<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1:3.1-3.13</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1:3.1-3.13</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΑΝΑΤΟΜΙΚΩΝ <lb/>ΕΓΧΕΙΡΗΣΕΩΝ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Γ.</head><p>Ὅσοι μὲν οὖν ἀμελοῦντες τῶν ἔργων τῆς <lb/>τέχνης ἐσπουδάκασι μᾶλλον ἐπὶ
                            τοῖς τῶν σοφιστῶν λόγοις, <lb/>ἧττον αὐτοῖς μέλει γινώσκειν ἀκριβῶς τὴν
                            φύσιν τῶν κώλων. <lb/>οὔτε γὰρ ἐξαρθρήματα σὺν ἕλκει τε καὶ χωρὶς
                            ἕλκους, οὔτε <lb/>κατάγματα καὶ σφακέλους τῶν ἐν αὐτοῖς ὀστῶν
                            ἐπιχειροῦσιν <lb/>ἰᾶσθαι. τί δεῖ λέγειν, ὡς οὐδ’ ἀποσκήμματα τέμνειν, ἢ
                            σηπεδόνας <lb/>ἐκτέμνειν, ἢ βέλος ἢ σκόλοπα κομίσασθαι καλῶς, <pb n="341"/> οἳ οὐδ’ ἄχρι τοῦ σχάσαι τὴν φλέβα προσηκόντως ἐσπούδασαν;
                            <lb/>ἐγὼ δὲ ἀξιῶ τοὺς νέους τὰ τοιαῦτα πάντα πρῶτον ἠσκῆσθαι, <lb/>διότι
                            καὶ τὴν χρείαν αὐτῶν ἀναγκαίαν ὁρῶ, καὶ τὴν <lb/>τῆς ἀγνοίας αἰσχύνην
                            τοσούτῳ χαλεπωτέραν, ὅσῳ τὴν γνῶσιν, <lb/>ὡς αὐτοὶ νομίζουσι,
                            βραχυτέραν. ἔστι τοίνυν σύμπασα <lb/>φύσις τῶν κώλων ἐξ ὀστῶν συγκειμένη
                            καὶ συνδέσμων, καὶ <lb/>μυῶν, ἀρτηριῶν τε καὶ φλεβῶν, καὶ νεύρων, ἔτι τε
                            τοῦ <lb/>κοινοῦ πάντων ἀμφιέσματος, ὃ καλεῖται δέρμα. καὶ γὰρ <lb/>καὶ
                            περὶ τὴν τούτου φύσιν ἐσφάλησαν οἱ δεινότατοι τῶν <lb/>ἀνατομικῶν, ἐν
                            ἄλλοις τέ τισι μέρεσι, καὶ περὶ τὸ τῆς <lb/>ἄκρας χειρὸς ἔνδον, ὅσον τε
                            κάτω τοῦ ποδός ἐστιν, ὃ <lb/>προσαγορεύουσι πέλμα. δι’ ἣν ἄγνοιαν ἀνὴρ
                            ἐπὶ χειρουργίᾳ <lb/>δόξαν οὐ σμικρὰν ἔχων, ἐκκόπτων ποτε καρποῦ
                            σφακελίσαντος <lb/>ὀστοῦν, ἀναίσθητον ἀπέφῃνε τὸ τῆς χειρὸς ἔνδον.
                            <lb/>ἑτέρῳ δὲ οὐ πρὸ πολλοῦ περὶ τὸν αὐτὸν τόπον ἐνεργοῦντι
                            <lb/>παραγενόμενος, ἔδειξα τὴν χώραν, ἐν ᾗ πρῶτον ὁ <lb/>ὑποφυόμενος τῷ
                            ψιλῷ τῆς χειρὸς τένων ἄρχεται πλατύνεσθαι, <pb n="342"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="66"/>φυλάξασθαί τε διελεῖν αὐτὸν ὑπεθέμην,
                            καὶ διὰ τοῦτ’ <lb/>ἐσώθη τοῦ χειρισθέντος ἡ αἴσθησις. ἀλλ’ εἰ καὶ
                            φθάσειέ <lb/>ποτε σαπεὶς ὁ τένων, ἀνέγκλητος ἔσῃ προειπὼν τὴν ἐξ
                            <lb/>ἀνάγκης ἑπομένην ἀπώλειαν τῆς αἰσθήσεως. οὕτω δ’, εἰ <lb/>καὶ πρός
                            τινος ἔξωθεν ὀξέος ὅλος διατμηθείη, καθάπερ <lb/>τινὶ συμβέβηκε, καὶ
                            τότ’ ἀναίτιος ὁ ἰατρὸς ἔσται, προειπὼν, <lb/>ἐς ὅ τι τελευτήσει τὸ
                            πρᾶγμα. ταῦτα μὲν οὖν ἐπί τε <lb/>τῷ τῆς χειρὸς ἔνδον ἐγνωκέναι
                            προσήκει, καὶ τῷ κάτω τοῦ <lb/>ποδός· ἄλλα δ’ οὐκ ὀλίγα περὶ τὰς
                            ἀρτηρίας τε καὶ τὰς <lb/>φλέβας καὶ τὰ νεῦρα. καὶ πρῶτον μὲν, ὡς οὐκ ἐκ
                            τῶν αὐτῶν <lb/>νεύρων ἥ τ’ αἴσθησίς ἐστι καὶ ἡ κίνησις ἑκάστῳ τῶν
                            <lb/>δακτύλων. ἔπειθ’, ὅτι, πάντων τῶν ἐπ’ αὐτοὺς ἡκόντων <lb/>νεύρων,
                            ἐν μὲν τῇ χειρὶ διὰ τοῦ βραχίονός τε καὶ πήχεως, <lb/>ἐν δὲ τῷ σκέλει
                            διά τε τοῦ μηροῦ καὶ τῆς κνήμης, ἐνίοτε <lb/>μὲν ἐν τῷ μηρῷ τεμόντων τὸ
                            νεῦρον, ἐνίοτε δ’ ἐν τῇ κνήμῃ <lb/>τῶν κατ’ ἄκρον τὸν πόδα καὶ τὴν χεῖρα
                            δακτύλων, ἀναισθήτους <lb/>ἢ ἀκινήτους εἰργάσαντό τινας. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
                            <lb/>αὐτοῖς συμβαίνει διὰ τὴν τῶν νεύρων ἄγνοιαν. ἕτερα δὲ <pb n="343"/>
                            μυρία διὰ τὰς ἀρτηρίας τε καὶ τὰς φλέβας, ἃς οὐδ’ ἄχρι <lb/>τοσούτου
                            γιγνώσκουσιν ἔνιοι τῶν ἰατρῶν, ὡς φυλάττεσθαι <lb/>κατὰ τὰς χειρουργίας
                            τιτρώσκειν αὐτάς. καὶ διὰ τοῦτο ἐκκόπτοντες <lb/>ὀστᾶ καὶ ἀποστήματα
                            τέμνοντες, ἐνίοτε μὲν ἀξιολόγους <lb/>φλέβας διακόπτουσιν, ἐνίοτε δὲ
                            μεγάλας ἀρτηρίας <lb/>τέμνοντες αἱμοῤῥαγίᾳ περιπίπτουσιν ἀνεπισχέτῳ.
                            ἔνιοι δ’ <lb/>αὐτῶν καὶ φλεβοτομοῦντες διεῖλον ἀρτηρίαν, ἀγνοοῦντες, ἐν
                            <lb/>τίσι τῶν κατὰ τὰ κῶλα φλεβῶν ὑποβέβληταί τις ἀρτηρία. <lb/>τὸ δὲ
                            τοῦ βεβλαμμένου τὴν αἴσθησιν τῶν μικρῶν ἐν τῇ <lb/>χειρὶ δακτύλων καὶ
                            τοῦ μέσου κατὰ τὸ ἥμισυ μέρος, ὃν <lb/>ἡμεῖς ἐθεραπεύσαμεν, οὐδεὶς
                            ἀγνοεῖ διὰ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ <lb/>θεραπευθέντος σοφιστοῦ, προνοουμένων
                            μὲν αὐτοῦ τῶν <lb/>ἀπὸ τῆς τρίτης αἱρέσεως ἰατρῶν, καὶ πράγματα
                            παρεχόντων <lb/>τοῖς δακτύλοις, ὡς αὐτοῖς πεπονθόσιν, οὔσης δὲ τῆς
                            διαθέσεως, <lb/>ἔνθα πρῶτον ἐκφύεται τοῦ νωτιαίου μυελοῦ τὸ νεῦρον.
                            <lb/>οἱ μὲν οὖν μεθοδικοὶ χαλαστικὰ μὲν ἐν ἀρχῇ, συγκριτικὰ <lb/>δὲ
                            ὕστερον, ὡς αὐτοὶ καλοῦσι, φάρμακα προσέφερον <lb/>τοῖς δακτύλοις, οὐδὲν
                            τῶν προηγησαμένων αἰτιῶν πολυπραγμονήσαντες, <pb n="344"/> αὐτό γε μόνον
                            τοῦτο γνόντες, ὅτι τοῖς <lb/>δακτύλοις ἀπὸ ταὐτομάτου δυσαισθησία τε καὶ
                            ναρκώδης <lb/>διάθεσις ἐγγενομένη κατὰ βραχὺ προσαύξοιτο. μηδὲν δ’
                            <lb/>ὑπὸ τῶν φαρμάκων ὀνινάμενος ὁ κάμνων ἐκοινώσατο κᾀμοὶ <lb/>περὶ τῆς
                            ἰάσεως. ἠρόμην οὖν αὐτὸν, εἰ μηδὲ κατὰ τὸν πῆχυν <lb/>ἢ τὸν βραχίονα
                            γεγενημένη τις εἴη πληγὴ πρόσθεν· <lb/>ὡς δ’ οὐδεμίαν ἔφη, πάλιν ἠρόμην,
                            εἰ μὴ κατὰ τὴν ἀρχὴν <lb/>τοῦ μεταφρένου· ὁ δὲ ὡς πρὸ τριῶν ἢ τεττάρων
                            μηνῶν <lb/>ἔφη, ἐκπεσὼν ὀχήματος, ἐν τῷ καταφέρεσθαι πρὸς τὴν γῆν
                            <lb/>ὀρθίῳ τινὶ λίθῳ προστυχεῖν, ὑφ’ οὗ πληγῆναί τι τὴν ἀρχὴν <lb/>τοῦ
                            μεταφρένου, καὶ σφοδρῶς ὀδυνηθεὶς ἐντὸς τῆς ζ΄ <lb/>ἡμέρας ἀνώδυνος
                            γενέσθαι, ιε΄ δ’ ὕστερον ἀπὸ τῆς πρώτης <lb/>πληγῆς ἡμέρᾳ βραχεῖάν τινα
                            γενέσθαι τῆς ἐν τοῖς δακτύλοις <lb/>δυσαισθησίας καὶ ναρκώδους διαθέσεως
                            αἴσθησιν, ἣν <lb/>αὔξεσθαι μέχρι δεῦρο μηδὲν ὠφελουμένην ὑπὸ τῶν
                            φαρμάκων. <lb/>ἐλογισάμην οὖν, ὑπόλειμμά τι τῆς γενομένης φλεγμονῆς
                            <lb/>ἐν τῇ ῥίζῃ τοῦ νεύρου τοῦ παραγιγνομένου πρὸς τοὺς <lb/>πεπονθότας
                            δακτύλους σκιῤῥωθὲν, αὐτὸ μὲν ἀνώδυνον εἶναι, ﻿<pb n="345"/> τοῖς
                            δακτύλοις δ’, εἰς οὓς ἀφικνεῖται, τῆς δυσαισθησίας <lb/>αἴτιον ὑπάρξαι.
                            καὶ δὴ καὶ μεταθεὶς αὐτοῦ τὰ τοῖς <lb/>δακτύλοις ἐπιτιθέμενα φάρμακα
                            κατὰ τῆς τοῦ πληγέντος <lb/>ἐν ἀρχῇ χώρας, τὴν ἴασιν τοῦ πάθους
                            ἐποιησάμην. ἐπιλείποι <lb/>δ’ ἄν με <milestone unit="ed2page" n="67"/>ἡ
                            ἡμέρα διηγούμενον, ὅσα τοιαῦτα τεθέαμαι <lb/>κατὰ τοὺς πόδας καὶ τὰς
                            χεῖρας, ἐπί τε στρατιωτῶν <lb/>ἐν πολέμοις τετρωμένων, καὶ τουτωνὶ τῶν
                            καλουμένων <lb/>μονομάχων, ἄλλων τε πολλῶν ἰδιωτῶν κατὰ τὰς πολλὰς
                            <lb/>περιστάσεις πραγμάτων συμβάντα, διὰ πάντων ἀσχημονούντων <lb/>ἐπ’
                            αὐτῶν τῶν ἀμαθῶν τῆς ἀνατομῆς. ἢ γὰρ αὐτοὶ <lb/>χειρουργοῦντες ἐνίοτε
                            βραχύ τι τέμνουσι νεῦρον οὐ σμικρὰν <lb/>ἔχον δύναμιν, ἐφ’ ᾧ ποτὲ μὲν
                            αἴσθησις μόνη τῶν ὑποκειμένων <lb/>τινὸς ἀπόλλυται, ποτὲ δὲ κίνησις,
                            ἐνίοτε δ’ ἄμφω, ἢ <lb/>δὴ, κατά τινα περίστασιν πραγμάτων οὕτω τρωθέντος
                            τινὸς, <lb/>ἐκ τοῦ μὴ προειπεῖν αὐτοὶ τοῦ γενέσθαι τὸ πάθος αἰτίαν
                            <lb/>ἔσχον. ὁρῶν γοῦν ἐγὼ τὴν τῶν κώλων γνῶσιν ἀναγκαιοτάτην <lb/>μὲν
                            οὖσαν, ὥσπερ καὶ τὴν τῶν ἐκτὸς ἁπάντων ἀνατομὴν, <pb n="346"/>
                            ἠμελημένην δ’ ἐσχάτως, ἐδικαίωσα πρώτῃ τῇ κατὰ τὰ <lb/>κῶλα τῶν μυῶν
                            ἀνατομῇ γεγονυίᾳ καὶ τὴν τῶν ἀρτηριῶν <lb/>καὶ φλεβῶν καὶ νεύρων τῶν ἐν
                            αὐτοῖς ἐφεξῆς προσθεῖναι, <lb/>καὶ προτρέπειν γε τοὺς νέους, ὅσοι περὶ
                            τὰς ἀνατομὰς ἔχουσιν, <lb/>ἐν τούτοις πρώτοις γυμνάσασθαι, θεωροῦντας
                            ὁσημέραι <lb/>τῶν ἰατρῶν τοὺς ἐπισταμένους μὲν, ὁπόσοι τέ εἰσι καὶ
                            ὁποῖοι <lb/>κατὰ τὴν καρδίαν ὑμένες, ἤ τῆς γλώττης οἱ μύες, ὅσα <lb/>τ’
                            ἄλλα τοιαῦτα, μὴ γινώσκοντας δὲ τὴν ἐκτὸς ἀνατομὴν, ἐν <lb/>προγνώσει τε
                            καὶ χειρουργίᾳ τῶν κατὰ ταῦτα τὰ μέρη γινομένων <lb/>παθῶν μέγιστα
                            σφαλλομένους, τοὺς δὲ ταύτην μὲν γινώσκοντας, <lb/>ἀγνοοῦντας δ’ ἐκεῖνα,
                            κατορθοῦντας ὁσημέραι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Λέγωμεν οὖν ἤδη, καθ’ ὅντινα τρόπον <lb/>ἐγχειρεῖν προσήκει τῇ τῶν
                            ἀγγείων τε καὶ νεύρων ἀνατομῇ <lb/>τῇ κατὰ τὰ κῶλα, καὶ πρότερον περὶ
                            ὅλης τῆς χειρὸς εἴπωμεν. <lb/>ἄρξασθαι δὲ τοῦ λόγου καλῶς ἂν ἔχοι τὴν
                            Ἱπποκράτους <lb/>ῥῆσιν εἰπόντας πρῶτον, ἡνίκα φησί· Ποὺς δὲ ἀνθρώπου
                            <lb/>ἐκ πολλῶν καὶ μικρῶν ὀστέων σύγκειται, ὥσπερ καὶ <pb n="347"/> χεὶρ
                            ἄκρη. πόδα μὲν γὰρ ἁπλῶς <milestone unit="ed1page" n="139"/>εἶπε, χεῖρα
                            δ’ <lb/>οὐκ ἔθ’ ἁπλῶς, ἀλλ’ ἄκρη προσέθηκεν. οὐ γὰρ ἀνάλογον <lb/>ἔχει
                            ταῖς προσηγορίαις τὰ κῶλα, καίτοι ταῖς κατασκευαῖς <lb/>ἀνάλογον ἔχοντα·
                            ὁποῖον μὲν γὰρ ἐν τῷ σκέλει μηρός ἐστι <lb/>τοιοῦτον ἐν ὅλῃ τῇ χειρὶ
                            βραχίων· ὁποῖον δὲ ἐν τῷ σκέλει <lb/>ἡ κνήμη, τοιοῦτον ἐν ὅλῃ τῇ χειρὶ
                            πῆχυς· ὁποῖον δὲ ἐν τῷ <lb/>σκέλει ποὺς, τοιοῦτον ἐν ὅλῃ τῇ χειρὶ χεὶρ
                            ἄκρα· τὸ γὰρ <lb/>ἀπὸ τῆς τῶν καρπῶν διαρθρώσεως εἰς τοὺς δακτύλους
                            <lb/>ἐσχισμένον ὀνομάζεται χεὶρ ἄκρα, καθάπερ ποὺς τὸ τελευταῖον
                            <lb/>τοῦ σκέλους, ᾧ βαίνομεν. οὕτως οὖν καὶ ἡμεῖς χρησόμεθα <lb/>τοῖς
                            ὀνόμασιν· ἄνευ μὲν γὰρ προσθήκης χεῖρα λέγοντες <lb/>ὅλον τὸ κῶλον, ὅταν
                            δὲ ἀπὸ τοῦ καρποῦ πέρας <lb/>αὐτῆς δηλῶσαι βουληθῶμεν, ἄκραν χεῖρα
                            καλοῦντες. ἄρχεται <lb/>δὲ δηλονότι τόδε τὸ κῶλον ἀπὸ τῆς κατ’ ὦμον
                            διαρθρώσεως· <lb/>διήρθρωται δὲ ἐνταῦθα τῆς ὠμοπλάτης ὁ αὐχὴν <lb/>τῇ
                            κεφαλῇ τοῦ βραχίονος. ὥστε, κᾂν ἀποτεμὼν κατὰ τοῦτο <lb/>τὸ ἄρθρον ὅλην
                            τὴν χεῖρα, βουληθῇς ἀνατέμνειν αὐτὴν <lb/>καθ’ ἑαυτὴν ἄνευ τοῦ παντὸς
                            σώματος, οὐδὲν ἕξεις ἔλαττον. <pb n="348"/> οὕτω γοῦν κᾀμὲ πολλάκις
                            ἑωράκατε τὰ κατ’ αὐτὴν δεικνύντα <lb/>τῆς δ’ ἐγχειρήσεως ἀρχὴ, πᾶν ἐν
                            κύκλῳ περιελεῖν τὸ δέρμα <lb/>τῶν ὑποκειμένων σωμάτων, οὐ μὴν ὡς ἔτυχέ
                            γε, καθάπερ <lb/>οἱ σκυτοδέψαι συναφαι<milestone unit="ed2page" n="68"/>ροῦντες αὐτοῦ καὶ τὸν ὑποβεβλημένον <lb/>ὑμένα, καθ’ ὃν αἱ τὸ δέρμα
                            τρέφουσαι διέρχονται <lb/>φλέβες. ἀλλὰ τὸν μὲν ὑμένα προσκαταλιπεῖν τῷ
                            σώματι <lb/>χρὴ, περιβεβλημένον τοῖς ὑποβεβλημένοις αὐτῷ μυσὶ τὸ
                            <lb/>δέμα δὲ μόνον αὐτὸ καθ’ αὑτὸ διὰ σμίλης ὀξείας ἀποκρίνειν <lb/>τε
                            καὶ χωρίζειν ἀπὸ τοῦ ὑμένος, ἀρχῇ τῆς χωρίσεως <lb/>τῇδε χρώμενον. ἕν τι
                            μέρος τοῦ κώλου προχειρισάμενος, <lb/>ὅπερ ἂν ἐθελήσῃς, ἄφελε τὰς
                            τρίχας, ὡς γυμνωθῆναι τοσοῦτον <lb/>τοῦ δέρματος, ὁπηλίκον ἂν σοι δόξῃ
                            ποιήσασθαι τὴν <lb/>πρώτην τομὴν κατ’ αὐτό· ῥᾷον γὰρ τεμεῖς, εἰ ψιλὸν
                            ἐργάσαιο <lb/>τριχῶν. εἰκὸς μὲν οὖν σε κατὰ τὴν πρώτην ἐπιβολὴν <lb/>ἢ
                            καταλιπεῖν τι τοῦ δέρματος ἄτμητον, ἢ τὸν ὑποκείμενον <lb/>ἅμ’ αὐτῷ
                            διατεμεῖν ὑμένα. δεύτερον μέντοι καὶ τρίτον ἐγχειρῶν <lb/>τέμνειν, ἤτοι
                            προσθείς τι τῷ βάθει τῆς τομῆς, ἢ <lb/>ἀφελὼν, οὐκ εἰς μακρὰν ὑπ’ αὐτῆς
                            τῆς πείρας διδαχθήσῃ <pb n="349"/> τὴν συμμετρίαν τῆς τομῆς. εὔδηλον δ’,
                            ὅτι σύμμετρον ὀνομάζω <lb/>τομὴν τὴν μήτε ἀπολείπουσάν τι τοῦ δέρματος
                            ἄτμητον, <lb/>μήτε τὸν ὑποκείμενον ὑμένα σὺν αὐτῷ τέμνουσαν. ὅταν
                            <lb/>οὖν ἀκριβῶς ἴδῃς τοῦτό σοι κατωρθωμένον, ἀνατείνας ἀγκίστροις
                            <lb/>ἑκάτερον τῆς τομῆς τὸ χεῖλος, ὑπὸ τὸ δέρμα πειρῶ τέμνειν
                            <lb/>ἀποχωρίζων αὐτοῦ τὸν ὑμένα. μόνοις δ’ οὐ χρὴ τοῖς δακτύλοις
                            <lb/>ἄνευ σμίλης ἐπιτρέπειν τοὖργον, ὥσπερ ὅταν ἐκδέρωμέν <lb/>τι ζῶον.
                            ὁ γὰρ ὑμὴν τῶν ὑποκειμένων σωμάτων ἑαυτῷ <lb/>ἀπολύεται κατὰ δάρσιν, ὡς
                            Ἡρόφιλος ὠνόμαζεν, ἀπὸ τοῦ <lb/>δέρω ῥήματος ὄνομα ποιήσας τῆς ἐνεργείας
                            τε καὶ τοῦ πάθους <lb/>κοινὸν, ὥσπερ γε καὶ ἀπὸ τοῦ τέμνω τὸ τῆς τομῆς
                            <lb/>ὄνομα γέγονεν, ἐνέργειαν μὲν σημαῖνον τοῦ τέμνοντος ἀνθρώπου,
                            <lb/>πάθος δὲ τοῦ τεμνομένου σώματος. οὕτως οὖν <lb/>καὶ ἡ δάρσις ἓν
                            οὖσα πρᾶγμα κατὰ τὸ ὑποκείμενον, ὥσπερ <lb/>καὶ ἡ τομὴ, πάθος μέν ἐστι
                            τοῦ δερομένου σώματος, ἔργον <lb/>δὲ τοῦ δέροντος ἀνθρώπου. τὸ τοίνυν
                            δέρμα, περὶ τούτου <lb/>γὰρ ἦν ὁ λόγος, οὐ κατὰ δάρσιν ἀπολύεται τοῦ
                            ὑμένος, ὅτι ﻿<pb n="350"/> μηδ’ ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν προσήρτηται μόνον
                            αὐτῷ, καθάπερ <lb/>ὁ ὑμὴν τοῖς ὑποκειμένοις, ἀλλὰ συμπέφυκεν, οὐ μὴν
                            <lb/>ἰσχυράν γε σύμφυσιν, οὐδὲ δυσχώριστον, ὥσπερ ἔνια τῶν <lb/>μορίων
                            ἔχειν φαίνεται. χρὴ γάρ σε γιγνώσκειν, ὅτι πολὺ <lb/>τὸ μᾶλλόν τε καὶ
                            ἧττόν ἐστιν ἔν τε ταῖς συμφύσεσιν καὶ <lb/>ταῖς προσαρτήσεσιν· τὰ μὲν
                            γὰρ μᾶλλον, τὰ δ’ ἧττον ἀλλήλοις <lb/>συμπέφυκέ τε καὶ προσήρτηται.
                            κοινὸν δ’ ἦν τῶν <lb/>μὲν κατὰ σύμφυσιν ἡνωμένων τό τε μὴ δύνασθαι
                            χωρισθῆναι <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων ἄνευ τομῆς, ἢ πάντως γε τοῦ βιαίως
                            <lb/>διασπασθῆναι, καὶ τὸ χωρισθέντων ἕλκος ἐν ἑκατέρῳ φαίνεσθαι·
                            <lb/>τῶν δὲ προσαρτωμένων σωμάτων ἥ θ’ ἕνωσις <lb/>ἀσθενὴς ἦν λεπταῖς
                            ἰνῶν γιγνομένη διαφύσεσιν, ὅ τε χωρισμὸς <lb/>ῥᾷστος, ὃν ὀνομάζουσι
                            δάρσιν. ὁ τοίνυν ὑποκείμενος <lb/>ὑμὴν τῷ δέρματι συνέχεταί τε τοῖς
                            σώμασιν, οἷς περιτέτακται <lb/>κατά τινας ἰνῶν διαφύσεις λεπτοτέρας τῶν
                            ἀραχνίων, <lb/>ἀπολύεταί τε κατὰ δάρσιν αὐτῶν, οὐδὲν δεομένων ἡμῶν,
                            <lb/>εἰ μὴ βουληθείημεν, εἰς τοῦτο σμίλης· ἱκανοὶ γὰρ καὶ οἱ
                            <lb/>δάκτυλοι μόνοι. οὐ μὴν τοῦ γε δέρματος οἷόν τε χωρίσαι <pb n="351"/> τὸν ὑμένα διὰ μόνων τῶν δακτύλων, ἀλλὰ χρεία σμίλης, <lb/>συμπέφυκε
                            γὰρ αὐτῷ. καὶ χρὴ πρὸς τὸ δέρμα τὴν σμίλην <lb/>ἐρείδοντας τὸν ὑμένα
                            χωρίζειν. ὡς, εἴ γε πρὸς τὸν ὑμένα <lb/>τὴν σμίλην ἐγκλίνοις, τρώσεις
                            αὐτόν· εἰ δ’ ἀποξέων τοῦ δέρματος <lb/>τὸν ὑμένα τρώσαις ποτὲ τὸ δέρμα,
                            βλάβην οὐδεμίαν <lb/>ἐργάσῃ τῇ προκειμένῃ πράξει· οὐ μὴν οὐδὲ τρῶσις ἐν
                            αὐτῷ <lb/>γίνεται τοῦ δέρματος, εἰ καὶ βιαιότερον ἐρείσεις, ἀλλ’ ἀμυχή
                            <lb/>τις ἐπιπολῆς. δεῖται <milestone unit="ed2page" n="69"/>δὲ τὸ ἔργον
                            τοῦτο χρόνου πλείονος. <lb/>ὅθεν, ὅταν ἑτέρῳ τινὶ τῶν φιλομαθῶν
                            ἐπιδεικνύῃς τὰ <lb/>κατὰ τὴν χεῖρα, φθάνων προαπόξυε τὸν ὑμένα τοῦ
                            δέρματος, <lb/>ὡς εἴρηται, πρὶν ἀφικέσθαι τὸν θεώμενον. εἰ δέ τινε
                            <lb/>τῶν ἑταίρων ἐθέλοις κοινωνῆσαι τῆς ἀνατομῆς, ὃς καὶ αὐτὸς <lb/>ἄλλῳ
                            ποτὲ δεῖξαι βουλήσεται, παρόντος αὐτοῦ ποιοῦ τὴν <lb/>ἐγχείρησιν. ἔστι
                            γὰρ τὸ ἔργον ἀκριβείας πολλῆς δεόμενον, <lb/>ἀνδρὶ φιλοπόνῳ τε καὶ
                            φιλομαθεῖ πρέπον. ἔγωγε οὖν πολλάκις <lb/>ἐπιτρέψας αὐτὸ τῶν ἑταίρων
                            τινὶ, διεσπασμένον μὲν <lb/>ἐν πολλοῖς μέρεσιν εὑρὸν τὸν ὑμένα,
                            προσεχόμενον δὲ ἐν <pb n="352"/> ἄλλοις τῷ δέρματι. καθ’ ὅ τι δ’ ἂν
                            μέρος γένηταί τι τοιοῦτο, <lb/>οὐδὲν ἔτι φαίνεται τῶν ὑπὸ τῷ δέρματι
                            φλεβῶν τὲ καὶ <lb/>νεύρων τῶν μικρῶν, καὶ μάλιστα ἐν πιθήκῳ. κατὰ μὲν
                            γὰρ <lb/>τοὺς ἵππους, καὶ τοὺς ὄνους, καὶ τοὺς ἡμιόνους, καὶ τοὺς
                            <lb/>βοῦς οὐκ ἀφανίζεται μὲν διὰ τὸ μέγεθος, ἀποσπασθέντος <lb/>δὲ τῆς
                            συνεχείας τῶν ὑποκειμένων, οὐκέτ’ ἐναργῆ τὴν γνῶσιν <lb/>ἔχει· κατὰ δὲ
                            τὰ μικρὰ ζῶα τὸ σύμπαν διαφθείρεται, <lb/>τῶν εἰρημένων τινὸς γενομένου
                            περὶ τὸν ὑμένα. καὶ τοίνυν <lb/>ἤδη σοι γεγυμνώσθω τοῦ δέρματος ἡ πᾶσα
                            χεὶρ, περιβεβλημένου <lb/>τοῖς ὑποκειμένοις σώμασι τοῦ μετὰ τὸ δέρμα
                            παντὸς <lb/>ὑμένος. ἐν τούτῳ δὲ κατασκέπτου παραχρῆμα, πρὶν
                            <lb/>ξηρανθῆναι τὸν ὑμένα, τὰς ἐπιπολῆς φλέβας καὶ τὰ νεῦρα.
                            <lb/>φαίνεται δ’ οὐχ ὡσαύτως ἐπὶ πάντων ἐναργῶς τὰ μὲν <lb/>νεῦρα, διά
                            τε τὸ φύσει τισὶ τῶν πιθήκων, ὥσπερ καὶ τῶν <lb/>ἀνθρώπων, ὑπάρχειν
                            ἰσχνότερα, καὶ διὰ τὸ πιμελὴν ἔχειν <lb/>ἢ μὴ ἔχειν τὸ ζῶον· ἐν μὲν γὰρ
                            τοῖς ἰσχνοῖς ἐναργέστερον <lb/>ὁρᾶται τὰ νεῦρα, κατακρύπτεται δὲ ἐν τοῖς
                            πιμελώδεσιν. <lb/>τὰς δ’ ὑπὸ τῷ δέρματι φλέβας, ὅταν μὲν πολύαιμος ὁ <pb n="353"/> πίθηκος ᾖ, πάσας ἐναργῶς ἐστιν ἰδεῖν, ὅταν δ’ ὀλίγαιμος,
                            <lb/>ἀμυδρῶς. ἀλλ’ ὅμως ἐπὶ πάντων ὁρᾷν τε καὶ μεμνῆσθαι <lb/>πειρῶ τάς
                            τε ῥίζας τῶν ἐπιπολῆς νεύρων καὶ τὸν τῆς <lb/>φορᾶς τρόπον, ὅπως καὶ
                            αὐτὸς, ὅταν ἀναγκασθῇς τέμνειν, <lb/>κατὰ τὸ μῆκος τῆς φορᾶς ἄγῃς τὴν
                            τομήν. ἢ γὰρ ἓν, ἢ <lb/>οὐδὲν οὕτως διατεμεῖς νεῦρον· εἰ δ’ ἐγκαρσίαν
                            ἐπιβάλοις <lb/>τὴν σμίλην, πολλὰ διαιρήσεις ἅμα. μάλιστα δὲ τῶν ῥιζῶν
                            <lb/>ἀποχωρεῖν πειρῶ, γινώσκων, ὅτι, καθάπερ ἐπὶ δένδρου κλάδον <lb/>μὲν
                            ἢ ἀκρέμονα τέμνων ὀλίγον ἔβλαψας τὸ φυτὸν, τὸ <lb/>στέλεχος δ’ εἰ
                            διακόψεις, διέφθειρας ὅλον <milestone unit="ed1page" n="140"/>τὸ φυτὸν,
                            <lb/>οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν νεύρων, ἐὰν πρὸς τῇ ῥίζῃ ποιήσῃς τὴν
                            <lb/>διαίρεσιν, ὅλον τὸ χωρίον, ὃ παρ’ ἐκείνου τοῦ νεύρου σχιζομένου
                            <lb/>τὴν αἴσθησιν ἐλάμβανεν, ἀναίσθητον ἀποδείξεις. <lb/>εἰ δὴ μέμνησαι
                            τῆς τῶν μυῶν ἀνατομῆς, ἣν ἐν τῷ πρώτῳ <lb/>διῆλθον γράμματι, μαθήσῃ καὶ
                            νῦν εὑρίσκειν ῥᾳδίως τὰς <lb/>ἀρχὰς τῶν εἰς τὸ δέρμα διασπειρομένων
                            νεύρων· εἰ δ’ οὐ <lb/>μέμνησαι, καταλιπὼν ἐν τῷ παρόντι τοῦτο τὸ
                            βιβλίον, ἐπ’ <lb/>ἐκεῖνο πρότερον ἐλθὲ, κᾀπειδὰν ἀκριβῶς ἤδη μνημονεύσῃς
                                <pb n="354"/> ἑκάστου τῶν μυῶν τὴν θέσιν, οὕτως ἀναγίνωσκε τὸν
                            ἐφεξῆς <lb/>λόγον ἐνταυθοῖ γεγραμμένον. ὡς οὖν πράξοντί σοι τοῦτο,
                            <lb/>τὰ συνεχῆ τοῖς προπαρεσκευασμένοις εἰρήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Λέλεκται δή σοι κατὰ τὸ πρῶτον βιβλίον, <lb/>ὁποῖός τίς ἐστιν ὁ τὴν
                            ἐπωμίδα κατειληφὼς μῦς· ὑπὲρ οὗ <lb/>καὶ ὁ Ἱπποκράτης ἔγραψεν· Εἴ τις
                            τοῦ βραχίονος ψιλώσειε <lb/>μὲν τῶν σαρκῶν <milestone unit="ed2page" n="70"/>τὴν ἐπωμίδα, ψιλώσειε δ’ ᾗ ὁ μῦς ἀνατείνει. <lb/>τούτου
                            ἔχειν σε τὴν μνήμην πρόχειρον ἀξιῶ, καὶ μάλιστα <lb/>κατ’ ἐκεῖνο τὸ
                            μέρος τοῦ σώματος, ἔνθα τὸ δελτοειδὲς <lb/>ἐργάζεται σχῆμα, διότι καί
                            τινες ὅλον αὐτὸν ὠνόμασαν <lb/>δελτοειδῆ. ἔστι δὲ τὸ μέρος τοῦτο, καθ’ ὃ
                            περιβαίνει τὴν <lb/>κεφαλὴν τοῦ βραχίονος, ὃ δὴ καὶ ἀρχὴ τῆς ὅλης ἐστὶ
                            χειρός. <lb/>κατὰ γὰρ τὴν κορυφὴν τοῦ δελτοειδοῦς σχήματος ὄντος
                            <lb/>τριγώνου τὴν εἰς τὸν βραχίονα ποιεῖται κατάφυσιν. ὅταν <lb/>οὖν
                            ἐναργῶς ἴδῃς τὴν κορυφὴν τοῦ τριγώνου κατὰ τὴν ἐκτὸς <lb/>αὐτοῦ πλευρὰν.
                            ἀνάβαινε τὴν θέαν, μέχρι περ ἂν φανῇ σοι <lb/>νευρίων σμικρῶν ἐκ τοῦ
                            βάθους ἄνοδος. ἡ φορὰ δὲ αὐτῶν ﻿<pb n="355"/> ἐστι τριχοειδῶν ὑπαρχόντων
                            κατὰ τὴν ἰσχνότητα, παραπλησίων <lb/>θαμνίσκῳ κλῶνας ἀπὸ μιᾶς βάσεως
                            ἀνατεταμένους λοξοὺς <lb/>ἄλλον εἰς ἄλλο μέρος ἔχοντι. καθάπερ οὖν
                            ἐκείνων οἱ <lb/>μὲν ὀρθίαν ποιοῦνται τὴν φορὰν, οἱ δ’ εἰς τὰ πλάγια
                            βραχὺ <lb/>λοξουμένην, οὕτω καὶ τῶν νεύρων τούτων ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς <lb/>ἡ
                            φορὰ γιγνομένη, τινῶν μὲν κατὰ τὸ μῆκός ἐστι τοῦ κώλου, <lb/>τινῶν δ’
                            ἐγκλίνεται μὲν πρὸς τὰ πλάγια. προσέρχεται <lb/>δ’ οὖν ταῦτα τῶν μέσων
                            τοῦ βραχίονος ἐπέκεινα· τὰ γάρ <lb/>τοι κάτω τῶν ἐκτὸς αὐτῶν μερῶν ἑτέρα
                            ῥίζα διαπλέκει νευρίων <lb/>μικρῶν, ἀνίσχουσα ὁμοίως ἐκ βάθους,
                            διασπειρομένη θ’ <lb/>ὡσαύτως τοῖς προειρημένοις, συνεπιλαμβάνουσα δὲ
                            καὶ τῶν <lb/>περὶ τὴν διάρθρωσιν χωρίων τά τ’ ἔξωθεν νεῦρα καὶ τὸ
                            <lb/>κάτω. ὡς τὸ πολὺ δέ μοι νόει καὶ τὰ τοιαῦτα νεῦρα καὶ <lb/>τὰς
                            φλέβας τὰς μικρὰς τὰς ὑπὸ τὸ δέρμα φαινομένας <lb/>οὕτως ἔχειν, ὡς ἂν
                            ἐγὼ διηγήσωμαι· τὸ γὰρ διηνεκὲς ἐπ’ <lb/>αὐτῶν οὐκέτ’ ἐστὶν οὔτε κατὰ
                            τὴν θέσιν, οὔτε κατὰ τὸν <lb/>ἀριθμὸν, οὔτε κατὰ τὴν ἰσχνότητα, καθάπερ
                            ἐπὶ τῶν μεγάλων <lb/>ἀγγείων τε καὶ νεύρων οὔτ’ ἀριθμὸς, ὡς ἔφην, <pb n="356"/> οὔτε θέσις, οὔτε τὸ μέγεθος ἀκριβῶς κατηνάγκασται. αἵ γε
                            <lb/>μὴν ἀρχαὶ κατὰ τε τὴν αὐτὴν ἀνίσχουσι χώραν, ἀπό τε τῶν <lb/>αὐτῶν
                            ἥκουσιν ἀγγείων καὶ νεύρων, οἷον αὐτίκα τῶν εἰρημένων <lb/>ἄρτι δυοῖν
                            ὡσπερεὶ θαμνίσκων. ὁ μὲν οὖν ἕτερος <lb/>ἀπὸ τοῦ τὸν δελτοειδῆ μῦν
                            διαπλέκοντος νεύρου γέγονε· ὁ <lb/>δ’ ἕτερος ἀπὸ τοῦ μεγίστου τῶν ἐπὶ
                            τὸν βραχίονα φερομένων, <lb/>ὃς τούς τε ὄπισθεν μῦς διαπλέκει,
                            διεξέρχεταί τε <lb/>πρὸς τὴν ἔξω χώραν τοῦ κώλου, εἶτ’ εἰς τὸν πῆχυν
                            ἀφικνεῖται <lb/>παρὰ τὴν ὑψηλοτέραν τοῦ βραχίονος κεφαλὴν, ἥν <lb/>καὶ
                            κόνδυλον ἔφην ὀνομάζεσθαι. ἀλλὰ τούτου μὲν τοῦ νεύρου <lb/>μόριόν τι
                            σμικρότατον εἰς τὴν εἰρημένην χώραν διεξέρχεται, <lb/>τοῦ δ’ εἰς τὸν
                            δελτοειδῆ μῦν διασπειρομένου τὸ λείψανον <lb/>ὅλον εἰς τὸ δέρμα
                            διεκπίπτει. αὗται μὲν οὖν ἀρχαὶ <lb/>δύο τῶν ἔξωθεν τοῦ βραχίονος νεύρων
                            εἰσὶν ἐπιπολῆς ὑπὸ <lb/>τῷ δέρματι. τὸ δὲ πρόσω δέρμα νευρία λαμβάνει,
                            κατὰ <lb/>μὲν τὴν ἄνω χώραν ἐκ τῆς πρώτης ἐπιβάσεως τοῦ δευτέρου
                            <lb/>τῶν εἰς τὸν βραχίονα παραγιγνομένων νεύρων ἀπὸ τοῦ νωτιαίου,
                            <lb/>κατὰ δὲ τὴν κάτω πρὸ τῆς κατ’ ἀγκῶνα διαρθρώσεως <pb n="357"/>
                            ἄλλου τινὸς νεύρου τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου φερομένων <lb/>εὐθὺς ἐξαρχῆς
                            μόνου, περὶ οὗ μικρὸν ὕστερον εἰρήσεται. <lb/>τὸ δ’ ἐντὸς καὶ ὀπίσω τοῦ
                            βραχίονος ἅπαν δέρμα μέχρι <lb/>τῶν ἐνταῦθα περάτων τῆς ὠμοπλάτης ἕτερόν
                            τι νεῦρον διαπλέκει <lb/>τὴν ἔκφυσιν ἐκ τοῦ δευτέρου μεσοπλευρίου
                            πεποιημένον. <lb/>ἥκει δὲ δηλονότι καὶ τοῦτο πρὸς τὸν βραχίονα,
                            <lb/>καθάπερ καὶ τἄλλα πάντα, διὰ τῆς μασχάλης, καὶ χρὴ τὸν
                            <lb/>βουλόμενον αὐτὰ σαφῶς θεάσασθαι τὸν παραλελειμμένον <lb/>τοῖς
                            ἀνατομικοῖς τὸν μικρὸν μῦν ἀνατέμνειν πρότερον· ὑπ’ <lb/>ἐκείνῳ γὰρ
                            ἅπαντα τὰ τεταγμένα φέρεται. πρῶτον μὲν <lb/>ἐπιπολῆς μετὰ τὸν μῦν τουτὶ
                            τὸ νεῦρον, ὃ τὴν μὲν ἔκφυσιν <lb/>ἔχειν ἔφην ἐκ τοῦ δευτέρου
                            μεσοπλευρίου, κατασχίζεσθαι δ’ <lb/>εἰς τὸ τοῦ. βραχίονος ἔνδον τε καὶ
                            ὀπίσω δέρμα πάνυ. <lb/>ἐφεξῆς δὲ διὰ βάθους, ἀρθέντων πρότερον
                                <milestone unit="ed2page" n="71"/>τῶν ἀδένων <lb/>τε καὶ τῶν ὑμένων
                            καὶ τῶν ἀγγείων, ἡ φορὰ τῶν μεγάλων <lb/>ἐστὶ νεύρων. ἀλλὰ τοῦτό γε τὸ
                            τοῦ δέρματος νεῦρον <lb/>ἐπιβαίνει μὲν τῷ βραχίονι, καθ’ ὃ χωρίον ἐπὶ
                            τῶν <lb/>πιθήκων ἐστὶν ἡ κεφαλὴ τοῦ μικροῦ μυὸς, ἀρχομένου μὲν <lb/>ἀπὸ
                            τοῦ μεγίστου τῶν ἐνταῦθα μυῶν, ὃς τὸ τῆς μασχάλης <pb n="358"/> ἔξωθεν
                            ἐργάζεται, τελευτῶντος δὲ εἰς τὴν ὀπίσω χώραν τοῦ <lb/>ἀγκῶνος ἐκ τῶν
                            ἔνδον μᾶλλον μερῶν· ἔσχισται δὲ εὐθέως <lb/>κατὰ τὴν ἐπίβασιν τριχῆ, τῇ
                            μὲν ὑψηλοτέρᾳ μοίρᾳ τῶν <lb/>ἔνδον τινὰ μέρη τοῦ βραχίονος διαπλέκων
                            ἄχρι τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα διαρθρώσεως ὀπίσω, τῷ δὲ ἐφεξῆς μορίῳ τὴν
                            ὀπίσω <lb/>χώραν ἅπασαν τοῦ ταύτῃ δέρματος, τῷ τρίτῳ δὲ μέρει τὰ
                            <lb/>συνεχῆ πάντα μέχρι τῆς ὠμοπλάτης. τὸ μὲν δὴ τοῦ βραχίονος
                            <lb/>δέρμα τὰς εἰρημένας ἀρχὰς ἔχει τῶν νεύρων, τὸ δὲ <lb/>τοῦ πήχεως
                            ὀλίγον ὕστερον εἰρήσεται· πρότερον γὰρ ἁπάντων <lb/>τῶν κατὰ τὸν
                            βραχίονα νεύρων ἐπισκεψαμένῳ σοι τὴν <lb/>φύσιν ἥ τ’ ἀνατομὴ, ἥ τε
                            γνῶσις ἔσται σαφεστέρα τῶν κατὰ <lb/>τὸν πῆχυν, οὐκ ἐπιπολῆς μόνον, ἀλλὰ
                            καὶ διὰ βάθους. <lb/>ὁ βραχίων δὲ ἀπὸ τῆς κατὰ τὸν ὦμον ἄρχεται
                            διαρθρώσεως, <lb/>ὥστε κᾂν ἀποτεμὼν αὐτὸν ἐντεῦθεν ἐθέλῃς ἀνατέμνειν
                            <lb/>ἄνευ τοῦ παντὸς σώματος, οὐδὲν ἕξεις ἔλαττον. ἡ δ’ ἀρχὴ <lb/>τῆς
                            ἐγχειρήσεως γιγνέσθω σοι κατὰ τὴν ὠμιαίαν φλέβα <lb/>καὶ τὸν πρόσθιον ἐν
                            τῷ βραχίονι μῦν, τὸν δύο μὲν ἔχοντα <pb n="359"/> κεφαλὰς, ὡς ἔμαθες,
                            ἀπὸ συνδέσμων ἰσχυρῶν ἀρχομένας, <lb/>τὴν δ’ ἀπονεύρωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν
                            τῆς κερκίδος ποιούμενον. <lb/>ὅπου τοίνυν αἱ δύο κεφαλαὶ τοῦδε τοῦ μυὸς
                            ἑνοῦσθαι μέλλουσιν, <lb/>τὸ πρῶτον νεῦρον εὑρήσεις ἐπιβαῖνον τῷ τοῦ
                            βραχίονος <lb/>ὀστῷ. τὸ δὲ χωρίον ἐκεῖνο καὶ τοῦ τῆς μασχάλης
                            <lb/>ὀπισθίου μυὸς τοῦ μεγάλου τὴν εἰς τὸν βραχίονα κατάφυσιν <lb/>ἔχει
                            δι’ εὐρώστου τένοντος πλατέος. ἐφεξῆς δ’ αὐτῇ <lb/>τῶν ἀπὸ τοῦ στέρνου
                            μυῶν τοῦ μεγίστου τένων καταφύεται, <lb/>σαρκωδέστερος ὢν τοῦ
                            προειρημένου, καὶ τούτῳ πάλιν ἐφεξῆς <lb/>ὁ τοῦ τῆς ἐπωμίδος, ὃν ὑπό
                            τινων ἔφην ὀνομάζεσθαι <lb/>δελτοειδῆ. τὸ τοίνυν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου διὰ
                            τῆς μασχάλης <lb/>ἧκον ἐπὶ τὸν βραχίονα πρῶτον νεῦρον ἐπιβαίνει κατ’
                            ἐκεῖνον <lb/>μάλιστα τὸν τόπον τοῦ βραχίονος, καθ’ ὃν ὁ τένων ἐμφύεται
                            <lb/>τοῦ τῆς μασχάλης ὀπισθίου μυὸς, ὃν ἔφην μέγιστον <lb/>εἶναι τῶν τὸ
                            κατ’ ὦμον ἄρθρον κινούντων· εἶτα κατὰ <lb/>τὴν ἐπίβασιν ὑποδύεται τῷ
                            προσθίῳ μυῒ, μηδέπω κατὰ <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον ἡνωμένων αὐτοῦ τῶν
                            κεφαλῶν, ἀλλ’ ἔτι <lb/>διεστηκυιῶν. ὑπὸ τὴν ἑτέραν οὖν αὐτῶν τὴν ἔνδον
                            τεταγμένην ﻿<pb n="360"/> ὑποφυόμενον, ἑαυτοῦ τι μέρος εὐθέως δίδωσιν
                            ἑκατέρᾳ τῶν <lb/>κεφαλῶν, ἐντεῦθέν τε φέρεται κάταντες ὁμιλοῦν
                                μᾶλ<milestone unit="ed1page" n="141"/>λον <lb/>τοῖς κατ’ εὐθὺ τῆς
                            ἑτέρας κεφαλῆς τῆς ἔνδον, ἣ καὶ λεπτοτέρα <lb/>κατὰ τὸ πλάτος ἐστὶ, τὴν
                            ἀρχὴν ἔχουσα σύνδεσμον <lb/>ἐκπεφυκότα τῆς ἀγκυροειδοῦς ἀποφύσεως.
                            συμφύονται δὲ <lb/>εὐθέως αἱ κεφαλαὶ, καὶ ποιοῦσιν ἕνα μῦν ἡνωμένον τὸν
                            <lb/>ἀπὸ τῶν προσθίων, οὓς ἔμαθες ἐν τῷ πρώτῳ γράμματι <lb/>κάμπτειν τὴν
                            κατ’ ἀγκῶνα διάρθρωσιν. ὄψει δὲ τοῦτο τὸ <lb/>νεῦρον σαφῶς ἀπολύσας
                            ἀμφοτέρας τὰς κεφαλὰς τῶν ἄνωθεν <lb/>ἐκφύσεων, εἶτα ἀνατέμνονται καὶ
                            χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων <lb/>τὸ κατ’ εὐθὺ μέρος ἑκατέρου τοῦ μυὸς,
                            ἐπειδὰν εἰς ταὐτὸ <lb/>ἀφίκωνται· κατὰ τοῦτο γὰρ αὐτὸ καὶ τὸ νεῦρον
                            φέρεται <lb/>κάτω. πράττοντι δέ σοι τοῦτο καὶ ἄλλο νεῦρον ὀφθήσεται
                            <lb/>τοῦδε πολλῷ κατωτέρω βραχεῖαν τὴν ἐπίβασιν ἴσχον ἐπὶ <lb/>τὸν
                            βραχίονα, καλυπτομένην εὐθέως ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ μυὸς, <lb/>ὑφ’ οὗ καὶ τὸ
                            πρῶτον ἐῤῥήθη καλύπτεσθαι νεῦρον. ἐν δὲ <lb/>τῷ προϊέναι τὰ δύο ταῦτα
                            νεῦρα, ποτὲ μὲν ἀπὸ θατέρου, <lb/>ποτὲ δ’ ἀπ’ ἀμφοτέρου ἀποφύσεις εἰς
                            τὴν κεφαλὴν γίνονται <pb n="361"/> τοῦ μικροτέρου τὸν προσθίων τοῦ
                            πήχεως μυῶν, καὶ <lb/>μετὰ ταῦτα δίδωσιν ἀπόφυσιν ἑαυτοῦ τὸ δεύτερον
                            νεῦρον τῷ <lb/>πρώτῳ τηλικαύτην, ἡλίκην ἐν ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ τὸ λείψανον
                            <lb/>ἤδη τοῦ πρώτου φαίνεται γεγονός· ἐξ ἀμφοῖν δὲ γεννηθὲν ἓν
                            <lb/>νεῦρον <milestone unit="ed2page" n="72"/>ἐπὶ τὸν πῆχυν ἀφικνεῖται
                            διὰ μέσης τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα καμπῆς· τὸ δὲ δεύτερον νεῦρον, ὡς ἐξ
                            ἀρχῆς ἐφέρετο <lb/>διὰ τῶν ἔνδον μερῶν, κάταντές τε καὶ παράλληλον
                            <lb/>τῷ πρώτῳ, ταπεινοτέραν τε ἔχει τὴν θέσιν ἐποχούμενον <lb/>τῷ κατὰ
                            τοῦτο κονδύλῳ τοῦ βραχίονος, ἔνθα λειότατός <lb/>ἐστιν ἑαυτοῦ. καταλιπὼν
                            οὖν ἤδη ταυτὶ τὰ νεῦρα, πάλιν <lb/>ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ βραχίονος ἐλθέ.
                            μετὰ γάρ τοι τὰ λελεγμένα <lb/>δύο τρίτον τι νεῦρόν ἐστιν, ὡς ἐγγὺς τῷ
                            δευτέρῳ, <lb/>βυθιωτέραν τὴν εἰς τὸν βραχίονα ποιούμενον ἔμφυσιν ἅμα
                            τοῖς <lb/>μεγάλοις ἀγγείοις, τῇ τε ἀρτηρίᾳ καὶ τῇ φλεβὶ, τοῖς διὰ τῆς
                            <lb/>μασχάλης ἐπ’ αὐτὸν ἥκουσι. καὶ τοίνυν καὶ συγκατασχίζεται τὸ
                            <lb/>νεῦρον τοῦτο τοῖς ἀγγείοις εἰς τοὺς μεγάλους μῦς τοῦ βραχίονος,
                            <lb/>ὑφ’ ὧν ἡ κατ’ ἀγκῶνα διάρθρωσις ἐκτείνεται, καὶ δίδωσί γε
                            <lb/>μεγάλας ἑαυτοῦ μοίρας ἀμφοτέροις αὐτοῖς, λοξὸν ἐπὶ τὴν ἐκτὸς <pb n="362"/> χώραν ἀφικνούμενον. ἔστι δὲ καὶ μέγιστον τοῦτο τῶν εἰς τὰς
                            <lb/>χεῖρας ἰόντων νεύρων, ἀκούοντός σου δηλονότι μέγιστον ὑπὸ <lb/>τῶν
                            ἀνατομικῶν συνήθως λεγόμενόν τι νεῦρον, ἢ ἀρτηρίαν, <lb/>ἢ φλέβα, μὴ
                            συνενδεικνυμένων αὐτὴν τὴν κατὰ τὸ μῆκος <lb/>διάστασιν, ἀλλὰ μόνην τὴν
                            κατὰ κύκλον, ὡς εἰ καὶ παχύτατον <lb/>ἢ πάχιστον ἔτυχον εἰπόντες. ὅταν
                            δὲ τὸ τοῦ βραχίονος <lb/>ὀστοῦν ἐκπεριελθὸν τὸ νεῦρον τοῦτο διὰ τῆς
                            ὀπίσω χώρας <lb/>ἔξωθεν ἑαυτοῦ γένηται, μικρὸν ὑπεράνω τῆς κατ’ ἀγκῶνα
                            <lb/>διαρθρώσεως, ἐνταῦθά τινα μοῖραν ἑαυτοῦ πρὸς τὸ δέρμα
                            <lb/>διεκπίπτειν, περὶ ἦς ἔμπροσθεν εἴρηται κατὰ τὴν ἀνατομὴν <lb/>τῶν
                            ἐπιπολῆς νεύρων τοῦ βραχίονος. ἐντεῦθεν δὲ ὅπως <lb/>ἐπὶ τὸν πῆχυν
                            ἀφικνεῖται τὸ λοιπὸν τοῦ τρίτου νεύρου πᾶν, <lb/>ὅπως τε ἐν αὐτῷ
                            σχίζεται, μαθήσῃ μικροῦ ὕστερον ἐν τῇ <lb/>τοῦ πήχεως ἀνατομῇ.
                            γεγυμνωμένων γάρ σοι τῶν πλείστων <lb/>μερῶν ἤδη τοῦ βραχίονος,
                            ἐπισκέπτου λοιπὰ δύο νεῦρα <lb/>κατὰ τὴν ἔνδον αὐτοῦ χώραν, ἐν ᾗ καὶ τὰ
                            προειρημένα <lb/>τρία τὴν ἐπίβασιν εἶχεν ὀλίγῳ τινὶ κατωτέρω τοῦ τρίτου
                            <lb/>νεύρου. τὸ μὲν ἕτερον ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι, καὶ <lb/>χωρὶς τοῦ
                            τοὺς μῦς τοῦ βραχίονος ἀνατμηθῆναι, φαινόμενον <pb n="363"/> ἁπάντων
                            πρῶτον. ἐμνημόνευσα δ’ ἤδη τοῦ νεύρου <lb/>τοῦδε καὶ κατὰ τὴν τῶν
                            ἐπιπολῆς νεύρων ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>ἀνατομὴν, ἀνεβαλόμην τε τὴν νομὴν
                            αὐτοῦ πᾶσαν <lb/>ἐρεῖν ἐν τῇ τοῦ πήχεως ἀνατομῇ. τῆς μέντοι σχίσεως
                            ἄρχεται <lb/>τὸ νεῦρον τοῦτο κατὰ τὸν βραχίονα πρὸ τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα
                            διαρθρώσεως, καὶ φέρεται διὰ τῆς καμπῆς αὐτοῦ <lb/>σχεδὸν ὅλης,
                            ἐσχισμένον ἤδη πολυειδῶς, μόνων τῶν ὑψηλοτέρων <lb/>μερῶν τῆς καμπῆς οὐκ
                            ἐχόντων ἀπόφυσιν αὐτοῦ· τὰ <lb/>δ’ ἄλλα μέρη τῶν πρόσω τοῦ βραχίονος,
                            ὅσα πρὸ τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα διαρθρώσεώς εἰσι, τὰ ἐπιπολῆς δηλονότι,
                            παρὰ τούτου <lb/>τοῦ νεύρου τὰς ἀποφύσεις λαμβάνει. πέμπτον δὲ ἄλλο
                            <lb/>νεῦρον ὑπόλοιπόν ἐστι τῶν ἐπὶ τῷ βραχίονι παραγιγνομένων <lb/>ἀπὸ
                            τοῦ νωτιαίου, διὰ τῆς ἔνδον αὐτοῦ χώρας φερόμενον, <lb/>ὥσπερ καὶ τἄλλα.
                            τοῦτο τὸ νεῦρον οὐδεμίαν αὑτοῦ μοῖραν <lb/>οὐδενὶ τῶν κατὰ τὸν βραχίονα
                            δίδωσι μορίων, οὔτ’ οὖν τῶν <lb/>ἐπιπολῆς, οὔτε τῶν διὰ βάθους. ἔστι δὲ
                            τῷ πάχει παραπλήσιον <lb/>τῷ δευτέρῳ, καθάπερ καὶ τῷ πρώτῳ καὶ τετάρτῳ·
                            <lb/>καὶ ἀμφότερά γέ σοι δόξει, τό τε δεύτερον καὶ τὸ πέμπτον, <lb/>ὡς
                            τριπλάσιον τοῦ πρώτου τε καὶ τετάρτου τὸ πάχος· <pb n="364"/> πάντων δ’
                            αὐτῶν ἁδρότατόν ἐστι τὸ τρίτον εἰρημένον. μέμνησαι <lb/>δ’, ὅτι καὶ ἄλλο
                            τι νεῦρον ἐπὶ τὸ δέρμα τοῦ βραχίονος <lb/>ἐῤῥήθη φέρεσθαι, τοῦ δευτέρου
                            μεσοπλευρίου διεκπίπτον. <lb/>ὥστε δύο μὲν εἶναι νεῦρα τῶν ἀπὸ τοῦ
                            νωτιαίου <lb/>φερομένων ἐπὶ τὰς χεῖρας εἰς τὸ δέρμα κατασχιζόμενα,
                            τέτταρα <lb/>δ’ ἄλλα διὰ βάθους εἴς τε τοὺς μῦς διανεμόμενα πάντας
                            <lb/>ὅλου τοῦ κώλου, καί τινας ἀποφύσεις λεπτὰς εἰς τὸ <lb/>δέρμα
                            διεξερχομένας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p><milestone unit="ed2page" n="73"/>Καὶ τοίνυν ἤδη καταλιπὼν τὸν βραχίονα
                            <lb/>πρὸς τὴν τοῦ πήχεως ἀνατομὴν ἧκε. χωρίσας τὸ <lb/>δέρμα τῆς
                            συναποδερομένης ὑμενώδους οὐσίας αὐτῷ, καθότι <lb/>πρόσθεν εἴρηται,
                            πρώτην μὲν ἀρχὴν νεύρων ὄψει τοῦ τετάρτου <lb/>κατὰ τὴν διήγησιν
                            εἰρημένου νεύρου τῶν ἐν τῷ βραχίονι, <lb/>πᾶσαν ὀλίγου δεῖν τὴν ἔνδον
                            χώραν τοῦ πήχεως ἐπειληφυῖαν, <lb/>ὑποφυομένην δὲ καὶ τῷ κάτω παντὶ, καὶ
                            τῶν ἔξω <lb/>μερῶν οὐκ ὀλίγοις. ὅσον δὲ ὑψηλόν ἐστι πρὸς τῇ κερκίδι
                            <lb/>μέρος τοῦ πήχεως, ἑκατέρωθεν, ἔξωθέν τε καὶ ἔσωθεν, ἑτέρων
                            <lb/>νεύρων ἀποφύσεις λαμβάνει, τὸ μὲν ἔσωθεν ἀπὸ τοῦ ﻿<pb n="365"/>
                            πρώτου πάντων ῥηθέντος, τὸ δ’ ἔξωθεν ἀπὸ τοῦ τρίτου. <lb/>περὶ δὲ τῶν ἐν
                            ἄκρᾳ τῇ χειρὶ νεύρων ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ <lb/>δέρματι τῇ τῶν μεγάλων νεύρων
                            ἀνατομῇ συναφθήσεται· <lb/>πέρα γὰρ ἐκείνων εἰσὶ πέντε τὰ πάντα, ἃ διὰ
                            τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα καμπῆς εἰς τὸν πῆχυν ἐθεάσω φερόμενα νεῦρα
                            <lb/>κατὰ τὴν τοῦ βραχίονος ἀνατομήν. ἀλλὰ τούτων ἓν εἰς τὸ <lb/>δέρμα
                            μόνον αὐτοῦ διεσπείρετο, σχιζόμενον ἀνωτέρω τῆς <lb/>κατ’ ἀγκῶνα καμπῆς.
                            ὑπόλοιπα τοιγαροῦν εἰσι τέτταρα· <lb/>πρῶτον μὲν, ὑπὲρ οὗ πρώτου τὸν
                            λόγον ἐποιησάμην ἐν τῇ <lb/>τοῦ βραχίονος ἀνατομῇ, παραγιγνόμενον εἰς
                            μέσην τὴν κατ’ <lb/>ἀγκῶνα διάρθρωσιν· δεύτερον δὲ τὸ τούτου
                            ταπεινότερον, <lb/>ἐπιβαῖνον τῷ ἔνδον τε καὶ κάτω κονδύλῳ τοῦ βραχίονος,
                            <lb/>ἔνθα μάλιστά ἐστιν αὐτὸς ἑαυτοῦ λειότατος καὶ ἥκιστα <lb/>κυρτός·
                            τὸ δὲ τρίτον νεῦρον, ὅπερ καὶ ἄνω ἔφην εἶναι τῶν <lb/>εἰς ὅλας τὰς
                            χεῖρας ἀφικνουμένων, ὁμιλοῦν τῷ ἔξω τε καὶ <lb/>ἄνω κονδύλῳ τοῦ
                            βραχίονος, εἰς τὸν πῆχυν παραγίνεται <lb/>ψαῦον τῆς κερκίδος· τὸ δ’
                            ὑπόλοιπόν τε καὶ τέταρτον νεῦρον <lb/>τῶν διὰ βάθους εἰς τὸν πῆχυν
                            ἀφικνουμένων μεταξὺ <pb n="366"/> τοῦ τε ὠλεκρανίου καὶ τῆς ἔνδον τε καὶ
                            κάτω κεφαλῆς τοῦ <lb/>βραχίονος ἔχει τὴν θέσιν. ἀκολουθῶν οὖν ταύταις
                            ταῖς ἐμφύσεσι <lb/>καὶ θέσεσιν αὐτῶν, ἀνατέμνων τε τοὺς μῦς, ὡς ἔμαθες
                            <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ γράμματι, κατανοήσεις ἁπάντων τὴν νομὴν, ἀρξάμενος
                            <lb/>ἀφ’ οὗπερ ἂν ἐθελήσῃς πρώτου· κάλλιον δ’ ἴσως ἐστὶ τὴν <lb/>αὐτὴν
                            τάξιν τῆς διδασκαλίας φυλάξαι τῇ κατὰ τὸν βραχίονα. <lb/>τὸ τοίνυν εἰς
                            τὸν πῆχυν παραγιγνόμενον νεῦρον διὰ μέσης <lb/>τῆς καμπῆς εὐθέως μὲν
                            ἐνταῦθα δίδωσιν ἀπόφυσιν ἑαυτοῦ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="142"/>πάνυ λεπτὴν, τῇ φλεβὶ παραφυομένην τῇ
                            κατὰ μέσον <lb/>μάλιστα τὸν πῆχυν ἐκτεταμένῃ κατὰ τὸ μῆκος ἐπιπολῆς τοῦ
                            <lb/>κώλου, κᾄπειτα τῇ πρὸς τὸν καρπὸν ἀρτηρία παραγιγνομένῃ, <lb/>τῇ
                            προφανῆ τὸν σφυγμὸν ἐχούσῃ. καὶ μέντοι καὶ ἄλλην τινὰ <lb/>πάνυ λεπτὴν
                            ἀπόφυσιν τῇ κεφαλῇ τοῦ τῆς κερκίδος ἰδίου <lb/>μυὸς τοῦ μακροῦ τὸ νεῦρον
                            τοῦτο δίδωσιν, ὑψηλότατον <lb/>ἁπάντων τῶν εἰρημένων, ἐφεξῆς δὲ αὐτῆς
                            ἑτέραν τῷ λειψάνῳ <lb/>τῆς ὠμιαίας παραφερομένην δι’ ὅλης τῆς κερκίδος
                            <lb/>ἀραχνοειδεστάτην. τὸ δ’ ὑπόλοιπον τοῦ κατὰ τὴν διήγησιν
                            <lb/>νεύρου, μετὰ τὸ διεξελθεῖν ὑποκάτω τῆς φλεβὸς, ἣν ἀπὸ <pb n="367"/>
                            τῆς ὠμιαίας ἀπεσχισμένην λοξὴν τέμνομεν, ἐπιπολῆς λοξὸν
                            <lb/>ἀνατεινόμενον ἀτρέμα πρὸς τόν τῆς κερκίδος ἴδιον μῦν τὸν
                            <lb/>μακρὸν, ἐκ τῶν ἔνδον αὐτοῦ τῶν ἄνω μερῶν φέρεται μέσον <lb/>τῶν
                            εἰρημένων τεττάρων πάνυ λεπτῶν ὄντων. ἔνθα δ’ <lb/>οὗτος ὁ μῦς παύεται,
                            καὶ αὐτὸ καταναλίσκεται βραχύ τι <lb/>προσεκτεινόμενον αὐτῷ λείψανον ἐπὶ
                            τὰ πλησίον τῆς κερκίδος <lb/>μέρη τοῦ μεγάλου δακτύλου. τοῦτο μὲν οὖν τὸ
                            νεῦρον <lb/>τῆς ἑτέρας τῶν κατ’ ἀγκῶνα φλεβῶν τῆς ὑψηλοτέρας
                            <lb/>ὑποκάτω κείμενον· <milestone unit="ed2page" n="74"/>ἃ δ’ ἔφην
                            ἑκατέρωθεν αὐτοῦ τετάχθαι, <lb/>πολλάκις ἐπ’ αὐτῆς ὀχούμενα, καὶ διὰ
                            ταῦτα ἀποδερομένου <lb/>τοῦ δέρματος, ἀφανίζεται μὲν ταῦτα συνεχῶς, τὸ
                            <lb/>δὲ ὑποκείμενον τῇ φλεβὶ διὰ παντὸς φαίνεται. τὸ μὲν οὖν <lb/>πρῶτον
                            ἁπάντων τῶν ἐν τῇ διηγήσει λελεγμένων νεῦρον <lb/>οὕτως ἀναλίσκεται
                            τοὐπίπαν. εἴδομεν γὰρ τοῦθ’ ἅπαξ, <lb/>τουτὶ μὲν αὐτὸ τὸ νεῦρον ἄχρι τῆς
                            κατ’ ἀγκῶνος καμπῆς ἐν <lb/>τῷ βραχίονι καταναλισκόμενον, ἀπὸ δὲ τοῦ
                            δευτέρου μόριόν <lb/>τι πρὸς τὸν πῆχυν διεξερχόμενον. ἡ νομὴ δὲ κᾀκείνῳ
                            τῷ νῦν <lb/>εἰρημένῳ νεύρῳ παραπλησία ἐγένετο. τὸ δὲ δεύτερον νεῦρον <pb n="368"/> ἅμα τῷ τετάρτῳ τοὺς ἔνδον τοῦ πήχεως μῦς διαπλέκει,
                            καθάπερ <lb/>καὶ τὸ τρίτον τὸ παχὺ τοὺς ἔξωθεν ἅπαντας. εἴπωμεν <lb/>οὖν
                            ἤδη περὶ πρώτου τοῦ ἔξωθεν, ἵνα μὴ διακόπτωμεν <lb/>τὴν τῶν ὑπολοίπων
                            δυοῖν νεύρων διδασκαλίαν, τῶν εἰς τὰ <lb/>τοῦ πήχεώς τε καὶ τῶν δακτύλων
                            ἐντὸς ἅπαντα μέρη διανεμομένων. <lb/>κατασχιζόμενον γὰρ τοῦτο τὸ νεῦρον,
                            μετὰ τὸ <lb/>τὰς εἰρημένας ἔμπροσθεν ἀποφύσεις εἰς τὸν βραχίονα
                            ποιήσασθαι, <lb/>φέρεται κάτω πρὸς τὴν διάρθρωσιν μεταξὺ τοῦ <lb/>τε
                            μικροτέρου μυὸς τῶν ἐμπροσθίων ἐν τῷ βραχίονι καὶ <lb/>τῆς κεφαλῆς τοῦ
                            τῆς κερκίδος ἰδίου τοῦ μακροῦ, πρώτην <lb/>μὲν ἀπόφυσιν ποιούμενον εἰς
                            τὰ τοῦ πήχεως ἐκτὸς, ἐπιπολῆς <lb/>ὑπὸ τῷ δέρματι διασπειρομένην εἰς τὰ
                            τοῦ πήχεως ἐκτὸς <lb/>ἅπαντα καὶ τοῦ καρποῦ, δευτέρας δὲ ἀποφύσεις ἐν
                            <lb/>τῷ διεξέρχεσθαι τὴν κατ’ ἀγκῶνα διάρθρωσιν, ἑτέρας δὲ <lb/>κατ’
                            ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἔνθα κατὰ τῆς κεφαλῆς ἐπιβαίνει τοῦ <lb/>τὸν καρπὸν
                            ἐκτείνοντος μυὸς τῷ δίκρῳ τένοντι· τὴν μὲν <lb/>ἑτέραν εἰς τὴν κεφαλὴν
                            τοῦ μυὸς διασχιζομένην τούτου, τὴν <lb/>δὲ ἑτέραν ἄσχιστον προερχομένην·
                            καὶ φέρεταί γε τοῦτο <pb n="369"/> τὸ νεῦρον ἐποχούμενον τῷ μυῒ σαφῶς
                            φαινόμενον, ὅταν ἐπικείμενος <lb/>τῷδε τῷ μυῒ μῦς ὁ μακρὸς ὁ τῆς
                            κερκίδος ἤδη <lb/>ἀνατμηθῇ πᾶς. ἐν γὰρ τῷ μεταξὺ τῶν δυοῖν φέρεται μυῶν,
                            <lb/>ὡς τὸ πολὺ τῷ μὲν ἐποχούμενον, τῷ δὲ ὑποτεταγμένον, <lb/>οὐκ
                            ὀλιγάκις τε κᾀκ τῶν ἔνδον μερῶν ὅλον φαίνεται παρατεταμένον <lb/>τοῖς
                            εἰρημένοις μυσὶ, καθ’ ὃ ψαύουσιν ἀλλήλων. <lb/>διεξέρχεται δ’ αὐτοῦ τὸ
                            πέρας ἐπὶ τὸν καρπὸν εὐθὺ τῶν <lb/>μεγάλων δακτύλων, κατασχιζόμενον
                            ἔξωθεν εἰς αὐτοὺς ἐπιπολῆς, <lb/>τοὺς δύο μὲν ὅλους, τὸ δὲ ἥμισυ μέρος
                            τοῦ μέσου. <lb/>προσλαμβάνει γε μὴν οὐκ ὀλιγάκις ἐπὶ τῷ τέλει τῆς
                            κερκίδος <lb/>ἀπὸ τοῦ προειρημένου κατ’ αὐτῆς ἐκτετάσθαι νεύρου
                            <lb/>βραχύ τι μέρος. τὸ δὲ ὑπόλοιπον τοῦ μεγάλου νεύρου <lb/>τοῦ τρίτου
                            πρὸς τὴν ἐκτὸς χώραν ἐγκλίνεται τοῦ πήχεως, <lb/>λοξὸν διὰ βάθους
                            φερόμενον, εὐθέως μὲν ἐπὶ τὸν <lb/>τοῦ καρποῦ δίκρουν μῦν, οὗ κατὰ τῆς
                            κεφαλῆς ἔφην ἐπιβαίνειν <lb/>αὐτὸν, πρὶν τὴν προειρημένην ἀπόφυσιν
                            ποιήσασθαι. <lb/>μετὰ δὲ ταῦτα διεξέρχεται τῶν τῆς κερκίδος μυῶν
                            <lb/>τῶν πρὸς ἀγκῶνα τὸν ἔξωθεν, οἷς ἀμφοτέροις ἀπονεμήσεις ﻿<pb n="370"/> τινὰς ἰσχνὰς διδὸν, ἐφεξῆς τῷ τοὺς τέτταρας δακτύλους <lb/>ἐκτείνοντι
                            μυῒ δίδωσι, καὶ μετὰ ταῦτα καὶ τῷ τοὺς μικροὺς <lb/>δύο τὴν λοξὴν
                            κίνησιν κινοῦντι, κᾄπειθ’ ἑξῆς τῷ τὸν <lb/>καρπὸν ἀνακλῶντι κατὰ τὸν
                            μικρὸν δάκτυλον. ταύτας μὲν <lb/>οὖν ἁπάσας τὰς ἀποφύσεις κατὰ τὰς
                            κεφαλὰς τῶν εἰρημένων <lb/>ποιεῖται μυῶν, οὐκ ἀπὸ πολλοῦ τῆς
                            διαρθρώσεως· ἐντεῦθεν <lb/>δὲ φέρεται κατὰ τὸν διφυῆ μῦν, ὅς τόν τε
                            μέγαν <lb/>δάκτυλον καὶ τὸν καρπὸν κινεῖ, καὶ δῆλον ὅτι καὶ τούτῳ
                            <lb/>δίδωσί τινας ἀποφύσεις. ἐν δὲ τῇ φορᾷ ταύτῃ μέχρι μέν <lb/>τινος ὁ
                            τένων τοῦ τὸν μέγαν δάκτυλον κινοῦντος μυὸς τὴν <lb/>λοξὴν κίνησιν
                            ἔγγιστα παράκειται συμπαρεκτεινόμενος αὐτῷ <lb/>μέχρι τῆς ἐπὶ τὸν καρπὸν
                            φορᾶς· ἐφεξῆς δὲ ὁ τοὺς δύο δακτύλους, <lb/>λιχανόν τε καὶ μέσον,
                            ὡσαύτως κινῶν. ὅσον δ’ <lb/>ὑπόλοιπον τοῦ νεύρου τούτου καταλείπεται,
                            προελθὸν ἄχρι <lb/>τοῦ καρποῦ τοῖς περὶ τὴν διάρθρωσιν ἐνδιασπείρεται
                            χωρίοις, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="75"/>εἰς οὐδένα τῶν δακτύλων ἀφικνούμενον.
                            τὸ μέγιστον <lb/>δὲ αὐτοῦ τῶν περάτων ὑποδύεται κατὰ τὸ βάθος
                            <lb/>ἐκείνου τοῦ χωρίου, ἔνθα τὸν σύνδεσμον τὸν καλύπτοντα τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν τῶν τοὺς τέτταρας δακτύλους ἐκτεινόντων τενόντων <pb n="371"/> ἔφην εἶναι. αὕτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ νομὴ τοῦ παρὰ τὸν ἔξω
                            <lb/>κόνδυλον ἐκ τοῦ βραχίονος εἰς τὸν πῆχυν ἀφικνουμένου νεύρου·
                            <lb/>τρίτον δ’ ἦν, εἴ τι μεμνήμεθα, τοῦτο τῶν ἀπὸ μασχάλης <lb/>εἰς ὅλας
                            τὰς χεῖρας παραγιγνομένων. τὰ δ’ ὑπόλοιπα <lb/>δύο νεῦρα τοῖς ἐντὸς τοῦ
                            πήχεως ἅπασι διανέμεται <lb/>μυσὶν, οὓς ἀνατέμνων, ὡς ἔμαθες ἐν τῷ πρώτῳ
                            γράμματι, <lb/>παρακολουθήσεις τοῖς νεύροις εἰς αὐτοὺς σχιζομένοις,
                            ἀρξαμένοις <lb/>ἀπὸ τῆς κατὰ τὸν πῆχυν διαρθρώσεως. εὑρήσεις μὲν
                            <lb/>γὰρ εἰς τοὺς κάμπτοντας τοὺς δακτύλους μῦς ἀπ’ ἀμφοτέρων <lb/>τῶν
                            νεύρων ἀποφύσεις ἐμφυομένας· εἰς δὲ τοὺς ἄλλους <lb/>ἅπαντας πλὴν ἑνὸς
                            ἀπὸ τοῦ δευτέρου ῥηθέντος ἐπιβαίνειν <lb/>τῷ βραχίονι. τὸ γὰρ τέταρτον
                            τῶν νεύρων, ὃ μεταξὺ τοῦ <lb/>τ’ ὀλεκράνου καὶ τοῦ κάτω κονδύλου τοῦ
                            βραχίονος εἰς τὸν <lb/>πῆχυν ἔφην ἀφικνεῖσθαι, δίδωσιν ἑαυτοῦ τι μόριον
                            τῷ <lb/>κάμπτοντι τὸν καρπὸν μυῒ κατὰ τὸν μικρὸν δάκτυλον. εὑρήσεις
                            <lb/>οὖν τὸ λοιπὸν νεῦρον τῷ διὰ τῆς κερκίδος ἐνταῦθα <lb/>μυῒ διδὸν
                            ἑαυτοῦ τι μόριον, εἶτ’ ἐν τῷ προϊέναι τῷ θ’ <lb/>ὑψηλοτέρῳ τῶν
                            καμπτόντων τὸν καρπὸν καὶ τῷ γεννῶντι <pb n="372"/> τὸν ὑποφυόμενον
                            τένοντα τῷ ψιλῷ τῆς χειρὸς, καὶ τι διὰ <lb/>βάθους λεπτὸν τῷ τῆς
                            κερκίδος ἐνταῦθα μυῒ τῷ σμικρῷ. <lb/>τὴν δὲ διὰ τοῦ πήχεως ἐνταῦθα φορὰν
                            τὰ μεγάλα δέο <lb/>νεῦρα ποιεῖται μεταξὺ τῶν καμπτόντων τοὺς δακτύλους
                            <lb/>μυῶν, τῷ μὲν ἐπικείμενα, τῷ δ’ ὑποβεβλημένα· καὶ δίδωσί <lb/>γε
                            αὐτῶν ἑκατέρῳ μορίῳ ἄττα τῆς ἑαυτῶν οὐσίας. <lb/>παυσαμένων δὲ τῶν μυῶν
                            τούτων εἰς τοὺς τένοντας, οὕτως <lb/>ἤδη καὶ τὸ λείψανον ἑκατέρου τῶν
                            νεύρων εἴς τε τὸν καρπὸν <lb/>ὅλον καὶ τὸ μετακάρπιον ἀφικνεῖται τοῖς τ’
                            ἐνταῦθα <lb/>σώμασι διασπειρόμενα καὶ τῶν δακτύλων τοῖς ἔνδον μέρεσιν,
                            <lb/>τὸ μὲν ὑψηλότερον τοῖς μεγάλοις δύο καὶ τοῦ μέσου τῷ <lb/>κατὰ τὸν
                            λιχανὸν ἡμίσει μέρει, τὸ δὲ ταπεινότερον τῷ <lb/>τε λοιπῷ τοῦ μέσου καὶ
                            τοῖς λοιποῖς μικροῖς δακτύλοις. τὸ <lb/>μὲν οὖν ὑψηλότερον τῶν νεύρων
                            ἐνταῦθα καταναλίσκεται, <lb/>τὸ δὲ ταπεινότερον ἑαυτοῦ τινα <milestone unit="ed1page" n="143"/>μοῖραν οὐ σμικρὰν <lb/>εἰς τὸ τῆς χειρὸς
                            ἐκτὸς ἀποπέμπει κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>καρποῦ. διαπλέκει δὲ τοῦτο τὸ
                            νεῦρον ἅπαν τοῦ τῆς ἄκρας <lb/>χειρὸς ἐκτὸς ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι τὸ
                            ἥμισυ μέρος, εἰς <pb n="373"/> ἄκρους ἀφικνούμενον τοὺς δακτύλους, τοὺς
                            μὲν μικροὺς ὅλους, <lb/>τοῦ μέσου δὲ τὸ ἥμισυ μέρος. τὸ γὰρ ὑπόλοιπον
                            αὐτοῦ <lb/>μέρος τὸ ἥμισυ μετὰ τοῦ μεγάλου δακτύλου τὸ τοῦ τρίτου
                            <lb/>πᾶν εἰρημένου νεύρου δέχεται πέρας, ὡς ἔμπροσθεν εἴρηται. <lb/>μῦς
                            δ’ οὐδείς ἐστιν ἔξωθεν ἄκρας τῆς χειρὸς, ὥσπερ ἔνδοθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Μία μὲν ἀρτηρία, δύο δὲ φλέβες εἰς ὅλην <lb/>τὴν χεῖρα κατασχίζονται.
                            ἀλλὰ τὴν μὲν ἑτέραν φλέβα πάντες <lb/>ὁρῶσι καὶ πρὸ τῆς ἀνατομῆς·
                            ἐπιπολῆς γὰρ ὅλη τέτακται <lb/>μεταξὺ τοῦ δέρματος καὶ τῶν ὑποκειμένων
                            αὐτῷ <lb/>μυῶν. ὧν ὁ μὲν ἕτερος τὴν ἐπωμίδα γεννᾷ τρίγωνος ἐνταῦθα
                            <lb/>γιγνόμενος, ὁ δὲ ἕτερος τὸ σαρκῶδες τοῦ στέρνου, <lb/>ἀμφότεροι δὲ
                            ταῖς ἀπονευρώσεσιν ἐμφύονται κατὰ τὸ μῆκος <lb/>τοῦ βραχίονος ἐν τοῖς
                            πρόσω μέρεσιν οὐ μετὰ πολὺ τοῦ <lb/>κατ’ ὦμον ἄρθρου. κατὰ τοῦτον οὖν
                            τὸν μῦν ἡ ἐπιπολῆς <lb/>αὕτη φλὲψ, ἣν ὠμιαίαν ὀνομάζουσι, <milestone unit="ed2page" n="76"/>μεταξὺ κειμένη <lb/>κατὰ τὴν ἔνδον πλευρὰν
                            τοῦ δελτοειδοῦς μυὸς ἐπὶ τὸ πέρας <lb/>αὐτοῦ παραγιγνομένη, τοὐντεῦθεν
                            ἤδη κατὰ τὴν ἐκτὸς μᾶλλον <pb n="374"/> ὅλου τοῦ βραχίονος χώραν φέρεται
                            κατάντης, ψαύουσα <lb/>τοῦ μείζονος μυὸς τῶν προσθίων κατὰ τὴν ὁρίζουσαν
                            αὐτὴν <lb/>ἐν τοῖς ἔξω μέρεσι γραμμήν. ἐγγὺς δὲ τῆς κατ’ ἀγκῶνα
                            <lb/>διαρθρώσεως γενομένη χωρίζεται τοῦ μυὸς τοῦδε, καὶ κατὰ <lb/>τὸν
                            ἀγκῶνα τῆς κερκίδος ἐπιβαίνει μῦν τὸν μακρόν. καὶ <lb/>τοίνυν καὶ
                            σχίζεται κατὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἐγγύς πως ἴσοις <lb/>τμήμασι τρισὶν, ὧν τὸ
                            μὲν εἰς τὸ βάθος δύεται· καὶ κατὰ <lb/>τὴν τῶν ἐπιπολῆς φλεβῶν θέαν
                            ἐπίσκεψαι τὴν θέσιν αὐτοῦ <lb/>καὶ τὴν φορὰν· τὸ δὲ δεύτερον ἐπὶ τὴν
                            καμπὴν ἀφικνεῖται <lb/>τῆς ἐνταῦθα διαρθρώσεως, ἑνούμενον, ὡς εἴρηταί
                            γε, <lb/>μορίῳ τῆς ἑτέρας φλεβὸς τῶν ἐφ’ ὅλην τὴν χεῖρα φερομένων·
                            <lb/>τὸ δὲ λοιπὸν καὶ τρίτον τμῆμα τῆς ὠμιαίας φλεβὸς <lb/>ἐγκλινόμενον
                            ἠρέμα πρὸς τὴν ἔξω χώραν τοῦ πήχεως ἐν <lb/>ἐκείνῃ κατασχίζεται. πρὸ
                            μέντοι τοῦ σχισθῆναι τρίχα κατὰ <lb/>τὸν ἀγκῶνα τὴν μεγάλην τήνδε φλέβα
                            τὴν ὠμιαίαν ἐναργῶς <lb/>ἐστιν ὁρᾷν μετὰ τὸ δέρμα τεταμένην καθ’ ὅλον
                            τὸν <lb/>βραχίονα, μηδαμόθεν δυομένην εἰς τὸ βάθος, ἀλλ’ ἱκανῶς
                            <lb/>ἐξέχουσάν τε καὶ προφανῆ, καὶ μάλιστα τῶν γυμναστικῶν ﻿<pb n="375"/> τοῖς ἰσχνοῖς φύσει καὶ μυώδεσιν. δι’ ὅλου μὲν οὖν τοῦ <lb/>βραχίονος
                            ἀποφύσεις πάνυ λεπτὰς εἴς τε τὸ δέρμα καὶ τὸν <lb/>μῦν τοῖς ἐπιπολῆς
                            μέρεσι διανέμουσαν ὄψει τήνδε τὴν φλέβα <lb/>κατὰ τὰς ἀνατομὰς ἐπὶ τῶν
                            πολυαίμων τε καὶ μεγάλων πιθήκων, <lb/>ἐπί τε τῶν ἄλλων ζώων ἁπάντων τῶν
                            τετραπόδων, ὦν <lb/>ἔμαθες ἕξ εἶναι τὰς πρώτας τε καὶ γενικὰς διαφοράς.
                            ἔνθα <lb/>δὲ ἐπιβαίνει τῷ τῆς κερκίδος μυῒ κατὰ τὴν κατ’ ἀγκῶνα
                            <lb/>διάρθρωσιν, ἐνταῦθα, ὡς ἔφην, σχίζεται τρίχα, ποτὲ μὲν <lb/>ἴσοις
                            ἀκριβῶς τμήμασιν, ποτὲ δ’ ἀνίσοις, καὶ γίνεται μείζονα <lb/>ἄλλοτ’ ἄλλα
                            βραχείας ἀλλήλων ἔχοντα τὰς ὑπεροχάς. καὶ <lb/>δὴ καὶ σαφεστέρας ἤδη τὰς
                            ἀποφύσεις ποιεῖται τὸ διανεμόμενον <lb/>εἰς τὴν ἐκτὸς χώραν τοῦ πήχεως,
                            ὧν ἐποιεῖτο κατὰ <lb/>τὸν βραχίονα, καὶ πᾶν ἐνταῦθα καταναλίσκεται
                            συναναστομούμενον <lb/>κατὰ τὰ πέρατα τοῖς εἰρησομένοις πέρασιν ἄλλων
                            <lb/>φλεβῶν. ὅθεν δ’ ἥκουσιν ἐνταῦθα αὗται, διὰ τοῦδε τοῦ <lb/>λόγου
                            μαθήσῃ. ἡ διὰ τῆς μασχάλης φερομένη φλὲψ, πολὺ <lb/>μείζων οὖσα τῆς
                            ὠμιαίας, συγκατασχίζεται δι’ ὅλου τοῦ βραχίονος <lb/>τῇ κατὰ τοῦτον τὸν
                            τόπον ἀρτηρίᾳ διὰ τῆς μασχάλης <pb n="376"/> ἡκούσῃ, καὶ ψαύει δὲ
                            ἀλλήλων τὰ δύο ἀγγεῖα ταῦτα κατά <lb/>τε τὴν διὰ μασχάλης φορὰν καὶ τὴν
                            ἐς τὸν βραχίονα κατάφυσιν. <lb/>αἱ δὲ προειρημέναι τῶν νεύρων εἰς
                            ἕκαστον μῦν <lb/>ἐκφύσεις συνεμφυομένην ἔχουσιν ἑκατέρας αὐτῶν ἀπόφυσιν·
                            <lb/>ὁπόταν δὲ τὸν βραχίονα διεξέλθωσιν ὅλαι συγκαταφερόμεναι <lb/>τῷ
                            μείζονι τῶν προσθίων μυῶν ἔνδοθεν, ἐνταῦθα διὰ <lb/>βάθους μὲν, ὡς ἐξ
                            ἀρχῆς ἐφέρετο, καὶ νῦν ἔτι πρὸς τοὺς ἐν <lb/>τῷ πήχει μῦς ἡ ἀρτηρία
                            παραγίγνεται· σχισθεῖσα δ’ ἡ <lb/>φλὲψ δίχα βραχὺ πρὸ τῆς διαρθρώσεως,
                            τῷ μὲν ἑτέρῳ τῶν <lb/>μερῶν διὰ βάθους φέρεται, ψαύουσά τε τῆς ἀρτηρίας
                            καὶ <lb/>συγκατασχιζομένη διὰ παντὸς αὐτῇ, τῷ δ’ ἑτέρῳ λοξὴ πρὸς
                            <lb/>τὸν ὑπὸ τῷ δέρματι τόπον ἐνεχθεῖσα φαίνεται καὶ πρὸ <lb/>τῆς
                            ἀνατομῆς σαφῶς ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν τε καὶ μεγάλας ἐχόντων <lb/>φύσει τὰς
                            φλέβας. ἐναργέστερον δὲ αὐτὴν θεάσῃ, διαλαβὼν <lb/>δεσμῷ τὸν βραχίονα.
                            ταύτης οὖν τῆς φλεβὸς ἀπόφυσις <lb/>φαίνεται πρώτη λοξὴ κάτω φερομένη
                            πρὸς τὸ τοῦ <lb/>πήχεως ὀστοῦν. ἡ φορὰ δὲ αὐτῆς γίγνεται μεταξὺ τοῦ τ’
                            <lb/>ἔνδον κονδύλου τοῦ βραχίονος καὶ τῆς πρὸς ἀγκῶνα καμπῆς. <pb n="377"/> ἐπιβᾶσα δὲ τῷ πήχει παραφέρεταί τε τῷ λοιπῷ καὶ
                            συμπροέρχεται <lb/>μέχρι τῆς τελευτῆς αὐτοῦ. δευτέρα δ’ ἀπόφυσις <lb/>ἐκ
                            τῆς αὐτῆς χώρας τῇ προειρημένῃ γενομένη φέρεται ἄχρι <lb/>βραχέος
                            ὑψηλοτέρα, σχίζεται δ’ εὐθέως δίχα. <milestone unit="ed2page" n="77"/>καὶ <lb/>τῶν μορίων αὐτῇς τὸ μὲν ταπεινότερον ἐπὶ τὴν φλέβα
                            <lb/>παραφέρεσθαι τῷ τοῦ πήχεως ὀστῷ λελεγμένην ἀφικνεῖται, <lb/>τὸ δ’
                            ὑψηλότερον λοξὸν ἀτρέμα φερόμενον, ἐπιπλέον ἐκταθὲν, <lb/>ἐνίοτε μὲν ἐπὶ
                            τὴν αὐτὴν ἀφικνεῖται φλέβα τὴν παρατεταμένην <lb/>τῷ πήχει, πολλάκις δὲ,
                            πρὶν ἐκείνης ψαῦσαι, <lb/>κατασχιζόμενον ἀναλίσκεται. τὸ γοῦν
                            παρατεταμένον ἀγγεῖον <lb/>τῷ πήχει μέχρι τοῦ πέρατος αὐτοῦ παραγίνεται.
                            καὶ ποτὲ <lb/>μὲν ἐναργῶς ἐκτείνεταί τινα τῶν περάτων αὐτοῦ πρὸς τὴν
                            <lb/>κάτω χώραν τοῦ καρποῦ, ποτὲ δ’ ἀμυδρῶς. συμφύεται δ’ <lb/>αὐτοῖς ἕν
                            τι τῶν ἐνταῦθα περάτων τὸ μέγιστον, ἐναργῶς <lb/>ἐπιτεῖνον παρὰ τὴν
                            κυρτὴν ἐπίφυσιν τοῦ πήχεως, ἐκ <lb/>τῶν κάτω μερῶν αὐτῆς φερόμενον ἑτέρῳ
                            πέρατι φλεβὸς ἐκ <lb/>τῶν ἄνω φερομένῳ. καὶ ἡ σύμφυσις αὐτοῦ κατὰ τὸ
                            πρόσω <lb/>μέρος παραγίγνεται τοῦ κατὰ τὸν βραχίονα πήχεως πέρατος, <pb n="378"/> ὥσθ’ ἡνῶσθαι κατὰ στόματος καὶ ἕν ἀγγεῖον ἄμφω γίγνεσθαι.
                            <lb/>ὅθεν δ’ ἥκει τὸ συναπτόμενον ἀγγεῖον αὐτὸ, μικρὸν <lb/>ὕστερον ὄψει
                            πρὸς τὴν μεγάλην αὖθις ἐπανελθὼν φλέβα <lb/>τὴν ἐπιπολῆς, ἧς τὴν πρώτην
                            ἀπόφυσιν ἐπὶ τὸ τοῦ πήχεως <lb/>ὀστοῦν ἔφην καταφέρεσθαι λοξήν. ἐκείνῃ
                            μὲν οὖν ἀρχὴ τῆς <lb/>καταφύσεως ἀνωτέρω τῆς κατ’ ἀγκῶνα διαρθρώσεώς
                            ἐστιν. <lb/>ἡ δ’ ἐπιπολῆς φλὲψ ἡ μεγάλη φέρεται λοξὴ, τῇ τῆς ὠμιαίας
                            <lb/>ἀπεσχισμένῃ μέλλουσα συμφύεσθαι· πρὶν δ’ ἐκείνης <lb/>ψαῦσαι,
                            ποιεῖταί τινα ἀπόφυσιν δισχιδῆ. καὶ τούτων τῶν <lb/>μερῶν τὸ μὲν
                            ταπεινότερον, ὅπερ καὶ μικρότερόν ἐστι, κοινωνεῖ <lb/>τῇ παρακειμένῃ
                            φλεβὶ τῶν προειρημένων ἄρτι τελευταίᾳ <lb/>λελεγμένῃ. μετὰ δὲ τὴν
                            κοινωνίαν ἐπὶ τὰ πρὸς τῷ <lb/>καρπῷ μέρη τοῦ πήχεως ἐκτείνεται, ἐκ τῶν
                            μέσων τῆς ἔνδον. <lb/>αὐτῆς χώρας ταπεινότερον φερόμενον. τὸ δ’ ἕτερον
                            τὸ ὑψηλότερόν <lb/>τε τούτου καὶ μεῖζον μόριον τῆς δίχα σχισθείσης
                            <lb/>φλεβὸς ἐνίοτε μὲν ἀκριβῶς διὰ μέσης φέρεται τῆς ἔνδον <lb/>χώρας
                            τοῦ πήχεως, ἐνίοτε δ’ ὑψηλότερον αὐτοῦ βραχὺ, μέχρι <lb/>τοῦ καρποῦ
                            κατασχιζόμενον. ἑνοῦται δ’ ἁπάντων τῶν <pb n="379"/> εἰρημένων περάτων
                            τὰ στόματα, καὶ σύῤῥουν ἓν ἀγγεῖον ἐξ <lb/>ἀμφοῖν τῶν ἑνωθέντων γίνεται
                            καθ’ ἑκάστην ἕνωσιν, ὡς <lb/>μηδ’ ἀριθμεῖσθαι δύνασθαι τὰς ἑνώσεις διά
                            τε τὸ πλῆθος <lb/>καὶ σμικρότητα. καταλιπὼν οὖν ἤδη καὶ ταύτας τὰς
                            φλέβας, <lb/>αὖθις ἐπὶ τὴν μεγάλην ἐλθὲ <milestone unit="ed1page" n="144"/>καὶ θέασαι συμφυομένην <lb/>αὐτὴν τῷ τῆς ὠμιαίας μέρει, κᾀξ
                            ἀμφοῖν ἑνὸς ἀγγείου γενομένου <lb/>παρακολούθει τῇ φορᾷ. θεάσῃ γὰρ ἐπὶ
                            τῷ τῆς κερκίδος <lb/>ὑψηλῷ ἀνερχομένην τήνδε τὴν φλέβα, κατωτέρω
                            τοὐπίπαν <lb/>τῆς μέσης χώρας τοῦ μήκους αὐτοῦ· ἐντεῦθεν δὲ <lb/>κατὰ
                            τὴν ἔξω χώραν ἤδη που τοῦ τῆς κερκίδος ὀστοῦ σχιζομένην <lb/>δίχα
                            τμήμασιν ἐγγὺς ἴσοις, ὡς γίγνεσθαι τὸ σχῆμα <lb/>τῶν δύο ἀγγείων τῷ
                            τρίτῳ γράμματι παραπλήσιον, τοῦ μὲν <lb/>ἑτέρου τῶν μετὰ τὴν σχίσιν
                            ἀγγείων εὐθὺ τοῦ μεγάλου <lb/>δακτύλου φερομένου, τοῦ δ’ ἑτέρου πρὸς τὸν
                            μικρὸν δάκτυλον <lb/>ἀποτεινομένου παρὰ τὸ πέρας τοῦ πήχεώς τε καὶ κατὰ
                            <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον, ἔνθα τὴν ἐπίφυσιν λαμβάνει. τὸ μὲν οὖν <lb/>εὐθὺ
                            τοῦ μεγάλου δακτύλου φερόμενον ἐπὶ τῆς κερκίδος <lb/>ὀχεῖται, κᾀπειδὰν
                            ἅψηται τοῦ καρποῦ, κατασχίζεται μὲν εἰς ﻿<pb n="380"/> τὴν ὀπίσω χώραν
                            τοῦ μεγάλου δακτύλου· κατασχίζεται δὲ <lb/>καὶ εἰς τὴν μεταξὺ τούτου καὶ
                            τοῦ λιχανοῦ· κατασχίζεται <lb/>δὲ καὶ εἰς ὅλον τὸν λιχανὸν ὄπισθέν τε
                            κᾀκ τῶν πλαγίων. <lb/>καὶ τό γε κατὰ τοῦτο τὸ μέρος αὐτοῦ πέρας ἑνοῦται
                            φλεβίῳ <lb/>μικρῷ τῆς ὁμοειδοῦς αὐτῇ φλεβὸς ἀπεσχισμένῳ. μέμνησο
                            <lb/>γάρ μοι τῶν ἀρτίως εἰρημένων δύο φλεβῶν, ὧν τὸ σχῆμα <lb/>τῷ τρίτῳ
                            γράμματι προσεικάσας, διηγησάμην μέχρι δεῦρο <lb/>τῆς ἑτέρας γραμμῆς τοῦ
                            εὐθὺ τοῦ μεγάλου δακτύλου φερομένου <lb/>τὴν φοράν. ἐπὶ τὴν λοιπὴν οὖν
                            ἐλθὲ φλέβα τὴν ὡς <lb/>ἐπὶ τὸν μικρὸν δάκτυλον ἐφιεμένην ἐκταθῆναι.
                            θεάσῃ δ’ <lb/>αὖθις, πρὶν ἐπὶ τὸ πέρας ἐλθεῖν τοῦ πήχεως, ἀποφυόμενόν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="78"/>τι φλεβίον, ὃ πρόσω φέρεται κατ’ εὐθὺ
                            τῆς μεταξὺ <lb/>χώρας τοῦ τε λιχανοῦ καὶ μέσου δακτύλου. τοῦτο οὖν τὸ
                            <lb/>φλεβίον ἑνοῦται τῷ μικρῷ ἔμπροσθεν εἰρημένῳ· καὶ μετὰ <lb/>τὴν
                            ἕνωσιν ἀμφότερα μίαν ἐργασάμενα φλέβα πρὸς τὸ μέσον <lb/>ἀφικνεῖται τῶν
                            δύο δακτύλων, λιχανοῦ τε καὶ μέσου. τὸ δὲ <lb/>ὑπόλοιπον μέρος τῆς ὡς
                            ἐπὶ τὸν μικρὸν δάκτυλον ἀποτεινομένης <lb/>φλεβὸς ἐν μὲν τῷ παρέρχεσθαι
                            τὴν λοξὴν ἐπίφυσιν <lb/>τοῦ πήχεως ἀπόφυσίν τινα σμικρὰν ἐπὶ τὴν ὀπίσω
                            χώραν <pb n="381"/> τοῦ μέσου δακτύλου πέμπει, μετὰ δὲ ταῦτα διχὰ
                            σχισθὲν, <lb/>τῷ μὲν ἑτέρῳ τῶν μερῶν εἰς τὴν μεταξὺ τοῦ μέσου καὶ
                            <lb/>παραμέσου δακτύλου χώραν ἐμβάλλει· καὶ ταύτην τὴν <lb/>φλέβα
                            τέμνοντές τινες ἐν ἀριστερᾷ χειρὶ καὶ συγχωροῦντες <lb/>ῥεῖν ἐξ αὐτῆς τὸ
                            αἷμα, μέχρι περ ἂν αὐτομάτως στῇ, τὸν <lb/>σπλῆνά φασιν ἐκ τῆς τοιαύτης
                            κενώσεως ὀνήσασθαι. τῷ δ’ <lb/>ἑτέρῳ μορίῳ τῆς φλεβὸς τῷ ταπεινοτέρῳ,
                            καὶ τούτῳ πάλιν <lb/>εἰς τὰ μεταξὺ τοῦ παραμέσου τε καὶ μικροῦ φερομένῳ
                            συνακολουθήσας, <lb/>ἑξῆς ἐπίσκεψαι πάντων τῶν εἰρημένων ἀγγείων
                            <lb/>ἀποφύσεις γιγνομένας τριχοειδεῖς τε καὶ μείζους, ὧν αἱ πλεῖσται
                            <lb/>συμφύονται κατὰ τὰ πέρατα τοιαύταις ἑτέραις τῶν <lb/>πλησιαζόντων
                            ἀγγείων ἀποσχιζομέναις. ἔνιαι δὲ καὶ πάνυ <lb/>σαφεῖς φλέβες ἐς ταὐτὸ
                            ἀλλήλαις ἥκουσιν ἑνούμεναι κατὰ <lb/>τὸ πέρας, ὡς φαίνεσθαι σαφέστατα
                            καὶ πρὸ τῆς ἀνατομῆς <lb/>ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν τε καὶ φλέβας εὐρείας ἐχόντων
                            φύσει. ἣν <lb/>γοῦν ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον τῷ τοῦ πήχεως ὀστῷ
                            παρατεταμένην <lb/>ταπεινὴν φλέβα φέρεσθαι πρόσω συνάπαξ τῆς νῦν
                            <lb/>ἀνατετμημένης τῷ λόγῳ φλεβὸς ἑνὶ τῶν περάτων, ἐν τοῖς <pb n="382"/>
                            πρόσω τῆς ἐνταῦθα τοῦ πήχεως ἐπιφύσεως, ἀξιόλογον <lb/>ἀγγεῖον ἐργάζεταί
                            τισιν· οὐ γὰρ δὴ πᾶσι γίγνεται σαφές. <lb/>τῇ δέ γε παρὰ τὸν πῆχυν φλεβὶ
                            τῇ ταπεινῇ κατ’ ἔνια <lb/>τῶν περάτων ἐπιμίγνυται καὶ τὸ τῆς ὠμιαίας
                            φλεβὸς μόριον, <lb/>εἰς τὴν ἔξω χώραν τοῦ πήχεως διανεμόμενον. καὶ αὐτῆς
                            δὲ <lb/>τῆς νῦν ἐν τῷ λόγῳ προκειμένης φλεβὸς, ἧς τὴν νομὴν διηγησάμην,
                            <lb/>ἐπιμίγνυται τὰ τῶν ἀποσχιζομένων φλεβῶν πέρατα. <lb/>τῆς γοῦν κατὰ
                            τὸ γ πλευρᾶς ἡ ἑτέρα μοῖρα, πρὸς τὸν <lb/>μέγαν ἥκουσα δάκτυλον, ἐναργῶς
                            φαίνεται κατὰ τὰ πέρατα <lb/>συναναστομουμένη ταῖς διὰ τῶν ἐντὸς τοῦ
                            πήχεως φερομέναις <lb/>φλεψὶν ἄχρι τοῦ καρποῦ, οὗ τάσδε τὰς φλέβας ἔφην
                            <lb/>γεννᾶσθαι, κατασχιζομένης εἰς ταύτην τὴν ἀποπεφυκυῖαν, <lb/>πρὶν
                            ἐπὶ τὴν συμβολὴν ἀφικνεῖσθαι τὰς διὰ τῆς καμπῆς <lb/>φερομένας δύο
                            φλέβας. ἔφην δὲ καὶ ὅτι δισχιδὴς ἤδη γίγνεται, <lb/>καὶ ὅτι δύο τμημάτων
                            αὐτῆς τὸ ἕτερον, ὅπερ καὶ <lb/>μεῖζόν ἐστιν, ὡς τὸ πολὺ διὰ τοῦ πήχεως
                            ἐνεχθὲν, ἄχρι <lb/>τοῦ καρποῦ προσφέρεται εἰς τὸ σχιζόμενον. τοῦτ’ οὖν
                            τὸ <lb/>μέρος τὴν τοῦ μεγάλου δακτύλου χώραν ἔνδοθεν ἅπασαν <pb n="383"/> διαπλέκει, καὶ διὰ τῶν πλαγίων μερῶν ἐπαναβαῖνον ἑνοῦται <lb/>τοῖς
                            πέρασιν τῶν ἀποσχιζομένων φλεβίων ἀπὸ τῆς ἑτέρας <lb/>γραμμῆς τοῦ τρίτου
                            γράμματος, ὥσπερ αὖ πάλιν τοῖς <lb/>ἀπὸ τῆς ἑτέρας γραμμῆς τοῦ τρίτου
                            γράμματος, ἣν ὡς ἐπὶ <lb/>τὸ τοῦ πήχεως πέρας ἔφην προσέρχεσθαι,
                            συμφύεται κατά <lb/>τινα τριχοειδῆ πέρατα τοῖς ἀπὸ τῆς ὠμιαίας φλεβὸς
                            εἰς τὴν <lb/>ἔξω χώραν τοῦ πήχεως διασπειρομένοις. ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸ
                            <lb/>τοῦ σχισθεῖσαν τὴν φλέβα τῷ τρίτῳ γράμματι γενέσθαι
                            <lb/>παραπλησίαν, ἀποφύεταί τις φλὲψ αὐτῆς ἀναβαίνουσα πρὸς <lb/>τὴν
                            κερκίδα τε καὶ πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ πήχεως χώραν ὑπερβαίνουσα,
                            <lb/>κᾀνταῦθα διασπειρομένη. γίγνεται δὲ τὸ αὐτὸ <lb/>μάλιστα τοῖς
                            μικρὸν ἔχουσι τὸ τῆς ὠμιαίας φλεβὸς μέρος, <lb/>ὃ τὴν ἐκτὸς τοῦ πήχεως
                            χώραν ἔφην καταπλέκειν. πρόδηλον <lb/>δὲ, ὅτι καὶ τῆς πρὸ τοῦ σχισθῆναι
                            τὸν τρίγωνον γεννώσης <lb/>ἀποφυομένην, ὑπὲρ ἦς ὁ λόγος μοι νῦν
                            πρόκειται, ἀποσχισθείσης <lb/>εἰς τὸ τοῦ πήχεως ἐκτὸς, <milestone unit="ed2page" n="79"/>ἑνοῦται τὰ πέρατα <lb/>τοῖς ἐκ τῆς ὠμιαίας.
                            ταύτας ἁπάσας τὰς φλέβας ἐναργῶς <lb/>ἰδεῖν ἐστι καὶ πρὸ τῆς ἀνατομῆς
                            ἐπὶ πολλῶν ἀνθρώπων <lb/>ἰσχνῶν τε ἅμα καὶ πολυαίμων, καὶ φλέβας εὐρείας
                            ἐχόντων· <pb n="384"/> εἶναι δὲ χρὴ θερμὸν τὸ περιέχον, ἢ καὶ λελοῦσθαι
                            τὸν ἄνθρωπον, <lb/>καθέσθαι δὲ τὴν χεῖρα, καὶ διαλαμβάνεσθαι. <lb/>καθ’
                            ὅ τι ἂν ἐθελήσῃς μέρος ἐναργῶς ὀφθῆναι πληρωθείσας <lb/>τὰς φλέβας. ὃ δὴ
                            καὶ ποιεῖν σε βούλομαι συνεχῶς ἐπὶ <lb/>πολλῶν, ἕνεκα δυοῖν οὐ σμικρὸν
                            χρήσιμον, τοῦ μὲν ἑτέρου, <lb/>γνώσεως αὐτῶν τῶν ἀγγείων· οὐδὲν γὰρ τῶν
                            αἰσθητῶν <lb/>ἀκριβῶς τε καὶ ταχέως γνωρίζεται μὴ πολλάκις ὀφθὲν, ὡς
                            <lb/>τεκμηριοῦσιν, ὅσοι τῶν διδύμων ἀνθρώπων ἀκριβῶς εἰσιν <lb/>ὅμοιοι,
                            τοῖς μὲν ἀήθεσιν ἀδιάγνωστοι φαινόμενοι, πρὸς δὲ <lb/>τῶν συνήθων ἐν
                            τάχει διαγιγνωσκόμενοι· δευτέρου δὲ, ἕνεκα <lb/>τοῦ πεισθῆναι περὶ τῆς
                            ἀκριβοῦς ὁμοιότητος τῶν μορίων <lb/>ἀνθρώπων τε καὶ πιθήκων. ταύτας οὖν
                            ἁπάσας τὰς <lb/>φλέβας, ἃς ἐπ’ ἀνθρώπων ὁρᾷς πρὸ τῆς ἀνατομῆς, ἐπὶ
                            <lb/>τῷ πιθήκῳ ἀνατεμνομένῳ ὄψει. δῆλον οὖν ὅτι καὶ τὰς <lb/>διὰ τοῦ
                            βάθους ὡσαύτως ἔχει τὰ ζῶα ταῦτα τοῖς ἀνθρώποις. <lb/>ἐπ’ αὐτοῦ οὖν
                            προγεγυμνάσθαι σε βούλομαι πολλάκις, <lb/>ἵνα, κᾂν ἀνθρωπίνου ποτὲ
                            σώματος ἀνατομῆς ἐπιτύχῃς, ﻿<pb n="385"/> ἑτοίμως δυνηθῇς γυμνοῦν
                            ἕκαστον. τῶν μορίων· ὅπερ οὐ τὸ <lb/>τυχόν ἐστιν, οὐδὲ ἀγυμνάστῳ περὶ
                            τοὖργον ἀνθρώπῳ δυνάμενον <lb/>ἐξαίφνης ἐπιτυγχάνεσθαι. κατὰ γοῦν πολλὴν
                            σχολὴν <lb/>οἱ ἀνατομικώτατοι τῶν ἰατρῶν ἐπισκοπούμενοι τὰ μόρια τοῦ
                            <lb/>σώματος, ἐν πολλοῖς ἐσφαλμένοι φαίνονται. διόπερ οὐδ’ οἱ
                            <lb/>βουληθέντες ἀνατέμνειν σῶμα πολεμίου Γερμανοῦ τεθνεῶτος <lb/>ἐπὶ
                            τοῦ κατὰ Μάρκον Ἀντωνῖνον πολέμου πλέον ἠδυνήθησάν <lb/>τι μαθεῖν τῆς
                            τῶν σπλάγχνων θέσεως. ὁ δ’ ἐπὶ τῶν <lb/>ἄλλων ζώων καὶ μάλιστα πιθήκου
                            προγεγυμνασμένος ἑτοιμότατα <lb/>τῶν ἀνατεμνομένων μορίων ἕκαστον
                            γυμνοῖ· καὶ <lb/>ῥᾷόν ἐστιν ἀνδρὶ φιλοπόνῳ προγεγυ<milestone unit="ed1page" n="145"/>μνασμένῳ κατὰ τὰς <lb/>ἀνατομὰς ἐπισκεψαμένῳ
                            τινὰ διὰ ταχέων ἐν ἀνθρωπίνῳ <lb/>σώματι νεκρῷ μαθεῖν, ἢ φανερὰ ἑτέρῳ
                            τῶν ἀγυμνάστων ἐπὶ <lb/>πολλῆς σχολῆς ἐξευρεῖν ἀκριβῶς. τῶν τε γὰρ ἐπὶ
                            θανάτῳ <lb/>κατακριθέντων καὶ θηρίοις παραβληθέντων ἐθεάσαντο
                            <lb/>πολλοὶ πολλάκις ἐν τοῖς σώμασιν ὅπερ ἐβουλήθησαν ἑκάστοτε <lb/>διὰ
                            ταχέων, ἐπί τε λῃστῶν ἐν ὄρει κειμένων ἀτάφων. <pb n="386"/> καὶ
                            τραύματα δὲ μεγάλα καὶ σηπεδόνες εἰς βάθος ἐξικνούμεναι <lb/>πολλὰ τῶν
                            μορίων ἐγύμνωσαν, ἃ τοῖς μὲν προγεγυμνασμένοις <lb/>ἐγνωρίσθη τὴν αὐτὴν
                            ἔχοντα κατασκευὴν τοῖς <lb/>πιθηκείοις σώμασιν, τοὺς δ’ ἀγυμνάστους
                            οὐδὲν ὠφέλησε. <lb/>καὶ παιδία δὲ τῶν ἐκτιθεμένων νεκρὰ πολλάκις πολλὰ
                            ἀνατέμνοντες <lb/>ἐπείσθησαν, ὡσαύτως ἔχειν κατασκευῆς ἄνθρωπον
                            <lb/>πιθήκῳ. καὶ κατ’ αὐτὰς δὲ τὰς χειρουργίας, ὅσας ἑκάστοτε
                            <lb/>ποιούμεθα, ποτὲ μὲν ἐκτέμνοντες σεσηπυίας σάρκας, ποτὲ <lb/>δ’
                            ἐκκόπτοντες ὀστᾶ, καταφανὴς ἡ ὁμοιότης γίγνεται τῷ <lb/>προγεγυμνασμένῳ.
                            τινὲς δὲ οὕτως εἰσὶν ἀμελεῖς τῶν καλλίστων, <lb/>ὥστε οὐδ’ ἃ πρὸ τῆς
                            ἀνατομῆς ἔνεστι γνῶναι σαφῶς, <lb/>ἐθελῆσαί ποτε μαθεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p><milestone unit="ed2page" n="80"/>Ἃ γοῦν εἶπον ἄρτι περὶ τῶν κατὰ τὸν
                            <lb/>πῆχύν τε καὶ ἄκραν τὴν χεῖρα φλεβῶν, ἅπαντ’ ἐστὶ γνῶναι <lb/>πρὸ
                            τῆς ἀνατομῆς ἐπὶ πολλῶν ἀνθρώπων· ὥσπερ γε καὶ <lb/>ὅτι μετὰ τὸ
                            σχισθῆναι τὴν διὰ μασχάλης φλέβα πρὸ τῆς <lb/>κατ’ ἀγκῶνα διαρθρώσεως ἡ
                            πρὸς τὴν καμπὴν ἀφικνουμένη <lb/>μέχρι τινὸς ὑποκειμένην ἔχει τὴν
                            ἀρτηρίαν, ἣν ἐπὶ <pb n="387"/> τῶν ἰσχνῶν τε φύσεων καὶ μεγαλοσφύκτων
                            ἔνεστι γνωρίσαι <lb/>διὰ τῆς ἁφῆς ἄχρι τινὸς χωρίου διασημαίνουσαν τὴν
                            κίνησιν· <lb/>ὥστε γε, κᾂν φλεβοτομῇς ἐπὶ μὲν τῶν ὅλην τὴν φλέβα
                            <lb/>σαφῶς φαινομένην ἐχόντων, ἀποχωρεῖν ὅσον ὅτι πλεῖστον <lb/>ἀπὸ τῆς
                            ἀρτηρίας, ἐφ’ ὧν δὲ τὸ κατὰ τῆς ἀρτηρίας αὐτῆς <lb/>ἐπικείμενον μόνον
                            φαίνεται, τὸ δ’ ἄλλο πᾶν ἀφανές ἐστιν, <lb/>προσέχειν ἐπιμελῶς. πρῶτα
                            μὲν, ἰδίᾳ σφίγγοντός σου τὸν <lb/>βραχίονα, τὸ περὶ τὴν ἀρτηρίαν χωρίον
                            εἰς ὄγκον ἀξιόλογον <lb/>αἴρεται· δεύτερον δὲ τῶν ἄλλων τινὰ φλεβῶν
                            τέμνειν, ὧν <lb/>ἐρῶ. μηδέποτε γὰρ τέμνε τὴν φλέβα τήνδε, διαφυσηθέντος
                            <lb/>τοῦ χωρίου, γιγνώσκων τὴν ὑποκειμένην ἀρτηρίαν εὐρεῖάν τε
                            <lb/>εἶναι καὶ εὔρωστον· εἷθ’, ὅταν ἐπὶ πλεῖστον ὀγκωθῇ, τὴν
                            <lb/>ἐπικειμένην φλέβα συνεξαίρειν τε καὶ περιτείνειν ἑαυτῇ.
                            <lb/>συμβαίνει τοιγαροῦν ἐν τούτῳ περὶ τὸ κυρτὸν τῆς ἀρτηρίας
                            <lb/>ὑψουμένην τὴν φλέβα κενωτέραν γίγνεσθαι, καθ’ ὃ περιτείνεται
                            <lb/>μέρος, ὥστε τὸν ἐπιβάλλοντα τὸν φλεβοτόμον αὐτῇ <lb/>κατὰ τὴν
                            εἰθισμένην αὐτῷ συμμετρίαν τῆς ἐπερείσεώς τε καὶ <lb/>καταθέσεως ἐν
                            τάχει μὲν ἐκείνην ὅλην διεξέρχεσθαι, τιτρώσκειν <pb n="388"/> δὲ τὴν
                            ὑποκειμένην ἀρτηρίαν. ἀποχωρεῖν οὖν ἀπ’ <lb/>αὐτῆς προσήκει ἐπί τινα τῶν
                            πλησίον φλεβῶν, μάλιστα μὲν <lb/>τῶν ἐπὶ τὸ τοῦ πήχεως ὀστοῦν
                            καταφερομένων· εἰ δὲ μηδὲ <lb/>τούτων τις φαίνοιτο, πρὸς τὴν ἐκ τῆς
                            μίξεως τῶν ἐν τῇ <lb/>καμπῇ φλεβῶν γενομένην, ἣν ἐπὶ τὸ τῆς κερκίδος
                            ἔφην <lb/>ὑψηλὸν ἀνατείνεσθαι· εἰ δὲ μηδ’ αὐτὸ φαίνοιτο, τὴν <lb/>ἀπὸ
                            τῆς ὠμιαίας εἰς τὴν κατ’ ἀγκῶνα καμπὴν ἥκουσαν. <lb/>οὕτως δὲ κᾂν εἰ τὴν
                            ὠμιαίαν ποτὲ δέοι τέμνειν, ὅταν μὴ <lb/>φαίνηται, τὴν ἀπ’ αὐτῆς ἥκουσαν
                            εἰς τὴν καμπὴν ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστι διαιρεῖν· εἰ δὲ μηδ’ αὐτὴ φαίνοιτο,
                            τὴν ἀνατεινομένην <lb/>ἐπὶ τὴν κερκίδα λοξήν· εἰ δὲ μηδ’ ἐκείνη, τὴν ἀπὸ
                            τῆς <lb/>μασχάλης ἐπὶ τὴν κατ’ ἀγκῶνα καμπήν. αὕτη μὲν γὰρ ἡ <lb/>φλὲψ
                            ἐπιτηδειοτάτη τοῖς πεπονθόσι τὰ κάτω τῶν κλειδῶν, <lb/>ἡ δ’ ὠμιαία τοῖς
                            τὰ τούτων ἄνω. δευτέραν δὲ καὶ τρίτην <lb/>ἐπ’ αὐτοῖς ἔχουσι τάξιν ὧν
                            ἐμνημόνευσα· κοινὴ δ’ ἀμφοτέροις <lb/>ἐστὶ ἡ πρὸς τὸ τῆς κερκίδος ὑψηλὸν
                            ἀναφερομένη. διὸ <lb/>καὶ τρίτην αὐτῇ τάξιν ἔνειμα κατ’ ἀμφοτέρας τὰς
                            χεῖρας. <pb n="389"/> ἐπὶ γὰρ τῶν διὰ τὸ τὰ κάτω τῆς κλειδὸς πεπονθέναι
                            δεομένων <lb/>τοῦ αἵματος ἀφαιρέσεως πρώτην μὲν ἔχει τάξιν ὠφελείας
                            <lb/>ἕνεκεν ἡ ἐπὶ τὴν καμπὴν ἐρχομένη, δευτέραν ἡ πρὸς <lb/>τὸν πῆχυν
                            καταφερομένη, τρίτην δὲ ἡ κοινὴ, τετάρτην δὲ <lb/>ἡ ἀπὸ τῆς ὠμιαίας ἐπὶ
                            τὴν καμπὴν ἐρχομένη φλὲψ, ἐσχάτην <lb/>δ’ ἡ ὠμιαία· τῶν δὲ τὰ τῆς
                            κλειδὸς ἄνωθεν πεπονθότων <lb/>ἔμπαλιν αἱ μὲν ὠμιαῖαι τὴν πρώτην, ἡ δ’
                            ἀπ’ <lb/>αὐτῆς ἐπὶ τὴν καμπὴν ἐρχομένη τὴν δευτέραν, τὴν τρίτην <lb/>δ’
                            ἡ κοινὴ, καὶ τετάρτην ἡ κατὰ τὰς ἀρτηρίας προερχομένη, <lb/>καὶ πέμπτην
                            αἱ ἐπὶ τὸν πῆχυν καταφερόμεναι. περὶ μὲν <lb/>δὴ τῶν ἐπιπολῆς φλεβῶν
                            καθ’ ὅλον τὸν πῆχυν ἄχρι τῶν <lb/>δακτύλων εἴρηται πάντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="81"/>Περὶ δὲ τῶν διὰ βάθους ἐφεξῆς
                            ἐπίσκεψαι <lb/>τὰς κατὰ τὰν καμπὴν ἐπιπολῆς ἐξελών. ἀρθεισῶν <lb/>γὰρ
                            τούτων καὶ τῶν μυῶν ἀνατμηθέντων, ὡς ἔμαθες, <lb/>αὐτίκα φανοῦνταί σοι
                            παραπλησίως ταῖς ἐπιπολῆς καὶ αἱ <lb/>διὰ βάθους εἰς ταὐτὸν ἀλλήλαις
                            ἰοῦσαι. καὶ μέντοι καὶ <lb/>μετὰ τὸ συνελθεῖν αὖθις ἀποσχίζονταί τε καὶ
                            δύο γενόμεναι ﻿<pb n="390"/> φέρονται διὰ τοῦ πήχεως ἐπὶ τὸν καρπὸν κατ’
                            εὐθὺ <lb/>παραλλήλως ἐκτεταμέναι, ταπεινοτέρα μὲν ἡ ἑτέρα κατὰ <lb/>τὸ
                            τοῦ πήχεως ὀστοῦν, ὑψηλοτέρα δὲ ἡ ἄλλη κατὰ τὸ τῆς <lb/>κερκίδος, ἅμα
                            ταῖς ἀρτηρίαις εἰς τοὺς μῦς κατασχιζομέναις. <lb/>τῆς μὲν οὖν
                            ταπεινοτέρας φλεβὸς, ὁπόθ’ ἧκεν ἐπὶ τὸν τῆς <lb/>κερκίδος μῦν τὸν
                            μικρὸν, ἐκπίπτει τι μόριον εἰς τὴν ἔξω χώραν, <lb/>ἐν ᾗ κατασχιζομένῃ
                            ἑνοῦται τοῖς προειρημένοις ἐνταῦθα <lb/>μέρεσι τῶν ἐπιπολῆς φλεβῶν. καὶ
                            μέντοι καὶ τὸ λοιπὸν <lb/>αὐτοῦ μέρος, ὅσον ἔνδον ἔμεινεν, ἑνοῦται τοῖς
                            εἰς τὸ βάθος <lb/>ἰοῦσι τῶν εἰρημένων ἐπιπολῆς διανέμεσθαι τοῖς ἔνδον
                            μέρεσι <lb/>τοῦ πήχεως. καὶ πολλάκις ἔδοξέ μοι πλειόνων εἶναι μοῖρα
                            <lb/>τῶν ἐπιπολῆς εἰς τὸ βάθος ἰουσῶν φλεβῶν, εἴπερ ἐπ’ αὐτῆς <lb/>τῆς
                            ἐν τῷ βάθει κειμένης τῆς δευτέρας φλεβὸς αἵ <lb/>ἀποφύσεις ὀλίγαις
                            ἀναμίγνυνται τῶν ἐπιπολῆς φλεβῶν. δύο <lb/>μὲν ἔφην εἰς τὴν χεῖρα
                            φέρεσθαι φλέβας, τήν τε διὰ μασχάλης, <lb/>ἀξιόλογον ἱκανῶς τῷ μεγέθει,
                            καὶ τὴν ταύτης μὲν <lb/>ἐλάττονα πολλῷ, μεγάλην δ’ ὅμως καὶ αὐτὴν, ἣν
                            ὠμιαίαν <lb/>ὀνομάζουσιν. </p></div><pb n="391"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἀρτηρία δὲ μία μόνη παραγίνεται πρὸς τὴν <lb/>χεῖρα, παρακειμένη τῇ διὰ
                            τῆς μασχάλης ἰούσῃ φλεβί. <lb/>διεκπίπτουσι δὲ τοῦ θώρακος ἀμφότεραι
                            μετὰ τῆς ἐννάτης <lb/>συζυγίας τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου νεύρων, ἐπιβαίνουσί
                            τε τῷ <lb/>βραχίονι κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἔνθα καὶ τὸ τρίτον ἔφην
                            <lb/>ἀφικνεῖσθαι νεῦρον· ἐντεῦθεν δὲ τοῖς μυσὶ ἅπασι τοῦ βραχίονος
                            <lb/>ἀποφύσεις ἀξιολόγους διδοῦσαι φέρονται κατάντεις <lb/>ὡς ἐπὶ τὴν
                            καμπὴν τῆς κατ’ ἀγκῶνα διαρθρώσεως. ἀλλ’ <lb/>ἐπί γε τῷ πέρατι τοῦ
                            βραχίονος ἡ φλὲψ δίχα σχισθεῖσα <lb/>τὸ μὲν ἕτερον αὑτῆς μέρος ὕψωσεν
                            ἄχρι τοῦ δέρματος, ὡς <lb/>ἔμπροσθεν ἔφην· ὅσον δ’ αὐτοῦ διὰ βάθους, ὡς
                            ἐπὶ τὴν <lb/>καμπὴν ἠνέχθη, μετὰ τῆς ἀρτηρίας τοῦτο προσλαβὸν τὸ
                            <lb/>τρίτον μέρος τῆς ὠμιαίας. εἶτα δίχα σχισθὲν ἐν ἑκατέρῳ <lb/>τῷ
                            μέρει τῆς ἀρτηρίας, καὶ αὐτῆς δίχα σχισθείσης, συμπαραφέρεταί <lb/>τε
                            καὶ συνδιανέμεται κατασχιζόμενον εἰς ἅπαντας <lb/>τοὺς μῦς ἄχρι τῆς
                            ἀρχῆς τῶν δακτύλων. τῆς μὲν οὖν <lb/>ὑψηλοτέρας ἀρτηρίας παρὰ τὸ τῆς
                            κερκίδος ὀστοῦν φερομένης <lb/>ἁπτόμεθα κατὰ τὴν τῶν σφυγμῶν ἐπίσκεψιν
                            ἐγγὺς τῆς <lb/>κατὰ τὸν καρπὸν διαρθρώσεως. αἰσθητὴν δὲ ἴσχει τὴν
                            κίνησιν <pb n="392"/> ἐπί γε τῶν ἰσχνῶν καὶ ἡ μεταξὺ τοῦ λιχανοῦ τε καὶ
                            <lb/>μεγάλου τὴν γένεσιν ἀπὸ τούτου ἔχουσα τῆς ταπεινοτέρας
                                <lb/>ἀρ<milestone unit="ed1page" n="146"/>τηρίας τῷ τοῦ πήχεως ὀστῷ
                            παραφερομένης εὐθὺ <lb/>τοῦ μικροῦ δακτύλου. τὴν δὲ κίνησιν οὐκ ἔστι
                            διαγνῶναι <lb/>σαφῶς, εἰ μὴ πάνυ μὲν ἰσχνὸς ὁ ἄνθρωπος εἴη, μέγιστον
                            <lb/>δ’ ἔχοι σφυγμόν· ἀεὶ γὰρ ἡ φύσις ἐν τῷ βάθει φυλάττει <lb/>τὰς
                            ἀρτηρίας οὐδαμόθεν πρὸς τὸ δέρμα παράγουσα σαφῶς <lb/>αὐτοῦ μόριον,
                            ὥσπερ ἐπὶ τῶν φλεβῶν τε καὶ νεύρων ἀφικνεῖσθαι <lb/>πρόσθεν εἶπον.
                                <milestone unit="ed2page" n="82"/>εἰκότως οὖν ἐπὶ τῶν ἄκρων <lb/>τῆς
                            χειρὸς ἔξωθεν μὲν οὐκ ἂν εὕροις ἀρτηρίαν οὐδεμίαν, <lb/>ὅτι μηδὲ μῦς
                            ἐστί τις ἐνταῦθα. τὸ δ’ ἔνδον χωρίον ἐπειδὴ <lb/>πολλοὺς ἔχει μῦς, διὰ
                            τοῦτο καὶ πολλὰς ἀρτηρίας εἰς ἕκαστον <lb/>αὐτῶν ἔσχεν ἀφικνουμένας.
                            ὄψει δ’ ἁπάσας τὰς κατὰ <lb/>τὸν καρπὸν ἐκ τῶν ἔνδον μερῶν ἀρτηρίας ἅμα
                            ταῖς ὁμοζύγοις <lb/>φλεψὶν, ἀποτεμὼν τὸν πλατὺν τένοντα. μεταξὺ γὰρ
                            <lb/>τούτου τε καὶ τῶν τοὺς δακτύλους καμπτόντων τενόντων <lb/>ἡ θέσις
                            αὐτῶν ἐστιν ἅμα τοῖς λεπτοῖς νεύροις, ὧν ἔμπροσθεν <lb/>ἐμνημόνευσα.
                            τεταγμένων γὰρ ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ <pb n="393"/> τῶν τά τε πρῶτα τῶν
                            δακτύλων ἄρθρα κινούντων μυῶν καὶ <lb/>τῶν ὅλην αὐτῶν τὴν ἑτέραν τῶν
                            λοξῶν κινήσεων, εἰκότως <lb/>μεστὸν γίγνεται τὸ μέρος τοῦτο καὶ
                            ἀρτηριῶν, καὶ φλεβῶν, <lb/>καὶ νεύρων· ἕκαστος γὰρ τῶν μυῶν εἰς αὑτὸν
                            δέχεται τῶν <lb/>τριῶν ἑκάστου τι μόριον. ἐμοὶ μὲν ἤδη πάντα τὰ τῆς ὅλης
                            <lb/>χειρὸς εἴρηται μόρια. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Σὲ δ’ οὐχ ὡς Ἡροδότου τὴν ἱστορίαν ἕνεκα <lb/>τέρψεως ἀναγνῶναι προσήκει,
                            ἀλλὰ τῇ μνήμῃ παραθέσθαι <lb/>τῶν ὀφθέντων ἕκαστον, ὅπως εἰδῇς ἁπάντων
                            τῶν μερῶν <lb/>αὐτῆς ἀκριβῶς τὴν φύσιν. ἔνια μὲν γὰρ οὔτε ἀρτηρίαν,
                            <lb/>οὔτε νεῦρα, οὔτε φλέβα μεγάλην ἔχει· τινὰ δ’ ἤτοι τὰ <lb/>τρία γένη
                            τούτων, ἢ ἓν, ἢ δύο. ταῖς μὲν οὖν ἀρτηρίαις <lb/>καὶ φλεψὶ κατὰ τὸ
                            μέγεθός ἐστιν ἡ δύναμις. οὐ μὴν καὶ <lb/>τοῖς γε νεύροις ὁμοίως ἐστὶν
                            ἅπασιν, ἀλλ’ ἐπί τινων μορίων <lb/>νεῦρον μικρὸν οὐ σμικρὰν ἔχει
                            δύναμιν, οἷον ὅσα τοῖς κινοῦσι <lb/>τὸν μέγαν δάκτυλον ἐνδιασπείρεται
                            μυσὶν, ἐφεξῆς δ’ <lb/>ὅσα τοῖς τὸν λιχανόν. εἰ γὰρ οὗτοι σώζοιντο μόνοι
                            κατὰ <lb/>φύσιν ὄντες, ἤτοι παραλυθέντων τῶν ἄλλων, ἢ καὶ παντάπασιν <pb n="394"/> ἀπολομένων, οὐκ ἀκριβῶς ἂν εἴη κυλλὸς ὁ ἄνθρωπος,
                            <lb/>οὐδὲ τελέως ἄχρηστον ἔχων τὴν χεῖρα. προστεθέντος <lb/>δὲ αὐτοῖς
                            ἔτι καὶ τοῦ μέσου, βραχεῖα βλάβη τοῖς ἔργοις <lb/>τῆς χειρὸς ἔσται, τῶν
                            μικρῶν δακτύλων ἀπολλυμένων παντάπασιν. <lb/>εἰ δέ γε, τῶν τεττάρων
                            ὑγιεινῶν ὑπαρχόντων, ἤτοι <lb/>γε ὁ κάμπτων τὸν μέγαν δάκτυλον, ἢ ὁ
                            ἐκτείνων μῦς πάθοι <lb/>τι, διαφθαρήσεται τὰ τῆς χειρὸς ἔργα πάντα.
                            συναπόλλυται <lb/>γὰρ ἀεὶ τῶν ἀντιτεταγμένων ἀλλήλοις μυῶν ἡ
                            <lb/>ἐνέργεια. τοῦ γοῦν ἐκτείνοντος τὸν μέγαν δάκτυλον μυὸς
                            <lb/>παραλυθέντος, ὁ κάμπτειν αὐτὸν πεφυκὼς μῦς ἐνεργήσας, <lb/>αὐτίκα
                            μὲν κάμπτει τὸν δάκτυλον, ὕστερον δὲ οὐκέτι δυνήσεται· <lb/>τὸν γὰρ ἐν
                            τῷ κεκάμφθαι διαμένοντα κάμπτειν <lb/>αὖθις ἀδύνατον, εἰ μὴ πρότερον
                            ἐκταθείη. γινώσκειν οὖν <lb/>ἀκριβῶς προσήκει καὶ τῶν ἄλλων μὲν μυῶν
                            ἁπάντων ἑκάστου <lb/>τὸ νεῦρον, ἐξαιρέτως δὲ τῶν ἐνέργειαν ἀξιόλογον
                            ἐχόντων, <lb/>ὅπως, ἐάν τε βέλος ἢ σκόλοπα δέῃ κομίσασθαι μετὰ <lb/>τοῦ
                            διατέμνειν ἢ περιτέμνειν τι, φειδώμεθα τῶν ἀξιολόγων <lb/>ἀγγείων τε καὶ
                            νεύρων, ἐάν τε σεσηπός τι μόριον ἐκτέμωμεν, ﻿<pb n="395"/> ἢ ὀστοῦν
                            ἐσφακελικός. οἶδα γοῦν τινα τῶν ἐξ <lb/>ἀπονοίας χειρουργούντων, ἐπειδὴ
                            πρότερόν ποτε κατὰ τὴν <lb/>ἐκτὸς χώραν τοῦ βραχίονος ἐκτεμών τι μέγα
                            μέρος μυὸς <lb/>οὐδὲν ἀξιόλογον ἔβλαψε τὸ κῶλον, ὕστερον ἀφειδῶς
                            ἐπιβαλόντα <lb/>τὴν σμίλην ἐκείνῳ τῷ τόπῳ τῆς ἔνδον περιγραφῆς τοῦ
                            <lb/>προσθίου μυὸς, ἔνθα τὸ τρίτον ἐπιβαίνει νεῦρον. ἅτε δὴ, <lb/>ὡς
                            Ἱπποκράτης ἔφη, τὴν ἀνόητον εὐχέρειαν ἠσκηκὼς, μιᾷ <lb/>κυκλοτερεῖ τομῇ
                            ταχείᾳ χρησάμενος, οὐ μόνον ἔτεμε τὸ τρίτον <lb/>νεῦρον, ἀλλὰ <milestone unit="ed2page" n="83"/>καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ δύο, καὶ πρὸς <lb/>αὐτοῖς γε
                            τήν τ’ ἀρτηρίαν καὶ τὴν φλέβα· κατ’ ἐκεῖνον γάρ <lb/>τοι τὸν τόπον ἅμα
                            ταῦτα πάντ’ ἐστίν. ἐν μὲν οὖν τῷ <lb/>παραχρῆμα, διὰ τὴν αἱμοῤῥαγίαν
                            ταραχθεὶς, περὶ μόνην <lb/>ταύτην ἔσχε, βρόχους τοῖς τετμημένοις
                            ἀγγείοις περιβαλών· <lb/>ὀλίγον δ’ ὕστερον ὁ χειρουργηθεὶς οὔτε κινεῖν
                            τι τῆς χειρὸς <lb/>ἠδύνατο, καὶ τῶν ψαυόντων οὐκ ᾐσθάνετο κατὰ τὰ
                            πλεῖστα <lb/>τῶν τοῦ κώλου μερῶν, ἐκεκράγει τε πρὸς τὸν ἰατρὸν αὐτῷ
                            <lb/>τῷ ῥήματι χρώμενος τούτῳ, Ἐνευροκόπησάς με τὸν ταλαίπωρον. <pb n="396"/> οὗτος μὲν οὖν ὁ ἰατρὸς ἅπαν ἄχρηστον εἰργάσατο <lb/>διὰ
                            μιᾶς τομῆς τὸ κῶλον· ἄλλοι δ’ ἄλλο τι μέρος ἓν ἢ <lb/>δύο ἐν χειρὶ καὶ
                            σκέλει, διὰ τὴν τῶν νεύρων ἄγνοιαν· ἵνα <lb/>παραλείπω νῦν, ὅσα κατὰ τὰς
                            φλεβοτομίας ἐργάζονται κακὰ, <lb/>μὴ γινώσκοντες, ἃ χρὴ φυλάττεσθαι καθ’
                            ἑκάστην τῶν φλεβῶν <lb/>τῶν ἐν ἀγκῶνι, περὶ ὧν εἴρηταί μοι καὶ διὰ τοῦ
                            περὶ τῆς ἐπὶ <lb/>τῶν τεθνεώτων ἀνατομῆς γεγραμμένου βιβλίου. τούτων
                            γοῦν <lb/>ἕνεκα πάντων ἀνατεμνέσθω σοι πολλάκις ἀκριβῶς πιθηκεία
                            <lb/>χείρ· καὶ γὰρ, εἴ τι σπάνιον ἐν αὐτῇ θεάσαιο, καὶ τοῦτ’ <lb/>ἄν σοι
                            γένοιτο χρήσιμον. εἶδον γοῦν ποτε κατὰ τῆς ἔνδον <lb/>φλεβὸς τῆς ἐν
                            ἀγκῶνι νευρίον ἐπικείμενον ἔν τινος ἀνατομῇ <lb/>πιθήκου, καὶ αὖθις ἐφ’
                            ἑτέρου κατὰ τῆς ὁμοζυγούσης <lb/>αὐτῇ φλεβὸς ὡσαύτως. καὶ τούτων ἡ θέα
                            χρήσιμος ἐπί τινων <lb/>ἰατρῶν γνωρίμων γέγονεν, ἐγκαλουμένων ὡς
                            τεμόντων <lb/>νεῦρον, ἐπειδὴ καὶ μετὰ τὴν τομὴν εὐθέως ᾔσθοντο ναρκώδη
                            <lb/>διάθεσιν οἱ τμηθέντες ἐν τῷ μήκει τῆς χειρὸς, ἐν δὲ <lb/>τῷ μετὰ
                            ταῦτα παντὶ χρόνῳ παρέμενε τὸ πάθημα τοῦτο <lb/>τοῖς φλεβοτομηθεῖσιν.
                            δηλώσας οὖν ἐγὼ τοῖς ἐγκαλοῦσιν, <pb n="397"/> ἰδιότητα κατασκευῆς
                            σώματος γίγνεσθαί ποτε τοιαύτην, ἠλευθέρωσα <lb/>τοῦ ψόγου τοὺς ἰατρούς.
                            ἐπείσθησαν δέ μοι περὶ <lb/>τούτου οἱ ἐγκαλοῦντες τοῖς ἰατροῖς, οὐ μόνον
                            ἑτέρους τοὺς <lb/>ἰδόντας ἐπικαλεσαμένῳ μάρτυρας, ἀλλὰ κᾀν τοῖς
                            ἀνατομικοῖς <lb/>ὑπομνήμασιν, ἃ καθ’ ἕκαστον τῶν ἀνατεμνομένων <lb/>ζώων
                            ἐποιούμην, ἐπιδείξαντι γεγραμμένον, ὃ διῆλθον <lb/>ἄρτι φαινόμενον ἐπὶ
                            τῆς φλεβός. οἱ τὰ τῶν ἀνατομικῶν <lb/>γράψαντες βιβλία νομίζουσιν, ἀπὸ
                            τῶν ὑποκειμένων μυῶν <lb/>λείψανα μικρὰ διεξέρχεσθαι πρὸς τὸ
                            περικείμενον αὐτοῖς <lb/>δέρμα· τὸ δ’ οὐχ οὕτως ἔχει, καθάπερ ἐθεάσασθε
                            πολλάκις· <lb/>ἀλλ’ εἰσὶν ἴδιαι ῥίζαι τῶν ἐπιπολῆς νεύρων, ἃς
                            <lb/>συναποδέροντες τῷ δέρματι διαφθείρουσιν, ὡς μηδ’ εἶναι <lb/>δοκεῖν.
                            ἔστι γὰρ, ὡς καὶ πρόσθεν ἐῤῥέθη, χαλεπώτατον <lb/>γυμνῶσαι τὰ νεῦρα
                            ταῦτα, συμφυοῦς ὄντος τῷ δέρματι <lb/>τοῦ μετ’ αὐτὸ ὑμένος, ὃν χωρίζοντα
                            χρὴ προσκαταλιπεῖν <lb/>τοῖς μυσὶν, ἐναντίως τῇ φυσικῇ κατασκευῇ
                            πράττοντας ἐν <lb/>τῷδε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Τῆς δ’ οὖν ἐγχειρήσεως, ὡς ἐπὶ τῆς χειρὸς <pb n="398"/> εἴρηται,
                            κατορθωθείσης, τέτταρες ῥίζαι κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>μηροῦ φανοῦνταί
                            σοι τῶν εἰς τὸ δέρμα διασπειρομένων νεύρων, <lb/>ἰσάριθμοι ταῖς τῶν
                            μεγάλων νεύρων ἀρχαῖς τῶν εἰς <lb/>τοὺς μῦς διασπειρομένων, καὶ γὰρ ἀπ’
                            ἐκείνων πεφύκασιν. <lb/>μία μὲν οὖν ἐστιν ἡ τῶν προσθίων μυῶν ἄνωθεν
                            κάτω <lb/>κατὰ τὸ περικείμενον αὐτοῖς δέρμα πᾶν φερομένη καὶ
                            διανεμομένη· <lb/>ταύτης δ’ ἔνδον ἡ διὰ τοῦ βουβῶνος ἐποχουμένη <lb/>τῷ
                            μακρῷ καὶ στενῷ μυῒ, καὶ τρίτη παρὰ τὸν καλούμενον <lb/>κόκκυγα,
                            δυσθεωρητοτέρα τῶν προειρημένων, καὶ τετάρτη <lb/>ταύτης ἔτι
                            δυσθεωρητοτέρα κατὰ τὸ τρῆμα τοῦ τῆς ἥβης <lb/>ὀστοῦ. καὶ γάρ τοι καὶ τὰ
                            διαπίπτοντα πρὸς τὸ δέρμα νεῦρα <lb/>ταύτῃ μὲν πάνυ μικρὰ καὶ ὄντως
                            ἀραχνοειδῆ, <milestone unit="ed2page" n="84"/>τῶν δ’ <lb/>ἄλλων
                            ἁδρότερα, τὰ μὲν ὡς τρίχες εὐτραφεῖς, τὰ δὲ καὶ <lb/>τριχῶν παχύτερα,
                            κατὰ δὲ τὰς ῥίζας ἐνίοτε καὶ <milestone unit="ed1page" n="147"/>πάνυ
                            <lb/>σαφῆ. τὰ μὲν οὖν τοῖς προσθίοις ἐπιτεταμένα μυσὶν, εὔρωστον
                            <lb/>ὑμένα σὺν ἑαυτοῖς ἴσχοντα, τοῦ περικειμένου δέρματος
                            <lb/>ἀποξεσθέντος, αὐτίκα φαίνεται τὴν ῥίζαν ἔχοντα κατὰ <lb/>τὸ μέσον
                            τῆς προσθίας χώρας. οὐ χαλεπῶς δὲ φαίνεται καὶ <pb n="399"/> τὰ διὰ τοῦ
                            βουβῶνος ἐποχούμενα τῷ λεπτῷ καὶ στενῷ μυῒ. <lb/>τὴν γὰρ ἔνδον ἅπασαν
                            χώραν τοῦ τε μηροῦ καὶ τῆς κνήμης <lb/>διαπλέκοντα σύγκειται· συμφέρεται
                            γὰρ τῇ φλεβὶ μέχρι τῆς <lb/>ἔνδον ἀποφύσεως τῆς κνήμης πρὸς τὸν
                            ἀστράγαλον. τὸ δ’ <lb/>ὑπόλοιπον τῆς ἔνδον χώρας τοῦ μηροῦ μικρὸν ἓν, ὡς
                            εἴρηται, <lb/>μόριόν τι τοῦ διὰ τοῦ τρήματος τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ
                            ἐκπίπτοντος <lb/>νεύρου διαπλέκει. τοῦ δὲ λοιποῦ καὶ τετάρτου
                            <lb/>νεύρου τοῦ παρὰ τὸν κόκκυγα διεκπίπτοντος ὅλον σχεδόν <lb/>τι τὸ
                            ὀπίσω καὶ ἔξω τοῦ μηροῦ τὰς ἀποφύσεις λαμβάνει, <lb/>πλὴν τοῦ πρὸς τῷ
                            γόνατι πέρατος· ἐνταῦθα γὰρ ἕτερον <lb/>νεῦρον διεκπίπτει κατὰ τὸν
                            πλατὺν μῦν. ὥσπερ γε καὶ <lb/>κατὰ τὸ πέρας αὐτοῦ πάλιν ἄλλο τὰ τῆς
                            κνήμης ἐκτὸς <lb/>διαπλέκει, ὡς εἴρηται, διότι καὶ τὸ ἔνδον αὐτῆς παρὰ
                            τοῦ <lb/>συγκαταφερομένου τῇ φλεβὶ νεύρου τὰς ἀπονεμήσεις ὑποδέχεται.
                            <lb/>λοιπὸν δὲ τὸ μὲν ὀπίσω μέρος τῆς κνήμης ἴδιον <lb/>ἔχει νεῦρον, ἀπὸ
                            τοῦ τὴν γαστροκνημίαν διαπλέκοντος ἀποσχιζόμενον· <lb/>τὸ δὲ πρόσω τοῦ
                            διαπλέκοντος τοὺς προσθίους <lb/>μῦς τῆς κνήμης λαμβάνει τι μόριον.
                            ἐπισκεψάμενος δ’, ὡς ﻿<pb n="400"/> εἴρηται, τὰ τοῦ δέρματος νευρία
                            σμικρὰ τὰ ἐπιπολῆς, ἀνάτεμνε <lb/>τοὺς περὶ τὸν μηρὸν ἅπαντας μῦς, ὡς
                            ἔμαθες ἐν τῷ <lb/>πρὸ τούτου γράμματι. χωριζομένων γὰρ αὐτῶν ἀπ’
                            ἀλλήλων, <lb/>αἱ τῶν μεγάλων νεύρων διανεμήσεις φαίνονται ἐναργῶς,
                            <lb/>φερομένων ἁπάντων αὐτῶν μεταξὺ τῶν μυῶν. καὶ <lb/>τοίνυν καὶ τὰς
                            ἀποφύσεις αὑτῶν διδόασι τοῖς πλησιάζουσιν. <lb/>ὄψει δὲ τέτταρας ἀρχὰς,
                            ἅς καὶ τῶν ἐπιπολῆς ἐθεάσω. καὶ <lb/>γὰρ ἐκεῖναι τῶν διὰ βάθους
                            ἀποσχίζονται, καὶ ποδηγήσουσί <lb/>σε καὶ αὗται προτεθεωρημέναι πρὸς τὴν
                            τῶν μειζόνων <lb/>μυῶν εὕρεσιν. ἀλλὰ καὶ χωρὶς τῶν ἐπιπολῆς ἑτοίμως
                            <lb/>ὁρῶνται τῶν μεγάλων νεύρων αἱ ἀρχαὶ, τῶν μυῶν, ὡς <lb/>ἔμαθες,
                            ἀνατεμνομένων. εἰσὶ μὲν δὴ τρεῖς ἀρχαὶ τῶν νεύρων, <lb/>ἀλλήλαις
                            παραπλήσιαι τὸ μέγεθος, ἅς πρώτας ἐρῶ· <lb/>τετάρτη δ’ ἐπ’ αὐταῖς ἄλλη
                            μεγίστη διφυὴς, ὑπὲρ ἧς εἰρήσεται <lb/>ὕστερον. τῶν τοίνυν τριῶν ἀρχῶν ἡ
                            μέν τις εἰς <lb/>τοὺς προσθίους μῦς κατασχίζεται μόνους, ἡ δ’ ἑτέρα
                            παραφέρεται <lb/>τοῖς μεγάλοις ἀγγείοις, αὐτοῖς τε τοῖς ἀγγείοις
                            <lb/>ἀποφύσεις ἀραχνοειδεῖς διδοῦσα καὶ τοῖς ψαύουσι μυσί· <pb n="401"/>
                            ψαύουσι δ’ αὐτῆς ὑποκείμενος μὲν ὁ μέγιστος τοῦ μηροῦ <lb/>μῦς,
                            ἐπικείμενος δὲ ὁ λεπτὸς καὶ στενὸς, ὅν πρῶτον ἀνατέμνομεν <lb/>τῶν περὶ
                            τὸν μηρὸν. ἡ δὲ λοιπὴ καὶ τρίτη τῶν <lb/>νεύρων ἀρχὴ διεξέρχεται τὸ μέγα
                            τρῆμα τοῦ τῆς ἥβης <lb/>ὀστοῦ, καὶ δηλονότι τοὺς κατειληφότας αὐτὸ δύο
                            μῦς μικροὺς, <lb/>ἔνα καθ’ ἕτερον μέρος, ἔξωθεν μὲν τὸν ἕτερον,
                            <lb/>ἔσωθεν δὲ τὸν λοιπὸν, οὕς ἐν τοῖς κινοῦσι τὴν κατ’ ἰσχίον
                            <lb/>διάρθρωσιν ἤκουσας ὑπὸ τῶν ἀνατομικῶν παραλελεῖφθαι. <lb/>σχίζεται
                            δὲ τὸ νεῦρον τοῦτο δίχα, πρὶν διεξέρχεσθαι τοὺς <lb/>μῦς· καὶ τῶν μερῶν
                            αὐτοῦ τὸ μὲν ἕτερον ὑψηλότερον φερόμενον <lb/>εἰς τὸν ἀπὸ τοῦ τῆς ἥβης
                            ὀστοῦ πεφυκότα μῦν, <lb/>ὅν δεύτερον ἔμαθες ἀνατέμνειν ὅλον,
                            διασπείρεται· τὸ δὲ <lb/>μεῖζόν τε καὶ ταπεινότερον, διεξελθὸν τὸ τρῆμα
                            καὶ τοὺς <lb/>ἀμφ’ αὐτὸ μῦς τοὺς μικροὺς, εἴς τε τὸν μέγιστον τοῦ μηροῦ
                            <lb/>μῦν κατασχίζεται, καὶ τινας ἀπονεμήσεις ἑαυτοῦ πάνυ <lb/>λεπτὰς εἰς
                            τοὺς πλησιάζοντας αὐτῷ μῦς τοὺς μικροὺς ἀποπέμπει. <lb/>ταύτας οὖν τὰς
                            τρεῖς ἀρχὰς θεασάμενος, ὡς εἶπον, <lb/>ἐπὶ τὴν τετάρτην ἧκε, δυοῖν
                            νεύρων μεγάλων ἐπὶ τὸ <pb n="402"/> σκέλος καταφερομένων τε καὶ
                            σχιζομένων ἄχρι δακτύλων <lb/>ἄκρων. <milestone unit="ed2page" n="85"/>ἔσται δὲ καὶ αὕτη σαφὴς, ἀνατμηθέντων τῶν <lb/>κατὰ τὰς πυγὰς μυῶν,
                            οὕς ἔμαθες ἐν τῷ πρὸ τούτου λόγῳ <lb/>κατὰ τὴν ἀνατομὴν τῶν κινούντων
                            τὴν κατ’ ἰσχίον διάρθρωσιν. <lb/>ἅμα δ’ αὐταῖς ἀνατετμήσθωσαν αἱ κεφαλαὶ
                            τῶν <lb/>περὶ τὸν μηρὸν μυῶν, οὕς ἐκφύεσθαι τοῦ κατ’ ἰσχίον ἔφην
                            <lb/>ὀστοῦ τέτταρας ὄντας. ὑποκείμενα γὰρ ἐκείναις φαίνεται τὰ
                            <lb/>μεγάλα νεῦρα, διεκπίπτοντα πρὸς τοὐκτὸς ἐκ τῶν ἔνδον <lb/>μερῶν τοῦ
                            πλατέος ὀστοῦ μετὰ καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ πεφυκότων <lb/>νευρίων λεπτῶν. ἀλλ’
                            ἐκεῖνα μὲν εἰς τοὺς περὶ τὴν <lb/>διάρθρωσιν ἔξωθεν ἅπαντας μῦς
                            διασπείρεται, τόν τε πρῶτον <lb/>ἁπάντων ἐπιπολῆς, ὅς εἰς τοὐπίσω τὴν
                            διάρθρωσιν <lb/>ἀπάγει, καὶ τὸν ὑπ’ αὐτῷ σαρκώδη τε καὶ μέγαν, καὶ τοὺς
                            <lb/>ὑπ’ αὐτὸν μικροὺς, ἕνα μὲν ἐκ τοῦ τοῦ λαγόνος ὀστοῦ <lb/>φυόμενον,
                            ἕτερον δὲ ἐκ τοῦ πλατέος, ὅς ἀεὶ πελιδνὸς φαίνεται, <lb/>καὶ τρίτον ἐπ’
                            αὐτοῖς τὸν ἕτερον, τὸν ἀπὸ τοῦ τῆς <lb/>ἥβης ὀστοῦ φερόμενον ἐπὶ τὸν
                            μέγαν τροχαντῆρα τοῦ μηροῦ. <lb/>ἀναλωθέντων δ’ εἰς τούτους τῶν λεπτῶν
                            νεύρων, <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ τισι τῶν εἰρημένων τεττάρων μυῶν κεφαλαῖς <pb n="403"/> ἀπονεμήσεις διδόντων, μετὰ ταῦτα φαίνεται τὰ μεγάλα μόνα
                            <lb/>νεῦρα διὰ τῶν ὀπίσω μερῶν τοῦ μηροῦ φερόμενα, μεγίστην <lb/>μὲν
                            ἀπονέμησιν τῷ πλατεῖ διδόντα μυῒ, σαφῆ δὲ καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις τρισὶν,
                            ἐνίοτε δὲ καὶ τῷ μεγίστῳ τῷ κατὰ τὸν μηρόν. <lb/>ὁ δέ γε πλατὺς μῦς οὐ
                            μόνον ἄνω πρὸς τῇ κεφαλῇ, <lb/>καθάπερ οἱ ἄλλοι, λαμβάνει τὸ νεῦρον,
                            ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦθ’ <lb/>ἕτερον, ἐπειδὰν τὸ μέσον τοῦ μηροῦ διέλθῃ τὰ
                            μεγάλα <lb/>νεῦρα, περὶ ὧν ὁ λόγος· ἀπὸ τούτου δὲ τοῦ νεύρου καὶ <lb/>τὰ
                            διεκπίπτοντα πρὸς τὸ δέρμα, ὡς μικρὸν ἔμπροσθεν εἴρηται. <lb/>τὰ μὲν οὖν
                            κατὰ τὸν μηρὸν οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Περὶ δὲ τῶν κατὰ τὴν κνήμην ἑξῆς ἐπισκέπτου. <lb/>δύο μόνα πρὸς τὴν
                            κνήμην νεῦρα μεγάλα, διὰ <lb/>τῆς ὀπίσω χώρας τοῦ μηροῦ σαφῶς φαινόμενα,
                            καθότι καὶ <lb/>πρόσθεν εἴρηται, τοῦ πλατέος ἀνατμηθέντος μυός. καθ’
                            <lb/>ἅπερ γὰρ οὗτος ψαύει τοῦ παρακειμένου, κατὰ ταῦτα φέρεται
                            <lb/>μέχρι πολλοῦ. πλησίον δὲ τῆς κατὰ τὸ γόνυ διαρθρώσεως <lb/>ὁ μὲν
                            ἕτερος μῦς ὁ ψαύων αὐτοῦ πρὸς τὰ τῆς <lb/>κνήμης ἔνδον ἀποχωρεῖ· τὰ
                            νεῦρα δὲ ὑπὸ μόνῳ φέρεται <pb n="404"/> τῷ πλατεῖ, πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς
                            κνήμης ἀφικνούμενα, κᾀνταῦθα <lb/>χωρίζεται πρῶτον ἀπ’ ἀλλήλων, τὸ μὲν
                            ἕτερον τοὔλαττον <lb/>εἰς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς μῦς νεμηθησόμενον, τὸ δ’
                            <lb/>ἕτερον τὸ μεῖζον εἰς τοὺς ἐντός. ἐπιβαίνει δὲ τῇ κνήμη <lb/>τὸ μὲν
                            ἔξωθεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν κεφαλὴν τῆς περόνης, τὸ <lb/>δ’ ἔσωθεν, ὅπερ ἔφην
                            μεῖζον εἶναι, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>γαστροκνημίας, εἰς βάθος αὐτῆς
                            καταδυόμενον ἐν τῷ μεταξὺ <lb/>τῶν δύο κεφαλῶν τῶν μεγάλων αὐτῶν μυῶν,
                            οὕς ἐκπεφυκέναι <lb/>τοῦ μηροῦ διὰ τοῦ πρὸ τοῦδε γράμματος ἔμαθες.
                            <lb/>ἀλλὰ τούτου μὲν τοῦ νεύρου λείψανον οὐ μικρὸν εἰς τὰ <lb/>κάτω τοῦ
                            ποδὸς ἀφικνεῖται, τοῦ δ’ ἑτέρου λεπτὰ πέρατα <lb/>τοῖς ἄνω τοῦ ταρσοῦ
                            διανέμεται. μοῖρα δέ τις αὐτοῦ καὶ <lb/>πρὸς τὸ ἕτερον ἀφικνεῖται
                            νεῦρον, τὸ διὰ τῆς γαστροκνημίας <lb/>φερόμενον, ἐγγὺς ἤδη τῶν κάτω
                            περάτων τῆς κνήμης. εἰς <lb/>μὲν οὖν τὸ κάτω τοῦ ποδὸς ἕν ἀφικνεῖται
                            νεῦρον οὐ σμικρὸν, <lb/>εἰς πάντα αὐτοῦ τὰ μέρη νεμόμενον. ἔστι δὲ τοῦτο
                            <lb/>τὸ νεῦρον λείψανον θατέρου τῶν μεγάλων, ὅ τοῖς ὀπίσω <lb/>τῆς
                            κνήμης μυσὶν ἔφην διανέμεσθαι· καταβαίνει τε πρὸς ﻿<pb n="405"/> τὸ κάτω
                            τοῦ ποδὸς ἅμα τοῖς τοὺς δακτύλους αὐτοῦ κάμπτουσι <lb/>τένουσιν. ἐλέχθη
                            δὲ, ὅτι τῷ νεύρῳ τούτῳ μίγνυταί <lb/>τι καὶ τοῦ προσθίου νεύρου μόριον.
                                <milestone unit="ed2page" n="86"/>.εἰς δὲ τὸ ἄνω <lb/>τοῦ ποδὸς
                            ἀφικνεῖται νευρία σμικρὰ τέτταρα, λείψανα νευρίων <lb/>τριῶν, ἑνὸς μὲν
                            τοῦ συγκαταφερομένου τῇ φλεβὶ κατὰ <lb/>τὰ ἔνδον μέρη τῆς κνήμης, ἑτέρου
                            δὲ τοῦ τῆς <milestone unit="ed1page" n="148"/>γαστροκνημίας <lb/>ὄπισθεν
                            ἐπιπολῆς, οὖ σμικρὸν ἔμπροσθεν ἐμνημόνευσα, <lb/>καταφύεσθαι λέγων εἰς
                            τὴν ἀρχὴν τῆς γαστροκνημίας <lb/>αὐτὸ μεταξὺ τῶν ἐκ τοῦ μηροῦ πεφυκότων
                            μυῶν. <lb/>ἀποφύεται δὲ τοῦ μεγάλου νεύρου, τουτέστι κατ’ αὐτὴν τὴν
                            <lb/>ἔμφυσιν, ἕτερόν τι νευρίον, ὃ κατὰ τῆς γαστροκνημίας φερόμενον
                            <lb/>ἀπὸ τοῦ παρατεταμένου τῇ περόνῃ μυὸς ἐπὶ τὸ πέρας <lb/>αὐτῆς
                            ἀφικνεῖται τὸ πρὸς τῷ ποδὶ, κἀνταῦθα τοῖς ἔξω <lb/>μέρεσι τοῦ ταρσοῦ
                            τοῖς κατὰ τοὺς μικροὺς δακτύλους διασπείρεται, <lb/>καθάπερ γε τὸ
                            προειρημένον, ὃ τῇ φλεβὶ συγκαταφέρεσθαι <lb/>δι’ ὅλου τοῦ σκέλους
                            εἶπον, ἐπὶ τοὺς μεγάλους <lb/>δακτύλους ἐκτείνει τὰ πέρατα. μεταξὺ δὲ
                            τούτων ἄλλα <lb/>δύο λείψανα θατέρου νεύρου τῶν μεγάλων, ὃ τοὺς
                            προσθίους <lb/>τῆς κνήμης μῦς ἐλέχθη διαπλέκειν, ἀφικνεῖται κάτω τοῖς
                                <pb n="406"/> μέσοις ἐπιβαίνοντα τοῦ ταρσοῦ. τὸ μὲν οὖν ἕτερον αὐτῶν
                            <lb/>ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι τέτακται τῷ κατὰ τὴν διάρθρωσιν
                            <lb/>ἐπικείμενον συνδέσμῳ, μόνοις τοῖς κατὰ τὸ δέρμα τοῦ <lb/>ταρσοῦ
                            διασπειρόμενον μορίοις· τὸ δὲ διὰ βάθους ὑπὸ τῷ <lb/>συνδέσμῳ τοῖς
                            ἐπικειμένοις τῷ ταρσῷ μυσὶ διανέμεται πᾶσιν, <lb/>ὧν τοὺς τένοντας
                            ἔμαθες τῆς λοξῆς τῶν δακτύλων <lb/>ἡγεῖσθαι κινήσεως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Μικρὰ μέν τις φλὲψ ἐπὶ τὸ σκέλος ἥκει <lb/>διὰ τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ, βραχύ
                            τι μέρος αὐτοῦ τρέφουσα, <lb/>περὶ οὗ ὕστερον εἰρήσεται. μία δ’ ἄλλη
                            μεγίστη φλὲψ εἰς <lb/>ὅλον διανέμεται τὸ σκέλος, ἐκ τῶν ἔνδον αὐτοῦ
                            φερομένη <lb/>διὰ τοῦ βουβῶνος. ἀποφύσεις δ’ αὐτῆς τινὲς μὲν ἄτακτοι
                            <lb/>πρὸς τὸ δέρμα διεξέρχονται· καὶ καλοῦσι τὰς τοιαύτας φλέβας
                            <lb/>ἔνιοι τῶν ἰατρῶν σποράδας· αἱ δ’ εἰς τοὺς μῦς διανεμόμεναι
                            <lb/>τεταγμένην ἔχουσι τήν τε γένεσιν καὶ τὴν θέσιν. <lb/>οὐ μὴν οὐδ’
                            αὗται φυλάττουσι τὴν ἰσότητα τοῦ μεγέθους <lb/>ἐπὶ πάντων, ὥσπερ οὐδὲ
                            κατὰ τὰς χεῖρας. εἰρήσονται δ’ <lb/>ἡμῖν καὶ νῦν, ὅσαι πλειστάκις
                            ἀποφύσεις φαίνονται τῆς <pb n="407"/> μεγάλης φλεβὸς, ἥτις οἷόν περ
                            στέλεχός ἐστιν ἁπασῶν τῶν <lb/>κατὰ τὸ σκέλος. εὐθέως μὲν οὖν εἴς τε τὰ
                            πρόσω καὶ <lb/>ἔνδον τοῦ μηροῦ φέρεταί τις ἀπόφυσις ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ
                            <lb/>δέρματι, πολυειδῶς εἰς αὐτὸ διασπειρομένη. μετὰ δὲ ταύτην
                            <lb/>ἄλλαι λεπταὶ σποράδες εἰς τὸ δέρμα διανέμονται τρεῖς <lb/>που καὶ
                            τέτταρες. εἶτα κατὰ μέσον τὸν μηρὸν ἀξιόλογος <lb/>ἄλλη, παραπλήσιος τῇ
                            πρώτῃ, σημαίνεται παρὰ τὸν στενὸν <lb/>μῦν, εἰς ὃν καὶ αὐτὸν ἐνταῦθα
                            μάλιστα φλέψ ἐμφύεται. <lb/>κᾄπειτ’ ἄλλαι σποράδες μικραὶ δύο που καὶ
                            τρεῖς. καὶ <lb/>μετὰ ταύτας ἀξιόλογος ἄλλη κατὰ τοῦ γόνατος ἔνδον. εἶτ’
                            <lb/>ἐφεξῆς ἄλλη δισχιδής· καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἄλλαι πλείους ἐφεξῆς.
                            <lb/>αὗται μὲν ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι πᾶσαι, διὰ βάθους <lb/>δὲ ἕτεραί
                            τινες οὕτως ἔχουσαι. μετὰ μὲν τὸν βουβῶνα <lb/>πρώτη τοῖς προσθίοις δύο
                            μυσὶ διανέμεται· καὶ μετὰ ταύτην <lb/>ἄλλη διὰ βάθους μᾶλλον, ἱκανῶς
                            μεγάλη, μεταξὺ φερομένη <lb/>τοῦ τε μεγίστου πάντων μυὸς καὶ τῶν
                            προσθίων <lb/>τοῦ ἔνδον,ἀφ’ ἧς πολλαὶ φλέβες <milestone unit="ed2page" n="87"/>εἰς ἅπαντας σχεδὸν <pb n="408"/> τοὺς περὶ τὸν μηρὸν μῦς
                            διανέμονται. ἐφεξῆς δὲ ταύτῃ, <lb/>περὶ ἧς προεῖπον, ὡς ὑπὸ τῷ δέρματι
                            διασπείρεται. καὶ <lb/>μετὰ ταύτην ἄλλη τις εἰς τὸν τῶν προσθίων μέγαν
                            μῦν ἐμφύεται, <lb/>διὰ βάθους διεξερχομένη πρὸς τὴν ἔξω χώραν τοῦ
                            <lb/>μηροῦ. καὶ μετ’ ἐκείνην ἀξιόλογος ἄλλη, διὰ βάθους μᾶλλον <lb/>εἴς
                            τε τὸν μέγιστον μῦν καὶ τοὺς παρακειμένους αὐτῷ. <lb/>καὶ μετὰ ταύτας ἡ
                            προειρημένη κατὰ τὴν τῶν ἐπιπολῆς <lb/>διήγησιν, ἥτις κατὰ τὴν ἔνδον
                            χώραν τοῦ γόνατος μέχρι <lb/>τοῦ τῆς κνήμης πέρατος διεξέρχεται
                            κατασχιζομένη πολυειδῶς <lb/>ὑπὸ τὸ δέρμα. πλησίον δὲ τῆς εἰρημένης
                            ἀποφύσεως <lb/>ὄψει καὶ ἄλλας ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβὸς εἴς τε τὰ <lb/>κάτω
                            μέρη τοῦ μεγίστου μυὸς καὶ περὶ τὴν διάρθρωσιν <lb/>ὅλην ἄχρι βάθους
                            κατασχιζομένας. ἐπὶ δὲ ταῖς εἰρημέναις <lb/>ἐνίοτε μὲν εὐθέως ἡ μεγάλη
                            φλέψ διασχίζεται, ποτὲ δὲ πρὸ <lb/>τοῦ σχισθῆναι φλὲψ αὐτῆς ἀποφύεται
                            κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>γαστροκνημίας, διὰ τῶν ὑποκάτω μερῶν τῆς
                            διαρθρώσεως <lb/>εἰς τὴν ἐκτὸς χώραν περιερχομένη· παρατάττεται δ’ αὐτῇ
                            <lb/>τῇ περόνῃ, δισχιδὴς γιγνομένη. καὶ τὸ μὲν ἕτερον αὐτῆς <lb/>μέρος
                            ἐπιπολῆς κατασχίζεται τοῖς ἔξωθεν μέρεσι τῆς περόνης <pb n="409"/> ἄχρι
                            τοῦ σφυροῦ· τὸ δ’ ἕτερον, διὰ βάθους τῶν ἔξωθεν <lb/>μυῶν ἐνεχθὲν,
                            ἀπονεμήσεις διδὸν ἑκάστῳ, διεξέρχεται <lb/>μεταξὺ κνήμης τε καὶ περόνης
                            πλησίον τοῦ κάτω πέρατος <lb/>τῆς περόνης· ὥσθ’ ἑκατέρῳ τῷ πέρατι, τούτῳ
                            τε καὶ τῷ <lb/>προειρημένῳ τῆς ἐπιπολῆς φλεβὸς, ἡ κυρτὴ τῆς περόνης
                            <lb/>ἀπόφυσις περιλαμβάνεται. φαίνεται δὲ ἐνίοτε, μετὰ τὸ <lb/>σχισθῆναι
                            δίχα τὴν μεγάλην φλέβα κατὰ τὴν ἰγνύαν, ἐκ <lb/>θατέρου τῶν μερῶν ἡ
                            προειρημένη φλὲψ ἀποβλαστάνουσα. <lb/>ὅπως δ’ ἂν σχισθῇ καὶ ἔχῃ κατ’
                            αὐτὴν, ἥ τε ὑπόλοιπος <lb/>φλὲψ ἡ μεγάλη δίχα· σχίζεται κατὰ τὴν ἰγνύαν,
                            κᾄπειτα τῷ <lb/>μὲν ἑτέρῳ μέρει τὴν γαστροκνημίαν διεξελθοῦσα πρὸς τὸ
                            <lb/>κατὰ τὰ σφυρὰ πέρας ἀφικνεῖται τῆς κνήμης, κᾀντεῦθεν <lb/>ἐπὶ τὸ
                            κάτω τοῦ ποδὸς ἐνεχθεῖσα, διὰ τῆς μεταξὺ χώρας <lb/>κνήμης τε καὶ
                            περόνης εἰς τοῦτο διανέμεται· τῷ δ’ ἑτέρῳ <lb/>μέρει διεξελθοῦσα πρὸς τὸ
                            ἀντικνήμιον, εἰς πλείους σχίζεται <lb/>φλέβας, ἁπάσας ἐν τῷ πρόσω μέρει
                            μεταξὺ κνήμης τε καὶ <lb/>περόνης φερομένας· καὶ διεξέρχεταί γ’ αὐτῶν τὰ
                            πέρατα <lb/>μέχρι τοῦ ταρσοῦ τε καὶ τοῦ ποδὸς καὶ τῶν δακτύλων ﻿<pb n="410"/> ἀλλήλοις τε καὶ ταῖς παρακειμέναις ἀναμιγνύμενα. ταύτης
                            <lb/>γάρ τοι τῆς φλεβὸς, τῆς παρὰ τὸ ἀντικνήμιον διεξελθούσης <lb/>καὶ
                            σχισθείσης, ὡς εἴρηται, κατὰ πάντα τὸν μεταξὺ <lb/>τόπον περόνης τε καὶ
                            κνήμης, ἀξιόλογοι δύο φλέβες ἐγγὺς <lb/>ἥκουσι τοῖς κυρτοῖς πέρασι
                            κνήμης τε καὶ περόνης, ἐν τῷ <lb/>μέσῳ τὰς ἄλλας πάσας ἑαυτῶν ἔχουσαι.
                            καὶ μίγνυνταί γε <lb/>ταῖς προειρημέναις αἱ φλέβες αὗται καθ’ ἑκάτερον
                            τῶν <lb/>περάτων· ἡ μὲν ἔνδον τῇ κατὰ τὸ γόνυ μὲν ἀποσχισθείσῃ, <lb/>διὰ
                            δὲ τῶν ἐντὸς μερῶν κατά γε τῆς γαστροκνημίας καὶ <lb/>τῆς κνήμης ὅλης
                            ἐπὶ τὸ σφυρὸν ἐνεχθείσῃ· ἡ δ’ ἔξω ταῖς <lb/>κατὰ τοῦτο τὸ μέρος
                            εἰρημέναις ἀφικνεῖσθαι φλεψὶν ἀπὸ <lb/>τῆς διὰ τῶν ἔξωθεν μερῶν παρὰ τὴν
                            περόνην κατάντους <lb/>ἐνεχθείσης. ἀπὸ δὲ τῶν ἑνουμένων ἀλλήλαις κατὰ τὰ
                            πέρατα <lb/>κνήμης τε καὶ περόνης μικραὶ μὲν ἥκουσιν ἐπὶ τὸν ταρσὸν
                            <lb/>τοῦ ποδὸς, μείζονες δ’ αὐτῶν ἐν τῷ κάτω διεξέρχονται, καὶ
                            <lb/>μάλιστα κατὰ τὴν ἔνδον χώραν, ἔνθα τῆς κνήμης ἐστὶ τὸ <lb/>κυρτὸν
                            πέρας, ὑφ’ ὧν τὰ κάτω τοῦ ποδὸς ἅπαντα τρέφεται. <lb/>τὸ δὲ περὶ τὴν
                            πτέρναν ὄπισθεν ἀπὸ τῶν πλησίον ἔσωθέν <lb/>τε καὶ ἔξωθεν ἀποφύσεις
                            ἑνουμένας ἀλλήλαις λαμβάνει. <pb n="411"/> κοινὸν γὰρ χρὴ τοῦτο
                            γινώσκειν, ὥσπερ ἤδη καὶ πρόσθεν <lb/>εἴρηται, τὰ πέρατα τῶν φλεβῶν
                            ἐπιμίγνυσθαι μὲν καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις μέρεσι, μάλιστα δ’ ἐν τοῖς ἄκροις
                            τοῦ σώματος. <lb/>πρόδηλα δέ που τὰ τοιαῦτα, κᾂν ἐγὼ μὴ λέγω, τοῖς
                            εἰρημένοις <lb/>συνεπινοούμενα. τὰς γὰρ ἐπὶ τὸν ταρσὸν ἡκούσας
                            <lb/>φλέβας τε καὶ νεῦρα μέχρι τοῦ πέρατος ἀναγκαῖον ἐξικνεῖσθαι
                            <lb/>τοῦ ποδός. <milestone unit="ed2page" n="88"/>εὔδηλον δ’, ὅτι καὶ
                            τῶν μὲν ἀπὸ <lb/>τῆς περόνης ἐπ’ αὐτὸν ἡκουσῶν τὰ πέρατα πρὸς τοὺς
                            μικροὺς <lb/>δακτύλους ἀφικνεῖται, τῶν δ’ ἀπὸ τῆς κνήμης ἐπὶ <lb/>τοὺς
                            μεγάλους, ὥσπερ γε καὶ τῶν ἀπὸ τῆς μεταξὺ χώρας <lb/>περόνης τε καὶ
                            κνήμης ἐπὶ τοὺς μέσους. ἡ μὲν οὖν διὰ <lb/>τοῦ βουβῶνος φλὲψ οὕτω
                            κατασχίζεται· ἡ δὲ διὰ τοῦ τῆς <lb/>ἥβης ὀστοῦ μόνοις τοῖς ἐνταῦθα
                            σώμασι διανέμεται. πρόκειται <lb/>δὲ τοῦ ὀστοῦ τοῦδε μῦς εἷς μικρὸς, ὁ
                            κατειληφὼς <lb/>ὅλον τὸ τρῆμα· τούτῳ δ’ ἐπιπέφυκε τὰ <milestone unit="ed1page" n="149"/>πρῶτα τοῦ <lb/>μεγίστου μυὸς, ᾧ παραπέφυκε
                            τρίτος ὁ ἐκ τῆς συμβολῆς <lb/>τῶν τῆς ἥβης ὀστῶν ἐκφυόμενος εἷς
                            ἑκατέρωθεν. ὁ μὲν οὖν <lb/>μικρὸς ὅλος ὑπὸ τῆς φλεβὸς τῆσδε τρέφεται,
                            τοῦ δὲ μεγίστου <pb n="412"/> μέρος οὐ πολὺ, τοῦ δ’ ἐκ τῆς συμβολῆς
                            συμφυομένου <lb/>πλεῖστον· εἰς γὰρ τὰ κάτω μέρη τοῦ μυὸς τούτου καὶ
                            <lb/>φλὲψ ἄλλη, καὶ νεῦρον ἕτερον ἐμφύεται. τά γε μὴν πέρατα <lb/>τῆς
                            προκειμένης ἐν τῷ λόγῳ τῷδε φλεβὸς ἐς ταὐτὸν ἥκει <lb/>τοῖς πέρασι τοῖς
                            ἀπὸ μὲν τῆς μεγάλης, ἐμπεφυκόσιν δὲ τοῖς <lb/>πρώτοις τοῦ μεγίστου μυὸς,
                            ἐνταῦθα διασπειρομένοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ἀρτηρία μεγίστη διὰ βουβῶνος ἐμφύεται τῷ <lb/>σκέλει κατὰ τὸν αὐτὸν τόπον
                            τῇ μεγάλῃ φλεβὶ, καὶ τοῖς <lb/>ἰσχνοῖς τε καὶ μεγαλοσφύκτοις αἰσθητὴν
                            ἐνταῦθα τὴν κίνησιν <lb/>εὑρήσεις ἐπιβαλὼν τοὺς δακτύλους. φέρεται δὲ
                            ἀμφότερα <lb/>τὰ ἀγγεῖα διὰ τῆς ἔνδον χώρας τοῦ μηροῦ, ἐπικείμενα
                            <lb/>κατ’ αὐτὸν τοῦ στενοῦ μυὸς, εἰς ὃν, ὥσπερ καὶ τοὺς <lb/>ἄλλους
                            ἅπαντας τοὺς περὶ τὸν μηρὸν, ἀποφύσεις τῆς ἀρτηρίας <lb/>ἥκουσι κατὰ τὴν
                            ἀναλογίαν τοῦ μεγέθους. ἀλλ’ ὥσπερ <lb/>ἐπὶ τῆς χειρὸς, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ
                            σκέλους ταῖς μὲν ἐς <lb/>τοὺς μῦς ἐμφυομέναις ἀρτηρίαις συνεμφύονται
                            φλέβες· οὐ <lb/>μὴν ταῖς ἐπιπολῆς φλεψὶν ἀρτηρίαι συναναβαίνουσιν, ἀλλ’
                            <lb/>ἀεὶ διὰ τοῦ βάθους ἐπὶ τοὺς μῦς ἥκουσιν. ὅσας οὖν φλέβας <pb n="413"/> ἔν τε τῷ μηρῷ καὶ κατὰ τὴν κνήμην ἔφην διὰ βάθους <lb/>εἰς
                            τοὺς μῦς κατασχίζεσθαι, ταύταις ἁπάσαις ἀρτηρία παράκειται, <lb/>τῶν δ’
                            ἐπιπολῆς οὐδεμιᾷ. δῆλον δὲ τοῦτο κᾀκ <lb/>τοῦ τοῖς εὐσάρκοις μηδαμόθι
                            φαίνεσθαι σφυγμὸν ἐν τοῖς <lb/>σκέλεσιν, ὅτι μὴ κατὰ τὸν ταρσὸν εὐθὺ τοῦ
                            δευτέρου δακτύλου <lb/>μετὰ τὸν μέγιστον. ἁπτόμεθα οὖν τῆς ἐνταῦθα
                            <lb/>κειμένης ἀρτηρίας πολλάκις, ὅταν μὴ δυνηθῶμεν ἅψασθαι <lb/>τῆς κατὰ
                            τὸν καρπόν. εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι κατὰ τὸν ταρσὸν <lb/>καὶ τὸν πόδα
                            ἀρτηρίαι, διασημαίνουσαι πολλάκις ἐπὶ τῶν <lb/>ἰσχνῶν τὸν σφυγμὸν, ὅταν
                            εἰς τὸ μέγεθος ἀρθῇ. κατὰ δὲ <lb/>τὸν καρπὸν ἔξωθεν οὐδεμίαν ἔφην
                            ἀρτηρίαν εὑρίσκεσθαι, <lb/>διότι μηδὲ μῦς ἐστιν ἐνταῦθα μηδείς. ἕνεκα
                            γάρ τοι τῶν <lb/>ἐπικειμένων τῷ ταρσῷ μυῶν τῶν μικρῶν, ἣν ἀρτίως εἶπον,
                            <lb/>ἀρτηρία εἰς αὐτοὺς διανέμεται, καθάπερ γε καὶ τῶν κάτω <lb/>τοῦ
                            ποδὸς ἕνεκα μυῶν ἀρτηρία σμικρὰ φαίνεται συγκαταφερομένη <lb/>τῇ
                            προειρημένῃ φλεβὶ, καὶ πρὸς τὸ χωρίον ἀφικνεῖσθαι <lb/>τοῦτο·
                            καταβαίνουσι δ’ εἰς αὐτὸ διὰ τῆς μεταξὺ χώρας <lb/>περόνης τε καὶ
                            πτέρνης. περὶ δὲ τῆς διὰ τοῦ τῆς ἥβης <pb n="414"/> ὀστέου τρήματος, ὃ
                            καλοῦσι θυροειδὲς, ἐς τὸν μηρὸν ἡκούσης <lb/>ἀρτηρίας, ἃ περὶ τῆς φλεβὸς
                            εἶπον ὀλίγον ἔμπροσθεν, ἀκηκοέναι <lb/>νόμιζε· τοῖς γὰρ αὐτοῖς μυσὶ τοῖς
                            τρισὶν ὡσαύτως <lb/>ἐκείνῃ διανέμεται. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>