<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1:2.1-2.11</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1:2.1-2.11</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΑΝΑΤΟΜΙΚΩΝ <lb/>ΕΓΧΕΙΡΗΣΕΩΝ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ Β.</head><p>Οὔτε τοῖς παλαιοῖς μέμφομαι μὴ γράψασιν <lb/>ἀνατομικὰς ἐγχειρήσεις, καὶ
                            Μαρῖνον ἐπαινῶ γράψαντα. <lb/>τοῖς μὲν γὰρ περιττὸν ἦν αὑτοῖς ἢ ἑτέροις
                            ὑπομνήματα <lb/>γράφεσθαι παρὰ τοῖς γονεῦσιν ἐκ παίδων ἀσκουμένοις,
                            ὥσπερ <lb/>ἀναγινώσκειν καὶ γράφειν, οὕτως ἀνατέμνειν. ἱκανῶς γὰρ
                            <lb/>ἐσπουδάκασιν οἱ παλαιοὶ τὴν ἀνατομὴν, οὐκ ἰατροὶ μόνον, <lb/>ἀλλὰ
                            καὶ φιλόσοφοι. οὔκουν φόβος ἦν ἐπιλαθέσθαι τοῦ <pb n="281"/> τρόπου τῶν
                            ἐγχειρήσεων οὐδενὶ τῶν οὕτω μαθόντων, οὐ <lb/>μᾶλλον ἢ τοῦ γράφειν τὰ
                            περὶ φωνῆς στοιχεῖα τοῖς ἀσκηθεῖσιν <lb/>ἐκ παίδων καὶ ταῦτα. ἐπεὶ δὲ,
                            τοῦ χρόνου προϊόντος, <lb/>οὐ τοῖς ἐγγόνοις μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἔξω τοῦ
                            γένους ἔδοξε <lb/>καλὸν εἶναι μεταδιδόναι τῆς τέχνης, εὐθὺς μὲν τοῦτο
                            πρῶτον <lb/>ἀπολώλει, τὸ μηκέτι ἐκ παίδων ἀσκεῖσθαι τὰς ἀνατομὰς
                            <lb/>αὐτῶν· ἤδη γὰρ τελέοις ἀνδράσιν, οὓς ἐτίμησαν ἀρετῆς <lb/>ἕνεκα,
                            ἐκοινώνουν τῆς τέχνης. εὐθὺς δ’ ἐξ ἀνάγκης <lb/>εἵπετο καὶ τὸ χεῖρον
                            μανθάνειν, ἀπολωλυίας τῆς ἐκ παίδων <lb/>ἀσκήσεως. ἣν, ὅσον εἰς ἅπαντα
                            δύναται, δοκοῦσί μοι σαφῶς <lb/>ἐνδείξασθαι πάντες οἱ παλαιοὶ, μὴ μόνον
                            τοὺς ἐν ταῖς <lb/>τέχναις ἀγαθοὺς, ἀλλὰ καὶ σύμπαντας ἁπλῶς τοὺς καθ’
                            <lb/>ὅλον τὸν βίον εὐδοκιμοῦντας ὀνομάζοντες πεπαιδευμένους, <lb/>ὥσπερ
                            γε τοὺς ἐναν<milestone unit="ed1page" n="129"/>τίους αὐτῶν ἀπαιδεύτους.
                            ἐκπεσοῦσα <lb/>τοίνυν ἔξω τοῦ γένους τῶν Ἀσκληπιαδῶν ἡ τέχνη,
                            <lb/>κᾄπειτα διαδοχαῖς πολλαῖς ἀεὶ χείρων γιγνομένη, τῶν διαφυλαξόντων
                            <lb/>αὐτῆς τὴν θεωρίαν ὑπομνημάτων <milestone unit="ed2page" n="47"/>ἐδεήθησαν. <pb n="282"/> ἔμπροσθεν δ’ οὐ μόνον ἐγχειρήσεων ἀνατομικῶν,
                            ἀλλ’ <lb/>οὐδὲ συγγραμμάτων ἐδεῖτο τοιούτων· ὁποῖα Διοκλῆς μὲν <lb/>ὧν
                            οἶδα πρῶτος ἔγραψεν, ἐφεξῆς δ’ αὐτῷ τῶν ἀρχαίων <lb/>ἰατρῶν ἕτεροί
                            τινες, οὐκ ὀλίγοι τε τῶν νεωτέρων, ὧν ἔμπροσθεν <lb/>ἐμνημόνευσα. πρὸς
                            γὰρ τοῖς ἄλλοις οὐδὲ δεδήλωται <lb/>κατὰ τὰ τοιαῦτα τῶν συγγραμμάτων ἡ
                            χρεία τῶν <lb/>γραφομένων, ἀλλ’ ὁμοτίμως ἔῤῥιπται πάντα, τά τε μεγίστην
                            <lb/>παρεχόμενα χρῆσιν τῇ τέχνῃ καὶ τὰ μηδὲν ὅλως ἢ εἰς μικρόν <lb/>τι
                            συντελοῦντα. βέλτιον μὲν οὖν, ὡς ἔφην, αὐτοῖς <lb/>τοῖς ἰατρικοῖς
                            βιβλίοις, ἐν οἶς ἤτοι διαγνώσεις παθῶν, ἢ <lb/>προγνώσεις, ἢ θεραπείας
                            ἔγραψέ τις, ἀναμεμίχθαι τὴν ἀνατομικὴν <lb/>θεωρίαν, ὅνπερ τρόπον
                            Ἱπποκράτης φαίνεται διαπράττων. <lb/>ἐπεὶ δὲ κίνδυνός ἐστι, διά τε τὴν
                            ὀλιγωρίαν, ἣν <lb/>ἔχουσιν οἱ νῦν ἄνθρωποι περὶ τὰς τέχνας, ἔτι τε διότι
                            τῆς <lb/>ἐκ παίδων ἀσκήσεως ἀπολείπονται, διαφθαρῆναι τὰ τοιαῦτα
                            <lb/>τῶν θεωρημάτων, εἰκότως ὑπομνήματα γράφομεν, ὡς, εἴ γε <lb/>τῇ παρ’
                            ἀλλήλων διαδοχῇ τοῖς ἀνθρώποις ὑπῆρχε διασώζειν <pb n="283"/> αὐτὰ,
                            περιττὸν ἂν ἦν τὸ γράφειν. ἐγὼ μὲν οὖν ἁπάντων, <lb/>ὧν ἐξ ἀρχῆς ἔγνων,
                            ἐκοινώνησα τοῖς δεομένοις, βουλόμενος, <lb/>εἰ οἷόν τε, πάντας ἀνθρώπους
                            ἐκμαθεῖν αὐτά. τῶν <lb/>δ’ ὑπ’ ἐμοῦ διδαχθέντων ἤδη τινὰς ὁρῶ φθονοῦντας
                            ἑτέροις <lb/>μεταδιδόναι, οἷς ἐὰν ἐξαίφνης ἀποθανεῖν συμβῇ μετ’.
                            <lb/>ἐμὲ, συναπολεῖται τὰ θεωρήματα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Διὰ τοῦτ’ οὖν κᾀγὼ Μαρῖνον γράψαντα <lb/>τὰς ἀνατομικὰς ἐγχειρήσεις
                            ἐπαινῶ, γράφειν τ’ αὐτὸς ἑτέρας <lb/>ἠναγκάσθην, ἐκείνας ὁρῶν ἐλλιπεῖς
                            τε ἅμα καὶ ἀσαφεῖς, <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον, ἐπειδὴ μὴ δοκοῦσι τὸ
                            χρησιμώτατον τῆς <lb/>τέχνης παντάπασιν ἐναργῶς μετακεχειρίσθαι σχεδὸν
                            ἅπαντες <lb/>οἱ ἀνατομικοί. τί γὰρ ἂν εἴη χρησιμώτερον ἰατρῷ πρός τε
                            <lb/>τὰ κατὰ πόλεμον τραύματα, καὶ βελῶν ἐξαιρέσεις, ἐκκοπάς <lb/>τε
                            ὀστῶν, ἐξαρθρήματά τε καὶ κατάγματα μεθ’ ἕλκους γιγνόμενα, <lb/>καὶ
                            συρίγγων καὶ κόλπων καὶ ἀποστημάτων τομὰς, <lb/>ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα, τοῦ
                            γιγνώσκειν ἀκριβῶς ἅπαντα <lb/>μὲν τὰ μόρια τῶν τε χειρῶν καὶ τῶν
                            σκελῶν, ἅπαντα δὲ τὰ <pb n="284"/> ἐκτὸς μᾶλλον, ἤπερ τὰ ἔνδον,
                            ὠμοπλατῶν καὶ μεταφρένου, <lb/>καὶ στήθους, καὶ πλευρῶν, ὑπογαστρίου τε
                            καὶ τραχήλου, καὶ <lb/>κεφαλῆς. ἐξαιρεῖν τε γὰρ ἐκ τούτων ἀναγκαζόμεθα
                            βέλη, τὰ <lb/>μὲν ἐπιτέμνοντές τινα τῶν συνεχῶν, τὰ δὲ δὴ ἐκτέμνοντες,
                            τὰ <lb/>δὲ δὴ ἐκβάλλοντες, ἔν τε ταῖς σηπεδόσι, καὶ τοῖς ἀποστήμασι,
                            <lb/>καὶ ταῖς τῶν κόλπων χειρουργίαις· ἐπί τε τῶν ὀστῶν ταῖς
                            <lb/>ἐκκοπαῖς ἤ τι περιτέμνειν ἀναγκαζόμεθα τῶν μορίων, ἢ
                            <lb/>ἀνατέμνειν· ἐν οἶς εἰ μήτις εἰδείη, ποῦ μὲν ἐπίκαιρον τέτακται
                            <lb/>νεῦρον ἢ μῦς, ποῦ δ’ ἀρτηρία ἢ φλὲψ μεγάλη, <lb/>ποτὲ μὲν θανάτου
                            μᾶλλον, ἢ σωτηρίας αἴτιος ἔσται τοῖς <lb/>ἀνθρώποις, ἔστιν ὅτε δ’ αὐτὸς
                            ἀναπήρους αὐτοὺς ἐργάσεται. <lb/>τὸ δὲ τοὺς μῦς τῆς γλώττης ἐπίστασθαι,
                            πόσοι τέ εἰσι <lb/>τὸν ἀριθμὸν, ποῖοί τε τὴν ἰδέαν, ἐκ περιουσίας μὲν ἂν
                            εἴη <lb/>χρήσιμον, οὐ μὴν ὡς πρῶτόν γε, οὐδ’ ὡς ἀναγκαῖον. ἐκ
                            <lb/>περιουσίας δὲ λέγω, διότι καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν σοφιστῶν <lb/>ἕνεκ’
                            ἀναγκαζόμεθα πολυπραγμονεῖν, οὐκ <milestone unit="ed2page" n="48"/>ἀρκουμένων <lb/>ἐν τοῖς χρησίμοις μόνον ἐγνωκέναι τῆς φύσεως τὴν
                            τέχνην, <lb/>ἀλλὰ προβαλλόντων ἑκάστοτε, τίνος ἕνεκα τουτὶ γέγονε τὸ <pb n="285"/> μόριον, ἢ τοιοῦτο, ἢ τηλικοῦτο. εὐγνώμονι δὲ ἀνθρώπῳ
                            <lb/>τὴν τέχνην τῆς φύσεως ἐνῆν αὐτάρκως κατανοῆσαι καὶ <lb/>δι’ ἑνὸς ἢ
                            δυοῖν ἀκριβῶς ἀνατμηθέντων, ἐν οἷς τό τε <lb/>κατὰ τὴν ἰατρικὴν τέχνην
                            χρήσιμον πάμπολυ, κατά τε τό <lb/>πάρεργον ἡ σοφία τῆς φύσεως καταφανὴς
                            γίνεται. ὡς μάλιστα <lb/>δέ μοι πάντων ἔξεστι λέγειν, ἄχρηστ’ εἶναι τὰ
                            τοιαῦτα <lb/>τῆς ἀνατομῆς εἰς ἰάσεις τε καὶ διαγνώσεις παθῶν καὶ
                            <lb/>προγνώσεις, ἐκπεφευγότας τὰς τῶν πανούργων σοφιστῶν ἀντιλήψεις;
                            <lb/>οἳ παρέντες ἐξετάζειν τὸν λόγον ἐπὶ τοὺς εἰπόντας <lb/>αὐτὸν
                            τρέπονται, διὰ τοῦτο φάσκοντες ἀχρηστίαν αὐτοὺς <lb/>κατηγορεῖν τῶν
                            τοιούτων θεωρημάτων, ὅτι μὴ γινώσκουσιν <lb/>αὐτά. καὶ διὰ τούτους οὖν
                            ἐγὼ σὺν τῷ χρησίμῳ τῆς ἀνατομῆς <lb/>ἐξειργασάμην τὸ περιττὸν, ὅπως μηδ’
                            ἐκ τῆς τοῦ <lb/>κατηγοροῦντος ἀγνοίας οἱ σοφισταὶ τὴν εὐπορίαν τῆς
                            ἀντιλογίας <lb/>πορίζοιντο. τουτὶ μὲν οὖν αὐτοῖς αὐτάρκως ἐπεδειξάμην
                            <lb/>διὰ τῆς περὶ χρείας μορίων πραγματείας. ἐροῦμεν <lb/>δὲ καὶ νῦν
                            οὐδὲν ἧττον ἀνατομικὰς ἐγχειρήσεις ἁπάντων <pb n="286"/> τῶν μορίων τοῦ
                            σώματος. ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν, ὥσπερ τοῦτο <lb/>πράττομεν, οὕτω καὶ τὴν ἀξίαν
                            ἑκάστου τῶν θεωρημάτων <lb/>διαιρούμεθα, καὶ τὸ χρήσιμον ἐπιδείκνυμεν.
                            ἄλλη μὲν γὰρ <lb/>ἀνδρὶ φυσικῷ χρεία τῆς ἀνατομικῆς ἐστι θεωρίας, αὐτὴν
                            δι’ <lb/>ἑαυτὴν ἀγαπῶντι τὴν ἐπιστήμην· ἄλλη δὲ τῷ μὴ δι’ ἑαυτὴν,
                            <lb/>ἀλλ’ ἵνα ἐπιδείξῃ μηδὲν εἰκῆ γεγονὸς ὑπὸ τῆς φύσεως· <lb/>ἄλλη δὲ
                            τῷ πρὸς ἐνεργείας τινὸς γνῶσιν, ἤτοι <lb/>φυσικῆς, ἢ ψυχικῆς, ἐξ
                            ἀνατομῆς ποριζομένῳ λήμματα· καὶ <lb/>πρὸς τούτοις ἄλλη τῷ σκόλοπας ἢ
                            βελῶν ἀκίδας ἐξαιρήσειν <lb/>μέλλοντι καλῶς ἢ ἐκκόπτειν τι προσηκόντως,
                            ὥστ’ <lb/>οὖν ἢ κόλπους, ἢ σύριγγας, ἢ ἀποστήματα χειρουργήσειν
                            <lb/>ὀρθῶς. ταῦτα γὰρ, ὡς ἔφην, εἰσὶν ἀναγκαιότατα, καὶ χρὴ <lb/>μάλιστα
                            ἠσκῆσθαι περὶ αὐτὰ τὸν ἄριστον ἰατρόν· ἐφεξῆς <lb/>δὲ ἐν ταῖς τῶν κατὰ
                            βάθους σπλάγχνων ἐνεργείαις, εἶθ’ <lb/>ἑξῆς περὶ τῆς τῶν χρειῶν, ὅσαι
                            διαφέρουσι τοῖς ἰατροῖς εἰς <lb/>τὴν τῶν παθῶν διάγνωσιν. ἔνιαι γὰρ οὐκ
                            ἰατροῖς, ἀλλὰ φιλοσόφοις <lb/>εἰσὶ χρησιμώτεραι κατὰ διττὸν, ὡς εἴρηται,
                            τρόπον, <pb n="287"/> ἢ ψιλῆς τῆς θεωρίας ἕνεκεν, ἢ τοῦ διδάξαι τὴν
                            τέχνην τῆς <lb/>φύσεως ἐν ἅπαντι τῷ μορίῳ κατωρθωμένην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Οὐ μὴν οὕτω γ’ ἔπραξαν οἱ ἀνατομικοί· <lb/>φαίνονται γὰρ ἀκριβέστερον μὲν
                            ἐξειργασμένοι τῆς ἀνατομικῆς <lb/>τό τ’ ἄχρηστον ὅλως τοῖς ἰατροῖς καὶ
                            τὸ βραχεῖαν <lb/>ἢ ὀλιγάκις ὠφέλειαν παρεχόμενον, ἀμελέστερον δὲ τὸ
                            κατεπεῖγόν <lb/>τε καὶ χρησιμώτατον ἀναγκαιότατόν τε καὶ πᾶσιν
                            <lb/>ἐγνῶσθαι. τοῦτο δ’ ἐστὶν, ὡς ἔφην, τὸ κατὰ τοὺς μῦς, <lb/>καὶ τὰ
                            νεῦρα, καὶ τὰς ἀρτηρίας, καὶ τὰς φλέβας, οὐχ ὅσα <lb/>περὶ καρδίαν
                            εἰσὶν, ἤ τι τῶν σπλάγχνων, ἀλλὰ ὅσα ἐν <lb/>σκέλεσι καὶ χερσὶ, καὶ τοῦ
                            θώρακος ἔξω κατὰ ῥάχιν, ἢ <lb/>στῆθος ἢ πλευρὰς, ἢ ὠμοπλάτας, ἡ
                            ὑπογάστριον, ἢ τράχηλον, <lb/>ἢ κεφαλὴν ὁρᾶται. οἶδα γοῦν ὁσημέραι τοὺς
                            τούτων <lb/>ἀμαθεῖς δεδιότας τε τὰ μὴ φοβερὰ καὶ θαῤῥοῦντας τὰ
                            <lb/>φοβερά. τοιοῦτος γὰρ ἦν καὶ ὁ τὸν ἔξω τοῦ μηροῦ μῦν τὸν <lb/>πλατὺν
                            ὑποπτεύων ὡς ἐπίκαιρον, ᾧ μήτε τένων ὑπάρχει <lb/>μέγας, <milestone unit="ed2page" n="49"/>μητ’ ἀρτηρία, μήτε φλὲψ, μήτε ἐνέργεια τῶν
                                <pb n="288"/> ἀναγκαίων τινὸς ἐν σκέλεσι κινήσεων ἡγουμένη, καθάπερ
                            ἡ <lb/>τῶν ἐκτεινόντων τε καὶ καμπτόντων τὴν κατὰ γόνυ διάρθρωσιν.
                            <lb/>ὅλης οὖν καὶ τῆς ἀνατομῆς τὸ χρησιμώτατον ἐν <lb/>τούτοις ἐστὶν, ὧν
                            μάλιστα παραλελοίπασι τὴν ἀκρίβειαν οἱ <lb/>περὶ τὰς ἀνατομὰς δεινοί.
                            βέλτιον γὰρ ἦν, οὐ πόσους ἔχει <lb/>καθ’ ἕκαστον τῶν στομάτων ὑμένας ἡ
                            καρδία γιγνώσκειν, <lb/>οὐδὲ πόσαι φλέβες αὐτὴν τρέφουσιν, ἢ πόθεν, ἢ
                            πῶς φερόμεναι, <lb/>καὶ πῶς τὸ τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου συζυγιῶν ἀποσχιζόμενον
                            <lb/>εἰς αὐτὴν ἀφικνεῖται νεῦρον, ἀλλ’ ὑπὸ τίνων μὲν <lb/>ἐκτείνεται
                            βραχίων, καὶ πῆχυς, καὶ καρπὸς, καὶ μηρὸς, καὶ <lb/>κνήμη, καὶ ποὺς
                            μυῶν, <milestone unit="ed1page" n="130"/>ὑπὸ τίνων τε κάμπτεται· τίνες
                            <lb/>δὲ εἰς τὰ πλάγια μέρη περιάγουσιν ἕκαστον τῶν εἰρημένων
                            <lb/>μορίων, ὁπόσα τε καθ’ ἕκαστόν ἐστιν νεῦρα, καὶ ὁπόθεν
                            <lb/>ὡρμημένα, καὶ ὅπως τεταγμένα, καὶ ποῦ μὲν ὑπόκειται <lb/>φλὲψ ἢ
                            ἀρτηρία μεγάλη, ποῦ δὲ σμικρά. ταῦτα γὰρ οὕτως <lb/>εἰσὶν ἀναγκαῖα τοῖς
                            ἰατροῖς, ὥστ’ οὐδ’ οἱ κατὰ τῆς <lb/>ἀνατομῆς γράψαντες ὅλας βίβλους
                            ἐμπειρικοὶ καταγνῶναι <lb/>τῆς ἐπιστήμης αὐτῶν ἐτόλμησαν, ἀλλ’
                            ὁμολογοῦσιν, εἶναι <pb n="289"/> χρησιμωτάτην ἁπάντων τῶν τοιούτων τὴν
                            γνῶσιν· ἐκ δὲ τῶν <lb/>ἑκάστοτε γιγνομένων τραυμάτων αὐτάρκως
                            διδάσκεσθαί φασι <lb/>τὴν φύσιν αὐτῶν. τούτους μέν γε θαυμάσειεν ἄν τις
                            τῆς <lb/>προπετείας. ὅπου γὰρ οὐδ’ οἱ μετὰ σχολῆς πολλῆς ἐπὶ τὴν
                            <lb/>ἀνατομὴν αὐτῶν ἐλθόντες ἠκριβώκασι τὴν θεωρίαν, σχολῇ <lb/>γε ἄν
                            τις ἐκ τῆς τῶν τραυμάτων θέας διδαχθείη. ταῦτ’ <lb/>οὖν ἐπὶ μὲν τοῦ
                            θρόνου τις ὑψηλὸς καθήμενος δύναται <lb/>λέγειν τοῖς μαθηταῖς, ἐπ’ αὐτῶν
                            δὲ τῶν ἔργων τῆς τέχνης <lb/>οὐ δύναται διδάξαι, πρῶτος αὐτὸς ἀγνοῶν
                            ἅπαντα τῶν εἰρημένων <lb/>ὀργάνων τοῦ ζώου τὰ μόρια· μόνα γὰρ, ὅσα
                            προφανῶς <lb/>ὑπὸ τῷ δέρματι φαίνεται, γινώσκουσιν οἱ πάνυ δοκοῦντες
                            <lb/>αὐτῶν εἶναι τρίβωνες. οὔκουν χρὴ διὰ λόγων ἰέναι τοιούτοις
                            <lb/>ἀνδράσιν, οὐδὲ φιλοτιμεῖσθαι δεικνύειν, ὡς οὐ μόνον <lb/>ἡ κατὰ
                            περίπτωσιν ἀνατομὴ καὶ τραυματικὴ θέα, ταῦτα <lb/>γὰρ ἐκείνων τὰ ῥήματα,
                            διδάσκειν ἀκριβῶς ἑκάστου τῶν μορίων <lb/>τὴν φύσιν οὐχ οἷαί τέ εἰσιν,
                            ἀλλ’ οὐδὲ κατ’ ἐπιτήδευσιν, <lb/>ἄνευ τοῦ πολλάκις ἐπὶ πολλῶν
                            γεγυμνάσθαι μετὰ <lb/>παραγγελμάτων, ὧν ἐγὼ κατὰ τήνδε τὴν πραγματείαν
                            διέρχομαι. <pb n="290"/> τῶν μὲν οὖν ἐμπειρικῶν ἰατρῶν ἧττον ἄν τις
                            φροντίσειεν, <lb/>ἐριζόντων προφανῶς, μέμψασθαι δὲ δεῖ καὶ ἅπασι
                            <lb/>τοῖς ἀνατομικοῖς ὀλιγώρως τὰ τοιαῦτα ζητήσασιν. ὅπου γὰρ <lb/>οὐκ
                            ὀλίγους τένοντας ἠγνοήκασι μυῶν, ἢ τοὺς μῦς ὅλους ἐπ’ <lb/>ἐνίων μορίων,
                            τί χρὴ νομίζειν αὐτοὺς πεπονθέναι περὶ τὴν <lb/>τῶν νεύρων φύσιν, εἰς
                            ἄκραν μὲν ἡκόντων ἐνίοτε λεπτότητα, <lb/>μεγίστην δ’ ἐχόντων τὴν
                            δύναμιν; ἐγὼ τοίνυν παρακαλῶ <lb/>τοὺς νέους, ἐάσαντας ἐν τῷ παρόντι τὰς
                            ἐγκεφάλου <lb/>τε καὶ καρδίας, καὶ γλώττης, καὶ πνεύμονος, ἥπατός τε
                            <lb/>καὶ σπληνὸς, καὶ νεφρῶν, καὶ στομάχου, καὶ λάρυγγος, <lb/>ἐμβρύων
                            τε καὶ μήτρας ἐγκύμονος ἀνατομὰς, ἐκμαθεῖν πρότερον, <lb/>ὅπως μὲν ὁ
                            βραχίων διήρθρωται, καὶ ὠμοπλάτη τε <lb/>καὶ πῆχυς, ὅπως δὲ τῶν ἄλλων
                            ἕκαστα τῶν κατὰ κῶλα, <lb/>τίνες τε οἱ κινοῦντες αὐτὰ μύες εἰσὶ, καὶ
                            τίνα τὰ νεῦρα, <lb/>καὶ τίνες ἀρτηρίαι καὶ φλέβες ἐν ἑκάστῳ τῶν μορίων
                            ὑπάρχουσι. <lb/>καὶ δι’ αὐτό γε τοῦτο προὔταξα τὰς χειρὸς καὶ σκέλους
                            <lb/>ἀνατομικὰς ἐγχειρήσεις ἁπασῶν τῶν ἄλλων, ἐπὶ τὰ <pb n="291"/>
                            κατεπείγοντα καὶ μεγάλην χρείαν τῇ τέχνῃ παρέχοντα <lb/>πρῶτον ἰέναι
                            τοὺς νέους ἀξιῶν. εὐθέως δέ μοι τοῦτο καὶ <lb/>τὴν αὐτὴν τάξιν τῆς
                            διδασκαλίας ἔμελλε παρέξειν τῇ γεγενημένῃ <lb/>κατὰ τὴν περὶ χρείας
                            μορίων πραγματείαν, <milestone unit="ed2page" n="50"/>ἥτις, <lb/>ὡς
                            ἔφην, οὐχ ἧττον τοῖς φιλοσόφοις ἢ ἰατροῖς ἐστι χρήσιμος. <lb/>ἀλλ’ ἐν
                            ἐκείνῃ μὲν τῇ πραγματείᾳ, διότι περὶ τῶν <lb/>ἐν ἀνθρώπου σώματι μορίων
                            ὁ λόγος ἦν μοι, διὰ τοῦτο <lb/>προὔταξα τὸν περὶ χειρῶν, ἐπειδὴ τοῦτο τὸ
                            μόριον ἴδιόν <lb/>ἐστιν ἀνθρώπου· νυνὶ δ’, ὡς ἔφην, οὐδὲ τούτου μόνον,
                            <lb/>ἀλλ’ ἔτι δὴ καὶ μᾶλλον ἕνεκα τοῦ γυμνάσαι τοὺς νέους ἐν
                            <lb/>πρώτοις τοῖς ἀναγκαιοτάτοις. ὡς νῦν γε τοὐναντίον ὁρῶ
                            <lb/>πράττοντας αὐτοὺς, ὅσοι γε μεταχειρίζεσθαι τὴν ἀνατομικὴν
                            <lb/>θεωρίαν ἀξιοῦσιν. ἀγνοοῦσι γὰρ ἔτι, ποίᾳ φλεβὶ τῶν κατ’ <lb/>ἀγκῶνα
                            νεῦρον, ἢ κεφαλὴ μυὸς, ἢ ἀπονεύρωσις, ἢ ἀρτηρία <lb/>τις ὑπόκειται, καὶ
                            διὰ τοῦτο ἐν ταῖς φλεβοτομίαις μέγιστα <lb/>σφαλλόμενοι, καρδίαν
                            ἀνατέμνουσι καὶ γλῶτταν βοείαν, <lb/>οὐδ’ αὐτὸ τοῦτο γιγνώσκοντες, ὡς
                            ἔστιν ἀνομοιότατον ταῖς <lb/>ἀνθρώπων. </p></div><pb n="292"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἐν μὲν οὖν τῷ πρὸ τούτου βιβλίῳ τὴν <lb/>ἐγχείρησιν, ὁποίαν τινὰ χρὴ
                            ποιεῖσθαι τῶν περὶ τὴν χεῖρα <lb/>μυῶν, ὑφηγησάμην, ἐνταῦθα δὲ κατὰ τὸν
                            αὐτὸν τρόπον ἐπὶ <lb/>τῶν σκελῶν ὁ λόγος ἔσται μοι. πρὶν γὰρ τοὺς μῦς
                            ἀκριβῶς <lb/>ἐπιγνῶναι, νεύρων ἢ ἀγγείων ἀνατομὴν οὔτε αὐτὸν ποιήσασθαι
                            <lb/>δυνατὸν, οὔτ’ ἄλλον διδάξαι. χρὴ τοίνυν ἀποδεῖραι <lb/>μὲν κᾀνταῦθα
                            τὸ δέρμα, προσέχοντα τὸν νοῦν ἀκριβῶς τῇ <lb/>πρώτῃ τοῦ πέλματος
                            γενέσει, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς πτέρνης <lb/>τεταγμένῃ, μήπως κατὰ τοῦτο τὸ
                            χωρίον ἀποσπάσῃς ἅμα <lb/>τῷ δέρματι τὸν ὑποκείμενον αὐτῷ τένοντα, δι’
                            οὗ, ὥσπερ <lb/>ἐπὶ τῆς χειρὸς εἴρηται, πλατυνθέντος τὸ ἄτριχόν τε ἅμα
                            καὶ <lb/>δυσπερίτρεπτον ὑποβέβληται δέρμα τῷ κώλῳ. ὡς κείμενον <lb/>οὖν
                            ἐᾷν χρὴ κατὰ τὰ ὑποκείμενα σώματα τὸ δέρμα κατὰ <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον,
                            ὥσπερ ἐπὶ τῆς χειρὸς εἴρηται· τὸ δ’ ἄλλο <lb/>πᾶν ἀφαιρεῖν ὅλου τοῦ
                            κώλου, τοῦτ’ αὐτὸ πρότερον ἐπ’ <lb/>αὐτοῦ μαθόντας, ὅτι πρώτους χρὴ
                            πάντων ἀνατέμνειν τοὺς <lb/>περὶ τὸν μηρὸν μῦς, ἐφεξῆς δὲ τούτων,
                            ὁποτέρους ἂν ἐθέλῃς, <lb/>εἴτ’ οὖν τοὺς περὶ τὴν κνήμην, εἴτε τοὺς κατ’
                            ἰσχίον, <lb/>ὅσοι κινοῦσι τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ, καὶ σὺν αὐτῇ δηλονότι
                            <lb/>τὸν ὅλον μηρόν. εἰ μέντοι ποτὲ δεηθείης ἀνατέμνειν ἤτοι <pb n="293"/> τοὺς ἐν κνήμῃ προτέρους τῶν κατ’ αὐτὸν τὸν μηρὸν, ἢ τοὺς <lb/>κατ’
                            ἰσχίον, ἀφαιρήσεις ἐπὶ μὲν τῆς κνήμης τὰ καθήκοντα <lb/>πέρατα τῶν ἐκ
                            τοῦ μηροῦ μυῶν εἰς αὐτὴν, ἐπὶ δὲ τῶν κατ’ <lb/>ἰσχίον τὰς ἀνατεινομένας
                            κεφαλὰς ὑπὲρ τὴν διάρθρωσιν. <lb/>ἐξευρήσεις δὲ αὐτοὺς, ὡς ἐγὼ διδάξω,
                            ῥᾳδίως, ἀπό τινων <lb/>οἶον σκοπῶν ὁρμώμενος ἅπασιν ἀνθρώποις γνωρίμων.
                            ἰγνύαν <lb/>γὰρ καὶ γόνυ καὶ ἀντικνήμιον οὐδεὶς ἀγνοεῖ τούτοις δή σε
                            <lb/>προσέχοντα τὸν νοῦν ἄρχεσθαι χρὴ τῆς ἀνατομῆς, ἀποδεδαρμένου
                            <lb/>τοῦ κώλου παντὸς ἅμα μένοις, ὑμέσι <lb/>τῷ δέρματι· λέλεκται γάρ
                            μοι καὶ πρόσθεν, εὐφωνότατον οὕτως <lb/>καὶ μάλιστα γίγνεσθαι τὸν μῦν,
                            περιγραφῇ γνωριζόμενον <lb/>κατὰ τὰς τῶν ἰνῶν διαφοράς. ἁπάντων οὗν
                            πρῶτος <lb/>ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι φανεῖταί σοι τένων πλατὺς ἠρέμα
                            <lb/>σαρκώδης, ἐμφυόμενος τῇ κνήμῃ κατωτέρω τοῦ γόνατος. ἵνα <lb/>ἐστὶν
                            αὐτῆς τὸ καλούμενον ἀντικνήμιον. ἐνταῦθα γοῦν ὁ <lb/>τένων οὗτος
                            καταφύεται παρ’ αὐτὸ τὸ προπετές τῆς κνήμης, <lb/>ὅπερ ἄσαρκόν τέ ἐστι
                            καὶ ψιλὸν, ἄνωθεν κάτω τεταμένον, <pb n="294"/> οἷόν περ ῥάχις ὅλης
                            αὐτῆς. ἡ δ’ ἄνωθεν ἀρχὴ τοῦδε τοῦ <lb/>μυὸς, ἢν ὀνομάζουσι κεφαλὴν
                            αὐτῆς, τὴν ἔκφυσιν ἔχει σαρκώδη <lb/>κατὰ μέσην μάλιστα τὴν ῥάχιν τοῦ
                            τοῦ λαγόνος ὀστοῦ, <lb/>μακρὰ δὲ καὶ αὐτὴ κατὰ τὸ μῆκος ἐκτέταται τοῦ
                            ζώου, <lb/>προπετὴς ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν φαινομένη πᾶσι καὶ πρὸ τῆς ἀνατομῆς.
                            <lb/>καὶ μέντοι καὶ διορίζουσα καὶ αὐτὴ ἀπὸ τῶν ὀπίσω <lb/>μερῶν τὰ
                            πρόσω τελευτᾷ <milestone unit="ed2page" n="51"/>καθ’ ὅλον τὸ μῆκος εἰς
                            <lb/>ἄκανθαν ὀξεῖαν, οἵα πέρ ἐστι καὶ ἡ τῆς ὠμοπλάτης ῥάχις <lb/>ἐν τοῖς
                            ὑψηλοτάτοις ἑαυτῆς. ἐκπεφυκὼς οὖν ὁ μῦς οὗτος ἐκ <lb/>μέσης μάλιστα τῆς
                            εἰρημένης ἀκάνθης κατὰ τὸ τοῦ λεγομένου <lb/>λαγόνος ὀστοῦν ἐπὶ τὴν
                            ἔνδον χώραν καταφέρεται <lb/>τοῦ μηροῦ, λοξὸς ἠρέμα γιγνόμενος· ἐντεῦθεν
                            δὲ καταβαίνει <lb/>μὲν πρὸς τὴν κατὰ γόνυ διάρθρωσιν, ἔπειτα δὲ καὶ
                            ταύτην <lb/>διεξελθὼν περὶ τὸν ἔνδον κόνδυλον τοῦ μηροῦ, πάλιν ἐντεῦθεν
                            <lb/>ἐπιστραφεὶς λοξὸς εἰς τὸ τῆς κνήμης ὀστοῦν καταφύεται, <lb/>καθ’ ὃ
                            μάλιστά ἐστιν ἑαυτοῦ ἀσαρκότατος καὶ γυμνότατος. <lb/>τοῦτον εἰ τείναις
                            τὸν μῦν ἐπὶ τὴν ἰδίαν ἀρχὴν, ἐν <lb/>τοιούτῳ σχήματι καταστήσεις τὴν
                            κνήμην, οἵῳ καθιστᾶσιν <lb/>αὐτὴν οἱ μεταλλάττοντες ἐν παλαίστραις τὸ
                            σκέλος παῖδες, <pb n="295"/> ὅταν ἐπιβάλωσιν τῷ μηρῷ <milestone unit="ed1page" n="131"/>θάτερον σκέλος. ἔσται δὲ <lb/>τοῦτό σοι
                            καταφανὲς, ἀφῃρημένων τῶν πολλῶν τῆς κνήμης <lb/>σαρκῶν· ἔτι δὲ μᾶλλον,
                            ἐὰν καὶ τὸν πόδα κατὰ τὴν διάρθρωσιν <lb/>ἀποτέμῃς. οἱ μὲν γὰρ μεγάλοι
                            τῶν μυῶν καὶ μετὰ <lb/>τὴν τελευτὴν τοῦ ζώου δύνανται τεινόμενοι τὰς
                            ἑαυτῶν <lb/>ἐνεργείας ἐπιδεικνύναι χωρὶς τοῦ περικόψαι τὰς σάρκας· οἱ
                            <lb/>μικροὶ δ’ οὐ δύνανται πρὸ τοῦ τὰς πλείστας αὐτῶν ἀφελεῖν.
                            <lb/>ἐφεξῆς δὲ τῇ τούτου τοῦ μυὸς ἀπονευρώσει καὶ ἄλλη <lb/>τίς ἐστι
                            τένοντος ἀκριβῶς ἔμφυσις εἰς τὸ τῆς κνήμης ὀστοῦν <lb/>κατὰ τὸ
                            ἀντικνήμιον, ᾗ συνεπόμενος ἀνατέμνων τε τὸν <lb/>ὑπερκείμενον αὐτῷ μῦν
                            ἐπὶ τὸ μόριον, ὅθεν ἀποπέφυκεν, <lb/>ἀναβήσῃ διὰ τῶν ἐπιπολῆς τοῦ μηροῦ
                            μερῶν ἔνδον ἐπὶ τὸ <lb/>τῆς ἥβης ὀστοῦν, ἔνθα τὴν κεφαλὴν ὁ μῦς οὗτος
                            ἔχει· καὶ <lb/>κατ’ ἐκεῖνο μάλιστα τὸ μέρος πρόσθιόν τέ ἐστιν ἀκριβῶς
                            <lb/>ἄνωθεν κάτω κατὰ τὸ μῆκος ἐκτεταμένον, ἀτρέμα περιφερὲς,
                            <lb/>ἀλλήλοιν τε συμβάλλει κᾀνταῦθα τὰ καλούμενα τῆς ἥβης <lb/>ὀστᾶ, καὶ
                            συμφύεται διὰ χόνδρου. καὶ οἵ γε μύες οὗτοι, δύο <lb/>τὸν ἀριθμὸν ὄντες
                            καθ’ ἑκάτερον σκέλος, ἀλλήλων ψαύουσι <pb n="296"/> κατὰ τὰς πρώτας
                            ἐπιφύσεις. ἔκ τε οὖν αὐτῆς τῆς χώρας, <lb/>ὅθεν ἐκπεφύκασι, καὶ τῆς διὰ
                            τῶν ἔνδον φορᾶς τοῦ μηροῦ <lb/>καὶ τοῦ χωρίου, καθ’ ὃ τῇ κνήμῃ
                            καταφύονται, διδάξαι δύνανταί <lb/>σε τὴν ἐνέργειαν, ἣν ἔχουσιν. ἀλλὰ
                            καὶ χωρὶς τῆς ἐνδείξεως, <lb/>ἣν ἐκ τῆς ἑαυτῶν φύσεως ποιοῦνται, δυνήσῃ
                            ταῖς σαυτοῦ <lb/>χερσὶ τὴν κίνησιν αὐτῶν ἐξευρεῖν, ἣν κινοῦσι τὴν
                            κνήμην· <lb/>ἕλκοντος γάρ σου πρὸς τὴν τῆς ἐκφύσεως χώραν τῶν μυῶν,
                            <lb/>ἡ κνήμη πρός τε τὸ ὑψηλότερον ἅμα καὶ εἴσω μέρος ἀνατεινομένη
                            <lb/>φανεῖται. μάλιστα δὲ χρὴ τὰς τοιαύτας διαγνώσεις <lb/>ἐπὶ τεθνεῶτος
                            τοῦ ζώου ποιεῖσθαι, τὰ πλεῖστα μέρη <lb/>περιδιαιροῦντα τῶν
                            κινηθησομένων κώλων καὶ, εἰ οἷόν τε, <lb/>μόνον αὐτὰ καταλιπόντα γυμνὰ
                            τῶν σαρκῶν τὰ ὀστᾶ. <lb/>τρίτη μετὰ τὰς προειρημένας δύο κατάφυσις
                            τένοντος πλατέος <lb/>ἁπτομένη τῆς προειρημένης ἐστὶ κατὰ τὸ ἀντικνήμιον
                            <lb/>ἐκ τῶν ἔνδον αὐτοῦ μερῶν μᾶλλον, ἠρέμα δ’ ὡς τὰ πολλὰ <lb/>καὶ κάτω
                            ῥέπουσα εἰς μυὸς λοξοῦ τὴν θέσιν. εὑρήσεις δὲ <lb/>αὐτὴν ἀκολουθῶν,
                            ὥσπερ κᾀπὶ τῶν πρότερον δυοῖν, κατὰ <lb/>βραχὺ τῷ τοὺς εἰρημένους
                            τένοντας γεννήσαντι μορίῳ τοῦ <pb n="297"/> μυὸς, ἐκ μὲν τῶν ἔνδον μερῶν
                            τὰ πρῶτα τεταμένην τῆς <lb/>κνήμης τε καὶ τοῦ γόνατος, ἔπειτα δὲ κατὰ
                            τὴν ἰγνύαν ἄνω <lb/>φερομένην λοξώδη διὰ τῆς ὀπίσω χώρας τοῦ μηροῦ,
                            κᾄπειθ’ <lb/>οὕτως ἐπί τε τοὐκτὸς καὶ κάτω μέρος ἀφικνουμένην <lb/>τοῦ
                            ἰσχίου κατὰ τὸ ὀστοῦν, παρὰ τὸ ψιλὸν καὶ ἄσαρκον τῆς <lb/>πυγῆς τοῦ
                            πιθήκου. τούτου γὰρ ἐκπεφυκὼς καὶ ταύτῃ <lb/>ἔχων τὴν κεφαλὴν λοξὸς διὰ
                            τοῦ μηροῦ φερόμενος, ἔπειτ’ <lb/>εἴσω πρὸς τὴν ἐξ ἀρχῆς εἰρημένην
                            ἀφικνεῖται κατάφυσιν, <lb/>ἐξελίττων, ὡς ἄν τις φαίη, πρὸς τοὐπίσω τὴν
                            κνήμην, ὥσπερ <lb/>εἰώθασιν πράττειν οἱ ὀρχησταί. χρὴ γὰρ ἐπίστασθαι
                            τοῦτο <lb/>κοινὸν περὶ πάντα μῦν, ὡς οἱ μὲν ἐπ’ εὐθείας εὐθεῖαν ἔχουσι
                            <lb/>τὴν κίνησιν, οἱ δὲ λοξοὶ λοξήν. λοξοτέραν δὲ οὐδεὶς ἔχει ἄλλος
                            <lb/>τούτου τῶν κατὰ <milestone unit="ed2page" n="52"/>τὸν μηρὸν μυῶν
                            τὴν θέσιν, εἴ γε ἄρχεται <lb/>μὲν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν μερῶν τοῦ ἰσχίου,
                            καταφύεται <lb/>δὲ εἰς τὸ τῆς κνήμης ἔνδον. ἀνάγκη γάρ ἐστι ταύτῃ τῇ
                            <lb/>λαβῇ τὴν κνήμην ἑλκομένην εἰς τοὐπίσω τε καὶ ἄνω καὶ <lb/>ταῦτα
                            φέρεσθαι συστρεφομένην, καὶ κατὰ τοῦτο σύνθετον <lb/>γίγνεσθαι τὴν
                            κίνησιν ταύτην, οὐχ ἁπλῆν. οὗτοι μὲν δὴ <lb/>τρεῖς μύες εἰσὶν, εἰς τὴν
                            κνήμην καταφυόμενοι τοῖς τένουσιν, <pb n="298"/> οὓς ἀφαιρεῖν δεήσει,
                            ἐὰν τὴν κνήμην αὐτὴν πρότερον ἀνατέμνειν <lb/>βουληθῇς· ἀδύνατον γὰρ,
                            ἐπικειμένων αὐτῶν, ἐναργῶς <lb/>ὀφθῆναί τι τῶν ὑποκειμένων. ἄλλος δὲ
                            τέταρτος μῦς <lb/>ἐστι τῶν εἰς τὴν κνήμην καταφερομένων, οὐκ ἔθ’ οὗτός
                            γε <lb/>κατὰ τὰ ἔνδον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἔξω μερῶν μόνος ἀντιτεταγμένος
                            <lb/>τοῖς τρισὶν, ὅσον γ’ ἐπὶ τῇ καταφύσει· τὸ πέρας <lb/>δ’ αὐτοῦ
                            σαρκῶδές τε ἅμα καὶ πλατὺ σαφῶς φαινόμενον, <lb/>εἰς τἀκτὸς, ὡς εἴρηται,
                            μέρη τῆς κνήμης ἐμφύεται, <lb/>καὶ μέντοι καταπλατυνόμενος ἔτι δὴ καὶ
                            μᾶλλον ἀναφέρεται <lb/>περὶ τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν, ἐξωτάτω κειμένην τοῦ
                            κατ’ <lb/>ἰσχίον ὀστοῦ· καὶ γὰρ τοῦ προειρημένου μυὸς τοῦ τὴν ἔκφυσιν
                            <lb/>ἐντεῦθεν ἔχοντος, ὡς εἶπον, ἡ κεφαλὴ τοῦδε τοῦ <lb/>μυὸς ἔξωθεν
                            τέτακται· ὥστε εὔδηλον μὲν εἶναι κᾀκ τῆς <lb/>θέσεως αὐτοῦ τὴν
                            ἐνέργειαν, εἰς τἀκτὸς ἀπάγοντος ὅλην <lb/>τὴν κνήμην ἁπλῇ κινήσει,
                            πρόδηλον δὲ καὶ διὰ τῆς πείρας, <lb/>ἐκτείνειν εἰ ἐθέλεις ἐπὶ τὴν ἰδίαν
                            κεφαλὴν ὅλον τὸν <lb/>μῦν· ἀκολουθήσει γὰρ ἡ κνήμη, καθάπερ εἴρηται.
                            τοῦτον <lb/>τὸν μῦν ἐθεασάμεθα δρομέως τινὸς, οὐ τοῦ τυχόντος,
                            ἀποῤῥαγέντα <pb n="299"/> τε καὶ διασπασθέντα κατὰ μέσον αὐτὸν,
                            ἀγωνιζομένου <lb/>τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἦν ἡ χώρα μετὰ ταῦτα κενὴ καὶ
                            <lb/>κοίλη, καταλιπόντων αὐτὴν τῶν μερῶν τοῦ διασπασθέντος <lb/>μυὸς,
                            καὶ τοῦ μὲν ἄνω πρὸς τὴν κεφαλὴν ἀνασπασθέντος, <lb/>τοῦ δ’ ἐπὶ τὴν
                            κνήμην κατασπασθέντος. ὅ γε μὴν δρομεὺς <lb/>ἐκεῖνος, ἐπειδὴ τῆς ὀδύνης
                            ἐπαύσατο καὶ ἡ φλεγμονὴ κατέστη, <lb/>περιπατῶν οὐδὲν ἐβλάπτετο καὶ
                            κατατολμήσας αὖθις <lb/>ἔτρεχε· καὶ ὡς οὐδὲ εἰς τοῦτο βλάβης ᾐσθάνετό
                            τινος, καὶ <lb/>ἠγωνίσατο πάλιν, ἐνίκησέ τε πάλιν, ὥσπερ καὶ πρόσθεν.
                            <lb/>εἰκότως δ’ αὐτῷ τοῦθ’ ὑπῆρξεν· ἐν γὰρ τῷ τρέχειν οὐ <lb/>δεόμεθα
                            τῶν εἰς τὸ πλάγιον ἐπιστροφῶν τῆς διαρθρώσεως, <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ μόνον
                            ἐκτείνειν τε καὶ κάμπτειν αὐτήν· ὅθεν <lb/>οὐδ’ οἱ προειρημένοι τρεῖς
                            μύες, οἱ πρὸ τοῦδε τοῦ πλατέος <lb/>τε καὶ σαρκώδους, ἐπικαίρων κινήσεων
                            ἐξηγοῦνται τῇ κνήμῃ <lb/>πρός γε τὰς πολιτικάς τε καὶ τὰς ἐν δρόμῳ
                            χρείας τοῦ σκέλους. <lb/>ἄλλος ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις τέτρασι μυσὶ πέμπτος
                            ἐστὶ <lb/>μῦς, ἀλλ’ οὐκ εἰς τὸ ἀντικνήμιον ἥκων ὁμοίως τοῖς πρώτοις
                            <lb/>τρισὶν, ἀλλ’ εἴς τε τὴν κάτω κεφαλὴν τοῦ μηροῦ καὶ τὴν <pb n="300"/> ἀρχὴν τοῦ τῆς κνήμης ἐκ τῶν ἔνδον μερῶν μυός. ἀνατέμνεσθαι <lb/>μὲν
                            οὖν οὐκ ἐντεῦθεν μόνον, ἀλλὰ κᾀκ τῆς ἄνωθεν <lb/>ἀρχῆς οὐδὲν ἧττον
                            δύναται, καὶ κατ’ ἀμφοτέρας γε τὰς <lb/>ἐπιβολὰς ἐγχειρεῖν τε καὶ
                            γυμνάζεσθαι βέλτιόν ἐστιν· εἰ <lb/>μὲν κάτωθεν ἄρξαιο, ποδηγούμενος ἐπὶ
                            τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ <lb/>διὰ τῶν ὀπίσω μερῶν τοῦ μηροῦ μέχρι τοῦ κατ’
                            ἰσχίον ὀστοῦ, <lb/>σαφέστατα φαινομένης ἐνταῦθα τῆς πρώτης ἐκφύσεως ὅλου
                            <lb/>τοῦ μυὸς συμφυοῦς τῇ τοῦ τρίτου κατὰ τὴν διήγησιν εἰρημένου·
                            <lb/>εἰ δὲ ἄνωθεν ἄρξαιο, ἐντεῦθεν τὴν κεφαλὴν σκοπὸν <lb/>ἔχων τοῦ
                            προανατετμημένου μυός. τέτταρες γὰρ ἐφεξῆς κεφαλαὶ <lb/>μυῶν ἐκ τοῦ κατ’
                            ἰσχίον ὀστοῦ πεφύκασιν· ἐξωτάτω <lb/>μὲν ἁπασῶν ἡ τοῦ πλατέος, ὃν ἔφην
                            διασπασθῆναι τῷ <lb/>δρομεῖ· δευτέρα δὲ ἡ τοῦ τὴν κνήμην ἐξελίττοντος
                            πρὸς <lb/>τοὐκτὸς· ἡ τρίτη δὲ τοῦ δευτέρου, περὶ ἧς νῦν ὁ λόγος ἐστὶ,
                            <lb/>ἔξω περιστρέφοντος ἀτρέμα καὶ τούτου τὴν κνήμην ὅλην; <lb/>ὁμοειδῆ
                            μὲν κίνησιν τῷ τρίτῳ τῶν εἰρημένων, οὐ μὴν ἴσην <lb/>γε ποσότητα· ταύτῃ
                            δ’ ἐφεξῆς τῇ κεφαλῇ τετάρτην ἄλλην <lb/>εὑρήσεις, ὡς εἶπον· <milestone unit="ed2page" n="53"/>ἐφ’ ἑνὸς γὰρ στίχου τεταγμέναι <pb n="301"/>
                            πᾶσαι τοῦ κατ’ ἰσχίον ἐκπεφύκασιν ὀστοῦ. καὶ ὅταν γε <lb/>ἀπὸ τῶν ἄνω
                            μερῶν ἄρξαιο τῆς ἀνατομῆς, καταβαίνειν ἀπ’ <lb/>αὐτοῦ πειρῶ διὰ τῶν
                            ὀπίσω τε καὶ τῶν ἔνδον μερῶν τοῦ <lb/>μηροῦ· προσάξει γάρ σε πρὸς τὸν
                            κόνδυλον αὐτοῦ κατ’ ἐκεῖνο <lb/>τὸ μέρος, καθ’ ὃ καὶ ὁ ἕτερος τῶν κατὰ
                            τὴν γαστροκνημίαν <lb/>μυῶν ἐκπέφυκεν ὁ ἔνδον· ἐφ’ οὑ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ
                            θεάσῃ <lb/>κειμένην ἅμα τῷ συνεπιλαμβάνειν τι τοῦ περὶ τὴν διάρθρωσιν
                            <lb/>συνδέσμου. τοῦτον τὸν μῦν εἰ καὶ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ <lb/>κεφαλὴν
                                <milestone unit="ed1page" n="132"/>ἀνατείνῃς, σὺν τῷ μηρῷ καὶ ἡ
                            κνήμη πρός τε <lb/>τὴν ὀπίσω καὶ τὴν ἔνδον χώραν ὁρᾶται φερομένη.
                            συμβαίνει <lb/>δὲ τοῦτ’ αὐτῇ διὰ τὴν κοινωνίαν τῆς εἰρημένης τελευτῆς
                            τοῦδε <lb/>τοῦ μυὸς, ἐπιπεφυκυίᾳ τῇ κεφαλῇ τοῦ κατὰ τὴν γαστροκνημίαν
                            <lb/>ἐκ τῶν ἔνδον τε καὶ ὀπίσω μερῶν. ἄμεινον οὖν καὶ <lb/>τούτων τὰς
                            κοινωνούσας ὁπωσοῦν τῇ κνήμῃ τελευτὰς ἀφαιρεῖν, <lb/>ὅταν ἐγχειρήσῃς
                            ποτὲ ἐκείνους τοὺς μῦς ἀνατέμνειν <lb/>προτέρους. οὕτως γάρ σοι φανεῖται
                            καὶ ὁ μῦς οὗτος δι’ <lb/>ἑαυτοῦ μὲν τὸν μηρὸν προσεκτενῶν,
                            συνεπισπώμενος δὲ καὶ <lb/>τὴν κνήμην διὰ τὴν προειρημένην σύμφυσιν πρὸς
                            τὸν μῦν <lb/>αὐτῆς. </p></div><pb n="302"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἀλλὰ νῦν γε, περὶ γὰρ τῶν κατὰ τὸν μηρὸν <lb/>ὁ λόγος ἐστὶ μυῶν, ἐὰν
                            ἀφέλῃς ἅπαντας, οὓς εἶπον, ἔτι <lb/>σοι λειφθήσονται μεγάλοι μύες ἔν τε
                            τοῖς πρόσω τοῦ μηροῦ <lb/>καὶ κατὰ τὴν ὀπίσω τε καὶ ἔνδον ἅπασαν αὐτοῦ
                            χώραν· <lb/>ὧν προτέρους ἀνάτεμνε τοὺς προσθίους, ἐνέργειαν μὲν ἅπαντας
                            <lb/>ἔχοντας μίαν ἐκτείνειν τὴν κατὰ τὸ γόνυ διάρθρωσιν, <lb/>οὐ μὴν
                            οὔτε τὴν θέσιν ὁμοίαν, οὔτε τὰς κεφαλάς. εἰσὶ <lb/>γὰρ ἅπασαι δ΄. ἡ μὲν
                            ὑψηλοτάτη τῆς ῥάχεως ἐκφυομένη τοῦ <lb/>τῆς λαγόνος ὀστοῦ, κατ’ εὐθὺ τοῦ
                            πρώτου πάντων ῥηθέντος <lb/>μυὸς ἐκ τῶν ὑποκάτω μερῶν αὐτοῦ. μετὰ ταύτην
                            δ’ <lb/>ἑτέρα πολὺ μείζων, ταπεινοτέρα τε τῆς προειρημένης, καὶ <lb/>ἐν
                            τοῖς ἔξω μέρεσι μᾶλλον τοῦ μηροῦ κατ’ αὐτὸν μάλιστα <lb/>τὸν γλουτόν·
                            ἀφ’ ἧς ὁ μέγιστος πέφυκε τῶν προσθίων τοῦ <lb/>μηροῦ μυῶν, ᾧ καὶ συνεχής
                            ἐστι καὶ συμφυὴς, ἀπὸ μέσου <lb/>σχεδὸν ἀρξάμενος τοῦ μηροῦ μέχρι τῆς
                            κάτω τελευτῆς, ὁ <lb/>ἔξωθεν ἁπάντων, ὁ πρῶτος εἰρημένος, ὁ πλατὺς καὶ
                            σαρκώδης <lb/>μῦς. ὁ διασπασθεὶς τῷ δρομεῖ. ἥκει δ’ εἰς ταὐτὰ <pb n="303"/> τῷδε τῷ μυῒ καὶ ἡ ἑτέρα ἔκφυσις ἡ πρώτη λελεγμένη τῆς
                            <lb/>ῥάχεως ἐκφύεσθαι τοῦ τῆς λαγόνος ὀστοῦ. καὶ φαίνονταί <lb/>γε ὡς
                            εἷς μῦς ἑνωθέντες ἀμφότεροι μέχρι τῆς ἐπιγονατίδος <lb/>τε καὶ μύλης
                            ὀνομαζομένης, εἰς ἦν εὐρωστοτάτῳ καταφύονται <lb/>τένοντι πλατεῖ, μετὰ
                            τοῦ καὶ περιλαμβάνειν αὐτὴν ὅλην <lb/>ἐν τοῖς πρόσω μέρεσι. καθήκει δ’
                            οὗτος ὁ τένων καὶ εἰς <lb/>τὴν κνήμην ἰσχυρότατός τε αὐτὸς ὢν καὶ πάνυ
                            δύσλυτος, <lb/>ἐγκαταφυόμενος αὐτῷ τῷ μετὰ τὴν διάρθρωσιν μέρει προσθίῳ.
                            <lb/>τούτων δὲ ἀνατμηθέντων, ἄλλαι σοι φανοῦνται σαφῶς <lb/>ὑποκείμεναι
                            δύο κεφαλαὶ μυῶν, ἡ μὲν ἑτέρα τῆς τε <lb/>πρώτης ἐκφύσεως τοῦ μεγάλου
                            τροχαντῆρος ἁπτομένη, καὶ <lb/>προσέτι τοῦ κατὰ τὴν κεφαλὴν αὐχένος τοῦ
                            μηροῦ· ἡ λοιπὴ <lb/>δὲ κατωτέρω ταύτης ἐκ τῆς προσθίου χώρας τοῦ κατὰ
                            τὸν <lb/>μηρὸν ὀστοῦ. καταφέρεται δ’ αὕτη μὲν ἀκριβῶς εὐθεῖα διὰ
                            <lb/>τῶν πρόσω τοῦ μηροῦ μερῶν ἄχρι τῆς ἐπιγονατίδος, ὅλη
                            <lb/>διαμένουσα σαρκώδης· ἡ δ’ ἑτέρα, ἡ ἄνωθεν ἀρχομένη, <lb/>κατὰ τὴν
                            ἐντὸς κεφαλὴν τοῦ μηροῦ τελευτᾷ, τὸ πέρας ὑμενωδέστερον <lb/>λαμβάνουσα.
                            συνῆπται δ’ αὐτῶν καὶ ἥνωται τὰ <pb n="304"/> πέρατα, καὶ διὰ τοῦτο ἕνα
                            μῦν τίθενται τοῦτον οἱ ἀνατομικοὶ, <lb/>καίτοι γε δύο κεφαλὰς ἔχει,
                            καθάπερ οἱ μείζους αὐτῶν <lb/>οἱ ἐπιπολῆς, <milestone unit="ed2page" n="54"/>οἱ τὸν εὐρωστότατον γεννῶντες τένοντα, <lb/>περὶ ὧν ἄρτι
                            διῆλθον. ὅτι δὲ πάντων τῶν κινούντων τὴν <lb/>κατὰ γόνυ διάρθρωσιν μυῶν
                            ἰσχυροτάτην ἐνέργειαν ἔχειν <lb/>οὗτοι πεπίστευνται τὴν τῆς ἐκτάσεως,
                            εὔδηλον οἶμαι παντί. <lb/>χωρὶς γὰρ τοῦ ταθῆναι τούτους ἰσχυρῶς ἀδύνατον
                            ἡμῖν ἐστιν <lb/>ὀρθοῖς ἵστασθαι· καὶ εἴ γε ἐπινοήσαις ἅπαντας τοὺς
                            ἄλλους <lb/>ἀπολωλότας, ἀρκοῦσιν οὗτοι μόνοι πρὸς τὸ τῆς τάσεως
                            <lb/>ἑδραῖον. ἡ γάρ τοι καμπὴ τῆς ἰγνύας ἐν ταῖς ἀσθενέσιν <lb/>αὐτῆς
                            ἐνεργείαις ἀναφέρεται, γίγνεται δὲ ὥσπερ τι μετέωρον <lb/>ἀπὸ τῆς γῆς
                            αἴρειν ἐπιχειρούντων τὸ σκέλος, ὁπόταν ἐπὶ <lb/>θατέρου βεβαίως
                            ἑδρασθέντος ὅλον ὀχῶμεν τὸ σῶμα. διὰ <lb/>τοῦτο οὖν οὔτε πολλοῖς, οὔτε
                            μεγάλοις μυσὶν ἐπέτρεψεν <lb/>αὐτὴν ἡ φύσις, ἀλλὰ τῶν εἰρημένων
                            κινδυνεύει μόνος εἷς <lb/>ὢν ἐπιπεφυκὼς τῇ κεφαλῇ τοῦ κατὰ τὴν
                            γαστροκνημίαν <lb/>ἔνδον μυὸς, ὃν ἔφην, ἕνεκα τοῦ κάμπτειν τὴν κνήμην
                            γεγονέναι, <lb/>καίτοι γε οὐ μᾶλλόν τι κάμπτων αὐτὴν, ἢ πρὸς <pb n="305"/> τὴν. ἔνδον ἀπάγων χώραν φαίνεται. οὗτος μὲν ὁ μῦς βραχεῖάν <lb/>τινα
                            καὶ ἀμυδρὰν καμπὴν ποιεῖται τῆς κατὰ γόνυ <lb/>διαρθρώσεως. ὅν δ’
                            οἴονταί γε κάμπτειν αὐτὸν τὸν μέγαν <lb/>μῦν, ὃς ἅπασαν σχεδόν τι
                            κατείληφε τοῦ μηροῦ τήν τ’ ὀπίσω <lb/>καὶ τὴν ἔνδον χώραν, οὗτος ἢ οὐδ’
                            ὅλως ἐπισπᾶται τὴν <lb/>κνήμην, ἢ βραχύ τι παντελῶς· διότι καὶ τὸ πέρας
                            αὐτοῦ <lb/>βραχύ τι ψαύει τῶν κατὰ τὴν διάρθρωσιν ὅλην, ἐν κύκλῳ
                            <lb/>περικειμένου συνδέσμου. τῷ μὲν γὰρ ὀστῷ τῆς κνήμης, <lb/>οὐδὲ κατ’
                            ἐλάχιστον ἑαυτοῦ μέρος ἐμπέφυκεν, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν <lb/>τοῦτον εἰπεῖν
                            αἴτιον εἶναι τῆς κατ’ ἰγνύαν καμπῆς <lb/>ἀγνοήσαντες ἕτερον μῦν
                            ἐγκατακεκρυμμένον μὲν τῇ διαρθρώσει, <lb/>καὶ τοῦ κάμπτειν δ’ αὐτὴν ἤτοι
                            μόνον δυνάμενον, <lb/>ἢ τὴν πλείστην δύναμιν ἔχοντα. θεάσασθαι δ’ αὐτὸν
                            οὐκ <lb/>ἔστι, πρὶν ἀφελεῖν τῆς κνήμης τοὺς τὴν γαστροκνημίαν
                            διεργαζομένους <lb/>μῦς. ὅθεν οὐδέ μοι νῦν ἀναγκαῖον ὑπὲρ αὐτοῦ
                            <lb/>λέγειν, ἀλλ’ ὅταν πρῶτον ἐκ τῆς κατὰ τὴν ἀνατομὴν τάξεως
                            <lb/>γυμνωθῇ, τότε κᾀγὼ τὴν φύσιν ἅπασαν αὐτοῦ <lb/>διηγήσομαι. </p></div><pb n="306"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Νῦν δὲ τῶν περὶ τὸν μηρὸν ἀνατετμημένων <lb/>μυῶν, πλὴν μόνου τοῦ
                            μεγάλου, δυνατὸν μέν ἐστί σοι καὶ <lb/>τοὺς τὸ κατ’ ἰσχίον ἄρθρον
                            κινοῦντας ἐφεξῆς ἀνατέμνειν, <lb/>δυνατὸν δὲ καὶ τοὺς περὶ τὴν κνήμην
                            πάντας. ὑποκείσθω <lb/>δὴ τοῖς τὸ κατ’ ἰσχίον κινοῦσιν ἐγχειρεῖν
                            προτέροις, ὧν <lb/>ἔφαμεν εἶναι καὶ τὸν μέγιστον τὸν περὶ τὸν μηρὸν μῦν,
                            ὃν <lb/>οὐκ ὀρθῶς, ἔφην, οἴονται τὴν κατὰ γόνυ διάρθρωσιν κάμπτειν.
                            <lb/>ἀπὸ τούτου οὖν αὐτοῦ ἀρχόμενος ἐπισκέπτου τὰς <lb/>ἶνας, ὅσαι μὲν
                            ἐκ τῶν ὀπίσω μερῶν μᾶλλόν εἰσιν ὅλου τοῦ <lb/>μηροῦ πρὸς τὸ κατ’ ἰσχίον
                            ὀστοῦν ἀναφερόμεναι, ὅσαι δὲ ἐν <lb/>τοῖς ἔνδον ἐπὶ τὸ ἔσω τῆς ἥβης· ἐκ
                            τούτου μὲν γὰρ <lb/>ἅπαντος ἐκπέφυκεν. ἐπιλαμβάνεται δὲ καὶ τοῦ κατ’
                            ἰσχίον, <lb/>ὅσον ἔζευκται ταπεινοτάτῳ μέρει τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ. ταῖς
                            <lb/>μὲν οὖν εὐθείαις ἰσὶ ταῖς ὀπίσω κάμπτει τὴν κατ’ ἰσχίον
                            <lb/>διάρθρωσιν· εἰ δὲ καὶ τὴν κατὰ γόνυ συγχωρηθείη μικρὸν <lb/>αὐτὸν
                            κινεῖν, οὐκ ἄλλαις ἢ ταύταις κινήσει· ταῖς δ’ ἐν <lb/>τοῖς πλαγίοις
                            μέρεσιν, ἃς ἐπὶ τὸ τῆς ἥβης ὀστοῦν ἀναφερομένας <lb/>θεάσῃ, λοξὴν εἴσω
                            ποιεῖται τὴν κίνησιν ὅλου τοῦ <pb n="307"/> μηροῦ. φαίνεται δέ ποτε μὲν
                            δύο τινὰς ἢ τρεῖς περιγραφὰς <lb/>μυῶν λαμβάνων ὁ μῦς οὗτος ἐν ἑαυτῷ
                            περιεχομένας, <lb/>ὥσπερ μικρῶν τινῶν μυῶν, ποτὲ δὲ μίαν ἢ δύο· πάντως <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="55"/>δ’ οὖν τινα λαμβάνειν περιγραφὴν,
                            ἐμφυομένην τοῖς <lb/>ἔνδον τοῦ μηροῦ μέρεσι κατὰ μέσον τε καὶ ἀνωτέρω
                            τοῦ <lb/>μέσου βραχύ. προσέχων οὖν ἀκριβῶς ἀπότεμνε τὸν μῦν <lb/>τοῦτον
                            τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ, τὸν ὑποκείμενον αὐτῷ φυλάττων <lb/>ἄτμητον, ὃς καὶ
                            κατείληφε πᾶν τὸ τρῆμα, μέγιστον ὑπάρχον, <lb/>ἀπονεύρωσιν ἰδίαν
                            ποιούμενος, ὑπὲρ ἧς ὀλίγον ὕστερον <lb/>εἰρήσεται. τὸν δ’ οὖν μέγαν
                            τοῦτον, ὑπέρ οὗ νῦν ὁ λόγος <lb/>ἐνέστηκεν, ἀποτέμνων ἀπὸ παντὸς τοῦ τῆς
                            ἥβης ὀστοῦ, <lb/>πρῶτον μὲν, ὡς εἴρηται, φείδου τοῦ κατειληφότος τὸ
                            τρῆμα, <lb/>δεύτερον δὲ τοῦ ταπεινοῦ μυὸς, ὃς καὶ διὰ παντὸς ὤφθη
                            <lb/>μοι πελιδνὸς ἐν τοῖς ζώοις τούτοις, ἐκφυόμενος μὲν ἐκ τῶν <lb/>κάτω
                            μερῶν τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ, καταφυόμενος δὲ εἰς τὸ <lb/>κάτω τοῦ μικροῦ
                            τροχαντῆρος οὐκ ἀῤῥώστῳ τένοντι, καίτοι <lb/>σμικρὸς αὐτὸς ὤν·
                            συνεπιλαμβάνει δὲ τὰς ἔνδον μοίρας τοῦ <lb/>τροχαντῆρος ὁ τένων αὐτὸς
                            σαρκωδέστερος <milestone unit="ed1page" n="133"/>ὑπάρχων, <pb n="308"/>
                            οὐχ ἁπλῶς νευρώδης ὅλως φαινόμενος. ἕτερος δὲ μῦς ἀπονεύρωσιν
                            <lb/>ἰσχυροτέραν τοῦδε, συνεχῆ τῷ προειρημένῳ καθήκουσαν <lb/>εἰς τὸ
                            λοιπὸν ἅπαν τοῦ τροχαντῆρος τοῦδε ποιεῖται, <lb/>πᾶν αὐτὸ καταλαμβάνων.
                            ἀφικνεῖται δὲ οὗτος ἐκ τῶν ἄνω <lb/>μερῶν, τῶν κατὰ τὰς ψόας τε καὶ τὸ
                            τῆς λαγόνος ὀστοῦν, <lb/>ἐξ ἀμφοτέρων γεννώμενος τῶν μερῶν. εὔδηλον οὖν,
                            ὡς οὐχ <lb/>οἶόν τέ ἐστι θεάσασθαι τὸν μῦν τοῦτον ἄνευ τοῦ διατέμνειν
                            <lb/>πάντας τοὺς κατ’ ἐπιγάστριον, ἀφελεῖν τε τὰ κατὰ <lb/>τῆς ὀσφύος
                            ἐπικείμενα σύμπαντα. μόνος γὰρ οὗτος ὁ τῆς <lb/>ψόας ἐναργῶς ὀφθήσεται
                            τριφυής τις ὢν, καὶ καθήκων τῇ <lb/>μὲν ἔνδον ἑαυτοῦ μοίρᾳ δι’
                            ἀπονευρώσεως ἰσχυρᾶς, συνδέσμου <lb/>ῥώμην τε καὶ φύσιν ἐχούσης, εἰς
                            ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἔνθα παύεται <lb/>τὸ τῆς ἥβης ὀστοῦν, συνάπτον τῷ
                            ἰσχίῳ· τῇ δ’ ἔξω <lb/>δι’ ἑτέρας ἀπονευρώσεως, οὔτε μακρᾶς, ὡς ἡ
                            πρότερον, <lb/>ἀλλὰ λεπτοτέρας μᾶλλον ἐμφυόμενος τῷ τῆς λαγόνος ὀστῷ.
                            <lb/>τὸ δ’ ἄλλο μέρος αὐτοῦ, τὸ μεταξὺ τῶν ἀπονευρώσεων προερχόμενον
                            <lb/>ἐπὶ τὸ κάτω, τὸν πεφυκότα μῦν ἔνδον ἅπαντι τῷ <lb/>τῆς λαγόνος ὀστῷ
                            δεξάμενον ἅμα ἑαυτῷ, τὸν προειρημένον <pb n="309"/> ἀποφύει τένοντα, τὸν
                            εἰς τὸν μικρὸν τροχαντῆρα καταφυόμενον, <lb/>ὅστις ἤδη μέν σοι κᾀξ αὐτῆς
                            τῆς θέσεως εὔδηλός <lb/>ἐστιν ἀνατείνων τὸν μηρὸν ἅμα τῷ παρεγκλίνειν
                            ἔσω. ἀλλὰ <lb/>καὶ πειρωμένῳ καὶ τείνοντι, καθότι λέλεκται, πολλάκις ἤδη
                            <lb/>φανεῖται τοῦτ’ ἐργαζόμενος, ἐναντίαν δηλονότι τὴν ἐνέργειαν
                            <lb/>ἔχων τῇ τοῦ προειρημένου μεγάλου μυὸς ὄπισθεν μοίρᾳ. ὅ <lb/>γε μὴν
                            μικρὸς ὁ πελιδνὸς μῦς, εὔδηλον, ὅτι λοξῆς τῆς ἔσω <lb/>κινήσεως ἡγεῖται
                            τῷ μηρῷ. κατὰ μὲν δὴ τοῦτο τὸ μέρος <lb/>οὐκ ἂν εὕροις ἔτ’ ἄλλον μῦν
                            ἐμφυόμενον τῷ μηρῷ. παραγενόμενος <lb/>δὲ ἐπὶ τοὺς ἐκτὸς μῦς, εὑρήσεις
                            ἅπαντας εἰς τὰ <lb/>περὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ κατὰ τὸν μέγαν
                            ἐμφυομένους <lb/>τροχαντῆρα. πρῶτος μὲν οὖν αὐτῶν ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ
                            δέρματι <lb/>τέτακται μῦς, ἐκφυόμενος ἁπάσης τῆς ὀρθίας ῥάχεως τοῦ
                            <lb/>τῆς λαγόνος ὀστοῦ. τοῦτο μὲν δὴ τὸ μέρος αὐτοῦ σαρκῶδες <lb/>ὅλον.
                            ἐφεξῆς δὲ ἄλλο τούτῳ συνεχὲς ὑμενῶδες ἤδη κατὰ <lb/>βραχὺ γινόμενον,
                            ὥστ’ οὐ μετὰ πολὺ παντάπασιν ἀκριβῶς <lb/>ὑμὴν εἶναι συνδέσμου φύσιν
                            ἔχων. ἐπιτέτακται τοῖς ὑψηλοτέροις <lb/>τε ἅμα καὶ λοξοτέροις εἰς
                            τοὐπίσω μέρεσι τοῦ τῆς <pb n="310"/> λαγόνος ὀστοῦ, συνεχὴς ὢν τῷ πέρατι
                            τῶν ῥαχιτῶν μυῶν. ὅπου <lb/>δ’ αὐτοῦ παύεται τοῦτο τὸ ὑμενῶδες, ἑτέρα τ’
                            ἔκφυσίς ἐστε <lb/>σαρκοειδὴς ἀντιτεταγμένη κατ’ ἀντικρὺ τῇ πρώτῃ
                            λεγμένῃ, τῇ <lb/>κατὰ τὸ τῆς λαγόνος ὀστοῦν· ἐκφύεται δ’ αὐτὴ τοῦ
                            καλουμένου <lb/>κόκκυγος ἐκ τῶν πλαγίων μερῶν, ἠρέμα καὶ τῶν ὀπίσω
                            <lb/>συνεπιλαμβάνουσα. χρὴ τοίνυν ἀφαιρεῖν αὐτὴν, ἀποτείνοντα <lb/>μὲν
                            εἰς τὰ κάτω τὰς ἶνας, ἀποδέροντα δὲ διὰ σμίλης <lb/>ἀμβλυτέρας μᾶλλον,
                            ἤπερ ὀξυτέρας, ἁπάντων τῶν ὑποκειμένων <lb/>σωμάτων. <milestone unit="ed2page" n="56"/>ὑμενώδη δ’ ἐστὶ ταῦτα καὶ γλίσχρα, <lb/>τό τ’
                            ἐπίπαν ἐν τῇ μεταξὺ χώρᾳ κείμενα τῶν τε εἰρημένων <lb/>μερῶν τοῦ
                            κόκκυγος καὶ τῶν ἔξω περάτων τοῦ κατ’ ἰσχίον <lb/>ὀστοῦ. καὶ μέντοι καί
                            τι μέρος τούτου τοῦ μυὸς ὑμενῶδές <lb/>ἐστι μᾶλλον, ἢ σαρκῶδες· ὅσον δ’
                            αὐτῷ συνεχὲς ἔζευκται <lb/>τοῦ κατ’ ἰσχίον ἐμφυομένου, τοῦτο σαρκῶδες
                            ἅπαν ἐστὶ μεμιγμένον <lb/>αὐτίκα τῇ τοῦ κόκκυγος ἐκφυομένῃ κεφαλῇ. κατὰ
                            <lb/>βραχὺ τοίνυν ἀπόδερε τῶν ὑποκειμένων καὶ ταύτας τὰς <lb/>σάρκας,
                            καὶ τὰς ἀντιτεταγμένας αὐταῖς, τὰς ἀπὸ τοῦ τῆς <lb/>λαγόνος ἐκπεφυκυίας
                            ὀστοῦ, καὶ τὸ μέσον αὐτῶν τὸ <pb n="311"/> ὑμενῶδες. οὕτως γὰρ γυμνώσεις
                            τε τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ, <lb/>διφυές τε πέρας εὑρήσεις τοῦ μυὸς, τὸ μὲν
                            ἕτερον συμφυόμενον <lb/>τοῖς ὀπίσω τοῦ μηροῦ, κατ’ εὐθὺ μάλιστα ταῖς ἐξ
                            <lb/>ἰσχίου καὶ κόκκυγος ἐκφύσεσι τεταγμένον, τὸ δ’ ἕτερον εἰς
                            <lb/>ὑμενώδη τένοντα πλατὺν περαιούμενον, ὃς περιλαμβάνει <lb/>τοὺς
                            ἐμπροσθίους τοῦ μηροῦ μῦς, συνεχὴς γιγνόμενος τῇ <lb/>λελεγμένῃ πρόσθεν
                            ἐπὶ τὸ γόνυ καθήκειν ἀποφύσει. πρόδηλον <lb/>οὖν, ὅτι εἰς μὲν τοὐπίσω
                            τὸν μηρὸν ὅλον ὁ μῦς οὗτος <lb/>ἀπάγων ἐκτείνει, τῇ καταφύσει τῇ
                            λεγομένῃ γίγνεσθαι κατ’ <lb/>εὐθὺ τῇ τε τοῦ κόκκυγος ἐκφυομένῃ κεφαλῇ
                            καὶ τῇ τοῦ <lb/>κατ’ ἰσχίον ὀστοῦ μικρόν τι παρεκκλίνων ἐπὶ τὴν ἐκτὸς
                            χώραν· <lb/>τῷ δ’ ἑτέρῳ τῷ πλατυνθέντι πέρατι ἐπὶ τὸ πλάγιον <lb/>μᾶλλον
                            ἀνατείνει τὸν μηρὸν, ἀμφοτέραις δὲ ταθείσαις ἅμα <lb/>τελεωτάτην ἔκτασιν
                            ἐργάζεται παντὸς τοῦ κώλου. μετὰ δὲ <lb/>τοῦτον τὸν μῦν ἀφαιρεθέντα καὶ
                            ἕτερός ἐστιν εὔρωστός τε <lb/>καὶ σαρκώδης ὅλος, ἐκ πάσης σχεδόν τι τῆς
                            ὀπίσω χώρας <lb/>ἐκφυόμενος τοῦ τῆς λαγόνος ὀστοῦ, συνεπιλαμβάνων δέ τι
                            <lb/>καὶ τῶν πλαγίων ὀστῶν. ὁ τένων δ’ αὐτοῦ τῇ κορυφῇ καταφύεται <pb n="312"/> τοῦ μεγάλου τροχαντῆρος, ἐπεκτεινόμενος ἔτι καὶ <lb/>τοῖς
                            πρόσω. χρὴ δὲ προσέχειν ἐπὶ τούτου τοῦ μυὸς ἀνατεμνομένου <lb/>μικρῷ
                            τινι μυῒ τῶν ἔξω τε καὶ κάτω περάτων τοῦ <lb/>πλατέος ὀστοῦ τὴν ἔκφυσιν
                            ἔχοντι. καὶ δόξει γέ σοι τοῦ <lb/>μεγάλου μυὸς ὁ μῦς οὗτος εἶναι μέρος,
                            εἰ μὴ καλῶς αὐτοῦ <lb/>φυλάξεις τὴν περιγραφὴν, οὐ μόνον τῷ συμφυῆ τὴν
                            ἔκφυσιν <lb/>ἔχειν, ἀλλὰ καὶ τῷ μέχρι τοῦ τροχαντῆρος, εἰς ὃν ὁ
                            <lb/>μέγας μῦς ἐλέχθη καταφύεσθαι, συνεχὴς ὑπάρχειν αὐτῷ. <lb/>καὶ δὴ
                            καὶ τὴν κατάφυσιν ἐν τοῖς ἔσω μέρεσι μᾶλλον ἐκείνων <lb/>ποιεῖται,
                            ἀνατείνων δηλονότι καὶ οὗτος τὸν μηρὸν εἰς τοὐπίσω <lb/>μετὰ
                            παρεγκλίσεως βραχείας τῆς ἐπὶ τὰ ἔσω. κατακεκρυμμένος <lb/>δ’ ἄλλος μῦς
                            ἐνταυθοῖ πελιδνὸς τὴν χρόαν ὑπὸ <lb/>τῷ μεγάλῳ μυῒ, καὶ αὐτὸς ὁμοίως
                            ἔχων τὴν θέσιν, ἑτοιμοτέρως <lb/>εὑρίσκεται τοῦ προειρημένου διὰ τὴν
                            χρόαν. οὗτος ὁ <lb/>μῦς ἐκ τῶν ἔνδον τε ἅμα καὶ τῶν πλαγίων μερῶν
                            ἐκφύεται <lb/>τοῦ πλατέος ὀστοῦ· καὶ δῆλον, ὡς καὶ περιστρέφειν ἐπ’
                            <lb/>ἐκεῖνα δύναται τοῦ μηροῦ τὴν κεφαλήν. ἐμφύεται γὰρ καὶ <lb/>αὐτὸς
                            εἰς τὸν μέγαν τροχαντῆρα ταπεινοτέρᾳ καταφύσει τοῦ <pb n="313"/> μεγάλου
                            μυός. οὗτοι μὲν οἱ τρεῖς μῦς εἰς τὸν μέγαν ἐμφύονται <lb/>τροχαντῆρα,
                            καθότι λέλεκται. μετ’ αὐτοὺς δὲ ἕτεροι <lb/>δύο, κατακεκρυμμένοι τελέως,
                            ἔσω περιστρέφουσι τοῦ μηροῦ <lb/>τὴν κεφαλὴν ἰσχυροῖς τένουσιν
                            ἐμφυόμενοι τῇ κατὰ τὸν μέγαν <lb/>τροχαντῆρα κοιλότητι. πεφύκασι δὲ
                            ἀμφότεροι μὲν ἐκ <lb/>τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ, κατειληφότες, ὁ μὲν ἔσωθεν, ὁ
                            δὲ <lb/>ἔξωθεν, τὸ τρῆμα. διεξέρχονται δὲ ἔξω παρ’ αὐτὸν τὸν <lb/>αὐχένα
                            τοῦ μηροῦ, κᾄπειθ’ οὕτως ἀνίασιν ἐπὶ τὸν τροχαντῆρα <lb/>κατὰ τὴν
                            προειρημένην κοιλότητα. καταφύεται δ’ εἰς <lb/>αὐτὴν ὁ μὲν ὀπίσθιος
                            ὑψηλότερος, ὁ δὲ πρόσθιος ταπεινότερος. <lb/>ἀποτέμνων δὲ καὶ τούτου τὰς
                            κεφαλὰς ἀπὸ τοῦ <lb/>τῆς ἥβης ὀστοῦ φυλάττειν πειρῶ τὸν ὑποβεβλημένον
                            ἀμφοτέροις <lb/>κοινὸν σύνδεσμον ὑμενώδη, κατειληφότα πᾶν τὸ <lb/>τρῆμα
                            τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ. καὶ ἥ γε ἔκφυσις ἡ πλείστη <lb/>τῶν μυῶν ἐντεῦθέν
                            ἐστιν, ἐξηκόντων δηλονότι καὶ πρὸς τὰ <lb/>παρακείμενα τῷ τρήματι καθ’
                            ἑκάτερον τὸ μέρος ὀστᾶ. τὸν <lb/>μὲν οὖν ἔξωθεν μῦν ῥᾳδίως <milestone unit="ed2page" n="57"/>ἀπολύσεις· τὸν δ’ ἔνδον <lb/>εἰ βούλοιο σαφῶς
                            ὅλον θεάσασθαι, διαλύσεις πρότερον <pb n="314"/> ἰσχυρᾷ σμίλῃ τὴν
                            συμβολὴν τῶν τῆς ἥβης ὀστῶν· οὐ χαλεπῶς <lb/>δὲ ἐργάσῃ τοῦτο, χόνδρος
                            γὰρ κεῖται μέσος ἀμφοτέρων <lb/>συνάγων αὐτὰ καὶ συμφύων. ἐὰν οὖν κατ’
                            ἐκεῖνον τέμνῃς, <lb/>ἡ τομή σοι ῥᾳδία γενήσεται, καὶ προχωρήσει τοὖργον,
                            ὥστε, <lb/>λυθέντων αὐ<milestone unit="ed1page" n="134"/>τίκα τῶν ὀστῶν
                            ἀπ’ ἀλλήλων, ἑτοίμην <lb/>εἶναι τὴν θέαν τοῦ μυός. ἔτι δὲ μᾶλλον ἐργάσῃ
                            τοῦτο, <lb/>μετὰ τὸ λυθῆναι τὰ τῆς ἥβης ὀστᾶ διὰ τῆς σμίλης ἀπ’
                            <lb/>ἀλλήλων ἑκατέρᾳ τῇ χειρὶ τῶν τοῦ λαγόνος ὀστῶν λαβόμενος, <lb/>εἶτ’
                            ἀνακλῶν ἰσχυρῶς ἐπὶ τὰ ἔξω μέρη· λύεται γὰρ <lb/>καὶ ταῦτα καὶ χωρίζεται
                            τοῦ πλατέος ὀστοῦ κατὰ τὴν <lb/>τοιαύτην ἐνέργειαν, ὥσθ’ ἅπαν ἐκεῖνο τὸ
                            χωρίον ὕπτιον <lb/>ἤδη καὶ καταφανὲς εἶναι, καὶ σαφῶς ὁρᾶσθαι τὴν ἔνδον
                            <lb/>μοῖραν ἅπασαν τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ. νῦν μὲν οὖν ἀρκεῖ σοι <lb/>τὴν
                            ἔκφυσιν τοῦ κατὰ ταῦτα τὰ μέρη μυὸς ἀφαιρεῖν, ὕστερον <lb/>δ’ ἀκούσεις
                            ἐν τῇ τῆς ἕδρας ἀνατομῇ, πῶς χρὴ γυμνοῦν <lb/>αὐτὸ πρότερον τὸ ἐπιπολῆς
                            ὑμενῶδες, ὃ δόξει μέν τι εἶναι <lb/>σκέπασμα τοῦ μυὸς, ἔστι δὲ τοῦτο οὐ
                            σκέπασμα τοῦ νῦν <lb/>προκειμένου κατὰ τὸν λόγον, ἀλλά τις μῦς ὑμενώδης
                            τε καὶ <pb n="315"/> λεπτὸς εἰς τὴν ἕδραν καθήκων, εἶς ἑκατέρωθεν, οὐ
                            πάνυ <lb/>τι γιγνωσκόμενος τοῖς ἀνατομικοῖς, ὥσπερ οὐδ’ οἱ προειρημένοι.
                            <lb/>ἀλλὰ περὶ μὲν ἐκείνων τῶν μυῶν, ὅταν ἐπὶ τὴν τῆς <lb/>ἕδρας
                            ἀνατομὴν ἀφικώμεθα, λεχθήσεται πάλιν ἀκριβέστερον. <lb/>ὁ δὲ μῦς οὗτος,
                            ὁ νῦν ἀνατεμνόμενος, ὁ ἔνδον τοῦ τῆς ἥβης <lb/>ὀστοῦ, καθότι λέλεκται,
                            πρὸς τὸν τοῦ μηροῦ μέγαν τροχαντῆρα <lb/>τὴν ἐναντίαν μὲν, ὁμογενῆ δὲ
                            κίνησιν ἐργαζόμενός <lb/>ἐστι τῷ προσθίῳ. περιστρέφουσι γὰρ ἔσω ἄμφω τοῦ
                            μηροῦ <lb/>τὴν κεφαλὴν, ὁ μὲν διὰ τῶν πρόσω μερῶν ὅλης τῆς
                            <lb/>διαρθρώσεως, ὁ δὲ διὰ τῶν ὀπίσω. τοιαύτη μέν τίς ἐστι <lb/>καὶ ἡ
                            τῶν τὸ κατ’ ἰσχίον ἄρθρον κινούντων μυῶν ἀνατομή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Μεταβῆναι δ’ ἤδη καιρὸς ἐπὶ τοὺς περὶ <lb/>τὴν κνήμην μῦς, δυναμένους
                            μὲν, ὡς εἴρηται, καὶ πρὸ τῶν <lb/>κατ’ ἰσχίον ἀνατέμνεσθαι, δυναμένους
                            δὲ καὶ πρώτους <lb/>ἁπάντων, ἐάν τις ἀφέλῃ τοὺς καθήκοντας εἰς τὴν
                            κνήμην ἐκ <lb/>τῶν παρὰ μηροῦ μυῶν. ἀφῃρημένων γὰρ αὐτῶν ἐναργῶς
                            <lb/>ὁρῶνται δύο μυῶν κεφαλαὶ τὴν ἔκφυσιν ἐκ τῆς ὀπίσω χώρας <lb/>τοῦ
                            μηροῦ λαμβάνουσαι, κατ’ ἐκεῖνα μάλιστα τὰ μέρη, καθ’, <pb n="316"/> ἃ
                            τῶν κονδύλων ἐστιν ἡ ῥίζα. καὶ τοίνυν καὶ περιλαμβάνουσι <lb/>τοὺς
                            κονδύλους τούτους αἱ τῶν μυῶν κεφαλαί. καὶ <lb/>διὰ τοῦτο ἐπίφυσιν
                            ἔχουσι χονδρώδη τε καὶ κοίλην κοινὴν <lb/>πρὸς τὸ κυρτότατον ἑκατέρου
                            τοῦ κατ’ αὐτὴν κονδύλου. <lb/>διελθοῦσαι δὲ τὴν ἰγνύαν αἱ κεφαλαὶ κατὰ
                            τὸν τῆς γαστροκνημίας <lb/>καλούμενον τόπον, ἀλλήλους μιγνύντες γεννῶσι
                            μῦν <lb/>ἕνα. κατ’ αὐτὸ τοῦτο τῆς ἔξωθεν κεφαλῆς ἀποσχίζεται μέρος
                            <lb/>οὐ σμικρὸν, αὐτὸ καθ’ αὑτὸ μῦς γιγνόμενον, εἰς τένοντα <lb/>πλατὺν
                            ἀτρέμα τελευτῶν, ὃς ὑποφύεται τῷ ποδὶ, <lb/>καθάπερ ἐπὶ τῆς χειρὸς ἐν τῷ
                            πρὸ τούτου λέλεκται γράμματι. <lb/>γυμνώσεις οὖν αὐτὸν ὁμοίως ἐκείνῳ
                            διττῶς, ὡς εἴρηται, <lb/>θεάσῃ τε σαφῶς ὁμοειδῆ τε καὶ συμφυῆ τῷ
                            λεγομένῳ <lb/>μυῒ. τοῦ δὲ κατὰ τὴν γαστροκνημίαν, ὡς εἶπον, ἄρτι
                            γεννηθέντος <lb/>μυὸς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν κεφαλῶν ἀπόφυσις γίγνεται
                            <lb/>τένοντος, ὑποκειμένη καὶ ψαύουσα τῆς προειρημένης. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="58"/>ἐμφύεται δὲ τοῖς ὀπίσω τῆς πτέρνης
                            πέρασιν, ἕλκειν <lb/>αὐτὴν εἰς ἐκεῖνα δυναμένη. τούτῳ τῷ τένοντι συνεχῆ
                            κατάφυσιν <pb n="317"/> ὑψηλοτέραν εὑρήσεις ἑτέρου μυὸς ἐκ τῆς κνήμης
                            πεφυκότος, <lb/>ὡς τὰ πολλὰ πελιδνοῦ τὴν χροιάν· ἡ κεφαλὴ δὲ <lb/>αὐτοῦ
                            κατὰ τὸ τῆς περόνης ὑψηλότατόν ἐστιν. οὗτοι μὲν <lb/>οἱ μύες ὀπίσω
                            τεταγμένοι κατὰ τὴν γαστροκνημίαν, εἴτε τρεῖς <lb/>ἐθέλεις αὐτοὺς, εἴτε
                            τέτταρας ἀριθμεῖν, εἴς τε τὴν πτέρναν, <lb/>ὡς εἴρηται, καὶ τὸ κάτω τοῦ
                            ποδὸς ἀφικνοῦνται. συνεχεῖς <lb/>δὲ αὐτοῖς ἕτεροι μύες εἰσὶν, οὐκ ἔτ’
                            ἀκριβῶς ἐν τοῖς ὀπίσω, <lb/>μᾶλλον δὲ ἐν τοῖς πλαγίοις μέρεσι τοῖς ἔνδον
                            τῆς κνήμης <lb/>πεφυκότες, εἰς τὰ κάτω τοῦ ποδὸς ἀφικνούμενοι πάντες.
                            <lb/>ἔνθα δὲ πρῶτον ἀποφύουσι τοὺς τένοντας, ἐνταῦθα σύνδεσμος
                            <lb/>αὐτοῖς ἔξωθεν ἐπιβέβληται, διήκων ἐκ τῆς κνήμης εἰς τὴν
                            <lb/>πτέρναν· ὃν διελὼν εὐθείᾳ τομῇ, καθάπερ ἐπὶ τῆς χειρὸς
                            <lb/>εἴρηται, κᾄπειτα τοῖς τένουσιν ἀκολουθῶν, εὑρήσεις αὐτοὺς <lb/>εἰς
                            τοὺς δακτύλους ἐμφυομένους. οὐ μὴν, ὥσπερ ἐπὶ τῆς <lb/>χειρὸς, ὁ μὲν
                            ἕτερος αὐτῶν τὸ μέσον ἄρθρον, ὁ δ’ ἕτερος <lb/>τὸ πρῶτόν τε καὶ τρίτον,
                            ἀλλ’ ἀμφότεροι τὸ πρῶτον καὶ <lb/>τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον κινοῦσι,
                            πλὴν τοῦ μεγάλου δηλονότι <lb/>δακτύλου· πρὸς γὰρ τὸ δεύτερον καὶ τρίτον
                            ὁ τένων <lb/>ὁ κινῶν αὐτὸν ἀφικνεῖται, καθάπερ ἐπὶ τῆς χειρός. <pb n="318"/> ἐπιπλέκονται δ’ ἀλλήλαις καὶ αἱ τῶν εἰρημένων δύο κεφαλῶν
                            <lb/>ἀποφύσεις οὐχ ὡσαύτως ἀεί· πολλάκις γὰρ ὁ ἕτερος <lb/>αὐτῶν μῦς τόν
                            θ’ οἷον λιχανὸν καὶ τὸν μικρὸν δάκτυλον, <lb/>ὁ δ’ ἕτερος τὸν μέσον καὶ
                            τὸν παράμεσον, ἀμφότεροι δὲ <lb/>κοιναῖς ἀποφύσεσιν ἑνωθέντες τὸν μέγαν
                            κινοῦσιν· ἔσθ’ <lb/>ὅτε δ’ ἑτέρως ἡ μίξις αὐτῶν γίνεται. τούτων μὲν οὖν
                            τενόντων <lb/>αἱ κεφαλαὶ μεταξὺ πτέρνης καὶ κνήμης τεταγμέναι,
                            <lb/>καθότι πρόσθεν εἴρηται, τούτῳ μόνῳ διαφέρουσι, τῷ τὴν <lb/>ἑτέραν
                            αὐτῶν κατὰ τὸ πέρας ἐπικεῖσθαι τοῦ ἀστραγάλου <lb/>τὸ κάτω, καθ’ ὃ τῇ
                            πτέρνῃ παράκειται, σύνδεσμόν τινα <lb/>πάλιν ἔχουσα ἴδιον ἔξωθεν τοῦ
                            κοινοῦ. τρίτος δ’ ἄλλος <lb/>τένων αὐτῷ τῷ πέρατι τῆς κνήμης
                            παραπέφυκεν, ἐπὶ τούτου <lb/>στηριζόμενος, ὑπὸ συνδέσμου πάλιν ἰδίου καὶ
                            οὗτος <lb/>σφιγγόμενος, ὅστις καὶ αὐτὸς κάμπτει εἰς τοὐπίσω ὅλον τὸν
                            <lb/>πόδα, καθάπερ οἱ εἰς τὴν πτέρναν ἐμφυόμενοι. καταφύεται <lb/>δ’
                            αὐτοῦ τὸ πέρας εἰς τὸ πρῶτον ὀστοῦν τοῦ ταρσοῦ <lb/>τὸ ἔνδον.
                            ἀνατμηθέντων δ’ ἑκάστων τούτων, μεταβαίνειν <lb/>αὖθις ἐπὶ τοὺς ἐν τοῖς
                            ἔξω μέρεσι τῆς κνήμης τεταγμένους <pb n="319"/> μῦς, οἵτινες, ὅσον μὲν
                            ἐπὶ ταῖς ἄνωθεν ἐκφύσεσι, τρεῖς <lb/>εἰσιν, ὅσον δ’ ἐπὶ τοῖς τένουσι καὶ
                            τῇ διαφορᾷ τῶν κινήσεων, <lb/>ᾗ μάλιστα χρὴ προσέχειν, πλείους. τούτους
                            οὖν τοὺς <lb/>ὑμένας ἀφελὼν κᾀνταῦθα, τοὺς ὑπὸ τῷ δέρματι, θεάσῃ
                            <lb/>σύνδεσμον ἀνάλογον τῷ τῆς χειρὸς ἔξωθεν, ὑφ’ ὃν πάντες <lb/>ἦσαν οἱ
                            τοὺς δακτύλους ἐκτείνοντες τένοντες. ἀλλ’ οὗτός γ’ <lb/>ὁ σύνδεσμος
                            ἐκείνου μακρότερός ἐστι συχνῷ καὶ λεπτότερος, <lb/>καὶ μάλιστα εἰ
                            λογίζοιο τὴν διαφορὰν τῶν κώλων. οἱ γὰρ <lb/>ἐν τῷ ποδὶ σύνδεσμοι,
                            καθότι πλείους ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>ἐγένοντο, κατὰ τοῦτο καὶ ῥωμαλεώτεροι
                            πρὸς ἰσχυροτέρας <lb/>ἐνεργείας παρεσκευασμένοι τῶν ἐν ταῖς χερσίν. ἔστι
                            δ’ <lb/>ἀτρέμα λοξὸς τὴν θέσιν ὁ σύνδεσμος οὗτος, οὐκ ἐγκάρσιος,
                            <lb/>ὥσπερ ὁ ἐπὶ τοῦ καρποῦ, καὶ συνάπτει τῷ τῆς κνήμης πέρατι <lb/>καὶ
                            τῷ τῆς πτέρνης. χρὴ δὲ καὶ τοῦτον τέμνειν, ὡς <lb/>εἴρηται, κατὰ τὸ
                            μῆκος τοῦ κώλου, εἶθ’ ἑκατέρωθεν τὰ <lb/>μέρη πρὸς τὰς ἰδίας ῥίζας
                            ἀνατείνοντα καὶ γυμνοῦντα τὰς <lb/>κεφαλὰς τῶν ὑποκειμένων τενόντων,
                            ἐντεῦθεν ἄρχεσθαι τῆς <lb/>ἀνατομῆς ὅλων τῶν μυῶν. κάτω μὲν γάρ σε
                            ποδηγοῦσιν <pb n="320"/> ἐπὶ τὸν ταρσὸν, ἄνω δὲ ἐπὶ τὴν κνήμην. πρῶτον
                            μὲν ὄψει <lb/>τῇ περόνῃ παραπεφυκότα μῦν ἄχρι τῆς ἄνω κεφαλῆς, οὗ
                            <lb/>τὸ πέρας ὑπὸ τῶν συνδέσμων συνεχόμενον ἐμφυές τε τῷ <lb/>ταρσῷ πρὸ
                            τοῦ μεγάλου δακτύλου, μικρὸν <milestone unit="ed2page" n="59"/>ὑπερβαῖνον <lb/>εἰς τὴν ἔσω τε καὶ κάτω χώραν αὐτῶν. δεύτερον δὲ μῦν
                            <lb/>ἄλλον ὄψει παρακείμενον τούτῳ, καὶ μέρος αὐτοῦ νομιζόμενον,
                            <lb/>ὅτι τε τὴν ἔκφυσιν ἄνωθεν ἔχει κοινὴν, ὅτι τε παραπέφυκεν <lb/>αὐτῷ
                            δι’ ὅλου τοῦ μήκους τῆς κνήμης ἔξωθεν· <lb/>ἀλλ’ ὅ γε τένων αὐτοῦ τῇ
                            κεφαλῇ τῆς πρώτης φάλαγγος <lb/>ἐμφύεται τοῦ μεγάλου δακτύλου. δήλη
                            τοίνυν, εἰ μέμνησαι <lb/>τῆς τῶν χειρῶν ἀνατομῆς, ἡ ἀναλογία τοῦδε τοῦ
                            διφυοῦς <lb/>μυὸς πρὸς τὸν ἐν ἐκείναις κοινὸν καρποῦ τε καὶ τοῦ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="135"/>μεγάλου δακτύλου. τούτῳ δὲ συνεχής
                            ἐστιν ἕτερος <lb/>μῦς ἰσχνὸς, ἐν τῇ μεταξὺ χώρᾳ τεταγμένος περόνης τε
                            καὶ <lb/>κνήμης, καταφύεται δὲ εἰς τὸ πλάγιον μέρος ὅλου τοῦ μεγάλου
                            <lb/>δακτύλου, τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἔχων τῷ κατὰ τὴν <lb/>χεῖρα μικρῷ
                            μυῒ, τῷ μέρος εἶναι νομιζομένῳ τοῦ τρεῖς <lb/>δακτύλους τοὺς μείζονας
                            ἔξωθεν κινοῦντος τὴν λοξὴν κίνησιν. <pb n="321"/> ἀλλ’ οὗτός γε ὁ κατὰ
                            τὸν πόδα τένων, ὅταν ἐγγύθεν ᾖ τῷ <lb/>μεγάλῳ δακτύλῳ, σύνδεσμόν τινα
                            διεξέρχεται τὴν αὐτὴν <lb/>ἔχοντα χρείαν τοῖς ἐπὶ τῶν ἁρμάτων
                            κυκλίσκοις. ἐφεξῆς δὲ <lb/>τούτων τῶν εἰρημένων μυῶν ἐπισκέπτου τενόντων
                            κεφαλὴν ὑπὸ <lb/>τῷ τεταγμένῳ κειμένην συνδέσμῳ, ὡσαύτως ταῖς
                            προειρημέναις <lb/>ἱκανῶς σαφῆ τῷ γε προσέχοντι τὸν νοῦν. ἀπὸ
                            <lb/>ταύτης οὖν ἀρχόμενος εἰς μὲν τὸ κάτω τοὺς τέσσαρας τένοντας
                            <lb/>ἐξευρήσεις σαφῶς, ὅσοι τοὺς τέσσαρας δακτύλους ἐκτείνουσιν
                            <lb/>ἀνάλογον τοῖς κατὰ τὰς χεῖρας ἔξωθεν· εἰς δὲ τὸ <lb/>ἄνω τῇ περόνῃ
                            παραπεφυκότα τὸν μῦν τοῦτον ὄψει μέχρι <lb/>τῆς ἄνω κεφαλῆς αὐτῆς, οὗ τὸ
                            πέρας ἐμφύεται τῷ ταρσῷ <lb/>πρὸ τοῦ μεγάλου δακτύλου, μικρὸν ὑπερβαῖνον
                            ἐκ τῆς ἔσω· <lb/>ἔνθα καὶ τοῦ μυὸς αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν θεάσῃ, συνδέσμου
                            <lb/>τινὸς ἁπτομένην, ἐκ τῶν ἔξω μερῶν τῆς κνήμης εἰσπεφυκότος <lb/>παρ’
                            αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κεφαλὴν τῆς περόνης· ὅστις <lb/>σύνδεσμος ἅμα πολλοῖς
                            ἄλλοις, ὁμοίως ἑαυτῷ λεπτοῖς, <lb/>συναπτομένοις σαρξὶ μικραῖς, κεφαλὴ
                            γίνεται μυὸς, ὃς <lb/>ἐφεξῆς γέγραπται. </p></div><pb n="322"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Οὗτοι μὲν οὖν οἱ μύες ἐν τοῖς προσθίοις <lb/>πως μᾶλλόν εἰσι τῆς ὅλης
                            κνήμης· ἄλλοι δὲ τρεῖς ἀπὸ μιᾶς <lb/>κεφαλῆς ἐν τοῖς ἔξω μέρεσι μᾶλλον,
                            ἔχοντες καὶ οὗτοι προκείμενον <lb/>ἑαυτῶν σύνδεσμον, ἐκ τῆς περόνης εἰς
                            τὴν πτέρναν <lb/>αὐτὴν καθήκοντα. καὶ λυθέντος γε αὐτοῦ τὰς τρεῖς
                            ἀπονευρώσεις <lb/>θεάσῃ τῶν μυῶν, μίαν μὲν ἀξιόλογον τὸ μέγεθος,
                            <lb/>λοξὴν ἐπὶ τὴν ἔξω χώραν τοῦ ταρσοῦ φερομένην· ἐντεῦθέν <lb/>τε
                            πάλιν λοξὴν ὑποδυομένην τῷ πέλματι, κᾄπειτα πρὸς <lb/>τὴν κεφαλὴν
                            ἀφικνουμένην τοῦ πρώτου κατὰ τὸν μέγαν <lb/>δάκτυλον ὀστοῦ, καὶ δῆλον
                            ὅτι κατὰ τὴν διάρθρωσιν ταύτην <lb/>κάμπτουσαν τὸν μέγαν δάκτυλον. ἔνθα
                            δὲ τὴν οἷον <lb/>καμπὴν ποιεῖται περὶ τὸν ταρσὸν, ἐκ τῶν ἄνω μερῶν
                            ἀφικνουμένη <lb/>πρὸς τὰ κάτω, χόνδρον εὑρήσεις συμφυόμενον τῷ
                            <lb/>τένοντι. κεχώρισται δὲ κατὰ τοῦ τῶν ἀνθρώπων ποδὸς <lb/>καὶ ὁ τοῦ
                            πιθήκου, διότι καὶ ἡ τῶν δακτύλων φύσις ἀνομοία <lb/>τῷ ζώῳ τούτῳ τοῖς
                            ἀνθρώπου δακτύλοις ἐστίν. ἐκεῖνοι <lb/>μὲν γὰρ πολὺ μικρότεροι τῶν ἐπὶ
                            τῆς χειρός εἰσιν· <lb/>οὗτοι δὲ καὶ τῶν κατὰ τὴν χεῖρα μείζους, οἷοι καὶ
                            τοῖς <lb/>ἕρπουσι ζώοις, ἐπὶ πλεῖστον ἐσχισμένοι τε καὶ διεστῶτες
                            ἀλλήλων, <pb n="323"/> δι’ οὓς καὶ ῥᾳδίως ἀνέρχεται πρὸς τὰ μετέωρα ὁ
                            πίθηκος, <lb/>ὥσπερ αἱ γαλαῖ, καὶ οἱ μύες, ἰκτίδες τε καὶ ὅσα
                            <lb/>τοιαῦτα. τοῦτον μὲν οὖν, ὡς ἔφην, τὸν τένοντα κατὰ τὸν <lb/>τῶν
                            ἀνθρώπων οὐχ εὑρήσεις πόδα, τὸν δὲ παρακείμενον <lb/>αὐτῷ τὸν ἰσχνὸν, ὃς
                            ἐκ μικροῦ μυὸς ἀποφύεται, τὸν μικρὸν <lb/>δάκτυλον ἀπάγων ἐκτὸς,
                            εὑρήσεις <milestone unit="ed2page" n="60"/>ἐπ’ ἀνθρώπων, <lb/>ὥσπερ καὶ
                            τὸν ἐφεξῆς αὐτῷ τὸν ἀνακλῶντα καὶ σιμοῦντα <lb/>κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ὅλον
                            τὸν πόδα, τῷ κατὰ τὸν μικρὸν <lb/>δάκτυλον ἐν πήχει τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν
                            ἔχοντα. δισχιδὴς <lb/>οὗτος ὁ τένων ἐνίοτε γίνεται πρὸς τῆς ἐκφύσεως,
                            καὶ <lb/>διεξέρχεται τῶν μερῶν αὐτοῦ τηνικαῦθ’ ὁ τὸν μικρὸν
                            <lb/>δάκτυλον ἐκτὸς ἀπάγων τένων. εἰ δέ ποτε μὴ σχισθείη <lb/>αὐτὸς, ὁ
                            περιέχων αὐτὸν ὑμενώδης σύνδεσμος ἑαυτοῦ τε καὶ <lb/>τοῦ τένοντος μεταξὺ
                            δέχεται τὸν διεξερχόμενον ἐπὶ τὸν μικρὸν <lb/>δάκτυλον, ἐν χρείᾳ
                            καθιστάμενος αὐτῷ παραπλησίᾳ <lb/>τοῖς ἐπὶ τῶν ἁρμάτων κυκλίσκοις, δι’
                            ὧν τοὺς ἱμάντας <lb/>διεκβάλλουσιν, οἷς ἡνιοχοῦσι τοὺς ἵππους. τοιοῦτος
                            δέ τίς <lb/>ἐστι κατὰ τὸν μέγαν δάκτυλον ἕτερος ἐκ συνδέσμου κύκλος <pb n="324"/> εἰς διέξοδον τῷ τένοντι παρεσκευασμένος, ὡς ἔμπροσθεν
                            εἴρηται. <lb/>τὰς δ’ ἐκφύσεις οἱ τρεῖς οὗτοι μύες ἔχουσιν ἀλλήλαις
                            <lb/>συμφυεῖς, ὁ μὲν πρῶτος ῥηθεὶς ὁ περὶ τὸν ταρσὸν, <lb/>ἁπτόμενος εἰς
                            τὰ κάτω τοῦ ποδὸς ἐκ τῶν ἄνω τῆς περόνης <lb/>ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι
                            τεταγμένος, ἐκ λεπτῶν <lb/>συνδέσμων σαρξὶ συναπτομένων γεγονώς· ὁ δὲ
                            δεύτερος, <lb/>ἔνθα παύεται τῆς τοῦ προτέρου λεχθέντος ἡ κεφαλή· καὶ
                            <lb/>οὐ μετὰ πολύ γε τῆς ἀρχῆς οὗτος ὁ μῦς εἰς τένοντα τελευτᾷ
                            <lb/>στρογγύλον, ἰσχνὸς ὑπάρχων ὅλος· ὁ δὲ τρίτος, ὁ <lb/>σιμῶν ὅλον τὸν
                            πόδα, τοῦ λοιποῦ τῆς περόνης ἐκφύεται μέρους. <lb/>οὗτος μὲν οὖν
                            ἀνατείνει τὸν πόδα μετὰ παρεγκλίσεως <lb/>τῆς εἰς τὸ ἔνδον, ὁ δὲ τῷ τοῦ
                            μεγάλου δακτύλου συμφυὴς <lb/>ἐκκλίνει πρὸς τοὐκτὸς, ἀμφοτέρων δ’ ἅμα
                            ταθέντων, ἀκλινῆ <lb/>τὴν ἀνάτασιν ἐργάζονται τοῦ ποδός. οὕτως δὲ καὶ
                            τῶν <lb/>εἰς τὰ ὀπίσω μέρη κινούντων τὸν πόδα μυῶν ἑκάτερος μὲν
                            <lb/>ἐκκλίνει πρὸς τὸ πλάγιον ἀτρέμα, συναμφότεροι δὲ τὴν εὐθεῖαν
                            <lb/>εἰς τοὐπίσω φορὰν ποιοῦνται τοῦ ποδός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Οὗτοι μὲν οἱ μύες, εἰ καὶ μὴ τελέως μηδ’ <lb/>ἀκριβῶς, ἀλλὰ μετρίως γέ
                            πως ἀνατέτμηνται τοῖς ἡμῶν <pb n="325"/> πρεσβυτέροις, οἱ δ’ ἐφεξῆς
                            εἰρησόμενοι πάντες ἄγνωστοι <lb/>σχεδὸν ἅπασίν εἰσιν. πρῶτος ἀξιόλογος
                            μὲν τό τε πάχος <lb/>καὶ τὴν ῥώμην ὢν, εἰ καὶ μὴ τὸ μῆκος, ὁ
                            κατακεκρυμμένος <lb/>ἐν τῇ διαρθρώσει τῇ κατ’ ἰγνύαν· εὑρήσεις δ’ αὐτὸν,
                            ἀφῃρημένων <lb/>τῶν ὀπίσω μυῶν τῶν εἰς τὴν γαστροκνημίαν ἡκόντων,
                            <lb/>οὖς πρώτους ἀνέτεμον τῷ λόγῳ· ἐν γὰρ τῷ μεταξὺ <lb/>τῶν κεφαλῶν
                            ἀμφοτέρων τῶνδε τῶν μυῶν ὁ μῦς οὗτος ἔγκειται, <lb/>κατειληφὼς ὅλον
                            ὀλίγου δεῖν ἐνταῦθα τὸ πλάτος τῆς <lb/>κνήμης. ἡ κεφαλὴ δ’ αὐτοῦ
                            σύνδεσμός ἐστιν εὐρωστότατος, <lb/>ἐκπεφυκὼς τοῦ μηροῦ κατὰ τὸν ἔξω
                            κόνδυλον. εὑρήσεις δ’ <lb/>αὐτὸν ἀποτεμὼν τὸν ὅλης τῆς διαρθρώσεως
                            σύνδεσμον, ὃς <lb/>ἐκ τῶν ἐκτὸς μερῶν μηροῦ τε καὶ περόνης ἐκφυόμενος,
                            ἀλλήλοις <lb/>μὲν συνάπτει ταῦτα, συνέχει δὲ καὶ σφίγγει τὴν
                            <lb/>διάρθρωσιν ὅλην. ὑπὸ τούτῳ γάρ τοι κατακέκρυπται, καὶ <lb/>περὶ
                            τοῦτον ἀναβαίνει λοξὸς ἐκ τῆς σαρκώδους οὐσίας τῆς <lb/>κατὰ τὴν κνήμην
                            ἐπὶ τὸν κόνδυλον τοῦ μηροῦ, διὰ τῆς <lb/>ἰγνύος φερόμενος ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ
                            κεφαλὴν, ἥτις ἐκπέφυκε <lb/>μὲν, ὡς εἶπον, ἐκ τοῦ κονδύλου τοῦ μηροῦ,
                            κεῖται δ’ ἐκ <pb n="326"/> τῶν ἔνδον καὶ πρόσω μερῶν τοῦ τὴν διάρθρωσιν
                            ὅλην εἰρημένου <lb/>σφίγγειν συνδέσμου· καὶ εἰ τείνεις ταύτην,
                            καμπτομένην <lb/>θεάσῃ τὴν κνήμην. ἐπεὶ δὲ βραχύς τέ ἐστιν αὐτὸς <lb/>ὁ
                            μῦς οὗτος τὸ μῆκος, ἥ τε κνήμη πολλαῖς σαρξὶν ἐν κύκλῳ
                            <lb/>περιβεβλημένη βραχεῖα δι’ ἐκείνας ἐστὶν, ἐὰν ταύτας τε <lb/>τὰς
                            σάρκας ἀφέλῃς καὶ προσέτι τὸν πόδα γυμνὸν καταστήσῃς, <lb/>τὸ τῆς κνήμης
                            ὀστοῦν ὄψει ῥᾳδίως ὑπὸ τοῦ προκειμένου <lb/>κατὰ τὸν λόγον συνδέσμου τε
                            καὶ μυὸς ἑλκόμενον <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="61"/>εἰς τοὐπίσω μετὰ τοῦ παρεγκλίνειν
                            ἐκτός. οὗτος μὲν <lb/>οὖν ὁ μῦς εἰκότως ἠγνοήθη, κατακεκρυμμένης αὐτοῦ
                            τῆς <lb/>κεφαλῆς. οἱ δὲ ἐπὶ τοῦ ποδὸς οὐκ ἔχω φάναι διὰ τί παρώφθησαν
                            <lb/>ἐνίοις, καὶ μάλιστά γ’ ὅσοι τοὺς ἔνδον τῆς χειρὸς <lb/>ἑπτὰ μύας
                            ἐθεάσαντο. παρέλιπον μὲν γὰρ κᾀκεῖ τοὺς <lb/>ἐν τῷ βάθει κειμένους ἐπ’
                            αὐτοῖς τοῖς ὀστοῖς, ὡς ἔμπροσθεν <lb/>εἶπον, οὐ μὴν τούς γε προφανεῖς
                            τοὺς ζ΄. κατὰ δὲ <lb/>τὸν πόδα τέτταρα γένη μυῶν εἰσιν, οὐχ, ὡς ἐν τῇ
                            χειρὶ, <lb/>δύο· τρία μὲν ἐν τοῖς κάτω τοῦ ποδὸς, ἓν δὲ ἐν τοῖς ἄνω
                            <lb/>κατὰ τοῦ ταρσοῦ τεταγμένον. <milestone unit="ed1page" n="136"/>εἰσὶ
                            δ’ οὗτοι μὲν οἱ <lb/>μύες ἔτι λοξῶν κινήσεων ἐξηγούμενοι τοῖς δακτύλοις
                            ἀνάλογον <pb n="327"/> τοῖς ἐπὶ τῆς χειρὸς ἔξωθεν. οἱ δ’ ὑποκάτω τοῦ
                            ποδὸς, <lb/>ἑπτὰ μὲν κᾀνταῦθα ἀνάλογον τοῖς ἐπὶ τῆς χειρὸς ἑπτὰ
                            <lb/>μυσὶ, λοξὰς κινήσεις ἕκαστον τῶν δακτύλων κινοῦντες· ὧν <lb/>οἱ δύο
                            καθάπερ ἐν τῇ χειρὶ τῶν πρώτων κατὰ τὸν καρπὸν <lb/>ὀστῶν ἀπεφύοντο, καὶ
                            αὐτοὶ κατὰ τὸν πόδα τῶν πρώτων <lb/>κατὰ τὸν ταρσὸν ἐπιπλεῖστον
                            ἀπάγονται τῶν ἄλλων δακτύλων <lb/>ἔξωθεν· οἱ λοιποὶ δὲ πέντε μικρὸν
                            ὕστερον εἰρήσονται. <lb/>ἄλλοι δ’ ἐκ τῶν κάτω μερῶν εἰσι μικροὶ μύες,
                            ἐκπεφυκότες <lb/>τῶν τοὺς δακτύλους καμπτόντων τενόντων, πρὶν ἀκριβῶς
                            <lb/>εἰς ἕκαστον αὐτῶν σχισθῆναι. τὸ δ’ ἔργον τούτων τῶν μυῶν
                            <lb/>κάμπτειν τὸ μέσον ἄρθρον ἑκάστου δακτύλου. τοῖς γὰρ
                            <lb/>ἐσχισμένοις ἤδη τένουσιν ἕτεροι μικρότεροι μύες ἐπιφύονται,
                            <lb/>τοῖς ἔνδον ἐν τῇ χειρὶ τῆς λοξῆς κινήσεως ἐξηγουμένοις ἑκάστῳ
                            <lb/>δακτύλῳ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἔχοντες. τέτταρες δ’ <lb/>εἰσὶ καὶ
                            οὗτοι τὸν ἀριθμὸν, ὥσπερ κᾀκεῖνοι. προσελθόντων <lb/>δ’ αὐτοῖς δύο μὲν
                            μυῶν τῶν τοὺς ἐσχάτους δακτύλους ἐπιπλεῖστον <lb/>ἀπαγόντων, οὕς
                            προειρήκαμεν, ἑνὸς δ’ ἔτι τοῦ τὸν <lb/>μέγαν προσάγοντος τῷ οἷον λιχανῷ,
                            τὸ σύμπαν πλῆθος ζ΄ <pb n="328"/> γίνεται. τρίτον δ’ ἄλλο γένος ἐστὶ
                            μυῶν ἐν τοῖς ποσὶ κάτω τῶν <lb/>αὐτοῖς τοῖς ὀστοῖς ἐπιπεφυκότων,
                            ἀνάλογον τοῖς ἀγνοηθεῖσι <lb/>τελέως ἐν χερσὶν, οὓς δηλονότι θεάσῃ τοὺς
                            τένοντας ἅπαντας <lb/>ἐκτεμὼν, ὥσπερ κᾀκεῖ. καὶ ἥ γε θέσις αὐτῶν πᾶσα,
                            καὶ ὁ <lb/>ἀριθμὸς, καὶ ἡ χρεία κατὰ τοὺς ἐν τῇ χειρὶ προειρημένους
                            <lb/>ἐστί. δύο γὰρ ἑκάστου δακτύλου τῆς πρώτης διαρθρώσεως
                            <lb/>προτεταγμένοι κάμπτουσι μετρίως αὐτοὺς, ἅμα μὲν ἐνεργήσαντες
                            <lb/>ἰσόῤῥοπον, ἰδίᾳ δ’ ἑκάτερος ἀμβλύνων ἀτρέμα πρὸς <lb/>τὸ πλάγιον.
                            εὑρίσκονται δ’ ἐνίοτε συνεχεῖς ἀλλήλοις οὕτως, <lb/>ὡς ἕνα δοκεῖν εἶναι·
                            καθ’ ἕκαστον δάκτυλον. ἀνατμηθέντων <lb/>δὲ καὶ τούτων τῶν μυῶν, οὐκ ἔτ’
                            ἄλλος ὑπολείπεται τῶν <lb/>καθ’ ὅλον τὸ σκέλος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἀλλὰ χρή σε, καθάπερ ἐπὶ τῆς χειρὸς <lb/>ἐπεσκέψω τοὺς συνδέσμους τῶν
                            ὀστῶν, οὕτω καὶ νῦν ἐπισκέψασθαι <lb/>πασῶν τῶν γεγυμνωμένων
                            διαρθρώσεων, πρώτης <lb/>μὲν τῆς κατ’ ἰσχίον, ἐχούσης ἕνα μὲν ἐν κύκλῳ
                            σύνδεσμον, <lb/>ἁπάντων τῶν ἄρθρων κοινὸν, (οὐδὲν γάρ ἐστιν, ὅτῳ μὴ <pb n="329"/> περιβέβληται τοιοῦτος σύνδεσμος,) ἕτερον δὲ τὸν διὰ τοῦ
                            <lb/>βάθους ἐν τῇ διαρθρώσει κατακεκρυμμένον, ὃς συνάπτει τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν τοῦ μηροῦ τῇ κατ’ ἰσχίον κοιλότητι, πάνυ σκληρὸς <lb/>ὢν,
                            ὡς ἤδη δύνασθαι λέγεσθαι νεῦρον χονδρῶδες. καὶ μέντοι <lb/>τοῦ
                            περικειμένου κατὰ κύκλον ὅλῃ τῇ διαρθρώσει συνδέσμου <lb/>κατασκέπτου τὰ
                            μόρια πρὸς τὸ γινώσκειν, εἴτ’ ἐστὶν <lb/>ὁμότονα πάντα κατὰ τὸ πάχος καὶ
                            τὴν ῥώμην, εἴτε πλεονεκτικὰ <lb/>τὰ ἕτερα τῶν ἑτέρων. οὕτω δὲ κᾀπὶ τῆς
                            κατὰ γόνυ <lb/>διαρθρώσεως ποιήσεις, καὶ προσέτι τῶν κατὰ τὸν πόδα, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="62"/>διατείνων εἰς πᾶν μέρος ὁμοίως τὸν
                            σύνδεσμον· εἰ γὰρ <lb/>ἐάσῃς τὸ μέν τι μέρος αὐτοῦ συνδραμεῖν εἰς ἑαυτὸ,
                            δ’ <lb/>ἔτι τείνων τοῖς σεαυτοῦ δακτύλοις πλατύνῃς, ἀῤῥωστότερόν
                            <lb/>σοι φανεῖται τὸ πλατυνθὲν τοῦ συνδραμόντος. ἐν μὲν οὖν <lb/>ταύταις
                            ταῖς διαρθρώσεσιν οὐδεμίαν εὑρήσεις μεγάλην ὑπεροχὴν <lb/>τῶν μερῶν τοῦ
                            περιέχοντος αὐτὰς συνδέσμου, κατὰ δὲ <lb/>τὸν πόδα φανοῦνταί τινες, ὡς
                            ἐροῦμεν. ἀλλ’ ἥ γε κατὰ <lb/>γόνυ διάρθρωσις ἔχει καὶ ἄλλους συνδέσμους
                            πλείονας, ἕνα <lb/>μὲν τὸν διὰ τοῦ βάθους ἀνάλογον τῷ κατ’ ἰσχίον ἐν τῇ
                            <lb/>διαρθρώσει κατακεκρυμμένῳ· ἔστι δέ πως ἐν τοῖς κατὰ τὸν <pb n="330"/> μηρὸν μέρεσι διφυής· ἑτέρους δὲ δύο ἐν τοῖς πλαγίοις, ὧν <lb/>ὁ μὲν
                            ἔξωθεν, οὗ καὶ ἔμπροσθεν ἐμνημόνευσα διηγούμενος <lb/>τὸν
                            παραλελειμμένον τοῖς ἀνατομικοῖς μῦν ἐν ἰγνύϊ, συνδεῖ <lb/>πρὸς ἄλληλα
                            τό τε τοῦ μηροῦ καὶ τὸ τῆς περόνης ὀστοῦν, <lb/>καὶ ὑποβέβληται δ’ αὐτοῦ
                            τὸ κάτω πέρας, τὸ πρὸς τῇ <lb/>περόνῃ, τῇ κεφαλῇ τοῦ μυὸς, οὗ τὸν
                            τένοντα τοῖς ἔξω <lb/>μέρεσι τοῦ ταρσοῦ περιελιττόμενον ἐπὶ τὴν πρώτην
                            διάρθρωσιν <lb/>ἔφην ἀφικνεῖσθαι τοῦ μεγάλου δακτύλου· καὶ γάρ <lb/>πως
                            καὶ παράγεται μᾶλλον εἰς τὰ πρόσω μέρη τῆς περόνης, <lb/>οὐκ ἀκριβῶς ἐν
                            τοῖς πλαγίοις καταμένων. ὁ δὲ ἕτερος σύνδεσμος <lb/>ὁ ἔνδον ἰσχνότερός
                            τε τοῦδε καὶ μαλακώτερός ἐστιν, <lb/>ἐκφυόμενος μὲν καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ
                            κατ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη κονδύλου <lb/>τοῦ μηροῦ, καταφυόμενος δ’ οὐδ’ αὐτὸς
                            εἰς τὰ πλάγια <lb/>τῆς κνήμης, ἀλλ’, ὥσπερ καὶ ὁ ἕτερος ὁ ἔξωθεν, εἰς
                            <lb/>τὰ πρόσω μᾶλλον αὐτῆς ἀφικνούμενος. ἄλλοι δ’ εἰσὶ σύνδεσμοι
                            <lb/>κατὰ τὴν διάρθρωσιν χονδρώδεις, ἑκατέρᾳ κοιλότητι <lb/>τῆς κνήμης
                            κύκλῳ περιβεβλημένοι, συνερχόμενοι δ’ ἀλλήλοις <lb/>εἰς ταὐτὸν ἐκείνῳ τῷ
                            μέρει τῆς διαρθρώσεως, ἔνθα παράκεινται <lb/>τῆς κνήμης αἱ κοιλότητες
                            ἀλλήλαις, εὐρωστότερον ἕνα <pb n="331"/> κατὰ τοῦτο ποιοῦσι σύνδεσμον
                            χονδρώδη, καταφυόμενον μὲν <lb/>εἰς τὸ μεταξὺ τῶν κονδύλων τοῦ μηροῦ,
                            τέμνοντα δ’ ὅλην <lb/>τὴν διάρθρωσιν δίχα· μέσος γὰρ ἔγκειται τῶν τῆς
                            κνήμης <lb/>κοιλοτήτων καὶ τῶν τοῦ μηροῦ κονδύλων· ἀποπίπτοντος δὲ
                            <lb/>αὐτοῦ τῷ χρόνῳ, κοῖλος ὁ μεταξὺ φαίνεται τόπος τῶν ἐπὶ <lb/>τῆς
                            κεφαλῆς τῆς κνήμης κοιλιῶν, καίτοι γ’ ὑψηλότερος ὢν, <lb/>ἡνίκ’ ἔζη τὸ
                            ζῶον. λοιποὺς δὲ τοὺς ἐν τῷ ποδὶ συνδέσμους <lb/>ἐφεξῆς ἐπισκέψομαι,
                            πρότερον δ’ ἀναμνησθεὶς ὧν ἀφεῖλες <lb/>ἕνεκα τοῦ θεάσασθαι τοὺς
                            τένοντας. ἔνιοι μὲν γὰρ αὐτῶν <lb/>οὐδὲν βοηθοῦσι ταῖς διαρθρώσεσιν,
                            ὅσοι καθ’ ἕν τι μόριον <lb/>ὀστοῦ γεγόνασιν, ὥσπερ ὅ τε περιλαμβάνων τὴν
                            ὀπίσω κεφαλὴν <lb/>τὴν τοὺς δακτύλους κινοῦσαν τῶν τενόντων, ὅ τε
                            <lb/>τὸν τένοντα τὸν ὅλον τὸν πόδα σιμοῦντα, ὃν ἔφην παραπεφυκέναι
                            <lb/>τῷ πέρατι τῆς κνήμης· ἐν αὐτοῖς γὰρ τοῖς ὀστοῖς <lb/>οἷς πεφύκασιν
                            αἱ εἰρημέναι κεφαλαὶ τῶν τενόντων τοὺς <lb/>συνδέσμους ἔχουσιν, οὐκ ἐξ
                            ἑτέρου διήκοντας εἰς ἕτερον, <lb/>ὥσπερ ὁ ἐπικείμενος αὐτῷ ἄνωθεν· οὗτος
                            γὰρ ἐκ τοῦ τῆς <pb n="332"/> κνήμης πέρατος εἰς τὴν πτέρναν διήκων ἅμα
                            μὲν σφίγγει <lb/>τοὺς ὑποβεβλημένους τένοντας, ἅμα δὲ καὶ τοῖς ὀστοῖς
                            αὐτοῖς <lb/>γίγνεται σύνδεσμος. οὕτως δὲ καὶ ὁ πρόσθιος σύνδεσμος,
                            <lb/>ὁ τὴν κνήμην τῇ περόνῃ συνάπτων, ἅμα τε ταῦτα <lb/>πρὸς ἄλληλα
                            συνδεῖ καὶ πρόβλημά ἐστι ταῖς ὑποκειμέναις <lb/>κεφαλαῖς τῶν τενόντων,
                            ὥσπερ γε καὶ ὁ κατὰ τὰ ἔξω μέρη <lb/>προβεβλημένος τῶν κατὰ τοῦτο
                            τενόντων οὐ μόνον ἐκείνους <lb/>ἀσφαλῶς φρουρεῖν καὶ σφίγγειν πέφυκεν,
                            ἀλλὰ καὶ τὴν <lb/>περόνην μᾶλλον συνάπτειν τε καὶ συνδεῖν τῇ πτέρνῃ.
                            τοὺς <lb/>μὲν οὖν τοιούτους συνδέσμους κοινοὺς εἶναι συμβέβηκε τῶν
                            <lb/>ὀστῶν αὐτῶν, ἃ συνδοῦσι, καὶ τῶν ὑποβεβλημένων μυῶν, <lb/>οὐ τὴν
                            αὐτὴν ἑκατέροις παρέχοντας χρείαν, ἀλλὰ τὰ μὲν <lb/>ὀστᾶ συνδοῦντας,
                            οἷον πρό<milestone unit="ed2page" n="63"/>βλημά τι καὶ τεῖχος
                            γιγνομένους <lb/>τοῖς τένουσιν· ἑτέρους δ’ εὑρήσεις συνδέσμους αὐτῶν
                            <lb/>μόνων τῶν διαρθρώσεων ἰδίους, νευροχονδρωδεστέρους. <lb/>εἴσῃ δὲ
                            τούτους ἐν τῷ βάθει κατακεκρυμμένους, καί τινας <lb/>ἄλλους ἔξωθεν
                            ἐπιτεταμένους ὁμοίως τοῖς φρουροῦσι τοὺς <lb/>τένοντας. ἔστι γοῦν τις
                            ἐπιμήκης σύνδεσμος, οὐκ ἔτ’ ἰσχυρὸς, <lb/>ἐκ μὲν τῆς αὐτῆς ῥίζης
                            ἐκφυόμενος τῷ προσθίῳ συνδέσμῳ <pb n="333"/> τῷ τῆς κνήμης μὲν
                            ἐκπεφυκότι, καταφυομένῳ δ’ εἰς τὴν <lb/>περόνην, οὐ μὴν συνάπτων γε καὶ
                            αὐτὸς ὁμοίως ἐκείνῳ <lb/>τὴν κνήμην τῇ περόνῃ. ταπεινότερος γὰρ αὐτὸς
                            φέρεται <lb/>πρός τε τὴν ἐκτὸς <milestone unit="ed1page" n="137"/>χώραν
                            καὶ κάτω παρὰ τὴν προσθίαν <lb/>ἐξοχὴν τοῦ ἀστραγάλου, κατακεκρυμμένος
                            πως ὑπ’ <lb/>αὐτοῦ· καθήκει δ’ αὐτοῦ τὸ πέρας εἰς τὸ τῆς πτέρνης
                            <lb/>ὀστοῦν. τῆς δὲ ἀρχῆς τούτου τοῦ συνδέσμου σύνδεσμος <lb/>ἕτερός
                            ἐστιν ὑποκάτω τῶν κατὰ τοῦτο περάτων τῆς κνήμης <lb/>ἐκφυόμενος, συνεχὴς
                            τῷ τὴν διάρθρωσιν ὅλην περιέχοντι <lb/>συνδέσμῳ. καθήκει αὐτοῦ τὸ πέρας
                            οὐ μετὰ πολὺ τῆς ἐκφύσεως <lb/>εὐθέως ὑπερβαῖνον τὴν διάρθρωσιν εἰς τὸ
                            τῆς <lb/>περόνης ὀστοῦν. ἐφεξῆς δὲ τούτῳ τῷ συνδέσμῳ κατὰ τὸ κάτω
                            <lb/>τῆς κνήμης σύνδεσμός ἐστι νευροχονδρώδης μᾶλλον, καθ’ ὃν <lb/>ἡ
                            κνήμη τῷ ἔνδον μέρει τοῦ ἀστραγάλου συμφύεται, κατ’ <lb/>ἐκεῖνα μάλιστα
                            τὰ μέρη, καθ’ ἅπερ εἴληφεν αὐτό. ἕτερος <lb/>δὲ ὁμοίως ἐκ τῶν ἔξω μερῶν
                            τοῦ ἀστραγάλου συνάπτει τὴν <lb/>περόνην αὐτῷ. καί τις ἄλλος τρίτος,
                            κατ’ αὐτὴν τὴν ῥίζαν <lb/>τοῦ κατὰ τὸν ἀστράγαλον αὐχένος ἐκφυόμενος,
                            εἰς τὸ τῆς <lb/>πτέρνης ὀστοῦν διήκει. καὶ τέταρτος ἄλλος ἐν τοῖς πρόσω
                                <pb n="334"/> μέρεσι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ συνάπτει πρὸς τὸ σκαφοειδές.
                            <lb/>οὗτοι πάντες οἱ τέτταρες σύνδεσμοι τὸν ἀστράγαλον τοῖς
                            <lb/>περικειμένοις συνδέσμοις συνδοῦσιν, ὡς εἴρηται, νευροχονδρώδεις
                            <lb/>ἱκανῶς ὄντες, ἀναλογίαν τὴν αὐτὴν ἔχοντες τοῖς <lb/>τὴν κατ’ ἰσχίον
                            τε καὶ γόνυ διάρθρωσιν ἐν τῷ βάθει <lb/>συνάπτουσιν. οὕτω γοῦν καὶ κατὰ
                            τὸν πόδα τέτρασιν ὀστοῖς <lb/>διαρθρουμένου τοῦ ἀστραγάλου, πρὸς ἕκαστον
                            αὐτῶν διὰ <lb/>βάθους ὁ νευροχονδρώδης γέγονε σύνδεσμος, ἔξωθεν μὲν
                            <lb/>πρὸς τὴν περόνην, ἔσωθεν δὲ πρὸς τὴν κνήμην, ἐν δὲ τοῖς <lb/>κάτω
                            πρὸς τὴν πτέρναν, ὥσπερ γε καὶ τοῖς πρόσω μέρεσι <lb/>πρὸς τὸ
                            σκαφοειδές. ὥσπερ δὲ ἐν τῇ χειρὶ περιλαμβάνεται <lb/>πάντα τὰ κατὰ τὸν
                            καρπὸν ὀστᾶ συνδέσμῳ ῥωμαλέῳ, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ μᾶλλον ἔτι
                            πάντα περιείληφε τὰ <lb/>κατὰ τὸν ταρσὸν ὀστᾶ σύνδεσμος ἰσχυρὸς ἐν τοῖς
                            κάτω τοῦ <lb/>ποδός· ἔνια δ’ αὐτῶν καὶ δι’ ἄλλων τινῶν μικρῶν μὲν
                            <lb/>συμφύσεων, ἀλλ’ ἰσχυρῶν ἑνοῦται πρὸς ἄλληλα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Κατάλοιπον δ’ ἂν εἴη περὶ τῆς τῶν ὀνύχων <lb/>φύσεως εἰπεῖν λόγον διττὸν,
                            ἕνα μὲν κοινὸν ἁπάντων <pb n="335"/> τῶν ὁμοιομερῶν σωμάτων, ἕτερον δὲ
                            τῶν ὀνύχων ἴδιον. <lb/>οἴονται γὰρ αὐτὰ ἔνιοι, κραθέντων ἀλλήλοις ὀστοῦ
                            καὶ νεύρου <lb/>καὶ δέρματος, γεγονέναι· τινὲς δὲ αὐτοῖς καὶ τὴν σάρκα
                            <lb/>προστιθέασιν. ὅτι μὲν οὖν συμπεφύκασι τοῖς εἰρημένοις <lb/>ἅπασιν
                            οἱ ὄνυχες, ἐναργῶς φαίνεται· τὴν δ’ οὐσίαν οὐδαμῶς <lb/>ἐστιν ἰδεῖν ἐκ
                            τούτων αὐτοῖς γεγενημένην, ἀλλ’ ἕκαστον <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν σωμάτων ἐκ
                            τῆς ὑποβεβλημένης ὕλης τῷ <lb/>ζώῳ διαπλαττόμενον πρὸς τῆς φύσεως
                            ἐγένετο τοιοῦτο, οἶόν <lb/>πέρ ἐστιν, καὶ οὔτ’ ἐκ τοῦ βραχίονος ὁ πῆχυς
                            ἔχει τὴν <lb/>γένεσιν, ὡς ἐξ ἐγκεφάλου τὸ νεῦρον, οὔτ’ ἐκ τοῦ πήχεως
                            <lb/>ὁ καρπὸς, οὔτ’ ἐκ τούτου τὰ τῶν δακτύλων ὀστᾶ. διαφέρει <lb/>γὰρ οὐ
                            σμικρῷ τὸ συμπεφυκέναι τινὶ τοῦ τὴν ἔκφυσιν <lb/>ἐξ ἐκείνου ποιεῖσθαι,
                            καθάπερ ἐκ τῶν πρέμνων οἱ <lb/>κλάδοι, <milestone unit="ed2page" n="64"/>κᾀκ τούτων οἱ ἀκρέμονες, οἵῳ περ τρόπῳ καὶ <lb/>τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς
                            φλέβας ὁρῶμεν ἐσχισμένας· ὁμοειδὲς <lb/>γὰρ εἶναι δεῖ τὸ φυόμενον ἔκ
                            τινος, ὡς ἂν ἀποβλάστημά <lb/>τι τῆς οὐσίας ὑπάρχον αὐτοῦ. τοιοῦτο μὲν
                            οὖν ἀποβλάστημα <lb/>τὰ νεῦρα φαίνεται τῆς κατὰ τὸν ἐγκέφαλον οὐσίας·
                            <lb/>ὁ δ’ ὄνυξ οὐ τοιοῦτο τῆς ἐσχάτης σκυταλίδος ἀποβλάστημά <pb n="336"/> ἐστιν, ἀλλ’ ἕτερον εἶδος οὐσίας, ὡς ἐν οἰκίᾳ λίθου, κεραμίδος
                            <lb/>καὶ πλίνθου. παραπλήσιος γὰρ ὁ τρόπος ἐστὶ τῆς <lb/>τοῦ ζώου
                            συστάσεως ταῖς τῶν ἐκτὸς ἁπάντων, ὅσα δημιουργοῦσιν <lb/>ἄνθρωποι,
                            συνάγοντες οὐσίας διαφερούσας ἐς ταὐτόν. <lb/>συνάπτουσι μὲν γὰρ αὐτὰς
                            πρὸς ἀλλήλας ἓν ὅλον ποιοῦντες, <lb/>ὅ περ ἂν ἐξ αὐτῶν διαπλάττωσιν, οὐ
                            μὴν ἐκφύεταί γε <lb/>πλίνθος ἐκ κεραμίδος ἢ λίθου· τῆς δὲ ἑνώσεως αὐτοῦ
                            <lb/>εὑρημέναι τινές εἰσιν οὐσίαι, πηλὸς, καὶ κόλλα, καὶ ἧλοι, <lb/>καὶ
                            πάτταλοι, καὶ σχοινία· καί ποτε καὶ τῆς συνθέσεως <lb/>μόνης ὁ τρόπος,
                            ὡς ἐπὶ τῶν ἐγγομφουμένων. ὅμοια δὲ τούτοις <lb/>εἰσὶ τὰ τῆς φύσεως ἔργα·
                            τὰ μὲν γὰρ ἐγγομφοῖ, καθάπερ <lb/>τοὺς ὀδόντας εἰς τὰ φάτνια, τὰ δὲ
                            γιγγλυμοειδῶς <lb/>συντίθησιν, ὡς τὰ κατὰ τὰς ῥαφὰς ὀστᾶ τῆς κεφαλῆς, τὰ
                            <lb/>δ’ ὡς κόλλῃ συνάπτει, τὰ διὰ χόνδρου συμφυόμενα, τὰ δ’ ὡς
                            <lb/>πηλῷ, τὰ διὰ σαρκὸς, τὰ δ’ ὡς σχοινίῳ, τὰ διὰ συνδέσμου. <lb/>κατὰ
                            τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ τοὺς ὄνυχας ἥνωσε διὰ συνδέσμου <lb/>τινὸς τῷ
                            πέρατι τῆς ἐσχάτης φάλαγγος· διὰ συμφύσεως δὲ <pb n="337"/> τῇ σαρκὶ καὶ
                            τῷ δέρματι, τὴν μὲν ὑποστορέσασα δι’ ὅλου, <lb/>τὸ δ’ ἔξωθεν ἁπάσῃ τῇ
                            ῥίζῃ περιφύουσα. περαίνει δ’ εἰς <lb/>τὴν ῥίζαν αὐτὴν οὐ νεῦρον μόνον,
                            ἀλλὰ καὶ ἀρτηρία καὶ <lb/>φλὲψ, ἐξ ὧν αἴσθησίν τε καὶ ζωὴν καὶ τροφὴν
                            ἔχουσι τοῖς <lb/>ἄλλοις ὁμοίως, ὧν οὐδὲν οὔτε ἐκ κράσεως ἐγένετο τῶν
                            τριῶν <lb/>τούτων ἀγγείων, οὔτε πολὺ μᾶλλον ἐκ πλοκῆς, ὡς Ἐρασίστρατος
                            <lb/>ὑπελάμβανε, παρὰ τὸ φαινόμενον ἐναργῶς ἀποφαινόμενος· <lb/>ἕτερον
                            γὰρ τὸ σῶμα αὐτὸ τῶν ὀργάνων ἑκάστου <lb/>φαίνεται τῆς τῶν τριῶν οὐσίας,
                            ὡς κᾀν τῷ τρίτῳ περὶ <lb/>τῆς Ἱπποκράτους ἀνατομῆς ἐδείκνυον. ἡ γοῦν
                            γαστὴρ καὶ <lb/>ἡ κύστις καὶ ἡ μήτρα, τοιοῦτον ὑπὸ τῆς φύσεως ἕκαστον
                            <lb/>αὐτῶν γενόμενον, οἷόν περ φαίνεται, τὸ νεῦρον μὲν ἔχει, <lb/>ἵν’
                            αἴσθησις γένηται, ἵνα δὲ τρέφηται καὶ ζῇ, τὴν φλέβα <lb/>καὶ ἀρτηρίαν,
                            καὶ πάντα ταῦτα σαφῶς εἰς ἑαυτὰ διασπειρόμενα, <lb/>καθάπερ εἰς τοὺς
                            κήπους οἱ ὀχετοί. κατὰ δὲ τοὺς <lb/>ὄνυχας οὐ διασπείρεται ταῦτα, διότι
                            καθ’ ὑπόφυσιν <lb/>αὔξονται, καθάπερ αἱ τρίχες· ἄμεινον γὰρ ἦν καὶ
                            τούτους, <pb n="338"/> ὥσπερ καὶ τὰς τρίχας, ἀεὶ νέους γίνεσθαι, καὶ
                            μηδέποτε παύεσθαι <lb/>τὴν αὔξησιν αὐτῶν ἐκτριβομένων. ἕτερον οὖν τι
                            γένος <lb/>οὐσίας ὄντες οἱ ὄνυχες, ἀρτηρίᾳ μὲν καὶ φλεβὶ καὶ νεύρῳ
                            <lb/>κατὰ τὴν ῥίζαν ἐζεύχθησαν αἰσθήσεως ἕνεκα καὶ ζωῆς <lb/>καὶ τροφῆς,
                            τῷ δ’ ὀστῷ καὶ δέρματι συνήφθησαν, ὅπως <lb/>μὴ κατακρέμωνται· μέρος γὰρ
                            ἐχρῆν εἶναι καὶ τούτους <lb/>ὅλῳ τῷ ζώῳ συμφυὲς, ὥσπερ καὶ τἄλλα. εἰ δὲ,
                            ὅτι νεύρου <lb/>μέν εἰσι καὶ δέρματος σκληρότεροι, μαλακώτεροι δ’ ὀστοῦ,
                            <lb/>διὰ τοῦτο ἐκ τῆς τούτων οὐσίας αὐτοὺς κεκρᾶσθαι λέγουσιν, <lb/>ὥρα
                            καὶ τἄλλα αὐτοὺς λέγειν οὕτω γεγονέναι <lb/>πάντα, χόνδρον μὲν ἐξ ὀστοῦ
                            καὶ συνδέσμου κραθέντων, <lb/>σύνδεσμον δὲ ἐκ χόνδρου καὶ νεύρου, τὸ
                            νεῦρον δ’ αὐτὸ <lb/>πάλιν ἐξ ἐγκεφάλου τε καὶ συνδέσμου. μέσον γὰρ καὶ
                            <lb/>τοῦτό ἐστι τῆς ἑκατέρας συστάσεως, οὐ τῷ κραθῆναι τὸν
                            <lb/>ἐγκέφαλον συνδέσμῳ τοιοῦτον γενόμενον, ἀλλὰ τῷ πιληθῆναι
                            <lb/>μόνον. καὶ γὰρ καὶ ὁ κρύσταλλος ἐξ ὕδατος τῇ <lb/>ψύξει πιληθέντος
                            ἐγένετο. λεγέτωσαν οὖν καὶ τοῦτον ἐξ <lb/>ὕδατος καὶ λίθου δι’ ὅλων
                            ἀλλήλοις κραθέντων, εἴπερ <pb n="339"/> ἅπαντα τὰ μεταξὺ δύο σωμάτων, μὴ
                            τούτων τὴν χρείαν <lb/>ἢ τὴν σύστασιν ἔχοντα, κραθέντων ἐκείνων
                            γεγονέναι <lb/>νομίζουσιν. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>