb/>συμπεσοῦνται
                            τῷ ζώῳ. τὰ μὲν γοῦν κατὰ τὸ νεῦρόν <lb/>τε καὶ τὸν ἐγκέφαλον ὡσαύτως
                            τοῖς κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς· <lb/>τὰ δ’ ἐν τοῖς ἄλλοις μορίοις ἀνάλογον
                            μὲν, οὐ μὴν <lb/>πάντη γε ὡσαύτως βεβλάψεται. ὃν γὰρ ἐν ὀφθαλμῷ λόγον
                            <lb/>ἔχει τὸ κρυσταλλοειδὲς ὑγρὸν, τοῦτον ἐν ὠσὶ τὸ κατὰ τὸν
                            <lb/>ἀκουστικὸν πόρον τὸ ἔνδον πέρας, ἔνθα συνάπτει τῷ νεύρῳ
                            <lb/>πλατυνομένῳ· τὰ δ’ ἐκτὸς τοῦδε πάντα τὰ κατὰ τὴν ἕλικα <lb/>τοῦ
                            πόρου ταῖς προκειμένοις ἐν ὀφθαλμῷ τοῦ κρυσταλλοειδοῦς <lb/>ἀνάλογον
                            ἔχει. καὶ τοίνυν καὶ τὰ νοσήματα αὐτῶν ἐξ <lb/>ἐκείνων ἐνταῦθα
                            μεταφέρειν, ὅσα μὲν τῶν ὁμοιομερῶν ἐστι, <lb/>κατὰ τὰς δυσκρασίας τε καὶ
                            τὴν τῆς ἑνώσεως λύσιν· ὅσα δὲ <lb/>τοῦ πόρου, κατὰ τὰς ἐμφράξεις, εἴτε
                            δι’ ὄγκον τινὰ παρὰ <lb/>φύσιν αὐτῶν τῶν μορίων, ἐμφράττοντα τὸν πόρον,
                            ἀπόστημα <lb/>λέγω καὶ φλεγμονὴν καὶ σκίῤῥον καὶ οἴδημα· <lb/>εἴτε δι’
                            ἐπίκτητόν τινα καὶ ὅλως ἅπαντα ὄγκον παρὰ φύσιν, <lb/>οἷος ἐν τῷ αὐτῷ
                            πόρῳ γίνεται πολλάκις, ἢ πωρώδους <lb/>τινὸς, ἢ σαρκώδους βλαστήματος
                            ἐπιτραφέντος ἐκ τῶν <pb n="104"/> παρὰ φύσιν ἐμφραττόντων τὸν πόρον, ὧν
                            ἐστι καὶ ὁ ῥύπος <lb/>ὁ συνήθως ἐν ὠσὶ γιγνόμενος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ὥσπερ οὖν ἐν τούτοις ἡ κατασκευὴ τῶν <lb/>μορίων ἐνεδείξατο τὰς τῶν
                            συμπτωμάτων αἰτίας, οὕτω καὶ <lb/>κατὰ τὴν γλῶττάν τε καὶ τὴν ῥῖνα
                            ἐνδείξεται, γιγνωσκόντων <lb/>γε ἡμῶν κᾀκεῖ τό τε πρῶτον αἰσθητικὸν
                            μόριον καὶ τἄλλα <lb/>τὰ συμπληροῦντα τὸ σύμπαν ὄργανον. ἐδείχθη γὰρ ἡ
                            μὲν <lb/>γλῶττα διὰ τὸ δυοῖν ὑπηρετεῖν δυνάμεσιν αἰσθητικῇ τε καὶ
                            <lb/>προαιρετικῇ, δύο καὶ τὰς ἐνεργείας ἔχουσα, καὶ νῦν αὐτὴν <lb/>ὡς
                            αἰσθητικήν ἐπισκοπούμεθα· τὸ δὲ τῶν ὀσμῶν αἰσθητήριον <lb/>αὐτὰς
                            ἐπεδείκνυμεν εἶναι τὰς κοιλίας τοῦ ἐγκεφάλου. <lb/>τὰ μὲν οὖν τῆς
                            γευστικῆς αἰσθήσεως συμπτώματα, τό τε <lb/>μηδὲ ὅλως αἰσθάνεσθαι χυμῶν
                            ἐστι καὶ τὸ κακῶς αἰσθάνεσθαι. <lb/>διττοῦ δὲ τοῦ κακῶς ὑπάρχοντος, ὡς
                            ἐδείκνυτο, <lb/>τοῦ μὲν ἀμυδρῶς, τοῦ δὲ ὡς ἄν τις εἴποι παρατυπωτικῶς,
                            <lb/>τὸ μὲν ἀμυδρῶς ἀνάλογόν <milestone unit="ed2page" n="50"/>ἐστι τῇ
                            κατὰ μὲν τὴν ὄψιν <lb/>ἀμβλυωπίᾳ, κατὰ δὲ τὴν ἀκοὴν βαρυηκοΐᾳ· τὸ δὲ
                            παρατυπωτικῶς, <lb/>ὅταν ὑπηλλαγμένα ταῖς χρόαις ἢ τοῖς σχήμασιν ἢ ﻿<pb n="105"/> τοῖς μεγέθεσιν ἢ ταῖς σχέσεσιν ὁρῶντες τύχωσιν, ὅπερ ἐν
                            <lb/>ἀκοῇ παράκουσις ὠνόμασται. τὰ δὲ τῶν εἰρημένων συμπτωμάτων
                            <lb/>αἴτια νοσήματα κατὰ τὴν γευστικὴν ἐνέργειάν τε <lb/>καὶ δύναμιν ἔν
                            τε τῷ τῆς γλώττης ἐστὶν ὁμοιομερεῖ σώματι <lb/>καὶ τῷ περὶ αὐτὴν χιτῶνι,
                            καὶ τοῖς νεύροις τοῖς μαλακοῖς, <lb/>καὶ τῇ χώρᾳ μάλιστα ἐκείνῃ τοῦ
                            ἐγκεφάλου, καθ’ ἣν ἀποφύεται <lb/>ταῦτα. τὰ μὲν οὖν ἄλλα νοσήματα τῶν
                            εἰρημένων <lb/>ἁπάντων εὔδηλα· τὸ δὲ οἷον παρατυπωτικῶς αἰσθάνεσθαι
                            <lb/>τῶν χυμῶν, ὅταν <milestone unit="ed1page" n="222"/>ἀλλοκότου τινὸς
                            ὑγρότητος ἡ γλῶττα <lb/>πληρωθῇ, συμβαίνειν εἴωθεν, ἤτοι πάντων ὧν ἂν
                            γεύσηταί <lb/>τις ἁλμυρῶν φαινομένων, ἢ πάντων πικρῶν, ἤ τινα ἄλλην
                            <lb/>ἀτοπίαν ἔχειν δοκούντων ἄῤῥητον ἢ ῥητήν. ὡς γὰρ ἐπὶ τῶν
                            <lb/>ὑποχεομένων ἡ ὀπτικὴ δύναμις ἐκτὸς ἐδόκει θεᾶσθαι τὰ κατὰ <lb/>τὸν
                            ὀφθαλμὸν ἐμφαινόμενα, τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ γευστικὴ <lb/>τὰ κατὰ τὴν
                            γλῶτταν τοῖς αἰσθητοῖς ἀναφέρει τὰ τῶν ὀργάνων <lb/>συμπτώματα, ἐπὶ μὲν
                            τῶν ἰκτεριώντων τὴν πικρότητα <lb/>τῆς χολῆς οὐ τῆς γλώττης πάθος, ἀλλ’
                            ὧν γεύεται, ὑπολαμβάνουσα, <lb/>καὶ κατὰ τὰς ἄλλας δέ τινας διαθέσεις
                            ἁλυκότητας <lb/>ἢ ὀξύτητας ἐν τοῖς ἐδέσμασι περιέχεσθαι φανταζομένη, τοῦ
                                <pb n="106"/> μὲν προσελθόντος ἔξωθεν αἰσθητοῦ τὴν τέως ἡσυχάζουσαν
                            <lb/>ἐν τῇ γλώττῃ κακοχυμίαν ἀνακινοῦντος, αἰσθανομένης δὲ τῆς
                            <lb/>γευστικῆς δυνάμεως οὐ τοῦ προσελθόντος, ἀλλὰ τοῦ πλεονάζοντος
                            <lb/>ἐν αὐτῇ. σπανιάκις δέ ποτε καὶ πρὸ τοῦ γεύσασθαί <lb/>τινος
                            αἴσθησις γίνεται τῶν ἐν τῇ γλώττῃ χυμῶν, ἀκριβεία <lb/>τῆς γευστικῆς
                            αἰσθήσεως. ὅμοιόν τι τούτῳ σύμπτωμα <lb/>τὸ κατ’ ὀφθαλμοὺς ἐπὶ
                            στομαχικαῖς διαθέσεσιν ἢ φαντασίαν <lb/>ὑποχύσεως συμπίπτειν, ἢ ἐν ὠσὶν
                            ἤχους, οὐδενὸς ἔξωθεν <lb/>ψοφοῦντος, ἀλλ’ αὐτῆς τῆς κατὰ τὰς μήνιγγας
                            κινήσεως τὸ <lb/>φάντασμα πεμπούσης· ἢ κατὰ τὰς ῥῖνας ὀσμῆς τινος ἀπὸ
                            τῶν <lb/>αὐτόθι περιεχομένων χυμῶν. ἀλλὰ γὰρ ἐπειδὴ καὶ τῆς ῥινὸς
                            <lb/>ἐμνημονεύσαμεν διτταῖς ὑπηρετούσης δυνάμεσιν, ὥσπερ καὶ <lb/>ἡ
                            γλῶττα (καὶ γὰρ καὶ τῶν ὀσφρητικῶν ὀργάνων οἱονεὶ πέρας <lb/>τι καὶ τῶν
                            ἀναπνευστικῶν ἐστιν) ἄμεινον ἂν εἴη καὶ περὶ <lb/>ταύτης ὡσαύτως τοῖς
                            εἰρημένοις διελθεῖν. εἰ γὰρ τι συμβαίη <lb/>κατ’ αὐτὴν νόσημα τῷ πόρῳ
                            λυμαινόμενον, ἤτοι χεῖρον ἢ <lb/>οὐδ’ ὅλως αἰσθήσεται τῶν ὀσμῶν ἡ
                            ὀσφρητικὴ δύναμις. ἰσχυρῶς <lb/>τε οὖν συντριβεῖσα καὶ πολύπουν ἤ τινα
                            ὄγκον παρὰ <lb/>φύσιν ἔχουσα, τὴν ὁδὸν τοῦ πνεύματος ἐμφράξει. τούτου
                            τοῦ <pb n="107"/> γένους ἐστὶ καὶ ἡ περὶ τὸν ἔνδοθεν αὐτῆς ὑμένα
                            γιγνομένη <lb/>φλεγμονὴ, καὶ μὲν δὴ καὶ ὅσα κατά τινα τῶν ἠθμοειδῶν
                            <lb/>ὀστῶν ἤτοι τὰς ταύτῃ μήνιγγας, ἢ αὐτὰς τῶν ὀστῶν τὰς
                            <lb/>διατρήσεις ἐμφράττει, καὶ ταυτὶ βλάπτει τὴν ὀσφρητικὴν
                            <lb/>αἴσθησιν· ἔτι δὲ ἂν μᾶλλον, εἰ κατὰ τὰς ἀποφύσεις γένοιτο <lb/>τοῦ
                            ἐγκεφάλου τὰς εἰς ταῦτα τὰ μόρια καθηκούσας. <lb/>ἐν μέν τοι κατάῤῥοις
                            τε καὶ κορύζαις καὶ ὅλως <lb/>ἐν ὅσοις ὑπ’ ἐκκαύσεως ἢ ψύξεως ἢ
                            ὑγρότητος ἐπληρώθησαν <lb/>αἱ ἐμπρόσθιαι κοιλίαι τοῦ ἐγκεφάλου, οὐ μόνον
                            ἔμφραξις <lb/>γίγνεται τῶν ἐνταῦθα χωρίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ πνεύματος
                            <lb/>αὐτοῦ τοῦ κατὰ τὰς κοιλίας, ἔτι τε τοῦ περιέχοντος <lb/>ἐγκεφάλου
                            δυσκρασία τις ἕπεται. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>θλίψεις καὶ διαιρέσεις
                            ἀξιόλογοι τῶν εἰρημένων μορίων <lb/>αὐτοῦ δυσαισθησίας τε καὶ
                            ἀναισθησίας ἐργάζονται τῶν <lb/>ὀσμῶν. ἡ δὲ οἷον παρατυπωτική τε καὶ
                            πλημμελὴς αἴσθησις <lb/>ἐνταῦθα γίγνεται διὰ κακοχυμίαν τινὰ ἐγχώριον,
                            <lb/>ἥτις ἀτμίζουσα δυσῶδες ἐπιθολοῖ τοὺς ἀναφερομένους ἐπὶ <lb/>τὴν
                            ὀσφρητικὴν δύναμιν ἀτμοὺς ἀπὸ τῶν πλησιαζόντων <lb/>σωμάτων, ὅμοιόν τε
                            σύμπτωμα τοῦτο κατὰ τήνδε συμπίπτει <pb n="108"/> πίπτει τὴν δύναμιν,
                            οἷόν τι καὶ κατὰ τὴν γευστικὴν ἐν <lb/>ἰκτέροις ἐῤῥέθη συμβαίνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="51"/>Ἐπεὶ δὲ περὶ τῶν ἐν τοῖς ἰδίοις μέρεσι
                            <lb/>τοῦ ζώου γιγνομένων αἰσθήσεων αὐτάρκως εἴρηται, περὶ <lb/>τῆς ἐν
                            ἅπασι τοῖς ὁπωσοῦν αἰσθανομένοις κοινῆς ἤδη λέγωμεν, <lb/>ἣν ὀνομάζουσιν
                            ἁφήν. ἔστι δὲ δήπου καὶ ταύτης ἀνάλογον <lb/>μὲν ταῖς ἄλλαις τὰ
                            συμπτώματα· κέχρηται δὲ οὐκ <lb/>ἰδίαις, ἀλλὰ κοιναῖς ταῖς προσηγορίαις,
                            ὥσπερ καὶ τῶν εἰρημένων <lb/>ἔνιαί τινες· οὔτε γὰρ ἐπὶ τῆς γευστικῆς,
                            οὔτ’ ἐπὶ <lb/>τῆς ὀσφρητικῆς δυνάμεως ἔχομεν ὄνομα τοιοῦτον, οἷον ἐπὶ
                            <lb/>μὲν τῆς ὀπτικῆς ἀμβλυωπίας τε καὶ τυφλότητας καὶ παροράσεις
                            <lb/>τινάς· ἐπὶ δὲ τῆς ἀκουστικῆς, βαρυηκοΐας τε καὶ κωφότητας, <lb/>ἔτι
                            τε παρακούσεις, ἢ παρακοὰς, ἢ παρακούσματα, <lb/>διαφέρει γὰρ οὐδὲν εἴς
                            γε τὰ παρόντα χρῆσθαι τοῖς ὀνόμασιν <lb/>ὅπως ἂν θέλῃ τις. τὸ μέν τοι
                            τῆς αἱμωδίας ὄνομά τε καὶ <lb/>σύμπτωμα τῆς ἁπτικῆς δυνάμεως ἐξαίρετον
                            ὑπάρχει. ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν ἐν τῷ στόματί τε καὶ κατὰ τοὺς ὀδόντας
                            μάλιστα <lb/>συμπίπτειν εἴωθεν ἐπ’ ὀξέσι τε καὶ στρυφνοῖς ἐδέσμασιν·
                            <lb/>ἡ νάρκη δὲ καὶ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα καὶ μάλιστα κατὰ <pb n="109"/> τὰ
                            κῶλα, σύνθετος ἐκ δυσαισθησίας τε καὶ δυσκινησίας ὑπάρχουσα,
                            <lb/>φαίνεται προφανῶς μὲν ἐπὶ ψύξεσι καὶ θλίψεσι νευρωδῶν <lb/>σωμάτων
                            γιγνομένη, καὶ πρὸς τούτοις ἔτι τῆς νάρκης <lb/>τοῦ θαλαττίου ζώου
                            ψαυσάντων· αὐτομάτως δ’ εἰ συμβαίη <lb/>μηδενὸς αἰτίου τοιούτου
                            προσγινομένου, βίος ἀργὸς καὶ πλῆθος <lb/>ἐδεσμάτων ἤτοι παχέων ἢ
                            γλίσχρων, ἤ τις ἐποχὴ συνήθων <lb/>ἐκκρίσεων προηγεῖται ἐξ ἀνάγκης. τὸ
                            μὲν οὖν συνέχον αἴτιον <lb/>ἢ συνεκτικὸν ἢ προσεχὲς ἢ ὅπως ἄν τις
                            ὀνομάζειν ἐθέλῃ, <lb/>τοιαύτη τίς ἐστιν ἐν τῷ νεύρῳ ἡ διάθεσις, ὡς
                            ἐμποδίζεσθαι <lb/>τὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἐπιπεμπομένην αὐτῷ δύναμιν.
                            ἐμποδίζεται <lb/>δὲ, εἰ μὲν ἔχοι τινὰ πόρον τὸ νεῦρον, ὥσπερ ἐναργῶς
                            <lb/>ὁρᾶται τὰ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχοντα δι’ ἔμφραξιν ἢ <lb/>θλίψιν· εἰ
                            δ’ οὐκ ἔχει, διὰ πίλησιν ἢ ψύξιν ἢ θλίψιν. ὅτι <lb/>μὲν οὖν, εἴπερ ἔχει
                            τινὰ πόρον οἷον ὁδὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς διὰ <lb/>τοῦ νεύρου τεταμένην ἡ
                            ψυχικὴ δύναμις, ἐμφραχθείσης ταύτης <lb/>ἐμποδισθήσεται, πρόδηλον παντί·
                            καὶ μὲν δὴ καὶ ὡς <lb/>θλιβέντος ἔξωθεν τοῦ νεύρου στενοχωρία τις ἕπεται
                            κατὰ ﻿<pb n="110"/> τὸν πόρον, οὐδὲ τοῦτο ἄδηλον· ὅτι δὲ καὶ εἰ μηδεὶς
                            εἴη πόρος, <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ δι’ ὕδατος ἢ ἀέρος αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου
                            <lb/>διεξέρχονται, τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δύναμις <lb/>αὐτὸ τὸ
                            σῶμα τῶν νεύρων εἰ διέρχοιτο, παρεμποδισθήσεται <lb/>κατὰ τὴν δίοδον ἐπὶ
                            τὸ παχυμερέστερον ἀλλοιωθέντων αὐτῶν, <lb/>οὐδὲ τοῦτο δοκεῖ μοι δεῖσθαι
                            μακρῶν πίστεων ἀναμνησθέντι <lb/>τῶν περί τε τὸ ὕδωρ καὶ τὸν ἀέρα
                            συμβαινόντων. ὁμίχλη <lb/>μὲν γὰρ καὶ καπνὸς καὶ νέφος ἐν ἀέρι
                            συνιστάμενα, βόρβορος <lb/>δὲ καὶ ἰλὺς ἐν ὕδατι, παραποδίζουσί τε καὶ
                            κωλύουσιν εἰλικρινῆ <lb/>φέρεσθαι πρόσω τὴν ἡλιακὴν αὐγήν· οὕτως οὖν καὶ
                            τὸ <lb/>νεῦρον εἰ παχυμερέστερόν τε καὶ σκληρότερον ἑαυτοῦ γίγνοιτο,
                            <lb/>παραβλάψει τι τὴν φορὰν αὐτῆς τῆς δυνάμεως. ἔσται δὲ δή <lb/>που
                            παχυμερὲς, ἤτοι γλίσχροις τε καὶ παχέσι τρεφόμενον χυμοῖς, <lb/>ἢ ψύξει
                            βιαίᾳ πιληθέν. εἰ δὲ δὴ καὶ θλίβοιτο πρός τινος <lb/>ἔξωθεν ὁμιλοῦντος
                            αὐτῷ σκληροῦ σώματος, οὐδ’ οὕτως <lb/>ἀκώλυτον παρέξει τὴν φορὰν τῇ
                            δυνάμει. ταῦτ’ ἄρα καὶ <lb/>ὅσα βρόχοις ἢ χερσὶ διαλαμβάνεται νεῦρα, καὶ
                            ὅσα πρός <lb/>τινος ἔξωθεν ἤτοι φλεγμαίνοντος ἢ σκιῤῥουμένου θλίβεται,
                                <pb n="111"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="52"/>καὶ ὅσα διακινηθέντων ὀστῶν ἐν
                            ἐξαρθρήμασιν ἢ κατάγμασι <lb/>στενοχωρεῖται, ναρκώδη μὲν τὸ πρῶτον,
                            ὕστερον δὲ <lb/>παντάπασιν ἀναίσθητά τε καὶ ἀκίνητα γίγνεται. καὶ
                            καλεῖται <lb/>μὲν ἡ τοιαύτη κάκωσις αὐτῶν παράλυσις· ἐν ταὐτῷ δὲ
                            <lb/>γένει οὖσα τῇ νάρκῃ, τῷ μεγέθει διαλλάττει. καὶ εἰ κατὰ <lb/>πάντα
                            συμβαίη τὰ νεῦρα, παραχρῆμα μὲν ἀναίσθητόν τε καὶ <lb/>ἀκίνητον
                            ἐργάζεται τὸ σύμπαν σῶμα, θάνατον δὲ ὀξὺν ἐπιφέρει <lb/>στερήσει τῆς
                            ἀναπνοῆς. εἰ μὲν οὖν ἡ ἀρχὴ τοῦ νωτιαίου <lb/>βλαβείη, τοῖς κατὰ τὴν
                            κεφαλὴν μορίοις αἰσθά<milestone unit="ed1page" n="223"/>νονταί <lb/>τε
                            καὶ κινοῦνται μόνοις, ἄχρι περ ἂν ζῶσιν· εἰ δὲ καὶ <lb/>κατὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον ἡ βλάβη συμπέσοι, πάντων παραχρῆμα <lb/>τῶν μορίων ἀκρατεῖς
                            καὶ ἀναίσθητοι γίγνονται· ζῶσι δὲ ἑκάτεροι <lb/>τοσοῦτον χρόνον, ὅσον ἂν
                            ἔζησαν οἱ ἀγχόνῃ συσχεθέντες. <lb/>ὅσοις δὲ κατωτέρω τῆς ἐκφύσεως τῶν
                            διαστελλόντων <lb/>τὸν θώρακα νεύρων ἔπαθεν ὁ νωτιαῖος, ἤτοι σπονδύλου
                            τινὸς <lb/>ἐκστάντος ἢ καὶ ἄλλως, ἐπὶ μὲν ταῖς μεγάλαις διαθέσεσιν
                            <lb/>ἀναίσθητοί τε καὶ ἀκίνητοι τὰ κάτω πάντα παραχρῆμα <lb/>γίγνονται,
                            ναρκώδεις δὲ ἐπὶ ταῖς σμικροτέραις· οὐ μὴν <lb/>ἀποθνήσκουσιν οὗτοι, διὰ
                            τὸ φυλάττεσθαι τὴν ἀναπνοὴν <pb n="112"/> αὐτοῖς. ἡ μέντοι τῶν χειρῶν
                            αἴσθησις, οἷς μὲν ὁ νωτιαῖος <lb/>ἔπαθε κατὰ τὸν πέμπτον σπόνδυλον,
                            ἀπόλλυται πᾶσα μετὰ <lb/>τῆς κινήσεως· οἷς δὲ κατὰ τὸν ἕκτον, οὐ πᾶσα·
                            τὰ γὰρ <lb/>πρῶτα μέρη τοῦ βραχίονος ἀπαθῆ διαφυλάττεται· πολὺ δὲ
                            <lb/>δὴ μᾶλλον, εἰ κατὰ τὸν ἕβδομον σπόνδυλον ὁ νωτιαῖος πάθοι· <lb/>εἰ
                            δὲ κατὰ ὄγδοον, ὀλίγιστον· εἰ δὲ ὁ μετ’ αὐτὸν, οὐδὲ <lb/>ὅλως ἔτι
                            πάσχουσιν αἱ χεῖρες οὐδέν. ἀπόλλυται μέν τοι ἡ <lb/>φωνὴ πᾶσιν, οἷς ἂν ὁ
                            ἐν τραχήλῳ πάθοι νωτιαῖος· οὐ μὴν <lb/>ἐπί γε τοῖς τοῦ νώτου σπονδύλοις
                            ἅπασιν, ἀλλ’ ὁπόσον τι <lb/>καθ’ ἕκαστον ἐν τοῖς περὶ φωνῆς διώρισται.
                            νυνὶ γάρ μοι <lb/>δοκῶ καὶ πλείω τοῦ δέοντος εἰρηκέναι. οὐ γὰρ ἐπελθεῖν
                            <lb/>ἅπαντα τὰ κατὰ μέρος ἐν τῷδε τῷ γράμματι συμπτώματα <lb/>προὐθέμην,
                            ἀλλ’ εἰς τὰς γενικωτέρας αἰτίας ἀναγαγεῖν. <lb/>κοινῇ τοίνυν εἰρήσθω μοι
                            κατὰ πάσης βλάβης αἰσθήσεως, ὡς <lb/>ὑφ’ ὧν ἕκαστα χορηγεῖται νεύρων
                            ἐῤῥωμένων, ὑπὸ τούτων <lb/>βλάπτονται παθόντων. εἰ δέ τις ἑκάστου νεύρου
                            τὴν δύναμιν <lb/>ἐπίστασθαι ποθεῖ, τῶν μὲν εἰς ἀναπνοὴν συντελούντων <pb n="113"/> ἐν τοῖς περὶ τῶν τῆς ἀναπνοῆς αἰτίων διώρισται· τῶν δὲ εἰς
                            <lb/>τὰς φωνὰς, ἐν τῇ περὶ φωνῆς πραγματείᾳ λέλεκται. ταῦτα <lb/>μὲν οὖν
                            ἠκρίβωται πρὸς ἡμῶν ἑτέρωθι. τὰ δὲ τοῖς κατὰ <lb/>τράχηλόν τε καὶ
                            κεφαλὴν ἐπιγάστριόν τε καὶ χεῖρας καὶ <lb/>σκέλη χορηγοῦντα νεῦρα καὶ
                            ἄλλοι τινὲς ἔμπροσθεν οὐ φαύλως <lb/>ἔγραψαν ἡμεῖς τε ἐγράψαμεν ἐν ταῖς
                            ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν. <lb/>ὁ μὲν οὖν ἐνεστηκὼς λόγος περὶ τῶν κατὰ
                            τὰς <lb/>αἰσθήσεις συμπτωμάτων ἦν. ἐπεὶ δὲ ὅσα μόρια καθ’ ὁρμὴν
                            <lb/>κινεῖται διὰ νεύρου τινὸς, εὐθὺς ταῦτα καὶ τὴν αἴσθησιν ἔχει
                            <lb/>δι’ αὐτοῦ, διττὴν ἀναγκαῖον αὐτοῖς γενέσθαι βλάβην ἐπὶ τῷ <lb/>τοῦ
                            νεύρου νοσήματι, τὴν μὲν ἑτέραν τῆς αἰσθήσεως, τὴν δὲ <lb/>ἑτέραν τῆς
                            κινήσεως. πῶς οὖν ἔνια μὲν μόρια παραλελύσθαι <lb/>δοκεῖ τῆς κινήσεως
                            τῶν καθ’ ὁρμὴν ἐνεργειῶν, αἰσθάνεσθαι <lb/>δέ; καὶ πῶς πάλιν ἕτερα
                            κινεῖσθαι μὲν, οὐκ αἰσθάνεσθαι δέ; <lb/>κατὰ μὲν δὴ τὴν γλῶτταν καὶ τοὺς
                            ὀφθαλμοὺς οὐδὲν ἄπορον, <lb/>ἐπειδὴ διττὰ νεύρων γένη τούτοις ἐστί· ἐν
                            οἷς δὲ μέλεσι τὰ <lb/>σκληρὰ μόνον ἐστὶ, διοριστέον ὡδὶ τὸν λόγον. εἰ
                            μὲν ἀφῃρημένου <pb n="114"/> τοῦ δέρματος ὁ ὑποκείμενος μῦς γυμνὸς ὢν
                            ἀκίνητος <lb/>μὲν φαίνεται, ψαυόντων <milestone unit="ed2page" n="53"/>δὲ αἰσθάνοιτο, μικρὰν <lb/>ἡγητέον αὐτῷ συμπεπτωκέναι τὴν βλάβην, ὡς
                            μέρος τοσοῦτον <lb/>δυνάμεως δέχεσθαι ψυχικῆς, ὅσον αἰσθάνεσθαι μὲν
                            ἱκανόν <lb/>ἐστιν, κινῆσαι δὲ τὸν μῦν οὐχ ἱκανόν. ἐν γὰρ τῷ πάσχειν
                            <lb/>μᾶλλον ἤπερ ἐν τῷ ποιεῖν ἐστιν ἡ τῆς ἁφῆς αἴσθησις, <lb/>ὥστ’
                            ἐγχωρεῖ καὶ δι’ ὀλίγης αὐτὴν ἐπιτελεῖσθαι δυνάμεως· <lb/>ἡ δὲ τῶν μυῶν
                            κίνησις ἐν τῷ ποιεῖν, οὐκ ἐν τῷ πάσχειν, <lb/>ἔχουσα τὴν ἐνέργειαν (ὅλον
                            γὰρ ὑπὸ ταύτης μεταφέρεται τὸ <lb/>σῶμα) πολλῆς δεῖται δυνάμεως ψυχικῆς.
                            ἔμπαλιν δὲ οὐκ ἂν <lb/>εὕροις ποτὲ γεγενημένον ὡς κινεῖσθαι μὲν,
                            ἀναίσθητον δὲ <lb/>εἶναι τὸν γυμνὸν μῦν. εἰ δὲ τὸ μὲν περικείμενον αὐτῷ
                            δέρμα <lb/>τὴν αἴσθησιν ἀπολέσειεν, ὁ δὲ μῦς κινοῖτο, θαυμαστὸν οὐδέν·
                            <lb/>ὥσπερ οὐδὲ εἰ δυοῖν μυοῖν ὁ μὲν εἴη κινούμενος, ὁ δὲ <lb/>ἀκίνητος·
                            ἢ ὁ μὲν αἰσθανόμενος, ὁ δὲ ἀναίσθητος. ὥσπερ <lb/>γὰρ ἐπ’ ἐκείνων
                            ἐγχωρεῖ τοῦ μὲν ἑτέρου βεβλάφθαι τὸ νεῦρον, <lb/>ἀβλαβὲς δὲ εἶναι
                            θατέρου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐνδέχεται <lb/>τὸ μὲν εἰς τὸ δέρμα
                            διασπειρόμενον βεβλάφθαι, τὸ <lb/>δὲ εἰς τὸν μῦν μὴ βεβλάφθαι· οὕτω δὲ
                            καὶ τοὐναντίον ﻿<pb n="115"/> ἀβλαβὲς μὲν εἶναι τὸ τοῦ δέρματος νεῦρον,
                            οὐκ ἀβλαβὲς δὲ <lb/>τὸ τοῦ μυός. περὶ μὲν οὖν τῶν προτεθέντων
                            συμπτωμάτων <lb/>ἱκανὰ καὶ ταῦτα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἥδεσθαι δὲ καὶ ἀλγεῖν ἁπάσαις μὲν ἐγγίγνεται <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν, οὐχ
                            ὁμοίως δὲ ἐναργῶς, ἀλλ’ ἐν <lb/>μὲν τῇ τῆς ὄψεως ἥκιστα, μάλιστα δὲ ἐν
                            τῇ τῆς ἁφῆς τε καὶ <lb/>γεύσεως· ἐφεξῆς δὲ τούτων ἐν ὀσφρήσει· καὶ μετὰ
                            ταύτας <lb/>ἐν ἀκοῇ. τίς οὖν ἥ τε κοινὴ πάντων αἰτία καὶ τίς ἡ καθ’
                            <lb/>ἕκαστον ἰδία; κοινὴ μὲν, ἥνπερ καὶ Πλάτων ἐν Τιμαίῳ <lb/>φησὶ
                            γράφων οὕτως· τὸ μὲν παρὰ φύσιν καὶ βιαίως γιγνόμενον <lb/>ἀθρόως ἐν
                            ἡμῖν πάθος, ἀλγεινόν· τὸ δὲ εἰς φύσιν <lb/>ἀπιὸν αὖ πάλιν ἀθρόον, ἡδύ·
                            τὸ δὲ ἠρέμα καὶ κατὰ μικρὸν, <lb/>ἀναίσθητον. οὕτω μὲν ὁ Πλάτων· ὁ δὲ
                            Ἱπποκράτης ἔτι <lb/>παλαιότερος ὢν, τοῖς τὴν φύσιν, ἔφη,
                            διαλλαττομένοισι <lb/>καὶ διαφθειρομένοισιν αἱ ὀδύναι γίγνονται. τὸ μὲν
                            γὰρ <lb/>διαφθειρομένοισι τάχος τε ἅμα καὶ μέγεθος ἐνδείκνυται <lb/>τῆς
                            μεταβολῆς. εἰσὶ δὲ καὶ κατὰ τὴν ἁφὴν αἱ μεγάλαι μεταλλαγαὶ <lb/>τῆς
                            φύσεως ὑπὸ ψυχροῦ καὶ θερμοῦ βιαίας προσβολῆς, <pb n="116"/> ὅσα τε
                            θλᾷν, ἢ τέμνειν, ἢ διατείνειν, ἢ διαβιβρώσκειν πέφυκε. <lb/>τὸ γὰρ ὑγρὸν
                            ἢ ξηρὸν ἄνευ τοῦ θερμαίνειν ἢ ψύχειν ἀβίαστον <lb/>ἔχει τὴν ὁμιλίαν, ὡς
                            ἔνεστί σοι μαθεῖν ἀναλεξαμένῳ τὴν περὶ <lb/>τῶν ἁπλῶν φαρμάκων
                            πραγματείαν, ἔνθα καὶ τὸ ψυχρὸν <lb/>ἐδείχθη καθ’ ἕτερον μὲν τρόπον ἧδον
                            ἢ τὸ θερμὸν, ἀλλὰ <lb/>καὶ αὐτὸ τῷ διασπᾷν τὴν οὐσίαν ὀδυνηρὸν
                            γίγνεσθαι. φαίνεται <lb/>δὲ καὶ τὰ θλῶντα καὶ τὰ τείνοντα κίνδυνον τοῦ
                            ῥαγῆναι <lb/>φέροντα τοῖς σώμασιν ἀλγημάτων αἴτια γίγνεσθαι, καθάπερ
                            <lb/>γε καὶ τὰ νύττοντα καὶ τὰ τέμνοντα. οὐ γὰρ δὴ μετὰ τὸ <lb/>τμηθῆναί
                            τε καὶ ῥαγῆναι τὴν ὀδύνην ἐπιφέρει, ἀλλ’ ἐν τῷ <lb/>γίγνεσθαι τὰ τοιαῦτα
                            πάντα πόνων αἴτια καθίσταται, πλὴν <lb/>εἰ μὴ κατά τι συμβεβηκὸς
                            ἀκολουθήσειε τοῖς οὕτω παθοῦσιν <lb/>ὀδύνη, ποτὲ μὲν ὑγρῶν δριμέων
                            δακνόντων τὸ ἡλκωμένον <lb/>σῶμα, ποτὲ δὲ φλεγμονῆς ἐπιγενομένης, ἥ τις
                            καὶ αὐτὴ <lb/>διαπαντὸς μὲν τῷ διατείνειν ὀδυνᾷ, πολλάκις δὲ καὶ διὰ τὴν
                            <lb/>θερμασίαν ἢ διὰ τὴν τῶν ὑγρῶν δριμύτητα. διασπᾶται δὲ <lb/>καὶ τὸ
                            τῆς γεύσεως ὄργανον, ᾗ μὲν τῆς ἁφῆς μετέσχηκεν, <lb/>ὑπὸ τῶν εἰρημένων,
                            ᾗ δὲ καὶ τῆς γεύσεώς ἐστιν ἴδιον, <pb n="117"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="54"/>ὑπό τε τῶν ὀξέων καὶ πικρῶν καὶ
                            στρυφνῶν καὶ δριμέων, <lb/>ὅτι καὶ τούτων ἕκαστον, ὡς ἀποδέδεικται,
                            διαιρεῖ τὸ συνεχές. <lb/>ἀνιαροὶ δέ εἰσι καὶ κατὰ τὴν ὄσφρησιν οἱ τῶν
                            εἰρημένων <lb/>χυμῶν ἀποῤῥέοντες ἀτμοὶ, διότι καὶ οὗτοι διασπῶσι τὸ
                            συνεχές. <lb/>ἐν ἀκοῇ δὲ ἥ τε τραχεῖα καὶ ἡ μεγίστη καὶ ἡ ταχίστη
                            <lb/>φωνὴ, ὧν καὶ συνελθουσῶν εἰς ταὐτὸν ἐν ταῖς φοβερωτάταις
                            <lb/>βρονταῖς, ἀνάπηροι παντάπασιν ἔνιοι τὴν ἀκουστικὴν αἴσθησιν
                            <lb/>ἐγένοντο τῷ διασπασθῆναι τῇ βίᾳ τοῦ ψόφου τὸ ὄργανον <lb/>αὐτῆς.
                            καὶ μέντοι γε καὶ τὴν ὄψιν αἱ λαμπρόταται τῶν <lb/>αὐγῶν ἀνιῶσί τε ἅμα
                            καὶ διαφθείρουσι τῷ διακρίνειν ἐπὶ <lb/>πλεῖστον. ἔστι δὲ δήπου καὶ τὸ
                            διακρίνειν ἐκ τοῦ τῶν <lb/>διαιρούντων γένους, καὶ φαίνεται κοινὸν ἐν
                            ἁπάσαις ταῖς <lb/>αἰσθήσεσι τὸ ἀνιαρὸν πάθος, ἐκ διακρίσεώς τε καὶ
                            διαιρέσεως <lb/>τοῦ συνεχοῦς καὶ ἡνωμένου σώματος ἀποτελούμενον,
                            <lb/>ἐπειδὰν <milestone unit="ed1page" n="224"/>ἀθρόως συμπίπτῃ. καλῶ δὲ
                            ἀθρόως τὸ κατὰ <lb/>τὰ μεγάλα ἅμα καὶ ταχέως. τοῦτο δὲ δήπου καὶ ὁ
                            Πλάτων <lb/>ἐβούλετο, σύνθετον ἐκ βιαίου τε ἅμα καὶ ἀθρόου παθήματος
                            <lb/>ἐγγινομένου τοῖς αἰσθητικοῖς σώμασι τὴν ἀνιαρὰν αἴσθησιν
                            <lb/>ἀποτελεῖσθαι φάσκων. οὐδὲν γὰρ διοίσει λέγειν ἀνιαρὰν ἢ <pb n="118"/> λυπηρὰν ἢ ἀλγεινὴν ἢ ὀδυνηρὰν ἢ ἐπίπονον αἴσθησιν· ὥσπερ <lb/>οὐδὲ
                            αὐτὸ τὸ πάθος, ἀνίαν ἢ λύπην ἢ ὀδύνην ἢ πόνον <lb/>ἢ ἀλγηδόνα. δηλοῖ δὲ
                            καὶ αὐτὸς ὁ Πλάτων ὁμοτίμως χρώμενος <lb/>ἐπὶ ταὐτοῦ πράγματος ἅπασι
                            τοῖς εἰρημένοις ὀνόμασιν <lb/>ἔν τε Τιμαίῳ καὶ Φιλήβῳ καὶ καθ’ ὅ τι ἂν
                            ἕτερον αὐτῷ <lb/>σύγγραμμα περὶ τῶν αὐτῶν ὁ λόγος ἦν. ὅτι δὲ καὶ ἡ
                            Ἱπποκράτους <lb/>δόξα τῆς αὐτῆς ἔχεται διανοίας ἔν τε τοῖς ὀνόμασι
                            <lb/>καὶ τοῖς πράγμασιν, εὔδηλον ἔκ τε τῶν ἔμπροσθεν ὀλίγον
                            <lb/>εἰρημένων καὶ τῶν ἐν ἅπασι τοῖς βιβλίοις αὐτοῦ γεγραμμένων.
                            <lb/>οὕτω μὲν δὴ πᾶν πάθος λυπηρὸν ἐν ἁπάσαις γίγνεται <lb/>ταῖς
                            αἰσθήσεσι· τὸ δ’ ἐναντίον αὐτῷ τὸ ἡδὺ διὰ τὴν ἐναντίαν <lb/>αἰτίαν. τοῦ
                            γὰρ κινδυνεύοντος διασπασθῆναι ἡ εἰς τὸ <lb/>κατὰ φύσιν ἐπάνοδος ἀθρόα
                            τὴν ἡδονὴν ἀπεργάζεται. διὰ <lb/>τοῦτο τοῖς ὀφθαλμοῖς ἥδιστον θέαμα τὸ
                            κυανοῦν, ὥσπερ <lb/>ὀδυνηρότατον τό τε λαμπρὸν ἅμα καὶ λευκὸν, οἷον ὁ
                            ἥλιος. <lb/>ἐφεξῆς δὲ τούτων ἐν μὲν τοῖς λυποῦσι τὸ λευκὸν, ἐν δὲ τοῖς
                            <lb/>ἥδουσι τὸ φαιόν. τὸ μὲν γὰρ τῷ διακρίνειν τε ἅμα καὶ <pb n="119"/>
                            διαλύειν τὴν οὐσίαν αὐτῆς, τὸ δὲ τῷ ἀβιάστως συνάγειν. <lb/>οὐ γὰρ δή
                            που τὸ συνάγειν γε μόνον ἱκανὸν καὶ αὔταρκες· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν ἦν που
                            καὶ τὸ μέλαν ἡδὺ, νῦν δ’ οὐκ ἔστιν· <lb/>ἐναντίον γὰρ ὑπάρχον τῇ τῆς
                            ὄψεως οὐσίᾳ συνάγει βιαιότερον <lb/>αὐτὴν, ἢ ὡς εἰς τὴν φύσιν ἐπανάγειν.
                            ἧττον δέ ἐστι τὸ <lb/>μελάντατον τοῦ λαμπροτάτου ἀνιαρὸν, οὐχ ὅτι τὸ
                            ἐναντίον <lb/>ἧττον λυπεῖ τῆς κατὰ τὸ συγγενὲς ἀμετρίας, (κατὰ τοῦτο μὲν
                            <lb/>γὰρ μᾶλλον ἀνιαρὸν ἦν τοῦ λαμπροτάτου τὸ μέλαν) ἀλλ’ ὅτι <lb/>τὸ
                            μὲν τῆς ὄψεως ὄργανον αὐγοειδὲς, αὐγὴ δὲ πᾶσα λεπτομερὴς <lb/>οὐσία· τὸ
                            δὲ μέλαν ἀεὶ παχυμερές· ἀεὶ δ’ ἐν τῇ <lb/>φύσει δραστικώτερόν ἐστι τὸ
                            λεπτομερὲς· ἀεὶ δ’ ἐν τῇ <lb/>φύσει δραστικώτερόν ἐστι τὸ λεπτομερὲς τοῦ
                            παχυμεροῦς. <lb/>ὅταν μὲν οὖν εἰς ταὐτὸν ἀλλήλοις ἥκῃ τὸ λεπτομερὲς καὶ
                            παχυμερὲς, <lb/>ἧττον εἰς τὸ λεπτομερὲς ἐνεργεῖ τὸ παχυμερὲς, εἴπερ
                            <lb/>μᾶλλον πάσχειν ὑπ’ ἐκείνου πέφυκεν. οὕτως οὖν καὶ ὁ ἥλιος <lb/>ἀνιᾷ
                            τὴν ὄψιν, ὅτι λεπτομερέστερος ὤν ἑτοίμως αὐτὴν διακρίνει. <lb/>τῇ μὲν
                            οὖν οἰκειότητι τῆς οὐσίας ἧττόν ἐστι τῶν <lb/>ἐναντίων ἀνιαρὸς, τῷ δὲ
                            ἰσχυρῷ τῆς ἐνεργείας βιαιότερος <lb/>ὑπάρχων, τούτῳ καὶ τὸ τάχος ἴσχει
                            τῆς εἰς τὴν ὄψιν βλάβης. ﻿<pb n="120"/> ὃ γὰρ ἐν ἐλαχίστῳ χρόνῳ πρὸς τῆς
                            ἡλιακῆς αὐγῆς ἡ ὄψις ἡμᾶν <lb/>πάσχει, τοῦτο ἐν παμπόλλῳ, μηδ’ ὅλως
                            αὐγὴν θεασαμένη <lb/>μηδεμίαν, <milestone unit="ed2page" n="55"/>ἀλλ’ ἐν
                            βαθεῖ σκότῳ διαιτηθεῖσα· καὶ γὰρ <lb/>καὶ αὕτη πρὸς τὸ φῶς ἀναχθεῖσα
                            βλέπειν οὐ δύναται, τῷ <lb/>κατεσβέσθαι τρόπον τινὰ καὶ πεπαχύνθαι καὶ
                            σκοτώδης γεγονέναι. <lb/>ἥδιστόν γε οὖν εἰκότως ἐστὶ καὶ ὠφελιμώτατον
                            ὄψει <lb/>τὸ κυανοῦν χρῶμα, πλὴν τῆς ὑφ’ ἡλίου διαπεφορημένης.
                            <lb/>ἐκείνῃ μὲν γὰρ, ὡς ἂν ἤδη νοσούσῃ, τὸ ἐναντίον ἴαμα· τῇ δὲ
                            <lb/>ὑγιαινούσῃ μὲν, κεκμηκυίᾳ δὲ, τὸ κυανοῦν ἢ τὸ φαιὸν ὑγιεινότατον
                            <lb/>θέαμα, μήτε διακρῖνον αὐτὸν ὡς τὸ λευκόν τε καὶ <lb/>λαμπρὸν, ἀλλὰ
                            μήτε συνάγον καὶ σβεννύον, ὡς τὸ μέλαν. <lb/>τὸ μὲν οὖν φαιὸν ἐκ λευκοῦ
                            τε ἅμα καὶ μέλανος κραθέντων <lb/>γίγνεται· τὸ κυανοῦν δὲ, λευκοῦ καὶ
                            λαμπροῦ συνελθόντων, <lb/>καὶ εἰς μέλαν κατακορὲς ἐμπεσόντων. οὕτω γὰρ
                            ἡμᾶς καὶ ὁ <lb/>Πλάτων ὑπὲρ ἀμφοῖν ἐδίδαξεν. ὥστ’ ἐκ τῶν ἐναντίων τε
                            <lb/>καὶ ἄκρων κραθέντων ἔμμεσά τε καὶ σύμμετρα γίγνεται ταυτὶ <lb/>τὰ
                            χρώματα, τήν θ’ ὑπερβολὴν ἑκατέραν ἐκφυγόντα, καθ’ ἣν <lb/>ἡ ὄψις
                            ἐβλάπτετο, καὶ τοὺς μετρίους αὐτῆς ἐπανορθούμενα <pb n="121"/> καμάτους,
                            ὥσπερ τὰς ἐπὶ τῇ διακρίσει νόσους τὸ μέλαν. <lb/>τὸ δ’ ἐναργὲς τῆς
                            ἡδονῆς τῆς ἀπ’ αὐτῶν οὐχ ὅμοιόν ἐστι τῇ <lb/>κατὰ τὰς ἄλλας αἰσθήσεις,
                            ὅτι μηδὲ τὸ τῆς ὀδύνης ἶσον <lb/>ὑπῆρχεν. ἡ γὰρ λεπτομέρεια τῆς ὄψεως
                            οὔτ’ ἐν τῷ διακρίνεσθαι <lb/>βίαιόν τι πάσχει, διὰ τὴν οἰκειότητα τῆς
                            οὐσίας (ἐφ’ <lb/>ὃ γὰρ ἄγεται, φθάνουσα σπεύδει καὶ καθ’ ἑαυτὴν) οὔτ’ ἐν
                            τῷ <lb/>συγκρίνεσθαι, διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς μεταβολῆς. ἐδείχθη <lb/>γὰρ
                            ἀσθενῶς συναγόμενον ὑπὸ τοῦ παχυμεροῦς τὸ λεπτομερές. <lb/>οὕτω μὲν ἔχει
                            τὰ κατὰ τὴν ὄψιν ἡδονῆς τε καὶ λύπης. <lb/>ἐπὶ δὲ τῆς ἀκοῆς ἡδίστη μὲν ἡ
                            λειοτάτη καὶ ἡ βραδυτάτη <lb/>φωνὴ, διότι καὶ ἡ τραχυτάτη καὶ ταχίστη
                            λυπηροτάτη. <lb/>ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὑγιαινούσης ἀκριβῶς τῆς αἰσθήσεως ἡδέα
                            τε <lb/>καὶ λυπηρά· κεκμηκυίας δὲ, πρὸς τῇ λείᾳ τε καὶ βραδείᾳ, <lb/>καὶ
                            ἡ σμικρὰ προσφιλής· νοσούσης δὲ, ἡ λειοτάτη τε ἅμα <lb/>καὶ βραδυτάτη
                            καὶ σμικροτάτη, καὶ ταύτης ἔτι μᾶλλον ἡ <lb/>εὔρυθμος. ἡ γὰρ παντελὴς
                            ἡσυχία ἀνάλογον ἔχει τι τοῦτο <lb/>τῷ σκότει τῷ κατὰ τὴν ὄψιν, ὅθεν καὶ
                            ζήτησιν ἔσχεν, εἴτ’ <lb/>ἐναντίον τῷ φωτὶ τὸ σκότος ἐστὶν, εἴτε
                            στέρησις· ὥσπερ <pb n="122"/> φωνῆς μὲν ἡσυχία, κινήσεως δὲ ἠρεμία. τὸ
                            δὲ τῆς ἡδονῆς <lb/>ἐναργέστερον ἐνταῦθα, διότι καὶ τὸ τῆς οὐσίας
                            παχυμερέστερον. <lb/>ἔτι δὲ ἐναργέστερον ἐν τῇ τῆς ὀσφρήσεως αἰσθήσει τὸ
                            <lb/>τερπνὸν, ὅτι καὶ ἡ οὐσία παχυμερεστέρα. εἰς ὅσον γὰρ ἀὴρ <lb/>αὐγῆς
                            παχύτερος, εἰς τοσοῦτον ἀέρος ἀτμός. ἔστι δὲ αὐγῆς <lb/>μὲν, ἡ τῆς ὅψεως
                            αἴσθησις· ἀέρος δὲ, ἡ τῆς ἀκοῆς· ἀτμοῦ <lb/>δὲ, ἡ τῆς ὀσφρήσεως· ὥσπέρ
                            γε καὶ ἡ μὲν τῆς γεύσεως, ὑγρᾶς <lb/>φύσεως· ἡ δὲ ἁφῆς, στερεοῦ σώματος.
                            ἐπεὶ δὲ ὁμογενής <lb/>ἐστιν ἡ τῆς ὀσφρήσεως αἴσθησις τῇ τῆς γεύσεως, ἑνὶ
                            μόνῳ <lb/>διαφέρουσα τῷ λεπτομερεστέρῳ τῆς οὐσίας, (ὁ γὰρ ἀτμὸς
                            <lb/>ὑγρόν ἐστι λελεπτυσμένον) ὑπὲρ ἀμφοῖν ἅμα ῥηθήσεται, τὴν <lb/>ἀρχὴν
                            ἀπὸ τῆς γεύσεως ποιησαμένοις, ἕνεκα σαφηνείας. <lb/>ἥδιστοι τοίνυν εἰσὶ
                            ταύτῃ χυμοὶ, κατὰ φύσιν μὲν ἐχούσῃ <lb/>πάντες οἱ γλυκεῖς καὶ λιπαροὶ,
                            οὗτοι γὰρ πάντες ἐδείχθησαν οἰκειότατοι <lb/>τῇ τοῦ σώματος οὐσίᾳ·
                            κεκακωμένῃ δ’ ἔναγχος ὑπό <lb/>τινος τῶν ἀνιώντων αὐτὴν, οἱ λιπαροί·
                            μάλιστα γὰρ οὗτοι <lb/>τὸ τετραχυσμένον ἐκλεαίνουσι· νοσούσῃ δὲ, οἱ
                            ἐναντίοι τοῖς <lb/>νοσάζουσι, τοῖς μὲν παχέσιν οἱ λεπτύνοντες, τοῖς δὲ
                            λεπτοῖς οἱ <lb/>παχύνοντες, τοῖς δὲ γλίσχροις οἱ τέμνοντες, τοῖς δὲ
                            τραχύνουσιν <pb n="123"/> οἱ ἐκλεαίνοντες, οὕτω δὲ καὶ τοῖς μὲν θερμοῖς
                            οἱ ψυχροὶ, <lb/>τοῖς δὲ ψυχροῖς οἱ θερμοὶ, καὶ τοῖς μὲν ξηροῖς οἱ ὑγροὶ,
                            τοῖς <lb/>δὲ ὑγροῖς οἱ ξηροί. εἴρηται δὲ περὶ τῆς φύσεως αὐτῶν ἐν τῷ
                            <lb/>τετάρτῳ περὶ τῆς τῶν ἁπλῶν <milestone unit="ed2page" n="56"/>φαρμάκων δυνάμεως, καὶ <lb/>χρὴ μὲν μὴ παρέργως ἀναλέγεσθαι τὸν λόγον
                            ἐκεῖθεν εἴς τε <lb/>διάγνωσιν καὶ εῖς θεραπείαν ὄντα ὠφέλιμον. ἡ μὲν γὰρ
                            κοιλία <lb/>τοῖς τε σπλάγχνοις ὑπηρετεῖ καὶ ταῖς φλεψὶν, ὥστε οἵων
                            <lb/>ἂν ἐκεῖνα δέηται χυμῶν, τοιούτων ὀρέγεσθαι· ταύτης δ’ αὖ
                            <lb/>γνώμων ἡ γλῶττα προβέβληται, τούτοις μάλιστα χαίρουσα <lb/>τῶν
                            χυμῶν, ὧν ἂν ἡ κοιλία δέηται. τῆς κοινωνίας δὲ ὁ <lb/>περιαλείφων αὐτὴν
                            χιτὼν μάλιστα αἴτιος. ἥδεται μὲν οὖν <lb/>ἡ γλῶττα κατὰ διαφέροντας
                            καιροὺς, ἄλλοις ἄλλοτε τῶν ἔξωθεν <lb/>αὐτῇ προσπιπτόντων χυμῶν· ἥδεται
                            οὖν ἐνίοτε καὶ τῶν <lb/>ἐν αὐτῇ γλυκέων αἰσθανομένη, (φλέγματος δέ ἐστιν
                            εἶδος ὁ <lb/>γλυκὺς οὗτος χυμὸς) ὥσθ’ ὁσάκις γε ἀπὸ τῶν φλεβῶν
                            ἐγχυθέντος <lb/>αἵματος αἴσθησιν ὡς γλυκέος ἔλαβεν ἡ γλῶττα, τοῖς
                            <lb/>ἔξωθεν αὐτῇ προσπίπτουσιν ἀνάλογον ἔπαθεν. ἐπὶ μέντοι <lb/>τῆς
                            ὀσφρητικῆς δυνάμεως, ἡ μὲν τῶν ἔξωθεν ἡδέων τε καὶ <pb n="124"/> ἀνιαρῶν
                            αἴσθησις ἀνάλογον ἔχει τῇ γευστικῇ· τῶν δὲ κατ’ <lb/>αὐτὴν ἀτμῶν ἀηδῶν
                            μὲν ὄντων, ὡς εἴρηται πρόσθεν, αἰσθάνεταί <lb/>ποτε· γλυκέων δὲ ἢ ὅλως
                            ἡδέων οὐκ αἰσθάνεται, καθάπερ <lb/>οὐδὲ ἡ ὄψις, οὐδὲ ἡ ἀκοή. τῷ γὰρ
                            εἶναι λεπτομε<milestone unit="ed1page" n="225"/>ροῦς <lb/>οὐσίας
                            αἰσθήσεις οὐ πάσχουσι πάθος οὐδὲν ἰσχυρὸν <lb/>ἐν αὐταῖς. ἡ δὲ ἀφὴ καὶ ἡ
                            γεῦσις, σφοδρὸν μὲν οὐδὲν <lb/>οὐδὲ αὗται· πάσχουσι δ’ ἐνίοτε καὶ
                            τοιοῦτόν τι πάθος ἀμυδρὸν, <lb/>ἡ μέντοι γλῶττα πρὸς γλυκέος, ὡς
                            εἴρηται, φλέγματος, <lb/>ὅνπερ ὁ Πραξαγόρας τε καὶ Φιλότιμος ἰδιώτερον
                            ὀνομάζουσι <lb/>γλυκὺν χυμόν· ἡ δὲ ἁφὴ τῆς ἐν αὐτῇ κινήσεως αἰσθάνεται
                            <lb/>πολλάκις, ἐπειδὰν εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανέρχηται, τῶν
                            <lb/>τραχυνόντων γε αὐτὴν ἔνδον ἤτοι πεττομένων ἢ διαπνεομένων <lb/>ἢ
                            αἰσθητῶς ἐκκρινομένων. καὶ μὴν καὶ οἱ κοπωθέντες, ἐπειδὰν <lb/>τρίψεσί
                            τε μαλακαῖς ἢ λουτροῖς ἁπαλυνθέντες τὸ σῶμα <lb/>μετὰ ταῦθ’ ἡσυχάζωσιν,
                            ἐναργῶς αἰσθάνονται τῆς ἡδονῆς. <lb/>ἔτι δὲ δὴ μᾶλλον ἐν αὐταῖς ταῖς
                            εἰρημέναις κινήσεσιν ἥδονται <lb/>τοῖς κεκμηκόσι μορίοις εἰς τὸ κατὰ
                            φύσιν ἐπανερχομένοις. οὐ <lb/>μόνον δὲ ἐν τῷ λούεσθαι καὶ ἀνατρίβεσθαι
                            μαλακῶς ἐλαίῳ ﻿<pb n="125"/> δαψιλεῖ συμβαίνουσιν ἡδοναὶ τοῖς
                            κεκοπωμένοις μέρεσιν, ἀλλὰ <lb/>κᾀν ταῖς μείζοσιν ὀδύναις ἐπαφὴ μαλακὴ
                            καὶ πραεῖα καὶ λεία <lb/>φέρει τινὰ παραμυθίαν οὐ σμικράν. ἔξωθεν δὲ ἤδη
                            τὰ τοιαῦτα, <lb/>καὶ λεκτέον ἑξῆς ὑπὲρ ἁπάντων αὐτῶν. οὐδὲν γὰρ <lb/>ἔτι
                            δεόμεθα περὶ τῶν ὀσφρητῶν διεξέρχεσθαι, τοῖς γευστικοῖς <lb/>ἀνάλογον
                            ἐχόντων. ἡδόμεθα τοίνυν ἐν τούτῳ τῷ γένει τῆς <lb/>αἰσθήσεως, ἁπλῶς μὲν
                            εἰπεῖν, εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανερχόμενοι· <lb/>καὶ γίγνεται τοῦθ’ ἡμῖν
                            ἀεὶ διὰ τῶν ἐναντίων, ἐάν <lb/>γέ τις, ὡς προσήκει, λαμβάνῃ τὸ ἐναντίον.
                            προσήκει δὲ <lb/>δήπου τὸ πρώτως τε καὶ καθ’ ἑαυτὸ, καὶ μὴ δι’ ἑτέρου
                            μέσου, <lb/>τοῦ τέλους αἴτιον, οὐ τὸ προκατάρχον τε καὶ προκαταρκτικὸν
                            <lb/>ὀνομαζόμενον, ἐν τοῖς τοιούτοις ἅπασι σκοπεῖν, <lb/>ὅπερ Ἱπποκράτης
                            ἡμᾶς ἐν ἄλλοις τε πολλάκις ἀναμιμνήσκειν <lb/>ἔοικε κᾀν τῷ φάναι, ἔστι
                            δὲ ὅκου ἐπὶ τετάνου ἄνευ ἕλκεος, <lb/>νέῳ εὐσάρκῳ, θέρεος μέσου, ψυχροῦ
                            πολλοῦ κατάχυσις <lb/>ἐπανάκλησιν θέρμης ποιέεται· θέρμη δὲ ῥύεται
                            ταῦτα. <lb/>δόξειε μὲν γὰρ ὅ γέ τις ὑπὲρ τῶν τοιούτων ἀσκεπτότερον
                            <lb/>ἀποφαινόμενος ὑπὸ τῶν ὁμοίων ἐνίοτε θεραπεύεσθαί τι τῶν <pb n="126"/> παρὰ φύσιν, ὥσπερ καὶ τὸν τέτανον ὑπὸ τῆς ψυχρολουσίας. <lb/>ἔχει δὲ
                            οὐχ οὕτως τἀληθές· ἀλλ’ ἀεὶ πάντα πρὸς τὸ κατὰ <lb/>φύσιν ἐπανέρχεται
                            διὰ τῶν ἐναντίων, ὥσπερ καὶ ὁ τέτανος <lb/>διὰ τῆς κατὰ τὴν θερμασίαν
                            ἐπανακλήσεως. εἰ μὲν οὖν <lb/>ἀθρόως τοῦτο γίγνοιτο, μεθ’ ἡδονῆς ἡ
                            θεραπεία συντελεῖται· <lb/>κατὰ μικρὸν δὲ συμβάντος, ἀναίσθητος ἡ εἰς τὸ
                            κατὰ φύσιν <lb/>ἐπάνοδος ἔσται. <milestone unit="ed2page" n="57"/>οὕτω
                            δὲ καὶ ἡ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς <lb/>τὸ παρὰ φύσιν ὁδὸς, ἡ μὲν ἀθρόως
                            γιγνομένη βίαιός τε καὶ <lb/>ὀδυνηρὰ πάντως ἐστίν· ἡ δὲ κατὰ μικρὸν,
                            ἀναίσθητος. καὶ <lb/>διὰ τοῦτο τῆς κατ’ ὀλίγον ἀθροιζομένης ἐν τῷ σώματι
                            διαθέσεως <lb/>οὐ κατὰ φύσιν, ἀναισθήτου παντάπασιν οὔσης, ἡ εἰς <lb/>τὰ
                            κατὰ φύσιν ἐπάνοδος, ἐπειδὰν ἀθρόως ἐπιτελῆται, μετ’ <lb/>αἰσθήσεώς τε
                            ἅμα καὶ ἡδεῖα γίγνεται. καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν <lb/>οἰκειοτάτων ἡμῖν, οἷά
                            περ ἐστὶν ἐν μὲν τῇ γεύσει τὰ γλυκέα· <lb/>κατὰ δὲ τὴν ὄσφρησιν, ὅσα
                            τούτοις μὲν ἀνάλογον ἔχει, <lb/>καλεῖται δὲ εὐώδη. ἴδιον δέ τι πέπονθεν
                            ἐξαίρετον ἡ τῶν <lb/>γεννητικῶν μορίων αἴσθησις, ὅτι καὶ δύναμιν
                            ἰσχυροτάτην <lb/>ἔχει, κατὰ μὲν τὸ ἄῤῥεν γένος ἀποκριτικὴν τοῦ
                            σπέρματος, <pb n="127"/> κατὰ δὲ τὸ θῆλυ καὶ ταύτην μὲν ἔν τε τοῖς
                            ὄρχεσι καὶ τοῖς <lb/>σπερματικοῖς ἀγγείοις, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑλκτικὴν ἐν ὅλῃ
                            τῇ μήτρᾳ· <lb/>συνῆψε γὰρ ἡ φύσις ὑπερέχουσαν ἐπιθυμίαν τε ἅμα καὶ
                            <lb/>ἡδονὴν τῇ τε προέσει καὶ τῇ συλλήψει τοῦ σπέρματος. ἀλλ’ <lb/>ἡ μὲν
                            ἀνία, τοῦ περιττοῦ σπέρματος μένοντος ἔσω, ἀθροίζεται <lb/>κατ’ ὀλίγον
                            ἐν χρόνῳ πλείονι, καὶ διὰ τοῦτο, καὶ τοι <lb/>μεγάλα λυποῦσα (περὶ ὧν
                            ἑτέρωθι λέξομεν) ἀπολείπεται τῷ <lb/>μεγέθει τῆς ἡδονῆς, ἣν ἐν τοῖς
                            ἀφροδισίοις ἴσχοι. ἡ δ’ ἀπόκρισις <lb/>ἡ τοῦ λυποῦντος ἀθρόως γιγνομένη
                            τῷ τάχει τῆς εἰς <lb/>τὸ κατὰ φύσιν ἐπανόδου καὶ τὸ τῆς ἡδονῆς μέγεθος
                            ἀνάλογον <lb/>ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ὑπόλοιπον δ’ ἂν εἴη περὶ τῶν κατὰ τὸ <lb/>στόμα τῆς κοιλίας, ὃ δὴ καὶ
                            καρδίαν ὀνομάζουσι, συμπτωμάτων <lb/>διελθεῖν. ἔστι μὲν γὰρ ἐκ τοῦ
                            γένους καὶ αὐτὰ τῶν <lb/>ἁπτικῶν, ἀλλ’ οὐδὲν οὕτω μέρος οὔτ’ ἀκριβῆ τὴν
                            αἴσθησιν <lb/>ἔχει, οὔτε τὰς ἀρχὰς ἑκατέρας ἑαυτῷ συνδιατίθησιν, ὡς τὸ
                            <lb/>στόμα τῆς γαστρός. ὀνομάζεται δὲ συνήθως οὐ τοῖς πολλοῖς
                            <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἰατροῖς στόμαχος. αἱ γοῦν καλούμεναι <pb n="128"/> στομαχικαὶ συγκοπαὶ τούτου τοῦ μέρους εἰσὶ συμπτώματα,
                            <lb/>καθάπερ καὶ αἱ καρδιαλγίαι κατὰ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ προσηγορίαν
                            <lb/>ὠνομασμέναι· καὶ δὴ καὶ δυσπνοίας τε καὶ ἀπνοίας, καὶ <lb/>πνίξεις
                            καὶ ἐπιληψίας καὶ παρακοπὰς καὶ μελαγχολίας ἐπιφέρει. <lb/>ταῦτα μὲν οὖν
                            ἅπαντα κατὰ συμπάθειαν· ἀνορεξίας <lb/>δὲ καὶ δυσορεξίας καὶ μοχθηρὰς
                            ὀρέξεις αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. <lb/>καλῶ δὲ ἀνορεξίας μὲν ὅταν μηδὲ ὅλως
                            ὀρέγωνται· δυσορεξίας <lb/>δὲ, ἐπειδὰν ἀμυδρῶς· αἱ μοχθηραὶ δὲ ὀρέξεις,
                            αἱ μὲν εἰς <lb/>ἄμετρον ἐκτρέπονται σιτίων ἢ ποτῶν προσφορὰν, αἱ δὲ εἰς
                            <lb/>ἀλλοκότων ποιοτήτων ἐπιθυμίαν. ῥητέον οὖν ὑπὲρ ἁπάντων <lb/>ἑξῆς
                            ἀπὸ τῶν οἰκείων αὐτοῦ συμπτωμάτων ἀρξαμένους. <lb/>ἕπεται δὲ ταῦτα ταῖς
                            κατὰ φύσιν ἐνεργείαις τοῦ μορίου, δι’ <lb/>ἃς καὶ τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου
                            νεύρων ἐδεήθη μεγίστων, ἐφ’ οἷς <lb/>δὴ καὶ τὸ περιττὸν τοῦτο εἶδος τῆς
                            αἰσθήσεως ὑπὲρ ἅπαντα <lb/>κέκτηται. διαφορουμένου γὰρ εἰς τὸ περιέχον
                            ἑκάστου ζώου <lb/>κατὰ τὸ δέρμα, πρώτως κενοῦσθαι συμβαίνει τοῖς ὑπ’
                            αὐτῷ <lb/>μέλεσιν, ὧν ἡ σύμφυτος δύναμις, ὡς ἐν τοῖς τῶν φυσικῶν <pb n="129"/> δυνάμεων ὑπομνήμασιν ἐδείκνυμεν, ἐκ τῶν ὁμιλούντων ἑαυτοῖς
                            <lb/>ἐπισπᾶται τροφὴν ἀναπληροῦσαν τὸ κενούμενον, εἶτ’ αὖθις ἐκ <lb/>τῶν
                            ἑαυτοῖς ὁμιλούντων ἐκεῖνα, κᾄπειτα ἐκ τῶν ἑαυτοῖς τὰ τρίτα, <lb/>καὶ
                            οὕτως ἀεὶ κατὰ τὸ συνεχὲς ὡς ἐν χορῷ τινι ταχείας τῆς <lb/>μεταλήψεως
                            γιγνομένης, ἐπὶ τὰς καθηκούσας εἰς τὴν <milestone unit="ed2page" n="58"/>γαστέρα <lb/>φλέβας ἡ κένωσις ἀφικνεῖται. αὗται δέ γε εἰθίκεσάν
                            <lb/>τε ἅμα καὶ πεφύκεσαν ἐκ τῆς γαστρὸς ἐπισπᾶσθαι τὴν τροφὴν,
                            <lb/>ἀνάλογον ταῖς ἐπὶ τῶν φυτῶν εἰς τὴν γῆν καθηκούσαις ῥίζαις.
                            <lb/>ἅπαν γὰρ τοῦτο τὸ ἔργον οὐ ψυχικὸν, ἀλλὰ φυσικὸν ὑπάρχον,
                            <lb/>ὁμοίως ἐπιτελεῖται κατὰ τε τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα. τοῖς <lb/>μὲν οὖν
                            φυτοῖς ἡ γῆ τῆς γαστρὸς δίκην ὑπηρετεῖ διὰ παντὸς <lb/>ἑτοίμην τε καὶ
                            ἄφθονον ἐπάρδουσα τὴν τροφὴν, ἄχρι περ ἂν <lb/>αἱ ἐκ Διὸς ὧραι κατὰ
                            φύσιν ἔχωσιν, ὡς εἴγε ποτε δι’ ὑπερβολὴν <lb/>αὐχμῶν ἀναξηρανθείη τὸ
                            ὑγρὸν ἐξ αὐτῆς, ἐνδείᾳ τροφῆς <lb/>αὐαίνεται τὰ φυτά. τοῖς δὲ ζώοις ἅτε
                            μὴ προσπεφυκόσι <lb/>τῇ γῇ, πλὴν ὀλίγων δή τινων, ἡ φύσις ἐδημιούργησε
                            μὲν καὶ <lb/>τὴν γαστέρα ταμεῖον τροφῆς, οἷόν περ τὴν γῆν τοῖς φυτοῖς·
                                ﻿<pb n="130"/> ἔδωκε δὲ καὶ τῆς ἐνδείας αἴσθησιν, ἵν’ ἐξορμῶντα τὰ
                            ζῶα <lb/>πρός τε τὴν ἐδωδήν τε καὶ πόσιν ἑνὶ χρόνῳ πληρῶνται. καὶ
                            <lb/>καλεῖται μὲν ἡ τῆς τοιαύτης πληρώσεως ἔφεσις ὄρεξις, γίνεται
                            <lb/>δ’ ἐπ’ αἰσθήσει τῆς ἐνδείας, ὅταν αἱ μὲν φλέβες ἐξ αὐτῆς τι
                            <lb/>τῆς γαστρὸς ἕλκωσιν οἷον βδάλλουσαί τε καὶ μυζῶσαι, μὴ <lb/>φέρουσα
                            δὲ τὴν μύζησιν ἡ γαστὴρ, ἀλλ’ οἷον διασπωμένη, <lb/>τῆς ἀνίας ταύτης
                            ἴαμα τὴν ἐδωδὴν πορίζηται. τρέπονται γὰρ <lb/>αἱ φλέβες οὕτως ἐπὶ τὰ
                            παρακείμενα σιτία, κᾀξ αὐτῶν ἕλκουσι <lb/>τὴν τροφὴν, οὐκ ἐκ τῆς
                            γαστρὸς, καὶ συμβαίνει μετὰ <lb/>τὴν προσφορὰν ἅμα τε τὰς φλέβας ἐπὶ τὰ
                            σιτία τρέπεσθαι <lb/>καὶ τὴν κοιλίαν εἰς ἑαυτὴν ἕλκειν ἐξ αὐτῶν ὅσον
                            κεκένωται <lb/>πρότερον ὑπὸ τῶν φλεβῶν. ἡ μὲν οὖν τῆς μυζήσεως αἴσθησίς
                            <lb/>ἐστιν ἡ πεῖνα· δύο δὲ ἄλλα, τὸ μὲν τοῦ βδάλλειν τὰς <lb/>φλέβας
                                <milestone unit="ed1page" n="226"/>ἡγεῖται, καὶ καλεῖται καὶ τοῦτο
                            ὄρεξις ὁμωνύμως <lb/>θατέρῳ, φυσικὸν ἔργον ὑπάρχον, οὐ ψυχικόν· αὐτῆς
                            <lb/>δὲ τῆς τοιαύτης ὀρέξεως ἡ κένωσις προηγεῖται καὶ γίγνεται
                            <lb/>πέντε συμπτώματα τὰ σύμπαντα κατὰ στίχον ἐφεξῆς ἀλλήλων
                            <lb/>τεταγμένα· κένωσις μὲν πρώτη, δευτέρα δὲ ὄρεξις ἡ <pb n="131"/>
                            φυσικὴ τῶν κενωθέντων μορίων, εἶτα ἡ μύζησις τῆς κοιλίας, <lb/>εἶτα ἡ
                            ταύτης αἴσθησις, εἶτα ἡ ὄρεξις αὐτῆς ἡ ψυχικὴ <lb/>ἁπασῶν ὑστάτη. καὶ
                            τοίνυν καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς <lb/>ἐνεργείας ταύτης ἢ τῷ τὴν αἴσθησιν
                            ἀπολωλέναι τῆς βδάλσεως, <lb/>ἢ τῷ μὴ γίνεσθαι τὴν βδάλσιν, ἢ τῷ μὴ
                            κενοῦσθαι <lb/>τὸ σῶμα συμβαίνει. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον αἱ
                            <lb/>ἀμυδραὶ τῶν ὀρέξεων οὐκ ἐξ ἀπολωλότων ὧν εἴπομεν, <lb/>ἀλλ’ ἐγγὺς
                            ἀπωλείας ἡκόντων ἕπονται. μοχθηραὶ δὲ ὀρέξεις <lb/>γίγνονται κατὰ μὲν τὸ
                            ποσὸν ὑπερβάλλουσαι, καὶ καλοῦνται <lb/>πρός τινων αἱ τοιαῦται κυνώδεις,
                            ὅταν ἤτοι κακοχυμία τις <lb/>ὀξώδης δάκνῃ τὴν κοιλίαν, ἢ καὶ τὸ σύμπαν
                            σῶμα διαφορούμενον <lb/>ἀμέτρως ἐν χρείᾳ συνεχεῖ καθίσταται τῆς θρέψεως.
                            <lb/>ἡ μὲν γὰρ ψυχρὰ κακοχυμία τὴν δῆξιν μὲν ἀνάλογον τῇ μυζήσει
                            <lb/>παρέχει, τὴν ὄρεξιν δ’ ἐπεγείρει τῇ τοῦ φυσικοῦ παθήματος
                            <lb/>ὁμοιότητι, τροφῆς δὲ, οὐ ποτοῦ, τὴν ἐπιθυμίαν ἐργάζεται <lb/>διὰ
                            τὴν ψύξιν· ἁλυκῆς δ’ ἔτι καὶ χολώδους κακοχυμίας <lb/>δακνούσης τὴν
                            γαστέρα, ποτοῦ μᾶλλον ἢ σιτίων ὀρέγονται. <lb/>πρὸς γὰρ τῷ θερμαίνεσθαί
                            τε καὶ ξηραίνεσθαι τὴν κοιλίαν, <lb/>ἅπερ αἴτια δίψους ἐστὶν, ἔτι καὶ τὸ
                            χεῖσθαι τοὺς χυμοὺς ἐν <pb n="132"/> αὐτῇ τε καὶ ταῖς φλεψὶ συμβαίνει.
                            τὸ δὲ τῆς χύσεως τῶν χυμῶν <lb/>σύμπτωμα πληροῖ τὰ περιέχοντα, καθάπερ,
                            οἶμαι, τὰ <lb/>τῆς ψύξεως ἐκκενοῖ. καὶ τοίνυν εἰς μὲν τὸ πεινῆν οὐ
                            σμικρὸν <lb/>ἡ ψύξις τῶν κατὰ τὴν γαστέρα συντελεῖ. κενά τε γὰρ
                            <lb/>ἐργάζεται τὰ σώματα καὶ τοὺς χιτῶνας αὐτῶν συνάγουσά τε <lb/>καὶ
                            σφίγγουσα πρὸς τὴν ὄρεξιν ἐπεγείρει. τοῦ δὲ μὴ πεινῆν ἐν <lb/>τοῖς
                            μάλιστα συνεκτικὸν αἴτιον ἡ θερμότης ἐστὶ, τὰ μὲν στερεὰ <lb/>σώματα τῷ
                            χαλᾷν ἐκλύουσα καὶ πρὸς τὴν ὁλκὴν ἀτονώτερα
                            <lb/>κατασκεύκατασκευάζουσααζουσα, τὰ δὲ ὑγρὰ <milestone unit="ed2page" n="59"/>τῷ χεῖν ἐπιπλέον ἐκτείνουσα. <lb/>μία μὲν οὖν αἰτία τῆς
                            κυνώδους ὀρέξεώς ἐστιν ἡ <lb/>ὀξώδης κακοχυμία· δευτέρα δὲ, ὡς ἐλέγετο,
                            κένωσις πλείων <lb/>δι’ ὅλου τοῦ σώματος, ἤτοι διὰ ῥώμην θερμότητος ἢ
                            δι’ ἀῤῥωστίαν <lb/>τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως ἐπιτελουμένη. καὶ δὴ καὶ
                            <lb/>συμβαίνει κατὰ μὲν τὴν προτέραν διάθεσιν ὑποχωρήσεις τῶν
                            <lb/>ληφθέντων γίγνεσθαι πολλάς· κατὰ δὲ τὴν δευτέραν, ὡς ἂν <lb/>ἐπὶ
                            κενώσει τῆς ἕξεως ἐπιτελουμένην, ἀναδίδοσθαι τὴν τροφήν. <lb/>ἄμετροι
                            μὲν οὖν ὀρέξεις τε ἅμα καὶ πεῖναι διὰ ταῦτα <lb/>γίγνονται. μοχθηρῶν δὲ
                            ποιοτήτων ἐπιθυμοῦσιν οἷς ἂν <lb/>εἰς τοὺς τῆς κοιλίας χιτῶνας ἐναποθῇ
                            τι περίττωμα μοχθηρόν. <pb n="133"/> εἴωθε δὲ τοῦτο γίγνεσθαι μάλιστα
                            ταῖς κακοχύμοις γυναιξὶν. <lb/>ἐπειδὰν κυήσωσι, καὶ καλεῖται κίττα τὸ
                            πάθος. ὀρέγονται <lb/>δὲ ἐν αὐτῷ μάλιστα μὲν ὀξέων τε καὶ στρυφνῶν, ἔστι
                            δὲ ὅτε <lb/>καὶ δριμέων, ἐνίοτε δὲ ἤτοι κιμωλίας γῆς ἢ ὀστράκων ἢ
                            ἐσβεσμένων <lb/>ἀνθράκων ἤ τινων οὕτως ἀτόπων βρωμάτων. καὶ <lb/>τοῦτο
                            πάσχουσιν αἱ πλείους αὐτῶν ἄχρι τοῦ δευτέρου καὶ <lb/>τρίτου μηνός· ἐν
                            δὲ τῷ τετάρτῳ παύονται, τὸ μέν τι τοῖς <lb/>ἐμέτοις ἐκκενωθείσης τῆς
                            κακοχυμίας, τὸ δέ τι καὶ πεφθείσης <lb/>ἐν τῷ χρόνῳ, βραχέα σιτουμένης
                            τῆς ἀνθρώπου διὰ τὴν ἀποσιτίαν, <lb/>τὸ δέ τι καὶ πλήθους ἐκκενουμένου.
                            κατὰ μὲν γὰρ <lb/>τοὺς πρώτους δύο μῆνας ὀλίγον ἐπισπᾶται τοῦ αἵματος
                            εἰς <lb/>ἑαυτὸ τὸ ἔμβρυον, ὡς ἂν ἔτι μικρότατον ὑπάρχον, ὅταν <lb/>μηδ’
                            ἔμβρυον ἤδη πω καλεῖται κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, ἀλλ’ <lb/>ἔτι κύημα·
                            μεῖζον δὲ γιγνόμενον αὐτό τε πλείονι χρῆται <lb/>τροφῇ καὶ οὐ μόνον ὅ τι
                            περ ἂν ᾖ χρηστότατον ἐν ταῖς φλεψὶ, <lb/>τοῦτ’ ἐπισπᾶται, καθάπερ
                            ἔμπροσθεν, ἀλλὰ τῷ δεῖσθαι <lb/>πλείονος συνεπισύρεταί τι καὶ τοῦ
                            μοχθηροῦ. καὶ οὕτω <lb/>σύμπαν σῶμα τότε πληθωρικὸν ἔτ’ εἷναι παύεται
                            καὶ ἧττον <pb n="134"/> γίγνεται κακόχυμον. αὐτὸ δὲ δὴ τὸ ἔμβρυον ἧς
                            ἐπισπᾶται <lb/>τροφῆς τὰ περιττώματα διττοῖς ὑμέσιν ἐναποτίθεται, καὶ
                            <lb/>γίγνεται μὲν ὡς τὰ πολλὰ καὶ αὐτὸ κακοχυμότερόν τε καὶ
                            <lb/>δυσκρατότερον, ὡς ἂν ὑπὸ μοχθηροῦ τρεφόμενον αἵματος, <lb/>ἢν μὴ
                            πάνυ χρησταῖς ἡ κύουσα χρῆται τροφαῖς ἐν τῷ λοιπῷ <lb/>χρόνῳ τῆς
                            κυήσεως. ἀλλ’ οὐδὲν τοῦτό γε πρὸς τὰ παρόντα. <lb/>τὸ δὲ μοχθηρῶν
                            ὀρέγεσθαι ποιοτήτων, ὑπὲρ οὗ διηγούμενος <lb/>ἐμνημόνευσα τῆς κίττης,
                            γίγνεταί ποτε καὶ ἀνδράσιν, ὅταν <lb/>γε καὶ τούτοις εἰς τὸ τῆς γαστρὸς
                            στόμα κατασκήψῃ ὁμοία τις <lb/>κακοχυμία. ταυτὶ μὲν οὖν τὰ συμπτώματα
                            περὶ τὴν τῆς <lb/>τροφῆς ὄρεξιν γίγνεται. περὶ δὲ τὴν τοῦ ποτοῦ
                            παραπλήσια <lb/>τούτοις ἕτερα τοσαῦτα, ἡ μὲν οἷον στέρησις, ἐπειδὰν ἤτοι
                            <lb/>μηδ’ ὅλως δέηται τὸ σῶμα δι’ ὑπερβάλλουσάν τε ὑγρότητα <lb/>καὶ
                            ψύξιν, ἢ ἀναίσθητος ᾖ τοῦ καθ’ ἑαυτὴν πάθους ἡ γαστήρ· <lb/>ἡ δὲ ἐνδεὴς
                            ὄρεξις, ἐπειδὰν ἐνδεῶς γίγνηται τὰ αὐτά. <lb/>ἡ μοχθηρὰ δὲ τῶν ποτῶν
                            ὄρεξις ἀνάλογος γίγνεται τῇ περὶ <lb/>τὴν τροφὴν ὀρέξει μοχθηρᾷ, ποτὲ
                            μὲν ἀμέτρου πόματος, <lb/>ὅταν ἐν αὐτοῖς χιτῶσι τῆς γαστρὸς ἁλμώδης τις
                            ἢ χολώδης ﻿<pb n="135"/> κακοχυμία περιέχηται, ποτὲ δὲ οἷον ζέσαντος τοῦ
                            καθ’ ἑαυτὴν <lb/>ὑγροῦ συμφύτου. μοχθηρῶν δ’ ἐπιθυμοῦσι πομάτων
                            <lb/>ὥσπερ καὶ σιτίων, ἀνάλογον τῇ κρατούσῃ κακοχυμίᾳ. ταυτὶ <lb/>μὲν
                            οὖν ἐν χρόνῳ πλείονι κακῶς διαιτηθεῖσιν ἐπιγίγνεται· <lb/>ἀπαύστοις δὲ
                            δίψεσι καταληφθεῖσιν, ἐξ ὧν περ καὶ ἀποθανόντας <lb/>οἶδα τόν τε
                            καταφαγόντα τὴν ἔχιδναν (ἦν δὲ ἄρα <lb/>διψὰς) καὶ τοὺς ἐκ τοῦ οἴνου
                            πιόντας ἐκ περιστάσεως θεριστὰς, <lb/>ἐν ᾧ τοιοῦτόν τι θηρίον
                            ἐναποτεθνήκει, καὶ τὸν ἐξ <lb/>οἴνου παλαιοῦ μεθυσθέντα, καὶ τὸν
                            ἀποκαρτερεῖν θελήσαντα, <lb/>καὶ τοὺς ἐν τῷ πλοίῳ ἐπιλιπόντος τοῦ
                            ὕδατος, <milestone unit="ed2page" n="60"/>ὧν ὅσοι <lb/>τῆς θαλάσσης
                            ἐτόλμησάν τι πιεῖν, ἀμετρότερόν τε διψήσαντες <lb/>τῶν ἄλλων, καί τινες
                            μὲν αὐτῶν ὑπαχθέντες τὴν γαστέρα καὶ <lb/>δηχθέντες σφοδρῶς ὀξύτερον ἢ
                            κατὰ τοὺς λοιποὺς ἀπέθανον. <lb/>οἶδα δέ τινα καὶ τῶν πυρεττόντων
                            καυσωδῶς, ἐπιδιδόντος <lb/>ἔτι τοῦ νοσήματος, ἀνέδην τε πίνοντα ψυχρὸν,
                            καὶ μηδαμῶς <lb/>ἐμπιπλάμενον, ἄχρι περ ἂν ἀπέθανεν. αὗται μὲν δὴ
                            τοιαῦται <lb/>καὶ τοσαῦται περὶ τὰς ὀρέξεις τῆς γαστρὸς αἱ πλημμέλειαι.
                            <lb/>καὶ πρὸς αὐταῖς ἡ καρδιαλγία, σύμπτωμά τι τοῦ <pb n="136"/>
                            στόματος τῆς γαστρὸς αἰσθητικὸν, ἀνιαρὸν ἐπὶ χυμοῖς δακνώδεσιν.
                            <lb/>ἔξωθεν δὲ τούτων ἐστὶν ὁ καλούμενος βούλιμος <lb/>ἐνδείας τε ἅμα
                            καὶ ἀτονίας καὶ καταψύξεως τῆς ἐνταῦθα σύμπτωμα. <lb/>θαυμαστὸν δὲ
                            οὐδὲν, εἰ ταῖς ὀδύναις αὐτοῦ λειποψυχίαι <lb/>τε καὶ καταπτώσεις ἕπονται
                            τῆς δυνάμεως. ὅπου <lb/>γὰρ ὁρῶνταί τινες ἐπὶ προσπταίσματι δακτύλου
                            λειποθυμήσαντες, <lb/>οὐδὲν δήπου θαυμαστὸν ἐπὶ στομάχῳ παθεῖν αὐτὸ,
                            <lb/>καὶ τῇ τῆς αἰσθήσεως ἀκριβείᾳ καὶ τῇ τῆς θέσεως ἐγγύτητι <lb/>τὰς
                            δύο ἀρχὰς ἑτοιμότερον εἰς συμπάθειαν ἄγειν αὐτοῦ δυναμένου. <lb/>καὶ τὰ
                            μέγιστα συμπτώματα τοὺς εὐαισθητοτάτους <lb/>στομάχους ἔστιν εὑρεῖν
                            ἐπιφέροντας, ὡς ἂν καὶ μᾶλλον τῶν <lb/>ἄλλων ἀνιωμένους ἐπὶ πᾶσι τοῖς
                            λυποῦσι, καὶ ταῖς ἀρχαῖς <lb/>ἀμφοτέραις ἀναπέμποντας ἔστιν ἰδεῖν τὴν
                            βλάβην αὐτούς. <lb/>ὅταν δὲ δὴ καὶ ὅλον τὸ νευρῶδες γένος ἐπί τινος
                            εὐαισθητότερον <lb/>ἢ εὐπαθέστερον ὑπάρχῃ, τότε δὴ καὶ μάλιστα καὶ αὐτάς
                            <lb/>γε τὰς ἀρχὰς εἰς <milestone unit="ed1page" n="227"/>συμπάθειαν
                            ἑτοιμότερον ἄγεσθαι <lb/>συμβέβηκεν, ὅταν ἤτοι κατά τι πάθος, ἢ καὶ
                            φύσει πως <lb/>ὑπάρχουσιν ἀσθενεῖς. καὶ ὅταν γε συνέλθῃ τὰ τέτταρα, <pb n="137"/> μέγιστον ἀνάγκη γενέσθαι τὸ πάθημα. τέσσαρα δὲ λέγω,
                            <lb/>τήν τε λυποῦσαν τὸν στόμαχον διάθεσιν ἰσχυρὰν γενομένην, <lb/>καὶ
                            τὴν αἴσθησιν αὐτῆς μάλιστα ἀκριβουμένην, καὶ τὸ τῶν <lb/>νεύρων γένος, ἢ
                            τὸ τῶν ἀρτηριῶν ἀσθενὲς ὑπάρχον, ἔτι δὲ <lb/>πρὸς τούτοις ἤτοι τὸν
                            ἐγκέφαλον, ἢ τὴν καρδίαν. οὕτω <lb/>γοῦν ἐπιληψίαι τε διὰ τὸν ἄτονον
                            στόμαχον ἐνίοις ἐπιγίνονται, <lb/>καὶ κάροι, καὶ κώματα, καὶ καταλήψεις,
                            παραφροσύναι <lb/>τε καὶ μελαγχολίαι, τῆς κατὰ τὸν ἐγκέφαλόν τε καὶ τὰ
                            νεῦρα <lb/>συμπαθούσης ἀρχῆς. αἱ δὲ ὀνομαζόμεναι καρδιακαὶ συγκοπαὶ
                            <lb/>τῆς κατὰ τὴν καρδίαν τε καὶ τὰς ἀρτηρίας ἀρχῆς συμπαθούσης
                            <lb/>ἐπιγίγνονται. οὕτω δὲ καὶ ἀσφυξίαι τε καὶ μικροσφυξίαι, <lb/>καὶ
                            κακοσφυξίαι· αἱ δ’ ἄπνοιαι τῶν ἀρχῶν ἀμφοτέρων <lb/>εἰς μεγάλην ἀγομένων
                            συμπάθειαν· αἱ δύσπνοιαι δὲ <lb/>κατὰ διττὸν τρόπον, αἱ μὲν τῇ
                            στενοχωρίᾳ τῶν φρενῶν, αἱ <lb/>δὲ τῶν ἀρχῶν ἀμφοτέρων συμπασχουσῶν. αἱ
                            δ’ εἰς τὰ τοιαῦτα <lb/>παθήματα προφάσεις ἄγουσαι τὸ ζῶον οὐκ ὀλίγαι.
                            <lb/>ψύξις τε γὰρ ἰσχυρὰ ποτὲ μὲν αὐτὴ καθ’ αὑτὴν, ἔστι δ’ ὅτε <lb/>ἐπὶ
                            φλέγματι πάνυ ψυχρῷ, (τοιοῦτον δέ ἐστι παραπλήσιον <pb n="138"/> ὑάλῳ
                            κεχυμένῃ κατά τε τὴν χρόαν καὶ τὴν σύστασιν, ὅν περ <lb/>δὴ καὶ ὑαλώδη
                            χυμὸν οἱ περὶ τὸν Πραξαγόραν τε καὶ Φιλότιμον <lb/>ὀνομάζουσιν) οὐχ
                            ἥκιστα δὲ καὶ φυσῶδες πνεῦμα ψυχρὸν, <lb/>ἢ ποτὸν, ἢ ἐδεστὸν, ἤ τι
                            φάρμακον ἱκανῶς ψυχρὸν, αὐτό τε <lb/>τῆς κοιλίας τὸ στόμα καταψύχεται,
                            καὶ σὺν αὐτῷ διὰ μὲν <lb/>τῶν νεύρων τὸν ἐγκέφαλον, διὰ δὲ τῆς μεγάλης
                            ἀρτηρίας τὴν <lb/>καρδίαν συγκαταψύχει· τῇ μὲν τῶν νεύρων τοῦ γένους
                            κοινωνίᾳ <lb/>τὸν ἐγκέφαλον, τῇ δὲ τῆς θέσεως ἐγγύτητι τὴν καρδίαν.
                            <lb/>ἐπειδὰν μὲν γὰρ ἡ ἐκφυεῖσα τῆς καρδίας ἐπιβῇ τῆς <lb/>ῥάχεως ἡ
                            μεγίστη τῶν ἀρτηριῶν, πρῶτον μὲν ζεύγνυταί τε <lb/>καὶ συνάπτεται δι’
                            ὑμένων τῷ στομάχῳ, μετ’ αὐτὸν δὲ τῷ <lb/>στόματι καὶ αὐτῇ τῇ γαστρὶ κατὰ
                            μῆκος ὑποτείνεται κάτω <lb/>προϊοῦσα. διὰ ταύτης μὲν οὖν τῆς ἀρτηρίας
                            μεγίστης <milestone unit="ed2page" n="61"/>τε <lb/>οὔσης καὶ ἐξ αὐτῆς
                            τῆς καρδίας ἐκφυομένης, ἡ ἑτέρα τῶν ἀρχῶν <lb/>συμπαθεῖ τῷ στόματι τῆς
                            κοιλίας· διὰ δὲ τῶν νεύρων <lb/>ὁ ἐγκέφαλος· ὥστ’ οὐδὲν θαυμαστὸν ἐπὶ
                            ταῖς νόσοις αὐτοῦ <lb/>μέγιστά τε καὶ ἰσχυρότατα συμπτώματα
                            καταλαμβάνειν τὸ <lb/>ζῶον. ὅστις μὲν οὖν ὁ τρόπος ἐστὶν ἑκάστου τῆς
                            γενέσεως, <pb n="139"/> ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα λεχθήσεται· νυνὶ δὲ τὰς
                            προφάσεις αὐτὰς <lb/>ἀρκεῖ μοι διελθεῖν. εἰσὶ δὲ μύκητές τινες καὶ
                            βουπρήστεις <lb/>καὶ ψιμμύθιον καὶ γύψος καὶ γάλα πεπηγὸς, αἵ τε
                            <lb/>ἀπὸ τῶν ὑστερῶν πνίξεις ἐπὶ τῶν χηρευουσῶν τε καὶ μὴ καθαιρομένων,
                            <lb/>ὅσα τε ἀνάλογον αὐταῖς ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων γίνεται, <lb/>λεχθήσεται δὲ
                            χωρὶς ὑπὲρ ἀπνοίας ἑτέρωθι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Καὶ περὶ μὲν τῶν αἰσθητικῶν ὀργάνων <lb/>ἁπάντων, ἔτι τε τῶν κατὰ ταῦτα
                            δυνάμεων, ἤδη μοι δοκῶ <lb/>πέρας ἔχειν τὸν λόγον. ἐπ’ αὐτὸ δὲ τὸ
                            κατάρχον αὐτῶν ἐπιπέμπον <lb/>τε τοῖς κατὰ μέρος οἷον ἐκ πηγῆς τινος
                            ἑαυτοῦ τὰς <lb/>δυνάμεις ἐπιέναι τῷ λόγῳ καιρός. ἔστι δὲ δήπου τὸ πρῶτον
                            <lb/>αἰσθητικόν. ἐν αὐτοῖς μὲν γὰρ τοῖς κατὰ μέρος ὀργάνοις <lb/>ἑκάστῃ
                            τῶν αἰσθήσεων ἡ ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ἀλλοίωσις <lb/>ἐπιτελεῖται. ταύτης δὲ
                            αἰσθητικὸν γίγνεται τὸ ἀλλοιούμενον <lb/>μόριον, ἐκ τοῦ δέχεσθαι τὴν ἀπ’
                            ἐγκεφάλου κατιοῦσαν εἰς <lb/>αὐτὸ διὰ τοῦ νεύρου δύναμιν. αὐτὸς γὰρ ὁ
                            ἐγκέφαλος οὐκ <lb/>αἰσθητικὸν ὄργανον ὑπὸ τῆς φύσεως, ἀλλ’ αἰσθητικῶν
                            αἰσθητικὸς <lb/>ἐγένετο. καὶ ὅτι μὲν ἀεὶ διὰ τῶν νεύρων ἐπιπέμπει τὴν
                                <pb n="140"/> αἰσθητικὴν δύναμιν ἅπασι τοῖς τοῦ ζώου μορίοις,
                            ἐναργέστατόν <lb/>ἐστιν ἐκ τοῦ μετὰ τὸ τμηθῆναι νεῦρον ὁτιοῦν εὐθέως
                            <lb/>ἀναίσθητον ἀποτελεῖσθαι τὸ μέρος, εἰς ὃ τὸ νεῦρον κατασχίζεται.
                            <lb/>ἐναργὲς δὲ οὐδὲν ἧττόν ἐστι καὶ ὡς κατὰ τοὺς ὕπνους <lb/>ἤτοι
                            παντάπασιν ἀργοῦσιν αἱ αἰσθήσεις, ἢ ἀμυδρῶς ἐνεργοῦσιν. <lb/>εὔλογον οὖν
                            ὀλίγην τινα ἐπιῤῥεῖν τηνικαῦτα δύναμιν <lb/>ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῖς κατὰ
                            μέρος. καὶ τό γε βαθέως τε καὶ <lb/>μὴ βαθέως κοιμᾶσθαι, τοῦτο δὴ τὸ
                            συνήθως ἑκάστοτε λεγόμενον, <lb/>ἐν τῷ ποσῷ τῆς ἐπιῤῥοῆς ἐστι. τοσούτῳ
                            γὰρ μεῖον <lb/>ἐπιῤῥεῖν εἰκός ἐστιν, ὅσῳπερ ἂν ὁ ὕπνος ᾖ βαθύτερος.
                            ἔοικεν <lb/>οὖν ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ παντὶ τῷ κατὰ τὸν ὕπνον ἀναπαύεσθαι
                            <lb/>μὲν ἡ ψυχικὴ δύναμις, ἐνεργεῖν δὲ ἰσχυρότερον ἡ <lb/>φυσική.
                            τεκμήραιτο δ’ ἄν τις τῷ κεκμηκυῖαν αὐτὴν ὑπνωσάντων <lb/>ἀναῤῥώννυσθαι,
                            καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐπὶ τροφῇ συμμέτρῳ <lb/>κοιμηθῶμεν· ἔτι τε τῷ πέττεσθαι
                            τὴν τροφὴν ὑπνούντων <lb/>κάλλιστα καθ’ ὅλον τοῦ ζώου τὸν ὄγκον, οὐκ ἐν
                            τῇ <lb/>γαστρὶ μόνον. ἔστι δὲ καὶ ἄλλως εὔλογον ἀναπαύεσθαί ποτε
                            <lb/>κᾀκεῖνο τοῦ ζώου τὸ μέρος, ἐν ᾧ τῆς λογικῆς ψυχῆς ἐστιν ﻿<pb n="141"/> ἡ ἀρχή. ἡ μὲν γὰρ καρδία φαίνεται κατὰ σμικρὰ τοῦτο
                            <lb/>ποιοῦσα, ὡς μὴ δεῖσθαι χρόνου πολλοῦ πρὸς ἀνάπαυσιν· ὁ <lb/>δὲ
                            ἐγκέφαλος οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ἐν μὲν ταῖς ἐγρηγόρσεσιν ἐνεργεῖ <lb/>διὰ
                            παντὸς, ὑπνούντων δὲ ἡσυχάζει, καὶ διὰ τοῦτο βαθύτερος <lb/>ὕπνος
                            συμπίπτει τοῖς πλείονα γυμνασαμένοις, ὡς ἂν <lb/>ἀπεῤῥυηκυίας αὐτοῖς
                            πολλῆς δυνάμεως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ὁπότε <lb/>ἐνήργουν. διά τε οὖν τὴν
                            κένωσιν ἧς ἔπεμψε δυνάμεως ὁ <lb/>ἐγκέφαλος, ἔτι δὲ διὰ τὸν κάματον, ὃν
                            ἔκαμε διὰ τὰς πολλὰς <lb/>ἐνεργείας, ἀναπαύσεώς τε ἅμα καὶ ἀναῤῥώσεως
                            χρῄζει. ὥσπερ <lb/>δὲ ἐπὶ τοῖς γυμνασίοις ἑτοιμότερόν τε καὶ βαθύτερον
                            <lb/>ὑπνοῦσιν, οὕτω καὶ τροφὴν προσενεγκάμενοι, καὶ ὅσῳ περ <lb/>ἂν
                            ὑγροτέρα τὴν φύσιν ὑπάρχῃ, τοσούτῳ μᾶλλον ὑπνοῦσιν· <lb/>οὕτω δὲ
                                <milestone unit="ed2page" n="62"/>καὶ οἶνον πλείονα προσαράμενοι,
                            καὶ λουσάμενοι <lb/>λουτροῖς δαψιλέσι θερμοῖς κατὰ τῆς κεφαλῆς. ἅπαντα
                            <lb/>γὰρ τὰ τοιαῦτα φαίνεται πληροῦντα τὸν ἐγκέφαλον ὑγρότητος, <lb/>ἧς
                            ἄρα δεῖται κεκμηκώς τε καὶ κατεξηρασμένος ὡσαύτως <lb/>ἐν ταῖς πολλαῖς
                            ἐνεργείαις. ἀλλὰ γὰρ ὅτι ἡ μὲν κεφαλὴ πληρουμένη <lb/>τὸν ὕπνον
                            ἐπιφέρει, δέδεικται πρὸς Ἀριστοτέλους <pb n="142"/> αὐτάρκως, καὶ οὐδὲν
                            δεῖ νῦν ἡμᾶς ἐπεξιέναι τῷ λόγῳ. τὸ <lb/>γάρ τοι περὶ ὕπνου καὶ
                            ἐγρηγόρσεως ἀναγνούς τις αὐτοῦ βιβλίον, <lb/>αὐτό τε τοῦτο σαφῶς
                            ἐκμαθήσεται, τὸ πληρουμένης <lb/>τῆς κεφαλῆς ἐπιγίγνεσθαι τοῖς ζώοις
                            τοὺς ὕπνους, ἔτι τε πρὸς <lb/>τούτοις κατανοήσει τὸ χωλεῦον παρ’ αὐτῷ
                            τοῦ λόγου. καί <lb/>τοι γὰρ ἱκανώτατος ὢν ἐπιχειρῆσαι καὶ πιθανώτατος
                            εἰς ὅπερ <lb/>ἂν ἐθελήσῃ τὸν λόγον ἀγαγεῖν, ὅμως οὐδὲν ἔσχε πιθανώτερον
                            <lb/>ἐξευρεῖν, διότι τῆς κεφαλῆς πληρουμένης ἀναπαύεται τὸ <lb/>πρῶτον
                            αἰσθητικὸν ἐν τῇ καρδίᾳ καθιδρυμένον, ὡς αὐτὸς <lb/>ὑπολαμβάνει· πολὺ
                            γὰρ δήπου πιθανώτερον ἦν ἐπὶ ταῖς τοῦ <lb/>πνεύμονος ὑγρότησι γίγνεσθαι
                            τοὺς ὕπνους, ὃν ἡ φύσις οὐδὲν <lb/>ἄλλο ἢ ὑπηρετήσοντα τῇ καρδίᾳ
                            περιέβαλε κύκλῳ. τίς δ’ <lb/>οὐχὶ καὶ τῶν τἀναντία δοξαζόντων ἰατρῶν, ἢ
                            ἀπὸ ψιλῆς ἀναγομένων <lb/>τῆς ἐμπειρίας, ἐν κάροις καὶ ληθάργοις καὶ
                            κώμασι <lb/>καὶ πᾶσι τοῖς παρὰ φύσιν ὑπνώδεσι νοσήμασιν ἐπὶ τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν ἀφικνεῖται καταντλῶν καὶ καταπλάττων αὐτὴν, καὶ <lb/>ξυρῶν,
                            καὶ σικύας προσφέρων, καὶ πᾶν ὁτιοῦν ἄλλο μηχανώμενος, <lb/>ὡς ἐνταῦθα
                            τῆς ῥίζης τοῦ νοσήματος ὑπαρχούσης; <pb n="143"/> οὕτω δὲ καὶ τὰς
                            παραφροσύνας καὶ φρενίτιδας, ἁπάσας τε <lb/>τὰς παρὰ φύσιν ἀγρυπνίας
                            ἰώμενοι, τῇ κεφαλῇ τὰ βοηθήματα <lb/>προσφέρουσιν. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων
                            ἑτέρωθι διὰ <lb/>πλειόνων ἀ<milestone unit="ed1page" n="228"/>ποδέδεικται. τὸ δὲ εἰς τὰ παρόντα τοῦ λόγου <lb/>χρήσιμον, ὡς ὁ
                            ἐγκέφαλος ἡνίκα μὲν ἐπιπλέον αὐτὸς ἐνεργήσας <lb/>ἀναπαύεσθαι βουληθῇ,
                            τὸν κατὰ φύσιν ὕπνον ἐπάγει <lb/>τῷ ζώῳ, καὶ μάλιστα ἐπειδὰν ὑγρότητος
                            δαψιλοῦς ἀπολαύειν <lb/>ἡ ἐν αὐτῷ θρεπτικὴ δύναμις ἔχῃ· ἡνίκα δ’ ἂν ὑπὸ
                            πολλῆς <lb/>ψυχρᾶς ὑγρότητος βαρύνηται, τὸν ἐν κώμασί τε καὶ ληθάργοις
                            <lb/>ὕπνον ἐπιφέρει, ὅσα τε ἄλλα νοσήματα παραπλήσια· <lb/>κεφάλαιον δ’
                            αὐτῶν ἐστιν ἡ ὑγρότης τε καὶ ψύξις, ἤτοι κατὰ <lb/>μόνας ἑκατέρα
                            συνισταμένη, ἢ καὶ κατ’ αὐτὸν ἀμφότεραι <lb/>συνελθοῦσαι. τοιαῦτα γοῦν
                            ἐστι καὶ τὰ φάρμακα πάντα τά <lb/>τ’ ὄντως ὑπνωτικὰ καὶ ὅσα καλεῖται μὲν
                            οὕτως, ἐργάζεται <lb/>δ’ οὐχ ὕπνον, ἀλλὰ κῶμά τε καὶ κάρον καὶ νάρκην
                            παντὸς <lb/>τοῦ σώματος. ὅσα μὲν οὖν ὑγραίνει μόνον, ὑπνωτικὰ δεόντως
                            <lb/>ὀνομάζεται· τὰ ψύχοντα δὲ οὐκ ὀρθῶς οὔθ’ ὕπνον οὔτ’ <lb/>ἀνωδυνίαν
                            ἐπιφέρειν ἄν λέγοιντο, ἀλλ’ ἀντὶ μὲν ὕπνου κῶμα <pb n="144"/> καὶ κάρον,
                            ἀντὶ δὲ τῆς ἀνωδυνίας ἀναισθησίαν ἢ δυσαισθησίαν <lb/>διὰ τὴν ὑπερβολὴν
                            τῆς ψύξεως. εἴρηται δὲ δήπου καὶ <lb/>πρόσθεν, ὡς ἡ νάρκη τὸ πάθημα
                            δυσαισθησία τε ἅμα καὶ <lb/>δυσκινησία τῶν νευρωδῶν μορίων ἐστί· καὶ
                            γίγνεται μὲν, ὡς <lb/>ἐλέχθη, καὶ κατ’ ἄλλας αἰτίας, γίγνεται δὲ καὶ
                            κατὰ δυσκρασίαν, <lb/>ὡς ἐπὶ τοῖς ψύχουσι φαρμάκοις. οὕτω μὲν οὖν ὕπνοι
                            <lb/>τε καὶ κώματα καὶ κάροι καὶ νάρκαι γίγνονται. ξηρότης δ’ <lb/>αὖ
                            πάλιν ἀμετροτέρα καὶ θερμότης, καθάπερ ἐν φρενίτισιν, <lb/>ἢ διὰ χυμόν
                            τινα δακνώδη τε καὶ θερμὸν, ἢ ἐρεθισμοὺς, ἢ <lb/>ἀγρυπνίας ἐπιφέρουσιν,
                            ὅσαι γε μὴ διὰ λύπην ἤ τινα φροντίδα <lb/>συνίστανται. ὥσπερ δὲ τὰ
                            τοιαῦτα συμπτώματα κοινὰ <lb/>τοῦ σώματος ὅλου γίγνεται διὰ τὸ
                            πεπονθέναι τὴν ἀρχὴν, <lb/>οὕτω καὶ ἄλλα περὶ τὰς καθ’ ὁρμὴν ἐνεργείας
                            ἁπάσας συμπίπτει, <lb/>τῆς ἀρχῆς παθούσης. αἵ τε γὰρ ἀποπληξίαι καὶ
                            <lb/>ἐπιληψίαι διὰ τὸν ἐγκέφαλον γίγνονται· τοιοῦτον μέν τοι <lb/>πάθος
                            ἡ ἀποπληξία περὶ τὰς κατὰ προαίρεσιν ἐνεργείας, οἷον <lb/>ὁ βαθὺς ὕπνος
                            ἐν ταῖς αἰσθητικαῖς ἐνεργείαις. <milestone unit="ed2page" n="63"/>ἕτερον
                            <lb/>δὲ τοιοῦτον, οἷον ἐν ταῖς αἰσθητικαῖς ἡ ἀγρυπνία, ὁ ἐν <lb/>ταῖς
                            ἐπιληψίαις σπασμός. ἄμφω μὲν γὰρ ταῦτα πλημμελεῖς <pb n="145"/> κινήσεις
                            εἰσὶ τοῦ ἐγκεφάλου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τῶν κατὰ <lb/>μέρος ἁπάντων μελῶν·
                            ἄμφω δ’ αὖ πάλιν θάτεραι καταλήψεις <lb/>τε καὶ ἡσυχίαι τῶν ἐνεργειῶν
                            αὐτοῦ. κατὰ μέντοι τοὺς <lb/>ὅλου τοῦ σώματος σπασμοὺς ἄνευ παραφροσύνης
                            ἢ κάρου τὸ <lb/>νόσημά ἐστι τοῦ κατὰ τὸν τράχηλον νωτιαίου, καθάπερ γε
                            <lb/>κᾀπειδὰν ἤτοι χεὶρ ἢ σκέλος ἤτοι εἷς μῦς τείνηταί τε καὶ
                            <lb/>σπᾶται βιαίως, ἑνὸς ἑκάστοτε νεύρου τοῦ κινοῦντος τὸ μέρος <lb/>ἡ
                            βλάβη. ἥτις δ’ ἀκριβῶς ἐστιν ἡ αἰτία τοῦ νοσήματος ἐφ’ <lb/>ᾧ σπᾶται τὰ
                            μόρια, χαλεπὸν εἰπεῖν, ὥσπερ γε καὶ τρόμου <lb/>καὶ παλμοῦ καὶ ῥίγους.
                            ὀνομάζω δὲ νῦν ῥῖγος οὐ τὴν τῆς <lb/>σφοδρᾶς ψυχρότητος αἴσθησιν, ἀλλὰ
                            τὸν ἀνώμαλον ἅπαντος <lb/>τοῦ σώματος σεισμόν τε καὶ κλόνον. ἅπαντα γὰρ
                            δὴ ταῦτα <lb/>φαίνεται καταλαμβάνοντα τὸ μυῶδες γένος ἢ μόνον ἢ μάλιστα
                            <lb/>τῶν ἄλλων μορίων. ἀκριβέστερον δὲ εἰσόμεθα, διαστειλάμενοι
                            <lb/>πρότερον αὐτῶν τὰς ἐννοίας. ἐν μὲν γὰρ τῷ <lb/>παρόντι τέτταρας
                            ἐφθεγξάμεθα προσηγορίας, σπασμὸν καὶ <lb/>τρόμον καὶ παλμὸν καὶ ῥῖγος.
                            ὁποῖον δὲ ἕκαστόν ἐστι <lb/>τῶν συμπτωμάτων, ἃ δηλοῦσι, παρ’ οὐδενὶ τῶν
                            ἐμοῦ πρεσβυτέρων <pb n="146"/> εὗρον ἀκριβῶς διωρισμένον, ἀλλ’ οἱ μὲν
                            εὐθέως ἐπὶ <lb/>τὰς οὐσίας ἔρχονται τῶν νοσημάτων, οἷς ἕπεται τὰ
                            συμπτώματα· <lb/>τινὲς δὲ ἐπεχείρησαν μὲν αὐτὰ διαστείλασθαι, σφάλλονται
                            <lb/>δὲ ἐν οἷς ἑρμηνεύουσιν, ὡς ἐξέσται μαθεῖν τῷ βουληθέντι <lb/>μετὰ
                            τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν ἀναλέξασθαι τὰς βίβλους <lb/>αὐτῶν. οὐδὲ γὰρ
                            οὐδὲν χαλεπόν ἐστι φωρᾶσαι τὰ κακῶς εἰρημένα, <lb/>προεγνωσμένων ἤδη τῶν
                            ἀληθῶν. ὑπὲρ ἁπάντων <lb/>οὖν τούτων εἰρήσεται κατὰ τὸν ἑξῆς λόγον. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>